Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΧΑΡΙΤΟΒΡΥΤΟΝ ΛΕΙΨΑΝΟΝ ΗΞΙΩΘΗΝ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΩ ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΑΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΜΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΡΩΣΙΚΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΩΝ

Ο Άγιος Αμβρόσιος της Όπτινα (ρωσικά: Амвросий Оптинский‎‎, κατά κόσμον Αλεξάντρ Μικαΐλοβιτς Γκρένκοβ, Александр Михайлович Гренков, 5 Δεκεμβρίου 1812, Μπολσάγια Λιβοβίτσα, Κυβερνείο του Ταμπόφ) ήταν πρεσβύτερος μοναχός στο Μοναστήρι της Όπτινα και λειτούργησε ως σεβαστός σύμβουλος και δάσκαλος για τους άλλους μοναχούς. Κανονικοποιήθηκε ως άγιος στη σύμβαση του Τοπικού Συμβουλίου του 1988 της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.[2][3] Βιογραφίαεπεξεργασία κώδικα Ο Αλεξάντρ γεννήθηκε στην οικογένεια του νεωκόρου Μικαΐλ Φιοντόροβιτς Γκρένκοβ και της γυναίκας του Μάρφα Νικολάιεβνα Γκρενκόβα. Ήταν το έκτο από τα οκτώ παιδιά τους. Σε ηλικία 12 ετών ο Αλεξάντρ μπήκε στην κληρική σχολή του Ταμπόφ και αργότερα στη θεολογική σχολή του Ταμπόφ. Το 1835, λίγο πριν την αποφοίτησή του, ο Αλεξάντρ αρρώστησε σοβαρά και ορκίστηκε πως αν γίνει καλά θα γίνει μοναχός. Ανέκαμψε, αλλά καθυστέρησε την απόφασή του και έγινε ιδιωτικός δάσκαλος σε μια οικογένεια και αργότερα στο κληρικό σχολείο του Λίπετσκ. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, ο Αλεξάντρ συναντήθηκε με έναν γνωστό γέροντα, τον Ιλαρίωνα, από το χωριό Τροικούροβο. Ο Πρεσβύτερος τον συμβούλεψε: «Πήγαινε στην Όπτινα και θα γίνεις έμπειρος. Θα μπορούσες επίσης να πας στη Σάροφ, αλλά δεν υπάρχουν πια έμπειροι πρεσβύτεροι εκεί» (εκείνη την εποχή, ο Άγιος Σεραφείμ του Σάροφ είχε ήδη αναπαυθεί). Και ο Γέροντας πρόσθεσε: «Σε χρειάζονται εκεί». Μετά από αυτή τη συμβουλή, το 1839, ο Αλεξάντρ εισήλθε στη Μονή της Όπτινα στο Κυβερνείο της Καλούγκα όταν το μοναστήρι βρισκόταν στην πνευματική ακμή του. Ο πρώτος σύμβουλός του ήταν ο Πρεσβύτερος Λεωνίδας και στη συνέχεια ο Πρεσβύτερος Μακάριος, με τον οποίο ο Αμβρόσιος μοιράστηκε το ίδιο κελί. Αυτό του έδωσε βοήθεια στην πνευματική του πρόοδο.[4][5] Ο Αμβρόσιος είχε ένα πολύ ζωντανό χιούμορ και κοινωνικό χαρακτήρα που έρχεται σε αντίθεση με την πιο στωική πνευματική του πειθαρχία. Είχε πολλούς αγώνες με ασθένειες καθ 'όλη τη διάρκεια της ζωής του, βασιζόμενος σε αυτούς τους αγώνες για την κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης. Χρίστηκε μοναχός, μετά από μόλις τρία χρόνια, το 1842. Του δόθηκε το θρησκευτικό όνομα Αμβρόζιος προς τιμήν του Αγίου Αμβροσίου του Μιλάνου. Σε άλλα τρία χρόνια ο Αμβρόσιος προχώρησε και χειροτονήθηκε ιερέας. Στο ταξίδι προς την Καλούγκα για τη χειροτονία του, ο Αμβρόσιος κρυολόγησε. Από τότε, η υγεία του έγινε τόσο κακή που σχεδόν δεν μπορούσε να υπηρετήσει ως ιερέας.[2][4] Πορτραίτο του Αγίου Αμβροσίου της Όπτινα Λόγω ασθένειας, αναγκάστηκε σε ημι-αποχώρηση για αρκετά χρόνια. Αυτή η απομόνωση του επέτρεψε να επικεντρωθεί στον έλεγχο της προσευχής του Ιησού ή του ησυχασμού και να βιώσει την έννοια της ησυχίας, τη σιωπή της ψυχής ενώπιον του Θεού. Ακόμα κι με την σωματική του αδυναμία, ο Αμβρόσιος συνέχισε να βοηθά τον Πρεσβύτερο Μακάριο στη μετάφραση των Αγίων Πατέρων, ιδίως με τη μετάφραση της Κλίμακας Ιωάννου. Ο Αμβρόσιος διατήρησε την αλληλογραφία και τη συμβουλή του προς τους προσκυνητές, και αργότερα ως Γέροντας (Πρεσβύτερος), από αγάπη για όλους τους ανθρώπους, συμβούλεψε και όποιον του το ζήτησε.[4] Όταν ο Πρεσβύτερος Μακάριος πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1860, ο Πατέρας Αμβρόσιος τον αντικατέστησε ως ο κύριος πρεσβύτερος της μονής. Ο πρεσβύτερος πλέον Αμβρόσιος παρέμεινε ο κύριος Πρεσβύτερος της Όπτινα για 30 χρόνια. Οι αμέτρητες επισκέψεις, αμέτρητων ανθρώπων, και η αγάπη του για κάθε άτομο τον έκαναν βλέπει ανθρώπους ακόμη και όταν είχε περάσει το σημείο της εξάντλησης και αναγκαζόταν να ξαπλώσει. Ακόμα και τότε δεν θα αρνιόταν να ακούσει τους ανθρώπους που έρχονταν να ζητήσουν τη συμβουλή του. Λέγεται πως είχε το χάρισμα να βλέπει τις ψυχές των ανθρώπων όπου δεν κρύβεται κανένα μυστικό. Υπάρχουν μαρτυρίες για την διόραση και το χάρισμα της θεραπείας που προσπάθησε να κρύψει.[3] Ο Πρεσβύτερος Αμβρόσιος, επειδή ήταν σε θέση να δώσει σοφές συμβουλές σε άλλους ανθρώπους, λόγω της ταπεινότητας του, ζητούσε συμβουλές από άλλους χωρίς να βασίζεται στο μυαλό του, ακόμη και αν είχε το δώρο της λογικής σκέψης. Μετά το θάνατο του Πρεσβύτερου Μακάριου, μη έχοντας κανέναν να στραφεί στο μοναστήρι του, στράφηκε πρώτα στον επίσκοπό του Γρηγόριο. Με την πάροδο του χρόνου, μαθαίνοντας από μερικούς αξιόπιστους ανθρώπους για έναν κρυμμένο, περιπλανώμενο πνευματικό πρεσβύτερο, ο Αμβρόσιος προσπάθησε αμέσως να τον πλησιάσει. Έγραφε συνεχώς μυστικά γράμματα σε αυτόν τον πρεσβύτερο με την πρόθεση να κάνει τα πάντα με τη συμβουλή ενός άλλου ατόμου στο οποίο είδε την έκφραση της θέλησης του Θεού - όχι ακολουθώντας τη δική του θέληση.[2][6] Ο Άγιος Αμβρόσος ίδρυσε τη Γυναικεία Μονή Σαμόρντινο το 1884. Αυτή η μονή, που βρίσκεται κοντά στην Όπτινα, άνοιξε τις πόρτες της σε γυναίκες που ήταν φτωχές, άρρωστες ή ακόμη και τυφλές. Τα περισσότερα μοναστήρια ήταν πολύ φτωχά και έπρεπε να βασίζονται στα εισοδήματα των γυναικών που είχαν κάποιο προσωπικό πλούτο για να παραμείνουν ανοιχτές. Ο Άγιος Αμβρόσιος έδωσε τη δυνατότητα αυτή σε οποιαδήποτε γυναίκα ήθελε να γίνει καλόγρια. Μετά το θάνατο της πρώτης καλόγριας, της μητέρας Σοφίας, ο πατέρας Αμβρόσιος πήγε εκεί τον Ιούνιο του 1890 για να τακτοποιήσει τις υποθέσεις της μονής. Δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Όπτινα λόγω ασθένειας και πέθανε στη Μονή Σαμόρντινο στις 10 Οκτωβρίου 1891 και θάφτηκε στην «έρημο» της Όπτινα. Τα λείψανα του τοποθετήθηκαν στην εκκλησία της Μονής Βεντένσκι.[4][6] Πολιτιστικές παρανοήσειςεπεξεργασία κώδικα Μονή Σαμόρντινο, ιδρύθηκε από τον Άγιο Αμβρόσιο της Όπτινα Ο Ντοστογιέφσκι δήλωσε ότι στον Πρεσβύτερο Αμβρόσιο βρήκε ένα ζωντανό παράδειγμα του χριστιανικού ιδανικού. Ο Πρεσβύτερος Νεκτάριος των Αδελφών Καραμάζοφ αναφέρθηκε στον Αμβρόσιο ως «γήινος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος». Ο Άγιος Αμβρόσιος υποτίθεται ότι είχε δει να περιβάλλεται από το άκτιστο φως περισσότερες από μία φορές. Στη Ρωσική Ορθόδοξη παράδοση, αυτό είναι το οριστικό σημάδι της «μεταμόρφωσης» και της ιθαγένειας στο Βασίλειο του Ουρανού που θα έρθει, ή στον παράδεισο, παρόμοιο με αυτό που έχει αποδοθεί στον Άγιο Σεραφείμ του Σάροφ.[7] Ο Αμβρόσιος ήταν επίσης το πρόσωπο σε ένα από τα θέματα στο Velikoe v malom i Antikhrist του Σέργκε Νίλους.

ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΟΝΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΝ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ ΒΑΡΝΑΒΑ, ΚΥΡΙΛΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑΥΚΡΑΤΙΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΕΙΣ ΚΟΥΒΑΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΙΕΡΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210. 6020176, 210.6021467, 210.2466057 Α.Π. 422 ‘Εν Κορωπίῳ τῆ 27.12.2006 ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΟΝΤΩΝ ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΜΟΝΑΧΩΝ ΒΑΡΝΑΒΑ, ΚΥΡΙΛΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑΥΚΡΑΤΙΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ, ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΠΕΣΟΥΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΤΑΥΤΗΣ ΜΟΝΗΣ. Ἡμεῖς ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ: α) Ὅτι τήν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ὁ ἱερομόναχος τότε (1934) καί Ἐπίσκοπος Βρεσθένης κατόπιν (1935) καί Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1949) Ματθαῖος, ὁ νέος Ὁμολογητής ἀναδειχθείς, ἵδρυσε τήν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, διά νά ὑπηρετήση τόν ἱερόν Ἀγῶνα τῆς Ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί διά νά εἶναι πάντοτε, ὅπως μέχρι σήμερον ἀνεδείχθη, Κιβωτός τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, Φάρος Πίστεως καί Ὁμολογίας καί κυματοθραύστης τῶν συγχρόνων αἱρετικῶν ἐπιθέσεων. β) Ὅτι αὐτήν τήν ἱστορικήν Ἱεράν Μονήν οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου (Στέφανος, Νεόφυτος καί Μάξιμος) καί ἄλλοι πράκτορες ξένων Κέντρων κατήντησαν εἰς προτεκτορᾶτον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ), τῆς Δοικήσεως αὐτῆς καταστάσης ὑποχειρίας τοῦ ἄλλοτε καί ὑπ’ αὐτῆς κατηγορηθέντος ἐπί βλασφημίαις καί αἱρέσεσι, ἤδη βλασφήμου καί σχισματοαιρετικῆς ὁμάδος τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου, ὡς ταῦτα ἀρκούντως καί ἀναλυτικῶς ἔχομεν ἐκθέσει εἰς χιλιάδας σελίδων Ἀρχιερατικῶν μας ἐγγράφων, τά ὁποῖα εἶναι δημοσιευμένα εἰς τό ἐπίσημο δημοσιογραφικό Ὄργανο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας, καθ’ ἅ ἀπεφάνθη καί ἡ περί ἡμᾶς Μητροπολιτική Σύνοδος ἐν τῆς «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» τῆς 6 καί 15 Σεπτ. 2006). β) Ὅτι διά τόν σοβαρόν αὐτόν λόγον, ἤτοι διά λόγους Πίστεως καί Ὁμολογίας, τέσσαρες Μοναχοί (π. Βαρνάβας, π. Κύριλλος, π. ‘Ιωαννίκιος, καί π. Ναυκράτιος) τῆς ὡς ἄνω Ἱερᾶς Μονῆς διέκοψαν πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά τῆς σημερινῆς ἐκπεσούσης Διοκήσεως τῆς Μονῆς, καί οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι τό γε νῦν ἔχον οἱ ὁποῖοι δύνανται τοῦ λοιποῦ νά ἐκπροσωποῦν καί νά διοικοῦν τήν Ὀρθόδοξον Μονήν τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. γ) Ὅτι καί ἄλλοι Μοναχοί προβληματίζονται καί ἀνησυχοῦν διά τήν πορείαν τῆς Διοικήσεως τῆς ἐν λόγῳ Ἱερᾶς Μονῆς καί τήν στάσιν της ἔναντι τῶν θεμάτων Πίστεως, ἤτοι Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς. δ) Ὅτι δέν ὑφίσταται τό γε νῦν ἔχον παρά τῆ Ἱερᾶ Μητροπόλει Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας, λόγῳ τοῦ ἐμπεριστάτου αὐτῆς καί τόν διωγμόν τόν ὁποῖον ὑφίσταται ἀπό τάς δυνάμεις τοῦ σκότους κατάλληλος τόπος διά Ἱεράν Μονήν πρός ἐγκατοίκησιν ἐν αὐτῶ τῶν προσφυγόντων εἰς ἡμᾶς ὡς εἰς τόν οἰκεῖον Ἐπίσκοπον Μοναχῶν. ε) Ὅτι εἶναι ἀνάγκη καί χρέος ἡμῶν καί Ἀρχιερατικόν καθῆκον, ὡς οἰκείου Ἐπισκόπου, νά περιφρουρήσωμεν (τήν ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς) ἐν τῆ γνησία Ὀρθοδόξῳ Ὁμολογίᾳ, διότι αὐτό εἶναι τό πρώτιστο χρέος μας ἔναντι τοῦ ὁμολογητοῦ Ἰεράρχου Ματθαίου παρ’ οὗ ἐλάβομεν τήν Παρακαταθήκην καί τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948, ἐκ τῶν ὁποίων Κανονικῶς καί ἀλληλοδιαδόχως προέρχονται καί αἱ τελευταῖαι Κανονικαί καί Ὀρθόδοξοι χειροτονίαι τοῦ 1995-96, καί διότι μόνον οὕτω θά συνεχισθῆ ἡ ἱστορική πορεία τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, ὥστε νά ἐξυπηρετῆ τόν ἱερόν σκοπόν διά τόν ὁποῖον τήν ἵδρυσεν ὁ τότε Ἱερομόναχος καί κατόπιν Ἐπίσκοπος καί Ἀρχιεπίσκοπος ἅγιος Πατήρ Ματθαῖος. ΕΠΙΣΗΣ ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ: α) Ὅτι ἡ περί τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον σχισματοαιρετική ὁμάς Ἀρχιερέων, εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει ἡ ὑπό τόν τέως Καθηγούμενον Στέφανον ἐκπεσοῦσα Δοίκησις τῆς Μονῆς, δέν ἐκφράζει πλέον οὐδαμῶς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, διότι ἐξεκόπη ἐξ’ αὐτῆς λόγω τῶν βλασφημιῶν καί τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων, τά ὁποῖα σιωπηλῶς ἀπό τοῦ 1997-98, καί «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» ἀπό τοῦ 1999-2000, ἀλλά καί ὁμαδικῶς ἀπό τοῦ 2003 κηρύττουν ὅ τε ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος καί οἱ περί αὐτόν Ἀρχιερεῖς, καί ἑπομένως καλῶς ἔπραξαν οἱ Μοναχοί Βαρνάβας, Κύριλλος Ἲωαννίκιος καί Ναυκράτιος, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν πνευματικήν κοινωνίαν μετά τῆς κοινωνούσης μετά τῶν ἀκοινωνωνήτων καί ἐκπεσούσης καί κηρυττούσης «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» πλέον τήν παναίρεσιν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τῆς ὑπό τόν Καθηγούμενον Στέφανον Δοικήσεως τῆς Μονῆς καί προσέφυγον εἰς τήν ὑφ’ ἡμᾶς Ἱεράν Μητρόπολιν ὡς εἰς οἰκεῖον Ἐπίσκοπον. β) Ὅτι οἱ Μοναχοί Βαρνάβας, Κύριλλος, Ἰωαννίκιος καί Ναυκράτιος «ἐξῆλθον ἐκ μέσου αὐτῶν», ἵνα μή ἐξέλθουν μετ’ αὐτῶν ἐκ τῆς Ἀληθοῦς Ἐκκλησίας. Ἐν προκειμένῳ ὅσον καί ἄν προσπαθεῖ ἡ ἐκπεσοῦσα Διοίκησις τῆς Μονῆς νά πλανήση καί νά παρουσιάση τούς περί τόν Νικόλαον Ἀρχιερεῖς ὡς τήν Κανονικήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τήν ὁποίαν ὀφείλομεν οἱ πάντες ὑπακοήν, δέν θά τό ἐπιτύχουν. Τούς διαψεύδουν τά ἔργα των καί τά σαθρά φρονήματά των καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ἐν προκειμένῳ, ποίαν σχέσιν δύναται νά ἔχη ἡ ἐν λόγῳ ψευδοσύνοδος μέ τήν Ὀρθοδοξίαν, ὅταν βαρύνεται συλλογικῶς πλέον μέ πληθώραν αἱρετικῶν φρονημάτων καί βλασφημιῶν κατά τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, τά ὁποῖα «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ κηρύσσουν»; Εἰδικώτερον ποίαν σχέσιν δύνανται νά ἔχουν οὗτοι μέ τήν Γνησίαν καί ἀκαινοτόμητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὅταν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ», ὁμαδφικῶς ἐν ἔτει 2003 κηρύττουν, ὑπαναχωρήσαντες ἀπό τήν ἀδιάκοπον καλήν των Ὁμολογίαν, καί δηλώνοντες «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» ὅτι «ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς οἱ χειροτονηθέντες μετά τό 1971 ἐχειροτονήθησανπαρά χειροθετημένων;», ἤτοι βάσει τῆς δῆθεν «ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας», καί ὅτι «καί εἰς ‘Αμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα ἐδιαβάσθηκαν εὐχές χειροτονίας» (ἤτοι ὅτι ἐγένετο ἀναχειροτονία), ὅπερ σημαίνει ἄρνησις τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, ἥν ἔλαβον Κανονικῶς καί Ὀρθοδόξως διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995 ἀλληλοδιαδόχως, μέ ὅλας τάς Κανονικάς καί Ἐκκλησιολογικάς συνεπείας αὐτῆς τῆς ἀρνήσεως. β) Ὅτι οἱ ἀνωτέρω Μοναχοί ἔπραξαν ὡς ἐπιβάλλει ἡ μοναχική τους ἰδιότης, καθ’ ὅσον χρέος τῶν Μοναχῶν, ὅταν προδίδεται ἡ πίστις ὑπό τῆς Διοικήσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, εἶναι νά διακόπτουν τήν πνευματικήν κοινωνίαν, ὅπως ἐπίσης τοιοῦτον χρέος, ἤτοι νά φεύγη μακράν ἀπό τῶν αἱρετικῶν, ἤ ἀπό τῶν «προσποιουμένων ὁμολογεῖν», ἤ ἀπό τῶν συμφρονούντων καί κοινωνούντων μετ’ αὐτῶν, ἤ ἀπό τῶν ἀρνουμένων νά καταδικάσουν τά αἱρετικά καί βλάσφημα φρονήματα των, ἔχει καί κάθε ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, Κληρικός ἤ Λαϊκός, Καί ἰδού διατί: Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀπευθυνόμενος πρός τόν Ἡγούμενον Θεόφιλον, ὁ ὁποῖος, προφάσει διατηρήσεως τῆς Μονῆς καί διασώσεως τῶν Μοναχῶν δέν ἔκοπτεν τήν μετά τῶν αἱρετικῶν (Εἰκονομάχων) τῆς ἐποχῆς του κοινωνίαν, γράφει: «Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιορίζοντο καί ἡγούμενοι ταυτοπαθοῦντες... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί καί λαϊζουσαι..., οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι΄ ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι, ἄλλοι θαλαττευόμενοι ... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Ποῖον δέ καί διεσώσω ναόν, τόν ναόν τοῦ Θεοῦ, μιάνας σεαυτόν; Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ. Ταῦτα αὐτή ἡ ἀλήθεια βοᾶ πρός τούς οὕτως ἀσεβοῦντας΄ οὕς εἰ μή μετανοήσουσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανούς ἡγητέον» (P.G. 99, 1337 C). Ὁ ἴδιος Ἅγιος Πατήρ εἰς ἑτέραν περίπτωσιν γράφει: «Καἰ τώρα ἄκουσέ με, τιμιώτατε πάτερ, νά ὁμιλήσω πιό ἐλεύθερα. Δέν τυγχάνει ἐκτός εὐθύνης, τό νά συλληφθῆς ἀπό ἀνθρώπους τοῦ βασιλέως, καί νά παραμείνης παρά ταῦτα ἐλεύθερος....». Ὁ ἴδιος πάλιν λέγει: «Ἐάν ἡ ὁσιότης σου οὐδέν ἔπαθε ἐκ τῶν ἀνωτέρω (τῶν βασάνων δηλαδή εἰς τά ὁποῖα ὑπεβάλοντο οἱ πιστοί), μετά τήν σύλληψιν, συγχώρα με, ἀλλά ἐπλανήθης ἀδελφέ. Καί μή μοῦ δικαιολογεῖσαι ὅτι διατηρεῖς ἀσφαλεῖς τάς ἐκκλησίας καί τάς ἁγιογραφίας τῶν ναῶν, ὡς καί τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου. Τά παρόμοια καί ἄλλοι πεπτωκότες φλυαροῦσιν. Τά ἀνωτέρω δέν δύνανται νά διατηρηθοῦν, ἐκτός ἐάν ἐγένετο προδοσία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Διότι σέ παρακαλῶ ποία ἡ ὠφέλεια, ὅταν ἐμεῖς πού λεγόμεθα καί εἴμεθα ναός τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε καταστραφεῖ (διά τῆς μή ὁμολογίας) μέ τό νά περιποιούμεθα ἀψύχους ναούς... Ἀλλοίμονον, ἄλλοι νά ἀποθνήσκουν, ἄλλοι νά ἐξορίζωνται, ἄλλοι νά μαστιγώνωνται, ἄλλοι νά φυλακίζωνται, ἄλλους νά φιλοξενοῦν τά ὅρη, αἱ ἐρημίαι, οἱ βράχοι καί τά σπήλαια, καί ἐμεῖς διαμένοντες στά σπίτια μας νά νομίζωμεν ὅτι θά παραμείνωμεν ἀβλαβεῖς;... Ταῦτα εἶπον ἀπό ἀγάπην πρός σέ καί ὡς ὐπενθύμισιν, ὅτι οἱ τά τοιαῦτα πράττοντες εἶναι ἄξιοι τιμωρίας» (P.G. 99, 1365). Ὁ ἴδιος ἅγιος (Θεόδωρος ὁ Στουδίτης), γράφει δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς: «Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ, ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῆ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο». (P.G. 99. 1049 Α). Καί ἀλλοῦ λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Δηλαδή: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A). Κατά τήν σχετικήν διδασκαλίαν τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διϊστασθαι» (P.G. 160. 105 C). Καί ἀλλαχοῦ: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ, Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α). Ὁ αὐτός Ἅγιος (Μάρκος ὁ Εὐγενικός) εἰς Ἐγκύκλιόν του, ὤν ἐξόριστος γράφει: «Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται... οἱ περισσότεροι τῶν ἀδελφῶν θαρροῦντες εἰς τήν ἐξορία μου... ἐκδιώκουν τούς παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύοντες ὅλως αὐτῶν ὡς χριστιανῶν». Καί μάλιστα οὔτε εἰς τήν κηδείαν του ἤθελε νά παρευρεθοῦν. Ὁ ἴδιος προέτρεπεν τούς ὀρθοδόξους νά ἀποφεύγουν τήν κοινωνίαν μετά τῶν αἱρετικῶν, διότι οὕτω διασφαλίζουν τήν κοινωνίαν των μετά τοῦ Θεοῦ: «Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιϊσταμαι τούτου (τοῦ Πατριάρχου) καί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί ἁγίοις Πατράσι΄ καί ὥσπερ τούτου χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς ἁγίοις» (P.G. 160, 536). Εἰς τήν ἰδίαν ‘Εγκύκλιον ἔλεγε: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων». Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως: «’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)» (ΜΑΝΣΙ, 4, 1096). Ὁ Μέγας ‘Αθανάσιος ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο νά κολασθοῦν ὅσοι ἀκολουθοῦν Ἐπισκόπους ἤ πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι «κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζουν τόν λαόν». Ἰδού τί προτείνει εἰς τούς χριστιανούς οἱ ὁποῖοι θέλουν νά μείνουν ὀρθόδοξοι: «’Εάν ὁ ‘Επίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή (πρέπει) αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός» (ΒΕΠΕΣ 33, 199). Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἰδού τί ἐπισημαίνει: «Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95). Οἱ ἱεροί Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἱκουμενικῶν Συνόδων τά αὐτά ὁρίζουν, ὡς ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἁγίας Συνόδου (341), ὅστις διαγορεύει: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι ὡς ἄν συγχέοντα τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας». (Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176), τό δέ Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (783): «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325). Ὁ ΙΕ Κανών τῆς ΑΒ Ἁγίας Συνόδου (861) διαγορεύει: «Οἱ γάρ δι’ αἵρεσιν τινά παρα τῶν Ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν Πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες .... οἱ τοιοῦτοι ... οὐ μόνον τῆ κανονικῆ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται, πρό Συνοδικῆς διαγνώμης, ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζονται, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι». Κατά τήν ἑρμηνείαν τοῦ ἱεροῦ Νικοδήμου «...Οἱ χωριζόμενοι (ἀπό τῶν αἱρετικῶν), ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν ‘Εκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν» (Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός, Ἔκδοσις ‘Αστέρος, σελ. 358). Οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες, τό 1272, ἀπευθυνόμενοι πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά τούς ἐπιβάλη τό μνημόσυνον τοῦ λατινοφρονήσαντος Πατριάχρου ‘Ιωάννου Βέκκου γράφουν::«Καί πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399). Κατά τόν προφητικόν λόγον ἑνός νεωτέρου ἁγίου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ς ‘Ανατολίου ἀπό τήν Ὄπτινα τῆς Ρωσίας (+1927): «Θά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις... Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν τήν πανουργία τοῦ ἐχθροῦ.... Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσία στά χέρια τους.... Θά τοποθετήσουν παντοῦ δικούς τους ὑπηρέτας Θά μεταχειρίζωνται βίαν... Οἱ μονάζοντες θά καταπιέζωνται καί ὅσοι θά εἶναι συνδεδεμένοι μέ τά ὑλικά θά ὑποταχθοῦν στούς αἱρετικούς... Οἱ δαίμονες διά τῆς αἱρέσεως θά εἰσέρχωνται εἰς τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα θά παραμείνουν μόνον τοῖχοι, ἡ χάρις θά ἔχει φύγει ...», ὅπερ συμβαίνει σήμερον εἰς τάς δύο Ἱεράς Μονάς (Ὁλόκληρος ἡ μικρή μέν, ἀλλά πολύ μεγάλη σέ νόημα ἐπιστολή τοῦ Στάρετς ‘Ανατολίου τῆς Ὄπτινα ἐδημοσιεύθη εἰς τό «ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ, τεῦχος 7, Ὀκτ. 2005), ὅπου ἄν τινες δέν «δέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν», ὅμως «συναπωλέθησαν» μετά τῶν ἀρνητῶν, «λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας» μετά τῶν αἱρετικά φρονούντων. ΕΠΙΣΗΣ ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ α) Ὅτι οἱ ἐν λόγῳ Μοναχοί ἀπεδέχθησαν καί προσυπέγραψαν τάς ‘Ομολογίας Ὀρθοδόξου Πίστεως ἡμῶν τοῦ 2004 καί τῆς ὑφ’ ἡμᾶς Μητροπολιτικῆς Συνόδου τοῦ 2006, καί συνωμολόγησαν τήν ἀπόφασιν τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου καθ’ ἥν τό 1974 ὁ τότε Πειραιῶς κ. Νικόλαος, ἐμηνύθη ὑπό τοῦ τότε νεοημερολογίτου «Πειραιῶς» Χρυσοστόμου Ταβλαρουδάκη «ἐπί ἀντιποιήσει ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος», καί ὄχι μόνον δέν ἐδιώχθη, ἀλλά καί ἠθωώθη καί ἀνεγνωρίσθη ὡς «Κανονικός παλαιοημερολογίτης Ἐπίσκοπος», διότι ἀπεδέχθη ὅτι τό 1937 ὁ ἀοίδιμος Βρεσθένης προεκάλεσε σχίσμα καί ἵδρυσε μίαν δευτέραν Ἐκκλησίαν Παλαιοημερολογιτῶν, καί ὅτι τοῦτο, ὅπως καί ἡ Ἀποστολική του Διαδοχή, «ἐθεραπεύθη» διά τῆς κατά τό 1971 «χειροθεσίας» ὡς ἐπί σχισματικοῦ, ἐνῶ καί μετά τήν ἔδκοσιν τοῦ 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος ἀπεδέχθη τήν βλάσφημον ἀπόφασιν, τήν ὁποίαν ὅμως ἀπέκρυψε ὡς πρός τό περιεχόμενον... β) Οἱ ἐν λόγω Μοναχοί συνωμολόγησαν ἐπίσης καί κατεδίκασαν εἰς τά πλαίσια τῶν ἀποφάσεων τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου καί τά αἱρετικά καί βλάσφημα φρονήματα τοῦ Νικολάου, διά τά ὁποῖα ἄν καί πολλάκις ἀπό δεκαετίας κατηγγέλθησαν ἐκεῖνος παρέμεινεν ἀμετανοήτως εἰς αὐτά. δ) Ὅτι ὁ Α΄ Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας ἁγίας Συνόδου (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 345 καί ἐξῆς) ὁρίζει «μηδενί ἐξεῖναι Μοναστήριον οἰκοδομεῖν, ἄνευ τῆς τοῦ Ἐπισκόπου γνώμης καί βουλῆς, ἐκείνου δέ συνειδότος καί ἐπιτρέποντος, καί τήν ὀφειλομένην ἐπιτελοῦντος εὐχήν, ὡς τοῖς πάλαι θεοφιλῶς νενομοθέτηται, οἰκοδομεῖσθαι μέν τό Μοναστήριον, μετά πάντων δέ τῶν αὐτῶ προσηκόντων σύν αὐτῶ ἐκείνῳ βρεβίω ἐγκαταγράφεσθαι, καί τοῖς Ἐπισκοπικοῖς ἀρχείοις ἐναποτίθεσθαι, μηδαμῶς ἄδειαν ἔχοντος τοῦ ἀφιεροῦντος, παρά γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου, ἑαυτόν Ἡγούμενον, ἤ ἀνθ’ αὐτοῦ ἕτερον καθιστᾶν». ε) Ὅτι ὁ Δ΄ Κανών τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει: «Οἱ ἀληθῶς καί εἰλικρινῶς τόν μονήρη μετιόντες βίον, τῆς προσηκούσης ἀξιούσθωσαν τιμῆς. Επειδή δέ τινες τῶ μοναχικῶ κεχρημένοι προσχήματι, τάς τε ἐκκλησίας, καί τά πολιτικά διαταράττουσι πράγματα, περιιόντες ἀδιαφόρως ἐν ταῖς πόλεσιν, οὐ μήν ἀλλά καί μοναστήρια ἑαυτοῖς συνιστᾶν ἐπιτηδεύοντες, ἔδοξε μηδένα μέν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδέ συνιστᾶν μοναστήριον, ἤ εὐκτήριον οἶκον παρά γνώμην τοῦ τῆς πόλεως Ἐπισκόπου. Τούς δέ καθ’ ἑκάστην πόλιν καί χώραν μονάζοντας ὑποτετάχθαι τῶ Ἐπισκόπῳ καί τήν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι, καί προσέχειν μόνον τῆ νηστείᾳ καί τῆ προσευχῆ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο, προσκαρτεροῦντες, μήτε δέ ἐκκλησιαστικοῖς, μήτε βιοτικοῖς παρενοχλεῖν πράγμασιν, ἤ ἐπικοινωνεῖν, καταλιμπάνοντες τά ἴδια μοναστήρια, εἴ μήποτε ἄρα ἐπιτραπεῖεν διά χρείαν ἀναγκαίαν ὑπό τοῦ τῆς πόλεως Ἐπισκόπου. Μηδένα δέ προσδέχεσθαι ἐν τοῖς μοναστηρίοις δοῦλον ἐπί τῶ μονάσαι παρά γνώμην τοῦ ἰδίου δεσπότου. Τόν δέ παραβαίνοντα τοῦτον ἡμῶν τό ὅρον, ὡρίσαμεν ἀκοινώνητον εἶναι, ἵνα μή τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ βλασφημῆται. Τόν μέν τοι Ἐπίσκοπον τῆς πόλεως χρή ἔχειν τήν δέουσαν πρόνοιαν τῶν μοναστηρίων» (Πηδάλιον, σελ. 187 καί ἑξῆς). ΕΠΕΙΔΗ Οἱ ἐν λόγῳ Μοναχοί προσέφυγον Κανονικῶς εἰς ἡμᾶς, ὡς εἶχον χρέος νά πράξουν, ὡς εἰς τόν Κανονικόν καί Νόμιμον οἰκεῖον Ἐπίσκοπον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, τῆς ὁποίας ἡ σημερινή Δοίκησις ἐξέπεσε τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκολουθήσασα τήν σχισματοαίρεσιν τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου, ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΜΕΝ α) Ἀποδεχόμεθα τήν προσφυγήν τῶν ἐν λόγῳ Μοναχῶν εἰς ἡμᾶς ὡς εἰς τόν οἰκεῖον Ἐπίσκοπον καί ἐγκρίνομεν τήν διακοπήν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας αὐτῶν μετά τοῦ αἱρετικοῦ πλέον καί κηρύττοντος «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί κοινωνοῦντος τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου καί τῆς ψευδοσυνόδου του, Ἡγουμενοσυμβουλίου ὑπό τόν Ἡγούμενον Στέφανον. Οὗτοι κατά τόν ΙΕ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου ἀξιοῦνται ἰδιαιτέρας τιμῆς, ὡς ὁμολογητῶν καί ὑπερασπιστῶν τῆς ὑπέρ ποτε ἄλλοτε χειμαζομένης Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. β) Καταδικάζομεν δι’ ἄλλην μίαν φοράν τάς παρεκτροπάς ἐν τε τῆ Ὁμολογία – ‘Εκκλησιολογία καί Ἀποστολικῆ Διαδοχῆ τῆς ὑπό τόν Καθηγούμενον Στέφανον Διοικήσεως τῆς Μονῆς, κυριωτέρα τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀνεπιτυχής προσπάθεια νά περάσουν εἰς τήν συνείδησιν τῶν Μοναχῶν τήν χειροθεσία τοῦ 1971 καί τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ ψευδο - αρχιεπισκόπου Νικολάου ὡς ὀρθόδοξα, ἄν καί γνωρίζουν πολύ καλά τήν ἀλήθειαν. Ὡσαύτως καταδικάζομεν τήν ἀπό πολλῶν ἐτῶν προσπάθειαν τοῦ ἐν λόγῳ Ἡγουμένου, νά μεταποιήση, ἐν συνεργασία μετά τῶν ἀδελφῶν του καί τοῦ Δ. Κάτσουρα καί τοῦ Βασιλείου Σακκἀ καί ἄλλων, τήν Ἱεράν Μονήν Μετομορφώσεως, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἦτο Κιβωτός τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, εἰς ΚΕΝΤΡΟΝ τοῦ Παλαιο - ημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. γ) Δέν ἀναγνωρίζομεν ἀλλά καί καταδικάζομεν τάς ὑπ’ ἀριθμ. 411/11.8.2006 καί 419/3.4.2007 διωκτικάς, κατά τῶν Μοναχῶν Κυρίλλου καί Βαρνάβα, ἀποφάσεις τοῦ ἐκπεσόντος ἐκ τῆς Ὀρθοδοξίας καί εἰς τήν σχισματοαίρεσιν τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου ἐμμένοντος Ἡγουμένου Στεφάνου, καί τάς θεωροῦμεν ὡς ἀκύρους καί μηδέποτε γενομένας, καί οὐδέν νομικόν ἀποτέλεσμα ἐχουσῶν, διό καί ἐμπτύομεν καί ἀναθεματίζομεν αὐτάς καί τούς συντάκτας του, ἀφοῦ δι’ αὐτῶν ἀποδεικνύουν τήν τελείαν πτῶσιν καί ἀσέβειαν αὐτῶν, διό καί τούς παραπέμπομεν εἰς τήν κρίσιν τοῦ ἀδεκάστου Κριτοῦ. δ) Ἀναγνωρίζομεν τούς μοναχούς Βαρνάβαν καί Κύριλλον, ὡς καί τούς ἐπίσης ὀρθοδόξως ὁμολογοῦντας μοναχούς Ἰωαννίκιον καί Ναυκράτιον, καί εἴ τινα ἕτερον ὡς τήν Κανονικήν καί Νόμιμον ἐναπομείνασαν Ὀρθόδοξον Ἀδελφότητα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κουβαρᾶ, καί ἐντελλόμεθα εἰς αὐτούς ὅπως ἀναλάβουν ἀπό σήμερον καί μέχρις ἐπανόδου τῆς ἐκπεσούσης Διοικήσεως εἰς τήν Κανονικήν Τάξιν, τήν Διοίκησιν τῆς Μονῆς, κάμνοντες δεκτούς εἰς τήν Ὀρθόδοξον καί Νόμιμον Ἀδελφότητα καί πάντα ἕτερον ἐκ τῶν Μοναχῶν τῆς Μονῆς, ὅστις ἐπιθυμεῖ νά ἐξέλθη ἐκ μέσου αὐτῶν (ἤτοι ἐκ τῆς σχισματοαιρέσεως τοῦ Νικολάου), καί ἐπανέλθη εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἤ καί πάντα τρίτον, ἐφιέμενον τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας, καί ὁ ὁποῖος θά ἔχη τάς προϋποθέσεις τῆς Ὁμολογίας Ἐκκλησιολογίας καί ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς, ὡς ταῦτα διετυπώθησαν πάλαι μέν ὑπό τοῦ Ἁγίου Κτήτορος Βρεσθένης Ματθαίου, καί ὑπό τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ἐν ὅσῳ ἵσταντο εἰς τάς ἐπάλξεις τοῦ Ἀγῶνος, ἐσχάτως δέ ὑπό τῆς ἐλαχιστότητος ἡμῶν καί τῆς περί ἡμᾶς Μητροπολιτικῆς Συνόδου (Μητροπολίτου Κηρύκου «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» ἐν ἔτει 2004 καί Μητροπολιτικῆς Ἱερᾶς Συνόδου «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΜΑ ΔΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΒΛΑΣΦΗΜΩΝ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ») ἐν ἔτει 2006. ε) Ὁρίζομεν, ὅπως ἡ ἐν λόγῳ Ἀδελφότης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως, φιλοξενηθῆ εἰς τήν ¨ΣΤΕΓΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ», ἤτοι ἐντός τοῦ χώρου τοῦ Ἐπισκοπείου, εἰς τάς κτιριακάς ἐγκαταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνηγέρθησαν πρός τόν σκοπόν αὐτόν πλησίον εἰς «ἀρχονταρίκιον». στ) Ἡ ¨ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ» θά λειτουργήση εἰς τά πλαίσια τῶν σκοπῶν «ΙΕΡΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Α», τοῦ «ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ, ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ» θά συντηρεῖται δέ, ὑπό τῆς «ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ» καί δή εἰς τά πλαίσια τῶν ὅρων τῆς δωρεᾶς, ἡ ὁποία ἐγένετο τό 1991 εἰς τόν Ἱερόν Φιλανθρωπικόν Σύνδεσμον, καθ’ οὕς θά δημιουργηθῆ Παράρτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικκοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου. ζ) Ποιοῦμεν σαφές καί διά τῆς παρούσης ἀποφάσεως ὅτι τό φερόμενον ὑπό τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον Διοικητικόν Συμβούλιον τοῦ ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ» εἶναι παράνομον, διότι ἀπό δεκαετίας ἐξέκκλινε τῶν σκοπῶν τοῦ Συνδέσμου, γεγονός διά τό ὁποῖον τό κατηγγείλαμεν ἐπισήμως, ἀναγνωρίζομεν δέ ὡς Κανονικόν Διοικητικόν Συμβούλιον τά μόνα ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν ἐναπομείναντα εἰς τήν Ἀκαινοτόμητον Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίας μέλη, ἤτοι τόν Μητροπολίτην Κήρυκον, τόν Ἱερομόναχον π. Ἀμφιλόχιον Ταμπουρᾶν, τόν Πρωτοπρ. Θωμᾶν Κοντογιάννην καί τόν θεολόγον Ἐλευθέριον Γκουτζίδην. η) Ἐπιφυλασσόμεθα, ἐφ’ ὅσον τό Ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Κουβαρᾶ Ἀττικῆς, δέν ἐπανέλθη εἰς τήν εὐθείαν ὁδόν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλ’ ἐπιμείνη νά ὑπηρετῆ τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν, νἀ λάβωμεν τά ἀναγκαῖα νομοκακανονικά μέτρα καί νά προβῶμεν εἰς τήν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διά Κανονικοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου. Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΡΕΣΒΥΝ ΕΙΣ ΜΟΣΧΑΝ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΑΜΑΛΑ - ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210. 6020176, 210.6021467, 210.2466057 Α.Π. 413 Ἐν Κορωπίῳ τῇ 29. 5..2006 Πρός τόν Ἕλληνα Πρόξενον Εἰς Μόσχαν ΘΕΜΑ: ‘Αφορᾶ τήν κ. ‘Αντωνίνα Σίντνιεβα, ἡ ὁποία θά παρασταθῆ εἰς τό Προξενεῖό σας αὔριο 30 Μαίου προκειμένου νά ζητήση VISA εἰσόδου της εἰς τήν Ἑλλάδα. Ἀξιότιμε κ. Πρόξενε, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Τήν προηγουμένην ἑβδομάδα, μετέβην εἰς Κίεβον πρός ἀντιμετώπισιν ἐκτάκτου ‘Εκκλησιαστικῆς ὑποθέσεως, δεδομένου ὅτι καί εἰς Οὐκρανίαν καί εἰς Ρωσίαν ἔχω πολλά πνευματικά τέκνα, τά ὁποῖα ἐξυπηρετῶ πνευματικῶς. Ἔχων δέ ἄμεσον ἀνάγκην διερμηνέως, ἐζήτησα τήν συμβολήν καί τήν βοήθειαν καί τήν ἐκεῖ παρουσίαν τῆς κ. Ἀντωνίνας Σίντνιεβα, κατόχου τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 51 Ν 1292219 Ρωσικοῦ Διαβατηρίου, καί τῆς ὑπ’ ἀριθμ. Α 0455500 Βεβαιώσεως τοῦ Δήμου Κρωπίας Ἀττικῆς περί Καταθέσεως Αἰτήσεως γιά τήν ἀνανέωσιν τῆς ‘Αδείας Διαμονῆς εἰς τήν Ἑλλάδα, ὅπου διαμένει ἀπό ὀκταετίας. Δυστυχῶς, μέ τό ἔκτακτον τῆς μεταβάσεώς μας εἰς Οὐκρανίαν δέν εἴχαμε τήν δυνατότητα νά πληροφορηθοῦμε τόν νέο Νόμον, μέ ἀποτέλεσμα ὅταν ἐπρόκειτο νά ἐπιστρέψωμεν ἐκ τοῦ Κιέβου, οἱ Οὐκρανικές τελωνειακές Ἀρχές δέν ἐπέτρεψαν εἰς τήν κ. ‘Αντωνίνα Σίντνιεβ, νά ταξιδέψη εἰς Ἑλλάδα, τήν παρέπεμψαν δέ εἰς τήν Ἑλληνικήν Πρεσβείαν τοῦ Κιέβου διά νά λάβη τήν σχετικήν Ἄδειαν. ‘Ενῶ δέ εἶχεν ὁρισθεῖ καί ραντεβοῦ εἰς τό Προξενεῖον, διά τήν Τρίτη, δηλαδή αὔριο 30.5.2006, προέκυψε καί ἄλλη ἔκτακτος ἀνάγκη νά μεταβῆ ἐπιγόντως εἰς Ρωσίαν καί συγκεκριμένα εἰς τήν Καλούγκα, ἀπ’ ὅπου κατάγεται. Κύριε Πρόξενε, δέν γνωρίζω τί ἀκριβῶς λέγει ὁ σχετικός Νόμος, ἀλλά νομίζω ὅτι μέ τήν διακρίνουσαν Ὑμᾶς εὐαισθησίαν, ἔχετε τήν δυνατότητα καί τήν εὐχέρεια νά ἀντιμετωπίσετε τήν συγκεκριμένη περίπτωσι οὐχί κατά τό γράμμα τοῦ Νόμου, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀνθρώπινη πλευρά, καί παρακαλῶ νά λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ κ. ‘Αντωνίνα Σίντνιεβα: 1) Εἶναι σύζυγος ἱερέως τῆς Μητροπόλεώς μου (τοῦ π. ‘Ανδρέου), ὁ ὁποῖος πέραν τῆς ἀπασχολήσεώς του εἰς τήν ὑφ’ ἡμᾶς Ἱεράν Μονήν Ἁγίας Αἰκατερίνης Κορωπίου, ἔχει καί τά ἱερατικά του καθήκοντα, εἰς τά ὁποῖα βασικός συνεπίκουρος εἶναι ἡ σύζυγός του πρεσβυτέρα. 2) Εἶναι μητέρα ἀνηλίκου κόρης (τῆς ‘Ελισάβετ) ἡ ὁποία εἶναι μαθήτρια τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου καί ἔχει ἀνάγκην τῆς παρουσίας τῆς μητρός της, ὅπως εἶναι αὐτονόητον. 3) Ἔχει ἀναδειχθῆ σημαντικόν στέλεχος τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἡ δέ προσφορά της εἰς τό κοινωνικόν, φιλανθρωπικόν, ἱεραποστολικόν καί ἐν γένει ‘Εκκλησιαστικόν ἔργον τῆς Μητροπόλεώς μας εἶναι παραδειγματική. 4) Ὡς ἁρίστη ἁγιογράφος ἔχει λάβει μέρος σέ πολλές ‘Εκθέσεις Ἁγιογραφίας, καί ἐπομένως ἡ προσφορά της στήν χώρα μας ἐπεκτείνεται καί εἰς τόν πολιτιστικόν τομέα. 5) Ὡς μεταφράστια τέλος εἶναι, τρόπον τινά, συνδετικός κρῖκος τῆς Μητροπόλεώς μου μετά τῶν Ποντίων ὁμογενῶν, πού δέν γνωρίζουν ἀκόμη τήν Ἑλληνικήν, καθ’ ὅσον πολλοί ἐξ αὐτῶν ἰδίως τῆς περιοχῆς ‘Αχαρνῶν ‘Αττικῆς ἐκκλησιάζονται εἰς τούς Ναούς τῆς Μητροπόλεώς μου. Δι’ ὅλους τούς παραπάνω σοβαρούς λόγους παρακαλῶ νά τῆς χορηγήσετε κατ’ ἐξαίρεσιν τήν αἰτουμένην ἄδειαν καί θά εἴμεθα πάντοτε εὐγνώμονες. Διατελοῦμεν μετ’ εὐχῶν καί εὐχαριστιῶν. + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ...

«ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ» Περιοδική ‘Ορθόδοξος ‘Εποικοδομητική Ἔκδοσις τῆς Ἰερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἐκδότης: Ἐπίσκοπος Κήρυκος Στρογγύλη 194.00, Τ.Θ. 54. Κορωπί ‘Αττικῆς ΤΗΛ. 210.6020176, 210.6021467. Α.Π. 13 ‘Εν τῶ Ἐπισκοπειω Ἁγίας Αἰκατερίνης – Τιμίου Σταυροῦ τῆ 14/27. 3.2006 Πρός τόν Ἱερομόναχον Δαμασκηνόν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως Κουβαρᾶ Ἀττικῆς ‘Αγαπητέ μοι πάτερ Δαμασκηνέ, εὔχομαι ὁ Θεός νά κατευθύνη πάντοτε τόν νοῦν καί τήν καρδίαν ὅλων μας εἰς τό ποιεῖν τό θέλημά Του τό ἄγιον, διά νά κερδίσωμεν τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς καί νά μᾶς φυλάξη μακρυά ἀπό τίς παγῖδες πού στήνει ὁ πονηρός διά τήν ἀπώλειάν μας. Ἡ παροῦσα ἐπιστολή ξεκίνησε μέ ἀφορμή τήν χθεσινή συζήτησί μας, (Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως) ὅταν μοῦ τηλεφώνησες διά νά μέ ἐνημερώσης διά τόν θάνατο καί τήν κηδεία τοῦ τεθνεῶτος ἀδελφοῦ Ἀποστόλου Νούκα, καί ὅτι διά τήν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν ἐδιάβασαν οἱ «Ἀργολίδος» Παχώμιος καί «Διαυλείας» Ἀνδρέας, πράγμα τό ὁποῖον μοῦ ἔκανε ἀλγεινήν ἐντύπωσιν, ἀφοῦ οἱ ἀνωτέρω καί διά λόγων καί διά «Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἀποφάνσεών των» ἰσχυρίζονται ὅτι «ὁ Κήρυκος εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας», ἐνῶ ὁ κεκοιμημένος ἀδελφός ἐκκλησιάζετο εἰς τόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ἐφημερεύω, εἶχε κοινωνήσει πρό τριῶν τεσσάρων ἡμερῶν, εἶχε δέ πνευματικόν τόν Ἱερομόναχον π. ‘Αμφιλόχιον. Μοῦ ἔκανε δέ ἀλγεινήν ἐντύπωσιν, ἡ ὑποκρισία των, καί τό γεγονός ὅτι ἐφαρμόζουν τό τῶν Παπικῶν «ὁ σκοπός ἁγιάζει τά μέσα», καί ὁ σκοπός εἶναι προφανής. Ἰδιαιτέρως, ὅμως παρακινήθηκα εἰς τήν σύνταξιν καί ἀποστολήν τὴς παρούσης ἐπιστολῆς, καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι μόλις ἤκουσες παρ’ ἐμοῦ ὅτι «δέν γίνεται δεκτός εἰς τά μυστήρια ὅποιος κοινωνεῖ μέ τούς ἐν λόγω Ἀρχιερεῖς καί γενικώτερα μέ τήν ψευδοσύνοδον τοῦ Νικολάου, παρά μόνον ἐάν ὁμολογήση καί δηλώση ὅτι θά παύση τοῦ λοιποῦ νά κοινωνῆ μετ’ αὐτῶν», ἀμέσως μοῦ συνέστησες νά μή κρατάω αὐτήν τήν γραμμήν, διότι ὅπως πρόσθεσες «οἱ ἐδῶ», ἐννοώντας προφανῶς τούς ἐν τῶ Μοναστηρίῳ ἰθύνοντας, ἤτοι τούς ἀδελφούς Τσακίρογλου, «τά περί Ὁμολογίας πού λές δέν τά ἔχουν σέ τίποτα, μάλιστα τά εἰρωνεύονται, καί θεωροῦν καί τίς δύο πλευρές τό ἴδιο». ‘Επίσης μοῦ προέτεινες «τούς συγγενεῖς τοῦ θανόντος πού ἀπευθύνθηκαν σ’ αὐτούς γιά τήν κηδεία νά τούς δεχθεῖς, παραβλέποντας τό γεγονός, ὅτι ἐπεκοινώνησαν μαζί των, διότι ἄν δέν τούς δεχθῆς, αὐτοί ἐδῶ θά χαροῦν... Τό θέλουν αὐτό γιά νά τούς πάρουν μέ τό μέρος των». Τότε μάλιστα σοῦ εἶπα: «Αὐτά πού μοῦ λές π. Δαμασκηνέ, εἶναι κηρύγματα τῶν παλαιοημερολογιτῶν οἰκουμενιστῶν καί ὄχι τῶν ὀρθοδόξων» καί σοῦ ὑπενθύμισα ἐκεῖνα τά ὁμολογιακά κείμενα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τά ὁποῖα σύ ὁ ἴδιος μοῦ ἔδιδες ἐν φωτοτυπία κατά τήν ἀρχήν τῆς κρίσεως, καί μέ παρακινοῦσες, στόν ἀγῶνα ὑπέρ τῆς Ὁμολογίας... Γράφω, λοιπόν, αὐτήν τήν ἐπιστολήν, διά νά σοῦ ὑπενθυμίζω, ὅτι τό νά παρουσιάζεσαι ἀπό τήν μία ὅτι δέν ἀκολουθεῖς τά προδοτικά καί βλάσφημα ἔργα των, κοινωνεῖς ὅμως ἀπό τήν ἄλλη μετ’ αὐτῶν, δέν εἶναι σύμφωνο μέ αὐτά πού λέγει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, τόν ὁποῖον κάποτε μέ παρακινοῦσες νά διαβάζω καί νά τά συμβουλεύωμαι. Σοῦ ὑπενθυμίζω αὐτά τά κείμενα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, καί διά νά θυμηθῆς πόσο φλογερός ὑπερασπιστής τῆς Ἀληθείας (Ὁμολογίας) ἤσουν τότε, διά τήν ὁποίαν ὁμολογίαν ὑπέστης καί «διωγμούς» καί περιορισμούς ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν Τσακίρογλου, καί νά κρίνης τώρα τήν στάσιν σου, ἀφοῦ παραμένεις κοινωνῶν καί συναυλιζόμενος μετ’ ἐκείνων τῶν ὁποίων μέχρι τώρα ἀμφισβητοῦσες τήν καθαρότητα τῆς Ὁμολογίας. Τί ἔλεγε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς ἐκείνους πού μέ διάφορες προφάσεις δέν ἔκοπτον κοινωνία μετά τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του Εἰς τόν Ἡγούμενον Θεόφιλον, ὁ ὁποῖος δέν ἔκοπτε κοινωνίαν μετά τῶν αἱρετικῶν (Εἰκονομάχων) τῆς ἐποχῆς του προφάσει διατηρήσεως τῆς Μονῆς καί διασώσεως τῶν Μοναχῶν, ἔγραφεν ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: «Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιορίζοντο... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί λαϊζουσαι΄ οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι΄ ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι΄... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω , διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ» (P.G. 99, 1337 C). Μέ πιό ἁπλᾶ λόγια: «Σύ ὦ τρισάθλιε, αἰχμαλωτισθείς στήν ψυχοφθόρον κοινωνἰαν τῆς αἱρέσεως καί διαμένων εἰς τό ὀλετήριον, ὡς πρέπει νά λεχθῆ καί ὄχι Μοναστήριον, κομπάζεις ὅτι εἶσαι καλά! ... Ποῖον ναόν διετήρησας, ἀφοῦ ἐμίανας τόν ναόν τοῦ Θεοῦ πού εἶσαι σύ ὁ ἴδιος; Ποίους δέ ἀδελφούς διέσωσας, ἀφοῦ κατεστράφησαν διά τῆς ὀλεθρίας σου κοινωνίας μετά τῆς αἱρέσεως;» Εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἔγραφε: «Καἰ τώρα δέξαι μου, τιμιώτατε πάτερ, ὁμιλοῦντα πιό ἐλεύθερα. Δέν τυγχάνει ἐκτός εὐθύνης, τό νά συλληφθῆς δηλαδή ἀπό ἀνθρώπους τοῦ βασιλέως, καί νά παραμείνης παρά ταῦτα ἐλεύθερος.... Ἐάν ἡ ὁσιότης σου οὐδέν ἔπαθε ἐκ τῶν ἀνωτέρω (τῶν βασάνων δηλαδή πού ὑπεβάλοντο οἱ πιστοί), μετά τήν σύλληψιν, συγχώρα με, ἀλλά ἐπλανήθης ἀδελφέ. Καί μή μοῦ δικαιολογεῖσαι πῶς διατηρεῖς ἀσφαλεῖς τάς ἐκκλησίας καί τάς ἁγιογραφίας τῶν ναῶν, ὡς καί τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου. Τά παρόμοια καί ἄλλοι πεπτωκότες φλυαροῦσιν. Τά ἀνωτέρω δέν δύνανται νά διατηρηθοῦν, ἐκτός ἐάν ἐγένετο προδοσία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Διότι σέ παρακαλῶ ποί ἡ ὠφέλεια, ὅταν ἐμεῖς πού λεγόμεθα καί εἴμεθα ναός τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε καταστραφῆ (διά τῆς μή ὁμολογίας) μέ τό νά περιποιούμεθα ἀψύχους ναούς... Ἀλλοίμονον, ἄλλοι νά ἀποθνήσκουν, ἄλλοι νά ἐξωρίζονται, ἄλλοι νά μστιγώνωνται, ἄλλοι νά φυλακίζωνται, ἄλλους νά φιλοξενοῦν τά ὅρη, αἱ ἐρημίαι, οἱ βράχοι καί τά σπήλαια, καί ἐμεῖς διαμένοντες στά σπίτια μας νά νομίζωμεν ὅτι θά παραμείνωμεν ἀβλαβεῖς. Οὐδόλως... Ταῦτα εἶπα ἀπό ἀγάπη πρός σέ καί ὠς ὐπενθύμισιν, ὅτι οἱ τά τοιαῦτα πράττοντες εἶναι ἄξιοι τιμωρίας»(P.G. 99, 1365C). Τί ἔλεγαν ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες διά τούς «προσποιουμένους ὁμολογεῖν» καί διά τό καθῆκον τῶν ὀρθοδόξων νά παραμένουν μακράν τῆς αἱρέσεως διά νά μολύνωνται ἀπό αὐτήν. Εἰς τά ἀνωτέρω τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου προσθέτω καί μερικά ἀποσπάσματα ἄλλων Ἁγίων Πατέρων καί μελέτησέ τα... Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95). Ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘Αλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως: «’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)»(ΜΑΝΣΙ, 4, 1096). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δι’ ἐκείνους πού ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς λέγει: «Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτους κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῃ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο(ἐχαρακτήρισε)». (P.G. 99. 1049 Α) Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διίστασθαι» (P.G. 160. 105 C). Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α). Οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον γράφουν: «Καῖ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐττόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399). Ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου διαγορεύει: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτο ἀκοινώνητον εἶναι». ( Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176). Τό Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325). (Σημείωσις: Νομίζω ἀντιλαμβάνεσαι, ὅτι τοῦτο τὀ τελευταῖον ἰσχύει ὄχι μόνον διά τούς τότε Εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο γενικά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀλλά καί διά τούς νεώτερους Εἰκονομάχους, τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται καί καταδικάζουν καί ἀναθεμάτισαν μάλιστα τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά συγκεκριμάς ὀρθοδόξους (Βυζαντινάς) Εἰκόνας. Τοῦτο ἰσχύει ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον καί διά τήν περί τόν κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδον, διότι ἡ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» καί τοῦ ἰδίου προσωπικῶς (τοῦ κ. Νικολάου) καί τῆς περί αὐτόν ψευδοσυνόδου εἶναι ἡ αὐτή μέ τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» τῶν ΠΕΝΤΕ πρώην Μητροπολιτῶν). Θά προσθέσω εἰς τά ἀνωτέρω καί δυό τρία ἀκόμη πατερικά ἀποσπάσματα, τά ὁποῖα ἄν τά διαβάσης προσεκτικά θά ὠφεληθῆς τά μέγιστα. Συμβουλεύει ὁ Μέγας ‘Αθανάσιος: «’Εάν ὁ ‘Επίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή (πρέπει) αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός» (ΒΕΠΕΣ 33, 199). Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός εἰς μίαν ‘Εγκύκλιόν του, ὅταν ἦτο ἐξόριστος ἔγραφε: «’Αλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται... οἱ περισσότεροι τῶν ἀδελφῶν θαρροῦντες στήν ἐξορία μου... τούς ἐκδιώχνουν τούς παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύοντες ὅλως αὐτῶν ὡς χριστιανῶν». Καί μάλιστα οὔτε στήν κηδεία του ἤθελε νά παρευρεθοῦν. Ὁ ἴδιος προέτρεπε τόν λαόν λέγων: «Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιϊσταμαι τοῦτου (τοῦ Πατριάρχου) κκαί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί ἁγίοις Πατράσι΄ καί ὥσπερ τούτου χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς ἁγίοις»(P.G. 160, 536). : Εἰς τήν ἰδίαν ‘Εγκύκλιον ἔλεγε: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων». Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύων τόν ΙΕ Κανόνα γράφει: «...Οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν ‘Εκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν». Καί εἰς τήν τυχόν ἀπορίαν σου: Μά εἶναι τόσον σοβαρά τά πράγματα, ὥστε νά ἐφαρμόσωμεν αὐτά πού λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες διά τούς αἱρετικούς, σοῦ ἀπαντῶ: ‘Εσύ, τουλάχιστον, π. Δαμασκηνέ, μελετᾶς τήν «Ὀρθόδοξο Πνοή», παρακολουθεῖς, ἐπικοινωνεῖς, συζητᾶς, καί ἔχεις τήν διάθεσι νά μάθεις. Δέν κατάλαβες ἀκόμη, ὅτι μέ τήν αὐθαιρεσία των καί τήν βάρβαρον συμπεριφοράν, οἱ περί τόν Νικόλαον, ἔχουν φέρει τά ἐκκλησιαστικά πράγματα εἰς «ἀθεωτάτην μεταστοιχείωσιν τῶν πάντων», ὅπως ἐλέγετο τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας; Δέν διαπιστώνεις ὅτι δέν ἔχει μείνει τίποτα ὄρθιον. Δέν σοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι τά πάντα ἠχρειώθησαν ἐντός μιᾶς δεκαετίας, διότι ἔτσι «ἀπήτησεν» ἡ ἄνευ ὅρων καί ὁρίων γνωστή φιλοδοξία τοῦ Πειραιῶς Νικολάου, νά γίνη Ἀρχιεπίσκοπος; Δέν γράφω ἔτσι ἀπήτησαν τά ξένα Κέντρα καί ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἱκουμενισμός, ὅπως ἀλλοῦ γράφω, ἀλλά ἔτσι ἀπήτησε ἡ φιλοδοξία τοῦ Νικολάου, διότι ἄν δέν ὑπῆρχε αὐτή, τίποτα δέν θά μποροῦσαν νά κάμουν τά ξένα Κέντρα, ὅσους πράκτορες καί ἄν ἐπεστράτευαν. ‘Εν προκιεμένω ἄν δέν ἐξεμεταλλεύοντο αὐτήν οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου καί ὀ κ. Κάτσουρας, τίποτα δέν μποροῦσε νά γίνη. Ἡ προδοσία θά ἔμενε στά σχέδια, τά ξένα Κέντρα θά ἀντιμετωπίζοντο ὡς ξένα Κέντρα προδοσίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θά παρέμενε στήν θέσι του, καί στήν Ὁμολογία Του, οἱ ‘Αρχιερεῖς στήν ἀγωνιστικότητά τους, καί ἡ ‘Εκκλησία θά συνέχιζε τό ἔργο Της. (Σημείωσις: Εἰς αὐτό τό σημεῖο, δέν μπορῶ νά μή ἀναφέρω κάτι πού ἔλεγαν οἱ παλαιοί Πατέρες τῆς Μονῆς, ἴσως καί οἱ σημερινοί τό ἔχουν ἀκούσει, ὅτι ὁ ἅγιος Πατέρας δέν χειροτονοῦσε τόν Νικόλαο, ἐνῶ ἐχειροτόνησε κάποιους ἄλλους ἁπλοϊκούς μοναχούς, διότι ἔβλεπε τόν φιλόδοξο χαρακτῆρά του, καί μάλιστα ὅταν τόν ρώτησαν γιατί δέν τόν χειροτονεῖ εἶπε ὅτι αὐτός θά κάνει μεγάλο κακό στήν ‘Εκκλησία». Καί κάτι ἄλλο σχετικό. Μετά τό 1997 καί ὀλίγον πρίν ξεσπάσει ἡ κρίσις, ὁ τότε Πειραιῶς καί νῦν ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος, ἀπείλησε τόν ‘Αρχιεπίσκοπο ὅτι «ἄν δέν σταματήση νά καλύπτη τούς θεολόγους στά εἰκονομαχικά τους φρονήματα, καί ἄν δέν ἀνακαλέση τά αἱρετικά του φρονήματα» θά τόν ἐκθέση δημοσίως ὡς αἱρετικό. Τοῦ ἔδωσε μάλιστα καί προθεσμία «μέχρι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων» καί τόν ἐδέσμευσε νά μή κοινοποιήση σέ κανένα τό περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς του. Ἦτο τότε, ἄν δέν κάνω λάθος Μάιος. ‘Αλλά τότε ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ἔφερε τό θέμα στήν Σύνοδο ... ‘Επηκολούθησε ἡ ἐκ μέρους τοῦ Κάτσουρα γνωστή ἀναφορά κατά τοῦ Νικολάου καί καταγγελία ὅτι ἔχει αἱρετικά φρονήματα, τά ὁποῖα πρέπει νά ἀνακαλέση κλπ. Εἶναι τότε πού ὁ Νικόλαος εἶπεν ἐν Συνόδῳ στόν Ἀρχιεπίσκοπο: «Ἀν δέν μπορεῖς νά ἀντιμετωπίσεις τούς θεολόγους, παραιτήσου, νά ἀναλάβω ἐγώ». Καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ ἀπήντησε: «Εὐλογημένε τί εἶναι αὐτά πού λές, περίμενε νά πεθάνω πρῶτα, καί ὕστερα γῖνε Ἀρχιεπίσκοπος»). Γνωρίζεις τί ἐπηκολούθησεν Νομίζω γνωρίζεις πολύ καλά τί ἐπηκολούθησεν. Ἡ ἀνατροπή καί «ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις» τῶν πάντων, ξεκίνησε ἀπό τούς Τσακίρογλου καί τόν Κάστουρα, οἱ ὁποῖοι ἀπό ὑπερασπιστές (τουλάχιστον φανερά) πού ἦσαν τῆς Ἀληθείας, ἔγιναν συνειδητοί ὑπερασπιταί τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ; ‘Εξεμεταλλεύθηκαν ἱεροσύλως τήν ἄκρατον φιλοδοξίαν τοῦ Νικολάου, διά νά ἐπιτύχουν τά σχέδιά των. ‘Εξεμεταλλεύθηκαν καί τόν ἄνευ ὁρίων αὐταρχισμόν του διά νά ἀφανίσουν τούς ἀντιτιθεμένους εἰς τά σχέδιά των. ‘Εξεμεταλλεύθησαν καί τήν ἀδυναμίαν τοῦ γέροντος ‘Αρχιεπισκόπου, διά νά τόν ὡδηγήσουν εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν τῆς δῆθεν παραιτήσεως. Καί κατώρθωσαν νά ὁδηγήσουν ὅλους τούς ‘Αρχιερεῖς, προηγουμένως διά τῆς σιωπῆς καί τῆς συγκαλύψεως (τῶν ‘Απαλλακτικῶν Βουλευμάτων, τῶν βλασφημιῶν τῶν Φλωρινικῶν κατά τῆς Ἀποστολικῆς μας Διαδοχῆς, τῆς βλασφημίας τοῦ Β. Σακκᾶ καί τῆς συναφοῦς πρός αὐτήν τοῦ Μαξίμου) καί εἰς τήν συνέχειαν διά τῆς ὑπαναχωρήσεως καί κηρύξεως «γυμνῆ τῆς κεφαλῆ» τῆς βλασφημίας, ὅτι ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους καί ὅτι τό 1971 ἐξηρτήθη ἡ ‘Αποστολική μας Διαδοχή ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, κλπ). Δέν εἶναι μόνον προσωπικά, οὔτε μόνον διοικητικά. Εἶναι θέματα Ὁμολογίας, ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς, Κανονικῆς Τάξεως. Πρόκειται περί ἀρνήσεως τῆς Ὁμολογίας καί προδοσίας, κατά τάς ἐπιταγάς τοῦ ἀντιχρίστου Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ Μή μοῦ πῆς, ὅτι αὐτά ξεκίνησαν ἀπό προσωπικά θέματα, ἤ ὅπως λέγει ὁ πάτερ Εὐστάθιος, εἶναι διοικητικά. Ὅ,τι καί ἄν εἶναι, ἐφ’ ὅσον τά ἐχρησιμοποίησαν ὡς μέσα διά τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ, ἀντιμετωπίζονται ὡς ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΑ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ.. Δέν εἶναιὅμως, μόνον προσωπικά θέματα, οὔτε διοικητικά. Εἶναι ἡ ἀρχή, καί ἄν δέν ὑπῆρχαν αὐτά, δέν θά ἐπετύγχανε ἡ προδοσία. Ἑπομένως αὐτά, ἔστω τά προσωπικά τοῦ καθενός, ἔγιναν ἡ ἀπαρχή τῆς προδοσίας. «Φαῦλος βίος, τίκτει φαῦλα δόγματα». Τά ξένα Κέντρα, γνώριζαν τήν φιλοδοξία τοῦ Νικολάου, γνώριζαν ὅτι εἶναι πανέτοιμος νά προδώση τά πάντα, ἀρκεῖ νά γίνη ‘Αρχιεπίσκοπος. ‘Εγνώριζαν πολύ καλά, καί τήν ἄλλην μυστικήν προδοσίαν τοῦ 1974, ἡ ὁποία ὡδήγησε στό βλάσφημον καί προδοτικόν 54/76 ὑπέρ αὐτοῦ ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα. Ἄλλωστε ἦσαν βέβαιοι ὅτι ὡς ἀναγνωρισμένος βάσει τῆς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας τοῦ 1971, ἦτο ὁ πλέον κατάλληλος, διά νά ὑπηρετήση καί ὁλοκληρώση τά σχέδια τοῦ Παλαιοημερολογικοῦ Οἱκουμενισμοῦ, τά ὁποῖα προσοχή, δέν εἶναι ἡ ἀφομοίωσις, ἡ διοικητική ἕνωσις, ἡ φανερά ὑπαγωγή κλπ. ἀλλά ἡ ἀναγνώρισις καί ἡ συνύπαρξις, ὥστε νά ἀφανισθῆ ἡ Ὀρθοδοξία. Καί πράγματι ὁ Νικόλαος ἐφάνη γιά μιά ἀκόμη φορά «ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ» τήν ὁποίαν τοῦ «ἀνέθεσαν» τά ξένα Κέντρα. Μέ ὅσα ἔπραξε ἤ ἁπλῶς ὑπέγραψε, ἤ ἐσκευώρησε, ἤ ἱεροσύλησε, ἤ κατεχράσθη ὅλα αὐτά τά χρόνια, ἠρνήθη καί προσωπικῶς καί «Συνοδικῶς», καί τήν Ὀρθοδοξίαν - Ὁμολογίαν, καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, καί κατέλυσε τήν Κανονικήν Τάξιν καί τόν Συνοδικόν θεσμόν, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχει ξεπεράσει καί αὐτούς τούς νεωτεριστάς; Δέν σέ ἀπασχολεῖ ὅτι μέ ὅσα κάμνει ἱεροσήλησε καί παίζει μέ τά ἅγια; Ἔχεις άναπαυμένην τήν συνείδησίν σου νά ἀκολουθεῖς ὀπίσω αὐτοῦ; Δέν ἐλέγχεσαι, ὅτι «κοινωνεῖς τοῖς ἔργοις αὐτῶν τοῖς πονηροῖς καί βλασφήμοις»; Οἱ προφάσεις καί οἱ δικαιολογίες δέν εὐσταθοῦν. Ἴσως προβάλλεις μίαν δικαιολογίαν: «Ναί ὅλα αὐτά σωστά πού μοῦ λές, ἀλλά νομίζω ὅτι μέ αὐτό πού κάμνω, νά μένω μαζί τους, κάμνω ἔργον θεάρεστον, καί διακριτικόν, βοηθάω καί ἄλλους, βοηθάω τό Μοναστήρι κλπ κλπ.» Καί ὅπως λένε καί κάποιοι ἄλλοι, «αἴ δέν εἴδαμε νά ἑνωθοῦν μέ τούς Φλωριναίους, δέν εἴδαμε νά ὑποτάσσωνται στόν Χριστόδουλο». Αὐτές οἱ δικαιολογίες, ὅμως, ἀγαπητέ μοι π. Δαμασκηνέ, δέν ἀκούονται πρώτη φορά. Τίς λένε καί οἱ νεοημερολογῖτες, διά νά δικαιολογήσουν τήν στάσιν των ἔναντι τῶν οἰκουμενιστῶν. «Λένε καί αὐτοί, ὅταν θά γίνη ἡ ἕνωσις μέ τόν Πάπα, τότε θά τούς ἀποκηρύξουμε». Καί παραμένουν μαζί των, μέχρι νά γίνη ἡ ... «ἕνωσις», ἡ ὁποία ὅμως δέν θά γίνη ποτέ, ὅπως αὐτοί τήν φαντάζονται, διότι ἡ ἕνωσις ἔγινε ἀπ’ ἀρχῆς μέ τήν ΣΥΝΥΠΑΡΞΙ καί τήν ΑΛΛΗΛΟΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙ στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν καί πολύ πρίν μέ τήν ‘Εγκύκλιο τοῦ 1920. Τό ἴδιο λένε καί τώρα, ὅσοι θέλουν νά μείνουν μέ τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Νικολάου: «Περιμένουν νά δοῦν ἕνωσι μέ τούς Φλωριναίους, ὑποταγή εἰς τόν Χριστόδουλο». Περιμένουν νά βγοῦν στίς τηλεοράσεις καί νά ποῦν «τώρα ἐμεῖς ἑνωθήκαμε μέ τούς Φλωριναίους», «τώρα ἐμεῖς ὑποταχθήκαμε στόν Χριστόδουλο, τόν ὁποῖον ἀναγνωρίζουμε ὡς τήν Κανονικήν Ἐκκλησία». Τέτοια ἕνωσις, τέτοια ὑποταγή δέν θά γίνη ποτέ, ἀλλά ἤδη ἡ ἀλληλοααναγνώρισις καί ἡ συνύπαρξις ἔχει γίνει. ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ ἀπό τήν μιά μέ ὅσους πιστεύουν, ἤ καί σιωπηλῶς καλύπτουν, ἤ δι’ ὑπαναχωρήσεων «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» κηρύττουν, ὅτι «τό 1971 διαβάστηκαν εὐχές χειροτονίας», «δέν ἔχουμε διαφορά στήν χειροτονία μεταξύ Ματθαιίκῶν καί Φλωρινικῶν», «ὅλοι ἐξαρτώμεθα ἀπό τούς Ρώσους», καί ἀπό τήν ἄλλη μέ τόν Χριστόδουλο νά λέη ὅτι «ἀναγνωρίζει τούς παλαιοημερολογίτας πού ἔχουν χειροτονία ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς». Ὅσοι εἰρωνεύονται τήν Ὁμολογία, καθίστανται αὐτόχρημα ἀρνηταί τῆς ‘Ορθοδοξίας, καί ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ‘Εκκλησίας. Ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς Ὁμολογίας, τό ὁποῖον οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου, παρόμοια μέ τούς Φλωρινικούς εἰρωνεύονται, ὅπως μοῦ εἶπες, ὁ ἄγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέγει ὅτι ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει ἡ ὀρθή καί σωτήριος Ὁμολογία, δέν ὑπάρχει ἡ Καθολική ‘Εκκλησία, ἀφοῦ τήν Καθολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τήν ταυτίζει τρόπον τινά μέ τήν καλήν Ὁμολογίαν. Παραθέτω τό κείμενον τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ: «Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ὁμολογίαν... ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο» (P.G. 90, 132). Μέχρι τώρα ἄκουγα εἰς τό Μενίδι ἀπό τούς Φλωρινικούς, πού εἶναι πάρα πολλοί: «Μή πηγαίνετε εἰς τόν Ἅγιο Δημήτριο, (Ματθαιϊκούς), διότι αὐτοί ἐκεῖ κάνουν Ὁμολογία, τί εἶναι αὐτή ἡ Ὁμολογία, ποῦ τήν βρήκανε». Τώρα ἀκούω ὅτι καί οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου τήν εἰρωνεύονται (τήν Ὁμολογίαν) καί τήν πολεμοῦν. Μήπως εἶναι καί αὐτό μιά ἀκόμη ἀπόδειξις ὅτι βαδίζουν στόν ἴδιο δρόμο, τόν δρόμο τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ; Ὁ κ. Σακκαρέλλος καί ὁ «Ἀχαίας» Καλλίνικος, μέ τούς ὁποίους συνεργάζονται οἱ ἀνωτέρω (τό ὀρθώτερον ἀπό τούς ὁποίους κατευθύνονται) ἔγραψαν στό περιοδικό τους γιά «ὁμολογία τοῦ Γκουτζίδη, τήν ὀποίαν θέλει νά ἐπιβάλλη ὁ Γκουτζίδης στούς ‘Επισκόπους του»... Δέν βλέπεις καί ἐδῶ τόν κοινό παρονομαστή; Ἄν θέλωμεν νά μείνωμεν στήν Κιβωτό ὀφείλομεν καί τήν Πίστιν καθαράν νά φυλάξωμεν καί τήν πρός τούς «ἀκοινωνήτους» κοινωνίαν νά διακόψωμεν. Ἀγαπητέ μοι π. Δαμασκηνέ, νομίζω εἶναι ἀρκετά τά ἀνωτέρω διά νά καταλάβης πόση σημασία εἶχε πάντοτε, ἀλλά καί ἔχει καί εἰς τούς ἐσχάτους τούτους καιρούς ἡ καθαρότης τῆς Πίστεως (Ὁμολογίας -Ἐκκλησιολογίας), καί πόσον ἀπαραίτητος εἶναι γιά ὅποιον θέλει νά μείνη στήν Κιβωτό (τήν ἀληθινή ‘Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ὁρίζεται καί «ἐν τρισί προσώποις») ἡ διακοπή κοινωνίας μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τἠν ἀρνοῦνται. Εἶναι ἀρκετά διά νά καταλάβης, ὅτι δέν μποροῦμε νά μιλᾶμε ὅτι ἔχουμε «ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ», ἤ ὅτι εἴμεθα ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, ἐάν δέν διακόπτωμεν κοινωνίαν μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τήν ἀρνοῦνται. Καί διά νά μήν ἐπεκτείνω τήν ἐπιστολή μου μέ περισσότερα πατερικά, καί τήν κάνω δυσκολοδιάβαστη, κλείνω μέ τά παρακάτω λόγια πάλιν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Γράφει ὁ ἅγιος: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πού εἶχαν μαζί τους» (P.G. 99, 1164A). Προσθέτω καί τά ὅσα γράφει ὁ στάρετς ‘Ανατόλιος ἀπό τήν Ὄπτινα (+1927) ὁ ὁποῖος προφητεύει γιά τήν ἐποχή μας: «Θά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις. Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν τήν πανουργία τοῦ ἐχθροῦ. Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσία στά χέρια τους. Θά τοποθετήσουν παντοῦ δικούς τους ὑπηρέτας. Θά μεταχειρίζωνται βίαν. Οἱ μονάζοντες θά καταπιέζωνται καί ὅσοι θά εἶναι συνδεδεμένοι μέ τά ὑλικά θά ὑποταχθοῦν στούς αἱρετικούς. Οἱ δαίμονες διά τῆς αἱρέσεως θά εἰσέρχωνται εἰς τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα θά παραμείνουν μόνον τοῖχοι, ἡ χάρις θά ἔχει φύγει ...». Ἀπομένει νά προβληματισθοῦμε, μήπως εὑρεθοῦμε καί ἐμεῖς, ὅ μή γένοιτο, μεταξύ ἐκείνων πού «δέν ἐναυάγησαν μέν περί τήν πίστιν», ὅμως «συναπωλέθησαν μετά τῶν ἀρνητῶν λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν», ἤ μήπως νομίζομεν ὅτι συντηροῦμε καί φυλάσσουμε τά ΜΟναστήρια, τά ὁποῖα, ὅμως ἔμειναν μόνον τοῖχοι, ἐνῶ ἔφυγεν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἀπ’ αὐτῶν. Εὐχόμενος, ὅπως ἡ παροῦσα ἐπιστολή σοῦ φανῆ ὠφέλιμος, διά νά προχωρήσης σέ μίαν ὁμολογιακήν τοποθέτησιν, ἡ ὁποία θά εἶναι σωτήριος διά σέ, καί χαρά διά τούς ἀγωνιζομένους ὀρθοδόξους. Υ.Γ. Εἰς ἑτέραν ἐπιστολήν θά σοῦ ἀπαντήσω εἰς τήν ἀπορίαν σου, τήν ὁποίαν διετύπωσες, (ἡ ὁποία εἶναι ἀπορία καί ὅσων δέν κάθονται νά μελετήσουν μέ σοβαρότητα τά θέματα, ἀλλά τά προσπερνοῦν ἐπιπόλαια), μήπως δηλαδή εἶναι βαριά ἡ κατηγορία ὅτι δέν ἔχουν ὁμολογία, ὅτι δέν εἶναι ὀρθόδοξοι, τήν στιγμήν, πού πάντοτε, ἀκόμη καί στήν τελευταία ἀπάντησι τοῦ Νικολάου, πρός τήν ἐλαχιστότητά μου, ἐπικαλοῦνται πληθωρικῶς καί μετά πάθους, τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑ τοῦ ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Πρέπει νά σοῦ ἀπαντήσω, διότι εἶναι κρῖμα, νά μή καταλαβαίνουν μερικοί ὅτι οἱ περί τόν Νικόλαον, «ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ», διότι δέν μποροῦν ἀλλοιῶς νά σταθοῦν, ἐνῶ εἰς τήν οὐσίαν εἶναι ΑΡΝΗΤΑΙ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ, ΒΛΑΣΦΗΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, καί ΠΡΟΔΟΤΑΙ τῆς ‘Αρχιερωσύνης των, καί συνεχίζουν τήν γραμμή τοῦ τότε Κορινθίας Καλλίστου. Τουλάχιστον ἐκεῖνος μετά τό 1976 δέν προσεποιεῖτο. Διετύπωσε εὐθέως τήν ἄρνησίν του, διό καί καθηρέθη. ‘Ενῶ «προσποιοῦνται ὁμολογεῖν» τήν καλήν ὁμολογίαν καί ὅτι φυλάττουν τήν Παρακαταθήκην τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τήν ὁποίαν ἔλαβον παρά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἐν τούτοις δέν διστάζουν νά προδίδουν εὐθέως τήν Ὁμολογίαν τοῦ ὄντως ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου Ματθαίου, ἀποδεχόμενοι τό βλάσφημον 54/76 Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα, καί ἀρνούμενοι νά τό καταδικάσουν, καί τόσα ἄλλα ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. ‘Ενῶ «προσποιοῦνται ὁμολογεῖν» τάς καλάς ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983, ἐπί τοῦ θέματος τῆς «χειροθεσίας» τοῦ 1971, αἱ ὁποῖοι ὡμολογήθησαν, διότι ὑπῆρχον συγκεκριμένες προκλήσεις ἐκ μέρους τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐν τούτοις μέ τήν σιωπήν ἔναντι χειροτέρων προκλήσεων, τάς ΚΑΤΑΠΑΤΟΥΝ, ὥστε νά ἀφήνεται ἐλεύθερον τό πεδίον διά τήν «λύσιν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ» συμφώνως πρός τήν δῆθεν «ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίαν». Νομίζω, ὅτι ὅλα αὐτά τάς γνωρίζεις, ἀλλά πρέπει νά σοῦ τά ὑπενθυμίσω διά νά τά μελετήσης καλύτερον. Διατελῶ ἐλάχιστος ἐν ‘Επισκόποις + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Όταν η εμπιστοσύνη προδίδεται και η εκκλησιαστική διακονία μετατρέπεται σε μηχανισμό ανατροπής εκείνου που σε ανέδειξε Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από αγίους, ομολογητές και μάρτυρες. Υπάρχουν όμως και οι σκοτεινές σελίδες της: οι στιγμές όπου η φιλοδοξία, η αχαριστία και η δίψα για εξουσία οδηγούν στην προδοσία. Το πιο συγκλονιστικό παράδειγμα αυτής της προδοσίας είναι ο Ιούδας Ισκαριώτης. Ο Ιούδας δεν ήταν εχθρός του Χριστού. Δεν ήταν διώκτης. Ήταν μαθητής Του. Ήταν ένας από τους δώδεκα. Ένας άνθρωπος που έζησε δίπλα Του, που έλαβε εμπιστοσύνη, τιμή και αποστολή. Κι όμως, αυτός ακριβώς ο άνθρωπος έγινε ο οδηγός εκείνων που συνέλαβαν τον Διδάσκαλό του. Το Ευαγγέλιο είναι αποκαλυπτικό: «Τότε πορευθείς εις των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς είπεν• Τι θέλετέ μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν;» (Ματθ. 26:14-15). Και όταν ήρθε η ώρα της σύλληψης, η προδοσία σφραγίστηκε με το πιο υποκριτικό σημείο: με ένα φιλί. «Ιούδα, φιλήματι τον Υιόν του ανθρώπου παραδίδως;» (Λουκ. 22:48). Η προδοσία στην Εκκλησία σχεδόν πάντα έχει το ίδιο πρόσωπο. Δεν έρχεται από έξω. Έρχεται από μέσα. Από ανθρώπους που αναδείχθηκαν, που ευεργετήθηκαν, που έλαβαν θέση και εξουσία από εκείνους τους οποίους τελικά στρέφονται να πλήξουν.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ "ΕΤΟΙΜΑΖΩ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ""

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΑΧΑΡΝΕΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΠΑΡΝΗΘΟΣ Α.Π. 24 Εν Αχαρναις Ιουνιος 2023. ΕΤΟΙΜΑΖΩ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ «Ετοιμάζω τον λογον» Του Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ' Από την ΡΟΜΦΑΙΑ. Ρώτησαν ἕνα γέροντα μοναχό. -Ἐσύ, τώρα τί κάνεις ἐδῶ, ὁλομόναχος στή σκήτη σου, τόσα χρόνια; -Καί ὁ μοναχός ἀπάντησε. -Ἑτοιμάζω τόν λόγον. -Ποιόν λόγον, τοῦ εἶπαν. -Τόν λόγο πού θά πῶ στόν Χριστό ἐνώπιόν Του κατά τήν κρίσιν, στήν Δευτέρα Παρουσία Του. Ὁποία ἀπόκριση! Ὁποία φράση! «Ἑτοιμάζω τόν λόγον»! Μιά ὁλάκερη ζωή προετοιμασίας, ἑτοιμασίας γιά ἐκείνη τήν ἡμέρα. Μιά ὁλάκερη ζωή στήν ἄσκηση, στή νηστεία, στήν ἐγκράτεια, στή μάχη κατά τοῦ διαβόλου, στήν ἀδιάλειπτη προσευχή, στήν ἀφοσίωση στό Θεό. Ἑτοιμασία, προετοιμασία γιά Ἐκείνη τήν ἡμέρα. Ἡμέρα, γιά τήν ὁποία εἶπε ὁ Χριστός «οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μή ὁ πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24,36). Πρόκειται γιά τήν πραγμάτωση τῆς ἱκεσίας «καί καλήν ἀπολογίαν, τήν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ». Εἶναι ἀληθές, ὅτι στό 7ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμεν, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός πάλιν ἐρχόμενος μετά δόξης θέλει κρίνει ζῶντας καί νεκρούς. Ἤτοι: «Καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». Μέ τό ἄρθρο αὐτό τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ὁποίαν θέλει κρῖναι ὁ Χριστός ζῶντας καί νεκρούς ὡς Δικαιοκρίτης, ὡς ὡρισμένος ὑπό τοῦ Θεοῦ – Πατρός, κριτής ζώντων καί νεκρῶν καί ἕκαστος τῶν ἀνθρώπων θέλει ἀποδώσει λόγον τῶν ἔργων του. Διακηρύττει ὁ Κύριος: «Λέγω δέ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργόν ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12,36). Τῷ ὄντι, ὁ κόσμος εἶναι πεπερασμένος. Κάποτε ἔγινε ἡ ἀρχή, κάποτε θά ἔλθει καί τό τέλος. Καί μετά ἔχουμε τήν μετά τήν ἱστορία τοῦ κόσμου, μία ἄλλη κατάσταση, τήν αἰωνιότητα. Κατά τήν Δευτέρα δέ Ἔλευσή Του, τότε, δέν θά ἔλθει ὁ Χριστός, ὅπως τήν πρώτη φορά, ταπεινός, ἀφανής, ὡς Νήπιον ἐν τῇ φάτνῃ, ἀλλ' ὡς πανένδοξος καί λαμπρότατος, ὡς Βασιλεύς τῶν Βασιλέων καί ὡς ὁ Ἀδέκαστος Κριτής τῆς Οἰκουμένης, ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Συγκεκριμένα γράφει τό Ἱερό Εὐαγγέλιο: «Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καί πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ καί συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. 25, 31-32). Καί ὁ ἱερός ὑμνογράφος τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω γράφει πολύ χαρακτηριστικά: «Ἠχήσουσι σάλπιγγες καί κενωθήσονται τάφοι καί ἐξαναστήσεται τῶν ἀνθρώπων τρέμουσα φύσις ἅπασα» (Προσόμοια Ἑσπερινοῦ). Καί ἔπειτα ἀναφέρει τό Εὐαγγέλιο: «Καί ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμήν ἀφορίζει τά πρόβατα ἀπό τῶν ἐρίφων καί στήσει τά μέν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεύς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ˙ δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25, 32-34). Καί στή συνέχεια ἀναγράφει γιά τούς ἐξ εὐωνύμων: «Πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. 25,41). Ἐνώπιόν μας ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση, οἱ δύο αὐτές πραγματικότητες. Καί τό ἱερό κείμενο παραθέτει ἀκόμη καί τά ἴδια τά λόγια τοῦ Ἀδεκάστου καί Ἀλαθήτου Χριστοῦ στό φοβερό ἐκεῖνο Βῆμα Του. Ἀκριβής εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ἔνδοξη Παρουσία Του καί τήν Τελική Κρίση καί στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία Του, ὅπου λέγει ὁ Χριστός ὅτι: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ˙ Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καί τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καί τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν; Καί τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς˙ ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τήν ἀνομίαν» (Ματθ. 7, 21-23). Ἐδῶ ὁ Χριστός κάμνει λόγον γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιά εἴσοδο σ' αὐτή, γιά τό θέλημα τοῦ Πατρός, γιά ἐκείνη τήν ἡμέρα, γιά δίκαιη κρίση. Γι' αὐτή τήν μοναδική Ἡμέρα, τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ὁμιλεῖ καί στίς Παραβολές Του: Στήν Παραβολή τῶν ζιζανίων (Ματθ. 13, 24-30), στήν Παραβολή τῆς σαγήνης (Ματθ. 13, 47-50), στήν Παραβολή τῶν δέκα παρθένων (Ματθ. 25, 1-13), στήν Παραβολή τῶν Ταλάντων (Ματθ. 18, 23-35), στήν Παραβολή τῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 20, 1-16) καί στήν Παραβολή τῶν βασιλικῶν γάμων (Ματθ. 22, 1-14). * Ἔπειτα, «ἑτοιμάζω τόν λόγον» σημαίνει ἔχω μνήμη θανάτου. Αὐτή τήν μνήμη, τοὐτέστιν τήν ἐνθύμηση πού τυγχάνει λίαν οἰκοδομητική γιά τήν πνευματική ζωή τοῦ πιστοῦ. Στή Σοφία Σειράχ ὑπάρχει ἡ καταπληκτική φράση: «Μιμνήσκου τά ἔσχατά σου καί εἰς τόν αἰῶνα οὐχ ἁμαρτήσεις» (Σοφ. Σειρ. 7,36). Ἀλλά καί στήν «Κλίμακα» ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης γράφει: «Ὥσπερ πασῶν τροφῶν ὁ ἄρτος ἀναγκαιότατος, οὕτω πασῶν ἐργασιῶν ἡ τοῦ θανάτου ἔννοια» (Λόγος ΣΤ'). 'Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν συνείδηση ὅτι εἶναι θνητός, ὅτι ἰσχύει τό Ψαλμικόν, «ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, ὡσεί ἄνθος τοῦ ἀγροῦ», πῶς νά μήν ἔχει αὐτοσυγκράτηση καί συστολή ἀλλά καί ἀπέχθεια ἔναντι τῆς ἁμαρτίας; Ἡ μνήμη θανάτου φέρει τήν συνεχῆ ἑτοιμασία γιά τήν ὥρα τοῦ θανάτου ἀλλά καί τήν μετά θάνατο ζωή ἐν οὐρανῷ. Λέγει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ὅτι «καλύτερος δάσκαλος δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν θάνατον». Ἄλλωστε περιεχόμενο τῆς ὅλης χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι καί ὁ ἐσχατολογικός στοχασμός καί προσανατολισμός, καθ' ὅτι ἡ μέλλουσα καί ἀναμενόμενη, ὄχι φαντασιοπληξία ἀλλά πραγματικότητα, βιώνεται ὡς πνευματική πρόγευση ἀπό τήν παροῦσα ζωή. * «Ἑτοιμάζω τόν λόγον» σημαίνει ἀκόμη ὅτι ζῶ σέ ἐγρήγορση. Ἐδῶ κατά κυριολεξίαν ἐφαρμόζεται, ὁ τοῦ Κυρίου λόγος, «γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε» (Μαρκ. 14,38) ἀλλά καί τοῦ Ἀπ. Παύλου ἡ προτροπή πρός τόν μαθητή του τόν Τιμόθεο: «Σύ δέ νῆφε ἐν πᾶσι» (Β' Τιμοθ., 4,5)˙ Ὁ πιστός δέν ὑπνώττει πνευματικῶς, δέν ραθυμεῖ ἀλλά σκέπτεται καί μέ τήν ὅλη του συμπεριφορά βρίσκεται σέ «ἑτοιμασία λόγου», τόν συνέχει «ἡ ἡμέρα ἐκείνη», ἡ θέση του ἀπέναντι στόν Δικαιοκρίτη, στό «Λογοθέσιον», ἡ ἀπολογία τῶν πράξεών του ὅταν «βίβλοι ἀνοιγήσονται» καί «φανερωθήσονται πράξεις». Πραγματικά, οἱ λαμπάδες σβήνουν τοῦ ἐλαίου ἐξαντληθέντος καί ἐπέρχεται ὁ πνευματικός θάνατος τοῦ ἀμελοῦντος καί ραθυμοῦντος τήν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Γι’ αὐτό ἄσβεστη ὀφείλουμε νά κρατήσουμε μέ ἐγρήγορση, νήψη καί προθυμία, τήν λαμπάδα τοῦ πνευματικοῦ μας βίου, ἐπ' ἐλπίδι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καθ' ὅτι, ὅλοι μας πορευόμαστε, μετακινούμεθα ἀπό τήν σκιά αὐτῆς τῆς ζωῆς πρός τήν ἄλλη, τήν μεταθανάτια ζωή. Καί εἶναι ἀναμφισβήτητο τό γεγονός κατά τήν τοῦ Ἀπ. Παύλου διδασκαλία ὅτι τό ἀνθρώπινο σῶμα θάπτεται στή γῆ, σπείρεται ἐν φθορᾷ, ὡστόσο ἀνίσταται ἄφθαρτον, δηλαδή σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ γιά νά ἐγερθεῖ ἐνδόξως, θάπτεται ἐν ἀσθενείᾳ καί ἀναβλαστάνει ἐν δυνάμει. Γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Δεῖ γάρ τό φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καί τό θνητόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α' Κορ. 15,53). * «Ἑτοιμάζω τόν λόγον» σημαίνει προετοιμασία μέ αὐτογνωσία. Καθημερινό βίωμα τό «γνῶθι σεαυτόν», ἡ ἐξέταση τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου σέ βάθος στά «κρυπτά τῆς καρδίας». Ἔτσι θά γίνει ἡ ἀπάρνηση τοῦ «ἐν τῇ ἁμαρτία νοός» καί τοῦ ὅλου ἁμαρτωλοῦ περιεχομένου τῆς προσωπικότητας καί συνάμα θά ἐγκαθιδρυθεῖ θεία γνώση καί λαμπρότητα ψυχῆς. Ὁ πιστός τότε ἑτοιμαζόμενος καθ' ἡμέραν γιά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου θά ἔχει «ἄλλον νοῦν» καί «ἄλλους ὀφθαλμούς, ἐνδότερους τῶν ὀφθαλμῶν τούτων», καθ' ὅτι πλέον «πνεῦμα Θεοῦ θά κοινωνεῖ» στή ψυχή του. * «Ἑτοιμάζω τόν λόγον» σημαίνει διαρκής μετάνοια. Δηλαδή, μέ τήν ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν, τήν συντριβή στό Ἱ. Μυστήριον τῆς Ἐξομολογήσεως καί Μετανοίας, αὐτός πού «ἑτοιμάζει λόγον» «ἀπεκδύεται τόν παλαιόν ἄνθρωπον... καί ἐνδύεται τόν νέον» (Κολ. 3, 9-10). Ἀποθνήσκει μετά τοῦ Χριστοῦ ὡς πρός τόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας καί συσταυροῦται καί συνθάπτεται ἀλλά καί ὁρᾶ τόν Ἀναστάντα. Ἀγωνιζόμενος ἡμέραν τε καί νύκτα γίνεται πλέον «δοχεῖον» καί «πλῆκτρον» τοῦ Πνεύματος. Ἄλλωστε ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος καί ἰσχύει μέχρι νά κλείσουμε τούς χοϊκούς τούτους ὀφθαλμούς. Καί μόνον διά τῆς μετανοίας, ὅταν ἡ ψυχή καθαρθεῖ, τότε ὁ πιστός θἆναι ὁ ὁρῶν, ὁ «βλέπων», ὅπως ἦταν ὁ προφήτης τῆς Π. Διαθήκης, ὁ «ἐπόπτης τῆς θείας μεγαλειότητος» (Β' Πέτρ. 1,16) καθ' ὅτι «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5,8). * «Ἑτοιμάζω τόν λόγον» σημαίνει τήρηση τῶν ἐντολῶν. Πρόκειται γιά τήν σύζευξη θεωρίας καί πράξεως. Δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ γνώση τῶν θείων ἐντολῶν ἀλλά εἶναι καί τό ἑπόμενο ἀγωνιστικό στάδιο τῆς φυλάξεως καί τηρήσεως αὐτῶν. «Γνωστικός καί πρακτικός ὑπήντησαν ἀλλήλους, μέσος δέ ἀμφοτέρων εἱστήκει ὁ Κύριος», θά μᾶς πεῖ ὁ ἀσκητικός πατήρ Εὐάγριος ὁ Ποντικός καί ὁ ἅγιος Μάξιμος θά ὑπογραμμίσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ὁ μετά πράξεως γινώσκων καί μετά γνώσεως πράττων». Τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν καί τῶν δυσκόλων, γιατί ἐκεῖ δοκιμάζεται ἡ συνείδηση, ἡ ποιότητα τῆς πίστεως. Ἐκεῖ ἑδράζεται ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς καί ἡ ἀξία τοῦ ἀληθοῦς χριστιανοῦ γιατί τελικά «ὁ ἔχων ἀγάπην ἐν Χριστῷ ποιησάτω τά τοῦ Χριστοῦ παραγγέλματα» (Κλήμης Ρώμης). * «Ἑτοιμάζω τόν λόγον» σημαίνει ζῶσα λατρεία τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν προσευχή, τόν ἐκκλησιασμό, τήν συμμετοχή στή Θεία Μετάληψη. Στήν ἀδιάλειπτη προσευχή ἑτοιμάζεται ὁ λόγος, γιατί ἐκεῖ λέγει ὁ πιστός τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν», στό ναό τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἐκκλησιάζεται, καίει τό θυμιατήρι τῆς καρδιᾶς του καί εἰρηνεύει, στήν εὐχαριστιακή σύναξη ὅπου μεταλαμβάνει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καί «κοινωνεῖ Χριστόν» καί προγεύεται τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί ἀναφωνεῖ «Μνήσθητί μου Κύριε ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου». * Ἀπ' ὅλα τά παραπάνω συμπεραίνουμε πόση βαρύτητα ἔχει ἡ φράση τήν ὁποία ἐπανειλημμένως ὡς ἐπωδό, βρίσκουμε σχεδόν σ' ὅλη τήν ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά τήν φράση: «Σωτηρία τῆς ψυχῆς». Γι' αὐτό ἀκριβῶς παλαίομεν μέ τόν ἀντίδικον καί ἀγωνιζόμεθα «τόν καλόν ἀγῶνα τῆς Πίστεως». «Κυττάξτε τήν ψυχή σας» εἶναι ἡ σωστή συμβουλή καί γνώριζε ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι πλέον ἀνοικτός καί περιμένει. Λοιπόν, «Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ἄσομαι καί ψαλῶ ἐν τῇ δόξῃ μου» (Ψαλμ. 107,1) ὅτι «ἑτοιμάζω τόν λόγον».

ΑΠΟΦΑΝΣΙΣ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΣΧΑΤΟΙΣ ΤΟΥΤΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

ΑΠΟΦΑΝΣΙΣ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΣΧΑΤΟΙΣ ΤΟΥΤΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΠΑΘΙΟΙΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΣΥΓΚΛΗΘΕΙΣΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΣΧΑΤΟΙΣ ΤΟΥΤΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΥΠΟ ΘΕΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΜΩΜΕΝΩΝ ΙΕΡΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Ἡ Ἱερά Πανορθόδοξος Σύνοδος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συγκληθεῖσα εἰς τήν Ἱεράν Μονήν ἁγ. Παντελεήμονος Καρπαθίων Οὐκρανίας, ὑπό τήν προεδρείαν τοῦ ἐπιχωρίου Ἐπισκόπου, Σεβ. Μητροπολίτου Κιέβου κ. Σεραφείμ (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας), συνεδρευόντων τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Μεσο-γαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κηρύκου (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκ προσώπου καί τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κένυας κ. Ματθαίου), Βράντσεα κ. Γεροντίου (τῆς Γνησίας Ὀρθοδό-ξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ἐκ προσώπου καί τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου Μπακάου κ. Κασσιανοῦ) καί Κιτίου κ. Παρθενίου (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου), κατά τήν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 (ἐ. ἡμ.), ἐπελήφθη τῶν κάτωθι θεμάτων: … ‘Επίσης ἐπελήφθη τοῦ θέματος τῆς ἐπ’ ἐκκλησίαις τιμῆς μελῶν τινῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπ’ ἁγιότητι βίου διακριθέντων ἤ διά μαρτυρίου τελειωθέντων ἤ μεγάλων πρός τήν Αὐτήν ὑπηρεσίας προσενεγκόντων. Εἰδικώτερον: 1. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Κιέβου κ. Σεραφείμ, ἠτήσατο τήν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἐπ’ ἐκκλησίαις τιμῆς: α. Τῶν πρό τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1917 ἁγίως ζησάντων καί ὁσιακῶς τόν βίον ἐκμετρησάντων καί ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρηθέντων διά σημείων καί θαυμάτων ἱερῶν προσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, ὧν ἡ μνήμη ἵσταται ἁγία ἐν τῶ μέσῳ Αὐτῆς (ἐν οἷς Ξένη ἡ διά Χριστόν Σαλή τῆς Πετρουπόλεως, Ἰωάννης ὁ τῆς Κροστάνδης Πρωθιερεύς, οἱ Ὅσιοι Στάρετς τῆς Ὄπτινα, ὁ Ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπριατσιανίνωφ, κ.ἄ.). β. Τῶν ὑπέρ τῆς Πίστεως ὑπό τῶν ἀθεϊστῶν ἐν βασάνοις καί διωγμοῖς τελειωθέντων, κατά καί μετά τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917, μετά δέ τό Σεργιανιστικόν Σχίσμα τοῦ 1927 ἀγωνιζομένων ἐντός τῶν κόλπων τῆς μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν (ἐν οἷς ὁ Ὁμολογητής Μητροπ. Ἰωσήφ τῆς Πετρουπόλεως, Θεοδόσιος Ἱερομόνα-χος τοῦ Μινβόντι, Ἑλένη Μοναχή τοῦ Τσίν Καυκάσου, κ.ἄ.). 2. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, ἠτήσατο τήν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἐπ’ ἐκκλησίαις τιμῆς: α. Τῶν πρό τοῦ Ἡμερολογιακοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 ἁγίως ζησάντων καί ὁσιακῶς τόν βίον ἐκμετρησάντων καί ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρηθέντων διά σημείων καί θαυμάτων ἱερῶν προσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὧν ἡ μνήμη ἵσταται ἁγία ἐν τῶ μέσῳ Αὐτῆς (ἐν οἷς Νεκταρίου Μητροπ. Πενταπόλεως, Κοσμᾶ Ἱερομάρτυρος τοῦ Αἰτωλοῦ, Νεομαρτύρων τινῶν, κ.ἄ.) β. Τῶν ἀπό τοῦ Ἡμερολογιακοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 καί ἐντεῦθεν μαρτυρικῶς τελειωθέντων ἤ ἁγίως ζησάντων καί ὁσιακῶς τόν βίον ἐκμετρησάντων καί ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρηθέντων διά σημείων καί θαυμάτων ἱερῶν προσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὧν ἡ μνήμη ἵσταται ἁγία ἐν τῶ μέσῳ Αὐτῆς (ἐν οἶς οἱ Νεομάρτυρες Αἰκατερίνη τῆς Μάνδρας καί Βασιλική τῆς Λευκάδος, Ματθαῖος Ἀρχι-επίσκοπος Ἀθηνῶν, Ταρασία τῆς Μονῆς Παναγίας Κερατέας καί Λεόντιος τῆς Σάμου οἱ διά Χριστόν Σαλοί, Ἰγνάτιος Ἱερομόναχος ὁ Νέος Παντελεήμων, Γεννάδιος Μοναχός τῶν Ἀκουμίων Κρήτης, κ.ἄ.). 3. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Βράντσεα κ. Γερόντιος, ἠτήσατο τήν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἐπ’ ἐκκλησίαις τιμῆς: α. Τῶν πρό τοῦ Ἡμερολογιακοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 ἁγίως ζησάντων καί ὁσιακῶς τόν βίον ἐκμετρησάντων καί ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρηθέντων διά σημείων καί θαυμάτων ἱερῶν προσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ὧν ἡ μνήμη ἵσταται ἁγία ἐν τῶ μέσῳ Αὐτῆς (ἐν οἷς Καλλινίκου Ἐπισκόπου Ρίμνκ, Θεοδοσίου Μητροπ. Μολδαβίας, κ.ἄ.). β. Τῶν ἀπό τοῦ Ἡμερολογιακοῦ Σχίσματος τοῦ 1924 καί ἐντεῦθεν μαρτυρικῶς τελειωθέντων ἤ ἁγίως ζησάντων καί ὁσιακῶς τόν βίον ἐκμετρησάντων καί ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρηθέντων διά σημείων καί θαυμάτων ἱερῶν προσώπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, ὧν ἡ μνήμη ἵσταται ἁγία ἐν τῶ μέσῳ Αὐτῆς (ἐν οἶς Ἱερομόναχος Ἰωάννης ὁ Χοσεβίτης, οὗ τό τίμιον Λείψανον ἀδιάφθορον). Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ 1. Ἑπομένη τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, «τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα, πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρ-θωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατάστασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων» (Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος), 2. Ἀναγνωρίζουσα, ὅτι κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότη-τος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ὄχι ἡ ἀπόφασις μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς (Ἐπισκό-που ἤ Συνόδου), πολλῶ μᾶλλον μιᾶς κακοδόξου τοιαύτης, 3. Δεχομένη τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, συμφώνως πρός τήν ὁποίαν (κρίσιν), οἱ μέν ἁγίως ζήσαντες καί ὁσίως τόν βίον ἐκμετρήσαντες καί διά σημείων ὑπό τοῦ Θεοῦ μαρτυρηθέντες - ἀνεξαρτήτως χρόνου ἐμφανίσεως καί τόπου ζωῆς καί τελειώσεως - εἶναι Ἅγιοι, οἱ δέ κατά καί μετά τήν Ἐπανά-στασιν τοῦ 1917 ἐν Ρωσίᾳ, ὑπέρ τῆς Πίστεως ποικιλοτρόπως μαρτυ-ρήσαντες ὑπό τῶν ἀθεϊστῶν, εἶναι Νεομάρτυρες καί νέοι Ὁμολογηταί, ἀμφότεροι δέ (καί οἱ πρῶτοι καί οἱ δεύτεροι) ὡς Ἅγιοι, Νεομάρτυρες καί Ὁμολογηταί τιμῶνται ὑπό ποιμένων καί ποιμενομένων τοπικῶς ἤ εὑρύτερον καί πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ Τήν ἐπ’ ἐκκλησίαις τιμήν ὡς Ἁγίων, τῶν ὡς ἄνω ἀναφερθέντων Νεομαρτύρων καί Ὁμολογητῶν, κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, «ἐν ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς», δι’ ἀφιερώσεως ναῶν καί ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῶν εἰκόνων καί φιλοπονήσεως πρός τιμήν των ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί τῆς ἐκδόσεως τῶν Βίων αὐτῶν, πρός δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, και ἀναθέτει την ἐγγραφήν ἑνός ἑκάστου τῶν ἱερῶν προσώπων εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνήκει, καθώς καί την ρύθμισιν τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων». ( Ἀπό τά Πρόχειρα Πρακτικά, τά ὁποῖα θα καθαρογραφοῦν και θα κατατεθοῦν κατά την ἑπομένην συνεδρίαν τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου προς τελικήν ἔγκρισιν και ὑπογραφήν) Ὁ Αρχιγραμματεύς τῆς Πανορθοδόξου Ἱερᾶς Συνόδου + Ὁ Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς Κήρυκος