Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Ο ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ. ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ 69/30-6-1999 ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΥ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ –ΣΤΑΜΑΛΑ 194 00 Τ.Θ. 54 – ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ.: 210 602 0176 & 210 Α.Π. 69 Α Εν Κορωπίω τη 30-6-1999 Ο ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΡΩΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ 69/30-6-1999 ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ῾Η ὑπ’ ἀριθμ. 69/30-6-1999 ᾿Εγκύκλιος αὕτη ᾿Επιστολή μας προκάλεσε πολύ μεγάλο ἐνδιαφέρον στήν Ρωσία, καί εἰς τούς ᾿Ορθοδόξους καί εἰς ἄλλους. Μόνο διά τήν ῾Ελλάδα, φαίνεται, δέν ἔπρεπε νά δημοσιευθῇ, διότι "χαλάει" τά σχέδια τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Καί ὕστερα ἐπιμένουν κάποιοι νά ζητοῦν ἀποδείξεις δι’ ὅσα λέγομεν καί γράφομεν διά τό κίνημα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ. ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ "ΠΕΤΡΟΓΚΡΑΝΤ" ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΑΥΤΗΣ. ῾Η ᾿Εγκύκλιος αὕτη μετεφράσθη εἰς τήν Ρωσικήν γλῶσσαν καί ἀπεστάλη εἰς τούς ἐν Ρωσίᾳ Γ.Ο.Χ. (Κατακομβῶν) πρός τούς ὁποίους ἀπηυθύνετο. Τό ἐν λόγῳ κείμενον προεκάλεσε τό ἐνδιαφέρον, καί μάλιστα εἰς πολλούς πού ἀνῆκον εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν τῶν Κατακομβῶν. ᾿Εν ὑστερογράφῳ εἰς τήν Ρωσικήν μετάφρασιν συμπεριλάβαμε καί μίαν ἀπάντησιν εἰς τούς Γ.Ο.Χ. τῆς Ρωσίας διά τόν ρόλον τοῦ φερομένου ὡς "᾿Αρχιεπισκόπου Κατακομβῶν" ᾿Αμβροσίου. Εἰς αὐτήν τήν ἀπάντησιν συστήναμε εἰς τούς πιστούς χριστιανούςτῶν Κατακομβῶν, ὅτι πρέπει νά προσέχουν νά μή πλανηθοῦν, καθ᾿ ὅσον οὗτος καί οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μέ τήν Γνησίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, ἀλλά καί τά φρονήματά του ἔχουν σχέσιν μᾶλλον πρός τούς παλαιοπίστους παρά πρός τήν ᾿Ορθοδοξίαν. ᾿Ενδιαφέρον δι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εγκύκλιον ἔδειξε καί ἡ Διεύθυνσις τοῦ μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικοῦ τῆς Πετρουπόλεως "ΒΕΡΤΟΓΚΡΑΝΤ".. Εἰς τήν στήλην "Πληροφορίες" τοῦ περιοδικοῦ αὐτοῦ καί ὑπό τόν τίτλον: "῾Ο ῎Εξαρχος τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος ἀπευθύνθηκε μέ ἐπιστολή πρός τούς χριστιανούς τῶν Κατακομβῶν τῆς Ρωσίας" ἐγράφη ἐκτενής καί συστηματική παρουσίασις, τήν ὀποίαν παραθέτομεν μέ τήν σημείωσιν ὅτι αὐτή εἶναι ὅπως φαίνεται, μία καλοπροαίρετη κριτική, ἡ ὁποία ὅμως εἰς τινά σημεῖα "περνάει" κάποιες ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες δέν μποροῦν νά μείνουν ἀσχολίαστες, ὅπως π.χ. διά τό θέμα τῆς λεγομένης "χειροθεσίας" τοῦ 1971. Παραθέτομεν αὐτούσιον τό ἐν λόγῳ κείμενον ἐπί τοῦ ὁποίου γίνονται τά ἀπαραίτητα σχόλια - διευκρινίσεις. "Μέ ᾿Εγκύκλιο ἐπιστολή πρός τούς Γ.Ο.Χ. (τῶν Κατακομβῶν) τῆς Ρωσίας ἀπευθύνθηκε στά μέσα τοῦ περασμένου ἔτους ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, ὁ ῎Εξαρχος τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος (τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου στήν Ρωσία). ᾿Εξηγώντας τό σκοπό τοῦ γραψίματος τῆς ἐπιστολῆς ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος γράφει: Πατέρες καί ἀδελφοί, ὅσοι ἐλάβομεν τήν ὑψίστην τιμήν νά εἴμεθα γνήσια καί ζῶντα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά φυλάξωμεν αὐτόν τόν σύνδεσμον καί τήν κοινωνίαν μετά τοῦ Χριστοῦ διά καί ἐν τῇ ᾿Αγίᾳ Του ᾿Εκκλησίᾳ διά τῆς ζώσης πίστεως καί τῆς φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Οὕτω θά δυνηθῶμεν νά διακρίνωμεν τό ψεῦδος ἀπό τήν ἀλήθειαν καί τό σκότος ἀπό τό φῶς, καί θά φεύγωμεν τήν πλάνην, τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν, διότι ὅλα αὐτά εἶναι ἔργα τῶν πολλῶν προδρόμων τοῦ ἀντιχρίστου. Γράφω ῾Υμῖν, ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί γνήσια τέκνα τῆς Μητρός ἡμῶν ᾿Εκκλησίας, ἐν πολλῇ σπουδῇ καί συνοχῇ καρδίας, διότι ἀνησυχῶ μή τις ἐξ ῾Υμῶν πλανηθῇ, διότι καί εἰς τάς ἡμέρας μας "ἠγέρθησαν πολλοί ἀντίχριστοι", πολλοί "ψευδεπίσκοποι", πολλαί "ψευδοεκκλησίαι", πολλαί "ψευδοσύνοδοι" καί ὑπερπερίσσευσαν αἱ "ψευδοομολογίαι". ῾Ο Μητρ. Κήρυκος σαφηνίζει, ὅτι δέν βρίσκονται ὅλοι οἱ "παλαιοημερολογῖτες" στήν Γνήσια ᾿Εκκλησία (τήν ὁποίαν αὐτός θεωρεῖ τήν "Ματθαΐκή" Σύνοδο), ἀλλά πολλοί ἐξέπεσαν ἀπ᾿ Αὐτῆς. ῾Η ἄμεση ἀφορμή γιά αὐτή τήν ᾿Εγκύκλιο, ὅπως τό ὁμολογεῖ ὁ Μητρ. Κήρυκος, εἶναι τό κείμενο τῆς ᾿Εγκυκλίου ἐπιστολῆς πρός τήν ᾿Εκκλησία τῶν Κατακομβῶν τῆς Ρωσίας, μέ τήν ὁποία ἀπευθύνθηκε ἤδη ἀπό τό 1995 ὁ Προϊστάμενος ἑτέρας Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος (τῶν "Φλωριναίων" ἤ τῶν "Χρυσοστομιτῶν"), ὁ "᾿Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος". ῾Ο Μητρ. Κήρυκος δέν θεωρεῖ τόν ᾿Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο ὡς τήν Κανονική Κεφαλή τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, ὀνομάζοντάς τον "ἡγέτη τοῦ γνωστοῦ παλιαοημερολογιτικοῦ σχίσματος, τό ὁποῖον ἐδημιούργησε τό 1937 καί τοῦ ὁποίου ἠγήθη μέχρι τόν θάνατό του, τό 1955, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης". ᾿Από κεῖ καί πέρα, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐγκυκλίου εἶναι ἀφιερωμένο στήν ἐξήγηση αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ καί εἶναι ἡ θεώρηση τῆς ἱστορίας τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, ἡ ἐρμηνεία τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀντικείμενο τῶν συγκρούσεων ἀνάμεσα στίς διάφορες ῾Ελληνικές παλαιοημερολογιτικές Συνόδους. Στήν ᾿Εγκύκλιο τοῦ Μητρ. Κηρύκου μνημονεύονται καί οἱ συμμετοχές τῶν ᾿Αρχιερέων τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς στά ἔργα τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, τό ὁποῖο ὁ συγγραφεύς τῆς ᾿Εγκυκλίου ἐκτιμάει ἀρνητικά. ῾Ο Μητρ. Κήρυκος ἰσχυρίζεται ὅτι ὀ ᾿Αρχιεπίσκοπος Σικάγου καί Ντητρόϊτ Σεραφείμ, ὁ τελέσας τήν χειροτονία τοῦ ᾿Επισκόπου Ταλαντίου ᾿Ακακίου (Παπᾶ), ὁ ὁποῖος ἀποκατέστησε τήν χαμένη ῾Ιεραρχία τῶν "Φλωριναίων", "ἔπεσε εἰς τήν παγίδα τῶν μυστικῶν καί δολίων διαβουλεύσεων καί, ὡς λέγεται, εἰς τήν παγίδα τῆς Σιμωνίας". Μετά ἱστορεῖ καί περί τῆς ἑτέρας χειροτονίας στούς Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, τήν ὁποία ὁ ᾿Επ. ᾿Ακάκιος ἐτέλεσε μαζί μέ τόν ᾿Αρχιεπίσκοπο Χιλῆς Λεόντιο, τόν ὁποῖο ὁ συγγραφεύς τῆς ἐπιστολῆς ὠνόμασε "Λατινόφρονα". Στήν ᾿Εγκύκλιο τοῦ Μητρ. Κηρύκου ἀρκετά ἀσαφῶς εἶναι πεφωτισμένο τό ἄλλο ἐπεισόδιο στήν ἱστορία τῶν Γ. Ο.Χ. ῾Ελλάδος - ἡ χειροθεσία τῶν ᾿Αρχιερέων τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου, τήν ὁποίαν ἐτέλεσεν ἡ ῾Ιερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Τό 1971, γράφει αὐτός, ἡ "Ματθαιϊκή" Σύνοδος, ἔστειλε τήν ᾿Εξαρχία στήν ᾿Αμερική" "διά νά συναντηθῇ μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου εἰς τά πλαίσια τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ιεραποστολῆς, ἐπεδιώχθη νά διαφωτισθῇ καί βοηθηθῇ ἡ Ρωσική Σύνοδος, ὥστε νά ἀποκηρύξῃ τόν Νεοημερολογιτισμόν ὡς ἐνεργείᾳ σχισματοαίρεσιν. "῞Οταν ἡ ῾Ιερά Σύνοδος δέχθηκε τήν ῾Ομολογία Πίστεως τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου, ἔφτασαν στό θέμα τῆς ὑφ᾿ ἐνός χειροτονίας, τήν ὁποίαν ἐτέλεσεν ὁ ἱδρυτής τους ὁ ᾿Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος. Οἱ "Ματθαιϊκοί" πῆγαν τό ᾿71 γιά νά "διορθώσουν" αὐτή τή χειροτονία, ὅπως τό ἰσχυρίζεται τώρα ὁ Μητρ. Κήρυκος. "ὄχι διότι ὑπῆρχεν ἤ ὑπάρχει ἡ παραμικρά ἀμφιβολία περί τῆς πληρότητος καί τῆς ἐγκυρότητος τοῦ μυστηρίου τῆς κατά τό ἔτος 1948 χειροτονίας, ἀλλά ἐτέθη ἀποκλειστικῶς πρός χάριν τῆς σχισματικῆς παρατάξεως τοῦ πρώην Φλωρίνης, ἡ ὁποία ἰσχυρίζετο, ὅτι δέν ἐπιστρέφει εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ., διότι "δῆθεν εἶναι ἄκυροι αἱ χειροτονίαι τῶν ᾿Επισκόπων της". Κατά τήν μαρτυρία τοῦ Μητρ. Κηρύκου οἱ "Ματθαιϊκοί" ἀπευθύνθηκαν στήν ῾Ιερά Σύνοδο τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς μέ τήν αἴτηση "ὅπως ἀποφανθεῖ βάσει τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων καί ἐπί τοῦ θέματος τῆς ὑφ᾿ ἑνός χειροτονίας".παρασιωπώντας τό τί εἴδους τελετή ἐτελέσθη ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς ἐπί τούς ᾿Αρχιερεῖς τῶν "Ματθαιϊκῶν", ὁ Μητρ. Κήρυκος τελειώνει: "Τέλος ἡ ῾Ιερά ἡμῶν Σύνοδος μετά ἐλάχιστα ἔτη, ὅταν διεπίστωσε ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος δέν τηρεῖ ἐν τῇ πράξει ὅσα ἀπεδέχθη τό 1971, ἐξαντληθέντων δέ καί τῶν κανονικῶν διαβημάτων, ἠναγκάσθη νά διακόψῃ τήν μετ᾿ αὐτῆς ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, ἀδιαφοροῦσα παντελῶς δι᾿ αὐτό τό ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ κ. Χρυσόστομος, ὅτι δῆθεν μέ τήν ἀποκήρυξιν "ἐπανῆλθεν εἰς τήν πρώτην ἀκυρότητα τῶν χειροτονιῶν", διότι ἀκριβῶς ποτέ, οὐδ᾿ ἐπί στιγμήν, δέν ἐξηρτήθη ἡ ᾿Αποστολική Διαδοχή τῶν ᾿Επισκόπων μας ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδον". ᾿Εκτός ἀπό τούς Φλωριναίους, ὁ Μητρ. Κήρυκος κάνει κριτική καί ἄλλων παρατάξεων τῶν ῾Ελλήνων παλαιοημερολογιτῶν -τῆς Συνόδου τοῦ ᾿Αρχ. Αὐξεντίου (ἡ ὁποία τώρα μετά τόν θάνατο τοῦ ἡγέτου της σχεδόν ἔπαψε νά ὑπάρχει) καί τῆς Συνόδου τῶν ἐνισταμένων τοῦ Μητρ. Κυπριανοῦ. Στό τέλος τῆς ἐπιστολῆς του ὁ Μητρ. Κήρυκος ἀπαντάει στήν ἐρώτηση τήν σχετική μέ τίς σχέσεις τῆς ᾿Εκκλησίας του μέ τόν αὐτοκαλούμενο "ἀρχιεπίσκοπο" ᾿Αμβρόσιο, ὁ ὁποῖος δημοσίευσε στό περιοδικό του Ρωσική ᾿Ορθοδοξία" τήν πληροφορία ὅτι αὐτός, δῆθεν, ἔχει κανονικήν ἐπικοινωνίαν μέ τήν "Ματθαιϊκή" Σύνοδο τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος. "Σᾶς διαβεβαιώνω, γράφει ὁ Μητρ. Κήρυκος, "ὅτι ὁ αὐτοκαλούμενος ἀρχιεπίσκοπος ᾿Αμβρόσιος (Σίβερς) δέν ἔχει καμμιά σχέση,οὔτε ἐπικοινωνία μέ τήν ᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος. ῾Η ῾Ιερά Σύνοδός μας ποτέ δέν τόν ἀνεγνώρισε ὡς Κανονικό καί ᾿Ορθόδοξο ᾿Επίσκοπο. Μετά ἀπό ἔρευνα τῶν ντοκουμέντων του, τά ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλεν ὁ ἴδιος, φαίνεται ὅτι αὐτός ἔχει περισσότερες σχέσεις μέ τούς παλαιοπίστους, παρά μέ τήν ᾿Ορθοδοξία. Γι αὐτό προσέχετε νά μή πλανηθῆτε ἀπό αὐτόν. ῎Αν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, θά ἐπανέλθουμε σ᾿ αὐτό τό θέμα ἀναλύοντάς το μέ περαιτέρω ἐπιχειρηματολογία". Στό ἴδιο περιοδικό καί μέ τόν τίτλο: ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΤΟΓΚΡΑΝΤ -ΙΝΦΟΡΜ, γράφονται καί τά ἑξῆς πληροφοριακά στοιχεῖα: Τήν ἀντίδραση τοῦ Μητρ. Κηρύκου στήν ᾿Εγκύκλιο ἐπιστολή τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου προεκάλεσε προφανῶς, τό γεγονός, ὅτι αὐτή ἡ ἐπιστολή, 5 χρόνια παλαιά, κυκλοφορεῖ ἀνάμεσα στίς Κοινότητες τῶν Κατακομβιτῶν στήν Ρωσία. Αὐτή ἡ ἐπιστολή γράφτηκε στά χρόνια τῆς ἀρχῆς τῆς δραστηρίας "Ρωσικῆς πολιτικῆς" τῆς Συνόδου τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου τό ᾿95, ὁπότε κάποιοι κληρικοί καί λαΐκοί τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς ἦσαν ἔτοιμοι νά θέσουν τίς περαιτέρω ἐλπίδες τους ἀκριβῶς πάνω σ᾿ αὐτή τήν Σύνοδο. Τότε στήν Ρωσία λειτουργοῦσαν 2 ἱερεῖς αὐτῆς τῆς Συνόδου - ὁ Βασίλειος ῾Ρεντέτσκιν καί ὁ ῎Ιγκορ Μεντβέντεφ - στούς ὁποίους σύντομα προσχώρησε ὁ ἱερομόναχος Νεκτάριος (Γιασούνσκι), τόν ὁποῖον δέχτηκαν ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς σάν ἱεροδιάκονο. ῞Ομως ἡ "Ρωσική πολιτική" τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου δέν εἶχε μακρόχρονη ζωή. Τό ᾿95 ἡ Σύνοδος τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου ἔπαθε σχίσμα καί ἔνας ἀπό τούς Ρώσους ἱερεῖς (ὁ ῎Ιγκορ Μεντβέντεφ) προσχώρησε στήν νεοδιαμορφωμένη Σύνοδο τοῦ Μητρ. Καλλινίκου Λαμίας. ῾Ο πρώην μοναχός Νεκτάριος (Γιασούνσκι) στήν ἀρχή τοῦ 2000 καθαιρέθηκε κατά τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου. Τό ᾿97 στή Σύνοδο τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου προσχώρησε ἀπό τό ἐπίσημο Πατριαρχεῖο τῆς Γεωργίας ὁ ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος ἐκτός ἀπό τήν μικρή του ἐνορία στήν Τμπίλιση ποιμαίνει τήν Κοινότητα ῾Ελλήνων - Ποντίων στόν Βόρειο Καύκασο. Μέ αὐτό τόν τρόπο, συγκεκριμένως στήν Ρωσία ὁ ᾿Αρχ. Χρυσόστομος ἔχει μόνον ἕναν ἱερέα - τόν π. Βασίλειο ῾Ρεντέτσκιν". Παρακαλοῦνται οἱ ‘Ορθόδοξοι νά μελετήσουν καί τήν «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ», καί τήν ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ μΑΣ, καθώς καί τά ὅσα ἔγραψε τό περιοδικόν «ΠΕΤΡΟΓΚΡΑΝΤ» καί νά βγάλουν μόνοι των τά συμπεράσματα. Πρός Κύριον εὐχέτης + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ  Σημ. ἡμετέρα: Δέν νομίζομεν ὅτι ἀσαφῶς παρουσιάζεται τό θέμα. ῎Ισως ἡ μετάφρασις νά ἔδωσε τοιαύτην εἰκόνα. Σημ. ἡμετέρα: Δέν εἶναι δικός μας αὐτός ὁ ὅρος, οὔτε γίνεται ἀποδεκτός. Τό σημειώνομεν διότι πιθανόν νά παρερμηνευθῇ. Σημ. ἡμετέρα: Οὔτε αὐτός ὁ ὅρος ἐχρησιμοποιήθη. Οὐδέποτε ἐγένετο δεκτόν, ὑφ᾿ ἡμῶν ὅτι οἱ ἡμέτεροι ᾿Αρχιερεῖς μετέβησαν εἰς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς διά νά "διορθώσουν" τί τό ἐλλειπές ἀπό τήν χειροτονίαν τοῦ 1948. Τά περί "διορθώσεως", τά χρησιμοποίησαν ἀργότερα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον εἰς τό νά γίνῃ δεκτός ἀπό τούς Αὐξεντιανούς ὡς ᾿Επίσκοπος ἀπό τό 1971, γεγονός τό ὁποῖον κατεδικάσθη, ὡς βλασφημία. Σημ. ἡμετέρα: ῾Η ἡμετέρα ᾿Εξαρχία μετέβη εἰς τήν ᾿Αμερικήν καί συνηνήθη μετά τῆς ἐκεῖ Ρωσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς, πρός χάριν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί μόνον, πρός χάριν τῆς ῾Ιεραποστολῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, ἀπαιτεῖ νά εἶναι ὅλοι ἑνωμένοι ἐν τῇ ᾿Αληθείᾳ. Μέσα ἀκριβῶς εἰς αὐτά τά πλαίσια ἐτέθη καί τό θέμα τοῦ ὑφ᾿ ἑνός, ἡ δέ ἀπόφασις τῆς Ρωσικῆς Συνόδου ἐγένετο δεκτή, ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς εὐλογίας, ὅπως τό ἐπεξήγησεν ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἤ ὑπό τῆς ἔννοιαν τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς, ὅπως ἔγραψεν ὁ ἴδιος ἀργότερον, καί διά νά ἀρθῇ κάθε ἐμπόδιον ἀπό τούς Φλωριναίους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο νά ἑνωθοῦν προφασιζόμενοι τό "ὑφ᾿ ἑνός". Αὐτήν τήν ἔννοιαν ἔχει τό γραφέν "ἀποκλειστικῶς πρός χάριν τῆς σχισματικῆς παρατάξεως τοῦ πρώην Φλωρίνης". ῏Ηταν πράγματι μιά ὑποχώρησις τῆς ᾿Εξαρχίας, μέσα εἰς τό καλῶς νοούμενον πνεῦμα τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας, "διά τό καλόν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί τῆς ῾Ιεραποστολῆς", ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἐβεβαίωσεν ἡ ᾿Εξαρχία. ῞Οπως ἐπίσης εἰς τήν συνέχειαν διεβεβαίωσεν καί ἐδέχθη ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, ἡ ἐν λόγῳ πράξις δέν εἶχε καμμίαν σχέσιν μέ τήν δογματικήν πληρότητα τῆς τελεσθείσης ὑπό τοῦ ἀειμνήστου Βρεσθένης Ματθαίου χειροτονίας ἐν ἔτει 1948. ᾿Εκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖον ἀποκλειστικῶς ἐπεδιώκετο ὑπό τῶν Φλωρινικῶν καί ἰδιαίτερα ὑπό τοῦ τότε ᾿Αρχιμανδρίτου Καλλιοπίου, ὁ ὀποῖος ἐνήργει καί διά λογαριασμόν τρίτων (ἐκτός τῶν Φλωρινικῶν) ἦτο μέ τό πρόσχημα τῆς "ἱεραποστολῆς", τῆς "ἑνώσεως" κλπ. νά προσβάλῃ τήν γνησιότητα καάι πληρότητα τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948. Δηλαδή νά προσβάλῃ τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν τῶν ᾿Επισκόπων καί τῶν Κληρικῶν τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Πρός τόν σκοπόν ττοῦτον ἀπεγνωσμένα ἠγωνίσθη καί πρίν καί ἐκ τῶν ὑστέρων νά περάσῃ τό μήνυμα περί "χειροθεσίας" κατά τόν Η' Κανόνα τῆς Α' Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά ἀποτυχόν καί πάλιν κατώρθωσε νά ρίψῃ εἰς τήν βλασφημίαν ταύτην τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον. _Σημ. ἡμετέρα: Δέν ὑπῆρχε, οὔτε ὑπάρχει λόγος νά "παρασιωπήσω" τό τί εἴδους τελετή ἐτελέσθη, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ συντάκτης τοῦ ἀνωτέρω κειμένου, διότι ἐγένετο, ὅπως ἔχει δηλωθῇ ἀπ᾿ ἀρχῆς, μιά ὅλως τυπική πρᾶξις καί ὑπό τήν συγκεκριμένην ἔννοιαν. Τό "μορμολύκειον", καθ᾿ ὅ "διαβάστηκαν εὐχές", τό χρησιμοποίησε κατ᾿ ἀρχήν ὁ "ἐγκάθετος" τότε ᾿Αρχιμ. Καλλιὀπιος Γιαννακουλόπουλος, εἰς τήν συνέχεια ὁ Φλωριναῖος ᾿Επίσκοπος Καλλίνικος, ἀργότερον ἄλλος ψευδοπαλαιοημερολογίτης, καί σήμερα δειλά καί ἀνεπίσημα τό ἀποτολμοῦν καί ὡρισμένοι ἐμφανιζόμενοι ὡς ἡμέτεροι. Δηλώνω, ὅμως, ὅτι τήν ᾿Εκκλησίαν δέν τήν ἀπησχόλησε ποτέ αὐτό, ἐδέχθη τό γεγονός, ὅπως ἐπισήμως ἐπαρουσιάσθη, ὡς μίαν, ἐπαναλαμβάνω, καθαρῶς ἐξωτερικήν τυπικήν πρᾶξιν, μή ἔχουσαν σχέσιν μέ τήν δογματικήν πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, τήν ὁποίαν ἔλαβον οἱ ᾿Αρχιερεῖς μέ τάς χειροτονίας τοῦ 1948. ῾Ο μόνος ἐπιζῶν ἐκ τῆς ᾿Εξαρχίας ὁ Σεβ/τος Κιτίου ἐπανειλημμένως ἔχει δηλώσει διά τό θέμα τοῦτο, τί ἀκριβῶς ἐγένετο, τί ἐδήλωσαν οἱ Ρῶσοι, καί τί συνείδησιν εἶχεν ἡ ᾿Εξαρχία καί ὁ ἴδιος. Δηλαδή ἡ λεγομένη χειροθεσία ἦταν μία καθαρῶς τυπική πρᾶξις. ῎Αν μέ ρωτήσετε γιατί ἐγένετο. Κατ᾿ ἐμέ κακῶς ἐγένετο καί αὐτή ἡ ἐξωτερική τυπική πρᾶξις. Αὐτή ἀκριβῶς ὑπῆρξεν ἀπ᾿ αῤχῆς καί πάντοτε ἡ συνείδησις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας. Κατά τήν ἰδικήν μου ἄποψιν καί ἡ οἰκονομία αὕτη ἦτο περιττή, τό ὅλον θέμα ἠδύνατο νά ἀντιμετωπισθῇ καί διά μιᾶς μόνης Συνοδικῆς ἀποφάσεως - πράξεως. ῾Ωστόσον ἑρμηνεύω τήν "πράξιν" αὐτήν, ὅπως τήν ἐδέχθη ἡ ᾿Εξαρχία, λαμβάνων ὑπ᾿ ὄψιν τάς είδικάς συνθήκας, καί τό γεγονός, ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη φορτικάς πιέσεις, εὑρέθη πρό ἀδιεξόδου, καί εἰλικρινά ἐπίστευσεν, ὅτι προωθεῖται ἡ ἐν ἀληθείᾳ ἑνότης. Λαμβάνω ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι τῆς ἰδικῆς μας ᾿Εξαρχίας προηγήθη ἡ ἐπίσκεψις τῶν Αὐξεντιανῶν, τό ὅτι μαζί μέ τήν ἰδικήν μας ᾿Εξαρχίαν, πού μετέβη εἰς ᾿Αμερικήν, ἦτο καί ἕνας ἐγκάθετος τῶν Φλωρινικῶν, καί ὅτι ὅλα τά ληστρικά σχέδια ἀπεκαλύφθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων καί κυρίως, ὅταν ὁ τότε ᾿Αρχιεπίσκοπος τῆς ᾿Ακακιακῆς παρατάξεως κ. Αὐξέντιος, ἐδήλωσεν μέ ἐπίσημον ᾿Εγκύκλιόν του, ὅτι οἱ τῆς Ρωσικῆς Συνόδου "παρεσπόνδισαν", δηλαδή δέν ἔπραξαν, ὅσα οὗτοι εἶχον ἀπαιτήσει, ἤτοι νά ἀναγνωρισθοῦν οἱ ᾿Αρχιερεῖς τῆς ᾿Εκκλησίας ὡς σχισματικοἰ καί νά παραπεμφθοῦν εἰς τήν "δικαιοδοσίαν" - κρίσιν τῆς "Συνόδου" ὑπό τόν κ. Αὐξέντιον.

ΟΥ ΜΙΚΡΟΝ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΣΑΛΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Ανθολόγιον περί της αξίας των θείων και Ιερών Κανόνων ΙΕΡΟΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΑΞΙΣ «οὐ μικρόν τό ἀδίκημα τῆς διασαλεύσεως τῆς τε Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου», σημειοῖ δέ ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου τά κάτωθι: «Ὅτι παρά πάντων πρέπει νά φυλάττωνται οἱ θεῖοι Κανόνες ἀπαρασάλευτοι. Οἱ γάρ μή φυλάττοντες, εἰς φρικτά ἐπιτίμια καθυποβάλλονται». «Ταῦτα περί Κανόνων διετάχθω ὑμῖν παρ' ἡμῶν, ὦ ἐπίσκοποι. ὑμεῖς δέ ἐμμένοντες αὐτοῖς σωθήσεσθε καί εἰρήνην ἔξετε, ἀπειθοῦντες δέ κολασθήσεσθε καί πόλεμον μετ' ἀλλήλων ἀΐδιον ἔξετε,...», «...μηδενί ἐξεῖναι τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἤ ἀθετεῖν». «Εἰ δέ τις ἀλῶ Κανόνα τινά τῶν εἰρημένων καινοτομῶν ἤ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατά τόν τοῦτον Κανόνα, ὡς αὐτός διαγορεύει τήν ἐπιτιμίαν δεχόμενος...», «τούς τῶν ἑπτά Συνόδων Κανόνες θέλει κρατεῖν καί τά δόγματα αὐτῶν ὡς τάς θείας Γραφάς», «ὡρίσθη παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων χρῆναι καί μετά θάνατον ἀναθεματίζεσθαι, τούς εἵτε εἰς πίστιν, εἴτε εἰς Κανόνας ἀμαρτάνοντας...», «Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένους τούς Ἱερούς καί θείους Κανόνας τῶν Ἱερῶν Πατέρων ἡμῶν, οἵ καί τήν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι, καί ὅλην τήν χριστιανικήν πολιτείαν κοσμοῦντες, πρός θείαν ὁδηγοῦσιν εὐλάβειαν, ἀνάθεμα». (Πηδάλιον, «περί τῶν Ἱερῶν Καόνων» σελ. ιη-κα’), καί «...εἰ μέν γάρ ἐναντίον τοῖς κανόσιν ἐπίσκοπος ἐνέγκη ψῆφον, τιμωρηθήσεται, ἤγουν καθαιρεθήσεται... οὐ γάρ συγγνωστέος ἔσεται λέγων μή εἰδέναι τούς Κανόνας, οὕς ἀναγκάζεται διά γλώσσης ἔχειν σχεδόν ἀεί». Τὸ παρακάτω ἀνθολόγιο ἀποτελεῖται ἀπὸ ἱεροὺς Κανόνες καὶ ἀποσπάσματα πρακτικῶν ἱερῶν Συνόδων, Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν, ἀπὸ ἱερόσοφες γνῶμες Ἁγίων Πατέρων καὶ κανονολόγων τοῦ Βυζαντίου καὶ βυζαντινοὺς βασιλικοὺς νόμους, ὅλα σχετικῶς μὲ τὸ ἀπαράμιλλο κῦρος καὶ τὸ “ἀπαραχάρακτον καὶ ἀναλλοίωτον” τῶν ἱερῶν Κανόνων. Στὸ μεγαλύτερο μέρος του βασίζεται στὴ συλλογὴ τέτοιων γνωμῶν ποὺ ἐνσωμάτωσε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ «Πηδαλίου» του, ἀλλὰ προσθέσαμε καὶ ἄλλες ἐντοπίζοντας, ὅπου χρειάστηκε, καὶ τὴν πηγή τους , πρὸς βιβλιογραφικὴ χρήση. Τὸ ὕψος τῶν ἱερῶν Κανόνων, τὸ ὁποῖο παλαιότερες Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ἀνήγαγαν στὴν ἰσοτιμία μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, σήμερα βρίσκεται ὑπό, ἔμπρακτη περισσότερο, ἀμφισβήτηση• κι ὅμως, ἡ ὀρθόδοξη συνείδηση καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἱερόσοφη ὁμοφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἠχείων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πάντοτε θωρεῖ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες τοὺς συντεταγμένους ἢ ἐγκεκριμένους ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὡς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἴσης θεοπνευστίας μὲ τοὺς δογματικοὺς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ λοιπὸν ἀπαρασάλευτου περιεχομένου καὶ κύρους, ὥστε ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης νὰ τονίζει ὅτι εἶναι μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ Ὀρθόδοξος ὅποιος δὲν ζεῖ συμφώνως μὲ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες. Ἔτσι, οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι τὸ κριτήριο ὀρθότητος καὶ φάρμακο θεραπείας, ὄχι μόνον τοῦ βίου τῶν ἁπλῶν πιστῶν καὶ τοῦ Κλήρου, ἀλλὰ καὶ ὁ γνώμων ἐκκλησιαστικοῦ κύρους ἐνεργειῶν καὶ ἀποφάσεων ἀκόμη καὶ τῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατριαρχῶν, συνόλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Α. Ἐκ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων (καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων) Κανόνες Τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῶν Ἀποστολικῶν Κανόνων) Les constitutions apostoliques, τόμ. 3, ἐκδίδει Metzger, Cerf - Paris 1987, σελ. 310 «Ταῦτα περὶ Κανόνων διατετάχθω ὑμῖν παρ’ ἡμῶν, ὦ Ἐπίσκοποι. Ὑμεῖς δὲ ἐμμένοντες αὐτοῖς σωθήσεσθε καὶ εἰρήνην ἕξετε, ἀπειθοῦντες δὲ κολασθήσεσθε καὶ πόλεμον μετ’ ἀλλήλων ἀίδιον ἕξετε, δίκην τῆς ἀνηκοΐας τὴν προσήκουσαν τιννῦντες». Τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν η΄ «Πρᾶγμα παρὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς Κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καινοτομούμενον, καὶ τῆς πάντων ἐλευθερίας ἁπτόμενον προσήγγειλεν ὁ θεοφιλέστατος συνεπίσκοπος Ῥηγῖνος […] ἵνα μὴ τῶν Πατέρων οἱ Κανόνες παραβαίνωνται μηδὲ ἐν ἱερουργίας προσχήματι ἐξουσίας τύφος κοσμικῆς παρεισδύηται, μηδὲ λάθωμεν τὴν ἐλευθερίαν κατὰ μικρὸν ἀπολέσαντες, ἣν ἡμῖν ἐδωρήσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ πάντων ἐλευθερωτής […] Εἰ δέ τις μαχόμενον τύπον τοῖς νῦν ὡρισμένοις προσκομίσοι, ἄκυρον τοῦτον εἶναι ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ πάσῃ καὶ Οἰκουμενικῇ Συνόδῳ». Τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν α΄ «Τοὺς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων καθ’ ἑκάστην Σύνοδον ἄχρι τοῦ νῦν ἐκτεθέντας Κανόνας κρατεῖν ἐδικαιώσαμεν». Ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Πρᾶξις Δ΄, ACO 2,1,3,105.109.110 «Οἱ ἐνδοξότατοι ἄρχοντες εἶπον• Τῷ θειοτάτῳ τῆς Οἰκουμένης Δεσπότῃ [Αὐτοκράτορι Μαρκιανῷ] ἤρεσε μὴ κατὰ θεῖα γράμματα ἢ πραγματικοὺς τύπους τὰ τῶν ὁσιωτάτων ἐπισκόπων προβαίνειν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς Κανόνας τοὺς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων νομοθετηθέντας. [...] Ἡ ἁγία Σύνοδος εἶπε. Κατὰ τῶν Κανόνων πραγματικὸν μηδὲν ἰσχύσει. Οἱ Κανόνες τῶν Πατέρων κρατείτωσαν» [...] «Δεόμεθα, ὤστε ἀργῆσαι ἀναντιῤῥήτως τὰ ἐπὶ βλάβῃ τῶν Κανόνων πραγματικά, πραχθέντα τισὶν ἐν πάσῃ ἐπαρχίᾳ• κρατῆσαι δὲ τοὺς Κανόνας διὰ πάντων [...] πάντες τὰ αὐτὰ λέγομεν. Ὅλα τὰ πραγματικὰ ἀργήσει. Οἱ Κανόνες κρατείτωσαν [...] Κατὰ τὴν ψῆφον τῆς ἁγίας Συνόδου καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις ἁπάσαις τὰ τῶν κανόνων κρατείτω». (“Πραγματικὰ” καὶ “πραγματικοὶ τύποι” εἶναι τὰ βασιλικὰ προστάγματα. Βλ. ἑρμηνεία Βαλσαμῶνος εἰς τὸν ιβ΄ Κανόνα τῆς Δ΄, ἐν Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Β ΄, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, σελ. 247. Ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἴσον ἐπιστολῆς ἀντιγραφείσης παρὰ τοῦ εὐσεβεστάτου, καὶ χριστιανικωτάτου Βασιλέως Ἰουστινιανοῦ πρός τινας γράψαντας καὶ ἐκδικήσαντας Θεόδωρον τὸν δυσσεβῆ, καὶ τὰ πονηρὰ αὐτοῦ δόγματα (…) Mansi 9, 644 A.B. «Ἀποδείξαντες δέ, ὅτι ἐν τοῖς προλαβοῦσι χρόνοις ὡρίσθη παρὰ τῶν ἁγίων πατέρων καὶ μετὰ θάνατον ἀναθεματίζεσθαι τοὺς εἴτε εἰς πίστιν, εἴτε εἰς κανόνας ἁμαρτήσαντας, ἀναγκαῖον εἶναι συνείδομεν καὶ τὰ ἐν τοῖς ἡμετέροις χρόνοις γενόμενα πᾶσι δῆλα καταστῆσαι πρὸς ἀναίρεσιν πάσης ἀφορμῆς τῶν τοὺς προφανεῖς αἱρετικοὺς, καὶ τὴν τούτων ἀσέβειαν ἐκδικούντων». Τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν β΄ «Ἔδοξε δὲ καὶ τοῦτο τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ Συνόδῳ, κάλλιστά τε καὶ σπουδαιότατα, ὥστε μένειν καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν βεβαίους καὶ ἀσφαλεῖς πρὸς ψυχῶν θεραπείαν καὶ ἰατρείαν παθῶν τοὺς ὑπὸ τῶν πρὸ ἡμῶν ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καὶ κυρωθέντας, ἀλλὰ μὴν καὶ παραδοθέντας ἡμῖν, ὀνόματι τῶν ἁγίων καὶ ἐνδόξων Ἀποστόλων πε΄ Κανόνας […] Ἐπισφραγίζομεν δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς πάντας ἱεροὺς Κανόνας τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας [τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων κατ’ ὄνομα καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων] … καὶ μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας ἢ ἀθετεῖν ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντεθέντας τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων. Εἰ δέ τις ἁλῶ Κανόνα τινὰ τῶν εἰρημένων καινοτομῶν ἢ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατὰ τὸν τοιοῦτον Κανόνα, ὡς αὐτὸς διαγορεύει τὴν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καὶ δι΄ αὐτοῦ, ἐν ᾧπερ πταίει, θεραπευόμενος». Τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν α΄ «Τοῖς τὴν ἱερατικὴν λαχοῦσιν ἀξίαν, μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα αἰ τῶν κανονικῶν διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις, ἃς ἀσμένως δεχόμενοι μετὰ τοῦ θεοφάντορος Δαβὶδ ᾄδομεν πρὸς τὸν δεσπότην Θεὸν λέγοντες «ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ καὶ ἐνετείλω δικαιοσύνην τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα, συνέτισόν με καὶ ζήσομαι» […] Τούτων οὖν οὕτως ὄντων καὶ διαμαρτυρομένων, ἀγαλλόμενοι ἐπ’ αὐτοῖς, ὡς εἴ τις εὕροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν• ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα• καὶ οὓς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν, οὓς δὲ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν, οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν, οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν». Β. Ἐξ ἄλλων ἐγκρίτων Συνόδων Σύνοδος ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ ἔτους 920 ἐπὶ Ἁγίου Νικολάου Α΄ ΚΠόλεως τοῦ Μυστικοῦ («Τόμος Ἑνώσεως») Ἔκθεσις ἤτοι ἀνάμνησις τῆς γενομένης τῆς Ἐκκλησίας ἑνώσεως ἐπὶ Κωνσταντίνου καὶ Ρωμανοῦ, τοῦ μὲν βασιλεύοντος, τοῦ δὲ τὸ τηνικαῦτα τῷ τοῦ βασιλεοπάτορος ἀξιώματι διαπρέποντος, ἐν Nicholas I, Patriarch of Constantinople, Miscellaneous Writings, ἐκδίδει L.G. Westerink, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Washingtonensis 20, ἐκδ. Dumbarton Oaks, Washington D.C. 1981, σελ. 83. «Τοῖς ἐν καταφρονήσει τιθεμένοις τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους Κανόνας τῶν ἱερῶν Πατέρων ἡμῶν, οἳ καὶ τὴν ἁγίαν Ἐκκλησίαν ὑπερείδουσι καὶ ὅλην τὴν χριστιανικὴν πολιτείαν κοσμοῦντες πρὸς θείαν ὁδηγοῦσιν εὐλάβειαν, ἀνάθεμα». Ἀποκρίσεις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμότας (1716/1725), Ἀπόκρισις α΄[τῶν τρίτων], ἐν Πρωτοπρ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009[4], σελ. 413-415. «Οὐ γὰρ ἀνεχόμεθα τὰ καλῶς καὶ δικαίως καὶ ὡς ἔδοξε τῷ ἁγίῳ Πνεύματι διορισθέντα καὶ νομοθετηθέντα καὶ κανονισθέντα ὑπὸ πνευματοφόρων καὶ ἁγίων ἀνδρῶν συνοδικῶς καὶ συμψήφως ἢ ἀθετῆσαι ἢ ἀλλοιῶσαι ἢ ἀποβάλλεσθαι, καὶ ἕτερα ἀντινομοθετῆσαι γεννήματα τῆς καρδίας ἡμῶν, καὶ οὐ κατ’ ἐπίπνοιαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ταῦτα μὴ ταῖς θείαις Γραφαῖς ἀντικείμενα ὄντα, μᾶλλον δὲ καὶ συνάδοντα. Τοὺς γὰρ τῶν προγεγενημένων ἱερῶν καὶ ἁγίων ἑπτὰ Συνόδων καὶ τῶν τοπικῶν, τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ δηλονότι συγκεκροτημένων (ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν Ἀποστόλων μέχρι τοῦ χρόνου καθ΄ ὃν ἐβασίλευσεν ἐν Κων/λει Βασίλειος ὁ Πορφυρογέννητος), θεσμοὺς καὶ κανόνας, ὡς αὐτὰ τὰ ἅγια εὐαγγέλια δεχόμεθα, κατὰ τὸν β΄ τῆς ς΄ ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς Συνόδου κανόνα, καὶ τὴν γ΄διάταξιν τοῦ β΄ τίτλου τῶν Νεαρῶν, ἐν ᾗ εὑρίσκομεν, ὅτι δεῖ τοὺς κανόνας τῶν ἑπτὰ Συνόδων καὶ τὰ δόγματα κρατεῖν ὡς τάς θείας Γραφάς. Αὕτη ἐστὶν ρλα΄ νεαρά Ἰουστινιάνειος, κειμένη ἐν βιβλίῳ ε΄τῶν Βασιλικῶν, τίτλῳ β΄ διατάξει ιβ΄, ὅτι οἱ τοῖς κανόσιν ἐναντιούμενοι πνευματικοὶ [μᾶλλον: πραγματικοὶ] τύποι ἄκυροί εἰσι. Δῆλον δὲ καὶ διατί τοὺς τῶν ἱερῶν Συνόδων κανόνας ὡς τὰς θείας δεχόμεθα Γραφάς, ὅτι θεοφόρων ἀνδρῶν θεσμοί εἰσιν, οὓς ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς καὶ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Προφήτας, οὕτω καὶ τοὺς διδασκάλους, καθὼς ὁ θεῖος Ἀπόστολος διδάσκει (Α΄ Κορ. 12, 28), οἳ καὶ θείῳ Πνεύματι ἐμπνευσθέντες ἐθέσπισαν τοὺς τοιούτους κανόνας, ἵν’ ἔχωμεν αὐτοὺς ὡς λύχνους φαίνοντας ἐν αὐχμηρῷ τόπῳ (Β΄ Πέτρου 1, 19), καθὰ καὶ τὰς θείας Γραφάς. Τὸ γὰρ διὰ τῶν Ἀποστόλων, ὡς προείρηται, λαλῆσαν ἅγιον Πνεῦμα, τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τῶν θεοφόρων Πατέρων λελάληκε, καὶ οὐχ ἕτερον. Τοῦτο, ὅ φαμεν, καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἀπεφήνατο εἰπών• «ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ» (Λουκ. 10, 16), καὶ τὰ ἑξῆς. Τίνι οὖν λόγῳ τολμήσωμεν ἡμεῖς αὐθαδῶς καὶ ἀνυποστόλως ἀθετῆσαι καὶ αὐτὴν τὴν πολλοστὴν τῶν θείων Πατέρων διάταξιν καὶ θεσμοθεσίαν, καὶ ταῦτα μὴ ταῖς θείαις Γραφαῖς ἀντιφθεγγομένην, καὶ μάλιστα τῶν ὅσα περὶ θείων δογμάτων ἀπεφάνθησάν τε καὶ ὁμοφώνως ἐκυρώθησαν; Εἰ δὲ τίς ποτε συγκατάβασις καὶ οἰκονομία ἐγένετο, ἴσως ἐν ὅσοις τρόπῳ συμβουλῆς περὶ ἤθη καὶ τάξεις καὶ συνηθείας μακρὰς ᾠκονομήθη, ἀλλ’ οὐκ ἐν ὅσοις περὶ πίστεως καὶ δογμάτων ὁ λόγος [...] Οὐ γὰρ ἔχει τις ἄδειαν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ποιεῖν , ὅπερ ἂν αὐτῷ δόξαι, ἀλλὰ μετὰ συνοδικῆς συνδιασκέψεως ἡ περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων κρίσις τε καὶ ἀπόφασις γίνεται, ὡσαύτως καὶ συγκατάβασις ἢ καὶ οἰκονομία, εἰ τούτων γένηται χρεία τις ἀναγκαία. Ἐν γὰρ τοῖς θείοις δόγμασιν οὐδαμοῦ χώραν ἔχει ποτὲ οἰκονομία ἢ συγκατάβασις• ταῦτα γὰρ ἀσάλευτά εἰσι, καὶ ὑπὸ πάντων τῶν Ὀρθοδόξων ὡς ἀπαράβατα ἐν πάσῃ εὐλαβείᾳ διαφυλάττονται• καὶ ὁ μικρόν τι τούτων παραβαίνων, ὡς σχισματικὸς καὶ αἱρετικὸς κατακρίνεται καὶ ἀναθεματίζεται, καὶ ἀκοινώνητος παρὰ πᾶσι λογίζεται» . Ἀποκρίσεις τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμότας (1716/1725), Ἀπόκρισις 2α΄, ἐν Πρωτοπρ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009[4], σελ. 430. «... τὰ καθ’ ἡμᾶς δόγματα καὶ τὸ φρόνημα τῆς ἡμετέρας Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας πάλαι μὲν ἐξητάσθησαν, ὀρθῶς τε καὶ εὐσεβῶς διωρίσθησαν καὶ διετάχθησαν παρὰ τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ μήτε προσθεῖναι τούτοις ἕτερόν τι ἔξεστιν, οὔτε τι ὅλως ἀφαιρῆσαι ἐκ τούτων• καὶ τοῖς βουλομένοις συμφρονῆσαι ἡμῖν ἐν τοῖς θείοις δόγμασι τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἀνάγκη ἀκολουθῆσαι καὶ ὑποταγῆναι τοῖς διορισθεῖσι καὶ διαταχθεῖσιν ὑπὸ τῆς ἀρχαιοπαραδότου καὶ πατροπαραδότου καὶ παρὰ τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν Συνόδων διατάξεως, ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν καθ’ ἑξῆς ἐς τόδε θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, μετὰ ἁπλότητος καὶ ὑπακοῆς καὶ ἄνευ τινὸς ἄλλης ἐρεύνης καὶ περιεργείας». Ὁμολογία Πίστεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1727, ἐν Πρωτοπρ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009[4], σελ. 490ἑ. «Ἐκλήθημεν δὲ ἄνωθεν οἱ εὐσεβεῖς τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας χριστιανοὶ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀπό τε τῶν Προφητῶν, ἀπό τε τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, ἀπό τε τῶν Ἀποστόλων, ἀπό τε τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἁπαξαπάντων τῶν ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐνηχηθέντων ἁγίων Πατέρων εἰς τὸ πιστεύειν καὶ φρονεῖν ὅσα ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία παρέλαβε καὶ διασῴζει μέχρι τοῦδε ἀπαραμείωτα καὶ ἀνόθευτα εἰς τὸ παντελές, εἴτε δόγματα πίστεως, ὅρους τε καὶ κανόνας, εἴτε παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐγγράφους τε καὶ ἀγράφους• ὀφείλομεν ἄρα καὶ περιέπειν ταῦτα πάντα καὶ ἐνστερνίζεσθαι ὅλῃ ψυχῇ, διανοίᾳ τε καὶ προθυμίᾳ, καὶ μηδὲ κεραίαν ἐκ τούτων ἀθετεῖν ἢ μεταποιεῖν ἢ προστιθέναι ἢ ἀφαιρεῖν, ἀλλὰ τὴν εὐθεῖαν βαδίζειν καὶ βασιλικὴν καὶ ἄπταιστον τῆς σωτηρίας ὁδόν, τὴν μήτε εἰς τὰ δεξιὰ μήτε εἰς τὰ ἀριστερὰ κλίνουσαν. Καὶ γὰρ καὶ μικρὰ παρέγκλισις [μᾶλλον: παρέκκλισις] καὶ μεταποίησις ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ λόγοις εἰς κρημνὸν φέρει καὶ βάραθρα, καὶ βυθῷ ψυχικῆς ἀπωλείας παραπέμπει τὸν ὁπωσοῦν ἐκτραπέντα τῆς εὐθείας καὶ τῆς ἀληθείας διαμαρτήσαντα». Τῆς ἐν Κων/πόλει Συνόδου τοῦ 1836 ἐγκύκλιος κατὰ τῶν Διαμαρτυρομένων Ἱεραποστόλων, §6, ἐν Πρωτοπρ. ΙΩ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β΄, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009[4], σελ. 515ἑ. «Τὸ Τάγμα αὐτὸ [σ.σ. τὸ Μοναχικὸν] οὔτε ἐμόλυνέ ποτε, κατὰ τοὺς παραλογισμοὺς τῶν ἐναντίων αὐτῶν κακοφρόνων [Προτεσταντῶν], τὴν ὁρατὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ἀείποτε ἐλάμπρυνεν, ἐδόξασεν, ἐκράτυνε καὶ ἐστερέωσεν αὐτὴν καὶ διὰ τοῦ πνευματικοῦ βίου καὶ διὰ τῶν δογματικῶν συγγραμμάτων καὶ ἠθικῶν• αὐτὸ συνεκρότησε τὰς κατὰ καιροὺς συστάσας οἰκουμενικὰς καὶ τοπικὰς Συνόδους• αὐτὸ διετήρησεν ἀκριβῶς τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οἵτινες καὶ τὸ δόγμα εὐσεβῶς ὀρθοτομοῦσι, καὶ τὰ ἤθη τῶν χριστιανῶν ῥυθμίζουσι, καὶ εἰς τὴν κατὰ Θεὸν πολιτείαν ὁδηγοῦσιν• αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς ἀντέστη καὶ κατεπολέμησε καὶ τῇ πανσθενεῖ δυνάμει τοῦ Κυρίου κατεπάλαισε τὰ διάφορα συστήματα τῶν ἑλληνιστῶν καὶ τοὺς κακοδόξους αἱρεσιάρχας». Γ. Ἐκ τῶν Ἁγίων Πατέρων Ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συνόδου τοῦ 869 κατὰ τοῦ Μεγάλου Φωτίου (κατὰ Λατίνους η΄ οἰκουμενικῆς), Πρᾶξις ΣΤ΄, Mansi 16, 348 D.E. «Ζαχαρίας ὁ παρὰ Φωτίου χειροτονηθεὶς Καλχηδόνος μητροπολίτης εἶπεν• οἱ κανόνες ἄρχουσι καὶ τῶν πατριαρχῶν. Εἰ γοῦν ἔξω τῶν κανόνων ποιοῦσιν, οὐ στοιχοῦμεν αὐτοῖς. Καὶ γὰρ Μάρκελλον τὸν Ἀγκύρας Ἰούλιος ὁ Ρώμης ἐδέξατο, καὶ ἡ ἐν Σαρδικῇ Σύνοδος• ἀλλ’ ἐκεῖνος μέχρι νῦν ὡς αἱρετικὸς ἀναθεματίζεται. Καὶ τὸν κλαύσιμον Ἀπιάριον δικαιωθέντα παρὰ τῶν προέδρων τῆς Ρώμης ἡ ἐν Ἀφρικῇ σύνοδος οὐκ ἐδικαίωσε. Καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα εἰσί. Καὶ νῦν εἰ ἐγένετο τὰ γενόμενα κατὰ κανόνας, στοιχοῦμεν αὐτοῖς». Ἁγίου Χρυσοστόμου Εἰς τὴν Γένεσιν 4,2 PG 54, 596 «Ἄρχοντες γὰρ ἀρχόντων εἰσὶν οἱ νόμοι». Εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ τὰ μύρια τάλαντα ὀφείλοντος͵ καὶ τὰ ἑκατὸν δηνάρια ἀπαιτοῦντος͵ καὶ ὅτι παντὸς ἁμαρτήματος τὸ μνησικακεῖν χεῖρον 4 PG 51, 23 «Οὐχ οἱ ἔξωθεν δὲ μόνον ἄρχοντες͵ ἀλλὰ καὶ οἱ τῶν Ἐκκλησιῶν προεστῶτες τῆς οἰκείας ἀρχῆς ὑφέξουσι τὸν λόγον• καὶ μάλιστα οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπὶ πλέον τὰς πικρὰς καὶ βαρείας εὐθύνας ὑπέχοντες. Καὶ γὰρ ὁ τοῦ λόγου τὴν διακονίαν ἐγκεχειρισμένος ἐξετασθήσεται μετὰ ἀκριβείας ἐκεῖ͵ εἰ μήτε ὄκνῳ͵ μήτε φθόνῳ παρεῖδέ τι τῶν δεόντων εἰπεῖν͵ καὶ διὰ τῶν ἔργων ἐπέδειξεν͵ ὅτι πάντα διεστείλατο͵ καὶ οὐδὲν ἔκρυψε τῶν συμφερόντων. Πάλιν ὁ τὴν ἐπισκοπὴν λαχὼν͵ ὅσῳ πρὸς μείζονα ὄγκον ἀναβέβηκε͵ τοσούτῳ πλείονα ἀπαιτηθήσεται λόγον͵ οὐχὶ διδασκαλίας μόνον καὶ πενήτων προστασίας͵ ἀλλὰ καὶ χειροτονιῶν δοκιμασίας καὶ μυρίων ἑτέρων». Tοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Διάλεξις τοῦ ἁγίου Μαξίμου σὺν Πύρρῳ, Mansi 10, 757 D.E. «Θαυμάζειν ὕπεστί μοι, πῶς σύνοδον ἀποκαλεῖς τὴν μὴ κατὰ νόμους καὶ κανόνας συνοδικοὺς ἢ θεσμοὺς γενομένην ἐκκλησιαστικούς• οὔτε γὰρ ἐπιστολὴ ἐγκύκλιος κατὰ συναίνεσιν τῶν πατριαρχῶν γέγονεν, οὐ τόπος ἢ ἡμέρα ὑπαντήσεως ὡρίσθη. Οὐχ ὑπαγώγιμός τις ἢ κατήγορος ἦν• συστατικὰς οἱ συνελθόντες οὐκ εἶχον, οὔτε οἱ ἐπίσκοποι ἀπὸ τῶν μητροπολιτῶν, οὔτε οἱ μητροπολῖται ἀπὸ τῶν πατριαρχῶν• οὐκ ἐπιστολαί ἢ τοποτηρηταὶ ἀπὸ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν ἐπέμφθησαν. Τίς οὖν λόγου μεμοιραμένος σύνοδον καλεῖν ἀνάσχοιτο τὴν σκανδάλων καὶ διχονοίας ἅπασαν πληρώσασαν τὴν οἰκουμένην; » Τοῦ Ἁγίου Ταρασίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (ἐν τῇ Κατὰ Σιμωνιακῶν πρὸς τὸν Ρώμης Ἀδριανῷ Ἐπιστολῇ αὐτοῦ) ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Πηδάλιον, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 200313, σελ. 719) «Τούτου ἕνεκεν, οὐχ ὑποστελλόμεθα τοῦ ἀναγγέλλειν τὴν ἀλήθειαν, φυλάττοντες καὶ κρατοῦντες τὰ παρὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἀοιδίμων Πατέρων ἡμῶν κανονικῶς ἐκδοθέντα, καὶ εἴ τι τούτων παρεβάθη ὑπό τινων, βδελυττόμεθα». Τοῦ Μεγάλου Φωτίου Πρόλογος εἰς τὸν Νομοκάνονα Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Α ΄, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, σελ. 5. «Πεπεισμένος [εἰμὶ] τοὺς ἱεροὺς θεσμοὺς εὕρημα μὲν καὶ δῶρον εἶναι Θεοῦ, δόγμα δὲ φρονίμων τε καὶ θεοφόρων ἀνθρώπων, ἐπανόρθωμα δὲ τῶν ἑκουσίων, καὶ παρὰ βούλησιν ἁμαρτημάτων, καὶ πολιτείας εὐσεβοῦς τε καὶ πρὸς ἀτελεύτητον ζωὴν ἀγούσης κανόνα». Ἐπιστολὴ τρίτη ἀπολογητικὴ πρὸς τὸν Πάπαν Νικόλαον, ἐν Ἰ. Βαλέτα, Φωτίου Ἐπιστολαὶ, σελ. 163. Παραπομπὴ ἐμμέσως παρὰ Κ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Οἱ ἱεροὶ Κανόνες «στῦλος καὶ ἑδραίωμα» τῆς Ὀρθοδοξίας• ἀπάντησις εἰς τὸν σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Θυατείρων καὶ Μ. Βρεττανίας κ. Ἀθηναγόραν, ἀνάτυπον ἐκ τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1972, σελ. 11. «Ἡ τῶν ἀληθῶν κανόνων φυλακή, σπουδαίῳ μὲν ἐποφείλεται παντί, πολὺ δὲ πλέον τοῖς ἀπ’ εὐθύνην (sic) τὰ τῶν ἄλλων ὑπὸ τῆς Προνοίας ἠξιωμένοις• καὶ τούτων ἔτι μάλιστα τοῖς ἐν αὐτοῖς τούτοις πρωτεύειν λαχοῦσιν. Ὅσῳ γὰρ ὑπερέχουσι, τοσοῦτῳ νομοφυλακεῖν ὀφείλουσι». Τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου Ἐπιστολὴ (24) Θεοκτίστῳ Μαγίστρῳ (PG 99, 985B-D) « [Ἡ Ἐκκλησία] οὐδὲ παρὰ τοὺς κειμένους ὅρους καὶ νόμους πράττειν τι καὶ λέγειν ἀνέχεται• κἂν πολλοὶ πολλαχῶς ποιμένες ἠφρονεύσαντο• ἐπεὶ καὶ συνόδους συνεκρότησαν μεγάλας καὶ παμπληθεῖς, καὶ Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἑαυτοὺς ὠνομάκασι• καὶ ὑπὲρ κανόνων ἐφρόντισαν τῷ δοκεῖν, κατὰ κανόνων τὸ ἀληθὲς κινούμενοι. Τί δὴ θαυμαστὸν εἰ καὶ νῦν πέντε καὶ δέκα τυχὸν ἐπίσκοποι συναχθέντες τὸν ὑπὸ τῶν κανόνων καθῃρημένον κατὰ δύο αἰτίας, ἠθώωσαν, λύσαντες τοῦ ἱερουργεῖν; Σύνοδος τοίνυν, δέσποτα, οὐ τὸ ἁπλῶς συνάγεσθαι ἱεράρχας τε καὶ ἱερεῖς, κἂν πολλοὶ ὦσι. Κρείσσων γάρ, φησιν, εἷς ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου ἢ μυρίοι παραβαίνοντες• ἀλλὰ τὸ ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν τῇ εἰρήνῃ καὶ φυλακῇ τῶν κανόνων• καὶ τὸ δεσμεῖν καὶ λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ, καὶ τῷ κανόνι καὶ τῷ γνώμονι τῆς ἀκριβείας [...] καὶ ἐξουσία τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενὶ δέδοται ἐπὶ παραβάσει κανόνος ἢ μόνον στοιχεῖν τὰ δεδογμένα καὶ ἕπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν [...] Οὐκ ἔστιν οὖν, οὐκ ἔστιν, ὦ δέσποτα, οὔτε τὴν καθ' ἡμᾶς ἐκκλησίαν οὔτε ἑτέραν παρὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ κανόνας ποιεῖν τι. Ἐπεί, εἰ τοῦτο δοθείη, κενὸν τὸ εὐαγγέλιον, εἰκῇ οἱ κανόνες, καὶ ἕκαστος κατὰ τὸν καιρὸν τῆς οἰκείας ἀρχιερωσύνης, ἐπειδὴ ἔξεστιν αὐτῷ ὡς δοκεῖ μετὰ τῶν σὺν αὐτῷ πράσσειν, ἔστω νέος εὐαγγελιστής, ἄλλος ἀπόστολος, ἕτερος νομοθέτης. Ἀλλ' οὐδαμῶς• παραγγελίαν γὰρ ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου, παρ' ὃ παρελάβομεν, παρ' ὃ οἱ κανόνες τῶν κατὰ καιροὺς συνόδων καθολικῶν τε καὶ τοπικῶν ἐάν τις δογματίζῃ ἢ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτὸν ἔχειν μηδὲ λογίζεσθαι αὐτὸν ἐν κλήρῳ ἁγίων• καὶ τὸ δύσφημον παρῆμεν λέγειν, ὃ αὐτὸς εἴρηκεν. Ἐπιστολὴ (25) Νικηφόρῳ Πατριάρχῃ (PG 99, 989Α.) «Ἀλλ' εἰ καὶ ἄλλως ἐν πολλοῖς ἁμαρτήμασιν ὑπάρχομεν, πλὴν ὀρθόδοξοι καὶ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας τρόφιμοι, πᾶσαν αἵρεσιν ἀποβαλλόμενοι καὶ πᾶσαν καθολικὴν καὶ τοπικὴν σύνοδον ἐγκεκριμένην ἀποδεχόμενοι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὰς παρ' αὐτῶν ἐκφωνηθείσας κανονικὰς διατυπώσεις• μηδὲ γὰρ τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ' ἐξ ἡμισείας, τὸν τὴν πίστιν ὀρθὴν οἰόμενον ἔχειν τοῖς δὲ θείοις κανόσι μὴ ἀπευθυνόμενον». Ἐπιστολὴ (27) Νικήτᾳ Πατρικίῳ (PG 99, 996 Α.) «Νόμοι τοιγαροῦν, ὦ δέσποτα, θεῖοι καὶ κανόνες εἰσὶν οἱ ἄγοντες πάντα τὸν εὐσεβοῦντα, παρ' οὓς οὐκ ἔστιν οὔτε πρόσθεσιν οὔτε ὕφεσιν ποιεῖσθαι». Ἐπιστολὴ (535 ἢ 201) Φιλοθέῳ Κτήτορι (PG 99, 1615 B.C.) «Ἐπεὶ δὲ περὶ τοῦ Θεοῦ τὸ κινούμενον• καὶ τῆς τῶν θείων κανόνων ὁροθεσίας ἡ παράβασις• σύγγνωθι, ἀδελφὲ φίλτατε• οὐχ οἷοι τέ ἐσμεν κατά τε Θεοῦ καὶ ἱερῶν κανόνων ἀποῖσαι κρίσιν• μάλιστα ὅτι ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ παρομοίῳ κεφαλαίῳ ἐν τοῖς προλαβοῦσι χρόνοις πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν ἐθέμεθα [...] Ὥστε, εἰδὼς τὸ ἐπικίνδυνον κρίμα, μὴ παραβιάζου τὴν ταπείνωσιν ἡμῶν• εἰ γὰρ ὑπὲρ τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας καθ' ἑκάστην ἡμέραν εἰς κινδύνους παρατετάγμεθα, πῶς κατὰ τῆς ἀληθείας ἑτεροτρόπως κινηθησόμεθα; Οὐκ ἔχει φύσιν, ὦ δέσποτα, παρὰ τὰ θειωδῶς κεκριμένα τοῖς κανόσι δρᾶσαί τι ἢ εἰπεῖν. Πιστεύομεν δὲ ὅτι καὶ αὐτός, ἓν ζητῶν, τὸ θεῖον θέλημα καὶ τὸ σωτηριῶδες τῆς ψυχῆς σου, συμφήσειας ἡμῖν ἐπὶ τοῖς λελεγμένοις καὶ προσεύξῃ μᾶλλον ἐπερείδεσθαι ἡμᾶς τῷ θείῳ νόμῳ καὶ μὴ προΐεσθαι τὸ οἱονοῦν ἐπὶ παραβάσει ἐντολῆς θεοῦ καὶ κανόνος». Τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου (Εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Πηδάλιον, ἔκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 200313, σελ. ιστ΄. ιζ΄) «Αὕτη ἡ βίβλος [τὸ Πηδάλιον] εἶναι ἡ μετὰ τὰς ἁγίας Γραφὰς ἁγία Γραφή, ἡ μετὰ τὴν Παλαιὰν καὶ Καινὴν Διαθήκην, διαθήκη. Τὰ μετὰ τὰ πρῶτα καὶ θεόπνευστα λόγια, δεύτερα καὶ θεόπνευστα λόγια. Αὕτη ἐστὶ τὰ αἰώνια ὅρια, ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν, καὶ νόμοι οἱ ὑπάρχοντες εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἐξωτερικοὺς καὶ βασιλικοὺς νόμους τῶν Διγέρων, τῶν Ἰνστιτούτων, τῶν Κωδήκων, τῶν Νεαρῶν ὑπερέχοντες. Ἐκείνους μὲν γὰρ βασιλεῖς μόνον ἐξέδωκαν, τούτους δέ, αἱ μὲν Σύνοδοι οἰκουμενικαί τε καὶ τοπικαὶ διὰ Πνεύματος ἁγίου, ὡς εἴπομεν, ἐθέσπισαν, οἱ δὲ βασιλεῖς ἐπεκύρωσαν. Αὕτη ὡς ἀληθῶς ἐστι, καθὼς αὐτὴν ἐπωνομάσαμεν, τὸ Πηδάλιον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου αὕτη κυβερνωμένη, ἀσφαλῶς τοὺς ἐν αὐτῇ ναύτας καὶ ἐπιβάτας, ἱερωμένους τε λέγω καὶ λαϊκούς, πρὸς τὸν ἀκύμαντον παραπέμπει τῆς ἄνω βασιλείας λιμένα […] Τοιουτοτρόπως ἡ αὐτὴ Τριάς, καὶ τὸν δεύτερον τοῦτον καὶ νοητὸν κόσμον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατασκευάσασα, μὲ τοὺς ἱεροὺς τούτους καὶ θείους Κανόνας συνέδησεν αὐτὸν καὶ συνέπηξεν. Ἐξ ὧν ἡ τῶν Πατριαρχῶν ἀποτίκτεται εὐταξία, ἡ τῶν Ἀρχιερέων ἁρμονία, ἡ τῶν Ἱερέων κοσμιότης, τῶν διακόνων ἡ σεμνοπρέπεια, τῶν Κληρικῶν ἡ σεβασμιότης, τῶν Μοναχῶν ἡ εὐρυθμία, τῶν Πνευματικῶν Πατέρων ἡ πρὸς διόρθωσιν ἀπαιτουμένη γνῶσις, τῶν βασιλέων ἡ παρὰ πάντων ὀφειλομένη τιμή, καὶ πάντων ἁπλῶς τῶν χριστιανῶν ἡ πρέπουσα χριστιανοῖς διαγωγὴ καὶ κατάστασις, καὶ καθολικῶς εἰπεῖν, ἐκ τῶν ἱερῶν τούτων Κανόνων, ἡ κάτω ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία γίνεται μίμημα καὶ ἐκσφράγισμα τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας. Καὶ αἱ δύω ὁμοῦ ἱεραρχίαι ἀποκαθίστανται μία, ἓν μέλος ἀνακρουομένη, ἐναρμόνιόν τε καὶ πάγχορδον. Ἔκβαλε τοὺς κανόνας τῶν στοιχείων ἀπὸ τὴν ὑλικὴν κτίσιν, καὶ παρευθὺς λύεται ἡ τάξις, καὶ λυομένης τῆς τάξεως, ὅλον τὸ πᾶν ἀφανίζεται. Ἔκβαλε καὶ τοὺς ἱεροὺς τούτους κανόνας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ παρευθὺς ἐπεισέρχεται ἡ ἀταξία, καὶ ἐκ τῆς ἀταξίας ἅπασα ἡ ἱερὰ αὐτῆς διακόσμησις ἀφανίζεται […] Μακάριοι ἐστέ, χριστιανοὶ ἀδελφοί, ὅτι διὰ τῆς βίβλου ταύτης ἠξιώθητε νὰ γνωρίσετε τὰ εὐάρεστα τῷ Θεῷ πατρικὰ καὶ συνοδικὰ παραγγέλματα […] εἴτε νάματα οὐράνια θέλει τα ὀνομάσει τινάς, ὡσὰν ὁποῦ διὰ τούτων τὸ πρόσωπον ἅπαν τῆς Ἐκκλησίας ποτίζεται, εἴτε θεμέλια πνευματικά, ἐπάνω εἰς τὰ ὁποῖα πᾶσα χριστιανικὴ οἰκοδομὴ ἑδράζεται». Τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, Ἐπιτομὴ εἴτε Συλλογὴ τῶν θείων τῆς Πίστεως δογμάτων, ἐκδ. Καλλινίκου Ἱερομονάχου, Βράιτκοπφ καὶ Ἕμτελ, Λειψία τῆς Σαξωνίας 1806, 42ἑ. «Ὀφείλεται μὲν οὖν ἅπασα καὶ ὅλη ἡ πίστις καὶ τὸ σέβας τῇ οἰκουμενικῇ συνόδῳ ἅτε παριστώσῃ δηλαδὴ τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν, ἧς κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον πολλαχοῦ, κεφαλὴ ἀθάνατος καὶ πάνσοφός ἐστιν ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Δι΄ ὃ καὶ πιστεύομεν, ὅτι τῷ θείῳ αὐτοῦ πνεύματι φωτιζομένῃ, πάντα ὀρθῶς ἀποφαίνεται, καὶ ἀπταίστως, δόγματά τε καὶ κανόνας, καθ΄ οὓς διαβιοῦν ὀφείλομεν ἅπαντες. Ὥστε, συντόμως εἰπεῖν εἴτις μὴ τῇ οἰκουμενικῇ Συνόδῳ πείθεσθαι βούληται, οὗτος τῆς χριστιανικῆς μοίρας τε καὶ ἐλπίδος ἐκπέπτωκε, κατὰ τὴν Δεσποτικὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἐάν τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι, ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης. Ἔστιν οὖν ἡ οἰκουμενικὴ Σύνοδος κριτὴς ὑπέρτατος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, ὡς παριστῶσα τὴν καθόλου ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπάτης ἀνωτέρα, ἐν οἷς ἀποφαίνεται, ὡς ἀμέσως ὑπὸ τοῦ ἁγίου φωτιζομένη πνεύματος. Δι΄ ὅ,τι τοῖς παρ’ αὐτοῖς θεσπίσμασιν οἱ ἁπανταχοῦ Χριστιανοὶ ὡς Θεοῦ λόγοις πείθεσθαι μέλλουσι. Καὶ ὅπερ ὁ μέγας Ἀπόστολος Πέτρος περὶ τῶν προφητῶν ἔφη, ὡς ὑπὸ πνεύματος ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι, τοῦτ’ αὐτὸ καὶ περὶ τῶν οἰκουμενικῶν ἀποφάνσεων, οἱ θεῖοι πατέρες ἡμᾶς διδάσκουσι. Ἐπειδὴ δὲ κριτοῦ ἴδιόν ἐστι, καὶ παιδείαις ὑποβάλλειν τοὺς τῶν νόμων παραβάτας, ἔχει δὴ καὶ τοῦτο τὸ δικαίωμα καὶ ἀξίωμα παρὰ τοῦ οὐρανίου βασιλέως Χριστοῦ, τοῦ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν παρασχόντος τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Καὶ δὴ τοὺς μὴ πειθομένους τῇ ὀρθῇ τῆς ἐκκλησίας Διδασκαλίᾳ, δεσμοῖς ἀλύτοις ὑποβάλλει, καὶ τῷ αἰωνίῳ παραπέμπει ἀναθέματι». Ἁγίου Γρηγορίου Ε΄ Πατριάρχου ΚΠόλεως Ἐμμέσως ἐκ τοῦ κειμένου «Ἔκθεσις ἀπόψεων τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς Χρυσοστόμου περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν μέτρων, δι΄ὧν, συνωδᾷ τῇ 3ῃ Συντακτικῇ Πράξει τῆς 9 Ἰανουαρίου 1974, θὰ ἀποκατασταθῇ ἐν τῷ χώρῳ τῆς Ἁγιωτάτης Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἡ διασαλευθεῖσα κανονικὴ τάξις» κ.λπ. σελ. 4ἑ. ὑποβληθεῖσα τὴν 4ην Μαρτίου 1974 εἰς τὴν Ἔκτακτον Πολυμελῆ Σύνοδον τοῦ 1974 εὑρισκομένη εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἰς τὸ βιβλίον ΑΘ. ΑΝ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία-Ἱστορία τῶν δομῶν διοικήσεως καὶ ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1984, σελ.89 «Ὅσα μὲν κατὰ τοὺς θείους θεσμοὺς καὶ τοὺς ἱεροὺς καὶ ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας τυγχάνει διακυβερνώμενα πολλὴν ἔχουσι τὴν χάριν παρὰ Θεοῦ καὶ κλέος μέγιστον• ὅσα δέ, τοὐναντίον, παραβαίνει τὸν ὅρον, ἐκτρεπόμενα, ἐν τούτοις προφανὴς ἡ ἀκοσμία, κατάδηλος ἡ φθορὰ καὶ ἐπὶ πᾶσιν, ἡ τῶν ψυχῶν ἀπώλεια». Δ. Ἐκ τῶν νομο – κανονικῶν κειμένων τῆς Ρωμηοσύνης (τοῦ “Βυζαντίου”) Ἰουστινιανοῦ Νεαρὰ ρλα΄, Περὶ ἐκκλησιαστικῶν κανόνων καὶ προνομίων Corpus Juris Civilis, τόμ. 3, ἐκδ. Weidmann, Berlin 19682, σελ. 654ἑ. «Θεσπίζομεν τοίνυν τάξιν νόμων ἐπέχειν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Κανόνας, τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων τεσσάρων Συνόδων ἐκτεθέντας ἢ βεβαιωθέντας, τοὐτέστι τῆς ἐν Νικαίᾳ τῶν τιη΄ καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἁγίων ρν΄ Πατέρων καὶ τῆς ἐν Ἐφέσῳ πρώτης ἐν ᾗ Νεστόριος κατεκρίθη καὶ τῆς ἐν Καλχηδόνι, καθ΄ ἣν Εὐτυχὴς μετὰ Νεστορίου ἀνεθεματίσθη. Τῶν γὰρ προειρημένων ἁγίων δʹ Συνόδων καὶ τὰ δόγματα καθάπερ τὰς θείας γραφὰς δεχόμεθα καὶ τοὺς κανόνας ὡς νόμους φυλάττομεν». Τῶν Βασιλικῶν, βιβλ. ε΄, τίτλ. γ΄, κεφ. α΄, θέμα α΄ . Παρὰ τῷ Νομοκάνονι τοῦ Μ. Φωτίου, τιτλ. α΄, κεφ. β΄ Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Α ΄, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, σελ. 36ἑ. «Θεσπίζομεν τοίνυν τάξιν νόμων ἐπέχειν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς Κανόνας, τοὺς ὑπὸ τῶν ἁγίων ἑπτὰ Συνόδων ἐκτεθέντας ἢ βεβαιωθέντας [...] τῶν γὰρ προειρημένων ἁγίων Συνόδων τὰ δόγματα καθάπερ τὰς θείας Γραφὰς δεχόμεθα καὶ τοὺς Κανόνας ὡς νόμους φυλάττομεν». Σημείωσις ἁγίου Νικοδήμου: «διὰ τοῦ “βεβαιωθέντας” δηλοῦνται οἱ Κανόνες τῶν τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρος Πατέρων οἱ παρὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων βεβαιωθέντες, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα» (Πηδάλιον, ἐκδ. Παπαδημητρίου, 2003 13, σελ. κ’). Τῶν Νεαρῶν, τίτλ. β’, διάταξις γ΄. Παρὰ τῷ Νομοκάνονι τοῦ Μ. Φωτίου, τίτλ. α΄, κεφ. β΄ Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Α ΄, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, σελ. 36 Ἡ διάταξις αὕτη (ἤτοι αὐτὴ αὕτη ἡ Ἰουστινιάνειος ρλα΄ Νεαρὰ) «τοὺς τῶν ἑπτὰ Συνόδων Κανόνας θέλει κρατεῖν καὶ τὰ δόγματα αὐτῶν ὡς τὰς θείας Γραφάς». Αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Σοφοῦ Τῶν Βασιλικῶν, βιβλ. ε΄, τίτλ. γ΄, κεφ. α΄ (παρὰ τῷ Πηδάλιον, ἐκδ. Παπαδημητρίου, 2003 13, σελ. κ’). «Δέχομαι τὰς ἁγίας ἑπτὰ Οἰκουμενικὰς Συνόδους ὡς τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον». Τοῦ αὐτοῦ, Νεαραὶ Διατάξεις, β΄, PG 107, 428C. «Τῶν ἱερῶν καὶ θείων κανόνων, τῶν τε ἄλλων καὶ ὅσοι περί τε ἱερωσύνης καὶ χειροτονίας ἐπισκόπων ἐθέσπισαν, εἰς τὸ ἄριστόν τε καὶ ἀκριβέστατον ἐκπεφωνημένων, (πῶς δ’ οὐκ ἔμελλον ἀκριβῶς ἐκπεφωνῆσθαι, θείας ἐπιπνοίας ἐν τοῖς φθεγγομένοις ἐνεργούσης;) θαυμάζειν ἔπεισί μοι, πῶς οὐκ εὐλαβήθησάν τινες, ὥσπερ ἐνδεῶς ἐκείνως ἐχόντων τολμᾷν ἑτέρων ἐκθέσει νόμων τοὺς ἱεροὺς καὶ θείους ἀθετεῖν νόμους». Τοῦ Κώδικος, βιβλ. α΄, τίτλ. β΄, διατάξει ιβ΄. Παρὰ τῷ Νομοκάνονι τοῦ Μ. Φωτίου, τίτλ. α΄, κεφ. β΄ Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Α ΄, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, σελ. 36 «Οἱ τοῖς Κανόσιν ἐναντιούμενοι πραγματικοὶ τύποι [δηλ. βασιλικὰ προστάγματα] ἄκυροί εἰσι». Σχόλιον Θεοδώρου Βαλσαμῶνος (Πατριάρχου Ἀντιοχείας, ιβ΄ αἰ.) εἰς τὸ ὡς ἄνω β΄κεφ. τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Μ. Φωτίου Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. Α ΄, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Γ. Χαρτοφύλακος, Ἀθήνησιν 1852, σελ. 38 «Ἐπισημείωσαι τὴν παροῦσαν ἑρμηνείαν καὶ ἔχων αὐτὴν ἐπὶ μνήμης λέγε τοὺς Κανόνας ἰσχύειν πλέον τῶν νόμων• οἱ μέν γάρ, ἤγουν οἱ Κανόνες, παρὰ Βασιλέων καὶ ἁγίων Πατέρων ἐκτεθέντες καὶ στηριχθέντες, ὡς αἱ θεῖαι Γραφαὶ δέχονται• οἱ δὲ νόμοι παρὰ Βασιλέων μόνον ἐδέχθησαν ἢ συνετέθησαν, καὶ διὰ τοῦτο οὐ κατισχύουσι τῶν θείων Γραφῶν οὐδὲ τῶν Κανόνων». Ματθαῖος Βλάσταρις (ιδ΄ αἰ.), Σύνταγμα κατὰ στοιχεῖον (στοιχ. μ΄, κεφ. ιε΄) Γ.Α. ΡΑΛΛΗ – Μ. ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων, τόμ. ΣΤ΄, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου της Αὐγῆς, ἐν Ἀθήναις 1859, σελ. 393 «Ἀπὸ τῆς ρλα΄ Ἰουστινιανείου Νεαρᾶς γνοίης ἄν, ὅτι τὰ γινόμενα παρὰ τῶν Κτιτόρων ἐν τοῖς Μοναστηριοίς Τυπικὰ στέργειν ὀφείλουσιν, εἰ μή που τοῖς Κανόσιν ἐναντιοῦνται».

Ο ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΣ (ΕΟΡΤΑΖΕΙ (27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ) ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ 318 ΘΕΟΦΟΡΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (325 μ.Χ.) ΚΑΙ ΕΛΑΒΕ ΜΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΣΑΡΔΙΚΗΣ ....

Ο ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του Αγίου Οσίου, Επισκόπου Κουδρούβης ή Κορδούης, στις 27 Αυγούστου. Ο Άγιος Όσιος ήταν ένας από τους 318 Θεοφόρους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.). Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Σαρδικής, στην οποία ήταν πρόεδρος. Η Σύνοδος της Σαρδικής συνέταξε 20 Κανόνες, που επικυρώθηκαν από τις επόμενες Οικουμενικές Συνόδους, λαμβάνοντας έτσι κύρος Οικουμενικών Συνόδων. Αξίζει να σημειωθεί ότι τους Κανόνες και τα Πρακτικά της Συνόδου υπέγραψαν και δώδεκα Κύπριοι Επίσκοποι που έλαβαν μέρος σε αυτή, μεταξύ των οποίων οι Άγιοι Σπυρίδωνας και Τριφύλλιος. Οι δύο πρώτοι Κανόνες της Σαρδικής είναι εισηγήσεις του Αγίου Οσίου, όπου επιβάλλεται η εσχάτη των ποινών σε όποιους αρχιερείς τολμήσουν να εγκαταλείψουν την επισκοπή τους και να μετατεθούν σε άλλη. Ο Κανών Α’ χαρακτηρίζει μια τέτοια ενέργεια, δηλαδή το «ἀπὸ πόλεως μικρᾶς εἰς ἑτέραν πόλιν μεθίστασθαι», όχι απλά ως κακή συνήθεια, αλλά ως εξαιρετικά βλαβερή διαφθορά των πραγμάτων («βλαβερωτάτη τῶν πραγμάτων διαφθορά»), η οποία πρέπει να ξεριζωθεί εκ θεμελίων («ἐξ αὐτῶν τῶν θεμελίων ἐστὶν ἐκριζωτέα»), ώστε «μηδενὶ τῶν ἐπισκόπων ἐξῇ», δηλαδή να μην επιτρέπεται σε κανέναν από τους επισκόπους κάτι τέτοιο. Η διατύπωση του Κανόνα δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Ο Κανόνας είναι σαφής και απόλυτος. Κανένας επίσκοπος δεν έχει το δικαίωμα να πηγαίνει σε άλλη πόλη από αυτή για την οποία χειροτονήθηκε επίσκοπος. Στη συνέχεια, ο Κανών Α’ αναφέρεται στους λόγους που γίνονται οι μεταθέσεις επισκόπων, οι οποίοι είναι προφανείς, καθώς οι μετακινήσεις γίνονται από μικρότερες πόλεις σε μεγαλύτερες. Και αυτό φανερώνει ότι οι άνθρωποι αυτοί υποκινούνται από πλεονεξία, υπηρετούν την αλαζονεία και τη μανία τους για περισσότερη εξουσία. Μήπως ο Γεράσιμος, που εγκατέλειψε την Επισκοπή Άργους και πήρε τον θρόνο του Παρθενίου στην Κύπρο, θυμίζει κάτι ανάλογο; Δεν άφησε την Επισκοπή του, για να μετακινηθεί στην Κύπρο, όπου βρήκε έτοιμους ναούς, μονές και ποίμνιο; Μήπως «η Κύπρος έχει ψωμί» περισσότερο από το Άργος; Απλά ερωτήματα, για προβληματισμό... Προφανώς, για κάποιους αρχιερείς οι προσωπικές προτιμήσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από το τι λένε οι Άγιοι Πατέρες και οι Ιερείς Κανόνες. Θεωρούν εαυτούς υπεράνω του Νόμου του Θεού και αποφασίζουν πώς να διανείμουν μεταξύ τους τους επισκοπικούς θρόνους. Γεράσιμος και Παρθένιος έκαναν ανταλλαγές θρόνων, γιατί ο ένας προτίμησε να πάει στη Ρουμανία και ο άλλος να έρθει στην Κύπρο. Και αφού «οι αρμόδιοι» συμφώνησαν μεταξύ τους τον τρόπο που θα γινόταν αυτή η ανταλλαγή, προχώρησαν στις αντίστοιχες παράνομες και αντικανονικές ενέργειες, που η Εκκλησία καταδικάζει. Οι παρανομούντες έκριναν ότι «εδώ κάνουν κουμάντο» εκείνοι και όχι ο Θεός… Ο Κανών Α’ κλείνει επισημαίνοντας ότι μια τέτοια αισχρότητα πρέπει να τιμωρηθεί αυστηρότερα και επιβάλλει στους λαϊκούς να μην έχουν καμία κοινωνία με τους επισκόπους που προβαίνουν σε μεταθέσεις: «ἡγοῦμαι γὰρ μηδὲ λαϊκῶν ἔχειν τοὺς τοιούτους χρῆναι κοινωνίαν». Πώς ενήργησαν όμως οι Κύπριοι πρώην αδελφοί μας μπροστά στην παρανομία Γερασίμου, Παρθενίου και των λοιπών εμπλεκομένων; Μήπως διέκοψαν κάθε πνευματική κοινωνία με τους παρανομούντες, όπως ορίζουν οι Άγιοι Πατέρες; Ή έπραξαν ακριβώς το αντίθετο, προσφέροντας κάθε δυνατή στήριξη στις παρανομίες τους; Οι επίσκοποι που μετακινούνται από μία πόλη σε άλλη χαρακτηρίζονται από τον Κανόνα Β’ ως παράφρονες ή θρασείς, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι έχουν λάβει γραπτή δήλωση από το πλήθος, ως πρόσχημα ότι δήθεν αξιώνει να έχει τον ίδιο επίσκοπο («ὡς δῆθεν ἀξιοῦντας τὸν αὐτὸν ἔχειν ἐπίσκοπον»). Μήπως δεν έδωσε και ο Παρθένιος παρόμοια δικαιολογία, ανάμεσα σε πολλές άλλες, ότι δήθεν πάει στη Ρουμανία γιατί τον ζητά ο κόσμος και ότι χρειάζεται βοήθεια; Μα αυτή η δικαιολογία απορρίπτεται ξεκάθαρα από τον εν λόγω Κανόνα και δεν έχει καμία βαρύτητα. Αυτά ο Κανόνας τα ονομάζει «ῥᾳδιουργίας […] καὶ τέχνας κολαστέας […] οὐ δεκτέας, ἀλλὰ μᾶλλον κολαστέας», δηλαδή πρόκειται για μηχανορραφίες και μεθοδεύσεις που δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές αλλά να τιμωρούνται. Ορίζουν μάλιστα ως τιμωρία «μηδένα τοιοῦτον μηδὲ ἐν τῷ τέλει λαϊκῆς γοῦν ἀξιοῦσθαι κοινωνίας». Αποκλείονται δηλαδή από τη Θεία Κοινωνία διά βίου, καθώς ερμηνεύει και ο Άγιος Νικόδημος: «οἱ ταύτας ποιοῦντες νὰ μὴ ἀξιόνωνται οὔτε εἰς τὸν θάνατόν τους νὰ κοινωνοῦσι καὶ νὰ μεταλαμβάνουν, ὄχι ὡσὰν Ἐπίσκοποι, ἀλλ᾽ οὔτε ὡσὰν ἁπλῶς λαϊκοί.» Είναι ολοφάνερο και δεν χωρεί καμία αμφιβολία, ότι οι μεταθέσεις που οργάνωσαν και έπραξαν οι Γεράσιμος και Παρθένιος, με τις ευλογίες του Ευσταθίου και του π. Μιχαήλ αλλά και όσων συμφώνησαν και τους παρείχαν στήριξη, είναι παράνομες, είναι αντικανονικές, βρίσκονται έξω από τα όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες για τήρηση της εκκλησιαστικής τάξης και της ενότητας και καταδικάζονται από τους Αγίους Πατέρες. Καμία δικαιολογία δεν γίνεται αποδεκτή, αλλά απορρίπτεται. Το πώς κάποιοι διακηρύσσουν ότι αυτές τις ενέργειες τις «επέτρεψαν ο Θεός και οι Κανόνες» παραμένει άλυτο μυστήριο… Ευχόμαστε, με τις πρεσβείες του Αγίου Οσίου, να επανέλθουν στην εκκλησιαστική τάξη οι αδελφοί μας, που παρασύρθηκαν στην παρανομία και εκτός Εκκλησίας.

ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΑΤΗΣ, ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. Ε/90 Ἐν Κορωπίω Φεβρ. 2009 Ο ΙΕΡΟΣ ΦΩΤΙΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΑΤΗΣ, ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ (Σημείωμα: Τό παρακάτω κείμενον ἐγράφη διά νά τεθῆ ὑπ’ ὄψιν τοῦ Δικηγόρου διά νά τό ἀξιολογήση καί ἀναλόγως νά τό θέση εἰς τάς Προτάσεις του. Ἀναφέρεται εἰς τήν ἀπάτη τήν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι πού θέλουν νά προδώσουν. Ἐν προκειμένω ὁ Ἰγνάτιος, ὅταν ἔβαλε στό νοῦ του τήν προδοσία, ἐπεδίωξε πρῶτα μέ ὕπουλο καί δόλιο τρόπο νά ἀπατήση τόν Μητροπολίτη Λαρίσης Πανάρετο στά τέλη τῆς ζωῆς του, καί νά τόν παρασύρη εἰς τήν προδοσία του. Τοῦτο κατά τόν Μέγα Φώτιο εἶναι «ἀσθενείας (ἀδυναμίας) ὁμολογία»). Ὁ Μέγας Φώτιος νοθετώντας τόν Ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Μιχαήλ, γράφει εἰς ἐπιστολήν του: « & 75. Ἀπάτη μέν πανταχοῦ ἀσθενείας (ἀδυναμίας) ὁμολογία. Ἀλλ’ εἰ μέν ἐν φίλοις, κακόν τε ἔσχατον, καί ὑπερβαλλούσης μοχθηρίας., εἰ δέ πρός ἐχθρούς καί πολεμίους, μηδέν μέν προειδότας, οὐ πόρρω στρατηγίας. (Ἄν ἐξαπατᾶς ἐχθρούς καί ἀντιπάλους στόν πόλεμο, πού δέν εἶναι καθόλου προϊδεασμένοι, αὐτό δέν ἀπέχει ἀπό στρατηγικό τέχνασμα). Κοινολογίας δέ γενομένης, καί ταύτην οὐκ ἀθετοῦντας, πόρρω ἀριστείας καί ἀνδραγαθίας, διό τούς μηδέ τούς πιστεύοντάς σου πολεμίους ἀπάτη μετέρχου (ἄν ὅμως ὑπάρχει συμφωνία καί δέν τήν ἀθετήσουν, τότε βρίσκεται μακρυά ἀπό τήν γεναιοψυχία καί τήν ἀνδρεία. Γι αὐτό μή χρησιμοποιεῖς ἀπατηλά τεχνάσματα οὔτε στούς ἐχθρούς πού σέ ἐμπιστεύθηκαν) Εἰ γάρ καί πολέμιοι, ἀλλ’ ὅμως οὐδέν ἔλαττον ἀπατεών καί πλάνος ὁ τούς πεπιστευκότας ἐξαπατήσας. (Διότι, παρόλο πού εἶναι ἐχθροί, ὡστόσο ὅμως δέν εἶναι λιγότερον ἀπατεώνας καί πλάνος ἐκεῖνος πού ἐξαπατᾶ ἐκείνους πού τόν ἐμπιστεύτηκαν». Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Φώτιος: « & 76. Προδότην δέ ὡς τά πολλά οἱ ἄνθρωποι προδιδόντα μέν φιλοῦσι (ὅταν προδίδει τόν ἀγαποῦν), προδεδωκότα δέ μισοῦσι (ὅταν ὅμως ἔχει προδώσει τόν μισοῦν) ... Σύ δέ ἐπισκόπει, κἄν μέν ἐπιβουλευθείς ὑπό τῶν οἰκείων καί χαλεπῶν παθῶν προὔδωκεν, οὐκ ἀνέλπιστον ἐστί φίλον καί καλόν γενέσθαι, ἄν δέ μηδέν, καί σευατοῦ μηδέν ἔλαττον νόμιζε προδότην. (ἐσύ ὅμως νά ἐλέγξης καί ἄν κάποιος πρόδωσε ἀπό τά δεινά προσωπικά του παθήματα, ὑπάρχει ἐλπίδα αὐτός νά γίνει ἀργότερα ἀξιαγάπητος καί τίμιος ἄνθρωπος. Ἄν ὅμως δέν ἔγινε τίποτα ἀπό τά παραπάνω, τότε νά τόν θεωρεῖς ἐξίσου καί δικό σου προδότη). Τό μέν γάρ ἀμείψασθαι κακοῖς τούς λελυπηκότας, ἀνθρώπινον πάθος, τό δέ τηκικαύτης ἆρξαι κακουργίας, ἀνιάτου μοχθηρίας. (Διότι, τό νά ἀντιδρᾶ κανείς κάνοντας κακό σέ ὅσους τόν ἔβλαψαν εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο πάθος, ἀλλά τό νά ξεκινᾶ ὁ ἴδιος ἕνα τόσο μεγάλο κακούργημα, αὐτό εἶναι ἀγιάτρευτη μοχθηρία). Ἐπίσης λέγει ὁ ἱερός Φώτιος: «& 44.Ὅσω τις προέχει τῆ ἀρχῆ, τοσούτω χρεωστεῖ πρωτεύειν καί τῆ ἀρετῆ. Ὁ δέν τουναντίον ποιῶν, τρία ἅμα καί κάκιστα, ἐπιτελεῖ, ἀπόλυσσιν ἑαυτόν, τούς ὁρῶντας εἰς κακίαν παρακαλεῖ, βλασφημεῖσθαι παρασκευάζει τόν Θεόν, ὅτι τοιούτω τηλικαύτην ἐνεχείρισεν ἀρχήν. Διά τοῦτο παντί μέν ἀνθρώπω φευκτέον ἡ κακία, μάλιστα δέ τοῖς ἐν ἀρχῆ». (Δηλαδή: Ὅσον πιό μεγάλη ἐξουσία ἀποκτᾶ κάποιος, τόσο πιό πολύ ὀφείλει νά διακρίνεται καί στήν ἀρετή. Ἐκεῖνος πού κάνει τό ἀντίθετο, καταφέρνει τρία πράγματα, τά χειρότερα δυνατά: Καταστρέφει τόν ἑαυτό του. Ὠθεῖ ὅσους τόν βλέπουν στήν κακία. Τούς κάνει νά βλασφημοῦν τόν Θεό, πού ἐμπιστεύτηκε στά χέρια τέτοιου ἀνθρώπου τόσο μεγάλη ἐξουσία. Γι’ αὐτό κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά ἀποφεύγει τήν κακία, προπάντων ὅμως ὅσων ἔχουν ἐξουσία.) Καί ἀλλοῦ: «& 50 Μηδενός παρανομίαν, κἄν δοκῆ δι’ αὐτῆς εὐημερεῖν, ἐπαινέσης. ‘Εκεῖνον τε γάρ μᾶλλον εἰς κακίαν ὑπαλείψεις, καί σευατόν εἰς παραπλησίαν πρᾶξιν καιρόν ἐπιζητεῖν ἀπελέγξεις. Ὁ γάρ πρό καιροῦ ταῦτα, δι’ ὧν ἐπαινεῖ, προθυμούμενος καί τιμῶν, τί ἄν οὐ ποιήσοι τοιούτου παραπεπτωκότος;». (Δηλαδή: Μήν ἐπαινέσεις τήν παρανομίαν κανενός, ἀκόμη καί ἄν φαίνεται ὅτι εὐημερεῖ ἐξ’ αἰτίας αὐτῆς τῆς παρανομίας. Διότι θά δώσεις τό δικαίωμα σέ αὐτόν νά παρανομεῖ εὐκολότερα καί θά ἀποδειχθεῖ ὅτι καί ἐσύ ψάχνεις νά βρεῖς κατάλληλη εὐκαιρία, προκειμένου νά κάνεις παρόμοιες πράξεις. Καθότι, ὅποιος πρίν νά τοῦ παρουσιαστεῖ ἡ ἀνάλογη εὐκαιρία, ἐπαινεῖ κάποια πράγματα δείχνοντας ἔτσι ὅτι τά ἐπιθυμεῖ καί τά τιμᾶ, τί δέ θά μποροῦσε νά κάνει ἄν τοῦ δοθοῦν οἱ κατάλληλες περιστάσεις;). Σχόλιον ἡμέτερον: Ἄν αὐτά ἰσχύουν διά κοσμικούς ἄρχοντες, πόσω μᾶλλον πρέπει νά ἰσχύουν διά τούς ἐκκλησιαστικούς ἄρχοντας. (Βλέπετε: Φωτίου Πατριάρχου Κων/ λεως, Ο ΗΓΕΜΩΝ, Μετάφραση - Σχόλια: Ἰωάννης Πλεξίδας. Προεισαγωγή: Μάριος Πλωρίτης, Πρόλογος: Χρῆστος Γιανναρᾶς. Ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ). Διά τήν ἀντιγραφήν + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Αναρτήθηκε από ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩ

ΒΟΥΛΕΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΑΞΙΟΣ;

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Ἀριθμ. Πρωτ. 39 Ἐν Κορωπίῳ τῆ 1.9.2006(Ε.Η.) ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ (Το φυλλαδιον τουτο εκδιδεται περιοδικως και διανεμεται ευλογιας και ενημερωσεως χαριν εις τους ενοριτας και προσκυνητας του Επισκοπικου Ιερου Ναου Αἰκατερίνης και Τιμιου Σταυρου Κορωπίου Αττικης, ως αφιερωμα ἐπί τῆ Ινδίκτῳ καί ἐπί τῆ επετειω της τελεσεως τῶν ‘Εγκαινίων τοῦ Ιερου Ναοῦ. Η Σταυροπηγιακη Ιερα Μονη Αγιας Αικατερινης ως «Κέντρον γνησίας ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς, ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος τῆς απανταχου Γνησιας Ορθοδοξου Εκκλησιας» και φιλοξενει τις Κατασκηνωσεις των παιδιων και δις του ετους τας εν Ελλαδι Ιεροσυνοδικας συνεδριασεις της Πανορθοδοξου Ιερας Συνοδου). απανταχου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐρωτήματα καί ἀπορίας ὀρθοδόξων,. ΘΕΜΑ: ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ Τέκνον ἐν Κυρίῳ ἀγαπητόν Σχετικά μέ τούς λόγους τούς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ περί τόν ψευδαρχιεπίσκοπον κ. Νικόλαον Ἀρχιερεῖς, διά τήν ἐναντίον μου «προετοιμαζομένην ψευδοκαθαίρεσιν» σᾶς γνωρίζω τά ἑξῆς: 1) Κατ’ ἀρχάς οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχουν νά πράξουν τι ἐναντίον μου καί ἐναντίον τῶν περί ἡμᾶς Κληρικῶν, διότι ἤδη μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 390/16.6.2005 τούς ἔχομεν ἀποκηρύξει διά σοβαρούς λόγους Πίστεως, ἤτοι διά τά αἱρετικά των φρονήματα καί διά τάς βλασφημίας των κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, δηλαδή ἔχομεν διακόψει πᾶσαν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν καί ἔχομεν διαγράψει τά ὀνόματά των ἀπό τά Δίπτυχα τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 2) Ἤδη αὐτοί μέ τάς πράξεις των (Κατάλυσις τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, ἐμμονή εἰς τά αἱρετικά φρονήματα – παραχαράξεις Ἁγιοσυνοδικῶν κειμένων τοῦ πρώτου ἐξ’ αὐτῶν, εἰς τά ὁποῖα τό καλύπτουν οἱ ὑπόλοιποι, βλασφημίαι κατά τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, τά ὁποῖα ἀπεκορυφώθησαν εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν παραίτησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία ἐγένετο οὐχί διά λόγους ὑγείας ὡς ψευδῶς καί συμπαικτικῶς ἰσχυρίσθησαν, ἀλλά διά τήν προώθησιν τῶν σχεδίων τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἄρνησις νά δεχθοῦν καί νά συνομολογήσουν τήν καθαράν Ὁμολογίαν τῆς ‘Ορθόδοξου Πίστεως, τήν ὁποίαν τούς καλέσαμεν πολλάκις νά συνομολογήσουν) αὐτοαπεκόπησαν καί ἐξῆλθον τῆς Ἐκκλησίας, καί ἑπομένως αὐτοί οἱ ἤδη καθηρημένοι, εἶναι ὑπόδικοι ..., καί οὐχί ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐμμένομεν εἰς τήν καθαράν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, καί τήν ἀνόθευτον καί ἀδιάκοπον ‘Αποστολικήν Διαδοχήν, ὅπως τήν παρελάβομεν διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995. 3) Διευκρινίζομεν, ὅτι ἐνῶ αὐτοί εἶναι ἤδη καθηρημένοι, διότι διά τῆς ἀθωώσεως τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν (2003) ἐνεργοποίησαν διά τούς ἑαυτούς των τάς καθαιρετικάς ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν, καί ἐνῶ ἤδη τά αἱρετικά των φρονήματα καί αἱ παρανομίαι των ἔχουν καταδικασθεῖ πολλάκις ὑφ’ ἡμῶν, ὅμως ἀπαιτεῖται καί ἠ ἐκ μέρους τῆς ‘Εκκλησίας καταδίκη καί ἀναθεματισμός αὐτῶν τῶν ἰδίων, καί τοῦτο διά ποιμαντικούς λόγους, ὅπως προβλέπει ἡ Κανονική Τάξις τῆς ‘Εκκλησίας. 4) Τήν καταδίκην καί ἀναθεματισμόν αὐτῶν δύναται νά πραγματοποιήση καί εἷς μόνος Ἀρχιερεύς, ὁ ὁποῖος παραμένει εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, διότι εἰς τήν ‘Εκκλησίαν προηγεῖται ἡ Ὀρθή Πίστις (ἡ Ὁμολογία) καί ἔπεται ἡ πλειοψηφία, τήν ὁποίαν τόσον ἐπικαλοῦνται καί οἱ πέντε πρώην Μητροπολῖται καί οἱ συνεχισταί αὐτῶν τοῦ κ. Νικολάου. 5) Ἀλλά καί οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους μέ ἀποκαλοῦν «σχισματοαιρετικόν» καί βάσει τῶν ὁποίων θά στηρίξουν, ὡς λέγουν τήν δῆθεν καθαίρεσίν μου ἀποβαίνουν ΕΝΑΝΤΙΟΝ των, διότι καί ὁ ἄκρω δακτύλου ἀψάμενος τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν ζητημάτων, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔπαθαν ὅ,τι ἔπαθαν οἱ ἀπ’ αἰώνων αἱρετικοί, ἤτοι ἄνοιξαν λάκκον διά τούς ἄλλους, ἀλλά ἔπεσαν μέσα οἱ ἴδιοι. Δηλαδή ἐνῶ ἐπεχείρησαν νά μᾶς ἀποδείξουν αἱρετικούς, διότι δῆθεν ὑπερασπιζόμεθα καινοτομίας καί αἱρέσεις (ὅπως τήν περί ἀνάρχου, αἰωνίας καί ἀοράτου Ἐκκλησίας τῶν τριῶν θείων προσώπων» διατύπωσιν), ἀπέβησαν οἱ ἴδιοι αἱρετικοί, διότι τά ἐπιχειρήματά των ἦσαν καί εἶναι τά περί ‘Εκκλησίας αἱρετικά φρονήματα καί αἱρέσεις τῶν ἀπ’ ἀρχῆς αἱρετικῶν, τῶν Προτεσταντῶν καί τῶν σημερινῶν οἰκουμενιστῶν, νεοημερολογιτῶν καί παλαιοημερολογιτῶν. Καί ἰδού τοῦ λόγου τό ἀληθές: Τά περί «ἀγράφων» καί «ἀμαρτύρων» ἐπιχειρήματά των εἶναι παλαιά μέθοδος τῶν αἱρετικῶν ‘Αρειανῶν. Είς τήν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν ἐγένετο «διαμάχη» ὅσον ἀφορᾶ τό «ἄγραφον», ἤ ὅπως λέγουν σήμερον τό «ἀμάρτυρον», ἤτοι τήν χρῆσιν λέξεων ἤ ὅρων μή ἀπαντωμένων εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, πρός ἀπόδοσιν μιᾶς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο βεβαίως τό γεγονός ἀποδεικνύει τήν σημασίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς καθοριστικοῦ παράγοντος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο βλέπομεν σαφέστερον εἰς τό ἔργον τῶν Συνόδων. Π.χ. οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐχρησιμοποιήθησαν τόν ὅρον «ὁμοούσιος», ὁ ὁποῖος δέν συναντᾶται ὡς λέξις, οὔτε εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, οὔτε εἰς τούς προηγουμένους Πατέρας, ἀπαντᾶται ὅμως ὡς περιεχόμενον. Δηλαδή οἱ Πατέρες ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἁγιογραφικά χωρία, ὅπως «πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ ἐμά ἐστί» ((Ἰω. 16,15), «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμέν» (‘Ιω. 10,30) «ὁ ἐμέ ἑωρακώς ἑώρακε τόν Πατέρα» (‘Ιω 14,9) καί ταῦτα νοήσαντες ὀρθοδόξως τά ἀπέδωσαν διά τοῦ ὅρου «ὁμοούσιος». Καί ὁ Ἅγιος ‘Αθανάσιος ἀντιμετώπισε καί κατ’ ἰδίαν τό γεγονός, ἀναφέρει μάλιστα ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἱκουμενικῆς Συνόδου ἀντελήφθησαν τήν πανουργίαν τῶν αἱρετικῶν, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τοῦτο, καί ἀπήντησαν καταλλήλως. Ὁ ἴδιος ἑρμηνεύει τό γεγονός ὡς ἑξῆς: «Γινωσκέτω δέ ὅμως, εἴ τις ἐστι φιλομαθής, ὅτι εἰ καί μή οὕτως ἐν ταῖς γραφαῖς εἰσίν αἱ λέξεις, ἀλλά καθάπερ εἴρηται πρότερον, τήν ἐκ τῶν γραφῶν διάνοιαν (σ.σ. τό πνεῦμα, τό νόημα) ἔχουσι καί ταύτην ἐκφωνούμεναι σημαίνουσι τοῖς ἔχουσιν εἰς εὐσέβειαν τήν ἀκοήν ὁλόκληρον» (Βλ. Μ. ‘Αθανασίου ΒΕΠΕΣ 31, 162, PG 25,453 AB, Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ ΒΕΠΕΣ 59, 277, καί Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ pg 94, 1333 BC). ‘Αλλά καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἰς τόν ἀγῶνά των νά ἀντιμετωπίσουν τούς τότε ἐμφανισθέντας ἤ καί τούς προηγουμένους αἱρετικούς συνήντησαν πάλιν τοιοῦτόν θέμα. Π.χ. ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός εἶχε νά ἀντιπαλαίση πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπεκαλοῦντο τό «ἄγραφον» ὡρισμένων λέξεων, τάς ὁποίας ἐχρησιμοποίει ὁ πατήρ πρός βεβαίωσιν δογματικῆς τινός ἀληθείας, ὅπως π.χ. διά τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Λέγει εἰς μίαν ὁμιλίαν του: «Πάλιν καί πολλάκις ἀνακυκλεῖς ἡμῖν τό ἄγραφον. Ὅτι μέν οὖν οὐ ξένον τοῦτο (ἡ θεότης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), οὐδέ παρείσακτον, ἀλλά καί τοῖς πάλαι καί νῦν γνωριζόμενον καί παραγυμνούμενον, δέδεικται μέν ἤδη πολλοῖς τῶν περί τούτου διειληφότων, ὅσοι μή ραθύμως μηδέ παρέργως ταῖς θείαις γραφαῖς ἐντυχόντες, ἀλλά διασχόντες τό γράμμα καί εἴσω παρακύψαντες τό ἀπόθετον κάλλος ἰδεῖν ἠξιώθησαν καί τῶ φωτισμῶ τῆς γνώσεως κατηυγάσθησαν. Δηλώσωμεν δέ καί ἡμεῖς ἐξ ἐπιδρομῆς, ὅσον ἐνδέχεται, τοῦ μή δοκεῖν εἶναι περιττοί τινές μηδέ φιλοτιμότεροι τοῦ δέοντος ἐποικοδομοῦντες ἐπί θεμέλιον ἀλλότριον» (ΒΕΠΕΣ 59, 276) . Εἰδικώτερον ἐπί τῆς δῆθεν «καινοτομίας» καί «πατερικῶς ἀμαρτύρου» τῆς διατυπώσεως «περί τῆς πρώτης, ἀνάρχου, αἰωνίας καί ἀοράτου ‘Εκκλησίας». Ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας μανθάνομεν, ὅτι Ἐκκλησία σημαίνει ἑνότητα καί κοινωνίαν. Καί ἀκόμη ὅτι τό δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς ‘Εκκλησίας εἶναι τό πρῶτον καί βασικόν δόγμα τῆς Πίστεώς μας. Εἰς τό Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας ὁμολογοῦμεν: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». ‘Εμάθομεν ἐπίσης ὅτι ἡ ‘Εκκλησία εἶναι πάντοτε ἡνωμένη καί οὐδέποτε διαιρεῖται. Ὅτι οἱ σχισματικοί καί οἱ αἱρετικοί δέν διαιροῦν τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως λέγουν σήμερον οἱ οἰκουμενισταί (νεοημερολογῖται καί παλαιοημερολογῖται), ἀλλά αὐτοί ἀποσχίζονται καί ἀποκόπτονται ἐξ’ αὐτῆς, ἡ δέ ‘Εκκλησία παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, δηλαδή καί μετά τήν ἀπόσχισίν των ὁσοιδήποτε καί ἄν εἶναι αὐτοί, ἡ Ἐκκλησία δέν βλάπτεται, δέν διαιρεῖται, παραμένει πάντοτε ἑνωμένη, ΜΙΑ καί ἀδιαίρετος. Ἡ ‘Εκκλησία καί «ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ἐστίν ὁριζομένη», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες. Ὅπως δέν ἐβλάφθη, δέν διηρέθη ὅταν ἔμειναν μόνοι των οἱ ἅγιοι πρόμαχοί της Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Μάρκος Εὐγενικός, καί κατά τόν προηγούμενον αἰῶνα ὁ νέος Ὁμολογητής Ματθαῖος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁμιλῶν περί Ἐκκλησίας λέγει: «... Ἐκκλησίαν δέ Θεοῦ καλεί (= ὁ Παῦλος), δεικνύς ὅτι ἡνῶσθαι αὐτήν χρῆ. Εί γάρ Θεοῦ ἐστίν, ἥνωται καί μία ἐστίν, οὐκ ἐν Κορίνθω μόνον ἀλλά καί ἐν πάση τῆ οἰκουμένη. Τό γάρ τῆς Ἐκκλησίας όνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλά ἑνώσεώς ἐστι, καί συμφωνίας ὄνομα. ...Εἰ δέ ὁ τόπος χωρίζει (=τούς πιστούς), ἀλλ' ὁ Κύριος αύτούς συνάπτει κοινός ὤν» (PG 61,13). Κατά τούς Ἁγίους Πατέρας ἡ ἑνότης ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἰς τήν κοινωνίαν τῶν μελῶν μετά τοῦ Χριστοῦ, ἀντικατοπτρίζει δέ αὕτη ἡ κοινωνία τήν ἑνότητα καί κοινωνίαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Κατό ἴδιον ἅγιον: «Καθάπερ ἐν σώματι πνεῦμα ἐστίν τά πάντα συνέχον, καίτοι γε ἐν διαφόροις μέλεσιν΄ οὕτω καί ἐνταῦθα. Διά γάρ τοῦτο τό Πνεῦμα ἐδόθη, ἵνα τούς γένει καί τρόποις διαφόροις διεστηκότας ἑνώση. Ὁ γάρ γέρον καί νέος, ὁ πένης καί ὁ πλούσιος, ὁ παῖς καί ὁ ἔφηβος, ἡ γυνή καί ὁ ἀνήρ, καί πᾶσα ψυχή ἕν τι γίνεται, καί μᾶλλον ἤ εἰ σῶμα ἕν ἦν. Ταύτης γάρ τῆς συγγενείας πολλῶ μεῖζων ἐκείνη, καί πλείων ἡ ἀκρίβεια αὕτη τῆς ἑνώσεως. Ἡ γάρ τῆς ψυχῆς συνάφεια ἀκριβεστέρα ἐστίν, ὅσω καί ἁπλῆ καί μονοειδής ἐστι» (PG 62,72). Καί πάλιν λέγει: «Εἰ μή πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία΄ εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστι» (PG 50, 459). Κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ ‘Εκκλησία εἶναι εἰκών τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστικώτερος ὅλων εἶναι ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ἀφ’ ἑνός μέν τό ἐνιαῖον, ἀφ’ ἑτέρου τόν ἐκ διαφόρων μελῶν ἀπαρτισμόν τῆς Ἐκκλησίας, λέγων: «Εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῶ Θεῶ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἕνωσιν, κἄν διάφοροι τοῖς ἰδιώμασι καί ἐκ διαφόρων καί τόπων καί τρόπων οἱ κατ’ αὐτήν διά τῆς πίστεως ἐνοποιούμενοι τύχωσιν ὄντες» (PG 91,668). Καί πάλιν: "Κατά τόν αὐτόν τρόπον καί ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησία, τά αὐτά τῷ Θεῷ περί ἡμᾶς ὡς ἀρχετύπῳ εἰκών ἐνεργοῦσα δειχθήσεται ... πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καί συνημμένων, κατά τήν μίαν ἁπλῆν τε καί ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καί δύναμιν ..." (Αὐτόθι σελ. 665 Γ καί 667 Α). Καί πάλιν: "Ὡς τήν αὐτήν αὐτῷ καί ἔνωσιν καί διάκρισιν ἐπιδεχομένην..." (Αὐτόθι Κεφ. Β σελ. 667 Γ). Χαρακτηριστικωτέρα ὅμως εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ Ἁγίου Φωτίου: «...Τί δ᾿ οὖν ὁ πλάστης καί κηδεμών; ἄρα παρεῖδεν εἰς τέλος τό πλάσμα ταλαιπωρούμενον...; Οὐ μέν οὖν. Πῶς γάρ ὅπερ φιλοτιμούμενος ἔπλασεν, ἠνέσχετ᾿ ἄν ἠδέως ὁρᾶν συλαγωγούμενον καί πλανώμενον; Διό πρός ἑαυτήν μέν ἡ τῆς Τριάδος ἑνότης, εἰ θέμις εἰπεῖν, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, θέμις δέ τοῦτο λέγειν ἐπί τῆς ἀναπλάσεως, ὅτι τό "ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν" ἐπί τῆς πλάσεως εἴρηται· τῷ ἐνιαίῳ τῆς γνώμης βουλήματι, τήν ἀνάπλασιν τοῦ συντριβέντος διετίθετο πλάσματος". ῞Οπως βλέπομεν, λοιπόν, ἡ διατύπωσις τοῦ θεολόγου ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη, μαρτυρεῖται πλειστάκις ὑπό τῶν Πατέρων, οὐχί μόνον κατά τό πνεῦμα, καί τό νόημα, ἀλλά καί κατά τό γράμμα. Μήν ἐπιμείνουν δέν νά μᾶς λέγουν ὅτι ἄλλο ΕΚΚΛΗΣΙΑ καί ἄλλο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, διότι κινδυνεύουν νά χαρακτηρισθοῦν, ὡς ἀνεπανορθώτως φρενοβλαβεῖς. Ἡ Ἀληθής ‘Εκκλησία παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, οὐδέποτε ἦτο χωρισμένη καί οὐδέποτε εἰς τό μέλλον πρόκειται νά χωρισθῆ, ὅπως φρονεῖ οἰκουμενιστικῶς ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος και αλλοι. Καί ὅταν ὁμιλῶμεν διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐννοοῦμεν καί κατανοοῦμεν ταύτην καθώς τήν διατύπωσεν ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος εἰς τό Θ’ Ἄρθρον τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἤτοι «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», καί καθώς τήν ἡρμήνευσε καί τήν ἐβίωσεν ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Οὐχί οἰκουμενιστικῶς, ὅπως δηλαδή τήν ἑρμηνεύει ὁ σύγχρονος Οἱκουμενισμός, καί ὅπως συμπεπλασμένως καί δολίως καί ἀνοήτως προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τήν διατύπωσιν οἱ ἐνδυθέντες τήν πλάνην, τό ψεῦδος καί τήν ὑποκρισίαν «κατάραν ὡς ἱμάτιον», ἤτοι οἱ ὁπαδοί τοῦ κ. Νικολάου καί ὁ ἴδιος. Τό γραφέν καί ὑποστηριζόμενον ὑπό τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου καί τῶν ὁπαδῶν του καί τῶν ὑποτακτικῶν του ‘Αρχιερέων, ὅτι ἡ διατύπωσις «ἄναρχος, αἰωνία καί ἀόρατος ἐκκλησία», ἀποδιδομένη «εἰς τήν κοινωνίαν τῶν τριῶν θείων προσώπων», ἤτοι εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν, διαιρεῖ τήν Ἀγίαν Τριάδα, διότι «ἡ ‘Εκκλησία ἐξ’ ὁρισμοῦ σημαίνει ἑνότητα τῶν τό πρίν διεστώτων, δηλαδή ἡ ‘Εκκλησία ἦτο κάποτε χωρισμένη καί ὑπάρχει ἡ δυνατότης κάποτε νά χωρισθῆ» εἶναι φρικτόν καί ἀκουόμενον, διότι εἶναι ἡ μεγίστη τῶν αἱρέσεων. Θά τολμοῦσα νά εἴπω ὅτι εἶναι ἡ ἐσχάτη αἵρεσις τοῦ ἀντιχρίστου, διότι ἐπί τῆς δῆθεν «διηρημένης ἐκκλησίας», ἤτοι ἐπί τῶν ψευδοεκκλησιῶν τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» θά ἔλθη νά ἐπικαθήση ὁ Ἀντίχριστος, καί θά κυριαρχήση ὡς «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως», «ἐν τόπῳ ἁγίῳ». Δέν εἶναι ὀλιγώτερον φρικτόν καί δόλιον καί τό προπαγανδιζόμενον ὑπό τῶν πρακτόρων τοῦ οἰκουμενισμοῦ (διά τῶν Κάτσουρα, Τσακίρογλου κλπ) ὅτι μέ αὐτήν τήν διατύπωσιν ὁ θεολόγος κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης ἐννοεῖ τήν ἑνότητα τῆς ‘Εκκλησίας οἰκουμενιστικῶς. Ταῦτα πάντα ἡμεῖς τά ἔχομεν καταδικάσει δημοσίως, καί διεκηρύξαμεν τήν Ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, καθ’ ἥν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πάντοτε παραμένει ἡνωμένη ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική ‘Εκκλησία, παρά τάς αἱρέσεις καί τά σχίσματα, τά ὁποῖα ἐπολέμησαν αὐτήν τήν ἑνότητα. Καί ὄχι μόνον διά τά ἀπ’ ἀρχῆς αἱρέσεις καί σχίσματα, ἀλλά καί διά τά σχίσματα καί τάς αἱρέσεις αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίσθησαν ὡς συνέχεια καί κατ’ ἐφαρμογήν τοῦ μεγάλου ἡμερολογιακοῦ οἰκουμενιστικοῦ σχίσματος τοῦ 1924. Δηλαδή εἰς τήν διακήρυξιν τῆς ὀρθοδόξου Ὁμολογίας συμπεριλάβαμεν καί τά ἑξῆς: «Ἡ Ἀληθής ‘Εκκλησία οὐδέποτε παρεξέκκλινε αὐτῆς τῆς δογματικῆς ἀληθείας, οὔτε κατά τό 1924, ὅτε εἰσήχθη ὡς πρῶτον βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τό νέον καταδεδικασμένον «Καλλενδάριον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα», οὔτε τό 1931 ὅτε τινές τῶν ‘Ορθοδόξων παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους τοῦ καινοτόμου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὅτι δῆθεν δέν κατεδικάσθη τό καλλενδάριον, ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον, διό καί ἐζήτησαν ἱερεῖς νεοημερολογίτας πρός ἐξυπηρέτησίν των, δίκην δεκατριμεριτῶν οὐνιτῶν, οὔτε τό 1937, ὅτε ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ἐπικαλούμενος καί τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, εἰσήγαγε τήν θεωρίαν του περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος», οὔτε τό 1971 ὅτε αἱ δυνάμεις τοῦ σκότους ἐπέπεσαν ληστρικῶς κατά τῆς γνησίας ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, οὔτε ὅταν οἱ τῆς ‘Εξαρχίας τοῦ 1971 ἐπέστρεψαν εἰς τήν Ἑλλάδα καί εἶπαν «μάταια καί ψευδῆ», καί ἀπέκρυψαν τήν ἀπόφασιν τῶν Ρώσων, οὔτε ὅταν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος ὑπανεχώρησε καί εἶπεν ὅτι «ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς ἐπί σχισματικῶν», οὔτε ὅταν ὁ Βασίλειος Σακκᾶς μετά τοῦ Κιτίου ‘Επιφανίου ἐκήρυξαν τόν παλαιοημερολογιτικόν τους Οἱκουμενισμόν, οὔτε ὅταν ὁ Πειραιῶς Νικόλαος δειλιάσας «ὡμολόγησε» τήν χειροθεσίαν τοῦ 1971 ὡς κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γενομένην, κλπ., οὔτε ὅταν ὁ Ἱερομόναχος Εὐθύμιος ἐκήρυξε τήν ‘Εκκλησίαν ὡς «περιρρεομένην ἀπό τήν ἀνομίαν τῆς χειροθεσίας καί ἐκφυγοῦσαν ἐκ τῆς γραμμῆς πλεύσεως τοῦ ἁγίου Πατρός Ματθαίου» βλασφημίαν τήν ὁποίαν υἱοθἐτησαν καί ἐκήρυξαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» καί οἱ πέντε, 1991-1995, ἀλλά καί οἱ τοῦ ‘Ανδρέου καί Νικολάου ὅταν τό 2002 καί 2003 ἐδήλωναν ὅτι τό κίνημα τῶν πέντε δέν ἔχει σχέσιν μέ τήν ‘Εκκλησιολογίαν καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, οὔτε ὅταν ὁμαδικῶς ὡς φατρία ἐν ἔτει 2003 ἐκήρυξαν ὅτι τό 1971 «ἐδέχθησαν τήν χειροθεσίαν ἰλέω ὄμματι καί ἀγαλλομένῳ ποδί», καί ὅτι «καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα ἀνεγνώσθησαν εὐχές χειροτονίας», καί «ὅλοι οἱ ‘Αρχιερεῖς ἔχομεν χειροτονηθεῖ ἀπό ἤδη χειροθετημένους», οὔτε καί ὅταν ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας συμπαικτικῶς, ἱεροσύλως καί πρός οἰκουμενιστικήν σκοπιμότητα παρητεῖτο ὑπέρ τοῦ ἀναγνωριζομένου ὑπό τῶν δικαστηρίων βάσει τοῦ βλασφήμου 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος τοῦ Πλημελειοδικείου Πειραιῶς καί ταῦτα πάντα διά νά μήν ἀπωλέσωμεν τήν «ἀναγνώρισίν μας» ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τόν κ. Χριστόδουλον». Ἡ ‘Εκκλησία δέν πλανᾶται οἱ ἄνθρωποι πλανῶνται Ἐν ἄλλοις λόγοις, ΔΙΕΚΗΡΥΞΑΜΕΝ καί ΩΜΟΛΟΓΗΣΑΜΕΝ, ὅτι ἡ ἑνότης τῆς ‘Εκκλησίας διεφυλάχθη ἐν τῶ μικρῶ ποιμνίῳ, διά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι τήν ἐν τῶ θεανθρωπίνω σώματι τοῦ Χριστοῦ ΕΝΩΣΙΝ ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ, ὅπως ἔχει ὑπογραμμισθεῖ «ἐν τελικῆ ἀναλύσει ἡ ὅλη θεαρχική Τριάς εἶναι ἡ κατευθύνουσα καί χειραγωγοῦσα τήν Ἐκκλησίαν διά τήν ὀρθήν καί ἀλάθητον ἑρμηνείαν καί κατανόησιν τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀληθείας». (Βλ. Νικολάου Ξεξάκη, Λέκτορος Πανεπιστημίου ‘Αθηνῶν, Προλεγόμενα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Δογματικήν, ‘Αθῆναι 1987). ‘Αλλά καί ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, ἐπισημαίνων τήν σημασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τό ἀπλανές καί ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας παρατηρεῖ: «Ἀληθές καί βέβαιον ὀμολογοῦμεν, ὅτι τήν Καθολικήν ‘Εκκλησίαν ἀδύνατον ἁμαρτῆσαι ἤ ὅλως πλανηθῆναι ἤ ποτέ τό ψεῦδος ἀντί τῆς ἀληθείας ἐκλέξαι. Τό γάρ Πανάγιον Πνεῦμα, ἀείποτε ἐνεργοῦν διά τῶν πιστῶς διακονούντων ἁγίων Πατέρων καί καθηγουμένων, πάσης ὁποιανοῦν πλάνης τήν Ἐκκλησίαν ἀπαλλάττει». Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, ἀβλαβής καί ἄτρωτος ἀπό τάς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ. «Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν καί οἱ πολεμοῦντες ἀπώλοντο, αὕτη δέ ὑπέρ τόν οὐρανόν ἀναβέβηκεν». Μέλη τῆς ‘Εκκλησίας γνήσια παραμένουν ὅσοι «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» φυλάττουν πάντα τά τῆς Ἐκκλησίας, καί τήν «Καλήν Ὁμολογίαν» καί τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Ὅσοι τήν ἀθετοῦν, ὅσοι δέν ταπεινώνονται ἐνώπιον τῆς Ἀληθείας, καί ἀκολουθοῦν τήν ὁδόν τοῦ ψεύδους, ἀπομακρύνονται. «Φεύγουν εἰς χώραν μακράν». Οἱ πρώην ἀδελφοί μας καί συνεπίσκοποί μας ἠθέτησαν τήν καλήν Ὁμολογίαν, ἐνόθευσαν καί τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν. Ἔφυγον μακράν τῆς Ἀληθείας, διά τοῦτο ἠναγκάσθημεν καί ἡμεῖς νά φύγωμεν μακράν αὐτῶν, διά νά μείνωμεν ἐν τῆ Ἀληθεία, ἤτοι ἐν τῆ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἐφύγομεν ἡμεῖς ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ οἱ πρώην ἀδελφοί μας καί συνεπίσκοποί μας ἔφυγον ἀπό τήν καλήν Ὁμολογίαν καί διά τοῦτο ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Καί δέν ἔφυγον ὡς Ἐκκλησία, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλά ἔφυγον καί ἀπεμακρύνθησαν ὡς ἄτομα, ἀπό τήν ἀλήθειαν καί ἐπομένως ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία δέν «ἔφυγε», ὅπως ἄλλοι ἀθεολογήτως λέγουν. Παρέμεινε ἐκεῖ πού ἦτο. Εἰς τόν Γολγοθᾶν τῆς Ἀληθείας, εἰς τόν ἀκρογωνιαῖον λίθον τόν Χριστόν, «πορευομένη» διά τοῦ Γολγοθᾶ πρός τήν Ἀνάστασιν. «Ὅστις βούλεται σωθῆναι» Σήμερον, ‘Αρχήν τῆς ‘Ινδίκτου, ἑορτάζομεν τήν πρώτην τοῦ νέου ‘Εκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀς ἀποτελέση δι’ ἡμᾶς τοῦτο τό γεγονός καί τά ὅσα σᾶς γράφομεν εἰς τήν παροῦσαν «ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ», ἀφετηρίαν νέων ὁμολογιακῶν ἀγώνων. Καί ἀς γίνη ἡ ἀρχή αὐτή, διά τήν συνομολόγησιν ὑφ’ ὅλων μας, καί τῶν πρώην ἐν Χριστῶ ἀδελφῶν μας, τῆς καλῆς ὁμολογίας καί τῆς ὑποσχέσεως νά διαφυλάξωμεν μέχρι τέλους τήν «καθολικήν πίστιν», ἄνευ τῆς ὁποίας δέν θά ἴδωμεν πρόσωπον Θεοῦ. Ὅπως λέγει τό «Σύμβολον Πίστεως» τοῦ Ἁγίου ‘Αθανασίου, «Ὅστις βούλεται σωθῆναι, πρό πάντων χρή αὐτῶ τήν καθολικήν κρατῆσαι πίστιν, ἥν εἰ μή τις σώαν καί ἄμωμον τηρήσειεν, ἄνευ δισταγμοῦ εἰς τόν αἰῶνα ἀπολεῖται». Ποία δέ εἶναι ἡ ἀληθής, καθολική Πίστις κατά τόν ἅγιον Ἀθανάσιον; ‘Ιδού αὕτη: «Πίστις δέ καθολική αὕτη ἐστίν, ἵνα ἕνα Θεόν ἐν Τριάδι, καί Τριάδα ἐν μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τάς ὑποστάσεις, μήτε τήν οὐσίαν μερίζοντες. Ἄλλη γάρ ἡ τοῦ Πατρός ὑπόστασις, ἄλλη τοῦ Υἱοῦ καί ἄλλη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος΄ ἀλλά Πατρός καί υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος μία ἐστί θεότης, ἴση δόξα, συναϊδιος ἡ μεγαλειότης. Οἷος ὁ Πατήρ, τοιοῦτος καί ὁ Υἱό, τοιοῦτο καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ἄκτιστος ὁ Πατήρ, ἄκτιστος ὁ Υἱός, ἄκτιστον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. ‘Ακατάληπτος ὁ Πατήρ, ἀκατάληπτος ὁ Υἱός, ἀκατάληπτον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αἰώνιος ὁ Πατήρ, αἰώνιος ὁ Υἱός, αἰώνιον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα΄ πλήν οὐ τρεῖς αἰώνιοι, ἀλλ’ εἷς αἰώνιος΄ ὥσπερ οὐδέ τρεῖς ἄκτιστοι, οὐδέ τρεῖς ἀκατάληπτοι, ἀλλά εἷς ἄκτιστος καί εἶς ἀκατάληπτος. Ὁμοίως παντοκράτωρ ὁ Πατήρ, παντοκράτωρ ὁ Υἱός, παντοκράτορ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς παντοκράτορες, ἀλλ’ εἷς παντοκράτωρ. Οὕτω Θεός ὁ Πατήρ, Θεός ὁ Υἱός, Θεός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς Θεός, ἀλλά εἷς Θεός. Ὡσαύτως Κύριος ὁ Πατήρ, Κύριος ὁ Υἱός, Κύριον καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς Κύριοι, ἀλλ’ εἷς ἐστί Κύριος. Ὅτι ὥσπερ μοναδικῶς ἑκάστην ὑπόστασιν Θεόν καί Κύριον ὁμολογεῖν χριστιανικῆ ἀληθεία ἀναγκαζόμεθα, οὕτω τρεῖς Θεούς ἤ τρεῖς Κυρίους λέγειν καθολικῆ εὐσεβείᾳ κωλυόμεθα. Ὁ Πατήρ ὑπ’ οὐδενός ἐστίν πεποιημένος, οὔτε δεδημιουργημένος, οὔτε γεγεννημένος. Ὁ Υἱός ἀπό μόνου τοῦ Πατρός ἐστίν, οὐ πεποιημένος, οὐδέ δεδημιουργημένος, ἀλλά γεγενημμένος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀπό τοῦ Πατρός, οὐ πεποιημένον, οὐδέ δεδημιουργημένον, οὔτε γεγεννημένον, ἀλλά ἐκπορευτόν. Εἷς οὖν ἐστι Πατήρ, οὐ τρεῖς Πατέρες΄ εἷς Υἱός, οὐ τρεῖς Υἱοί΄ ἕν Πνεῦμα ἅγιον, οὐ τρία Πνεύματα ἅγια. Καί ἐν ταύτῃ τῆ Τριάδι οὐδέν πρῶτον ἤ ὕστερον, οὐδέν μεῖζον ἤ ἔλαττον΄ ἀλλ’ ὅμως αἱ τρεῖς ὑποστάσεις συνδιαιζωνίζουσαι ἑαυταῖς εἰσίν καί ἴσαι. Ὥστε κατά πάντα, ὡς εἴρηται, καί Τριάς ἐν μονάδι, καί μονάς ἐν Τριάδι λατρεύεται. Ὁ θέλων οὖν σωθῆναι, οὕτω περί τῆς Τριάδος φρονείτω. Πλήν ἀναγκαῖον ἔτι ἐστί πρός αἰωνίαν σωτηρίαν, ὅπως καί τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὀρθῶς πιστεύῃ. Ἔστιν οὖν πίστις ὀρθή, ἵνα πιστεύωμεν καί ὁμολογῶμεν, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός, καί Θεός καί ἄνθρωπος ἐστίν. Θεός ἐστίν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός πρό αἰώνων γεννηθείς, καί ἄνθρωπος ἐστίν ἐκ τῆς οὐσίας τῆς μητρός ἐν χρόνῳ γεννηθείς. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἐκ ψυχῆς λογικῆς καί ἀνθρωπίνης σαρκός ὑποστάς. Ἰσως τῶ Πατρί κατά τήν θεότητα, ἐλάττων τοῦ Πατρός κατά τήν ἀνθρωπότητα. Ὅς, εἰ καί Θεός ὑπάρχει καί ἄνθρωπος, ὅμως οὐ δύο, ἀλλ’ εἷς ἐστί Χριστός. Εἰ δέ, οὐ τροπῆ τῆς θεότητος εἰς τήν σάρκα, ἀλλά προσλήψει τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τόν Θεόν. Εἷς πάντως, οὐ συγχύσει τῶν φύσεων, ἀλλ’ ἑνότητι τῆς ὑποστάσεως. Ὥσπερ γάρ ψυχή λογική καί σάρξ εἷς ἐστίν ἄνθρωπος, οὕτω Θεός καί ἄνθρωπος εἷς ἐστί Χριστός, ὁ παθών διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν, καί κατελθών εἰς τόν ἅδην, καί τῆ τρίτη ἡμέρα ἀναστάς ἐκ νεκρῶν, καί ἀνελθών εἰς τούς οὐρανούς, καί καθήμενος ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός τοῦ Παντοκράτορος΄ ὅθεν ἐλεύσεται κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆ παρουσία πάντες ἄνθρωποι ἀναστήσονται σύν τοῖς ἑαυτῶν σώμασιν, ἀποδώσοντες περί τῶν ἰδίων ἔργων λόγον΄ καί οἱ μέν τά ἀγαθά πράξαντες, πορεύσονται εἰς ζωήν αἰώνιον, οἱ δέ τά φαῦλα, εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον. Αὕτη ἐστίν ἡ καθολική πίστις, ἥν εἰ μή τις πιστῶς τε καί βεβαίως πιστεύση, σωθῆναι οὐ δυνήσεται» (Παρά ‘Ιωάννου Καρμίρη, Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα, τ.1, σελ. 101-104). «Βούλει θεολόγος γενέσθαι καί τῆς θεότητος ἄξιος;» Τό δεύτερον τό ὀποῖον πρέπει νά προσέξωμεν εἶναι νά ρυθμισθῆ ἡ ζωή μας, ὄχι κατά τό ἰδικό μας ἁμαρτωλόν θέλημα, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός «οὐ παντός τό περί Θεοῦ φιλοσοφεῖν, οὐ παντός» (ΒΕΠΕΣ 59,214), δηλαδή δέν μποροῦμε νά ὁμιλῶμεν περί Θεοῦ, περί δογμάτων, περί Πίστεως, περί Ἀληθείας, ἄνευ πνευματικῆς καθάρσεως, τό ὁποῖον εἶναι ἔργον πάντων. Διά τοῦτο εἰς τόν βουλόμενον νά θεολογήση, ἤτοι νά ὁμιλήση περί Θεοῦ, συνιστᾶ ὁ ἅγιος πνευματικήν ἄσκησιν καί κάθαρσιν: «Διά πολιτείας ἄνελθε΄ διά καθάρσεως κτῆσαι τό καθαρόν». Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τοῦ θεολογεῖν εἶναι ἡ κατανίκησις, ἡ ἀπαλλαγή καί ἡ ὑπέρβασις τῆς ὕλης, τοῦ ὑλιστικοῦ καί κοσμικοῦ φρονήματος, ἡ κάθαρσις τῆς ἀκοῆς καί τῆς διανοίας. «Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτέ καί τῆς θεότητος ἄξιος; τάς ἐντολάς φύλασσε΄ διά τῶν προσταγμάτων ὅδευσον΄ πρᾶξις γάρ θεωρίας ἐπίβασις» (ΒΕΠΕΣ 59, 147). Εἶναι ἕνα ἔργον ὑψηλόν καί ἐξαίρετον, δυσχερές ὅμως καί ἐπίπονον. Προκαλεῖ ἀφ’ ἑνός προθυμίαν, νοσταλγίαν καί ἐλπίδα, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀγωνίαν, λόγω τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί ἀσθενείας. Ὁ Θεός νά εἶναι μαζί μας ἐνισχύων ἡμᾶς εἰς τοῦτον τόν ἀνηφορικόν καί ἐπίπονον ἀγῶνα. ΑΜΗΝ. Πρός Κύριον εὐχέτης +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΜΕΤΟΧΙΑΚΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΛΕΩΦ. ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ 56 - ΚΑΡΕΑΣ ΒΥΡΩΝΟΣ ΤΗΛ. 210.7643909 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ‘Ανακονοῦται, ὅτι σήμερον 23ην Μαρτίου, ἡμέραν Παρασκευήν καί ὥραν 5ην μ.μ., ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, μεταβάς εἰς τό Μετόχιον τοῦ Ι.Ν. Ἁγίου Σπυρίδωνος διά νά τελέση τήν ‘Ακολουθίαν τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, ἐκάλεσε εἰς σύσκεψιν – Γενικήν Συνέλευσιν, τά στελέχη τοῦ Ἱεραποστολικοῦ καί Φιλανθρωπικοῦ ἔργου τῆς Ἐνορίας, ἤτοι: 1) Τά τακτικά μέλη τοῦ «ΙΕΡΟΥ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΟΡΙΤΩΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ», 2) Τά Μέλη τῆς ‘Ενοριακῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ι.Ν. Ἁγίου Σπυρίδωνος 3) Τά προσωρινά μέλη τοῦ ἀπό τοῦ 1929 ἱδρυθέντος καί ἐσχάτως ἀτύπως ἐπί τοῦ παρόντος ἐπαναλειτουργήσαντος Σωματείου «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», καί 4) Τά Μέλη τῆς Ἱεραποστολικῆς ‘Αδελφότητος Διακονισςῶν τοῦ Ναοῦ, διά νά συζητήσουν ἐπί τοῦ θέματος τῆς ἐντάξεως τοῦ Σωματείου «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ὡς Παραρτήματος εἰς τόν ἀπό τοῦ ἔτους 2008 ἱδρυθέντα «ΙΕΡΟΝ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΟΡΙΤΩΝ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ». Κατά τήν συζήτησιν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ὡς ὁ ὑπεύθυνος μετά τό σχίσμα τῶν Νικολαιτῶν (2005) τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς Περιφερείας Ἀθηνῶν, ἐξιστόρησεν τά περί τῆς ἐν ἔτει 1929 ἱδρύσεως τοῦ ἐθνικοθρησκευτικοῦ Σωματείου, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», περί τοῦ Λαβάρου τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, τῆς Ἐφημερίδος «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ» καί τῶν ἐθνικοθρησκευτικῶν ὁραμάτων ὑπό τῶν ὁποίων ἐνεπνέετο ὅλος αὐτός ὀ ἀγών. Ὡμίλησεν ἐπίσης διά τά ἐθνικά καί γνησιορθόδοξα ὁράματα τῶν τότε Ὀρθοδόξων πού ἦταν τό ὅραμα τῆς Ρωμηοσύνης, καί πιό συγκεκριμένα διά τον ἀγῶνα προς ἀπελευθέρωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Πόντου καί τῆς Μικρᾶς ‘Ασίας. καί ἐν τέλει διά τον θρῦλον τοῦ «μαρμαρωμένου βασιλιᾶ», ἔτι δέ καί ἡ ἐλπίδα ὅτι «πάλι μέ χρόνια μέ καιρούς», πάλι θἀ ἀνοίξη ἡ Ἁγιά Σοφιά, διά νά λειτουργήσουν ἐκεῖ οἱ Ὀρθόδοξοι εἰς τούς ὁποίους ἀνήκει, θέματα τά ὁποῖα συνεζήτησε πολλάκις προσωπικῶς μέ τόν ἱδρυτήν τοῦ Σωματείου καί κτήτορα τοῦ Ναοῦ μακαριστοῦ Σπυρίδωνος Κόκκορη. Ἐτόνισεν ἐπίσης τήν ἀνάγκην, νά ἐπαναλειτουργήση, ἡ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» ὑπό νέαν ὅμως μορφήν και ὀνομασίαν, ἤτοι ὡς «ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΟΥ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» καί νά δραστηριοποιηθῆ καί εἰς τόν ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμόν, μέ ἕνα πάντοτε σκοπόν, νά εὕρουν οἱ ἀποστατήσαντες τῆς Ἐκκλησίας, τόν δρόμον τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Πίστιν, τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, σκοπός διά τόν ὁποῖον ἱδρύθη τότε ἡ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἅπαντες συνεφώνησαν νά γίνη τό πρῶτον βῆμα, ἤτοι νά ἐνταχθῆ τό Σωματεῖον «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» εἰς τόν «ΙΕΡΟΝ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΟΡΙΤΩΝ ΤΟΥ Ι.Ν. ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ», καί νά συνεχίση τήν ἄτυπον κατά τά τελευταῖα λειτουργίαν, διατηρώντας Κεντρικά Γραφεῖα εἰς τόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίου Σπυρίδωνος καί τά Γραφεῖα τῶν Παραρτημάτων εἰς τάς κατά τόπους Ἐνορίας καί νά προωθηθῆ ἡ λειτουργία του καί εἰς τό ἐξωτερικόν ὅπου ὑπάρχει Γνησιορθόδοξος Ἑλληνισμός. Διά τήν ὑλοποίησιν τῆς ἀποφάσεως ὡρίσθη καί προσωρινη Επιτροπη. ... Ἐκ τῶν Κεντρικῶν Γραφείων τῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ» Ι.Ν. Μετόχιον Αγίου Σπυρίδωνος Καρέα Λεωφ. Αγίου Ιωάννου 56 – Καρέα Βύρωνας

ΜΟΝΟΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΗ.

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΓΑΛΗ Μόνον μετάνοια καί επιστροφή εις τάς Ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις θά μᾶς σώση. Μετά μεγίστης προσοχῆς, ἀγαπητοί μου ἰδῆτε ταχέως νά ἐξυπνήσετε καί νά διορθωθῆτε. Μετάνοιαν Νινευιτῶν, δείξατε νά σωθῆτε, ἐκ τῶν ἐπερχομένων μας, ὅπως ἀπαλλαγῆτε. Ὀρθόδοξ’’Εκκλησίαν μας ὅλοι νά ἐπιστραφῆτε, παύσει Θεοῦ μεγάλ’ ὀργή, δεινῶν ἀπαλλαχθῆτε. Εἰδ’ ἄλλως μέν καί μένετε Φράγκων Κακοδοξίαν μεγαλυτέρα ἔρχεται, ὀργή πρός τιμωρίαν. Μετανοήσατ’ ἄνθρωποι ἐκ τῶν πολλῶν κακῶν σας, ἵνα μή αιφνιδίως τε, λάβετε θάνατόν σας. Ἄν δέν μετανοήσετε, πάντες μέν θά χαθῆτε, προπάντων δ’ οἱ κακόδοξοι, θά καταποντιθῆτε. Μήν ἀναβάλωμεν καιρόν, ψυχῆς μας μετανοίας, καί ὡς τῆς ἀσπίδος τόν ἰόν, κατά κακοδοξίας. Διότι οὐαί κ’ ἀλλοίμονον, θάνατος αἴφνης ἔλθει, καί ὁ πολύτιμος καιρός, μετανοίας παρέλθει. Καλλίτερον ὁ ἄνθρωπος, ἐν κόσμω μή γεννᾶται, πάρ’ ἐν κολάσει πάντοτε, ἐν ἄδη ὀδυνᾶται. Καί οὗτος ὁ προορισμός, ἐν γῆ ἀνθρώπου σώσει, ψυχήν του τήν πολύτιμον, θανάτου διασώσει. Καί τόν πολύτιμον Χριστόν, Μαργαρίτην κερδίση, τήν Βασιλείαν Οὐρανῶν, ἵνα κληρονομήση. Νά συναγάλλεται ὁμοῦ, μετά πάντων ἁγίων, Προφητῶν Ἀποστόλων μας, μαρτύρων καί ὁσίων. Ἐάν ὅμως κολασθῆ, καί δέν μετανοήση, καί ὡς πιστός Ὀρθόδοξος, μετάνοιαν δέν δείξει. Οὐαί κι’ ἀλλοίμονον σ’ αὐτόν, ἐν φοβερᾶ τῆ κρίσει, ἀκούσει τό πορεύεσθαι, τελεία κατακρίσει. (Τό παρόν, τό ὁποῖον θεωρῶ λίαν ἐπίκαιρον, εὗρον δημοσιευμένον εἰς τό «Ὀρθόδοξον Χριστιανικόν Περιοδικόν τῶν ἁπανταχοῦ Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν» τό ἐπιγραφόμενον «ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ», Φύλλον 109/31 Αὐγούστου 1946, τό ὁποῖον ἐξεδίδετο εὐλογίας χάριν ὑπό τοῦ τότε Ἐπισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου, τοῦ κατόπιν Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος, τοῦ καί νέου ὁμολογητοῦ τῆς Πίστεως ἀναδειχθέντος)