Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ (Αναγνωστικό Δ' Δημοτικού 1946)


 Πηγή: www.kapodistrias.info

 Ἄκουσε, Γιαννάκη, ἄρχισε νὰ μοῦ λέη μιὰ μέρα ὁ πατέρας μιου: Στὴν ἡλικία σου ἤμουν κι ἐγὼ παιδὶ ἔξυπνο καὶ προκομμένο. Ὁ πατέρας μου ἤταν πολὺ εὐχαριστημένος μ’ ἐμένα κι ὅλος ὁ κόσμος μὲ εἶχε γιὰ καλὸ παιδί. Ἄκουσα τόσους ἐπαίνους, ποὺ στὰ τελευταῖα τὸ πῆρα κι ἐγὼ ἐπάνω μου καὶ κατήντησα ἕνας ἐγωιστής. Κανένα ἀπὸ τοὺς συμμαθητές μου δὲ λογάριαζα, ὅλους τοὺς περιφρονοῦσα. Γι’ αὐτὸ μοῦ ἄξιζε νὰ πάρω ἕνα καλὸ μάθημα καὶ τὸ πῆρα, ἀπὸ ποιόν, νομίζεις; Ἀπὸ τὸν τελευταῖο τῆς τάξης!

 Ὁ μαθητὴς αὐτὸς ἦταν ἕνας τόσος δὰ ἀνθρωπάκος, ἀδύνατος, μὲ πρόσωπο χλομὸ καὶ μαραμένο. Ἡ ματιά του ἦταν πάντα φοβισμένη  καὶ γεμάτη θλίψη. Τὸν ἔλεγαν Μιχάλη Λεμονά. Ἀπὸ τὰ φορέματά του φαινόταν πὼς ἦταν φτωχός.

 ῏Ηταν ὁ τελευταῖος στὴν τάξη. Ποτέ του δὲν εἶπε μάθημα κι οὔτε παρουσίαζε γραπτά. Ὅταν ὁ δάσκαλος τοῦ ἔλεγε μὲ τὴ βαριὰ φωνή  του: «Λεμονά, τὸ τετράδιό σου», ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε σιγανὰ καὶ ντροπιασμένα: «Δὲ βρῆκα καιρό, κύριε». Κι ὁ δάσκαλος τὸν μάλωνε  συχνά.
 Κάποτε ἡ τύχη τὸν ἔφερε γείτονά μου.
 Εκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκαμε μεγάλη ἐντύπωση, ἦταν πὼς ὁ Λεμονὰς ἐρχόταν στὴν τάξη πάντα  νυσταγμένος. Πολλὲς φορὲς μάλιστα κοιμόταν ἐπάνω στὸ θρανίο. Κι ὅταν τὸν φώναζε ὁ δάσκαλος, ἐγὼ τὸν σκουντοῦσα μὲ τὸν ἀγκώνα μου νὰ ξυπνήση.
 Ὁ Λεμονὰς ξυπνοῦσε τότε τρομαγμένος.
 Μιὰ μέρα ὁ δάσκαλος φώναξε πάλι τ’ ὄνομά του.
 Τὸν σκούντησα, τὸν ξανασκούντησα, μὰ ποῦ νὰ ξυπνήση! Μὲ τὰ πολλὰ ὁ Λεμονὰς ξύπνησε. Σὰν ἄνοιξε ὅμως τὰ μάτια του κι ἀντίκρισε  τὸ δάσκαλο, ἔκρυψε τὸ πρόσωπο μέσα στὶς φοῦχτες του.
 -Λεμονά, πές μας τὸ μάθημά σου! Εἶπε μὲ βαριὰ φωνὴ ὁ δάσκαλος κάνοντας πὼς δὲν κατάλαβε τίποτε. Ὁ Λεμονὰς σηκώθηκε  κατακόκκινος, ἔσκυψε γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε στ’ αὐτὶ παρακαλετικά.
 -Ἄχ! πές μου το, σὲ παρακαλῶ, Ἀντρέα! Ποτέ του δὲ μοῦ εἶχε ζητήσει τέτοιο πράμα! Ἦταν κατατρομαγμένος. ῎Εμοιαζε σὰν τὸ ἐλάφι,  ποὺ τὸ ἀπόκλεισε ο κυνηγὸς καὶ ζητοῦσε χάρη. Κρεμόταν ἀπὸ ἐμένα.
 Ἄχ Γιαννάκη μου, παιδί μου, νά ξερες τί ντροπὴ αἰσθάνομαι αὐτὴ τὴν ὥρα, ποὺ σοῦ τὸ λέω. Καὶ νάξερες τί δάκρυα ἔχυσα γιὰ τὴν κακία  μου αὐτή! Δὲν τὸν λυπήθηκα λοιπὸν καθόλου! Δὲ σκέφτηκα ἄλλο, παρὰ πῶς θὰ τὸν κάμω νὰ τὰ χάση, γιὰ νὰ γελάση ἡ τάξη μαζί του.
 ᾽Εκείνη τὴ μέρα εἴχαμε ἱστορία γιὰ τὸν Περικλῆ. Τοῦ Λεμονᾶ τὰ σαγόνια ἔτρεμαν ἀπὸ τὴ σαστιμάρα του. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ λέει:
  -Ὁ Περικλῆς ἦταν... ἦταν γιὸς τοῦ Ξανθίππου καί...καί...
 Ὕστερα σταμάτησε καὶ γυρνώντας παρακαλετικὰ, σ’ ἐμένα μοῦ ἔριξε μιὰ ματιά, γεμάτη ἀγωνία. Τότε μοῦ πέρασε ἀπ’ τὸ νοῦ μιὰ  διαβολικὴ ἰδέα καὶ βάζοντας τὸ χέρι μου στὸ στόμα, τοῦ φώναξα:
 -Καὶ τῆς Μαργαρίτας!
 Ὁ Λεμονὰς τὸ ξαναεῖπε φωναχτὰ κι ἡ τάξη ξεκαρδίστηκε στὰ γέλια.
 -Κάθισε κάτω, Λεμονά! Τοῦ εἶπε ὁ δάσκαλος θυμωμένος.
 Τίποτε δὲν ἔκαμες ὡς τώρα! Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ δίνεις τὸ κακὸ παράδειγμα καὶ στοὺς ἄλλους.
 Κι ὁ Λεμονὰς ἀπὸ τὴν ντροπή του δὲν ξαναπάτησε πιὰ στὸ σχολεῖο.
 Οἱ διακοπὲς πλησίαζαν νὰ τελειώσουν. Μιὰ μέρα μοῦ λέει ὁ πατέρας μου:
 -῎Εχεις ὄρεξη γιὰ κυνήγι, Ἀντρέα; Αὔριο τὸ πρωὶ θα σηκωθοῦμε στὶς τέσσερεις καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ χαράματα θὰ ξεκινήσωμε γιὰ τὶς πέρδικες.   ᾽Εσὺ θὰ σηκώνης τὸ σακίδιο. Ἔτσι θὰ συνηθίσης νὰ κουβαλᾶς καὶ τὸ δικό σου μεθαύριο, προσέθεσε χαμογελώντας.
 Ἀκοῦς ἐκεῖ! Ὅλη τὴ μέρα μὲ τὸν πατέρα καὶ μὲ τὸ σκύλο μας τὸ Σγουρή!  Εἶχα μιὰ χαρὰ ποὺ δὲ λέγεται. Στὶς τρεῖς τὸ πρωὶ ἤμουν κιόλα  στὸ πόδι.
 Βγήκαμε ἀπὸ τὴν πόλη καὶ προχωρούσαμε μὲ βῆμα γοργό, ὃταν ἔξαφνα εἶδα νὰ ἔρχεται ἀπ’ ἀντίκρυ ἓνα καροτσάκι. Τὸ ἔσερνε ἕνας  μικρός, στὴν ἡλικία μου.

karotsaki

 Τὸ καροτσάκι ἦταν φορτωμένο λαχανικά. Ὅσο γιὰ τὸ μικρό, ποιὸς νομίζεις πὼς ἦταν, Γιαννάκη; Ὁ Λεμονάς! Ναί, ὁ Μιχάλης.
 Ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σχολεῖο, ποτέ μου δὲν τὸν εἶχα συλλογιστῆ τὸ μικρὸ Λεμονά. Οὔτε καὶ ἀνησύχησα ποτὲ γιὰ τὴ σκληρὴ καὶ  πρόστυχη πράξη μου!
 Καὶ ὅμως ἔτσι ποὺ τὸν εἶδα, καὶ τὴν ὥρα ἐκείνη μάλιστα, αἰσθάνθηκα τὸν ἑαυτό μου κάπως στενοχωρημένο. Δὲ θέλησα νὰ προσπεράσω,  χωρὶς νὰ τοῦ πῶ δυὸ λόγια.
 -Καλημέρα! Τοῦ φώναξα. Γιὰ ποῦ μὲ τὸ καρότσι τέτοια ὥρα, Λεμονά;
-Ἄσε με ἥσυχο, μουρμούρισε ὁ Λεμονάς, ποὺ μὲ εἶχε γνωρίσει κι ἐκεῖνος.
Πειράχτηκα καὶ ζήτησα κι ἐγὼ νὰ τὸν πειράξω. Καὶ μένοντας λιγάκι πίσω ἀπὸ τὸν πατέρα μου, τοῦ εἶπα:
 -Δὲ μοῦ λές, Λεμονά, κοιμᾶσαι ἀκόμα, ὅπως τότε στὸ σχολεῖο;
 -Φτάνει πιά! Μοῦ ἀπάντησε ἔξω φρενῶν. Δὲ σοῦ φτάνει τὸ κακὸ ποὺ μού καμες! Ἐσύ ᾽σουν ἡ αἰτία ποὺ ἔφυγα ἀπὸ τὸ σχολεῖο κι ἐννοεῖς  ἀκόμα νὰ μὲ πειράζης;
 Γιὰ μιὰ στιγμὴ σώπασε. ᾽Εγὼ αἰσθάνθηκα τὸ πρόσωπό μου ν’ ἀνάβη. Γιὰ πρώτη φορὰ κατάλαβα πόσο σκληρὸς στάθηκα τότε.
 -Ἄκουσε λοιπόν, ξαναεῖπε μὲ μιὰ φωνὴ βραχνὴ ὁ Λεμονάς, καὶ θὰ τὰ μάθης ὅλα: γιατὶ κοιμόμουν μέσα στὴν τάξη, γιατὶ ἤμουν ὁ τελεταῖος καὶ γιατὶ μὲ βρίσκεις τὴν ὥρα αὐτὴ νὰ σπρώχνω τὸ καροτσάκι. Πρέπει νὰ σοῦ τὸ πῶ, γιὰ νὰ καταλάβης τὸ κακὸ ποὺ μούκαμες.
 Ὁ πατέρας μου ἦταν ἄρρωστος ἀπὸ καιρό. Ὁ γιατρὸς μᾶς εἶπε νὰ τὸν στείλωμε μακριὰ σ’ ἕνα βουνὸ καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ μείνη ἐκεῖ  ἀρκετοὺς μῆνες. Τὸν στείλαμε. Ἀπὸ τότε ὅμως ἄρχισε στὸ σπίτι μας ἡ φτώχεια κι ἡ στενοχώρια.
 Τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἴχαμε, τὰ ξοδέψαμε γιὰ τὸ ταξίδι του καὶ γιὰ τὸν πρῶτο μήνα. ῎Ετσι κι ἡ μάνα μου ἀναγκάστηκε ν’ ἀνοίξη ἕνα  λαχανοπωλεῖο στὴ γειτονιά. Νὰ περνοῦμε ἐμεῖς, νὰ στέλνωμε καὶ τοῦ πατέρα μου.
 Μὰ πῶς μποροῦσε νὰ τὰ βγάλη πέρα μονάχη της ἡ μάνα μου; Ἔπρεπε νὰ τὴ βοηθήσω κι ἐγώ. ῎Ετσι τὰ βράδυα, σὰ γυρνοῦσα ἀπὸ τὸ  σχολεῖο τακτοποιοῦσα τὸ μαγαζί ἔβλεπα τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰ μεσάνυχτα πάλι ξεκινοῦσα μὲ τὸ καροτσάκι ν’ ἀγοράσω λαχανικὰ ἀπὸ τὰ περιβόλια, ὅπως τώρα ποὺ μὲ βλέπεις.
 -Μὰ καὶ τὸ χειμώνα τὸ ἴδιο; ρώτησα.
 -Βέβαια καὶ τὸ χειμώνα. Τί πάει νὰ πῆ κρύο, ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ πατέρα;
 -Τώρα τὰ κατάλαβα Μιχάλη, ὅλα (δέν ξέρω γιατὶ μοῦ ἤρθε ἐκείνη τὴ στιγμὴ στὸ στόμα τὸ μικρό του ὄνομα). Συχώρα με, σὲ παρακαλῶ,  ἐσὺ εἶσαι καλός, ἐνῶ ἐγὼ τότε ἤμουν περήφανος καὶ κακός!... Καὶ τώρα πρέπει νὰ διορθώσω τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαμα...
 -Ἄχ εἶναι πολὺ ἀργά, φίλε μου! Ἀπάντησε ὁ Μιχάλης, κουνώντας θλιβερὰ τὸ κεφάλι.
 Σ’ αὐτὸ τὸ μεταξὺ ὁ πατέρας μου εἶχε σταματήσει σ’ ἕνα μαγαζάκι, ποὺ ἦταν ἐκεῖ κοντά, νὰ πιῆ ἕναν καφέ. Ἔτρεξα καὶ τοῦ τὰ εἶπα ὅλα.
 Τ’ ἄκουε σκυφτὸς καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν γεμάτο στενοχώρια. Σὰν τελείωσα, σηκώνει τὸ κεφάλι καὶ μοῦ λέει μὲ φωνὴ αὐστηρή:
 -Αὐτὸ λοιπὸν ἂς σοῦ γίνει μάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Λεμονὰς εἶναι παιδὶ μὲ ἀξία! Ὅσο γιὰ σένα, ἂς μὴν πῶ τίποτε. Μὲ καταλαβαίνεις!
 ᾽Εμένα μὲ πῆραν τὰ δάκρυα.
 -῎Ελα, παρηγορήσου κι ὅλα θὰ διορθωθοῦν, ξαναεῖπε ὁ πατέρας μου.   Τώρα, ἂς γυρίσωμε σπίτι. Τὸ σημερινό μας κυνήγι πρέπει νὰ σοῦ  γίνη τὸ καλύτερο μάθημα τῆς ζωῆς σου. ᾽Ελπίζω νὰ μὴν ξεχάσης ποτέ σου τὴ συνάντηση αὐτή.
 Στὸ δρόμο βρήκαμε τὸ δάσκαλό μας. Σὰν ἔμαθε τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸν πατέρα μου, εἶπε καταλυπημένος:
 -Τὸ κακόμοιρο τὸ παιδί, πόσο τὸ ἀδικήσαμε!
 Ὁ πατέρας μου ἔμεινε πολλὴν ὥρα μὲ τὸ δάσκαλο.
 Σκέπτονταν κι οἱ δυὸ τί ἔπρεπε νὰ γίνη γιὰ τὸ ἀδικημένο παιδὶ, τὸ Μιχάλη τὸ Λεμονά. Ἀργότερα τὸ διηγήθηκαν στοὺς γνωστοὺς κι ἀπὸ ἐκεῖ τὸ ἔμαθε ὅλος ὁ κόσμος.
 Ἀπὸ τότε ὅλες οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν ψώνιζαν τὰ λαχανικά τους ἀπὸ τὸ λαχανοπωλεῖο τοῦ Μιχάλη.
 Σύντομα ἔκαμαν στὴ γειτονιὰ κι ἕναν ἔρανο. Μὲ τὰ λεπτὰ ποὺ μαζεύτηκαν, πληρώθηκαν τὰ ἔξοδα τοῦ ἀρρώστου κι ἔτσι ὁ Μιχάλης δὲν  ἦταν πιὰ ἀναγκασμένος νὰ σηνώνεται τὴ νύχτα καὶ νὰ πηγαίνη στὰ περιβόλια. Ξαναγύρισε στὸ σχολεῖο κι ὁ δάσκαλος τοῦ ἔδειξε μεγάλη  συμπάθεια κι ἀγάπη.
 ῾Ο Μιχάλης ὁ Λεμονὰς σιγὰ σιγὰ ἄλλαξε. ῎Εγινε ἄλλος ἄνθρωπος. ῏Ηταν χαρούμενος, ἔπαιζε μαζί μας, ἀλλὰ κι ἐμεῖς τοῦ φερνόμαστε σὰν  καλοὶ φίλοι. Δὲν ἦταν πιὰ ὁ τελευταῖος μέσα στὴν τάξη. Κάθε ἄλλο. Κι ὁ δάσκαλός μας τὸ ὁμολόγησε στὸ τέλος, πὼς ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ καλύτερα παιδιὰ τοῦ σχολείου.
 Μιὰ μέρα ὁ Λεμονὰς ἦρθε σπίτι μας βιαστικὸς καὶ γεμάτος χαρά.
-Ὁ πατέρας μου γύρισε ἀπὸ τὸ βουνό! Γιατρεύτηκε ὁλότελα!
Ὕστερα γυρνώντας σὲ μένα μοῦ εἶπε:
-Σ’ εὐχαριστῶ, Ἀντρέα μου, μᾶς παραστάθηκες σὰν καλὸς φίλος.
-᾽Εγὼ πρέπει νὰ σ’ εὐχαριστήσω, Μιχάλη, τοῦ εἶπα μὲ φωνὴ χαμηλή. Μοῦ γιάτρεψες τὴν περηφάνια καὶ μ’ ἔμαθες νὰ εἶμαι καλός.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου