Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΕΜΕΝΟΣ ΣΩΤΗΡΗΣ

Ο Άγιος Νεκτάριος καί ό πονεμένος Σωτήρης... Ό Σωτήρης περπατούσε σάν γέρος παρά τά νειάτα του καί η καρδιά του ήταν τόσο μαύρη άπ’ την λύπη πού δέν τού’δινε κουράγιο ούτε νά κλάψει ,είχε όμως κάτι πού τού’δινε δυνάμεις ν’ ανηφορίσει: τήν ελπίδα. Τό γραφικό εκκλησάκι εκεί πάνω στήν βουνοπλαγιά ήταν πραγματικό καταφύγιο. Τό παλληκάρι προσκύνησε τίς εικόνες καί ξέσπασε σ’ ένα ασταμάτητο κλάμα μπρός στήν εικόνα Τής Παναγίας.. Ύστερα, ό νέος άνοιξε ένα διπλωμένο χαρτί πού είχε στήν τσέπη του καί άρχισε νά διαβάζει αυτά πού τού’χε δώσει λίγο πρίν κοιμηθεί ό Γέροντας: «Δέσποινα μου Θεοτόκε, ή ελπίς μου, ή ισχύς μου, ή θερμή μου προστασία, σκέπη καί καταφυγή μου.Έκ ψυχής συντετριμμένης Δέσποινα αναβοώ Σοι, πρόφθασον, αντιλαβού μου, σώσον με, εκδυσωπώ Σε». Μετά από λίγο, ο Σωτήρης σηκώθηκε καί τράβηξε γιά τόν δρόμο τού γυρισμού. Εκεί μπροστά στά σκαλάκια -δίπλα στό μικρό καμπαναριό- πρόσεξε μιά ανθρώπινη φιγούρα. Τήν προσπέρασε όμως, δίχως νά δώσει σημασία, Προχώρησε γιά λίγο μά… σταμάτησε στό άκουσμα μιάς φωνής. – Σωτήρη, Σωτηράκη! Εγώ είμαι παιδί μου! Ό νέος γύρισε σαστισμένος καί αντίκρυσε καθισμένον στά σκαλάκια τόν Σεβασμιώτατο! Καί ήταν έτσι όπως τόν είχε γνωρίσει στό μοναστήρι του, όταν πήγαινε στήν Αίγινα. Μέ τό ρασάκι του, τό καλλιμαύχι, μέ τόν Σταυρό στό στήθος καί μέ τό κομποσχοίνι στά χέρια του. Τά πόδια τού σταυρωμένα, ή γενειάδα του πιό λευκή απ’ τό χιόνι, ενώ τα μάτια του γεμάτα παρηγοριά, θάρρος καί ελπίδα. – Μήν φοβάσαι! Ο Πολυεύσπλαχνος Κύριος καί ή Υπεραγία Θεοτόκος δέν σέ ξεχνούν. Όπως πάντα, έτσι καί τώρα είναι μαζί σου. Μήν απελπίζεσαι! Μόνον πίστευε! Η πίστις είναι τό παν παιδί μου, ή πίστις!… Άντε, νάχεις τήν ευχή μου… Χαμογέλασε παρηγορητικά στό παλληκάρι καί τό ευλόγησε από μακριά. Ό Σωτήρης έκανε νά τόν πλησιάσει μά δέν τόν πρόλαβε. Ο Γέροντας είχε φύγει… “Κύριος ποιμαίνει με καί ουδέν μέ υστερήσει”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου