ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ (+1950)
Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΥΜΑΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΔΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ – ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ Τ.Κ.19400
Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057
Α.Π. Ε/49 Ἐν Κορωπίω Μάρτιος 2008 (Ε.Η.)
Πρός
ἐπερωτῶντα διατί ἡ τόση παραφροσύνη
εἰς τά ἐκκλησιαστικά μας πράγματα
Ἀγαπητέ μου, χαῖρε ἐν Κυρίω.
Μέ ἐρωτᾶτε, διατί τόσαι διαιρέσεις καί σκάνδαλα εἰς ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους. Διατί τόση ἀσέβεια ἀκόμη καί εἰς σεμνυνομένους μέ τό ὄνομα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου. Διατί τόση παραφροσύνη καί τόση ἀναίδεια ἀκόμη καί εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους.
Πολύ δικαιολογημένη εἶναι ἡ ἀπορία, διότι πράγματι, ἐάν ἀντικρύσωμεν μετά προσοχῆς τήν «κατάντια» τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων γενικώτερον, ἀλλά καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων, θά φρίξωμεν.
Εἶναι πολύ χαρακτηριστικός ὁ Μέγας Βασίλειος διά τούς Κληρικούς τῆς ἐποχῆς του, τά ὁποῖα ἰσχύουν καί διά τούς σημερινούς Κληρικούς: «Ὁ Ἰούδας πού προτίμησε νά πεθάνη στήν ἀγχόνη παρά νά ζεῖ στήν ντροπή, ἀποδείχθηκε προτιμότερος ἀπ’ αὐτούς (τούς Ἱερωμένους) πού στίς μέρες μας στέκουν χωρίς ντροπή ἀπέναντι στήν γενική κατακραυγή καί σχετίζονται ἀναίσχυντα μέ τά αἰσχρά. Μονάχα μή ἐξαπατηθεῖτε ἀπό τίς ψευδολογίες τους ὅταν διακηρύττουν ὀρθότητα πίστεως. Τέτοιοι ἄνθρωποι εἶναι Χριστέμποροι, καί ὄχι Χριστιανοί, καθόσον πάντα προτιμοῦν ἐκεῖνο πού τούς βολεύει στόν παρόντα βίο ἀπό τό νά ζοῦν σύμφωνα μέ τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐγγελίου» (Μέγας Βασίλειος ‘Επιστολή ΣΜ, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, 2-3 PG 897 Α)
Καί ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης διά τήν ἐποχήν του διεκτραγωδεῖ τήν «κατάντια» τῶν τότε Κληρικῶν διά τῶν ἐξῆς: «Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιορίζοντο καί ἡγούμενοι ταυτοπαθοῦντες... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί καί λαϊζουσαι..., οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι, ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι, ἄλλοι θαλαττευόμενοι ... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Ποῖον δέ καί διεσώσω ναόν, τόν ναόν τοῦ Θεοῦ, μιάνας σεαυτόν; Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ. Ταῦτα αὐτή ἡ ἀλήθεια βοᾶ πρός τούς οὕτως ἀσεβοῦντας΄ οὕς εἰ μή μετανοήσουσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανούς ἡγητέον» (P.G. 99, 1337 C).
Καί ἡ αἰτία ὅλης αὐτῆς τῆς παραφροσύνης, τῆς ἀσεβείας καί τῆς θεομαμαχίας, ποία εἶναι; Μᾶς δίδει τήν ἀπάντησιν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. «Ἡ ἐν ὀλίγω τῆς ἀληθείας παρατροπή τῆ ασεβεία την πάροδον δέδωκε». (Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Ρ.G. 44,1249). Δηλαδή, ἐάν ξεφύγωμεν ἔστω καί κατ’ ὀλίγον ἀπό τήν ἀλήθεια, ἔρχεται σάν συνέπεια ἡ ἀσέβεια. Καί αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει σήμερον, καί μάλιστα εἰς πολύ μεγαλύτερον βαθμόν. Διότι, ἄν ἡ ὀλίγη παρατροπή (ἐκτροπή) ἀπό τήν ἀλήθεια δίνει τήν εὐκαιαρία νά ἐκδηλωθῆ ἡ ἀσέβεια, πόσην ἀσέβειαν, πόσην παραφροσύνην πόσην θεομαχίαν φέρνει ἡ παντελής ἀθέτησις τῆς ἀληθείας. Διά τοῦτο ἀς προσέξωμεν, διότι οἱ καιροί χαλεποί. Καί ἀς μελετῶμεν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διά νά γνωρίζωμεν τήν ἀλήθειαν. Καί ἡ γνῶσις τῆς ἀληθείας θά μᾶς κρατήση ἐλευθέρους ἀπό τό κακόν, προσηλωμένους εἰς τό ἀγαθόν. «Γνώσεσθε, λοιπόν τήν ἀλήθειαν καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώση ὑμᾶς».
Μετ’ εὐχῶν
+Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ.
Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, γεννημένος τὸ 330μ.Χ. στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς μὲ δυνατὸ χριστιανικὸ φρόνημα, ἔμελλε νὰ γίνει Μέγας πνευματικὸς διδάσκαλος καὶ κορυφαῖος θεολόγος καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἡ χριστιανική του ἀνατροφὴ καὶ ἡ πνευματική του πορεία τὸν ὁδήγησαν στὴν Θεία θεωρεῖα τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, καὶ στὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή, παράλληλα μὲ τὸ ποιμαντικό, παιδαγωγικὸ καὶ φιλανθρωπικό του ἔργο.
Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν καθηγητὴς ρητορικῆς στὴ Νεοκαισάρεια καὶ ἡ μητέρα τοῦ Ἐμμέλεια ἀπόγονος οἰκογένειας Ρωμαίων ἀξιωματούχων. Στὴν οἰκογένεια ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Βασίλειο ὑπῆρχαν ἄλλα ὀκτὼ παιδιά. Μεταξὺ αὐτῶν, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Ὅσιος Ναυκράτιος ἀσκητὴς καὶ θαυματουργός, ἡ Ὁσία Μακρίνα καὶ ὁ Ἅγιος Πέτρος, Ἐπίσκοπος Σεβαστείας.
Τὰ πρῶτα γράμματα, τοῦ τὰ δίδαξε ὁ πατέρας του. Συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ στὴν Ἀθῆνα. Ἐκεῖ σπούδασε γεωμετρία, ἀστρονομία, φιλοσοφία, ἰατρική, ρητορικὴ καὶ γραμματική. Οἱ σπουδὲς τοῦ διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Ἡ ἀσκητική του ζωὴ ξεκίνησε ἤδη ἀπὸ τὰ χρόνια ὅπου φοιτοῦσε στὴν Ἀθῆνα. Ὁ σοφὸς δάσκαλος τοῦ Εὔβουλος ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, τοῦ Ἅγιου, καὶ μετὰ τὴν παραίνεσή του, λέγεται ὅτι ἔγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητὲς τοῦ ἦταν καὶ δυὸ νέοι ποὺ ἔμελλε νὰ διαδραματίσουν σπουδαῖο ρόλο στὴν ἱστορία. Ὁ ἕνας, φωτεινὸ ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεολόγος Γρηγόριος καὶ ὁ ἄλλος μελανὸ στὸν ἀντίποδα, προδότης τοῦ Ἰησοῦ, εἰδωλολάτρης καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης. Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῶν τῶν ἐτῶν, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀνέπτυξαν μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ φιλία. Ταυτόχρονα μὲ τὶς σπουδές τους, εἶχαν ἱεραποστολικὴ δράση. Διοργάνωναν χριστιανικὲς συγκεντρώσεις, στὶς ὁποῖες ἀνέλυαν θρησκευτικὰ ζητήματα. Ἵδρυσαν ἐπίσης καὶ τὸν πρῶτο φοιτητικὸ χριστιανικὸ σύλλογο.
Ἐπέστρεψε στὴν Καισαρεία τὸ καλοκαῖρι τοῦ 356μ.Χ. καὶ συνεχίζοντας τὴν παράδοση τοῦ πατέρα του, ἔγινε καθηγητὴς τῆς ρητορικῆς. Τὸ 358 μ.Χ. ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ ἀδερφοῦ τοῦ μοναχοῦ Ναυκρατίου, καθὼς καὶ μὲ τὴν παρότρυνση τῆς ἀδερφῆς τοῦ Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, καὶ ἀποφασίζει νὰ ἀφιερώσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀσκητικὴ πολιτεία. Ἀποσύρθηκε λοιπὸν σὲ ἕνα κτῆμα τῆς οἰκογενείας του στὸν Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας τοῦ εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν βάπτιση τοῦ δώρισε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὴν ἐκκλησία τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. Τὸ φθινόπωρο τοῦ ἴδιου ἔτους ξεκινᾶ ἕνα ὁδοιπορικὸ σὲ γνωστὰ κέντρα ἀσκητισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς, Αἴγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία καὶ Μεσοποταμία, ἐπιθυμώντας νὰ συναντήσει πολλοὺς ἀσκητὲς καὶ μοναχοὺς γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν τρόπο ζωῆς τους. Ὅταν γύρισε στὸ Πόντο ἀπὸ τὸ ταξίδι αὐτό, μοίρασε καὶ τὴν ὑπόλοιπη περιουσία του καὶ ἀποσύρθηκε στὸ κτῆμα τοῦ ἐπιθυμώντας νὰ ζήσει πλέον ὡς μοναχός. Ἐκεῖ ἔγραψε τους: «Κανονισμοὺς διὰ τὸν Μοναχικὸν βίον», κανόνες ποὺ ρυθμίζουν τὴν ζωὴ στὰ μοναστήρια μέχρι τὶς μέρες μας. Μὲ τὴν ὑψηλή του κατάρτιση στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ τὸν ἀσκητικό, θαυμαστό του βίο, ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἐξαπλώθηκε μὲ τὸν καιρὸ σὲ ὅλη τὴν Καππαδοκία. Ἔτσι καὶ ὁ Μητροπολίτης τῆς Καισαρείας Εὐσέβιος πραγματοποιώντας τὴν Θεία Βούληση ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τῶν χριστιανῶν τῆς περιοχῆς, χειροτόνησε τὸ 364 μ.Χ. τὸν Ἅγιο Βασίλειο πρεσβύτερο. Τὸ 370 μ.Χ., μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Εὐσεβίου καὶ σὲ ἡλικία 41 ἐτῶν, τὸν διαδέχθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στὴν ἐπισκοπικὴ ἕδρα, μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ Εὐσεβίου ἐπισκόπου Σαμοσάτων καὶ τοῦ Γρηγορίου ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ. Ἐπίσκοπος πλέον, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀντιμετώπισε τὴν προσπάθεια τοῦ Αὐτοκράτορα Οὐάλη νὰ ἐπιβάλει τὸν Ὁμοιανισμὸ (ρεῦμα τοῦ Ἀρειανισμοῦ), ἐπικοινωνώντας μέσῳ ἐπιστολῶν μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στὸν τόπο του ,στὴν περιφέρεια τῆς δικῆς του ποιμαντικῆς εὐθύνης εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἔντονη παρουσία τοῦ ἀρειανικοῦ στοιχείου καὶ ἄλλων κακοδοξιῶν. Ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ φαίνονται οἱ προσπάθειες ποὺ κατέβαλε γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς σιμωνίας τῶν ἐπισκόπων, γιὰ τὴν ἀνάδειξη ἄξιων κληρικῶν στὸ ἱερατεῖο, καθὼς καὶ γιὰ τὴν πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἱερῶν κανόνων ἀπὸ ὅλους τους πιστοὺς καὶ φανερώνεται ἐπίσης ἡ ποιμαντικὴ φροντίδα στὰ ἀποκομμένα καὶ περιθωριοποιημένα μέλη τῆς Ἐκκλησίας.
Στὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία ὁ Μέγας Βασίλειος οὐσιαστικὰ ἀναλαμβάνει τὰ πνευματικὰ ἡνία ἀπὸ τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος γηραιὸς πλέον, ἀποσύρεται ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ δράση. Ἐργάζεται συνεχῶς γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν ὀρθόδοξων χριστιανικῶν ἀρχῶν καὶ ὑπερασπίζεται μὲ σθένος τὸ δογματικὸ προσανατολισμὸ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Νίκαιας.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος, βοηθοῦσε πάντοτε τοὺς ἀδικημένους καὶ κουρασμένους, τοὺς πεινασμένους καὶ τοὺς ἀρρώστους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ γένος, τὴ φυλὴ καὶ τὸ θρήσκευμα. Ἔτσι τὸ ὅραμά του τὸ ἔκανε πραγματικότητα ἰδρύοντας ἕνα πρότυπο καὶ γιὰ τὶς μέρες μας κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ σύστημα, τὴ «Βασιλειάδα». Ἕνα ἵδρυμα ποὺ λειτουργοῦσε νοσοκομεῖο, ὀρφανοτροφεῖο, γηροκομεῖο καὶ ξενῶνας γιὰ τὴν φροντίδα καὶ ἰατρικὴ περίθαλψη τῶν φτωχῶν ἀρρώστων καὶ ξένων. Τὶς ὑπηρεσίες τοῦ τὶς πρόσφερε τὸ ἵδρυμα δωρεὰν σὲ ὅποιον τὶς εἶχε ἀνάγκη. Τὸ προσωπικὸ τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ ἦταν ἐθελοντὲς ποὺ προσφέρανε τὴν ἐργασία γιὰ τὸ καλό του κοινωνικοῦ συνόλου. Ἦταν ἕνα πρότυπο καὶ σὲ ἄλλες ἐπισκοπὲς καὶ στοὺς πλουσίους ἕνα μάθημα νὰ διαθέτουν τὸν πλοῦτο τους μὲ ἕνα ἀληθινὰ χριστιανικὸ τρόπο. Πραγματικὰ εἶναι ἄξιο θαυμασμοῦ ἡ ἔμπνευση ποὺ εἶχε ὁ Ἅγιος Βασίλειος ,τὸν 4ο αιώνα μ.Χ. νὰ ἱδρύσει καὶ νὰ λειτουργήσει ἕνα τέτοιο ἵδρυμα - πρότυπο.
Καταπονημένος ἀπὸ τὴν μεγάλη δράση ποὺ ἀνέπτυξε σὲ τόσους πολλοὺς τομεῖς ,ἐναντίον τῶν διαφόρων κακοδοξιῶν καὶ εἰδικὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ, μὴ διστάζοντας πολλὲς φορὲς νὰ ἀντιταχθεῖ μὲ τὴν ἑκάστοτε πολιτικὴ ἐξουσία, μὲ ὅπλα τοῦ τὴν πίστη καὶ τὴν προσευχή, μὲ τὰ κηρύγματα καὶ τοὺς λόγους του, μὲ τὰ πολλὰ ἀσκητικὰ καὶ παιδαγωγικὰ συγγράμματα, καθὼς καὶ τὴν ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας παραδίδει τὸ πνεῦμα στὸ Θεὸ τὴν 1η Ιανουαρίου τοῦ 379 μ.Χ. σὲ ἡλικία 49 ἐτῶν. Ὁ θάνατός του βυθίζει στὸ πένθος ὄχι μόνο τὸ ποίμνιό του ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸ χριστιανικὸ κόσμο τῆς Ἀνατολῆς. Στὴν κηδεία τοῦ συμμετέχει καὶ ἕνα πλῆθος ἀνομοιογενὲς ἀπὸ ἄποψη θρησκευτικῆς καὶ ἐθνικῆς διαφοροποιήσεως. Τὸ ὑψηλῆς σημασίας θεολογικὸ καὶ δογματικό του ἔργο καθὼς καὶ ἡ λειτουργικὴ καὶ πρωτότυπη ἀνθρωπιστική του δράση, εἶναι ἡ μεγάλη παρακαταθήκη πού μας ἄφησε. Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία τὴν 1ην Ιανουαρίου. Ἀπὸ τὸ 1081μ.Χ. ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης Ἰωάννης Μαυρόπους (ὁ ἀπὸ Εὐχαΐτων) θέσπισε ἕναν κοινὸ ἑορτασμὸ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, στὶς 30 Ἰανουαρίου, ὡς προστατῶν τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας.
Λίγα θαυμαστὰ γεγονότα ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου
Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης
Ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης, ὁ ἀσεβὴς καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, θέλησε νὰ πάει στὴν Περσία νὰ πολεμήσει πέρασε κοντὰ ἀπὸ τὴν Καισαρεία. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τὸν ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα ὅπου ἦταν συμφοιτητὲς πῆγε μαζὶ μὲ τὸν λαὸ νὰ τὸν τιμήσει. Ὁ Ἰουλιανὸς ἀπαίτησε νὰ τοῦ δωρίσει, ἀφοῦ ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο, τρεῖς ἀπὸ τοὺς κριθαρένιους ἄρτους του. Ὁ Ἅγιος τὸ ἔκανε καὶ ὁ Ἰουλιανὸς διέταξε τοὺς ὑπηρέτες νὰ ἀνταμείψουν τὴ δωρεὰ καὶ νὰ δώσουν χόρτο ἀπὸ τὸ λειβάδι. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος βλέποντας τὴν καταφρόνηση τοῦ βασιλιὰ τοῦ εἶπε «ἐμεῖς, βασιλιὰ ὅτι μας ζήτησες ἀπὸ κεῖνο ποὺ τρῶμε σου τὸ προσφέραμε κι ἐσύ μας ἀντάμειψες ἀπὸ κεῖνο ποὺ τρῶς». Τότε ὁ Ἰουλιανὸς θύμωσε πάρα πολὺ καὶ ἀπείλησε, ὅτι ὅταν θὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὴν Περσία νικητής, θὰ κάψει τὴν πόλη καὶ τὸν λαὸ θὰ τοὺς πάρει δούλους. Ὅσο γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο Βασίλειο θὰ τὸν ἀνταμείψει ὅπως πρέπει.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὅταν πῆγε στὴν πόλη ζήτησε ἀπὸ τὸ λαὸ νὰ μαζέψουν ὅτι πολύτιμο εἶχαν καὶ νὰ τὸ ἀποθηκεύσουν κάπου ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὁ φιλοχρήματος Ἰουλιανὸς γιὰ νὰ τοῦ τὸ προσφέρουν. Ἴσως κι ἔτσι κατευνάσουν τὴν ὀργή του.
Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἐπιστρέφει ὁ ἄφρων βασιλιάς, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ζήτησε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ νηστεύσουν τρεῖς μέρες. Μετὰ ὅλοι μαζὶ ἀνέβηκαν στὸ δίδυμον ὅρος τῆς Καισαρείας ὅπου στὴ μιὰ ἀπὸ τὶς δυὸ κορυφὲς ἦταν ὁ ναὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐκεῖ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος εἶδε σὲ ὀπτασία, μιὰ μεγάλη οὐράνια στρατιά, νὰ κυκλώνει τὸ ὄρος καὶ στὴ μέση νὰ κάθεται σὲ θρόνο μία γυναῖκα (ἡ Παναγία) καὶ νὰ δοξάζεται, ἡ ὁποία γυναῖκα εἶπε στοὺς ἀγγέλους νὰ τῆς φέρουν τὸν Μερκούριο γιὰ νὰ φονεύσει τὸν Ἰουλιανό, τὸν ἐχθρό του υἱοῦ της. Ἔπειτα εἶδε τὸν Μάρτυρα Μερκούριο νὰ φθάνει ὁπλισμένος μπροστὰ στὴν βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων κι ὅταν ἐκείνη τὸν πρόσταξε αὐτὸς νὰ φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο ποὺ ἦταν γραμμένη ὅλη ἡ δημιουργία τῆς κτίσεως κι ἔπειτα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἀρχὴ τοῦ βιβλίου ἦταν ἡ ἐπιγραφὴ «Εἶπε» καὶ στὸ τέλος τοῦ βιβλίου ἐκεῖ ποὺ ἔγραφε γιὰ τὴν πλάση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ ἐπιγραφὴ «Τέλος». Μόλις εἶδε τὴν ὀπτασία αὐτὴ ὁ Ἅγιος ξύπνησε.
Τὸ νόημα τῆς ὀπτασίας τοῦ βιβλίου, ἦταν ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἔγραψε, ὄντως, ἑρμηνεία στὴν Ἑξαήμερόν του Μωϋσέως στὴν ὁποία διηγεῖται, πὼς ὁ Θεὸς ἐποίησε τὸν οὐρανό, τὴν γῆ, τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τὴ θάλασσα, τὰ ζῷα καὶ ὅλα τὰ αἰσθητὰ κτίσματα. Ὅταν ὅμως, ἔμελλε νὰ γράψει καὶ γιὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τότε ὁ Μέγας αὐτὸς Ἅγιος ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴ γῆ καὶ πῆγε στοὺς οὐρανοὺς νὰ συναντήσει τὸν Κύριόν του ποὺ μὲ δύναμη ἀγάπησε καὶ ποὺ γι' Αὐτὸν μέσα σὲ πολὺ σύντομο διάστημα ποὺ ἔζησε ἔπραξε τόσα πολλὰ καὶ τόσο μεγάλα. Τὸ ἔργο τοῦ συμπλήρωσε κατόπιν ὁ ἀδελφός του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νύσσης, ποὺ ἔγραψε γιὰ τὴν ἕβδομη ἡμέρα τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅταν ὁ Ἅγιος εἶδε τὴν ὀπτασία, πῆγε στὴν πόλη μὲ μερικοὺς κληρικούς, στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, ὅπου μὴ βρίσκοντας τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ τὰ ὄπλα τοῦ ποὺ φυλάσσονταν στὸν Ναὸ ἕναν αἰῶνα ἀφότου μαρτύρησε ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Βαλεριανοῦ καὶ Βαλερίου, κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ κι ἔτρεξε ἀμέσως στὸ λαὸ νὰ τοὺς εἰδοποιήσει ὅτι ὁ ἄφρων Ἰουλιανὸς φονεύθηκε.
Βλέποντας τὸ θαῦμα οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὴν παρρησία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου δὲν θέλησαν νὰ πάρουν πίσω τὴν περιουσία ποὺ εἶχαν ἀποθηκεύσει γιὰ τὸν τύραννο Ἰουλιανό. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀφοῦ τοὺς ἐπαίνεσε γιὰ τὴν πράξη τους, τὸ ἕνα τρίτο του ποσοῦ τοὺς τὸ ἔδωσε καὶ τὰ ὑπόλοιπο ποσὸ τὸ διέθεσε γιὰ νὰ κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεῖα, νοσοκομεῖα, γηροτροφεία καὶ ὀρφανοτροφεῖα.
Οὐάλης
Μετὰ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν παραβάτη, βασίλευσε ὁ θεοσεβὴς Ἰοβιανὸς μόνο γιὰ ἕνα χρόνο καὶ κατόπιν τὴ βασιλεία παρέλαβαν ὁ Οὐαλεντιανὸς καὶ ὁ ἀδελφός του Οὐάλης ποὺ ἦταν αἱρετικός, ὀπαδὸς τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ Οὐάλης ἀφοῦ πῆρε μὲ τὸ μέρος τοῦ ὅλους τους ἐπισκόπους, θέλησε νὰ κάμψει καὶ τὸν Μέγα Βασίλειο ποὺ ἔμαθε ὅτι ἦταν ἀνένδοτος. Ἔστειλε δυὸ δικούς του ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀπειλὲς προσπάθησαν νὰ ἀποδεχθεῖ ὁ Ἅγιος τὶς αἱρετικὲς καὶ βλάσφημες δοξασίες τοῦ Ἀρείου. Ὁ ἕνας, μάλιστα ὁ ἄρχοντας Μόδεστος ἀφοῦ γύρισε ἄπραγος στὸν βασιλιὰ τοῦ εἶπε ὅτι, εὐκολότερο εἶναι νὰ μαλακώσει κανεὶς τὸ σίδηρο παρὰ τὴν γνώμη τοῦ Βασιλείου. Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ βασιλιὰς Οὐάλης θέλησε νὰ πάει ὁ ἴδιος στὸν Μέγα Βασίλειο. Αὐτὸ καὶ ἔκανε. Ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ὅταν ἔφθασε ὁ βασιλιὰς στὸν Ναό. Ἐκεῖ εἶδε τὴν τάξη καὶ τὴν ἡσυχία τῶν Χριστιανῶν ποὺ παρακολουθοῦσαν, τὸν Ἅγιο Βασίλειο νὰ τοὺς διδάσκει, σεμνός, ἀπέριττος, μὲ λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία καὶ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ βασιλιὰς ἔδειξε νὰ μετανιώνει κι ἀφοῦ μίλησε μὲ τὸν Ἅγιο, ἔφυγε.
Οἱ Ἀρειανοὶ Ἀρχιερεῖς, ὅμως καὶ πάλι μετέβαλαν τὴ γνώμη τοῦ βασιλιὰ καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ ἐξορίσει τὸν Ἅγιο. Ὅρισε τότε ὁ βασιλιὰς νὰ συντάξουν ἕνα κείμενο μὲ τὴν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου. ‘Ομως, βλέποντας ὅτι τὸ χέρι ἐκείνου ποὺ θὰ ἔγραφε τὴν ἀπόφαση τῆς ἐξορίας, ξεράθηκε καὶ τὸ ἴδιο τοῦ τὸ παιδὶ ἀρρώστησε βαριά, κάλεσε τὸν Ἅγιο νὰ προσευχηθεῖ. Καὶ κεῖνος μόνο ποὺ εἶδε τὸ παιδὶ τὸ ἴασε. Καὶ τὸν Μόδεστο, ἀκόμη γιάτρευσε ποὺ καὶ κεῖνος κινδύνευε νὰ πεθάνει. Αὐτὰ εἶδε ὁ βασιλιὰς καὶ γύρισε στὸ θρόνο του.
Ὁ βασιλιὰς Οὐάλης ἀργότερα, θέλησε νὰ χωρίσει τὴν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας σὲ δυὸ ἐπαρχίες, μὲ ἕδρα τὴν Καισάρεια στὴ μία καὶ τὰ Τύανα στὴν ἄλλη. Οἱ ἐπίσκοποι αἱρετικοὶ ὅπως ἦταν βρῆκαν εὐκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικοῦσαν μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο νὰ χωρίσουν καὶ τὶς Μητροπόλεις σὲ δυό, ὁρίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στὰ Τύανα. Τότε ὁ Ἅγιος μὲ ταπείνωση τοὺς εἶπε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ὑποχρέωση νὰ ἀκολουθεῖ τὴν βασιλεία, ἀλλὰ ἡ βασιλεία τὴν Ἐκκλησία, οὔτε εἶναι πρέπον νὰ χωρίζουν οἱ Μητροπολῖτες, οἱ μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ ἐπειδὴ χώρισαν οἱ ἔπαρχοι. Δὲν τὸν ἄκουσαν ὅμως οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὅρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Ἄνθιμον. Κι ὄχι μόνο αὐτὸ ἀλλὰ ἔκλεψαν καὶ κάποια κτήματα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ὀρέστου ποὺ ἦταν στὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὁ Ἅγιος ὡς μιμητὴς Χριστοῦ, εἰρήνευσε καὶ ἀρκέσθηκε στὴν ἐπαρχία τῆς Καισαρείας. Βλέποντας ὁ Θεὸς τὴν ὑπομονή του, σύντομα τιμώρησε τὸν Μητροπολίτη Τυάνων Ἄνθιμον καὶ ἑνώθηκαν καὶ πάλι οἱ ἐπαρχίες. Τότε εἶναι καθὼς λένε ὅτι χειροτόνησε ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο Ἐπίσκοπο στὰ Σάσιμα.
Ἀργότερα πάλι, μὲ περίσσιο θράσος οἱ Ἀρειανοὶ ἐπίσκοποι καὶ μὲ τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιὰ Οὐάλη ἐκδίωξαν τὸν Ὀρθόδοξο Ἀρχιερέα τῆς Νίκαιας καὶ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς πόλης καὶ κατέλαβαν τὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Τότε ἔδρασε γι' ἄλλη μιὰ φορᾶ ὁ Μέγας αὐτὸς Ἅγιος της Ἐκκλησίας μας καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν ἄδεια τοῦ βασιλιὰ νὰ διευθετήσει ὅπως αὐτὸς ἤθελε μὲ τὸν τρόπο του, ἀρκεῖ νὰ εἶναι δίκαιος καὶ γιὰ τὰ δυὸ μέρη, ἔφθασε στὴ Νίκαια καὶ εἶπε νὰ σφραγίσουν τὸν Ναὸ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ οἱ Ἀρειανοὶ καὶ ἀφοῦ προσευχηθοῦν πρῶτα οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου, ἐὰν ἀνοίξουν οἱ πύλες νὰ πάρουν αὐτοὶ τὸν Ναό, ἐὰν ὅμως ὄχι νὰ προσευχηθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ ἐὰν ἀνοίξουν οἱ πύλες νὰ τοὺς δοθεῖ καὶ πάλι ὁ Ναὸς ἐὰν ὄχι νὰ πάει στοὺς Ἀρειανούς. Συμφώνησαν ὅλοι καὶ περισσότερο οἱ Ἀρειανοὶ ἀφοῦ πλεονεκτοῦσαν στὴ περίπτωση ποὺ δὲν ἄνοιγαν οἱ πύλες. Ἔτσι κι ἔγινε. Προσευχήθηκαν πρῶτα οἱ Ἀρειανοί, γιὰ τρεῖς ἡμέρες. Πῶς νὰ τοὺς ἀκούσει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν αὐτοὶ τὸν ὑβρίζουν; Οἱ πύλες καὶ βέβαια ἔμειναν κλειστές. Μετὰ προσευχήθηκαν οἱ Ὀρθόδοξοι μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸν Μητροπολιτικὸ Ναό. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος μὲ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πῆγαν στὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ καὶ ὅταν ἀκούσθηκε ὁ Μέγας Βασίλειος νὰ λέει «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἔσπασαν οἱ μοχλοὶ καὶ οἱ κλειδαριὲς καὶ οἱ πύλες ἄνοιξαν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα ὁ Ναὸς ἐπανῆλθε στοὺς Ὀρθοδόξους καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστούς του Ἀρείου ἔγιναν Ὀρθόδοξοι.
Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος
Μαθαίνοντας ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ποιὸς εἶναι ὁ Ἅγιος. Εἶδε τότε στήλη πυρὸς ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ λέει: «Ἐφραίμ, Ἐφραίμ, καθὼς τὴν πυρίνην ταύτην στήλην, τοιοῦτος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἔρημο παίρνοντας μαζί του ἕνα διερμηνέα ποὺ νὰ μιλάει τὴν Ἑλληνικὴ καὶ Συριακὴ γλῶσσα καὶ πῆγε νὰ βρεῖ τὸν Ἅγιο Βασίλειο. Ἔφθασε τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, ὅταν τὴν ὥρα ἐκείνη λειτουργοῦσε ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ βλέποντας ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ τὰ λαμπρὰ καὶ πολύτιμα ἄμφια τὰ ὁποῖα φοροῦσε ὁ Ἅγιος Βασίλειος, θέλησε νὰ φύγει γιατί νόμιζε ὅτι μάταια πῆγε. Τότε ἔστειλε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἕνα διάκονο νὰ βρεῖ στὴ δυτικὴ πύλη τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸν φέρει στὸ ἱερό. Ὁ Ὅσιος δὲν θέλησε νὰ πάει λέγοντας στὸν διάκονο, ὅτι μᾶλλον πλανήθηκε ὁ Ἀρχιερέας, γιατί αὐτοὶ εἶναι ξένοι. Ἔστειλε πάλι τὸν διάκονο ὁ Ἅγιος Βασίλειος λέγοντάς του νὰ τοῦ πεῖ «Κύριε Ἐφραίμ, ἐλθὲ εἰς τὸ Ἅγιον Βῆμα, διότι σὲ καλεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε ἔτσι ὁ Ὅσιος ὅτι στήλη πυρὸς ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ πῆγε στὸ Ἅγιο Βῆμα καὶ ἀφοῦ τὸν ἀσπάσθηκε συνομίλησε μαζί του γιὰ πνευματικὰ θέματα καὶ θεία νοήματα.
Μιὰ χάρη σου ζητῶ, Ἅγιε Δέσποτα τοῦ εἶπε μέσῳ τοῦ διερμηνέα τοῦ ὁ Ὅσιος ἐφραίμ, νὰ προσευχηθεῖς στὸν Κύριό μας νὰ μοῦ χαρίσει τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν δύναμη νὰ μιλήσω Ἑλληνικά. Προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος μαζὶ μὲ τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ τὸ θαῦμα. Ὁ Ὅσιος πραγματικὰ μίλησε Ἑλληνικά. Κατόπιν ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐχειροτόνησε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ Ἱερέα καὶ τὸν διερμηνέα τοῦ Διάκονο.
Μιμητὴς Χριστοῦ
Ὅταν κάποτε παρατήρησε τὸν τοπικὸ ἄρχοντα γιὰ μία ἀδικία ποὺ ἔκανε σὲ μία χήρα γυναῖκα, κι ἀφοῦ ὁ ἄρχοντας δὲν συμμορφώθηκε, ἀναγκάσθηκε ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ πεῖ, ὅτι ὅπως ἔμενε ἀσυγκίνητος στὶς ἐκκλήσεις αὐτῆς τῆς ἀδικημένης γυναίκας ἔτσι κάποιοι θὰ μένουν ἀσυγκίνητοι ὅταν αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἔχει τὴν ἀνάγκη τους. Ἔτσι ἔγινε ὅταν ὁ βασιλιὰς τοῦ ἔδειξε τὴν ὀργή του, ὀδηγώντας τὸν σιδηροδέσμιο οἱ στρατιῶτες του στὶς πόλεις γιὰ νὰ πληρώσει τὶς ἀδικίες ποὺ εἶχε κάνει. Τότε κατάλαβε τὴν πρόρρηση τοῦ ἁγίου καὶ παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο καὶ τὸν Θεὸ νὰ τὸν λυπηθεῖ. Ὁ ἀμνησίκακος Ἅγιος προσευχόμενος στὸν Θεὸ καὶ μόνο μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἠρέμησε τὸ βασιλιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ ἕξι μέρες ἀφ' ὅτου ὁ δυστυχὴς ἄρχοντας παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο ἔφθασε γράμμα ἀπὸ τὸ βασιλιὰ ὅπου τὸν ἐλευθέρωνε. Μ' αὐτὸ τὸν τρόπο συνετίσθηκε ὁ ἄρχοντας κι ἀναγνώρισε τὴν καλωσύνη τοῦ Ἁγίου τὸν ὁποῖο κι εὐχαρίσθησε. Καὶ στὴ γυναῖκα ποὺ εἶχε ἀδικήσει ἔδωσε διπλάσιο τὸ ποσό.
Πρὸς τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας πορείας του, καθὼς μετέβαινε στὴν Ἐκκλησία, μία ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ ρίχνοντας ἕνα γράμμα στὸ ὁποῖο ἔγραψε τὶς ἁμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν ἡ ἴδια νὰ τὶς ξεστομίσει καὶ κλαίγοντας παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιο νὰ τὸ διαβάσει καὶ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες της. Ὁ Ἅγιος τὴν παρηγόρησε, καὶ εἶπε ὅτι μόνο ὁ Κύριος συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, ὅπως ἦταν, κρατοῦσε τὸ γράμμα σ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Στὸ τέλος κάλεσε τὴ γυναῖκα καὶ τῆς ἐπέστρεψε τὸ γράμμα. Ἐκείνη μόλις τὸ ἄνοιξε δὲν βρῆκε τίποτε γραμμένο, παρὰ μόνο ἕνα σημεῖο ὅπου ἀναφέρει ἕνα θανάσιμο ἁμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν λυπηθεῖ καὶ νὰ προσευχηθεῖ καὶ πάλι στὸ Θεὸ νὰ τὴ συγχωρήσει. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος τότε τῆς εἶπε νὰ πάει ἀμέσως στὴν ἔρημο νὰ βρεῖ τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ καὶ νὰ δεηθεῖ αὐτός, στὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἁμάρτημά της. Ἡ γυναῖκα χωρὶς νὰ χρονοτριβήσει μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου πῆγε ἀμέσως στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν Ὅσιο Ἐφραὶμ κι ἀφοῦ τοῦ διηγήθηκε τὴν ἱστορία της, τὸν παρακάλεσε θερμά.
Ὁ Ὅσιος ὅμως τῆς ἀρνήθηκε, λέγοντάς της νὰ πάει στὸν Ἅγιο Βασίλειο ὅπου οἱ δικές του δεήσεις ἔσβησαν τὶς ἁμαρτίες τῆς ἔτσι αὐτὸς πάλι μπορεῖ νὰ δεηθεῖ στὸν Κύριο καὶ γιὰ τὴ μία ἁμαρτία ποὺ ἔμεινε. Νὰ τὸ κάνει σύντομα ὅμως γιατί ὁ Ἅγιος σὲ λίγο πεθαίνει. Ἐκείνη μόλις τὸ ἄκουσε ἔφυγε τρέχοντας νὰ προλάβει ζωντανὸ τὸν Ἅγιο. Ὅταν ἔφθασε, ὅμως ἡ δύστυχη βρῆκε τὸ φέρετρό του καὶ πλῆθος κόσμου πάνω του. Ἔκλαιγε καὶ φώναζε, ρίχνοντας τὸ γράμμα στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου εἶπε σὲ ὅλους τὴν ἱστορία. Κλαίγοντας ἔλεγε ὅτι ὁ Ἅγιος μποροῦσε νὰ δεηθεῖ καὶ γι' αὐτὴ τὴν ἁμαρτία ἀλλὰ τὴν ἔστειλε σὲ ἄλλον. Ἕνας Ἱερέας τότε θέλησε νὰ δεῖ στὸ γράμμα γιὰ ποιὰ ἁμαρτία μιλοῦσε ἡ γυναῖκα. Καὶ τότε νὰ τὸ θαῦμα. Δὲν ὑπῆρχε στὸ γράμμα τίποτε γραμμένο.
Κατὰ τὴν τελευταία μέρα πάλι τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Ἅγιος καὶ Μέγας Βασίλειος ἔκανε Χριστιανὸ τὸν Ἑβραῖο γιατρὸ καὶ φίλο τοῦ Ἰωσὴφ καθὼς καὶ ὅλη του τὴν οἰκογένεια μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Ἀφοῦ ὁ γιατρὸς τὸν ἐπισκέφθηκε, ρώτησε ὁ Ἅγιος νὰ τοῦ πεῖ πόσες ὧρες τοῦ μένουν. Αὐτὸς πιάνοντας τὸν σφυγμό του, τοῦ εἶπε ὅτι μένουν λίγες ὧρες, κι ὅτι στὴ δύση τοῦ ἡλίου θὰ πεθάνει. Ὁ Ἅγιος τότε τοῦ εἶπε ὅτι ἂν ζήσει μέχρι τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τί θὰ κάνει. Ὁ Ἰωσὴφ τοῦ εἶπε ὅτι ἂν συμβεῖ κάτι τέτοιο νὰ πεθάνει ὁ ἴδιος. Καλὰ τὸ λὲς τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος νὰ πεθάνεις τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ζήσεις ἐν Χριστῷ. Δέχθηκε ὁ Ἰωσὴφ γιατί ἦταν ἀδύνατο μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους νὰ συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ὅταν ἔφυγε ὁ Ἑβραῖος, προσευχήθηκε ὁ Ἅγιος Βασίλειος στὸν Θεὸ νὰ τοῦ παρατείνει τὴ ζωὴ καὶ γιὰ νὰ δώσει τὴν πραγματικὴ ζωὴ στὸ φίλο του Ἰωσὴφ καὶ στὴν οἰκογένειά του καὶ γιὰ νὰ προλάβει νὰ ἔρθει ἐκείνη ἡ δυστυχισμένη γυναῖκα, ποὺ ἔστειλε στὴν ἔρημο στὸν Ὅσιο Ἐφραίμ. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέηση τοῦ ἀγαπημένου δούλου του. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸ πρωΐ ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν τὸν Ἑβραῖο γιατρό. Ἐκεῖνος ἀμέσως πῆγε στὸ σπίτι τοῦ Ἁγίου νομίζοντας ὅτι θὰ τὸν βρεῖ νεκρό. Βλέποντας ὅμως ὅτι ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἦταν ζωντανὸς χωρὶς κὰν σφυγμὸ καὶ ζωὴ στὶς φλέβες τοῦ ἔπεσε στὰ πόδια του κι ἀναγνώρισε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό. Σὲ λίγο ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος βάπτισε τὸν Ἰωσὴφ μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννη καὶ ὅλη του τὴν οἰκογένεια.
Γύρω στὶς δέκα ρώτησε πάλι ὁ Ἅγιος τὸν φίλο του «Κύριε Ἰωάννη πότε θὰ πεθάνω;» κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε «ὅταν ὁρίσεις ἐσὺ Δέσποτα»
Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου
Κατανοώντας ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὰ προβλήματα ποὺ εἶχαν δημιουργηθεῖ καὶ στὸν κλῆρο καὶ στὸ λαό, νὰ παρακολουθήσουν τὴν μακρὰ Θεία Λειτουργία καὶ τὶς εὐχὲς πρὸς τὸν Θεό, στὴν ὅλη ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, παρακάλεσε τὸν Κύριο μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ νὰ τοῦ φανερώσει τὸν τρόπο νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς. Ὁ τρόπος, θαυμαστός, ὅπως μόνο σὲ ἕναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα καὶ Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας θὰ ταίριαζε. Σὲ ὀπτασία, λοιπόν, εἶδε ὁ Ἅγιος, ὁ σοφότατος Βασίλειος, τὸν Κύριο μὲ τοὺς Ἀποστόλους, νὰ τελεῖ τὴν Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τὶς εὐχὲς ὄχι ὅπως ἀκριβῶς εἶναι γραμμένες στὴ Θεία λειτουργία τοῦ ἀδελφοθέου Ἰακώβου, ἀλλὰ συντετμημένες μὲ τέτοιο τρόπο, ὅπως τὶς συνέθεσε κατόπιν ὁ Ἅγιος στὴ Θεία Λειτουργία του.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α'.
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου,
ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου
δι' οὐ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας,
τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας,
τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας,
Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε,
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρήσαθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΕΙΣ ΤΙΜΗΝ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ Η ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΕΤΕΛΕΣΑΜΕΝ ΧΘΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΝΑΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟ ΑΓΑΡΗΝΩΝ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ...
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
«ΙΕΡΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο Α΄» ΕΔΡΑ: 4ο ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΟΝ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΤΗΛ. 210 6020176
Α.Π. 1Α Κορωπί 1995
Η ΙΕΡΟΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΙΣ
Α.Π. 2509/4.4.1991 ΠΕΡΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ, ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΤΩ ΙΕΡΩ ΝΑΩ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑΝ ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Προλογικόν σημείωμα
Ἡ ὑπό τον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν Ἰερά Σύνοδος, με τήν ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 2509/4.4.91 Πράξιν – ‘Απόφασιν, εἶχεν συστήσει παρά τῶ Ἱερῶ Ναῶ Ἁγίας Τριάδος και Ἁγίων Κηρύκου και Ἰουλίττης, Ἐκκλησιαστικόν Ἵδρυμα ὑπό τήν ἐπωνυμίαν: «ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ – ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», διά τήν ἀνέγερσιν, ὀργάνωσιν και λειτουργίαν τῆς ὁποίας εἶχεν ὁρίσει ὑπευθύνους «τούς: 1) Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν και πάσης Ἑλλάδος κ. Ἀνδρέαν και 2) Τον Παν/τον Πρωτοσύγκελλον Ἀρχιμανδρίτην Κήρυκον Κοντογιάννην». Το διά τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἱδρυθέν το 1991 Ἐκκλησιαστικόν Ἵδρυμα, Στέγη Φιλοξενίας Κληρικῶν Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας προεβλέπετο να διακονήση τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἰς τήν Πανορθόδοξον Ἱεραποστολήν Της, εἶναι δε χαρακτηριστικόν και το ὅτι ὑπεγράφη και ὑφ’ ὅλων τῶν Ἀρχιερεών τῆς Ἐκκλησίας ΓΟΧ Ἑλλάδος, ἀλλά και ὑπό τοῦ τότε Μητροπολίτου Κιτίου Ἐπιφανίου τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἡ πανορθόδοξος ἀποστολή του διεφάνη εὐθύς μόλις ἀποπερατώθησαν αἱ κτιριακαί ἐγκαταστάσεις, και ἤρχισε να λειτουργῆ το Ἵδρυμα, ἀλλά ξέσπασε το 1999-2005 ἡ «λαίλαπα» τῶν Νικολαιτῶν και «ηφάνισε» ὅ,τι καλόν ἤρχισε να διενεργῆται… Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά θέματα τά ὁποῖα θα ἀπασχολήσουν τήν προσεχῆ Πανορθόδοξον Σύνοδον, ἡ ὁποία θα συνεδριάση εἰς το «Πανορθόδοξον Συνοδικόν Εκκλησιαστικόν Κέντρον» τῆς Σταυροπηγιακῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης Τιμίου Σταυροῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς. Και ὡς πρῶτον βῆμα θα εἶναι να ὑλοποιηθῆ προγενεστέρα ἀπόφασίς της, περί λειτουργίας Γραφείου τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου εἰς το Ἐκκλησιαστικόν Ἵδρυμα «ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ – ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ».
Παραθέτομεν τήν ἀπόφασιν:
«ΑΠΟΦΑΣΙΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. 2509 / 4.4.1991
Περί συστάσεως Ἐκκλησιαστικοῦ Ἱδρύματος ὑπό τήν ἐπωνυμίαν: «ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ – ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» παρά τῶ Ἰερῶ Ναῶ Ἁγίας Τριάδος Κάτω Ἠλιουπόλεως.
Ἡ Ἰερά Σύνοδος ἐν τῆ συνεδρία Αὐτῆς τῆς 4/17.4.1991 κατόπιν προτάσεως τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν και πάσης Ἑλλάδος κ. Ἀνδρέου και τοῦ Πρωτοσυγκέλου Ἀρχιμ. Κηρύκου Κοντογιάννη, ἐπελήφθη τοῦ θέματος: «Σύστασις Ἐκκλησιαστικοῦ Ἰδρύματος ὑπό τήν ἐπωνυμίαν «Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή – Στέγη Φιλοξενίας Κληρικῶν Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» και ἐπέκτασις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἀγίας Τριάδος Κάτω Ἠλιουπόλεως.
Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν:
1ον: Τους σκοπούς τοῦ Ἱεροῦ Φιλανθρωπικοῦ Συνδέσμου τῶν Κληρικῶν (σ.σ. τοῦ ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ εἰς τήν νομήν και διαχείρισιν τοῦ ὁποίου ἀνήκει και ὁ ΟΔΑΠΙΕΓΟΧ) και
2ον: Τάς ἀνάγκας τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος και δή τήν ἀνάγκην ἐπεκτάσεως τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος και δημιουργίας Στέγης Φιλοξενίας Κληρικῶν τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας,
Ἀποφαίνεται
Ἀποφασίζει τήν σύστασιν Ἐκκλησιαστικοῦ Ἱδρύματος ὑπό τήν ἐπωνυμίαν «ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ – ΣΤΕΓΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», το ὁποῖον θα λειτουργήση εἰς τά πλαίσια τῶν σκοπῶν τοῦ Ἱεροῦ Φιλανθρωπικοῦ Συνδέσμου ὡς διαμονή τοῦ ἑκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου και Στέγη Φιλοξενίας Κληρικῶν και θα στεγασθῆ εἰς το παρά τον Ἱερόν Ναόν Ἁγίας Τριάδος και Ἁγίων Κηρύκου και Ἰουλίττης ἀνεγειρόμενον και ἐπέκτασιν τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ 5όροφον κτίριον. Το ‘Εκκλησιαστικόν τοῦτο Ἵδρυμα θα λειτουργήση δι’ ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ ὡς Παράρτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου (σ.σ. ἐν Περιστερίω) ἐπί τῶ σκοπῶ τῆς προωθήσεως τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφιεροῦται δε εἰς τιμήν και μνήμην τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Γρηγορίου τοῦ Ε΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και πάντων τῶν Νεομαρτύρων και τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν και Πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Ματθαίου τοῦ Α΄. Διά τήν ἀνέγερσιν τοῦ κτιρίου και τήν ὀργάνωσιν και λειτουργίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ τούτου Ἱδρύματος, ὁρίζομεν ὑπευθύνους τον Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν και Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἀνδρέαν και τον Παν/τον Ἀρχιμανδρίτην Κήρυκον Κοντογιάννην
Ἄνεγνώσθη, ἐκρίθη και ἀπεφασίσθη.
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
+Ο ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ
ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΓΟΧ ΚΥΠΡΟΥ
+ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ
ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ
Ο ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ
ΑΡΧΙΜ. ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΙΠΑ ΜΕΛΗ
(ΕΠΟΝΤΑΙ ΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΑΙ).
Διά τήν ἐνημέρωσιν τῶν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων
Μετ’ εὐχῶν και τῆς ἐν Κυρίω ἀγάπης
Ὁ ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις
+ ‘Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης
Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς
και Τοποτηρητής τῆς ‘Αρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν
τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου ‘Εκκλησίας
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΗΝΑ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ
ΤΕΥΧΟΣ 711 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ
1) Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Μηνά
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του «ετάζοντος καρδίας και νεφρούς» (Ψλμ.7,10) Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός.
Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών.
Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «προς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ό Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική.
Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη - διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «εν ερημίαις πλανώμενος και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» (Εβρ. 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου.
Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό.
Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «και μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθαίος 10,28).
Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές.
Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «όταν δε προσφέρωσιν υμάς επί τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πώς ή τι απολογήσησθε ή τι είπητε. Το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα ά δει ειπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12).
Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο.
Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του.
Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.
Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου.
Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό - λατρευτικό κέντρο.Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις.
2) Τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Μηνά
Κάποιος χριστιανός από την Κωνσταντινούπολη, οδεύοντας για το πανηγύρι του Αγίου Μηνά και έχοντας μαζί του αρκετά χρήματα, κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος είδε τα ξένα χρήματα και, κυριευμένος από απληστία, σκότωσε τον προσκυνητή, τον διεμέλισε και έβαλε τα κομμάτια του σε μία σπυρίδα (ζεμπίλι). Ενώ σκεφτόταν πού να θάψει τα μέλη του θύματός του για να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα, καταφθάνει στο ξενοδοχείο ένας έφιππος στρατιώτης, ο Άγιος Μηνάς, και τον ρωτάει επίμονα πού βρίσκεται ο προσκυνητής. Ο ξενοδόχος τον διαβεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτε αλλά ο Άγιος ξεπεζεύει, εισέρχεται στα ενδότερα του ξενώνα, βρίσκει την σπυρίδα, την φέρνει μπροστά του και τον ρωτάει με φοβερό και άγριο βλέμμα να του πει ποιος είναι ο νεκρός.
Τότε ο φονιάς έφριξε, πέφτοντας άφωνος και τρέμων στα πόδια του άγνωστου ιππέα. Ο Άγιος συνάρμοσε τα μέλη του
θύματος, προσευχήθηκε και ανέστησε το νεκρό προσκυνητή παραγγέλνοντάς του να δοξάζει τον Θεό. Ο αναστημένος, σαν να είχε εγερθεί από τον ύπνο, κατάλαβε όσα έπαθε, εδόξασε τον Θεό και προσκύνησε τον Άγιο.
Μόλις ο φονιάς συνήλθε από τον τρόμο του και σηκώθηκε, του πήρε ο Άγιος τα κλεμμένα χρήματα και τα επέστρεψε στον προσκυνητή λέγοντάς του να συνεχίσει τον δρόμο του.
Έπειτα, για να ολοκληρώσει την ευεργεσία του Θεού, στράφηκε προς τον ξενοδόχο, τον έδειρε όπως του άξιζε, τον ενουθέτησε, του έδωσε συγχώρηση για το έγκλημά του προσευχόμενος γι’ αυτόν, καβάλησε το άλογό του και έγινε άφαντος. Τότε μόνο κατάλαβε ο ξενοδόχος ότι ο στρατιώτης αυτός ήταν ο Άγιος Μηνάς, γεγονός που θυμίζει την εμπειρία των δύο Αποστόλων κατά την πορεία τους προς Εμμαούς, με την συντροφιά του αναστημένου Χριστού. (Λουκά κδ’,31).
Κάποιος πλούσιος χριστιανός έταξε στον Άγιο Μηνά να προσφέρει έναν ασημένιο δίσκο στο ναό του. Παρήγγειλε λοιπόν στον αργυροχόο δύο δίσκους και του ζήτησε στον μεν ένα να γράψει το όνομα του Αγίου στον δε άλλον το όνομα το δικό του. Επειδή όμως ο δίσκος ο προορισμένος για τον Άγιο έγινε λαμπρότερος και ωραιότερος, ο χριστιανός, από απληστία κινούμενος, δίχως να ντραπεί τον κράτησε για τον εαυτό του.
Ταξιδεύοντας λοιπόν στη θάλασσα, δείπνησε στο πλοίο χρησιμοποιώντας ασυλλόγιστα και χωρίς ευλάβεια τον δίσκο του Αγίου. Μετά το δείπνο ο υπηρέτης του ανευλαβούς χριστιανού προσπάθησε να πλύνει τον δίσκο στη θάλασσα με αποτέλεσμα να του πέσει στο νερό και να βυθισθεί. Τότε ο νεαρός υπηρέτης φοβήθηκε πολύ, σάστισε και, προσπαθώντας να πιάσει τον δίσκο, έπεσε κι αυτός στη θάλασσα.
Όταν ο κύριός του αντελήφθη το συμβάν, συναισθάνθηκε ότι πλήρωνε τα επίχειρα της απληστίας του και τυπτόμενος από την συνείδησή του, παρακαλούσε τον Θεό να βρει έστω το λείψανο του μικρού υπηρέτη του, τάζοντας να δώσει στο ναό του Αγίου Μηνά και τον δεύτερο δίσκο, και τα χρήματα που άξιζε ο χαμένος στη θάλασσα δίσκος. Αφού βγήκε στη στεριά περίμενε με αγωνία στην ακρογιαλιά μήπως και εκβρασθεί το πτώμα του υπηρέτη. Και ενώ παρατηρούσε τη θάλασσα, βλέπει τον μικρό να βγαίνει ζωντανός από το νερό κρατώντας στα χέρια του και τον ασημένιο δίσκο του Αγίου!
Ο πλούσιος έφριξε από το θαύμα και έβγαλε φωνή μεγάλη την οποία ακούγοντας οι επιβάτες του πλοίου βγήκαν όλοι έξω και, βλέποντας το συμβάν, ρωτούσαν τον υπηρέτη, που τους διηγήθηκε τα εξής: «Μόλις έπεσα στη θάλασσα, παρουσιάσθηκαν μπροστά μου τρεις άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος από αυτούς φορούσε στρατιωτική στολή, ο άλλος ήταν νεαρός και ο τρίτος ήταν Διάκονος. Αυτοί οι τρεις με πήραν μαζί τους από τον βυθό και περπατώντας χθες και σήμερα, με έφεραν μέχρι εδώ».
Ο κύριος του παιδιού και οι επιβάτες του πλοίου ακούγοντας το εξαίσιο θαύμα, εδόξαζαν τον Θεό και εθαύμαζαν για τους τρόπους που χρησιμοποιεί προκειμένου οι άνθρωποι «εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (2 Τιμόθ. 3,7).
Οι τρεις που έσωσαν τον υπηρέτη ήταν ο Άγιος Μηνάς (ο στρατιωτικός), ο Άγιος Βίκτωρ (ο νεαρός) και ο Άγιος Βικέντιος (ο Διάκονος).
Οι δύο τελευταίοι Άγιοι εμαρτύρησαν την ίδια ημέρα με τον Άγιο Μηνά. Τον 2ο αι. μ.Χ.. ο Άγιος Βίκτωρ γδάρθηκε ζωντανός από τους ειδωλολάτρες και τον 3ο αι. μ. Χ. ο Άγιος Βικέντιος πέθανε έπειτα από σταύρωση και εξάρθρωση των μελών στην οποία τον υπέβαλαν οι βασανιστές του. Τιμώνται μαζί με τον Άγιο Μηνά την 11η Νοεμβρίου.
Ακόμη ένα θαύμα του Αγίου Μηνά έλαβε χώρα το 1826 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος. Το 1821, μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821, στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826, οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.
Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.
Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.
Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του. Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.
«Μεταξύ των αδικημένων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι και ο Οσιώτατος πατήρ Γεώργιος, ο Χατζη-Γεώργης, ο οποίος είναι ένας σύγχρονος Άγιος της εποχής μας, αλλά, μπορούμε να πούμε, και μεγάλος Άγιος, ανάλογα με την εποχή μας.», γράφει ο Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης.Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης (1809-1886), «ο μέγας και περιβόητος ασκητής», ασκήτευσε στο Άγιον Όρος επί μακρό χρονικό διάστημα. Επί αρκετά χρόνια έμενε στην Κερασιά, στο μεγάλο Κελί του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά, ως υποτακτικός του Παπα-Νεόφυτου στην αρχή και ως Γέρων της Συνοδείας από το 1848 και έπειτα. «Κάποτε, ενώ ο Γέροντας ησχολείτο με το εργόχειρο, κατά λάθος κατάπιε μεγάλη βελόνα και προσευχήθηκε προς τον μεγαλομάρτυρα Μηνά.Στάθηκε τότε ο άγιος ενώπιόν του, έβαλε το χέρι στον λαιμό του και έβγαλε την βελόνα.».
Το 1942, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπό τον Ρόμμελ δυνάμεις του Άξονα στην Αφρική είχαν καταφέρει να προελάσουν τόσο ώστε να είναι ορατός ο κίνδυνος να φθάσουν στην Διώρυγα του Σουέζ. Στην περιοχή του Ελ Αλαμέιν (αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά), όπου βρισκόταν τα ερείπια ναού του Αγίου Μηνά και ίσως και ο τάφος του, οι αντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν για την αποφασιστική σύγκρουση η οποία θα έκρινε το αν οι Σύμμαχοι θα κατάφερναν να παραμείνουν στην Αφρική.
Μεταξύ των συμμαχικών στρατευμάτων βρισκόταν και ελληνική στρατιωτική δύναμη, η οποία πήρε μέρος στη μάχη. Ένα από τα βράδια εκείνα, πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Μηνά να βγαίνει από τα ερείπια του ναού του οδηγώντας ένα καραβάνι με καμήλες, όπως απεικονίζεται σε μία από τις παλαιές αγιογραφίες του ναού του, και να μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο των εχθρικών δυνάμεων. Η εμφάνιση αυτή κατατρόμαξε τους Γερμανούς και υπονόμευσε καίρια το ηθικό τους, πράγμα που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.
Σε ανταπόδοση της ευεργεσίας αυτής του Αγίου παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο τόπος εκείνος και ξανακτίσθηκε ο ναός καθώς και μοναστήρι του Αγίου Μηνά.
Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στρατείαν κατέλιπες την κοσμικήν, αθλητά, ουράνιον είληφας την κληρουχίαν, σοφέ, και στέφος αμάραντον, δόξαν αποδιώξας βασιλέως γήινου, άθλους δε διανύσας μαρτυρίου γενναίου. Διό, μεγαλομάρτυς Μηνά, πρέσβευε σωθήναι ημάς
Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Της στρατείας ήρπασε, της επικήρου, και αφθάρτου έδειξε, σε Αθλοφόρε κοινωνόν, Μηνά Χριστός ο Θεός ημών, ο των Μαρτύρων ακήρατος στέφανος.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2026
Η ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ 1981 ΚΑΙ ΤΟΥ 1983 (Η ΕΝ ΕΤΕΙ 2006 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ
ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057
Ἀριθμ. Πρωτ. 32 Ἐν Κορωπίῳ τῆ 20 ‘Απριλίου 2006
ΠΡΟΣ
τούς Αἰδεσιμωτάτους Ἱερεῖς τῆς ἐν Κύπρῳ Αὐτοκεφάλου Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας π. ΜΙΧΑΗΛ, π. ΚΥΡΙΑΚΟ καί π. ΑΓΑΘΟΚΛΗ
Αἰδεσιμώτατοι Πατέρες.
Ὡς ἀσφαλῶς θά γνωρίζετε τήν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἦλθον εἰς Κύπρον προσκεκλημένος τοῦ π. Μιχαήλ Κουρτῆ καί μιᾶς μικρᾶς ὁμάδος Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά ἐνημερωθοῦν διά τήν πορείαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων. Δέν ἀπηυθύνθην πρός ὑμᾶς διότι ἀπό 16.6.2006 ἔχω διακόψει πᾶσαν πνευματικήν κοινωνίαν μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ κ. Νικολάου, μετά τῆς ὁποίας σεῖς παραμένετε εἰσέτι ἐν κοινωνία. Πέραν αὐτοῦ εἶχον ἐγκύρους πληροφορίας, ὅτι περιμένετε τάς ἀποφάσεις τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου διά τήν Κύπρο, διά νά «δῆτε τί θά κάνετε», καί κατόπιν τούτου δέν θά ἤθελα νά θεωρηθῆ μία ἐνδεχομένη ἐπικοινωνία, ὡς προσπάθεια νά «σᾶς φέρω μέ τό μέρος μου», ὡς τινές μοί εἰσηγήθησαν.
Διά τῆς παρούσης ὅμως ἐπιστολῆς ἐπικοινωνῶ μαζί σας, διότι τό ἐθεώρησα ἐπάναγκες, καθόσον καί πρίν μεταβῶ εἰς Κύπρον, καί ὅταν μετέβην, ἐπληροφορήθην ὅτι ἐπί τοῦ βασικοῦ θέματος τῆς Ὁμολογίας – ‘Εκκλησιολογίας, ἔχετε ἤδη τοποθετηθεῖ, ἤτοι παραμένετε μετά τοῦ Νικολάου, διότι «κακῶς ὁ Κήρυκος ζητάει Ὁμολογίαν ἀπό τόν Νικόλαον». Καθ’ ὑμᾶς, «ὁ Νικόλαος καί ἡ Σύνοδός του διακρατοῦν τάς Ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983», καί δέν ἔχω κανένα λόγον νά ἀμφιβάλλω ὅτι αὐτή εἶναι πράγματι ἡ θέσις σας.
Τοῦτο ὅμως εἶναι ἄκρως παραπλανητικόν, διότι ἡ ἐπίκλησις τῶν Ὁμολογιῶν, εἰς τάς ὁποίας προέβη ἡ Ἱερά Σύνοδος κατά τά ἔτη 1981 καί 1983, δέν καλύπτει οὐδένα, οὔτε τήν ψευδοσύνοδον τοῦ κ. Νικολάου, διότι αὕτη κατεπάτησεν καί ἀκύρωσεν διά λόγων καί πράξεων αὐτάς τάς ἀποφάσεις - ὁμολογίας, οὔτε ὑμᾶς, ἐάν τάς ἐπικαλεῖσθε καί διά τούς ἑαυτούς σας, ἐφ’ ὅσον παραμένετε εἰς κοινωνίαν μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου, διότι κατά τόν ἅγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην τινές ««Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Δηλαδή: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A).
Βεβαίως σᾶς ἐκοινοποίησα πολλά ἀπό τά ἐπίσημα ἔγγραφα, τά ὁποῖα ἀπέστειλα εἰς τήν ψευδοσύνοδον τοῦ Νικολάου, καί μἀλιστα τινά ἀπευθυνόμενα καί πρός ὑμᾶς, τῶν ὀποίων ἀνεγράφαμε καί τά ὀνόματα, καί σᾶς ἐζήτησα τήν ἄποψίν σας, ἀλλά καμμιᾶς ἀπαντήσως δέν ἠξιώθημεν. Τώρα ὅμως θεωρῶ ἐπάναγκες νά σᾶς γράψω ἐπί τοῦ εἰδικωτέρου θέματος, τῆς ἐπικλήσεως τῶν Ὁμολογιῶν τοῦ 1981 καί 1983, διότι ὅπως τό θέτετε δημιουργῆτε λανθασμένας ἐντυπώσεις εἰς τούς πιστούς, μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ἐγκλωβίζετε καί αὐτούς εἰς εἰς τήν καθ’ ἡμᾶς σχισματοαίρεσιν τοῦ κ. Νικολάου.
‘Επί τοῦ προκειμένου:
Α΄
Ἡ ἐπίκλησις τῶν Ὁμολογιῶν τοῦ 1981 καί 1983 καί ἠ παράλληλος καί ἐν ταυτῶ ἄρνησις ἀντιμετωπίσεως τῶν ἰδίων ληστρικῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι τό 1981 καί τό 1983 ὡδήγησαν τήν Ἱεράν Σύνοδον εἰς ἐκείνας τάς καλάς Ὁμολογίας, τούς ἀποκαλύπτει ὡς «ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ», ὅπερ ταυτόν μέ τήν ἄρνησιν. Διότι, ἐνῶ ἐν λόγοις ἐπικαλοῦνται τάς Ὁμολογίας - ἀποφάσεις αὐτάς, ἐν ἔργοις συμμετέχουν τόσον ἐνεργῶς εἰς τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὥστε τά πάντα μετέρχονται νά σταματήση ἡ ὁμολογιακή ἀντιμετώπισις αὐτοῦ τοῦ κινήματος, καί γίνονται βάρβαροι διῶκται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὁμολογιακῶς κατά τῆς νέας προδοσίας. Καί αὐτό, βεβαίως, πού συμβαίνει τά τελευταῖα χρόνια, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς προπαγάνδας, ἡ ὁποία ἐξησκήθη συστηματικῶς ἀπό τά ξένα Κέντρα, ὥστε καί οἱ ‘Αρχιερεῖς μας, καί οἱ Ἱερεῖς μας καί ὁ λαός νά μή διαθέτουν πλούσια ἀποθέματα ὁμολογιακοῦ φρονήματος καί νά καταντοῦν ἀφελῆ θύματα τῶν ἐπιτηδείων προπαγανδιστῶν τῆς προδοσίας καί νά λένε «δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ὁμολογίες καί ἐκκλησιολογίες τοῦ Γκουτζίδη καί τοῦ Κηρύκου».
Παράλληλα, ὅμως καί προκειμένου νά παραπλανήσουν τούς ἀφελεῖς κάμνουν καί καμμιά «Ομολογία» ἐν λόγοις, ἡ ὁποία ὅμως ἐφ’ ὅσον δέν ἀνταποκρίνεται «ἐν ἔργοις» καταντᾶ κενός λόγος, ὑποκρισία, δόλωμα, ὅπως κενός λόγος, ὑποκρισία καίν δόλωμα ἦτο καί ἠ «Ὁμολογία» τοῦ πρώην Φλωρίνης τό 1950.
Β΄
Διά νά τό καταλάβουμε ὅμως τοῦτο, χρειάζεται νά γνωρίζωμεν τούς λόγους οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τήν Ἱεράν Σύνοδον εἰς αὐτάς τάς δύο καλάς Ὁμολογίας - ἀποφάνσεις. Ἤδη ἔχει γραφεῖ ποῖοι λόγοι ὡδήγησαν τότε τήν Ἱεράν Σύνοδον νά προβῆ εἰς τήν Ὁμολογίαν –Ἀπόφανσιν τοῦ 1981. Θά ἠδυνάμην νά εἴπω ὅτι ὁ πρῶτος καί βασικός λόγος εἶναι ἡ σημειωθεῖσα μετά τό 1971 συστηματική ἐκστρατεία, μέ πρῶτον τόν ‘Επίσκοπο καί Γραμματέα τῆς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς Μανχάτταν Λαῦρο, νά παρουσιάση τήν χειροθεσίαν ὡς ΑΝΑΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ. Τοῦτο ὅμως ἦτο ψευδές, διότι καμμία χειροθεσία δέν ἔγινε, κατά τήν δήλωσιν τῆς ‘Εξαρχίας, καί κατόπιν καί τοῦ ἰδίου τοῦ Φιλαρέτου, παρά μία ἁπλῆ τυπική πρᾶξις ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς καί τοῦτο ὑπό συγκεκριμένας προὑποθέσεις. Δεύτερος βασικός λόγος ἦτο ὅτι οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς, δἐν ἀπέστειλαν, ὡς ὑπεσχέθησαν, κατά τήν Δήλωσιν τῆς ‘Εξαρχίας, τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Πίστεως, οὔτε καί ποτέ ἐτήρησαν ταύτην. ‘Εγένετο ἤδη ἀπό τό 1974 προσπάθεια νά περάση ἡ βλασφημία, ὅτι τό 1971 εἰς τήν Ἀμερικήν ἔγινε κανονική χειροθεσία, ἤτοι ὡς ἐπί σχισματικῶν, καί δυστυχῶς θύματα αὐτῆς τῆς νέας ληστρικῆς ἐπιθέσεως κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἦσαν οἱ Πειραιῶς Νικόλαος, καί ὁ Κορινθίας Κάλλιστος, οἱ ὁποῖοι ἐπρόδωσαν τήν Ὁμολογίαν καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Καί ὁ μέν Πειραιῶς ἐπρόδωσε μέ τό ἀπό 28.10.74 Ἀπολογητικόν του Ὑπόμνημα εἰς τόν Πταισματοδίκη ‘Αθηνῶν, ἐν συνεχεία τῆς μηνύσεως τοῦ νεοημερολογίτου «Πειραιῶς» Χρυσοστόμου, ὁ δέ Κορινθίας Κάλλιστος ἐπρόδωσε μέ τήν δήλωσίν του ὅτι ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς πρώην σχισματικός. Καί τοῦ μέν Νικολάου ἡ προδοσία παρέμεινε μυστική, ἀφοῦ ὑπό τοῦ ἰδίου ἐπαρουσιάζετο ὡς Ὁμολογία Πίστεως, τοῦ δέ Καλλίστου, ὡς γενομένης «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ», κατεεδικάσθη, διό καί ὁ Κάλλιστος καθηρέθη. Τρίτος βασικός λόγος, ἦτο ὅτι ἐξ’ ἀφορμῆς ὅλων τῶν ἀνωτέρω καί ὅσων ἄλλων ἠκούοντο περί χειροθεσίας, ἡ ἐλαχιστότης μου, ἐδήλωσα, ὅτι δέν θά δεχθῶ χειροτονίαν ἐάν δέν ξεκαθαρίσουν τί ἔγινε τό 1971 εἰς ‘Αμερικήν, ὁμοῦ δέ μετά τοῦ κ. ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη προέβημεν εἰς Μήνυσιν κατά τῆς ‘Εξαρχίας. Τέταρτος βασικός λόγος, ἦτο ἡ ὑπαναχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Κιτίου ‘Επιφανίου, ὁ ὁποῖος μέ τά ὅσα ἐδήλωνεν ἐκ τῶν ὑστέρων διά τό θέμα τοῦ 1971 καί μέ τό θέμα Βαρυκοπούλου καί μέ τάς ἀμφιταλαντεύσεις τοῦ φρονήματός του, ὅσον ἀφορᾶ τήν Κανονικότητα ἤ μή τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948, ἠνάγκασε καί τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς νά ἀπαιτήσουν τήν ἐν Συνόδῳ ἐξέτασιν τοῦ θέματος, ὅπερ ἔγινε τό 1981 ερἰς τήν μεγάλην Σύνοδον εἰς τήν ὁποίαν συμμετέσχε καί ὁ Κιτίου, καί κατά τήν ὁποίαν ἐξεδόθη ἡ Ἀπόφανσις – Ὁμολογία τοῦ 1981.
Εἶναι γεγονός, ὅτι μετά τήν καθαίρεσιν τοῦ Καλλίστου, καί παρά τό γεγονός ὅτι αὕτη ἐγένετο «ἐπί ἀρνήσει τῆς Ἀρχιερωσύνης» του, ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος, κατώρθωσε μέ τά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα καί τάς θεωρίας νά ἐνσπείρη παντοῦ τό μικρόβιον τῆς ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς χειροθεσίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, καί νά γίνη ἡ διάδοχος μετά τόν Κάλλιστον κατάστασις εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν. Πρίν ἀπό τήν Μεγάλην Σύνοδον τοῦ 1981 εἶχε προηγηθεὶ τό «ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΤΟΥ 1979», ὅπου ἐσημειώθη καί μία σχετική ὁμολογιακή τοποθέτησις (καί διά τό θέμα τῆς χειροθεσίας καί διά τό θέμα Βαρυκοπούλου). Εἶναι ἡ ὁμολογιακή τοποθέτησις διά τήν ὁποίαν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν Πρακτικῶν τοῦ Συνεδρίου ὁ π. Εὐστάθιος Τουρλῆς ἐξέφρασε τήν διαφοροποίησίν του καί ἀπεκάλυψε ὅτι ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ συνέπλεε μετά τοῦ Κιτίου Ἐπιφανίου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος, μετά ἀπό πολλάς συνεδριάσεις καί ἐπισταμένην μελέτην τοῦ θέματος ΚΑΤΕΛΗΞΕ εἰς τήν Ὀμολογίαν - ἀπόφανσιν τοῦ 1981, ἐκεῖνα δέ τά ὁποῖα συνέβαλον τά μέγιστα, ὥστε νά βεβαιωθῶμεν καί ἀπό τούς ἰδίους, ὅτι Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΔΕΧΘΗ ΤΗΝ ΛΕΓΟΜΕΝΗΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ, ἦτο ΠΡΩΤΟΝ ἡ κοινή ὑφ’ ἁπάντων τῶν ‘Αρχιερέων ΔΗΛΩΣΙΣ καί ΟΜΟΛΟΓΙΑ, ὅτι «οὔτε εἰς τόν λογισμόν των πέρασε ἡ σκέψις, ὅτι εἴτε εἰς τήν Ἀμερικήν, εἴτε εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐδέχθησαν χειροθεσίαν ὡς ἐπί σχισματικῶν, ἤ ὅπως ἀναφἐρει ἡ βλάσφημος καί οὐδέποτε ἐφαρμοσθεῖσα, ὡς μή γενομένη δεκτή, ἀπόφασις τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, κατά τόν Η’ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ΔΕΥΤΕΡΟΝ δύο ἐπιστολαί τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου καί Προέδρου τῆς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ἡ μία πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν καί ἡ ἄλλη εἰς τόν Κιτίου Ἐπιφάνιον, ἐκ τῆς ὁποίας φαίνεται σαφέστατα, ὅτι είς μέν τήν Ἀμερικήν δέν ἐγένετο χειροθεσία κατά τόν Η Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι ὡς ἐπί σχισματικῶν, ἀλλά μία ἁπλῆ συγχωρητική εὐχή, παραπονεῖται δέ διότι, ὅπως ἐπληροφορήθη εἰς τήν Ἑλλάδα δέν ἀνεγνώσθη οὔτε κἄν αὐτή ἡ συγχωρητική εὐχή.
Ἔτσι προέκυψε ἡ Ὁμολογία τοῦ 1981, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη τό 1983, μέ ἔκδοσιν μάλιστα σχετικῆς ἱστορικῆς Ἐγκυκλίου, διότι τά ἴδια Κέντρα τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, συνέχισαν καί μἀλιστα μέ μεγαλυτέραν ἔντασιν τάς ληστρικάς ἐπιθέσεις των, τάς ὁποίας ξεκίνησαν πολύ πρίν τό 1971 καί συνέχισαν καί μετά τό 1971, ὅταν διεπἰστωσαν τήν ἀποτυχίαν τῶν σχεδίων εἰς ‘Αμερικήν, κατόπιν μέ τόν Κάλλιστον, καί ἐν συνεχείᾳ μέ τόν Κιτίου Ἐπιφάνιον. Ἡ ἐπανάληψις τῆς Ὁμολογίας τοῦ 1981 ἦτο ἀπαραίτητος, διότι πάλιν τό 1983 σημειώνεται σφοδρά ληστρική ἐπίθεσις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτήν τήν φοράν διά στόματος Αὐξεντίου καί Σακαρέλλου («Ὀρθόδοξος Τύπος»), στήν προσπάθειά τους πάλιν νά μᾶς παρασύρουν καί μᾶς ἐξαρτήσουν ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς.
‘Ιδού τί εἶπε τήν 13/26.5.83, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Φλωρινικῶν κ. Αὐξέντιος εἰς Πανελλαδικόν συνέδριον τῶν ὁπαδῶν του:
«Ἀλλ’ ἐνῶ προέκοπτεν ὁ ἱερός ἡμῶν Ἀγών πρός ἑδραίωσιν καί κατίσχυσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ μισόκαλος καί πειραστής πάντων, ἐμίσησε τήν ἑνότητα καί τήν ἀγαστήν συνεργασίαν ἡμῶν καί ἐνέσπειρε τήν διχόνοιαν καί τήν διαίρεσιν ἀπό τοῦ ἔτους μάλιστα 1937... Καί οὕτω ἀπεσχίσθησαν τῆς Ἐκκλησίας οἱ λεγόμενοι καί φερόμενοι ὡς παράταξις ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Προσφάτως δέ, καί ἕτεροι ἡμέτεροι Ἀρχιερεῖς ἀπεσχίσθησαν ἄνευ σοβαρᾶς αἰτίας καί λόγου. ΟΥΔΕΙΣ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ὑπεχρέωσεν αὐτούς νά ἀπομακρυνθοῦν τῆς Ἐκκλησίας των.
Οἱ Ἱεροί καί Θεοφόροι Πατέρες διακελεύουν: «Περί βίου μή ἐρεύνα! Περί πίστεως ἀπόσχου». Πᾶς λοιπ΄πον ἕτερος λόγος διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ΑΝΕΔΑΦΙΚΟΣ, ΑΝΑΞΙΟΣ ΛΟΓΟΥ. Λόγοι μωροφιλοδοξιῶν καί σπουδαρχίας) δηλαδή ἡ μετά σφοδρᾶς ἐπιθυμίας καί διά παντός μέσου ἀπόκτησις ἀξιωμάτων) ὁδήγησαν αὐτούς εἰς τήν διάσπασιν.Περί αὐτῶν, δικαίως, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρός τόν μαθητήν του Τῖτον λέγει: «Εἰσίν πολλοί ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι, καί φρεναπάται, οὕς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους άνατρέπουσιν διδάσκοντες, ἅ μή δεῖ, αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τίτ. Α,10).
Ἡμεῖς παρά ταῦτα, ἀνεξικάκως φερόμενοι καί πάντοτε πρόθυμοι πρός πᾶσαν δυνατήν συνεργασίαν, ἐπί τῆ βάσει τῶν ‘Ιερῶν Κανόνων καί Νόμων τῆς Ἐκκλησίας, ἐπεδι΄βξαμεν παντί σθένει καί τρόπῳ, τήν διατήρησιν τῆς ἑνότηος, χάριν τῆς εἰρήνης καί προὀδοου τοῦ Ἱεροῦ ¨ημῶν Ἀγῶνος.
Ἀλλά εἰς μάτην ὁ ἀγών ἡμῶν! Διότι οἱ φερόμενοι ὡς ΜΑΤΘΑΙΚΟΙ, θεωροῦντες ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗΝ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΠΗ ΤΗΝ ΥΦ’ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ ΑΥΤΩΝ, μετέβησαν εἰς Ἀμερικήν αἰτούμενοι τήν ΘΕΡΑΠΕΙΑΝ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ, παρά τῆς ἐν Ὑπερορίᾳ εὑρισκομένης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυρίου Φιλαρέτου! Ὁπότε οἱ δύο Ἀρχιερεῖς ἐκπροσωποῦντες τήν παράταξιν Ματθαίου, εὑρεθέντες ἐν ἀπορία καί ἀμηχανία, ἤκουσαν παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ρώσων τήν ΑΝΑΓΚΗΝ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΡΩΣΣΩΝ, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς ΕΛΛΑΔΑ, ἵνα λάβουν τήν ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑΝ ΚΑΙ ΕΥΧΗΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΗΜΩΝ.
Οὗτοι ὅμως ἐπανελθόντες ἐν Ἑλλάδι, οὐχί μόνον δέν ὑπήκουσαν τοῖς κελεύσμασι τῶν Ρώσων Ἀρχιερέων, ἀλλά πρός καθησύχασιντῶν ἐξαπτομένων πνευμάτων ἐν τῆ παρατάξει αὐτῶν, ἤρχισαν ἀδιάλλακτον πολεμικήν διά τε τῆς γραφίδος καί κηρυγμάτων, ἴσως καί παρά προσώπων μή εἰδότων καί μή κατεχόντων τήν ΑΛΗΘΕΙΑΝ περί τῆς ἀντικανονικότητος τῆς Συνόδου τῆς παρατάξεως Ματθαίου.
Ἡμεῖς, ὅμως, διά τήν ἀγάπην τοῦ Ἀναστάντος Θεοῦ καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, προσεπαθήσαμεν πολλάκις καί διά γραπτῶν ἡμῶν προτάσεων νά ἔλθωμεν εἰς ἑνότητα ἀγάπης μετά τῶν Ματθαιϊκῶν πρός θεραπείαν τῶν ἐν αὐτοῖς κακῶν. ‘Αλλά λόγοι, οὕς αὐτοί καί μόνον γνωρίζουν, ματαιώνουν πάντοτε καί ναυαγοῦν τά προτάσεις καί τήν ἐπιθυμίαν ἡμῶν πρός ἕνωσιν.
Εὐχόμεθα πρός τήν παράταξιν ταύτην, ὅπως συνερχομένη ἐν μετανοίᾳ ἐπιστρέψη εἰς τήν Κανονικήν ἡμῶν Ἐκκλησίαν».
( Βλέπε: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ» (τεῦχος 10, Μάϊος -Ἰούνιος 1983)
Τά ἴδια ὑπεστήριζε τότε καί ὁ Σακκαρέλλος μέσα ἀπό τόν «Ὀρθόδοξο Τύπο». Ἀμέσως τότε ἡ Ἱερά Σύνοδος πρέβη εἰς ἐκείνην τήν ἱστορικήν - ὁμολογιακήν ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν ὅμως ἡ Ἱερά Σύνοδος κράτησε μέχρι τό τό 1997, ἀφοῦ τό 1993 οἱ τρεῖς πού παρέμειναν τότε στήν ἀλήθεια, τήν ἐπανέλαβον, διά νά ἀντιμετωπίσουν τήν νέαν σχετικήν βλασφημίαν τῶν πέντε, τήν ὁποίαν ὑπεστήριξε πρῶτος ὁ Ἰερομ. Εὐθύμιος Ἐπιφανίου.
Γ΄
Μετά ὅμως τό 1997 νέα ληστρική ἐπίθεσις σημειώνεται κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καί μάλιστα μέ μεγαλυτέραν σφοδρότητα. Καί αὐτή ἡ νέα ἐπίθεσις ξεκίνησε ἔξωθεν, ἀπό τά ξένα Κέντρα, ἀλλά πλέον εἰσῆλθε καί ἐντός τῶν τειχῶν. Ἔτσι αὐτό πού διεκήρυξε ὁ Αὐξέντιος τό 1983, ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ πολύ ἐντονώτερον, μετά τό 1997, ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τούς Νεοημερολογίτας, ΟΜΩΣ ΤΩΡΑ διά τῶν κ. Β. Σακκᾶ, ἀδελφῶν Τσακίρογλου, καί Κάτσουρα, καί μέ συντονιστάς τούς κ.κ. «Ἀχαίας» Καλλίνικον καί Σακαρέλλον. Δηλαδή πάλιν ἐνεργοῦν τά ἴδια Κέντρα, τά ὁποῖα συνεχίζουν τήν ἐκστρατεία ἀπό τό 1971, 1976, 1978, 1980, 1983 καί 1991, ἀλλά αὐτήν τήν φοράν κατορθώνουν καί εἰσέρχονται «ἐντός τῶν τειχῶν», καί τό ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΝ, ΟΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΝΕΑΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΝ, ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΝΕΑΝ ΕΠΙΘΕΣΙΝ (ΔΙΩΓΜΟΝ), ΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΜΕ ΒΑΡΒΑΡΙΚΟΝ, μέχρι καί διαμονικόν τρόπον, ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς καί μέχρι σήμερον ἀντιμετώπισαν ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΣ τό νέον προδοτικόν κίνημα. Τό ἀποκορύφωμα αὐτοῦ τοῦ κινήματος τῆς προδοσίας ἦτο ἡ ἱερόσυλος συμπαικτική καί διά λογαριασμόν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ παραίτησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ‘Ανδρέου ὑπέρ τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, διά νά προωθηθοῦν, ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς «χειροθετημένου» (βάσει τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων) πιό γρήγορα καί πιό εὔκολα οἱ στόχοι τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ τελικός στόχος εἶναι ἡ ΠΛΗΡΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΝ, ἔστω καί ἄν κρατοῦν τό Παλαιόν. ‘Ιδού ἡ νέα πρόκλησις -ἐπίθεσις κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς: Ὁ Χρυσὀστομος Κιούσης ἀπέστειλε πρός τήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ» εἰς τήν ὁποίαν ἀνανεώνει τήν περί «χειροθεσίας – χειροτονίας» βλασφημίαν τῶν Φλωρινικῶν. Ἡ ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ αὐτή ἦλθε στά χέρια μας τό 1997. Γράφει:
«Δοκιμάζομεν ὅμως τήν πικρίαν τοῦ χωρισμοῦ τῆς μαρτυρικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, διότι οἱ μέν προερχόμενοι ἐκ τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου ἀπεσπάσθησαν δημιουργήσαντες σχίσμα ἐξ αἰτίας ἀλόγου φανατισμοῦ.
Διά τό ἀληθές ὅμως παρεσύρθησαν ἀπό δεινόν τινά ἱερωμένον ἐγκάθετον τῆς Ἐκκλησίας τῶν νεοημερολογιτῶν, Εὐγένιον Τόμπρον ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος εἰσεχώρησε εἰς αὐτούς καί ὑπεκρίθη τόν θερμόν ζηλωτήν εἰς ἀκριβολογίαν πίστεως, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀποπλάνησιν τοῦ γέροντος ‘Επισκόπου Ματθαίου παρασύρας τοῦτον εἰς δύο φοβερά ὀλισθήματα.
Τό πρῶτον, ἀπόσχισιν ἀπό τῶν χειροτονησάντων αὐτόν Μητροπολιτῶν πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, κλπ. ὅστις ἐδικάσθη καί ἐξωρίσθη δίς διά τήν ὀρθόδοξον πίστιν καί ἀπέθανεν ἐν ὀρθοδόξω ὁμολογία. Δεύτερον εἰς χειροτονίαν ἐπισκόπων ὑπό μόνου ἐκείνου περί τό τέλος τῆς ζωῆς του κατά παράβασιν τοῦ Α Ἀποστολικοῦ Κανόνος. Τήν ἀκυρότητα τῆς χειροτονίας των οἱ Ματθαιϊκοί μετά τινα ἔτη ἐζήτησαν νά διορθώσουν ἀπό τήν Ρωσικήν ἐν διασπορᾶ ‘Εκκλησίαν εἰς Ἀμερικήν.
Ἐδέχθησαν ἀναχειροτονίαν ἤ χειροθεσίαν, πλήν ὅμως ἐξ ἐσωτερικῆς των διαμάχης ἀπεκήρυξαν ὑστέρως τήν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ἐπανῆλθον οὕτω εἰς τήν πρώτην ἀκυρότητα τῶν χειροτονιῶν. Ματαίως ὅθεν καί σφαλερῶς πιστεύουν ὅτι ἔχουν κανονικήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τήν ἐκδίκησιν τοῦ Α Ἀποστολικοῦ Κανόνος, ἆρα εἶναι ἀντικανονικοί».
Δ΄
Ὁ Φλωριναῖος «Πενταπόλεως» Καλλιόπιος τό ἴδιον ἔτος δημοσιεύει στά «Πάτρια» τό ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα 54/76 Πειραιῶς καί τό εἰς αὐτό βασιζόμενον 46/91 τῆς Δράμας, μέ σκοπό νά περάση τό μήνυμα ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ὑπό τοῦ Νόμου ὡς ἕλκοντες τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Τό περιεχόμενον τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων τό εἴδαμε μετά τό 1997. Θά παραθέσω δὐο ἀποσπάσματα ἀπό τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα 54/76, διά τό ὁποῖον, ἄν καί πέρασαν 8 ἔτη Καταγγελιῶν, ἀπό τότε πού ἔγινε γνωστόν μέσα ἀπό τά «Πάτρια» τοῦ Καλλιοπίου, ὅμως ἀκόμη τό καλύπτουν διά νά μή θιγῆ ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος καί νά μήν ἀποκαλυφθῆ ἡ προδοσία του καί ἡ βλασφημία του κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.
‘Ιδού τό πρῶτον:
«'Από τοῦ ἔτους 1937 ὁ κατά τήν 26ην Μαίου 1935 χειροτονηθείς εἰς 'Επίσκοπον Βρεσθένης Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Ματθαῖος Λαυρεώτης περιελθών εἰς ἔριδα μετά τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, ἥν καί τύποις περιέγραψεν, ἵδρυσεν νέαν θρησκευτικήν κοινωνίαν, ἥν ὠνόμασεν ὡσαύτως Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος» ... «...Ἡ ἐν λόγῳ δευτέρα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Ἐκκλησία ὑποστηρίζει τήν συγκρότησιν αὐτῆς ...», «...οἱ κατά τό ἔτος 1935 καθαιρεθέντες 'Αρχιερεῖς μετέστησαν εἰς τήν τάξιν τοῦ Μοναχοῦ, μηδεμίαν ἐξουσίαν ἔχοντες πρός ἐνέργειαν τῶν εἰς τούς Ἐπισκόπους ἐπιτρεπομένων, ἐν οἷς καί ἡ χειροτονία ἱερέως ἤ Ἀρχιερέως, ἥτις τυχόν γενομένη εἶναι ἄνευ ἐννόμου ἀξίας καί δέν περιποιεῖ τῷ χειροτονηθέντι τήν ἰδιότητα τοῦ Κληρικοῦ ἤ τοῦ Ἐπισκόπου...» (Πάτρια, Τόμος 11ος, σελ. 164 καί 165).
Ἰδού καί τό δεύτερον ἀπόσπασμα:
«Πρός θεραπείαν τῆς τοιαύτης "ἀδυναμίας" ... αἱ δύο θρησκευτικαί κοινωνίαι τῶν παλαιοημερολογιτῶν προσέφυγον κεχωρισμένη ἑκάστη εἰς τήν Ὑπερόριον Ρωσικήν 'Ορθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἥτις ἐδέχθη διά χειροθεσίας κατ' οἰκονομίαν τοῦ Η 'Αποστολικοῦ Κανόνος τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου"Περί τῶν ὀνομαζόντων μέν ἑαυτούς καθαρούς ποτε, προσεχρομένων δέ τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ἔδοξε τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Συνόδῳ, ὥστε χειροθετουμένους αὐτούς, μένειν οὕτως ἐν τῷ κλήρῳ ...", νά καταστήση κανονικάς τάς ἐκ τοῦ Ματθαίου προερχομένας χειροτονίας τῆς "Ματθαιϊκῆς" Ἱεραρχίας, δυνάμει τῆς ἀρχῆς καθ' ἥν μία ἄνομος πράξις ἐπικυρώνεται ὡς Μυστήριον, ἄνευ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπαναλήψεως...» (Αὐτόθι σελ. 165).
Ε
Ὁ κ. Βασίλειος Σακκᾶς μέ ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους ἐπιστολάς (ἐπιλογήν τῶν ὁποίων θά παραθέσωμεν εἰς ἄλλην ‘Ενημέρωσιν) ἐπροπαγάνδιζε ὅτι βάσει τῆς χειροθεσίας «σήμερα δέν ὑπάρχει διαφορά εἰς τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν μεταξύ Ματθαιϊκῶν καί Φλωρινικῶν».
ΣΤ΄
Ὁ κ. Δ. Κάτσουρας καί οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου ἐπροπαγάνδιζαν αὐτάς τάς θέσεις τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ τήν παράλληλον προώθησιν τῆς θέσεως τοῦ μ. Μαξίμου ὅτι «βιάσθηκε ὁ ἅγιος Πατέρας τό 1937 καί ἀπεκήρυξε τόν Φλωρίνης», ἐνῶ οἱ ἴδιοι προώθησαν τήν παρωδίαν διαλόγου μετά τῶν Φλωρινικῶν, βάσει τῆς ἀναγνωρίσεώς μας ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς.
Ζ΄
Ἡ περί τόν ‘Αρχιεπίσκοπον ‘Ανδρέαν καί μετέπειτα τόν «Πειραιῶς» κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδος ἀπό τό 1998 ἐμφανῶς πλέον καλύπτουν τό νέον κίνημα καί δέν ἀπαντοῦν ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΣ, διότι σκοπός ἦτο ἡ ἀναγνώρισίς μας ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τούς Νεοημερολογίτας.
Ἡ νέα αὐτή ἐπίθεσις – πρόκλησις (1997 -2005) εἶχε ἕνα καί μοναδικό στόχο, νά περάση εἰς ὅλους τούς ‘Αρχιερεῖς, ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων, ἔστω καί διά τῆς σιωπῆς, ἡ χειροθεσία ὡς ἐπί σχισματικῶν. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔννοιαν εἶχε ἡ πρότασις τῶν Φλωρινικῶν τό 1998, νά μή συζητήσουμε τά θέματα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου ἀπό τό 1937 ἕως τοῦ 1971, πράγμα τό ὁποῖον ἐμμέσως ἀπεδέχθησαν οἱ «ἡμέτεροι» Ἀρχιερεῖς, μή λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τήν ἡμετέραν, ὡς Προέδρου τῆς ‘Επιτροπῆς πρότασιν νά ἐμμείνωμεν εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου.
Η΄
Καί ἐνῶ μέχρι τό 2003 ἐπίσημα τουλάχιστον σιωποῦν καί δέν ἐκδηλώνονται, πράγμα τό ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ, ἐνῶ διώκουν αὐτούς πού καταδικάζουν αὐτήν τήν νέαν πρόκλησιν, τό 2003 συμβαίνει ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ἀπό τάς ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983, καί γενικώτερα ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς «χειροθεσίας». Δηλαδή, ἐνῶ μέχρι τώρα καί ἀτομικῶς καί Συνοδικῶς ὡμολόγουν ὅτι τό 1971 δέν ἔγινε καμμία χειροθεσία, δέν ἐφηρμόσθη ἡ ἀπόφασις τῶν Ρώσων κλπ., τό 2003, παραλλήλως καί μέ τήν περιγραφήν τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως Μπροῦκλιν, ΥΠΑΝΕΧΩΡΗΣΑΝ. Οὕτω ἐδήλωσαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ»: Ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας: «Ἔκανα λάθος τό 1971», (δίχως νά ἐξηγήση ποτέ τί λάθος ἔκανε). Ὁ «Πειραιῶς» Νικόλαος (καί οἱ λοιποί) δέν δέχεται νά πάρη ὁμολογιακήν θέσιν ἔναντι τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων. Ὁ ‘Αργολίδος Παχώμιος: «Ὁλοι ἔχουμε τήν χειροτονίαν ἀπό χειροθετημένους». Ὁ Περιστερίου Γαλακτίων: «Καί εἰς τήν ‘Αμερικήν καί εἰς τήν Ἑλλάδα διαβάστηκαν εὐχαί χειροτονίας. Ἤμουν παρόν ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος διάβαζε τίς εὐχές τῆς χειροτονίας». Ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος (μέσω τρίτων): «Ἡ χειροτονία του πέρασε ἀπό τήν χειροθεσία, τήν ὁποίαν ἀντίθετα μέ ἄλλους πάντοτε ὑπερασπίζονταν, καί θά χειροτονήση μαζί μέ τούς Ἕλληνας Ἀρχιερεῖς, Ἐπισκόπους γιά τήν Ρωσία, διά νά μεταδώση ἑκατονταπλάσια ἐκεῖνο πού ἔλαβε ἀπό τόν Φιλάρετο». (Μήν ποῦν, ὅτι σέ αὐτό ἀπήντησε ὁ Κιτίου μέσω τοῦ π. Ἀντωνίου Γαβαλᾶ, διότι δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπάτη ἀπ’ αὐτό πού ἔκανε ὁ π. Ἀντώνιος). Παράλληλα πρός αὐτήν τήν ὁμαδικήν ὑπαναχώρησιν καί συγχρόνως παρατηρεῖται καί ἡ ἱερόσυλος συμπαικτική καί διά λογαριασμόν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὑπέρ τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου διά νά ὑπηρετήση ἐκεῖνος πλέον ὡς ἀναγνωρισμένος ὑπό τοῦ Νόμου τό νέον κίνημα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρός τελείαν ἀναγνώρισιν ὑπό τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ.
Μετά ἀπό αὐτήν τήν ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΙΝ ἀπό ἐκείνας τάς καλάς Ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983, τότε τί ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ἔχουν, τί ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΝ κηρύττουν, τί ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ ἰσχυρίζονται ὅτι διαφυλάττουν; Διότι ἀγαπητοί Ἱερεῖς τῆς Κύπρου, μέ τό νά ἐπικαλοῦνται φραστικῶς καί μόνον τάς Ὁμολογίας τοῦ 1981 καί τοῦ 1983, καί παράλληλα νά ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ καί νά μήν ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥν τήν νέαν ληστρικήν ἐπίθεσιν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί τάς ληστρικάς ἀποφάσεις πού ἐλήφθησαν ὑπό τῶν περί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν καί τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον Ἀρχιερέων, εἰς τά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ κινήματος, καί νά ἔχουν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, αὐτό σημαίνει, ὅτι «ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ», ἐνῶ τάσσονται μετά τῶν πολεμίων καί τῶν προδοτῶν τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.
Θ
Μέ τό σκεπτικόν σας ὅτι «δέν χρειάζεται Ὁμολογία, γιατί αὐτό εἶναι σάν νά παραδεχὠμαστε ὅτι δέν εἴχαμε Ὁμολογία», ἡ ‘Εκκλησία δέν θά ἔπρεπε νά καθορίσει τό Συνοδικό τῆς ‘Ορθοδοξίας πού τό ἐπαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε οἱ Ἅγιοι Μέγας Φώτιος, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Μάρκος ὁ Εὐγενικός, θά ἔπρεπε, νά προέβαινον εἰς νέαν διακήρυξιν τῆς Ὁμολογίας Πίστεως, κάθε φορά πού οἱ αἱρετικοί προσπαθοῦσαν νά παραπλανήσουν τούς ὀρθοδόξους, οὔτε ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Ματθαῖος, θά ἔπρεπε νά προέβαινε, μετά τό σχίσμα τοῦ πρ. Φλωρίνης εἰς τήν διακήρυξιν σειρᾶς Ὁμολογιακῶν διακηρύξεων.
Ι΄
Τό ἐπιχείρημά σας, «τί μᾶς ἐνδιαφέρει ἐμᾶς τί λένε οἱ Φλωριναῖοι καί οἱ Νεοημερολογῖτες», εἶναι ἐπίσης ἀστεῖο, διότι, ἐδῶ δέν πρόκειται γιά τό τί λένε οἱ Φλωριναῖοι καί οἱ Νεοημερολογῖτες, ἀλλά πρόκειται περί τοῦ χειροτέρου διωγμοῦ πού ἐνέσκυψεν. Διώκεται ἡ Ὁμολογία, διώκεται ἡ ‘Αποστολική Διαδοχή, διώκεται δηλαδή ἡ ‘Εκκλησία, διώκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καί, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, «ὅταν διώκεται ὁ Χριστός, (ἡ Ἐκκλησία) ἡ σιωπή εἶναι εἶδος ἀρνήσεως». Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής ταυτίζει τήν Καθολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν μέ τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, στηριζόμενος σέ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Χριστός στόν Πέτρο: «Ἐπί ταύτην τήν πέτραν (τήν ὁμολογίαν) οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν».
Ὅταν λοιπόν πολεμεῖται ἡ Ὁμολογία καί τό ἄλλο βασικό γνώρισμα τοῦ Γνησίου Ὀρθοδόξου Κληρικοῦ, ἡ ‘Αποστολική Διαδοχή, πολεμεῖται ἡ ‘Εκκλησία, πολεμεῖται ὁ Χριστός. Καί ἄν σιωπήσουμε στίς βλασφημίες κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, εἴτε «δικοί μας ἄνθρωποι» τίς διατυπώνουν, εἴτε Φλωριναῖοι εἴτε Νεοημερολογῖται, τότε γινώμαστε καί ἡμεῖς συνένοχοι. Ὁ ἅγιος ὅμως Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Μέγα τό τῆς σιωπῆς κρῖμα», καί «μή σιγήσωμεν ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα» (PG 99, 1076), ὁ δέ Ἅγιος Μελέτιος: «Τό σιγᾶν ἐν τοῖς τοιούτοις καιροῖς ἀρνήσεως ἴδιον καί προδοσία πίστεως ἀληθινῆς»
ΙΑ΄
Δυστυχῶς οἱ ἀγαπητοί Ἱερεῖς καί τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου δέν θά ἔφθαναν εἰς αὐτό τό σημεῖο, ἐάν παρακολουθοῦσαν τήν «‘Ορθόδοξον Πνοήν» καί ἄφηναν καί τούς χριστιανούς νά ἐνημερώνωνται. Ἀλλά, τουλάχιστον ἀς διαβάσουν τί λέγουν οἱ Πατέρες διά τήν διακοπήν κοινωνίας, μέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νά ΟΜΟΛΟΓΗΣΟΥΝ, καί ἀς πράξουν ἀναλόγως:
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95).
Ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘Αλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως: «’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)»(ΜΑΝΣΙ, 4, 1096).
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δι’ ἐκείνους πού ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς λέγει: «’Εχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτους κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῃ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο(ἐχαρακτήρισε)». (P.G. 99. 1049 Α)
Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α).
Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διίστασθαι» (P.G. 160. 105 C).
Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α).
Οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον γράφουν: «Καῖ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐττόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399).
Ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου διαγορεύει: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτο ἀκοινώνητον εἶναι». ( Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176).
Τό Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325).
‘Εδῶ σημειώνω, ὅτι τοῦτο τὀ τελευταῖον ἰσχύει ὄχι μόνον διά τούς τότε Εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο γενικά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀλλά καί διά τούς νεώτερους Εἰκονομάχους, τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται καί καταδικάζουν καί ἀναθεμάτισαν μάλιστα τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά συγκεκριμάς ὀρθοδόξους (Βυζαντινάς) Εἰκόνας. Τοῦτο ἰσχύει ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον καί διά τήν περί τόν κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδον, διότι ἡ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» καί τοῦ ἰδίου προσωπικῶς (τοῦ κ. Νικολάου) καί τῆς περί αὐτόν ψευδοσυνόδου εἶναι ἡ αὐτή μέ τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» τῶν ΠΕΝΤΕ πρώην Μητροπολιτῶν.
ΙΒ΄
‘Εδῶ θέλω νά ὑπογραμμίσω, κάτι πού δέν εἶναι γνωστόν εἰς τούς πολλούς. Ὅτι ἄν οἱ πέντε ἔφθασαν σ’ αὐτό τό σημεῖο τῆς πλάνης, ὥστε νά ἀναθεματίζουν ὀρθοδόξους Βυζαντινάς Εἰκόνας, τοῦτο ὀφείλεται πρωτίστως εἰς τόν «Πειραιῶς» Νικόλαον. Εἶμαι εἰς θέσιν νά γνωρίζω ὅτι οἱ πέντε πρό τοῦ 1991 δέν εἶχαν τίς πλάνες ὅπως τίς ἀπεκάλυψαν ἐν μέρει μέ τά ὅσα πρόσθεσαν (πέραν τῶν ὅσων ἐν σχεδίω ὑπέδειξαν οἱ θεολόγοι) είς τήν Α, καί ἐξ’ ὁλοκλήρου μέ τίς Β΄ καί Γ’ αἱρετικάς ‘Εγκυκλίους των, ἀλλά παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ Νικολάου, ὁ ὁποῖος ὅμως παρέμεινε μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα, διά νά τόν ἐμποδίση νά συνεχίση τήν ὁμολογιακήν του πορείαν, καί διότι εἶχε καί ἄλλες σκοπιμότητες καί βλέψεις.
Τοῦ πρότειναν οἱ πέντε νά πάη μαζί τους, καί θά τόν ἔκαναν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀλλά, ὅπως ἀφελῶς εἶπε δημόσια τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1976 «δέν πῆγα, διότι δέν τούς εἶχα ἐμπιστοσύνη...». Δέν τούς εἶχε ἐμπιστοσύνη πώς θά τόν ἔκαναν ‘Αρχιεπίσκοπο, ἐδῶ ὅμως, μαζί μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα, θά γινόνταν ἀμέσως ‘Αντιπρόεδρος καί ἦτο πολύ εὔκολο νά ἱκανοποιήση τόν διακαῆ πόθο του. Μποροῦμε ἀπ’ αὐτό νά καταλάβουμε, γιατί ἐπέτρεψε ὁ Θεός τό 1974 -1976 νά πέση, (ζητήσας νά ἀπαλλαγῆ βάσει τῆς χειροθεσίας κατά τόν Η Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί μέ τήν πανηγυρικήν ἀποδοχήν τοῦ βλασφήμου Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος). Αὐτά δέν εἶναι προσωπικά θέματα τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, ὅπως μοῦ εἶπε κάποτε ὁ «Περιστερίου» Γαλακτίων, στήν προσπάθειά του νά τόν καλύψη, ἀλλά εἶναι θέματα κοινά - ἐκκλησιαστικά, τά ὁποῖα εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν συμπλέκονται μέ τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑ.
ΙΓ
Καί κάτι πού ἰσχύει ὄχι μόνο διά τήν Κύπρο, ἀλλά καί γενικώτερα. «Μία καί μοναδική λύσις ὑπάρχει. Ἐκεῖνος ἀπό τούς Κληρικούς ἤ ἀπό τούς λαϊκούς, ὁ ὁποῖος θέλει νά παραμείνη στήν Κιβωτό τῆς σωτηρίας, τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, πρέπει νά ΕΞΕΛΘΗ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΣΥΝΤΟΜΩΤΕΡΟΝ ΕΚ ΜΕΣΟΥ ΑΥΤΩΝ, κατά τό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφωρίσθητε καί ἀκαθἀρτου μή ἅπτεσθε, κάγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Δέν πρέπει νά ἐπηρεάζεται κανείς ἀπό τό ὅτι εἶναι ὀλίγοι αὐτοί πού ἐξέρχωνται, ἐνῶ οἱ περισσότεροι παραμένουν μαζί τους. Ὁ Χριστός εἶπε. «Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον»».
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:
1) Εἰς τό ὑπ’ ἀριθμ. 401/26.10.2005 τελευταῖον ἰδικόν μου ἔγγραφον, ἤτοι εἰς τήν τελευταίαν «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΚΑΙ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΩΣΙΝ», τήν ὀποίαν ἀπεστείλαμεν εἰς ἅπαντας, μοί ἀπήντησεν ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 3229/18/31.1.2006 ἰδικόν του ἔγγραφον.
Δέν ἠδυνάμην νά φαντασθῶ ΔΟΛΙΩΤΕΡΟΝ, ΠΟΝΗΡΩΤΕΡΟΝ καί ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΩΤΕΡΟΝ κατασκεύασμα, ἀπό αὐτό τό κείμενον, ἀφοῦ «κατορθώνει» (ὁ συντάκτης της) ἐπικαλούμενος μάλιστα τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Ἁγίους Πατέρας, ὅπως συνήθως κάμνουν οἱ αἱρετικοί, νά κάμνει «τό ἄσπρο μαῦρο καί τό μαῦρο ἄσπρο», καί χρησιμοποιῶν τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτην νά παραθεωρεῖ τόσον ἐξωφθάλμως ὑπαρκτά θέματα Πίστεως, Ὁμολογίας καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τά ὁποῖα γενναίως κατεπρόδωσεν, νά ἀρνῆται διά πολλοστήν φοράν νά συζητήσωμεν, ἐνῶ προσπαθῆ νά ἀποπροσανατολίση στρέφων τό «ἐνδιαφέρον» εἰς ἕνα ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΝ ΘΕΜΑ, (τήν δῆθεν καινοτομίαν τοῦ κ. Γκουτζίδη), θέμα ὅμως διά τό ὁποῖον ἔχει καταγγελθεῖ, ὅτι φρονεῖ αἱρετικά, ἀφοῦ στήν Εἰσήγησί του ἐπιχειρώντας νά ἀποδείξη τόν κ. Γκουτζίδη αἱρετικό, φέρνει στό λάκκο πού ἄνοιξε ὁ ἴδιος καί διατυπώνει ἐν τοῖς πράγμασι αἱρετικά φρονήματα.
Δέν παραλείπει ὅμως νά παρουσιάζεται καί ὡς ἀκραιφνής ὁμολογητής ἐπικαλούμενος τόν ἅγιο Πατέρα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι ἐπεκαλοῦντο τόν ‘Αβραάμ. Ἔτσι τό μόνο συμπέρασμα πού μπορεῖ νά βγῆ ἀπό αὐτή τήν «ἀπάντησι» εἶναι ὅτι μετά τήν 16.6.2006, καθ’ ἥν διεκόψαμεν τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν καί διαγράψαμε τά ὀνόματά των ἀπό τά Δίπτυχα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, παρουσιάζονται περισσότερονξ ἐξηρτημένοι ἀπό τούς Φλωρινικούς, καί πιό «συνεπεῖς» εἰς τήν μυστικήν «ΣΥΜΦΩΝΙΑΝ» των, καί τήν ἐντολήν πού πῆραν ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τόν Νεοημερολογιτισμόν: «ΔΙΩΞΤΕ ΤΟΝ ΚΗΡΥΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΙ ΜΑΣ ΧΑΛΑΝΕ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ». Καί αὐτή ἡ ἐντολή εἶναι συνέχεια καί συνέπεια ἐκείνης τῆς ἐντολῆς πού ἔδωσε ὁ Πάπας (βλέπε βιβλίο τό «Τέρμα») «ΔΙΑΛΥΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΤΟΛΟΓΙΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΙ ΑΠΕΜΕΙΝΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΑΣ» καί τοῦ Σαμπεζύ «ΥΠΟΤΑΞΤΕ - ΑΦΟΜΟΙΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝ ΥΠΟΤΑΧΘΟΥΝ ΔΙΩΞΤΕ ΤΟΥ».
Μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια ἐπεστρατεύθη πολλάκις μέχρι σήμερον τό περί χειροθεσίας τοῦ 1971 ὡς ἐπί σχισματικῶν κίνημα, διά τήν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου ἐργάζονται «ἔξυπνα» κλαί δόλια τά ξένα Κέντρα, ἀφοῦ καταφέρνουν καί χρησιμοποιοῦν ὡς ὄργανά των, φαινομενικά «ζηλωτάς», ὅπως τόν τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον καί τούς περί αὐτόν. Μόνον μέ ψευδεπίπλαστους καί ψευδοζηλωτάς ‘Αρχιερεῖς θά μποροῦσαν νά διατηρήσουν τόσα χρόνια τά σχέδιά των στήν ἐπιφάνεια, καί νά παραμένουν εἰς τόν στόχον των, ὁ ὁποῖος εἶναι καθαρά οἰκουμενιστικός, δηλαδή, νά περιθωριοποιηθοῦν οἱ ὑπερασπιζόμενοι τήν καθαράν Ὁμολογίαν, διά ΝΑ ΠΕΡΑΣΗ σέ ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς (νά μή μείνη κανείς ἔξω), ἡ ἐπί δῆθεν σχισματικῶν χειροθεσία καί εὐρύτερα ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός, ἐπί τῶ σκοπῶ νά ἀναγνωρισθοῦν καί ἀπό τούς Φλωρινικούς καί ἀπό τούς Νεοημερολογίτας.
Τό κείμενον τοῦτο τοῦ κ. Νικολάου εἶναι μία σαφής ἀπόδειξις, ὅτι ἐνῶ δέν πέρασε εἰς τήν ‘Εκκλησία, οὔτε καί τήν τελευταίαν ὀκταετίαν, τό μίασμα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἡ προπαγάνδα τῆς ὡς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας, (πέρασε μόνον εἰς τάς ἀνοήτους κεφαλάς τῶν ὑπαναχωρησάντων ἐν ἔτει 2003, δῆθεν ὀρθοδοξοτάτων ‘Αρχιερέων). Παρέμειναν ὅμως καί κηρύσσονται πλέον ΓΥΜΝΗ ΤΗ ΚΕΦΑΛΗ, καί ἐπιβαρύνουν τόν κ. Νικόλαο καί τούς περί αὐτόν, τά καταγγελθέντα θέματα ΠΙΣΤΕΩΣ, ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ καί ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, ἀλλά καί αἱ βλασφημίαι τῶν Φλωρινικῶν καί τοῦ κ. Νικολάου, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειρήσαντες ἀπό κοινοῦ νά «ἀποδείξουν» δῆθεν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Γκουτζίδη εἶναι «ἀμάρτυρος», «καινοτομία», καί «αἵρεσις», ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΣΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΟΥΝ». «Λάκκον ὤρυξαν καί ἐνέπεσαν εἰς αὐτόν».
Δέν ξέρω ἄν χρειάζεται ὡς ἀπάντησις καί εἰς αὐτήν τήν τελευταίαν ἐπιστολήν τοῦ κ. Νικολάου, κάτι περισσότερον ἀπό τά «Οὐαί» τοῦ Κυρίου εἰς τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
2) Ὑπενθυμίζω σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται νά ἐνημερώνωνται διά τά ‘Εκκλησιαστικά –‘Εκκλησιολογιακά - Ομολογιακά θέματα, ὅτι πρέπει νά ζητήσουν καί νά μελετήσουν τήν «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ» τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στήν «ΕΝΗΜΕΡΩΣΙ» τῆς Ἱερᾶς ΜΗτροπόλεως Νο 68. Εἰς αὐτήν ἀναφέρει συνοπτικά τά θέματα Πίστεως, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα 54/76, καί τά ὁποῖα ΒΑΡΥΝΟΥΝ ἀποκελιστικῶς τόν «Πειραιῶς» Νικόλαον, τόν ὁποῖον ἄμεσα ἀφοροῦν, ἀλλά καί ἅπαντας τούς συμφρονοῦντας μέ αὐτόν Ἀρχιερεῖς καί κοινωνοῦντας μετ’ αὐτοῦ Κληρικούς καί λαϊκούς, ἀφοῦ καί αὐτοί (οἱ ‘Αρχιερεῖς) συνυπογράφουν τάς ληστρικάς καί ἀντορθοδόξους καί μέ οἰκουμενιστικήν σκοπιμότητα ἀποφάσεις, καί οἱ λοιποί Κληρικοί καί λαϊκοί ΣΥΝΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ.
‘Εδῶ πρέπει νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τό ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα 54/76 δέν εἶναι τῆς εὐθύνης τοῦ Δικαστοῦ, ὅπως δυστυχῶς «Συνοδικῶς» ἀπεφήσαντο οἱ περί τόν Νικόλαον ‘Αρχιερεῖς, προκειμένου νά καλύψουν τόν Πειραιῶς, διά νά προωθήσουν «ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως» εἰς τόν ‘Αρχιεπισκοπικόν Θρόνον. Ὁ δικαστής, ἀγαπητοί πρώην συνεπίσκοποι καί συμπρεσβύτεροι, πῆρε τήν συγκεκριμένη ἀπόφασι καί ἐξέδωκε τό συγτκεκριμένον ‘Απαλλακτικόν ΒΗούλευμα, βάσει τῶν στοιχείων πού τοῦ προσεκόμισε ὁ Πειραιῶς Νικόλαος, τήν ὁποίαν ἐν συνεχείᾳ ἀπεδέχθη καί σεῖς ἀποδεχθήκατε, ἀλλά ἀρνηθήκατε ὅτι κατηγγέλθη τό βλάσφημον περιεχόμενον νά τό καταδικάσετε.
Ἡ εὐθύνη, λοιπόν, πρωτίστως τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, διότι αὐτός, ἐνῶ μποροῦσε νά ἀποφύγη, καί ἐγνώριζε ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν Ρώσων περί χειροθεσίας κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δέν ἐφηρμόσθη, (ἄλλωστε ὁ ἴδιος εἰς ἐπίσημον ἐπιστολήν του μαζί μέ τόν Κάλλιστο τό ἔγραψε ἐκείνη τήν ἐποχή), ἐν τούτοις προκειμένου νά μήν πάη φυλακή, προκειμένου νά μή συνεχισθῆ ἡ δίωξις του καί μαζί καί ὅλων τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ὅπως ἐμμέσως τόν ἀπείλησεν ὁ δικαστής, τήν ΚΑΤΕΘΕΣΕ (αὐτήν τήν βλάσφημον ἀπόφασιν τῶν Ρώσων), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπαλλαγῆ βάσει αὐτῆς καί νά ἐκδοθῆ αὐτό τό βλάσφημον ἔκτρωμα κατά τῆς Ὁμολογίας καί Ἐκκλησιολογίας.
Ἀλλά ἀς εἴπωμεν, ὅτι δέν καταλάβατε τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος. Μετά ἀπό τόσες ἀναλύσεις, πού ἐπηκολούθησαν ἀπό τήν δημοσίευσιν τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων, μετά ἀπό τήν ἔκδοσι καί νέου ‘Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος, μετά ἀπό τήν ἐπίκλησι αὐτῶν τῶν ‘Απαλλακτικῶν Βουλευμάτων ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τούς Νεοημερολογίτας, οἱ ὁποῖοι πέρασαν ὡς νόμο τοῦ Κράτους, ὅτι «ἡ χειροτονία μας εῖναι ἀπό τούς Ρώσους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινωνία μαζί τους», πῶς μπορεῖτε νά μή παίρνετε ὁμολογιακήν θέσιν, νά μή τά καταδικάζετε καί μένετε καί ἥσυχοι ὅτι ἑἶσθε καί ὀρθοδοξώτατοι;». Μήπως ἐν ἐπιγνώσει παραμένετε εἰς τήν προδοσίαν; Περιμένω, μήπως κάποιος, ἀπό τούς περί τόν Νικόλαον, φιλοτιμηθῆ καί δώση μίαν ἀπάντησιν.
Μετ’ εὐχῶν καί εὐλογιῶν
+Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Τρίτη 21 Απριλίου 2026
ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΤΕΘΕΝΤΩΝ ΗΜΙΝ ΔΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΤΟΥΤΩΝ ΣΚΟΠΟΣ
ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΤΕΘΕΝΤΩΝ ΗΜΙΝ ΔΕΙΝΩΝ
ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΤΟΥΤΩΝ ΣΚΟΠΟΣ
ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ
ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΤΟΥ ΙΔ ΑΙΩΝΟΣ ΠΟΛΥ ΕΠΙΚΑΙΡΟΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΡΗΚΑΝ
Περί των επιτεθέντων ημίν δεινών και τις ο τούτων σκοπός. (Σχετικά με τις συμφορές που έπεσαν πάνω μας και ποιος είναι ο σκοπός τους.)
Οι δυστυχίες που βρήκαν το γένος μας, όπως βλέπομε, είναι εν συντομία οι εξής. Οι καιροί είναι από κάθε εποχή οι πιο δύσκολοι. Πονηρές οι ημέρες, το τέλος του χρόνου, τα γηρατειά του κόσμου, το ξεψύχισμα του σύμπαντος. Η ζωή μας αυτή είναι σύντομη, λανθασμένη και γεμάτη από πικρίες, και τα κακά εκτενέστερα από τις θάλασσες. Και να, οι γείτονές μας είναι εχθροί, όσοι δείχνουν φίλοι είναι άπιστοι, οι συγκάτοικοι μας κλέφτες, οι υιοί μας ανυπάκουοι και οι απλοί συγγενείς χωρίς στοργή.
Αυτοί που καραδοκούν να επωφεληθούν από τις δυσκολίες μας είναι πολλοί, μα περισσότεροι αυτοί που μας επιβουλεύονται. Αυτοί που μας διώκουν και μας πληγώνουν είναι πολλοί και από πολλά μέρη. Κανείς και από πουθενά, τολμώ να πω, δεν υπάρχει που να μας συνοδεύση στη φυγή και να συμπονέση μαζί μας. Διασκορπισθήκαμε χωρισμένοι σε όλες τις βασιλείες της γης. Μας εξουσιάζουν και δεν εξουσιάζομε. Τη χώρα μας ξένοι την κατατρώγουν, και δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήση. Οι νέες και οι νέοι του γένους μας δόθηκαν σε άλλα έθνη. Όλη την ημέρα τα μάτια μας αυτά βλέπουν και το δικό μας χέρι δεν μπορεί να βοηθήση. Σε μας έμεινε μόνο καρδιά θλιμένη, μάτια που σβήνουν και ψυχή που λιώνει, προβλήματα πάνω στα προβλήματα, φροντίδες πάνω στις φροντίδες, και αίματα πάνω στα αίματα παντού. Χάθηκε ο ευλαβής πάνω στη γη, λείπει ο στοχαστής, δεν βρίσκεται ο φρόνιμος. Στα παλαιά παρουσιαζόταν ο σοφός, τώρα δεν υπάρχει αυτός που θα κατανοήσει, αυτός που θα διορθώση, αυτός που θα μας φέρη πίσω. Η πληγή είναι ολόσωμη, η αρρώστια γενικευμένη, φοβερό το τραύμα, η συμφορά απαρηγόρητη και μεγαλύτερη από κάθε παρακλητικό λόγο. Καταφρονήθηκαν τα εκκλησιαστικά πράγματα, σάπισαν τα κρατικά, ανακατεύονται τα μακρυνά, συγχέονται τα κοντινά. Τα πάνω γίνονται κάτω και τα κάτω πάνω. Οι Χριστιανοί διώκονται, οι ασεβείς ευνοούνται. Από εδώ μας καταδιώκουν οι Αγαρηνοί, από εκεί μας λεηλατούν οι Σκύθες, από τα δυτικά οι Ισμαηλίτες θερίζουν τους καρπούς μας, και από τα ανατολικά οι Πέρσες μας εκριζώνουν.
Ξεφεύγομε από το δράκοντα και συναντούμε το βασιλίσκο, διαφεύγομε από το λιοντάρι και πέφτομε πάνω στην αρκούδα. Όποιος γλυτώνει από το θάνατο, οδηγείται στη δουλεία, και όποιος απαλλαγή από τη δουλεία παραδίδεται στη σφαγή. Όπου και όποτε γίνονται ναυμαχίες στη θάλασσα ή μάχες στη στεριά, λεηλασίες ή μετοικεσίες, πάντως ακούεται ότι ένα μέρος από εμάς χάνεται. Ό,τι συγκεντρώθηκε σε οικίες, το σκορπίζει ο φθόνος, και ό,τι διατίθεται για να βγάλη κέρδος, το αρπάζει ο ληστής. Ό,τι μπόρεσε να περάση από τον κλοιό της πολιορκίας βούλιαξε στη θάλασσα. Και ό,τι γλύτωσε από το βυθό έπεσε στα χέρια ληστών. Επί πλέον επάγωσαν τα καλά και εφύτρωσαν τα λυπηρά, παρήλθαν τα δικά μας και ήλθαν τα αλλότρια. Φαγωθήκαμε, χαθήκαμε, διαφωνήσαμε και ως τραυματίες πια και παράφρονες γίναμε εκτός εαυτών. Επιταχύνεται διαρκώς η πορεία των πραγμάτων μας όλο και προς το χειρότερο.
Από τα μέχρι χθες και πρόσφατα άριστα έθη και γνωρίσματά μας, σήμερα ούτε ίχνος δεν αναγνωρίζεται. Και τα μέχρι πέρυσι καλύτερα από τα ήθη, φέτος δεν τα διακρίνομε πουθενά. Με αυτό και με εκείνο τόσο άλλαξαν αυτά, που δεν μπορεί κανείς να τα περιγράψη. Και όσο μπορούμε να συμπεράνουμε από τα πράγματα περπατάμε σε αγκάθια, στεκόμαστε πάνω σε γκρεμό, βαδίζομε ανάμεσα σε φίδια, πορευόμαστε μέσα από παγίδες και περπατάμε πάνω σε επάλξεις πόλεων. Κάθε ώρα πόλεμοι, σφαγές, πείνες, πνιγμοί, αβάσταχτες στενοχώριες. Μυριάδες από γύρω μας οι απώλειες, και από παντού φθάνει η οργή του Θεού.
Και εμείς σαν να μη γίνεται κάτι καινούργιο, παραμένομε άπονοι και σκληροί. Αλήθεια ποιος σοφός θα μπορούσε να διεκτραγωδήση τα δικά μας, όπως πρέπει, αφού ξεπέρασαν κάθε θρήνο, και είναι πέρα από κάθε κλάμα;
Αυτά λοιπόν και τα παρόμοια τους, συμβαίνουν σε μας, ένεκα των σχηματισμών των αστερισμών, θα μας πη ο αστρολόγος. Ο φυσικός θα πη ότι τα υπομένομε αυτά, ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, εξ αιτίας της θέσεως μας ανάμεσα στους Άραβες και τους Σαρακηνούς, τους Ισμαηλίτες και τους Σκύθες. Ο άθεος θα υποστηρίξη, ότι όλα από μόνα τους τυχαία συμβαίνουν «χύδην και φύρδην». Ο δε έλληνας (ειδωλολάτρης) θα υποστηρίξη ότι οφείλονται όλα στην τύχη και στο γραμμένο. Και ακόμα ο Αγαρηνός θα πη ότι αιτία τούτων είναι ότι δεν αποδεχθήκαμε τον αλιτήριο*, ενώ ο Εβραίος, επειδή πιστεύσαμε στο Χριστό. Και ο καθένας από τους αιρετικούς, επειδή δεν υποκύψαμε στην αίρεσί του. Και ο όχλος των Ιταλών θα υποστηρίξη ότι μας συμβαίνουν αυτά, επειδή δεν υποταχθήκαμε στον πάπα. Εγώ όλους αυτούς τους απορρίπτω, και είμαι απόλυτα πεπεισμένος και το ομολογώ ευθέως, ότι δεν θα τα παθαίναμε αυτά, εάν είμασταν δυσσεβείς και τελείως απομακρυσμένοι από το Θεό.
Επειδή όμως είμαστε το ευσεβέστατο γένος από όλους τους ανθρώπους, στραμμένο κατ’ εξοχήν στο Θεό, και θέλομε βέβαια και ενδιαφερόμαστε να σωθούμε, και αυτό είναι για μας η ύπαρξη και η ζωή μας, και ο λόγος που ήλθαμε σ' αυτή τη ζωή. Θέλομε όμως αυτό να γίνη με καλοπέρασι, με πλούτο και πρόσκαιρη δόξα.
Γι' αυτό ο Κύριος που με κάθε τρόπο προετοιμάζει τη σωτηρία μας, μας παρέδωσε να ντροπιασθούμε σε όλα τα έθνη, και την πρόσκαιρη αυτή ζωή μας, τη ρευστή και περαστική, την περιέβαλε με μύρια κακά, μήπως και έτσι, ακόμα και παρά τη θέλησί μας, οδηγηθούμε τελικά από αυτόν στη σωτηρία με κατάλληλο τρόπο.
Διότι από τα προαναφερθέντα κακά, άλλα οφείλονται σε μας τους ίδιους, και είναι ψυχικά αρρωστήματα· άλλα, έξω από εμάς, είναι κοσμικές συνέπειες, και άλλα μας τα φέρνει η θεία πρόνοια. Όμως και των όσων οφείλονται στην πρόνοια, και όσων είναι συμπτώματα κοσμικών ενεργειών, αιτία για όλα είναι οπωσδήποτε τα ψυχικά αρρωστήματα. «Δεν υπάρχει στην πόλι κακό που να μη το έστειλε ο Κύριος;» (Αμώς 3, 6). Δηλ. πείνες, αρρώστιες, νοσήματα, σφαγές, πολέμους, και ό,τι άλλο παρόμοιο, διότι όλα αυτά είναι αναιρετικά της αμαρτίας. Και δεν είναι από τη φύσι τους κακά, όμως θεωρούνται κακά, και βεβαίως εμποδίζουν να δημιουργηθούν τα αληθινά, που και από τη φύσι τους είναι κακά, δηλ. οι ενέργειες των διαφόρων αμαρτημάτων.
Έτσι λοιπόν, και όχι όπως θα μπορούσε να πη κάποιος, επειδή είμαστε καταδιωγμένοι από το Θεό και αποκομμένοι από τη θεία αγάπη, τα υπομένομε αυτά. Όχι, μακρυά μια τέτοια ιδέα! Αλλά τα υπομένομε ως γνήσιοι υιοί, που απολαμβάνουν πατρική στοργή και παιδαγωγία. Αν, πράγματι, «όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδεύει, και μαστιγώνει κάθε υιό που αναγνωρίζει» (Παροιμ. 3,12), παιδευόμαστε λοιπόν από το φιλάνθρωπο Θεό και Πατέρα, «για να μη καταδικασθούμε και εμείς μαζί με τον κόσμο» (Α' Κορ. 11, 32).
Διαφορετικά, ποιοι είναι αυτοί που προσεγγίζουν το Θεό; Διότι πρέπει πάντως να είναι κάποιοι κοντά, και κάποιοι πλησιέστεροι. Και ποιοι λοιπόν είναι αυτοί; Αυτοί που ζουν νωχελικά, και φθείρονται με ζώα, και κυλίονται με άρρενες; Ή μήπως όσοι, αφού χύσουν αίμα Χριστιανών και ομοφύλων, αρπάζουν τις εκκλησιαστικές αρχές ληστρικά και τυραννικά; Και ποιος, που έχει νου και φρόνησι, θα τα υποστηρίξη αυτά; Εάν αυτά τα υπομένωμε παρά τη θέλησί μας, αλλά όμως σίγουρα τα κακά με τη θέλησί μας τα πράττομε. Εάν κάποιος από εμάς δυσανασχετεί γι' αυτά, καθόλου παράξενο. Διότι ποιος, όταν από τον ιατρό καυτηριάζεται ή κόβεται, δεν φρίττει, δεν κλωτσάει και δεν θέλει να τ' αποφύγη; Και εάν κάποιος απορεί και αγανακτεί λέγοντας, πώς δεν τα παθαίνουν αυτά και οι εθνικοί που αμαρτάνουν, ας καταλάβη το εξής: «Ο θάνατός τους δεν είναι βασανιστικός ούτε διαρκούν οι δοκιμασίες τους, δεν κοπιάζουν όπως οι άλλοι άνθρωποι, λοιπόν δεν θα μαστιγωθούν με τους ανθρώπους, αλλά με τους δαίμονες» (Ψαλμ. 72, 4-5).
Και κοντά σε αυτό ας θυμηθή και το προφητικό ρητό: «Ο ασεβής φυλάσσεται διά να τιμωρηθή κατά την ωρισμένην φοβεράν ημέραν» (Παροιμ. 16,9). Και το αποστολικό: «Εάν είσθε χωρίς παιδαγωγία, που την δοκίμασαν όλοι, άρα είστε νόθοι και όχι υιοί» (Έβρ. 12, . Και το ευαγγελικό: «Πλατειά και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στην απώλεια» (Ματθ. 7,13). Όσοι λοιπόν εκπίπτουν από την πίστι, εξ αιτίας των δεινών, και χωρίς δεινά επρόκειτο να εκπέσουν από αυτήν κατ' άλλον τρόπον, δηλ. με την προσκόλησι στα πρόσκαιρα. Αλλά βεβαίως και το δικό μας μέλλον είναι άδηλο.
Μονάχου Ιωσήφ Βρυεννίου, Κεφάλαια επτάκις επτά, κεφ. ΜΣΤ', εν Μοναχού Ιωσήφ Βρυεννίου, Τα Παραλειπόμενα, εκδ. Βασιλείου Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 126-129
*Σ.μ.: Αλιτήριο χαρακτηρίζει τον Μωάμεθ.
Τα πνευματικά αίτια της άλωσης της Πόλης
και η ηθικοοικονομική κρίση της εποχής μας
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
Η ΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Η Κυριακή του Θωμά (ή η «Ψηλάφηση του Θωμά») αποτελεί έναν από τους πιο παρεξηγημένους, αλλά και ταυτόχρονα ελπιδοφόρους σταθμούς της πνευματικής μας πορείας μετά την Ανάσταση.
Συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο «άπιστος» για τον Απόστολο Θωμά με μια δόση επίκρισης. Όμως, η δική του απιστία δεν ήταν άρνηση· ήταν ένας «καλός συγκλονισμός». Ήταν η δίψα μιας ψυχής που δεν αρκούνταν στα λόγια των άλλων, αλλά ζητούσε την προσωπική, βιωματική επαφή με το Φως.Στον κόσμο μας, η λογική μάς διδάσκει πως «αν δεν δω, δεν πιστεύω». Η πνευματική ζωή όμως αναστρέφει αυτόν τον κανόνα.
«Πίστεψε για να δεις».
Ο Θωμάς ζήτησε να βάλει το δάκτυλό του «επί τον τύπον των ήλων». Ο Χριστός δεν τον απέρριψε, ούτε τον τιμώρησε. Αντιθέτως, συγκατέβηκε στην αδυναμία του, προσφέροντας τις πληγές Του ως απόδειξη αγάπης. Αυτό μας διδάσκει κάτι συγκλονιστικό.
Ο Θεός δεν φοβάται τις ερωτήσεις μας.
Δεν σκανδαλίζεται από τις αμφιβολίες μας.
Περιμένει υπομονετικά μέχρι η δική μας.
«ψηλάφηση» –μέσα από τις δυσκολίες, τους πόνους και τις αναζητήσεις– να μας οδηγήσει στην ομολογία. «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».
«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες.»
Αυτός ο λόγος του Κυρίου απευθύνεται σε εμάς σήμερα. Η πίστη δεν είναι η απουσία λογικής, αλλά η υπέρβασή της. Είναι η εμπιστοσύνη σε μια Παρουσία που, αν και αόρατη στα μάτια της σάρκας, είναι ολοζώντανη στα μάτια της καρδιάς.🌹
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)