Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Η ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΤΩΝ ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ 1981 ΚΑΙ ΤΟΥ 1983 (Η ΕΝ ΕΤΕΙ 2006 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ)

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Ἀριθμ. Πρωτ. 32 Ἐν Κορωπίῳ τῆ 20 ‘Απριλίου 2006 ΠΡΟΣ τούς Αἰδεσιμωτάτους Ἱερεῖς τῆς ἐν Κύπρῳ Αὐτοκεφάλου Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας π. ΜΙΧΑΗΛ, π. ΚΥΡΙΑΚΟ καί π. ΑΓΑΘΟΚΛΗ Αἰδεσιμώτατοι Πατέρες. Ὡς ἀσφαλῶς θά γνωρίζετε τήν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἦλθον εἰς Κύπρον προσκεκλημένος τοῦ π. Μιχαήλ Κουρτῆ καί μιᾶς μικρᾶς ὁμάδος Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά ἐνημερωθοῦν διά τήν πορείαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας πραγμάτων. Δέν ἀπηυθύνθην πρός ὑμᾶς διότι ἀπό 16.6.2006 ἔχω διακόψει πᾶσαν πνευματικήν κοινωνίαν μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ κ. Νικολάου, μετά τῆς ὁποίας σεῖς παραμένετε εἰσέτι ἐν κοινωνία. Πέραν αὐτοῦ εἶχον ἐγκύρους πληροφορίας, ὅτι περιμένετε τάς ἀποφάσεις τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου διά τήν Κύπρο, διά νά «δῆτε τί θά κάνετε», καί κατόπιν τούτου δέν θά ἤθελα νά θεωρηθῆ μία ἐνδεχομένη ἐπικοινωνία, ὡς προσπάθεια νά «σᾶς φέρω μέ τό μέρος μου», ὡς τινές μοί εἰσηγήθησαν. Διά τῆς παρούσης ὅμως ἐπιστολῆς ἐπικοινωνῶ μαζί σας, διότι τό ἐθεώρησα ἐπάναγκες, καθόσον καί πρίν μεταβῶ εἰς Κύπρον, καί ὅταν μετέβην, ἐπληροφορήθην ὅτι ἐπί τοῦ βασικοῦ θέματος τῆς Ὁμολογίας – ‘Εκκλησιολογίας, ἔχετε ἤδη τοποθετηθεῖ, ἤτοι παραμένετε μετά τοῦ Νικολάου, διότι «κακῶς ὁ Κήρυκος ζητάει Ὁμολογίαν ἀπό τόν Νικόλαον». Καθ’ ὑμᾶς, «ὁ Νικόλαος καί ἡ Σύνοδός του διακρατοῦν τάς Ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983», καί δέν ἔχω κανένα λόγον νά ἀμφιβάλλω ὅτι αὐτή εἶναι πράγματι ἡ θέσις σας. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἄκρως παραπλανητικόν, διότι ἡ ἐπίκλησις τῶν Ὁμολογιῶν, εἰς τάς ὁποίας προέβη ἡ Ἱερά Σύνοδος κατά τά ἔτη 1981 καί 1983, δέν καλύπτει οὐδένα, οὔτε τήν ψευδοσύνοδον τοῦ κ. Νικολάου, διότι αὕτη κατεπάτησεν καί ἀκύρωσεν διά λόγων καί πράξεων αὐτάς τάς ἀποφάσεις - ὁμολογίας, οὔτε ὑμᾶς, ἐάν τάς ἐπικαλεῖσθε καί διά τούς ἑαυτούς σας, ἐφ’ ὅσον παραμένετε εἰς κοινωνίαν μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου, διότι κατά τόν ἅγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην τινές ««Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Δηλαδή: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A). Βεβαίως σᾶς ἐκοινοποίησα πολλά ἀπό τά ἐπίσημα ἔγγραφα, τά ὁποῖα ἀπέστειλα εἰς τήν ψευδοσύνοδον τοῦ Νικολάου, καί μἀλιστα τινά ἀπευθυνόμενα καί πρός ὑμᾶς, τῶν ὀποίων ἀνεγράφαμε καί τά ὀνόματα, καί σᾶς ἐζήτησα τήν ἄποψίν σας, ἀλλά καμμιᾶς ἀπαντήσως δέν ἠξιώθημεν. Τώρα ὅμως θεωρῶ ἐπάναγκες νά σᾶς γράψω ἐπί τοῦ εἰδικωτέρου θέματος, τῆς ἐπικλήσεως τῶν Ὁμολογιῶν τοῦ 1981 καί 1983, διότι ὅπως τό θέτετε δημιουργῆτε λανθασμένας ἐντυπώσεις εἰς τούς πιστούς, μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ἐγκλωβίζετε καί αὐτούς εἰς εἰς τήν καθ’ ἡμᾶς σχισματοαίρεσιν τοῦ κ. Νικολάου. ‘Επί τοῦ προκειμένου: Α΄ Ἡ ἐπίκλησις τῶν Ὁμολογιῶν τοῦ 1981 καί 1983 καί ἠ παράλληλος καί ἐν ταυτῶ ἄρνησις ἀντιμετωπίσεως τῶν ἰδίων ληστρικῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι τό 1981 καί τό 1983 ὡδήγησαν τήν Ἱεράν Σύνοδον εἰς ἐκείνας τάς καλάς Ὁμολογίας, τούς ἀποκαλύπτει ὡς «ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟΥΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ», ὅπερ ταυτόν μέ τήν ἄρνησιν. Διότι, ἐνῶ ἐν λόγοις ἐπικαλοῦνται τάς Ὁμολογίας - ἀποφάσεις αὐτάς, ἐν ἔργοις συμμετέχουν τόσον ἐνεργῶς εἰς τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὥστε τά πάντα μετέρχονται νά σταματήση ἡ ὁμολογιακή ἀντιμετώπισις αὐτοῦ τοῦ κινήματος, καί γίνονται βάρβαροι διῶκται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὁμολογιακῶς κατά τῆς νέας προδοσίας. Καί αὐτό, βεβαίως, πού συμβαίνει τά τελευταῖα χρόνια, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς προπαγάνδας, ἡ ὁποία ἐξησκήθη συστηματικῶς ἀπό τά ξένα Κέντρα, ὥστε καί οἱ ‘Αρχιερεῖς μας, καί οἱ Ἱερεῖς μας καί ὁ λαός νά μή διαθέτουν πλούσια ἀποθέματα ὁμολογιακοῦ φρονήματος καί νά καταντοῦν ἀφελῆ θύματα τῶν ἐπιτηδείων προπαγανδιστῶν τῆς προδοσίας καί νά λένε «δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ὁμολογίες καί ἐκκλησιολογίες τοῦ Γκουτζίδη καί τοῦ Κηρύκου». Παράλληλα, ὅμως καί προκειμένου νά παραπλανήσουν τούς ἀφελεῖς κάμνουν καί καμμιά «Ομολογία» ἐν λόγοις, ἡ ὁποία ὅμως ἐφ’ ὅσον δέν ἀνταποκρίνεται «ἐν ἔργοις» καταντᾶ κενός λόγος, ὑποκρισία, δόλωμα, ὅπως κενός λόγος, ὑποκρισία καίν δόλωμα ἦτο καί ἠ «Ὁμολογία» τοῦ πρώην Φλωρίνης τό 1950. Β΄ Διά νά τό καταλάβουμε ὅμως τοῦτο, χρειάζεται νά γνωρίζωμεν τούς λόγους οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τήν Ἱεράν Σύνοδον εἰς αὐτάς τάς δύο καλάς Ὁμολογίας - ἀποφάνσεις. Ἤδη ἔχει γραφεῖ ποῖοι λόγοι ὡδήγησαν τότε τήν Ἱεράν Σύνοδον νά προβῆ εἰς τήν Ὁμολογίαν –Ἀπόφανσιν τοῦ 1981. Θά ἠδυνάμην νά εἴπω ὅτι ὁ πρῶτος καί βασικός λόγος εἶναι ἡ σημειωθεῖσα μετά τό 1971 συστηματική ἐκστρατεία, μέ πρῶτον τόν ‘Επίσκοπο καί Γραμματέα τῆς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς Μανχάτταν Λαῦρο, νά παρουσιάση τήν χειροθεσίαν ὡς ΑΝΑΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ. Τοῦτο ὅμως ἦτο ψευδές, διότι καμμία χειροθεσία δέν ἔγινε, κατά τήν δήλωσιν τῆς ‘Εξαρχίας, καί κατόπιν καί τοῦ ἰδίου τοῦ Φιλαρέτου, παρά μία ἁπλῆ τυπική πρᾶξις ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς καί τοῦτο ὑπό συγκεκριμένας προὑποθέσεις. Δεύτερος βασικός λόγος ἦτο ὅτι οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς, δἐν ἀπέστειλαν, ὡς ὑπεσχέθησαν, κατά τήν Δήλωσιν τῆς ‘Εξαρχίας, τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ τῆς Πίστεως, οὔτε καί ποτέ ἐτήρησαν ταύτην. ‘Εγένετο ἤδη ἀπό τό 1974 προσπάθεια νά περάση ἡ βλασφημία, ὅτι τό 1971 εἰς τήν Ἀμερικήν ἔγινε κανονική χειροθεσία, ἤτοι ὡς ἐπί σχισματικῶν, καί δυστυχῶς θύματα αὐτῆς τῆς νέας ληστρικῆς ἐπιθέσεως κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἦσαν οἱ Πειραιῶς Νικόλαος, καί ὁ Κορινθίας Κάλλιστος, οἱ ὁποῖοι ἐπρόδωσαν τήν Ὁμολογίαν καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Καί ὁ μέν Πειραιῶς ἐπρόδωσε μέ τό ἀπό 28.10.74 Ἀπολογητικόν του Ὑπόμνημα εἰς τόν Πταισματοδίκη ‘Αθηνῶν, ἐν συνεχεία τῆς μηνύσεως τοῦ νεοημερολογίτου «Πειραιῶς» Χρυσοστόμου, ὁ δέ Κορινθίας Κάλλιστος ἐπρόδωσε μέ τήν δήλωσίν του ὅτι ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς πρώην σχισματικός. Καί τοῦ μέν Νικολάου ἡ προδοσία παρέμεινε μυστική, ἀφοῦ ὑπό τοῦ ἰδίου ἐπαρουσιάζετο ὡς Ὁμολογία Πίστεως, τοῦ δέ Καλλίστου, ὡς γενομένης «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ», κατεεδικάσθη, διό καί ὁ Κάλλιστος καθηρέθη. Τρίτος βασικός λόγος, ἦτο ὅτι ἐξ’ ἀφορμῆς ὅλων τῶν ἀνωτέρω καί ὅσων ἄλλων ἠκούοντο περί χειροθεσίας, ἡ ἐλαχιστότης μου, ἐδήλωσα, ὅτι δέν θά δεχθῶ χειροτονίαν ἐάν δέν ξεκαθαρίσουν τί ἔγινε τό 1971 εἰς ‘Αμερικήν, ὁμοῦ δέ μετά τοῦ κ. ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη προέβημεν εἰς Μήνυσιν κατά τῆς ‘Εξαρχίας. Τέταρτος βασικός λόγος, ἦτο ἡ ὑπαναχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Κιτίου ‘Επιφανίου, ὁ ὁποῖος μέ τά ὅσα ἐδήλωνεν ἐκ τῶν ὑστέρων διά τό θέμα τοῦ 1971 καί μέ τό θέμα Βαρυκοπούλου καί μέ τάς ἀμφιταλαντεύσεις τοῦ φρονήματός του, ὅσον ἀφορᾶ τήν Κανονικότητα ἤ μή τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935 καί 1948, ἠνάγκασε καί τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς νά ἀπαιτήσουν τήν ἐν Συνόδῳ ἐξέτασιν τοῦ θέματος, ὅπερ ἔγινε τό 1981 ερἰς τήν μεγάλην Σύνοδον εἰς τήν ὁποίαν συμμετέσχε καί ὁ Κιτίου, καί κατά τήν ὁποίαν ἐξεδόθη ἡ Ἀπόφανσις – Ὁμολογία τοῦ 1981. Εἶναι γεγονός, ὅτι μετά τήν καθαίρεσιν τοῦ Καλλίστου, καί παρά τό γεγονός ὅτι αὕτη ἐγένετο «ἐπί ἀρνήσει τῆς Ἀρχιερωσύνης» του, ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος, κατώρθωσε μέ τά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα καί τάς θεωρίας νά ἐνσπείρη παντοῦ τό μικρόβιον τῆς ἀμφιβολίας, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς χειροθεσίας καί τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, καί νά γίνη ἡ διάδοχος μετά τόν Κάλλιστον κατάστασις εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν. Πρίν ἀπό τήν Μεγάλην Σύνοδον τοῦ 1981 εἶχε προηγηθεὶ τό «ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΤΟΥ 1979», ὅπου ἐσημειώθη καί μία σχετική ὁμολογιακή τοποθέτησις (καί διά τό θέμα τῆς χειροθεσίας καί διά τό θέμα Βαρυκοπούλου). Εἶναι ἡ ὁμολογιακή τοποθέτησις διά τήν ὁποίαν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐκδόσεως τῶν Πρακτικῶν τοῦ Συνεδρίου ὁ π. Εὐστάθιος Τουρλῆς ἐξέφρασε τήν διαφοροποίησίν του καί ἀπεκάλυψε ὅτι ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ συνέπλεε μετά τοῦ Κιτίου Ἐπιφανίου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος, μετά ἀπό πολλάς συνεδριάσεις καί ἐπισταμένην μελέτην τοῦ θέματος ΚΑΤΕΛΗΞΕ εἰς τήν Ὀμολογίαν - ἀπόφανσιν τοῦ 1981, ἐκεῖνα δέ τά ὁποῖα συνέβαλον τά μέγιστα, ὥστε νά βεβαιωθῶμεν καί ἀπό τούς ἰδίους, ὅτι Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΔΕΧΘΗ ΤΗΝ ΛΕΓΟΜΕΝΗΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ, ἦτο ΠΡΩΤΟΝ ἡ κοινή ὑφ’ ἁπάντων τῶν ‘Αρχιερέων ΔΗΛΩΣΙΣ καί ΟΜΟΛΟΓΙΑ, ὅτι «οὔτε εἰς τόν λογισμόν των πέρασε ἡ σκέψις, ὅτι εἴτε εἰς τήν Ἀμερικήν, εἴτε εἰς τήν Ἑλλάδα, ἐδέχθησαν χειροθεσίαν ὡς ἐπί σχισματικῶν, ἤ ὅπως ἀναφἐρει ἡ βλάσφημος καί οὐδέποτε ἐφαρμοσθεῖσα, ὡς μή γενομένη δεκτή, ἀπόφασις τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, κατά τόν Η’ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ΔΕΥΤΕΡΟΝ δύο ἐπιστολαί τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου καί Προέδρου τῆς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ἡ μία πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν καί ἡ ἄλλη εἰς τόν Κιτίου Ἐπιφάνιον, ἐκ τῆς ὁποίας φαίνεται σαφέστατα, ὅτι είς μέν τήν Ἀμερικήν δέν ἐγένετο χειροθεσία κατά τόν Η Κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι ὡς ἐπί σχισματικῶν, ἀλλά μία ἁπλῆ συγχωρητική εὐχή, παραπονεῖται δέ διότι, ὅπως ἐπληροφορήθη εἰς τήν Ἑλλάδα δέν ἀνεγνώσθη οὔτε κἄν αὐτή ἡ συγχωρητική εὐχή. Ἔτσι προέκυψε ἡ Ὁμολογία τοῦ 1981, ἡ ὁποία ἐπανελήφθη τό 1983, μέ ἔκδοσιν μάλιστα σχετικῆς ἱστορικῆς Ἐγκυκλίου, διότι τά ἴδια Κέντρα τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, συνέχισαν καί μἀλιστα μέ μεγαλυτέραν ἔντασιν τάς ληστρικάς ἐπιθέσεις των, τάς ὁποίας ξεκίνησαν πολύ πρίν τό 1971 καί συνέχισαν καί μετά τό 1971, ὅταν διεπἰστωσαν τήν ἀποτυχίαν τῶν σχεδίων εἰς ‘Αμερικήν, κατόπιν μέ τόν Κάλλιστον, καί ἐν συνεχείᾳ μέ τόν Κιτίου Ἐπιφάνιον. Ἡ ἐπανάληψις τῆς Ὁμολογίας τοῦ 1981 ἦτο ἀπαραίτητος, διότι πάλιν τό 1983 σημειώνεται σφοδρά ληστρική ἐπίθεσις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτήν τήν φοράν διά στόματος Αὐξεντίου καί Σακαρέλλου («Ὀρθόδοξος Τύπος»), στήν προσπάθειά τους πάλιν νά μᾶς παρασύρουν καί μᾶς ἐξαρτήσουν ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς. ‘Ιδού τί εἶπε τήν 13/26.5.83, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Φλωρινικῶν κ. Αὐξέντιος εἰς Πανελλαδικόν συνέδριον τῶν ὁπαδῶν του: «Ἀλλ’ ἐνῶ προέκοπτεν ὁ ἱερός ἡμῶν Ἀγών πρός ἑδραίωσιν καί κατίσχυσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ μισόκαλος καί πειραστής πάντων, ἐμίσησε τήν ἑνότητα καί τήν ἀγαστήν συνεργασίαν ἡμῶν καί ἐνέσπειρε τήν διχόνοιαν καί τήν διαίρεσιν ἀπό τοῦ ἔτους μάλιστα 1937... Καί οὕτω ἀπεσχίσθησαν τῆς Ἐκκλησίας οἱ λεγόμενοι καί φερόμενοι ὡς παράταξις ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Προσφάτως δέ, καί ἕτεροι ἡμέτεροι Ἀρχιερεῖς ἀπεσχίσθησαν ἄνευ σοβαρᾶς αἰτίας καί λόγου. ΟΥΔΕΙΣ ΛΟΓΟΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ὑπεχρέωσεν αὐτούς νά ἀπομακρυνθοῦν τῆς Ἐκκλησίας των. Οἱ Ἱεροί καί Θεοφόροι Πατέρες διακελεύουν: «Περί βίου μή ἐρεύνα! Περί πίστεως ἀπόσχου». Πᾶς λοιπ΄πον ἕτερος λόγος διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ΑΝΕΔΑΦΙΚΟΣ, ΑΝΑΞΙΟΣ ΛΟΓΟΥ. Λόγοι μωροφιλοδοξιῶν καί σπουδαρχίας) δηλαδή ἡ μετά σφοδρᾶς ἐπιθυμίας καί διά παντός μέσου ἀπόκτησις ἀξιωμάτων) ὁδήγησαν αὐτούς εἰς τήν διάσπασιν.Περί αὐτῶν, δικαίως, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρός τόν μαθητήν του Τῖτον λέγει: «Εἰσίν πολλοί ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι, καί φρεναπάται, οὕς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους άνατρέπουσιν διδάσκοντες, ἅ μή δεῖ, αἰσχροῦ κέρδους χάριν» (Τίτ. Α,10). Ἡμεῖς παρά ταῦτα, ἀνεξικάκως φερόμενοι καί πάντοτε πρόθυμοι πρός πᾶσαν δυνατήν συνεργασίαν, ἐπί τῆ βάσει τῶν ‘Ιερῶν Κανόνων καί Νόμων τῆς Ἐκκλησίας, ἐπεδι΄βξαμεν παντί σθένει καί τρόπῳ, τήν διατήρησιν τῆς ἑνότηος, χάριν τῆς εἰρήνης καί προὀδοου τοῦ Ἱεροῦ ¨ημῶν Ἀγῶνος. Ἀλλά εἰς μάτην ὁ ἀγών ἡμῶν! Διότι οἱ φερόμενοι ὡς ΜΑΤΘΑΙΚΟΙ, θεωροῦντες ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΗΝ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΠΗ ΤΗΝ ΥΦ’ ΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ ΑΥΤΩΝ, μετέβησαν εἰς Ἀμερικήν αἰτούμενοι τήν ΘΕΡΑΠΕΙΑΝ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ, παρά τῆς ἐν Ὑπερορίᾳ εὑρισκομένης Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κυρίου Φιλαρέτου! Ὁπότε οἱ δύο Ἀρχιερεῖς ἐκπροσωποῦντες τήν παράταξιν Ματθαίου, εὑρεθέντες ἐν ἀπορία καί ἀμηχανία, ἤκουσαν παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Ρώσων τήν ΑΝΑΓΚΗΝ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΡΩΣΣΩΝ, ὅπως ἐπανέλθουν εἰς ΕΛΛΑΔΑ, ἵνα λάβουν τήν ΚΑΝΟΝΙΚΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑΝ ΚΑΙ ΕΥΧΗΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΗΜΩΝ. Οὗτοι ὅμως ἐπανελθόντες ἐν Ἑλλάδι, οὐχί μόνον δέν ὑπήκουσαν τοῖς κελεύσμασι τῶν Ρώσων Ἀρχιερέων, ἀλλά πρός καθησύχασιντῶν ἐξαπτομένων πνευμάτων ἐν τῆ παρατάξει αὐτῶν, ἤρχισαν ἀδιάλλακτον πολεμικήν διά τε τῆς γραφίδος καί κηρυγμάτων, ἴσως καί παρά προσώπων μή εἰδότων καί μή κατεχόντων τήν ΑΛΗΘΕΙΑΝ περί τῆς ἀντικανονικότητος τῆς Συνόδου τῆς παρατάξεως Ματθαίου. Ἡμεῖς, ὅμως, διά τήν ἀγάπην τοῦ Ἀναστάντος Θεοῦ καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, προσεπαθήσαμεν πολλάκις καί διά γραπτῶν ἡμῶν προτάσεων νά ἔλθωμεν εἰς ἑνότητα ἀγάπης μετά τῶν Ματθαιϊκῶν πρός θεραπείαν τῶν ἐν αὐτοῖς κακῶν. ‘Αλλά λόγοι, οὕς αὐτοί καί μόνον γνωρίζουν, ματαιώνουν πάντοτε καί ναυαγοῦν τά προτάσεις καί τήν ἐπιθυμίαν ἡμῶν πρός ἕνωσιν. Εὐχόμεθα πρός τήν παράταξιν ταύτην, ὅπως συνερχομένη ἐν μετανοίᾳ ἐπιστρέψη εἰς τήν Κανονικήν ἡμῶν Ἐκκλησίαν». ( Βλέπε: «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ» (τεῦχος 10, Μάϊος -Ἰούνιος 1983) Τά ἴδια ὑπεστήριζε τότε καί ὁ Σακκαρέλλος μέσα ἀπό τόν «Ὀρθόδοξο Τύπο». Ἀμέσως τότε ἡ Ἱερά Σύνοδος πρέβη εἰς ἐκείνην τήν ἱστορικήν - ὁμολογιακήν ἀπάντησιν, τήν ὁποίαν ὅμως ἡ Ἱερά Σύνοδος κράτησε μέχρι τό τό 1997, ἀφοῦ τό 1993 οἱ τρεῖς πού παρέμειναν τότε στήν ἀλήθεια, τήν ἐπανέλαβον, διά νά ἀντιμετωπίσουν τήν νέαν σχετικήν βλασφημίαν τῶν πέντε, τήν ὁποίαν ὑπεστήριξε πρῶτος ὁ Ἰερομ. Εὐθύμιος Ἐπιφανίου. Γ΄ Μετά ὅμως τό 1997 νέα ληστρική ἐπίθεσις σημειώνεται κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καί μάλιστα μέ μεγαλυτέραν σφοδρότητα. Καί αὐτή ἡ νέα ἐπίθεσις ξεκίνησε ἔξωθεν, ἀπό τά ξένα Κέντρα, ἀλλά πλέον εἰσῆλθε καί ἐντός τῶν τειχῶν. Ἔτσι αὐτό πού διεκήρυξε ὁ Αὐξέντιος τό 1983, ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ πολύ ἐντονώτερον, μετά τό 1997, ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τούς Νεοημερολογίτας, ΟΜΩΣ ΤΩΡΑ διά τῶν κ. Β. Σακκᾶ, ἀδελφῶν Τσακίρογλου, καί Κάτσουρα, καί μέ συντονιστάς τούς κ.κ. «Ἀχαίας» Καλλίνικον καί Σακαρέλλον. Δηλαδή πάλιν ἐνεργοῦν τά ἴδια Κέντρα, τά ὁποῖα συνεχίζουν τήν ἐκστρατεία ἀπό τό 1971, 1976, 1978, 1980, 1983 καί 1991, ἀλλά αὐτήν τήν φοράν κατορθώνουν καί εἰσέρχονται «ἐντός τῶν τειχῶν», καί τό ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΝ, ΟΤΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΝΕΑΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΝ, ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΝΕΑΝ ΕΠΙΘΕΣΙΝ (ΔΙΩΓΜΟΝ), ΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΜΕ ΒΑΡΒΑΡΙΚΟΝ, μέχρι καί διαμονικόν τρόπον, ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς καί μέχρι σήμερον ἀντιμετώπισαν ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΣ τό νέον προδοτικόν κίνημα. Τό ἀποκορύφωμα αὐτοῦ τοῦ κινήματος τῆς προδοσίας ἦτο ἡ ἱερόσυλος συμπαικτική καί διά λογαριασμόν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ παραίτησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ‘Ανδρέου ὑπέρ τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, διά νά προωθηθοῦν, ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς «χειροθετημένου» (βάσει τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων) πιό γρήγορα καί πιό εὔκολα οἱ στόχοι τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ τελικός στόχος εἶναι ἡ ΠΛΗΡΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΝ, ἔστω καί ἄν κρατοῦν τό Παλαιόν. ‘Ιδού ἡ νέα πρόκλησις -ἐπίθεσις κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς: Ὁ Χρυσὀστομος Κιούσης ἀπέστειλε πρός τήν Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ» εἰς τήν ὁποίαν ἀνανεώνει τήν περί «χειροθεσίας – χειροτονίας» βλασφημίαν τῶν Φλωρινικῶν. Ἡ ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ αὐτή ἦλθε στά χέρια μας τό 1997. Γράφει: «Δοκιμάζομεν ὅμως τήν πικρίαν τοῦ χωρισμοῦ τῆς μαρτυρικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, διότι οἱ μέν προερχόμενοι ἐκ τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου ἀπεσπάσθησαν δημιουργήσαντες σχίσμα ἐξ αἰτίας ἀλόγου φανατισμοῦ. Διά τό ἀληθές ὅμως παρεσύρθησαν ἀπό δεινόν τινά ἱερωμένον ἐγκάθετον τῆς Ἐκκλησίας τῶν νεοημερολογιτῶν, Εὐγένιον Τόμπρον ὀνομαζόμενον, ὁ ὁποῖος εἰσεχώρησε εἰς αὐτούς καί ὑπεκρίθη τόν θερμόν ζηλωτήν εἰς ἀκριβολογίαν πίστεως, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀποπλάνησιν τοῦ γέροντος ‘Επισκόπου Ματθαίου παρασύρας τοῦτον εἰς δύο φοβερά ὀλισθήματα. Τό πρῶτον, ἀπόσχισιν ἀπό τῶν χειροτονησάντων αὐτόν Μητροπολιτῶν πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, κλπ. ὅστις ἐδικάσθη καί ἐξωρίσθη δίς διά τήν ὀρθόδοξον πίστιν καί ἀπέθανεν ἐν ὀρθοδόξω ὁμολογία. Δεύτερον εἰς χειροτονίαν ἐπισκόπων ὑπό μόνου ἐκείνου περί τό τέλος τῆς ζωῆς του κατά παράβασιν τοῦ Α Ἀποστολικοῦ Κανόνος. Τήν ἀκυρότητα τῆς χειροτονίας των οἱ Ματθαιϊκοί μετά τινα ἔτη ἐζήτησαν νά διορθώσουν ἀπό τήν Ρωσικήν ἐν διασπορᾶ ‘Εκκλησίαν εἰς Ἀμερικήν. Ἐδέχθησαν ἀναχειροτονίαν ἤ χειροθεσίαν, πλήν ὅμως ἐξ ἐσωτερικῆς των διαμάχης ἀπεκήρυξαν ὑστέρως τήν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ἐπανῆλθον οὕτω εἰς τήν πρώτην ἀκυρότητα τῶν χειροτονιῶν. Ματαίως ὅθεν καί σφαλερῶς πιστεύουν ὅτι ἔχουν κανονικήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, ἐφ’ ὅσον ἔχουν τήν ἐκδίκησιν τοῦ Α Ἀποστολικοῦ Κανόνος, ἆρα εἶναι ἀντικανονικοί». Δ΄ Ὁ Φλωριναῖος «Πενταπόλεως» Καλλιόπιος τό ἴδιον ἔτος δημοσιεύει στά «Πάτρια» τό ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα 54/76 Πειραιῶς καί τό εἰς αὐτό βασιζόμενον 46/91 τῆς Δράμας, μέ σκοπό νά περάση τό μήνυμα ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ὑπό τοῦ Νόμου ὡς ἕλκοντες τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Τό περιεχόμενον τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων τό εἴδαμε μετά τό 1997. Θά παραθέσω δὐο ἀποσπάσματα ἀπό τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα 54/76, διά τό ὁποῖον, ἄν καί πέρασαν 8 ἔτη Καταγγελιῶν, ἀπό τότε πού ἔγινε γνωστόν μέσα ἀπό τά «Πάτρια» τοῦ Καλλιοπίου, ὅμως ἀκόμη τό καλύπτουν διά νά μή θιγῆ ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος καί νά μήν ἀποκαλυφθῆ ἡ προδοσία του καί ἡ βλασφημία του κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς. ‘Ιδού τό πρῶτον: «'Από τοῦ ἔτους 1937 ὁ κατά τήν 26ην Μαίου 1935 χειροτονηθείς εἰς 'Επίσκοπον Βρεσθένης Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Ματθαῖος Λαυρεώτης περιελθών εἰς ἔριδα μετά τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, ἥν καί τύποις περιέγραψεν, ἵδρυσεν νέαν θρησκευτικήν κοινωνίαν, ἥν ὠνόμασεν ὡσαύτως Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος» ... «...Ἡ ἐν λόγῳ δευτέρα τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Ἐκκλησία ὑποστηρίζει τήν συγκρότησιν αὐτῆς ...», «...οἱ κατά τό ἔτος 1935 καθαιρεθέντες 'Αρχιερεῖς μετέστησαν εἰς τήν τάξιν τοῦ Μοναχοῦ, μηδεμίαν ἐξουσίαν ἔχοντες πρός ἐνέργειαν τῶν εἰς τούς Ἐπισκόπους ἐπιτρεπομένων, ἐν οἷς καί ἡ χειροτονία ἱερέως ἤ Ἀρχιερέως, ἥτις τυχόν γενομένη εἶναι ἄνευ ἐννόμου ἀξίας καί δέν περιποιεῖ τῷ χειροτονηθέντι τήν ἰδιότητα τοῦ Κληρικοῦ ἤ τοῦ Ἐπισκόπου...» (Πάτρια, Τόμος 11ος, σελ. 164 καί 165). Ἰδού καί τό δεύτερον ἀπόσπασμα: «Πρός θεραπείαν τῆς τοιαύτης "ἀδυναμίας" ... αἱ δύο θρησκευτικαί κοινωνίαι τῶν παλαιοημερολογιτῶν προσέφυγον κεχωρισμένη ἑκάστη εἰς τήν Ὑπερόριον Ρωσικήν 'Ορθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἥτις ἐδέχθη διά χειροθεσίας κατ' οἰκονομίαν τοῦ Η 'Αποστολικοῦ Κανόνος τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου"Περί τῶν ὀνομαζόντων μέν ἑαυτούς καθαρούς ποτε, προσεχρομένων δέ τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ἔδοξε τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Συνόδῳ, ὥστε χειροθετουμένους αὐτούς, μένειν οὕτως ἐν τῷ κλήρῳ ...", νά καταστήση κανονικάς τάς ἐκ τοῦ Ματθαίου προερχομένας χειροτονίας τῆς "Ματθαιϊκῆς" Ἱεραρχίας, δυνάμει τῆς ἀρχῆς καθ' ἥν μία ἄνομος πράξις ἐπικυρώνεται ὡς Μυστήριον, ἄνευ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπαναλήψεως...» (Αὐτόθι σελ. 165). Ε Ὁ κ. Βασίλειος Σακκᾶς μέ ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους ἐπιστολάς (ἐπιλογήν τῶν ὁποίων θά παραθέσωμεν εἰς ἄλλην ‘Ενημέρωσιν) ἐπροπαγάνδιζε ὅτι βάσει τῆς χειροθεσίας «σήμερα δέν ὑπάρχει διαφορά εἰς τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν μεταξύ Ματθαιϊκῶν καί Φλωρινικῶν». ΣΤ΄ Ὁ κ. Δ. Κάτσουρας καί οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου ἐπροπαγάνδιζαν αὐτάς τάς θέσεις τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ τήν παράλληλον προώθησιν τῆς θέσεως τοῦ μ. Μαξίμου ὅτι «βιάσθηκε ὁ ἅγιος Πατέρας τό 1937 καί ἀπεκήρυξε τόν Φλωρίνης», ἐνῶ οἱ ἴδιοι προώθησαν τήν παρωδίαν διαλόγου μετά τῶν Φλωρινικῶν, βάσει τῆς ἀναγνωρίσεώς μας ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς. Ζ΄ Ἡ περί τόν ‘Αρχιεπίσκοπον ‘Ανδρέαν καί μετέπειτα τόν «Πειραιῶς» κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδος ἀπό τό 1998 ἐμφανῶς πλέον καλύπτουν τό νέον κίνημα καί δέν ἀπαντοῦν ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΩΣ, διότι σκοπός ἦτο ἡ ἀναγνώρισίς μας ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τούς Νεοημερολογίτας. Ἡ νέα αὐτή ἐπίθεσις – πρόκλησις (1997 -2005) εἶχε ἕνα καί μοναδικό στόχο, νά περάση εἰς ὅλους τούς ‘Αρχιερεῖς, ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων, ἔστω καί διά τῆς σιωπῆς, ἡ χειροθεσία ὡς ἐπί σχισματικῶν. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔννοιαν εἶχε ἡ πρότασις τῶν Φλωρινικῶν τό 1998, νά μή συζητήσουμε τά θέματα τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου ἀπό τό 1937 ἕως τοῦ 1971, πράγμα τό ὁποῖον ἐμμέσως ἀπεδέχθησαν οἱ «ἡμέτεροι» Ἀρχιερεῖς, μή λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τήν ἡμετέραν, ὡς Προέδρου τῆς ‘Επιτροπῆς πρότασιν νά ἐμμείνωμεν εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου. Η΄ Καί ἐνῶ μέχρι τό 2003 ἐπίσημα τουλάχιστον σιωποῦν καί δέν ἐκδηλώνονται, πράγμα τό ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ, ἐνῶ διώκουν αὐτούς πού καταδικάζουν αὐτήν τήν νέαν πρόκλησιν, τό 2003 συμβαίνει ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ἀπό τάς ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983, καί γενικώτερα ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς «χειροθεσίας». Δηλαδή, ἐνῶ μέχρι τώρα καί ἀτομικῶς καί Συνοδικῶς ὡμολόγουν ὅτι τό 1971 δέν ἔγινε καμμία χειροθεσία, δέν ἐφηρμόσθη ἡ ἀπόφασις τῶν Ρώσων κλπ., τό 2003, παραλλήλως καί μέ τήν περιγραφήν τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως Μπροῦκλιν, ΥΠΑΝΕΧΩΡΗΣΑΝ. Οὕτω ἐδήλωσαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ»: Ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας: «Ἔκανα λάθος τό 1971», (δίχως νά ἐξηγήση ποτέ τί λάθος ἔκανε). Ὁ «Πειραιῶς» Νικόλαος (καί οἱ λοιποί) δέν δέχεται νά πάρη ὁμολογιακήν θέσιν ἔναντι τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων. Ὁ ‘Αργολίδος Παχώμιος: «Ὁλοι ἔχουμε τήν χειροτονίαν ἀπό χειροθετημένους». Ὁ Περιστερίου Γαλακτίων: «Καί εἰς τήν ‘Αμερικήν καί εἰς τήν Ἑλλάδα διαβάστηκαν εὐχαί χειροτονίας. Ἤμουν παρόν ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος διάβαζε τίς εὐχές τῆς χειροτονίας». Ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος (μέσω τρίτων): «Ἡ χειροτονία του πέρασε ἀπό τήν χειροθεσία, τήν ὁποίαν ἀντίθετα μέ ἄλλους πάντοτε ὑπερασπίζονταν, καί θά χειροτονήση μαζί μέ τούς Ἕλληνας Ἀρχιερεῖς, Ἐπισκόπους γιά τήν Ρωσία, διά νά μεταδώση ἑκατονταπλάσια ἐκεῖνο πού ἔλαβε ἀπό τόν Φιλάρετο». (Μήν ποῦν, ὅτι σέ αὐτό ἀπήντησε ὁ Κιτίου μέσω τοῦ π. Ἀντωνίου Γαβαλᾶ, διότι δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀπάτη ἀπ’ αὐτό πού ἔκανε ὁ π. Ἀντώνιος). Παράλληλα πρός αὐτήν τήν ὁμαδικήν ὑπαναχώρησιν καί συγχρόνως παρατηρεῖται καί ἡ ἱερόσυλος συμπαικτική καί διά λογαριασμόν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὑπέρ τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου διά νά ὑπηρετήση ἐκεῖνος πλέον ὡς ἀναγνωρισμένος ὑπό τοῦ Νόμου τό νέον κίνημα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρός τελείαν ἀναγνώρισιν ὑπό τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ. Μετά ἀπό αὐτήν τήν ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΙΝ ἀπό ἐκείνας τάς καλάς Ὁμολογίας τοῦ 1981 καί 1983, τότε τί ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ἔχουν, τί ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΝ κηρύττουν, τί ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ ἰσχυρίζονται ὅτι διαφυλάττουν; Διότι ἀγαπητοί Ἱερεῖς τῆς Κύπρου, μέ τό νά ἐπικαλοῦνται φραστικῶς καί μόνον τάς Ὁμολογίας τοῦ 1981 καί τοῦ 1983, καί παράλληλα νά ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ καί νά μήν ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥν τήν νέαν ληστρικήν ἐπίθεσιν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί τάς ληστρικάς ἀποφάσεις πού ἐλήφθησαν ὑπό τῶν περί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν καί τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον Ἀρχιερέων, εἰς τά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ κινήματος, καί νά ἔχουν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, αὐτό σημαίνει, ὅτι «ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΜΟΛΟΓΕΙΝ», ἐνῶ τάσσονται μετά τῶν πολεμίων καί τῶν προδοτῶν τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς. Θ Μέ τό σκεπτικόν σας ὅτι «δέν χρειάζεται Ὁμολογία, γιατί αὐτό εἶναι σάν νά παραδεχὠμαστε ὅτι δέν εἴχαμε Ὁμολογία», ἡ ‘Εκκλησία δέν θά ἔπρεπε νά καθορίσει τό Συνοδικό τῆς ‘Ορθοδοξίας πού τό ἐπαναλαμβάνουμε κάθε χρόνο τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε οἱ Ἅγιοι Μέγας Φώτιος, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Μάρκος ὁ Εὐγενικός, θά ἔπρεπε, νά προέβαινον εἰς νέαν διακήρυξιν τῆς Ὁμολογίας Πίστεως, κάθε φορά πού οἱ αἱρετικοί προσπαθοῦσαν νά παραπλανήσουν τούς ὀρθοδόξους, οὔτε ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Ματθαῖος, θά ἔπρεπε νά προέβαινε, μετά τό σχίσμα τοῦ πρ. Φλωρίνης εἰς τήν διακήρυξιν σειρᾶς Ὁμολογιακῶν διακηρύξεων. Ι΄ Τό ἐπιχείρημά σας, «τί μᾶς ἐνδιαφέρει ἐμᾶς τί λένε οἱ Φλωριναῖοι καί οἱ Νεοημερολογῖτες», εἶναι ἐπίσης ἀστεῖο, διότι, ἐδῶ δέν πρόκειται γιά τό τί λένε οἱ Φλωριναῖοι καί οἱ Νεοημερολογῖτες, ἀλλά πρόκειται περί τοῦ χειροτέρου διωγμοῦ πού ἐνέσκυψεν. Διώκεται ἡ Ὁμολογία, διώκεται ἡ ‘Αποστολική Διαδοχή, διώκεται δηλαδή ἡ ‘Εκκλησία, διώκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καί, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, «ὅταν διώκεται ὁ Χριστός, (ἡ Ἐκκλησία) ἡ σιωπή εἶναι εἶδος ἀρνήσεως». Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής ταυτίζει τήν Καθολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν μέ τήν ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, στηριζόμενος σέ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Χριστός στόν Πέτρο: «Ἐπί ταύτην τήν πέτραν (τήν ὁμολογίαν) οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν». Ὅταν λοιπόν πολεμεῖται ἡ Ὁμολογία καί τό ἄλλο βασικό γνώρισμα τοῦ Γνησίου Ὀρθοδόξου Κληρικοῦ, ἡ ‘Αποστολική Διαδοχή, πολεμεῖται ἡ ‘Εκκλησία, πολεμεῖται ὁ Χριστός. Καί ἄν σιωπήσουμε στίς βλασφημίες κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, εἴτε «δικοί μας ἄνθρωποι» τίς διατυπώνουν, εἴτε Φλωριναῖοι εἴτε Νεοημερολογῖται, τότε γινώμαστε καί ἡμεῖς συνένοχοι. Ὁ ἅγιος ὅμως Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Μέγα τό τῆς σιωπῆς κρῖμα», καί «μή σιγήσωμεν ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα» (PG 99, 1076), ὁ δέ Ἅγιος Μελέτιος: «Τό σιγᾶν ἐν τοῖς τοιούτοις καιροῖς ἀρνήσεως ἴδιον καί προδοσία πίστεως ἀληθινῆς» ΙΑ΄ Δυστυχῶς οἱ ἀγαπητοί Ἱερεῖς καί τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Κύπρου δέν θά ἔφθαναν εἰς αὐτό τό σημεῖο, ἐάν παρακολουθοῦσαν τήν «‘Ορθόδοξον Πνοήν» καί ἄφηναν καί τούς χριστιανούς νά ἐνημερώνωνται. Ἀλλά, τουλάχιστον ἀς διαβάσουν τί λέγουν οἱ Πατέρες διά τήν διακοπήν κοινωνίας, μέ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νά ΟΜΟΛΟΓΗΣΟΥΝ, καί ἀς πράξουν ἀναλόγως: Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95). Ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘Αλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως: «’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)»(ΜΑΝΣΙ, 4, 1096). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δι’ ἐκείνους πού ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς λέγει: «’Εχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτους κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῃ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο(ἐχαρακτήρισε)». (P.G. 99. 1049 Α) Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διίστασθαι» (P.G. 160. 105 C). Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α). Οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον γράφουν: «Καῖ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐττόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399). Ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου διαγορεύει: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτο ἀκοινώνητον εἶναι». ( Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176). Τό Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325). ‘Εδῶ σημειώνω, ὅτι τοῦτο τὀ τελευταῖον ἰσχύει ὄχι μόνον διά τούς τότε Εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο γενικά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀλλά καί διά τούς νεώτερους Εἰκονομάχους, τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται καί καταδικάζουν καί ἀναθεμάτισαν μάλιστα τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά συγκεκριμάς ὀρθοδόξους (Βυζαντινάς) Εἰκόνας. Τοῦτο ἰσχύει ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον καί διά τήν περί τόν κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδον, διότι ἡ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» καί τοῦ ἰδίου προσωπικῶς (τοῦ κ. Νικολάου) καί τῆς περί αὐτόν ψευδοσυνόδου εἶναι ἡ αὐτή μέ τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» τῶν ΠΕΝΤΕ πρώην Μητροπολιτῶν. ΙΒ΄ ‘Εδῶ θέλω νά ὑπογραμμίσω, κάτι πού δέν εἶναι γνωστόν εἰς τούς πολλούς. Ὅτι ἄν οἱ πέντε ἔφθασαν σ’ αὐτό τό σημεῖο τῆς πλάνης, ὥστε νά ἀναθεματίζουν ὀρθοδόξους Βυζαντινάς Εἰκόνας, τοῦτο ὀφείλεται πρωτίστως εἰς τόν «Πειραιῶς» Νικόλαον. Εἶμαι εἰς θέσιν νά γνωρίζω ὅτι οἱ πέντε πρό τοῦ 1991 δέν εἶχαν τίς πλάνες ὅπως τίς ἀπεκάλυψαν ἐν μέρει μέ τά ὅσα πρόσθεσαν (πέραν τῶν ὅσων ἐν σχεδίω ὑπέδειξαν οἱ θεολόγοι) είς τήν Α, καί ἐξ’ ὁλοκλήρου μέ τίς Β΄ καί Γ’ αἱρετικάς ‘Εγκυκλίους των, ἀλλά παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ Νικολάου, ὁ ὁποῖος ὅμως παρέμεινε μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα, διά νά τόν ἐμποδίση νά συνεχίση τήν ὁμολογιακήν του πορείαν, καί διότι εἶχε καί ἄλλες σκοπιμότητες καί βλέψεις. Τοῦ πρότειναν οἱ πέντε νά πάη μαζί τους, καί θά τόν ἔκαναν Ἀρχιεπίσκοπο, ἀλλά, ὅπως ἀφελῶς εἶπε δημόσια τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1976 «δέν πῆγα, διότι δέν τούς εἶχα ἐμπιστοσύνη...». Δέν τούς εἶχε ἐμπιστοσύνη πώς θά τόν ἔκαναν ‘Αρχιεπίσκοπο, ἐδῶ ὅμως, μαζί μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα, θά γινόνταν ἀμέσως ‘Αντιπρόεδρος καί ἦτο πολύ εὔκολο νά ἱκανοποιήση τόν διακαῆ πόθο του. Μποροῦμε ἀπ’ αὐτό νά καταλάβουμε, γιατί ἐπέτρεψε ὁ Θεός τό 1974 -1976 νά πέση, (ζητήσας νά ἀπαλλαγῆ βάσει τῆς χειροθεσίας κατά τόν Η Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί μέ τήν πανηγυρικήν ἀποδοχήν τοῦ βλασφήμου Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος). Αὐτά δέν εἶναι προσωπικά θέματα τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, ὅπως μοῦ εἶπε κάποτε ὁ «Περιστερίου» Γαλακτίων, στήν προσπάθειά του νά τόν καλύψη, ἀλλά εἶναι θέματα κοινά - ἐκκλησιαστικά, τά ὁποῖα εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν συμπλέκονται μέ τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑ. ΙΓ Καί κάτι πού ἰσχύει ὄχι μόνο διά τήν Κύπρο, ἀλλά καί γενικώτερα. «Μία καί μοναδική λύσις ὑπάρχει. Ἐκεῖνος ἀπό τούς Κληρικούς ἤ ἀπό τούς λαϊκούς, ὁ ὁποῖος θέλει νά παραμείνη στήν Κιβωτό τῆς σωτηρίας, τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, πρέπει νά ΕΞΕΛΘΗ ΤΟ ΔΥΝΑΤΟΝ ΣΥΝΤΟΜΩΤΕΡΟΝ ΕΚ ΜΕΣΟΥ ΑΥΤΩΝ, κατά τό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφωρίσθητε καί ἀκαθἀρτου μή ἅπτεσθε, κάγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ. Δέν πρέπει νά ἐπηρεάζεται κανείς ἀπό τό ὅτι εἶναι ὀλίγοι αὐτοί πού ἐξέρχωνται, ἐνῶ οἱ περισσότεροι παραμένουν μαζί τους. Ὁ Χριστός εἶπε. «Μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον»». ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: 1) Εἰς τό ὑπ’ ἀριθμ. 401/26.10.2005 τελευταῖον ἰδικόν μου ἔγγραφον, ἤτοι εἰς τήν τελευταίαν «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΚΑΙ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΝΩΣΙΝ», τήν ὀποίαν ἀπεστείλαμεν εἰς ἅπαντας, μοί ἀπήντησεν ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 3229/18/31.1.2006 ἰδικόν του ἔγγραφον. Δέν ἠδυνάμην νά φαντασθῶ ΔΟΛΙΩΤΕΡΟΝ, ΠΟΝΗΡΩΤΕΡΟΝ καί ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΩΤΕΡΟΝ κατασκεύασμα, ἀπό αὐτό τό κείμενον, ἀφοῦ «κατορθώνει» (ὁ συντάκτης της) ἐπικαλούμενος μάλιστα τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Ἁγίους Πατέρας, ὅπως συνήθως κάμνουν οἱ αἱρετικοί, νά κάμνει «τό ἄσπρο μαῦρο καί τό μαῦρο ἄσπρο», καί χρησιμοποιῶν τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτην νά παραθεωρεῖ τόσον ἐξωφθάλμως ὑπαρκτά θέματα Πίστεως, Ὁμολογίας καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τά ὁποῖα γενναίως κατεπρόδωσεν, νά ἀρνῆται διά πολλοστήν φοράν νά συζητήσωμεν, ἐνῶ προσπαθῆ νά ἀποπροσανατολίση στρέφων τό «ἐνδιαφέρον» εἰς ἕνα ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΝ ΘΕΜΑ, (τήν δῆθεν καινοτομίαν τοῦ κ. Γκουτζίδη), θέμα ὅμως διά τό ὁποῖον ἔχει καταγγελθεῖ, ὅτι φρονεῖ αἱρετικά, ἀφοῦ στήν Εἰσήγησί του ἐπιχειρώντας νά ἀποδείξη τόν κ. Γκουτζίδη αἱρετικό, φέρνει στό λάκκο πού ἄνοιξε ὁ ἴδιος καί διατυπώνει ἐν τοῖς πράγμασι αἱρετικά φρονήματα. Δέν παραλείπει ὅμως νά παρουσιάζεται καί ὡς ἀκραιφνής ὁμολογητής ἐπικαλούμενος τόν ἅγιο Πατέρα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι ἐπεκαλοῦντο τόν ‘Αβραάμ. Ἔτσι τό μόνο συμπέρασμα πού μπορεῖ νά βγῆ ἀπό αὐτή τήν «ἀπάντησι» εἶναι ὅτι μετά τήν 16.6.2006, καθ’ ἥν διεκόψαμεν τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν καί διαγράψαμε τά ὀνόματά των ἀπό τά Δίπτυχα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, παρουσιάζονται περισσότερονξ ἐξηρτημένοι ἀπό τούς Φλωρινικούς, καί πιό «συνεπεῖς» εἰς τήν μυστικήν «ΣΥΜΦΩΝΙΑΝ» των, καί τήν ἐντολήν πού πῆραν ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τόν Νεοημερολογιτισμόν: «ΔΙΩΞΤΕ ΤΟΝ ΚΗΡΥΚΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΙ ΜΑΣ ΧΑΛΑΝΕ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ». Καί αὐτή ἡ ἐντολή εἶναι συνέχεια καί συνέπεια ἐκείνης τῆς ἐντολῆς πού ἔδωσε ὁ Πάπας (βλέπε βιβλίο τό «Τέρμα») «ΔΙΑΛΥΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΤΟΛΟΓΙΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΙ ΑΠΕΜΕΙΝΑΝ ΤΟ ΜΟΝΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΑΣ» καί τοῦ Σαμπεζύ «ΥΠΟΤΑΞΤΕ - ΑΦΟΜΟΙΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝ ΥΠΟΤΑΧΘΟΥΝ ΔΙΩΞΤΕ ΤΟΥ». Μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια ἐπεστρατεύθη πολλάκις μέχρι σήμερον τό περί χειροθεσίας τοῦ 1971 ὡς ἐπί σχισματικῶν κίνημα, διά τήν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου ἐργάζονται «ἔξυπνα» κλαί δόλια τά ξένα Κέντρα, ἀφοῦ καταφέρνουν καί χρησιμοποιοῦν ὡς ὄργανά των, φαινομενικά «ζηλωτάς», ὅπως τόν τόν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον καί τούς περί αὐτόν. Μόνον μέ ψευδεπίπλαστους καί ψευδοζηλωτάς ‘Αρχιερεῖς θά μποροῦσαν νά διατηρήσουν τόσα χρόνια τά σχέδιά των στήν ἐπιφάνεια, καί νά παραμένουν εἰς τόν στόχον των, ὁ ὁποῖος εἶναι καθαρά οἰκουμενιστικός, δηλαδή, νά περιθωριοποιηθοῦν οἱ ὑπερασπιζόμενοι τήν καθαράν Ὁμολογίαν, διά ΝΑ ΠΕΡΑΣΗ σέ ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς (νά μή μείνη κανείς ἔξω), ἡ ἐπί δῆθεν σχισματικῶν χειροθεσία καί εὐρύτερα ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός, ἐπί τῶ σκοπῶ νά ἀναγνωρισθοῦν καί ἀπό τούς Φλωρινικούς καί ἀπό τούς Νεοημερολογίτας. Τό κείμενον τοῦτο τοῦ κ. Νικολάου εἶναι μία σαφής ἀπόδειξις, ὅτι ἐνῶ δέν πέρασε εἰς τήν ‘Εκκλησία, οὔτε καί τήν τελευταίαν ὀκταετίαν, τό μίασμα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἡ προπαγάνδα τῆς ὡς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας, (πέρασε μόνον εἰς τάς ἀνοήτους κεφαλάς τῶν ὑπαναχωρησάντων ἐν ἔτει 2003, δῆθεν ὀρθοδοξοτάτων ‘Αρχιερέων). Παρέμειναν ὅμως καί κηρύσσονται πλέον ΓΥΜΝΗ ΤΗ ΚΕΦΑΛΗ, καί ἐπιβαρύνουν τόν κ. Νικόλαο καί τούς περί αὐτόν, τά καταγγελθέντα θέματα ΠΙΣΤΕΩΣ, ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ καί ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, ἀλλά καί αἱ βλασφημίαι τῶν Φλωρινικῶν καί τοῦ κ. Νικολάου, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειρήσαντες ἀπό κοινοῦ νά «ἀποδείξουν» δῆθεν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Γκουτζίδη εἶναι «ἀμάρτυρος», «καινοτομία», καί «αἵρεσις», ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΣΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΣΟΥΝ». «Λάκκον ὤρυξαν καί ἐνέπεσαν εἰς αὐτόν». Δέν ξέρω ἄν χρειάζεται ὡς ἀπάντησις καί εἰς αὐτήν τήν τελευταίαν ἐπιστολήν τοῦ κ. Νικολάου, κάτι περισσότερον ἀπό τά «Οὐαί» τοῦ Κυρίου εἰς τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. 2) Ὑπενθυμίζω σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται νά ἐνημερώνωνται διά τά ‘Εκκλησιαστικά –‘Εκκλησιολογιακά - Ομολογιακά θέματα, ὅτι πρέπει νά ζητήσουν καί νά μελετήσουν τήν «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ» τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στήν «ΕΝΗΜΕΡΩΣΙ» τῆς Ἱερᾶς ΜΗτροπόλεως Νο 68. Εἰς αὐτήν ἀναφέρει συνοπτικά τά θέματα Πίστεως, τά ὁποῖα προκύπτουν ἀπό τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα 54/76, καί τά ὁποῖα ΒΑΡΥΝΟΥΝ ἀποκελιστικῶς τόν «Πειραιῶς» Νικόλαον, τόν ὁποῖον ἄμεσα ἀφοροῦν, ἀλλά καί ἅπαντας τούς συμφρονοῦντας μέ αὐτόν Ἀρχιερεῖς καί κοινωνοῦντας μετ’ αὐτοῦ Κληρικούς καί λαϊκούς, ἀφοῦ καί αὐτοί (οἱ ‘Αρχιερεῖς) συνυπογράφουν τάς ληστρικάς καί ἀντορθοδόξους καί μέ οἰκουμενιστικήν σκοπιμότητα ἀποφάσεις, καί οἱ λοιποί Κληρικοί καί λαϊκοί ΣΥΝΑΠΟΔΕΧΟΝΤΑΙ. ‘Εδῶ πρέπει νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τό ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα 54/76 δέν εἶναι τῆς εὐθύνης τοῦ Δικαστοῦ, ὅπως δυστυχῶς «Συνοδικῶς» ἀπεφήσαντο οἱ περί τόν Νικόλαον ‘Αρχιερεῖς, προκειμένου νά καλύψουν τόν Πειραιῶς, διά νά προωθήσουν «ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως» εἰς τόν ‘Αρχιεπισκοπικόν Θρόνον. Ὁ δικαστής, ἀγαπητοί πρώην συνεπίσκοποι καί συμπρεσβύτεροι, πῆρε τήν συγκεκριμένη ἀπόφασι καί ἐξέδωκε τό συγτκεκριμένον ‘Απαλλακτικόν ΒΗούλευμα, βάσει τῶν στοιχείων πού τοῦ προσεκόμισε ὁ Πειραιῶς Νικόλαος, τήν ὁποίαν ἐν συνεχείᾳ ἀπεδέχθη καί σεῖς ἀποδεχθήκατε, ἀλλά ἀρνηθήκατε ὅτι κατηγγέλθη τό βλάσφημον περιεχόμενον νά τό καταδικάσετε. Ἡ εὐθύνη, λοιπόν, πρωτίστως τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου, διότι αὐτός, ἐνῶ μποροῦσε νά ἀποφύγη, καί ἐγνώριζε ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν Ρώσων περί χειροθεσίας κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δέν ἐφηρμόσθη, (ἄλλωστε ὁ ἴδιος εἰς ἐπίσημον ἐπιστολήν του μαζί μέ τόν Κάλλιστο τό ἔγραψε ἐκείνη τήν ἐποχή), ἐν τούτοις προκειμένου νά μήν πάη φυλακή, προκειμένου νά μή συνεχισθῆ ἡ δίωξις του καί μαζί καί ὅλων τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ὅπως ἐμμέσως τόν ἀπείλησεν ὁ δικαστής, τήν ΚΑΤΕΘΕΣΕ (αὐτήν τήν βλάσφημον ἀπόφασιν τῶν Ρώσων), μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπαλλαγῆ βάσει αὐτῆς καί νά ἐκδοθῆ αὐτό τό βλάσφημον ἔκτρωμα κατά τῆς Ὁμολογίας καί Ἐκκλησιολογίας. Ἀλλά ἀς εἴπωμεν, ὅτι δέν καταλάβατε τήν σοβαρότητα τοῦ θέματος. Μετά ἀπό τόσες ἀναλύσεις, πού ἐπηκολούθησαν ἀπό τήν δημοσίευσιν τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων, μετά ἀπό τήν ἔκδοσι καί νέου ‘Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος, μετά ἀπό τήν ἐπίκλησι αὐτῶν τῶν ‘Απαλλακτικῶν Βουλευμάτων ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τούς Νεοημερολογίτας, οἱ ὁποῖοι πέρασαν ὡς νόμο τοῦ Κράτους, ὅτι «ἡ χειροτονία μας εῖναι ἀπό τούς Ρώσους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινωνία μαζί τους», πῶς μπορεῖτε νά μή παίρνετε ὁμολογιακήν θέσιν, νά μή τά καταδικάζετε καί μένετε καί ἥσυχοι ὅτι ἑἶσθε καί ὀρθοδοξώτατοι;». Μήπως ἐν ἐπιγνώσει παραμένετε εἰς τήν προδοσίαν; Περιμένω, μήπως κάποιος, ἀπό τούς περί τόν Νικόλαον, φιλοτιμηθῆ καί δώση μίαν ἀπάντησιν. Μετ’ εὐχῶν καί εὐλογιῶν +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΤΕΘΕΝΤΩΝ ΗΜΙΝ ΔΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΤΟΥΤΩΝ ΣΚΟΠΟΣ

ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΤΕΘΕΝΤΩΝ ΗΜΙΝ ΔΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΤΟΥΤΩΝ ΣΚΟΠΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΤΟΥ ΙΔ ΑΙΩΝΟΣ ΠΟΛΥ ΕΠΙΚΑΙΡΟΝ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΡΗΚΑΝ Περί των επιτεθέντων ημίν δεινών και τις ο τούτων σκοπός. (Σχετικά με τις συμφορές που έπεσαν πάνω μας και ποιος είναι ο σκοπός τους.) Οι δυστυχίες που βρήκαν το γένος μας, όπως βλέπομε, είναι εν συντομία οι εξής. Οι καιροί είναι από κάθε εποχή οι πιο δύσκολοι. Πονηρές οι ημέρες, το τέλος του χρόνου, τα γηρατειά του κόσμου, το ξεψύχισμα του σύμπαντος. Η ζωή μας αυτή είναι σύντομη, λανθασμένη και γεμάτη από πικρίες, και τα κακά εκτενέστερα από τις θάλασσες. Και να, οι γείτονές μας είναι εχθροί, όσοι δείχνουν φίλοι είναι άπιστοι, οι συγκάτοικοι μας κλέφτες, οι υιοί μας ανυπάκουοι και οι απλοί συγγενείς χωρίς στοργή. Αυτοί που καραδοκούν να επωφεληθούν από τις δυσκολίες μας είναι πολλοί, μα περισσότεροι αυτοί που μας επιβουλεύονται. Αυτοί που μας διώκουν και μας πληγώνουν είναι πολλοί και από πολλά μέρη. Κανείς και από πουθενά, τολμώ να πω, δεν υπάρχει που να μας συνοδεύση στη φυγή και να συμπονέση μαζί μας. Διασκορπισθήκαμε χωρισμένοι σε όλες τις βασιλείες της γης. Μας εξουσιάζουν και δεν εξουσιάζομε. Τη χώρα μας ξένοι την κατατρώγουν, και δεν υπάρχει κανείς να μας βοηθήση. Οι νέες και οι νέοι του γένους μας δόθηκαν σε άλλα έθνη. Όλη την ημέρα τα μάτια μας αυτά βλέπουν και το δικό μας χέρι δεν μπορεί να βοηθήση. Σε μας έμεινε μόνο καρδιά θλιμένη, μάτια που σβήνουν και ψυχή που λιώνει, προβλήματα πάνω στα προβλήματα, φροντίδες πάνω στις φροντίδες, και αίματα πάνω στα αίματα παντού. Χάθηκε ο ευλαβής πάνω στη γη, λείπει ο στοχαστής, δεν βρίσκεται ο φρόνιμος. Στα παλαιά παρουσιαζόταν ο σοφός, τώρα δεν υπάρχει αυτός που θα κατανοήσει, αυτός που θα διορθώση, αυτός που θα μας φέρη πίσω. Η πληγή είναι ολόσωμη, η αρρώστια γενικευμένη, φοβερό το τραύμα, η συμφορά απαρηγόρητη και μεγαλύτερη από κάθε παρακλητικό λόγο. Καταφρονήθηκαν τα εκκλησιαστικά πράγματα, σάπισαν τα κρατικά, ανακατεύονται τα μακρυνά, συγχέονται τα κοντινά. Τα πάνω γίνονται κάτω και τα κάτω πάνω. Οι Χριστιανοί διώκονται, οι ασεβείς ευνοούνται. Από εδώ μας καταδιώκουν οι Αγαρηνοί, από εκεί μας λεηλατούν οι Σκύθες, από τα δυτικά οι Ισμαηλίτες θερίζουν τους καρπούς μας, και από τα ανατολικά οι Πέρσες μας εκριζώνουν. Ξεφεύγομε από το δράκοντα και συναντούμε το βασιλίσκο, διαφεύγομε από το λιοντάρι και πέφτομε πάνω στην αρκούδα. Όποιος γλυτώνει από το θάνατο, οδηγείται στη δουλεία, και όποιος απαλλαγή από τη δουλεία παραδίδεται στη σφαγή. Όπου και όποτε γίνονται ναυμαχίες στη θάλασσα ή μάχες στη στεριά, λεηλασίες ή μετοικεσίες, πάντως ακούεται ότι ένα μέρος από εμάς χάνεται. Ό,τι συγκεντρώθηκε σε οικίες, το σκορπίζει ο φθόνος, και ό,τι διατίθεται για να βγάλη κέρδος, το αρπάζει ο ληστής. Ό,τι μπόρεσε να περάση από τον κλοιό της πολιορκίας βούλιαξε στη θάλασσα. Και ό,τι γλύτωσε από το βυθό έπεσε στα χέρια ληστών. Επί πλέον επάγωσαν τα καλά και εφύτρωσαν τα λυπηρά, παρήλθαν τα δικά μας και ήλθαν τα αλλότρια. Φαγωθήκαμε, χαθήκαμε, διαφωνήσαμε και ως τραυματίες πια και παράφρονες γίναμε εκτός εαυτών. Επιταχύνεται διαρκώς η πορεία των πραγμάτων μας όλο και προς το χειρότερο. Από τα μέχρι χθες και πρόσφατα άριστα έθη και γνωρίσματά μας, σήμερα ούτε ίχνος δεν αναγνωρίζεται. Και τα μέχρι πέρυσι καλύτερα από τα ήθη, φέτος δεν τα διακρίνομε πουθενά. Με αυτό και με εκείνο τόσο άλλαξαν αυτά, που δεν μπορεί κανείς να τα περιγράψη. Και όσο μπορούμε να συμπεράνουμε από τα πράγματα περπατάμε σε αγκάθια, στεκόμαστε πάνω σε γκρεμό, βαδίζομε ανάμεσα σε φίδια, πορευόμαστε μέσα από παγίδες και περπατάμε πάνω σε επάλξεις πόλεων. Κάθε ώρα πόλεμοι, σφαγές, πείνες, πνιγμοί, αβάσταχτες στενοχώριες. Μυριάδες από γύρω μας οι απώλειες, και από παντού φθάνει η οργή του Θεού. Και εμείς σαν να μη γίνεται κάτι καινούργιο, παραμένομε άπονοι και σκληροί. Αλήθεια ποιος σοφός θα μπορούσε να διεκτραγωδήση τα δικά μας, όπως πρέπει, αφού ξεπέρασαν κάθε θρήνο, και είναι πέρα από κάθε κλάμα; Αυτά λοιπόν και τα παρόμοια τους, συμβαίνουν σε μας, ένεκα των σχηματισμών των αστερισμών, θα μας πη ο αστρολόγος. Ο φυσικός θα πη ότι τα υπομένομε αυτά, ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, εξ αιτίας της θέσεως μας ανάμεσα στους Άραβες και τους Σαρακηνούς, τους Ισμαηλίτες και τους Σκύθες. Ο άθεος θα υποστηρίξη, ότι όλα από μόνα τους τυχαία συμβαίνουν «χύδην και φύρδην». Ο δε έλληνας (ειδωλολάτρης) θα υποστηρίξη ότι οφείλονται όλα στην τύχη και στο γραμμένο. Και ακόμα ο Αγαρηνός θα πη ότι αιτία τούτων είναι ότι δεν αποδεχθήκαμε τον αλιτήριο*, ενώ ο Εβραίος, επειδή πιστεύσαμε στο Χριστό. Και ο καθένας από τους αιρετικούς, επειδή δεν υποκύψαμε στην αίρεσί του. Και ο όχλος των Ιταλών θα υποστηρίξη ότι μας συμβαίνουν αυτά, επειδή δεν υποταχθήκαμε στον πάπα. Εγώ όλους αυτούς τους απορρίπτω, και είμαι απόλυτα πεπεισμένος και το ομολογώ ευθέως, ότι δεν θα τα παθαίναμε αυτά, εάν είμασταν δυσσεβείς και τελείως απομακρυσμένοι από το Θεό. Επειδή όμως είμαστε το ευσεβέστατο γένος από όλους τους ανθρώπους, στραμμένο κατ’ εξοχήν στο Θεό, και θέλομε βέβαια και ενδιαφερόμαστε να σωθούμε, και αυτό είναι για μας η ύπαρξη και η ζωή μας, και ο λόγος που ήλθαμε σ' αυτή τη ζωή. Θέλομε όμως αυτό να γίνη με καλοπέρασι, με πλούτο και πρόσκαιρη δόξα. Γι' αυτό ο Κύριος που με κάθε τρόπο προετοιμάζει τη σωτηρία μας, μας παρέδωσε να ντροπιασθούμε σε όλα τα έθνη, και την πρόσκαιρη αυτή ζωή μας, τη ρευστή και περαστική, την περιέβαλε με μύρια κακά, μήπως και έτσι, ακόμα και παρά τη θέλησί μας, οδηγηθούμε τελικά από αυτόν στη σωτηρία με κατάλληλο τρόπο. Διότι από τα προαναφερθέντα κακά, άλλα οφείλονται σε μας τους ίδιους, και είναι ψυχικά αρρωστήματα· άλλα, έξω από εμάς, είναι κοσμικές συνέπειες, και άλλα μας τα φέρνει η θεία πρόνοια. Όμως και των όσων οφείλονται στην πρόνοια, και όσων είναι συμπτώματα κοσμικών ενεργειών, αιτία για όλα είναι οπωσδήποτε τα ψυχικά αρρωστήματα. «Δεν υπάρχει στην πόλι κακό που να μη το έστειλε ο Κύριος;» (Αμώς 3, 6). Δηλ. πείνες, αρρώστιες, νοσήματα, σφαγές, πολέμους, και ό,τι άλλο παρόμοιο, διότι όλα αυτά είναι αναιρετικά της αμαρτίας. Και δεν είναι από τη φύσι τους κακά, όμως θεωρούνται κακά, και βεβαίως εμποδίζουν να δημιουργηθούν τα αληθινά, που και από τη φύσι τους είναι κακά, δηλ. οι ενέργειες των διαφόρων αμαρτημάτων. Έτσι λοιπόν, και όχι όπως θα μπορούσε να πη κάποιος, επειδή είμαστε καταδιωγμένοι από το Θεό και αποκομμένοι από τη θεία αγάπη, τα υπομένομε αυτά. Όχι, μακρυά μια τέτοια ιδέα! Αλλά τα υπομένομε ως γνήσιοι υιοί, που απολαμβάνουν πατρική στοργή και παιδαγωγία. Αν, πράγματι, «όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδεύει, και μαστιγώνει κάθε υιό που αναγνωρίζει» (Παροιμ. 3,12), παιδευόμαστε λοιπόν από το φιλάνθρωπο Θεό και Πατέρα, «για να μη καταδικασθούμε και εμείς μαζί με τον κόσμο» (Α' Κορ. 11, 32). Διαφορετικά, ποιοι είναι αυτοί που προσεγγίζουν το Θεό; Διότι πρέπει πάντως να είναι κάποιοι κοντά, και κάποιοι πλησιέστεροι. Και ποιοι λοιπόν είναι αυτοί; Αυτοί που ζουν νωχελικά, και φθείρονται με ζώα, και κυλίονται με άρρενες; Ή μήπως όσοι, αφού χύσουν αίμα Χριστιανών και ομοφύλων, αρπάζουν τις εκκλησιαστικές αρχές ληστρικά και τυραννικά; Και ποιος, που έχει νου και φρόνησι, θα τα υποστηρίξη αυτά; Εάν αυτά τα υπομένωμε παρά τη θέλησί μας, αλλά όμως σίγουρα τα κακά με τη θέλησί μας τα πράττομε. Εάν κάποιος από εμάς δυσανασχετεί γι' αυτά, καθόλου παράξενο. Διότι ποιος, όταν από τον ιατρό καυτηριάζεται ή κόβεται, δεν φρίττει, δεν κλωτσάει και δεν θέλει να τ' αποφύγη; Και εάν κάποιος απορεί και αγανακτεί λέγοντας, πώς δεν τα παθαίνουν αυτά και οι εθνικοί που αμαρτάνουν, ας καταλάβη το εξής: «Ο θάνατός τους δεν είναι βασανιστικός ούτε διαρκούν οι δοκιμασίες τους, δεν κοπιάζουν όπως οι άλλοι άνθρωποι, λοιπόν δεν θα μαστιγωθούν με τους ανθρώπους, αλλά με τους δαίμονες» (Ψαλμ. 72, 4-5). Και κοντά σε αυτό ας θυμηθή και το προφητικό ρητό: «Ο ασεβής φυλάσσεται διά να τιμωρηθή κατά την ωρισμένην φοβεράν ημέραν» (Παροιμ. 16,9). Και το αποστολικό: «Εάν είσθε χωρίς παιδαγωγία, που την δοκίμασαν όλοι, άρα είστε νόθοι και όχι υιοί» (Έβρ. 12, . Και το ευαγγελικό: «Πλατειά και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στην απώλεια» (Ματθ. 7,13). Όσοι λοιπόν εκπίπτουν από την πίστι, εξ αιτίας των δεινών, και χωρίς δεινά επρόκειτο να εκπέσουν από αυτήν κατ' άλλον τρόπον, δηλ. με την προσκόλησι στα πρόσκαιρα. Αλλά βεβαίως και το δικό μας μέλλον είναι άδηλο. Μονάχου Ιωσήφ Βρυεννίου, Κεφάλαια επτάκις επτά, κεφ. ΜΣΤ', εν Μοναχού Ιωσήφ Βρυεννίου, Τα Παραλειπόμενα, εκδ. Βασιλείου Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 126-129 *Σ.μ.: Αλιτήριο χαρακτηρίζει τον Μωάμεθ. Τα πνευματικά αίτια της άλωσης της Πόλης και η ηθικοοικονομική κρίση της εποχής μας Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Η ΨΗΛΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Η Κυριακή του Θωμά (ή η «Ψηλάφηση του Θωμά») αποτελεί έναν από τους πιο παρεξηγημένους, αλλά και ταυτόχρονα ελπιδοφόρους σταθμούς της πνευματικής μας πορείας μετά την Ανάσταση. Συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο «άπιστος» για τον Απόστολο Θωμά με μια δόση επίκρισης. Όμως, η δική του απιστία δεν ήταν άρνηση· ήταν ένας «καλός συγκλονισμός». Ήταν η δίψα μιας ψυχής που δεν αρκούνταν στα λόγια των άλλων, αλλά ζητούσε την προσωπική, βιωματική επαφή με το Φως.Στον κόσμο μας, η λογική μάς διδάσκει πως «αν δεν δω, δεν πιστεύω». Η πνευματική ζωή όμως αναστρέφει αυτόν τον κανόνα. «Πίστεψε για να δεις». Ο Θωμάς ζήτησε να βάλει το δάκτυλό του «επί τον τύπον των ήλων». Ο Χριστός δεν τον απέρριψε, ούτε τον τιμώρησε. Αντιθέτως, συγκατέβηκε στην αδυναμία του, προσφέροντας τις πληγές Του ως απόδειξη αγάπης. Αυτό μας διδάσκει κάτι συγκλονιστικό. Ο Θεός δεν φοβάται τις ερωτήσεις μας. Δεν σκανδαλίζεται από τις αμφιβολίες μας. Περιμένει υπομονετικά μέχρι η δική μας. «ψηλάφηση» –μέσα από τις δυσκολίες, τους πόνους και τις αναζητήσεις– να μας οδηγήσει στην ομολογία. «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες.» Αυτός ο λόγος του Κυρίου απευθύνεται σε εμάς σήμερα. Η πίστη δεν είναι η απουσία λογικής, αλλά η υπέρβασή της. Είναι η εμπιστοσύνη σε μια Παρουσία που, αν και αόρατη στα μάτια της σάρκας, είναι ολοζώντανη στα μάτια της καρδιάς.🌹

ΟΥΔΕΝ ΚΡΥΠΤΟΝ Ο ΟΥ ΜΗ ΦΑΝΕΡΟΝ ΓΕΝΗΣΕΤΑΙ ...

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. Ε/69 Ἐν Κορωπίω τῆ 23.4.2008 Πάτερ Ἀμφιλόχιε. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 92/23.4.2008 ἐπιστολῆς σας, εἰς τήν ὁποίαν γράφετε σκέψεις καί προβληματισμούς σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔγιναν πιό ἰσχυροί μετά τήν σημερινή τηλεφωνική μας ἐπικοινωνία, σᾶς γνωρίζω τά ἑξῆς: ‘Εγώ εἶμαι πιό πολύ στενοχωρημένος, ὄχι μέ ἄλλους, ἀλλά πλέον μέ σᾶς. Διότι αὐτή ἡ ἐνέργειά σας νά στείλετε αὐτήν τήν ἐπιστολή μέσω τῆς Ἀντιγόνης διά τήν ὁποίαν ἐσεῖς ὁ ἴδιος μοῦ εἴπατε νά μή τῆς λέγω τίποτα γιατί δημιουργεῖ προβλήματα καί καταστάσεις, καί ἐγώ σᾶς ἄκουσα καί δέν τής ξαναεῖπα τίποτα, μοῦ δημιουργεῖ πολλά ἐρωτηματικά. Ἐγώ σᾶς εἶπα στό τηλέφωνο, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν πρόσκλησι γιά νά ἔλθετε στήν Κύπρο, ὅπου θά γίνη ἡ χειροτονία, σᾶς θέλω καί γιά νά ἕνα σοβαρό πνευματικό θέμα, καί γι’ αὐτό σᾶς εἶπα, ἄν μπορεῖτε νά κάνετε μία θυσία νά ἔλθετε στήν Ἀθήνα. Τώρα ὅμως τί νά πῶ. Μήπως πρέπει νά στείλω φάξ γιά τό ἄκρως πνευματικό θέμα μέσω τῆς Ἀντιγόνης; Λυπᾶμαι. Νά γιατί οἱ προβληματισμοί μου μεγάλωσαν. Ὅσον ἀφορᾶ τήν κανονικότητα ἤ μή τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου τῆς 1.4.2008 καί ποιός ἀποφασίζει διά τά ἐκκλησιαστικά θέματα, πολύ εὐχαρίστως νά τό συζητήσωμεν, ὄχι ὅταν γυρίσω ἀπό τήν Κύπρο, ἀλλά αὕριο. Σᾶς περιμένω, λοιπόν, καί σᾶς καί τόν Ἐλευθέριο αὔριο τό ἀπόγευμα. Μέ τόν ἀναστάσιμον χαιρετισμόν Ὁ ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος
https://www.facebook.com/photo/?fbid=24016800564689327&set=gm.10165375158493942&idorvanity=63715598941&__cft__[0]=AZZ8yYSRxRQQMPA31MS2iJDLCuo1WXlaCwyBz1_gWbsqULIcWdCAqCDlMRswRQaf8JCNCVUo9_ACKrn6UQ7tmB2GK6F2PQ0ldFsIIIR2LBBXmbP01JI_JY99cFuDeDjIQ5YUTFy9jCepp-zaZZVM9G1Vfo8kc4GLxnFDcjM6ZmSFxJmojA5t_9eOJEOLM6_7WLa4ld1ARUeG9IZ_OuayZbh6&__tn__=EH-R

Η ΥΠ ΑΡΙΘΜ. Ε/72 ΤΗΣ 2.5.2008 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΡΟΥΜΑΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΤΕ (2008) ΑΠΟΚΗΡΥΞΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝΤΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΝ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. Ε/72 Ἐν Κορωπίω τῆ 2.5.2008 ΠΡΟΣ τόν Παν/τον Ἱερομόναχον π. Παντελεήμονα. ΘΕΜΑ: Περί τῶν χειροτονησάντων τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα Ἐπισκόπων Σεραφείμ, Στεφάνου καί Φιλίππου καί περί ἄλλων τινῶν θεμάτων διά τούς Ρουμάνους. Ἀγαπητέ μοι π. Παντελεήμονα. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ. Σοῦ ἀποστέλλω πρός ἐνημέρωσιν, μίαν σχετικήν ἐπιστολήν. .... Σᾶς ἐνημερώνω ἐπί τῶν νέων πολύ σημαντικῶν στοιχείων τά ὁποῖα προέκυψαν μέσα ἀπό τήν ἔρευνα μας, ὅσον ἀφορᾶ τούς τρεῖς Ἐπισκόπους τούς χειροτονήσαντας ἐν Γερμανία τό 1949 τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα Λέου, ἀπό τόν ὁποῖον ἕλκουν τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν οἱ Ρουμάνοι Ἐπίσκοποι Κασσιανός καί Γερόντιος. Τά στοιχεῖα αὐτά προέκυψαν μέσα ἀπό ἔρευνα πηγῶν εἰς Ἀγγλικήν γλῶσσαν, ἡ δέ ἔρευνα αὐτῶν ἐγένετο μέ τήν βοήθεια τοῦ ἐξ’ Αὐστραλίας ἀδελφοῦ Σταύρου Μάρκου, ὁ ὁποῖος, ὅπως γνωρίζετε, τώρα τό Πάσχα εἶναι μαζί μας εἰς Ἑλλάδα. Ὅταν μετέβημεν εἰς Ρουμανίαν εἴχαμε ὑπ’ ὄψιν ὄχι σαφῆ στοιχεῖα περί τῶν τριῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐχειροτόνησαν τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα. Βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων, δέν ἦτο δυνατόν νά πεισθῶμεν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ὅτι οὗτοι, ὅταν ἐχειροτόνησαν τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα εἶχον τήν καθαράν Ὁμολογίαν, ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς τήν ἐκράτησαν οἱ Ρουμάνοι Κλῆρος καί Λαός. Ἀλλά ἐδημιουργήθησαν καί ὡρσιμένα ἐρωτηματικά περί τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐπληροφορήθημεν ἦτο ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς οὗτοι ἦσαν Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς. Ἐπειδή δέ οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς, καθ’ ἅ μέ ἐπληροφόρησεν προσωπικῶς ὁ ἴδιος ὁ Προκαθήμενός των Λαῦρος, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ἦτο δύσκολον νά δεχθῶμεν ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς οὗτοι εἶχον καθαράν Ὁμολογίαν. Ἐπείσθημεν, ὅμως, εἰς τάς διαβεβαιώσεις τῶν Ρουμάνων Ἐπισκόπων καί Ἱερέων, ὅτι τό πλήρωμα τῆς γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (Μοναχοί καί λαϊκοί) ἐδέχθησαν νά ὑπαχθοῦν ὑπό τό ὠμοφόριον τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Βίκτωρ τούς ἐδήλωσεν ὅτι «ἐάν δέν διεπίστωνα ὅτι ἦσαν Ὀρθόδοξοι, δέν θά ἐδεχόμουν νά χειροτονηθῶ ὑπ’ αὐτῶν». Κατά τήν συνεδρίασιν τῆς διευρυμένης Συνόδου τῆς 7, 8, καί 9 Φεβρουαρίου 2008, δέν προέκυψεν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἡ καθαρά Ὁμολογία τῶν Ἐπισκόπων τούτων, οὔτε ὅτι ἐκέκτηντο Κανονικήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, πλήν ὅμως διά τόν λόγον, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία ἐβεβαίωσεν ἐγγράφως, τήν καλήν Ὁμολογίαν τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, ἀπεφάνθημεν ὅτι δέν χρειάζεται οὔτε χειροθεσία, οὔτε συγχωρητική εὐχή. Εἴπομεν, ὅτι εἶναι δυνατή ἡ ἕνωσις μετά τῶν Ρουμάνων Ἐπισκόπων διά μιᾶς ἁπλῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως, ἀναγνωρίσεως τῶν χειροτονιῶν καί τῶν τελεσθέντων μυστηρίων, ἡ ὁποία ἕνωσις θά ἐπισφραγισθῆ διά κοινοῦ συλλειτούργου, εἰς τό ὁποῖον θά ἐπικαλεσθῶμεν τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά θεραπεύση τά ἀσθενῆ καί τά ἐλλείποντα νά ἀναπληρώση. Κατά τήν ἑπομένην Μητροπολιτικήν Σύνοδον τῆς 1 Ἀπριλίου 2008 εἰς τήν ὁποίαν συμμετεῖχεν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί ἀντιπροσωπευτικῶς καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ρωσίας, ἀπεφασίσαμεν τήν ἀναγνώρισιν, καί ἐπικύρωσιν τῶν χειροτονιῶν τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος διά μιᾶς ἁπλῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία πράγματι καί ὑπεγράφη, τό δέ κοινόν συλλείτουργον, κατόπιν συνεννοήσεως καί μετά τῶν Ρουμάνων Ἐπισκόπων ὡρίσθη διά τήν Παρασκευήν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς εἰς Ρουμανίαν. Κατ’ αὐτήν τήν συνεδρίασιν ἐγένετο ἀναφορά καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἐδέχετο ἡ Ἐκκλησία Ἐπισκόπους χειροτονηθέντας ἐκτός αὐτῆς, ἤτοι διά μόνης τῆς Ὁμολογίας, χωρίς νά ἐξετάζεται τό θέμα τῆς χειροτονίας των, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἅγιο Ἀνατόλιο Κωνσταντινουπόλεως, τόν ἅγιο Μελέτιο Ἀντιοχείας, καί κατά τήν Ζ΄ Οἱκουμενικήν Σύνοδον, μέ τούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἐχειροτονήθησαν παρά αἱρετικῶν. Παραθέτω ἕν μέρος ἀπό τήν σχετικήν Εἰσήγησίν μου: «Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναγνωρίζει τήν ἐκτός αὐτής ἱερωσύνην ὡς δημιουργόν κανονικῶν συνεπειῶν, καί τούτο παρά τήν, διά τοῦ θεσμοῦ της Οἰκονομίας, ἐνίοτε περιπτωτικήν ἀναγνώρισιν τῶν τοιούτων κανονικῶν αποτελεσμάτων τῶν προερχομένων ἐκ χειροτονιῶν εἴτε ἐν τῇ καθαιρέσει, εἴτε ἐν τῇ αἱρέσει καί τῷ σχίσματι. Οὔτως ἡ Ἐκκλησία, τῇ Οἰκονομίᾳ χρωμένη καί τήν ἑνότητα ἐν τῷ σώματι αὐτής διώκουσα, ἀνεγνώρισε τό κύρος χειροτονιῶν τελεσθεισῶν καί ὑπό αἱρετικῶν εἰσέτι καί σχισματικῶν, καί ἐδέξατο ἄνευ ἀναχειροτονήσεως τους τοιαύτας λαβόντας ἀντικανονικᾶς χειροτονίας. Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐδέχθη λ.χ. ἄνευ ἀναχειροτονήσεως τούς τε Μελιτιανούς καί τούς Καθαρούς ὡς καί τούς Μιξοφυσίτας καί Θεοπασχίτας. Οἱ Μεσσαλιανοί κληρικοί, ἀρνούμενοι τήν πλάνην, ἐγίγνοντο δεκτοί ὑπό τῆς Γ' Οἰκουμενικής Συνόδου ἄνευ ἀναχειροτονήσεως. Οἱ πλείστοι τῶν μετασχόντων τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικής Συνόδου Ἐπισκόπων, καίπερ κεχειροτονημένοι ὑπό Μονοθελητών, ἐγένοντο ἄνευ ἑτέρου δεκτοί ὡς σύνεδροι. Η Ζ' Οἰκουμενική Σύνοδος ἐδέξατο εἴς τούς οἰκείους βαθμούς τους ἀποκηρύξαντας τήν αἵρεσιν τῆς εἰκονομαχίας. Ἡ ἐν Καρθαγένῃ ἐδέχθη ἄνευ ὡσαύτως ἀναχειροτονήσεως τούς Δονατιστάς ὑπό τόν ὅρον τῆς ἀποκηρύξεως ὑπ' αὐτών τῆς αἱρετικῆς των δοξασίας. Ο Μ. Βασίλειος ἀνεγνώρισε τούς Ζώϊνον καί Σατουρνίνον ἐπιστρέψαντας ἐκ τῶν Εγκρατιτῶν τῇ Ἐκκλησία. Τουτ' αυτό έπραξεν ὁ Μ. Ἀθανάσιος διά τούς ἀρειανούς. Ὁ αὐτός τόν Ἐπίσκοπον Σιδήριον, χειροτονηθέντα ὑφ' ἑνός ἐπισκόπου, ἐδέχθη ἄνευ ἀναχειροτονήσεως, προαγαγών τούτον εἴς Μητροπολίτην Πτολεμαΐδος. Οἱ ὑπό τοῦ μονοφυσίτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας Πέτρου του Γ' τοῦ Μογγοῦ χειροτονηθέντες ἐπίσκοποι, ἀποκηρύξαντες τόν Εὐτυχιανισμόν, ἐγένοντο δεκτοί μετά τοῦ βαθμοῦ των. Καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος αὐτός καθαιρεθείς ὑπό Συνόδου ἐν Ἀντιοχεία τῷ 340 ἀποκατέστη ἐπί Κώνσταντος ἄνευ ἀναχειροτονήσεως. Κατά τόν ἱερόν Φώτιον οὐδείς τῶν ὑπό Παύλου τοῦ Σαμοσατέως χειροτονηθέντων ἀνεχειροτονήθη. Ὁ δέ Ἀντιοχείας Μελέτιος, χειροτονηθείς ὑπό αἱρετικῶν, ἐγένετο δεκτός ἄνευ ἀναχειροτονήσεως. Κατᾶ τόν γ' αἰώνα ὁ Ρώμης Κορνήλιος ἐδέχθη τόν ἐκ τοῦ Ναυατιανοῦ σχίσματος προσελθόντα τῇ Ἐκκλησία πρεσβύτερον Μάξιμον ἄνευ ἀναχειροτονήσεως». ΔΗΛΑΔΗ διαπιστώνομεν, ὅτι ὅταν ὑπῆρχεν ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ, οἱ Πατέρες ἐδέχοντο τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, ἤτοι τάς χειροτονίας τῶν προσερχομένων Αὐτῆ, ἄνευ ἀναχειροτονίας, καί ἄνευ χειροθεσίας, ἡ ὁποία εἶναι μυστικωτέρα χειροτονία. Μόνον, ὅταν κάποιος ἐχειροτονήθη ἐκτός Ὁμολογίας, ἤτοι ἐκτός Ἐκκλησίας, καί παρέμενεν ἐκτός Ὁμολογίας καί κατόπιν ἐπέστρεφε εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τοῦ ἔκαμναν χειροθεσίαν, ἡ ὁποία ἦτο μία ἐπισφράγισις καί ἐπικύρωσις τοῦ ἀκύρως τελεσθέντος ἐκτός Αὐτῆς μυστηρίου. Ἐν προκειμένω, διά τήν περίπτωσιν τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, ἐάν οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ρουμανίας διεπίστωναν ὅτι ἡ χειροτονία του ἦτο παρά μή Ὀρθοδόξων, δέν θά τόν ἐδέχοντο, ὅπως δέν ἐδέχθησαν τήν χειροτονία τοῦ Γλυκερίου ὑπό τοῦ νεοημερολογίτου Γαλακτίωνος. Μέ τήν ἐδῶ παρουσίαν τοῦ ἀδ. Σταύρου Μάρκου, ἠθέλησα νά διερευνήσω καλύτερα τό θέμα. Ὁ ἀδ. Σταῦρος ἐβοήθησε εἰς τοῦτο τά μέγιστα, διότι ἔφερε εἰς φῶς στοιχεῖα τά ὁποῖα εἶναι γραμμένα εἰς τήν Ἀγγλικήν ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τά ὁποῖα ἦσαν ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς. Α΄ Παραθέτω τά βιογραφικά σημειώματα τῶν Ἐπισκόπων Σεραφείμ, Στεφάνου Φιλλίπου οἱ ὁποῖοι τό 1949 ἐχειροτόνησαν τόν Βίκτωρα Λέου: α) Ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφείμ, ὁ χειροτονήσας μετά τοῦ Στεφάνου καί τοῦ Φιλίππου τόν Ἐπίσκοπο Βίκτωρα, εἶχε χειροτονηθεῖ τό 1924 ἀπό τόν Μητροπολίτη Ποιμένα Πέγκωφ τῆς Αὐτοκεφάλου Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας. Τό 1930 ἐξωρίσθη ἀπό τήν Σοβιετική Ἕνωσι διότι ἦτο Γερμανικῆς καταγωγῆς. Τό 1931 ἐντός τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς εἰς τό Μόναχον (Μούνχεν) τῆς Γερμανίας, ἔδωσε δημόσια Ὁμολογία καί μετάνοια πρός Κλῆρον καί Λαόν διά τήν συμμετοχήν του εἴς τόν Ρενοβατιανισμόν-Σεργιανισμόν, καί οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς, βάσει τῆς καλῆς του Ὁμολογίας καὶ μετανείας, τόν ἀνεγνώρισαν ὡς Κανονικόν Ἐπίσκοπον καί τόν δέχθηκαν ὡς μέλος τῆς Συνόδου των. Ὡρίσθη καὶ ἐνεθρονίσθη ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ὡς Ἐπίσκοπος Βερολίνου. Τό 1939 οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς μετέτρεψαν τὴν ἐν Βερολίνῳ Ἐπισκοπήν του εἴς Ἀρχιεπισκοπήν Πάσης Γερμανίας. Τό δέ 1942 ὡρίσθη καί Μητροπολίτης καί Ἔξαρχος Κεντρικῆς Εὐρώπης. Τό 1945 εἶχε ὑπό τήν Προεδρίαν του 16 Ἐπισκόπους καί 300 Κληρικούς. Μέ τό τέλος τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ἐχώρισε ἀπό τήν Σύνοδο τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ, ἔγραφε ὅτι ὁ Ἀναστάσιος (τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς) ἐχώρισεν ἀπό αὐτούς. Ὁ Ἀναστάσιος ἤθελε νά φύγη ἀπό τήν Γερμανία καί νά μεταβῆ εἰς Ἀμερικήν, ὅπου εἶναι σήμερα ἡ ἕδρα τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ἔκτοτε ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ παρέμεινε πρόεδρος ἰδικῆς του Συνόδου, κεχωρισμένης ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς. Τό 1949 ἐχειροτόνησε τόν Βίκτωρα Λέου, ἐνῶ δέν εἶχε κοινωνίαν οὔτε μέ τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οὔτε μέ τά Πατριαρχεῖα. Ἐκοιμήθη τήν 1.9.1950 καί ἐτάφη εἰς Γερμανίαν. Τό πλέον σημαντικό εἶναι ὅτι οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς εἶχον διωρίσει μυστικά τόν Σεραφείμ ὡς ὑπεύθυνο τῆς Ἱεραποστολῆς εἰς Ρουμανίαν-Μολδαυίαν-Βεσαραβίαν διά τούς Ρωσόφωνους Παλαιοημερολογίτας. Ὅταν τό ἐπληροφορήθη ὁ Νεοημερολογίτης Πατριάρχης Ρουμανίας τόν ἐξεδίωξε ἀπό τήν Ρουμανία μέ τήν ἐπέμβασις τῆς κρατικῆς ἀσφαλείας. Περί τῶν ἀγώνων του εἰς τάς ἀνωτέρω περιοχάς ἔχομεν πληροφορίαν ἀπὀ ἐπιστολήν τοῦ Μητροπολίτου Βιταλίου πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Ἀνδρέα τό 1972. β) Ὁ Ἐπίσκοπος Στέφανος Σεβμπώ, ὁ δεὐτερος κατά τήν τάξιν ἀπό τούς χειροτονήσαντας τόν Ἐπίσκοπο Βίκτωρα Λέου, ἐχειροτονήθη ἐντός τῆς Αὐτοκεφάλου Λευκορωσικῆς Ἐκκλησίας στήν Πολωνία, καί πάντοτε ἀκολουθοῦσε τό πάτριο ἡμερολόγιο καί διεκήρυσσε μέ παρρησία καί ἐν μέσω διωγμῶν τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν. Τό Πολωνικόν Κράτος, ὅπου ἔδρα, τόν ἐπίεζεν ἀφόρητα διά νά γυρίση μέ τό νέον. Ἕνα διάστημα τόν ἐφυλάκισαν διότι ἀκριβῶς ἠκολούθει τό παλαιόν. Δέν ἐμνημόνευε οὔτε τόν Πατριάρχη Μόσχας. Δηλαδή εἶχε καλήν Ὁμολογίαν καί ἔναντι τοῦ ἡμερολογιακοῦ νεωτερισμοῦ καί ἔναντι τοῦ Σεργιανισμοῦ. Τό 1943 παρευρέθη, ἐνῶ δέν ἦταν μέλος τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, στήν Σύνοδόν των, εἰς τήν ὁποίαν κατεδίκασαν τήν ἀντικανονική ἐνθρόνιση τοῦ Σεργίου ὡς Πατριάρχου Μόσχας ἀπό τόν Στάλιν. Τήν 23.4/6.5.1946 οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς τόν δέχθηκαν ὡς Κανονικόν Ἐπίσκοπον, τοῦ ἔδωσαν Ἐπισκοπικήν ἕδραν καί τόν ἐνθρόνισαν ὡς Ἀρχιεπίσκοπον Βιέννης καὶ πάσης Αὐστρίας. Ὅταν ἐχώρισεν ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ Λάντε ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς τόν ἀκολούθησε καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Στέφανος. Τό 1949 ἔλαβε μέρος στήν χειροτονία τοῦ ὁμολογητοῦ Βίκτωρος Λέου. Ἐκοιμήθη τήν 12.1.1965, παραμένων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν. Εἶναι κατᾶ μαρτυρίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου πρός τούς Σέρβους Εὐσέβιον καί Ἐλένην, ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον ἀνεζήτησεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος διά νά συμπράξη μετ’ αὐτοῦ εἰς τῆν χειροτονίαν ἐπισκόπων, ἀλλά λόγῳ τῶν διωγμῶν καί τῆς φυλακίσεως του δέν ἠδυνήθη νά ἔρθη εἰς τήν Ἑλλάδα. γ) Ὁ Ἐπίσκοπος Φίλιππος Βών Γκάρδνερ, ὁ ὁποῖος ἦτο βαθύς γνώστης καί συγγραφέας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἔγινε μοναχός, Ἱερομόναχος καί Ἐπίσκοπος τό 1936 εἰς τήν Ρωσικήν Ἐκκλησίαν τῆς Διασπορᾶς. Τό 1946, ὅταν χώρισε ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ Λάντε ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς τόν ἀκολούθησε καί αὐτός ὡς βοηθός του Ἐπίσκοπος. Τό 1949 συμμετέσχε στήν χειροτονία τοῦ Βίκτωρος Λέου. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ (τέλη 1950) ὁ Ἐπίσκοπος Φίλιππος παραιτήθηκε ἀπό τόν θρόνον του καί ἔγινε κοσμικός. Εἰς τήν συνέχειαν ὁ ἴδιος πῆγε στήν Ἀμερική καί ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι τόν διώρισαν ἀρχιψάλτη στόν Καθεδρικό τους Ναό στή Νέα Ὑόρκη. Πέθανε τό 1984. Β΄ Παραθέτω ἐπίσης σύντομα βιογραφικά, διά τούς Ὁμολογητάς Ρουμάνους Ἐπισκόπους, Γρηγόριο Λέου, Βησσαρίωνα Πουΐου, καὶ Βίκτωρος Λέου: α) Ὁ ἔγγαμος ἱερεύς Γεώργιος (κατόπιν Γρηγόριος) Λέου ἀνῆκε εἰς ἱερατικόν γένος. Ἤτο ἔνατος κατᾶ σειράν ἱερεύς, πρώτος τῶν ὁποῖων ἤτο ὁ πρωθιερεῦς Μιχαήλ Λέου ὁ ὁποῖος ἤτο ἐξομολόγος τοῦ Ἁγίου Μολδαυοῦ Βασιλέως Στεφάνου τοῦ Μεγάλου, τοῦ κτίτωρος 44 ἐκκλησιῶν ἐν τῇ περιοχῇ τῆς Μολδαυΐας τόν καιρό τῆς βασιλείας του (1454-1504). Ἡ σύζυγός τοῦ πατρός Γεωργίου ἐφονεύθη κατά τόν Α΄ Παγκόσμιον πόλεμον. Κατᾶ τό 1924 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Χούσων καὶ μετονομάσθη Γρηγόριος. Ἀμέσως ἐχειροτόνησεν τόν υἰόν του, τόν Βασίλειον Λέου, εἰς ἔγγαμον διάκονον καἰ κατόπιν ἱερέαν. Ὄταν ἐφαρμόσθη ἡ καινοτομία τοῦ νέου ἠμερολογίου εἰς τήν Ρουμανίαν ὑπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Βουκουρεστίου Μύρωνα, ὁ Ἐπίσκοπος Γρηγόριος κατ’ ἀρχᾶς ἀντέδρασε ἐναντι τῆς καινοτομίας. Ἀλλά ὄταν ἤρχισαν οί διωγμοί ἐναντίον τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ἐπιέσθη διά νά δεχθή τό νέον ἠμερολόγιον. Τήν 29 Αὐγούστου 1948 ὁ Ἐπίσκοπος Χούσων Γρηγόριος, μετά τοῦ Ἐπισκόπου Τόμιδος Καισαρείου, ἔστειλαν τόν ἱερέα Βασίλειο (ἀφοῦ εἴχε σκοτωθεῖ ἡ πρεσβυτέρα του κατᾶ τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) μετά τοῦ ἱερέως Φλωριανοῦ Γαλδάου στήν Αὐστρία διά νά βοηθήση τούς ἐκεῖ Γνησίους Ὀρθοδόξους. Ὅταν πληροφορήθηκε τό Ρουμανικό Κράτος διά τίς δραστηριότητές τοῦ υἰοῦ του, δηλαδή τοῦ ἱερέως Βασιλείου (κατόπιν Βίκτωρος) Λέου, κατήργησαν τήν Ἐπισκοπή του Ἐπισκόπου Γρηγορίου, τόν συνέλαβαν (25.2.1949) εἰς τό Βουκουρέστι καί τόν ἐδηλητηρίασαν. Ἐκοιμήθη μαρτυρικῶς μετά 3 ἡμέρας, ἤτοι τήν 28.2.1949. β) Ὁ Ἐπίσκοπος Βησσαρίων Πουΐου ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Ἄργους τῆς Ρουμανίας τό 1921. Μετέβη τό 1944 εἰς Αὐστρία καὶ κατόπιν Γερμανία, Ἑλβετία, Ἰταλία καί Γαλλία. Κατᾶ τό 1948, μετά τοῦ ἱερομονάχου Βίκτωρος Λέου καὶ ἑτέρων ἐν τῇ Διασπορᾷ Ρουμάνων κληρικῶν, ἵδρυσε τήν «Αὐτοκέφαλον Ἀρχιεπισκοπήν τῆς Ρουμανικῆς Διασπορᾶς», ἀπεκήρυξεν τό νεοημερολογιτικόν Πατριαρχεῖον Ρουμανίας καί συνηργάσθη μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ἱδιαιτέρως μετά τῆς ἐν Γερμανίᾳ Συνόδου τοῦ Μητροπολίτου Σεραφείμ Λάντε, εἰς τόν ὁποῖον ἔστειλε τόν ἱερομόναχο Βίκτωρα διά νά χειροτονηθή ὄπερ καί ἐγένετο τό 1949. Δι’ αὐτήν τήν συνεργασίᾳ του, καί τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, καὶ γενικώτερα διά τῆν δράσιν του ὑπέρ τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας, καθηρέθη ὑπό τοῦ Πατριαρχεῖου Ρουμανίας στίς 15/28 Φεβρουαρίου 1950. Διά λόγους ἀσθενείας (παραλυσίας) ὑπέβαλε τήν παραίτησιν του τό 1958. Ἐκοιμήθη τήν 10 Αὐγούστου 1964 καί ἐτάφη στήν Γαλλία. γ) Ὁ Βασίλειος (κατόπιν Βίκτωρ) Λέου ἐγεννήθη τό 1903 στό Γαλάτσι Ρουμανίας. Σπούδασε θεολογία. Ἦτο κατᾶ σάρκα υἱός τοῦ ἱερέως Γεωργίου Λέου τοῦ μετέπειτα Ἐπισκόπου Γρηγορίου. Ἔγγαμος, ἐχειροτονήθη εἰς διάκονον καί κατόπιν ἱερέαν τό 1924 καί διωρίσθη ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἰς Ἰάσιον. Ἀφοῦ ἐφονεύθη ἡ πρεσβυτέρα του, τήν 29 Αὐγούστου 1948 ὁ πατέρας του, δηλαδή ὁ Ἐπίσκοπος Χούσων Γρηγόριος Λέου, μετά τοῦ Ἐπισκόπου Τόμιδος Καισαρείου, παρά τό γεγονός ὄτι ἤσαν νεοημερολογίται, τόν ἔστειλαν μαζί μέ τόν ἱερέα Φλωριανό Γαλδάου στό ἐξωτερικό διά νά βοηθήσουν τόν ἀγώνα κατᾶ τοῦ νέου ἠμερολογίου καί κατᾶ τῶν ἀθεϊστῶν, καί ἴδιαιτέρως νά βοηθήσουν τόν ἀσθενῆ Ἐπίσκοπο τῶν Ρουμάνων Παλαιοημερολογιτῶν τῆς Διασπορᾶς Βησαρίωνα Πουΐου. Πῆγαν στήν Γιουγκοσλαβία καί ἀπό ἐκεῖ στήν Αὐστρία. Μόλις ἔφθασαν στήν Αὐστρία βρῆκαν τόν Ἐπίσκοπο Βησαρίωνα ὁ ὁποῖος τοῦς δέχθηκε δι’ ὁμολογίας ὑπό τό ὠμοφόριό του καί τοῦ ἔδωσε τό ἀγγελικόν σχῆμα μέ τό ὄνομα Βίκτωρ. Ὀ ἱερομόναχος Βίκτωρ ἀνέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Μετέβη εἰς Ἀγγλίαν, Γαλλίαν, Ἰσπανίαν καί Ἰταλίαν διά λόγους ἱεραποστολῆς. Ἐδημιούργησε πολλές ἐνορίες καί Παραρτήματα στήν Διασπορά. Ἐδημοσίευσε ἄρθρα σέ πολλά περιοδικά, καί ἄρχισε δική του ραδιοεκπομπή στό Β.Β.C. καί ἄλλα τρία ραδιοπρογράμματα στήν Γερμανία, Αὐστρία καί Γαλλία. Βοηθοῦσε τούς διωκόμενους στήν Ρουμανία διά νά πάρουν ἄδειες νά μεταβοῦν σέ Δυτικές χῶρες. Ὅταν πληροφορήθηκε τό Ρουμανικό Κράτος διά τήν δραστηριότητά του στό ἐξωτερικό στράφηκαν κατά τοῦ πατρός του, τόν ὁποίον ὄπως είπομεν ἀνωτέρω, συνέλαβον καί ἐδηλητηρίασαν. Ἐν τῷ μεταξύ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βησσαρίων ἵδρυσε τήν Αὐτοκέφαλη Ἀρχιεπισκοπή τῆς Ρουμανικῆς Διασπορᾶς, ἡ ὁποία καί ἀπεφάσισε νά χειροτονηθῆ ὁ ἱερομόναχος Βίκτωρ Ἐπίσκοπος. Ἡ ἐκλογή του ἀνεγνωρίσθη ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τῶν Συμμάχων (τόν Βρεταννόν ἀξιωματοῦχο Ἄτκινσον) καί ἡ κληρικολαϊκή Σύναξις τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς ἔστειλε αἴτησι στήν Σύνοδο τοῦ Μητροπολίτου Σεραφείμ Λάντε διά τήν χειροτονίαν του. Πράγματι τόν Δεκέμβριο τοῦ 1949 εἰς τό Μόναχο (Μούνχεν) τῆς Γερμανίας, ὁ Μητροπολίτης Βερολίνου Σεραφείμ μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Βιέννης Στέφανο καί τόν Ἐπίσκοπο Φίλιππο, τόν ἐχειροτόνησεν καί τόν ἀνέδειξεν Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Ρουμάνων τῆς Διασπορᾶς. Στίς 16 Αὐγούστου τοῦ 1952 οἱ πράκτορες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως (K.G.B.) τόν συνέλαβαν, τοῦ ἔκαναν ἕνεσι, ξύπνησε μετά τρεῖς ἡμέρας καί διεπίστωσε ὅτι ἦταν ξυρισμένος, χτυπημένος καί ἐν φυλακῆ, καί τοῦ εἶχαν κλέψει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά του ἔγγραφα, ἄμφια κλπ. Τόν στείλανε στήν φυλακή Λιουμπλιάνγκα, ὅπου τόν ἀνακρίνανε ἐπί 7 μῆνες, καί τόν ἐκβίαζαν νά ἀποκαλύψη ποῦ βρίσκονται οἱ κρυπτόμενοι γνήσιοι ὀρθόδοξοι κλπ. Ἡ μυστική ἀστυνομία τῆς Ρωσίας τόν ἔστειλε (μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 2417/20.11.1954 ἔγγραφο) στό Βουκουρέστι γιά νά δικασθῆ. Εἶναι πολύ σημαντική ἡ Ὁμολογία του στό Δικαστήριο πού ἔγινε στίς 16.11.1954. Εἶπε: «Θεωρῶ τόν κομμουνισμό τόν κυριώτερο ἐχθρό τῆς χριστιανωσύνης. Διά τοῦτο ἔκαμα σκοπό τῆς ζωῆς μου αὐτόν τόν ἀγῶνα». Ὅταν τόν πίεζαν νά ἀρνηθῆ αὐτόν τόν ἀγῶνα, καί τόν ἀπειλοῦσαν ὅτι θά τόν σκοτώσουν, ἐδήλωσε: «Ἡ μόνη ἀπόφασις μέ τήν ὁποία θά μέ τιμήση αὐτό τό δικαστήριο εἶναι τό νά μέ καταδικάσετε εἰς θάνατον». Σημειωτέον ὅτι ὅταν ἔπεσε τό ἀθεϊστικό καθεστώς εὑρέθησαν 300 σελίδες γραμμένες ἀπό ἀστυνομικούς πού τόν ἀνάκριναν. Ὅπως δήλωναν οἱ ἴδιοι οἱ ἀστυνομικοί, δέκα ὁλόκληρα χρόνια τόν χτυποῦσαν γιά νά ἀλλάξη τήν γνώμην του, ἀλλά ἐκεῖνος ποτέ δέν ἀρνήθηκε τήν πίστιν του καί τόν ἀγῶνά του. Μετά ἀπό δέκα ὁλόκληρα χρόνια, δηλαδή τό 1964, τόν ἐλευθέρωσαν (ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθμ. 5949/1964), ἀλλά δέν ἀνεγνώρισε τό Πατριαρχεῖο, καί προσχώρησε στήν παλαιοημερολογίτικη Σύνοδο τοῦ Ἐπισκόπου Γλυκερίου Τανάσε, στήν Μονή Σλατιοάρα. Αὐτοί τόν ἐδέχθηκαν ὡς Κανονικό Ἐπίσκοπο καί ὁ ἴδιος ἐχειροτόνησε τόν Ἐπίσκοπο τους Σίλβεστρο, μετέπειτα Πρόεδρο τῆς Συνόδου των. Ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Γλυκερίου ἀπεχώρησε, διότι ἔμαθε ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ὁ Γαλακτίων, ὁ ὁποῖος ἐχειροτόνησε τόν Γλυκέριο, ἦτο χειροτονημένος τό 1935 ἀπό νεοημερολογίτας Ἐπισκόπους, καί κατεδικάσθη καί καθηρέθη ἀπό τό Πατριαρχεῖον Ρουμανίας, ὄχι διά λόγους Ὁμολογίας, ἀλλά διά 11 κατηγορίας Κανονικῆς τάξεως, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὑπέβαλε παραίτησιν ἀπό τόν θρόνον του καί ζοῦσε εἰς τήν Μονήν Τσέρνικα. Ὅταν τόν ἐζήτησε ὁ Γλυκέριος ἦταν ἤδη καθηρημένος. Εἰς τό βιβλίον πού ἐξεδόθη διά τόν Ἐπίσκοπο Βίκτωρα οἱ λόγοι πού ἀπεχώρησε ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Γλυκερίου (Μονή Σλατιοάρα) ἀναγράφονται ὡς δογματικαί διαφωνίαι. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ἐξήγησε ὅτι ἀφοῦ οἱ τοῦ Γλυκερίου ἐχειροτονήθηκαν ἀπό τόν καθηρημένο ὄχι γιά λόγους Πίστεως Γαλακτίωνα, δέν ἦτο δυνατόν νά ἔχη κοινωνία μαζί τους. Κατόπιν μετέβη εἰς Βουκουρέστι, ὅπου περιωρίσθη ἀπό τό καθεστώς εἰς ἕνα διαμέρισμα. Ἐκεῖ τόν ἐπεσκέφθη συνοδεία ἀντιπροσώπων τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ρουμανίας, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν ὄτι ἀκολουθεῖ τό παλαιόν ἡμερολόγιον, τοῦ ἐζήτησαν τήν Ὁμολογίαν του καὶ ἠθέλησαν νά πληροφορηθούν ἄν οἱ ἐπίσκοποι πού τόν ἐχειροτόνησαν ἤσαν γνήσοι Ὀρθόδοξοι. Ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Τό διερεύνησα πολύ καλά. Ἐάν διεπίστωνα πῶς ἦσαν νεοημερολογῖται οἰκουμενισταί ἤ ἦσαν παλαιοημερολογῖται καί εἶχον κοινωνίαν μετά τῶν νεωτεριστῶν, δέν θά ἐδεχόμην χειροτονίαν παρ’ αὐτῶν. Ἄλλωστε δι’ αὐτόν τόν λόγον δέν ἐδέχθην χειροτονίαν παρά τοῦ πατρός μου, ὀ ὁποῖος ἦτο Ἐπίσκοπος τοῦ νέου Ἡμερολογίου». Τότε τοῦ ἐζήτησαν νά τούς ἀναλάβη ὑπό τό ὠμοφόριόν του. Κατᾶ τό 1967 ἐχειροτόνησεν ἱερείς καί Ἐπισκόπους διά τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ρουμανίας. Ἐκοιμήθηκε τό 1972 καί ἐτάφη εἰς Βουκουρέστι. Τιμάται ὡς ἐθνικός ἥρωας καί ἀγωνιστής τῆς Ὀρθοδοξίας. Γ΄ Παραθέτομεν καί τό ἱστορικό τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀπό τό 1924 μέχρι τό 1967 ὄταν ἐτέθησαν ὑπό τό ὠμοφόριον τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος Λέου. Τό 1924 εἰσάγεται στήν Ρουμανία τό νέο ἡμερολόγιο. Οἱ Ἱερομόναχοι τῆς Μονῆς Νεάμτς π. Γλυκέριος καί π. Γαμαλιήλ, μέ ὡρισμένους Μοναχούς ἀπέρριψαν τήν παπικήν καινοτομίαν καί μείναντες πιστοί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ρουμανικήν Ἐκκλησίαν συνέχισαν νά ἐκπροσωποῦν αὐτήν. Ἐκήρυξαν σχισματοαιρετικούς τούς νεοημερολογίτας καί ἐδέχοντο τούς νεοημερολογίτας διά βαπτίσματος. Κατά τήν περίοδον 1936-1939 οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί διώκονται μέ σκληρούς διωγμούς. Συνέβησαν κατεδαφίσεις ναῶν, μέχρι καί θάνατοι κληρικῶν καί λαϊκῶν. Οἱ παραμείναντες πιστοί είς τήν Ὁμολογίαν - Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οἱ ὑπό τόν π. Γαμαλιήλ, ἀνεγνωρίσθησαν τό 1946 ἀπό τό Ρουμανικόν κράτος, ὡς οἱ Ὀρθόδοξοι Παραδοσιακοί. Τό 1950 συμβαίνουν νέοι διωγμοί κατά τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων τῆς Ρουμανίας ἀπό τό Κομμουνιστικόν καθεστώς. Τό 1954, ὁ ἱερομόναχος Γλυκέριος ἐκάλεσεν τόν χειροτονημένον παρά νεοημερολογιτῶν καί ἤδη καθηρημένον ὑπ’ αὐτῶν διά λόγους κανονικούς καὶ οὐχί πίστεως, Ἐπίσκοπον Γαλακτίωνα Κορδούν, διά νά τούς χειροτονήση Ἐπισκόπους. Ὁ Γλυκέριος διά νά δικαιολογήση τήν ἐνέργειά του αὐτήν εἴπεν ὅτι ἀφοῦ ὁ Ἐπίσκοπος Γαλακτίων ἐχειροτονήθη το 1935 παρά νεοημερολογιτῶν οἱ ὁποῖοι ἐχειροτονήθησαν πρό τοῦ σχίσματος του 1924, ἄρα ἡ χειροτονία του εἴχεν χάριν. Ἐπομένως εἰχεν τό φρόνημα τοῦ «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία» νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος, ἐνῶ ἐδέχετο τούς νεοημερολογίτας διά χρίσματος. Ὁ ἱερομόναχος Γαμαλιήλ καὶ οἱ περί αυτόν, διεφώνησαν καί προτίμησαν νά παραμείνουν ἄνευ Ἐπισκόπου παρά νά ἀκολουθήσουν τόν ὑπό Νεοημερολογίτου χειροτονηθέντα Γλυκέριον. Εἴναι χαρακτηριστικόν ὄτι ὁ Γαλακτίων ἐζήτησε συγνώμη ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ρουμανίας καί ἐπέστρεψε στό νέο ἡμερολόγιο. Εἰς τόν ἀγώνα τῶν περί τόν ἱερομόναχον π. Γαμαλιήλ Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, διεκρίθησαν οἱ πρό τοῦ σχίσματος του 1924 χειροτονημένοι ἱερεῖς: Ἰωαννίκιος Δουνέσκου, Γερόντιος Ἰωνέσκου, Ἰωακείμ Τανάσε, Ἰωακείμ Πέρς, Μαρτινιανός, Εὐστάθιος Ἀνδρέσκου, Φιλάρετος Ἁγιορείτης, Νήφων Μουντένου, Σεραφείμ Ἱεροσολυμίτης καί Γυμνάσιος Πώπα. Κατᾶ τήν δεκαετία τοῦ 1960, ἐξέλιπον ἄπαντες σχεδόν οἱ ἀνατέρω ἱερείς ἐκτός τοῦ ἱερομονάχου π. Νήφωνος, καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπί 5 καί περισσότερα ἔτη ἐπροτιμοῦσαν νά μείνουν τά παιδιά τους ἀβάπτιστα, ἀναμένοντες νά εὐρεθοῦν Ὀρθόδοξοι ἱερείς, παρά νά τά βαπτίσουν μέ τό νέο ἤ μέ ἱερεῖς τοῦ Γλυκερίου. Κατᾶ τό ἔτος 1967, ἐπληροφορήθησαν περί τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς περιορισμόν εἰς διαμέρισμα τοῦ Βουκουρεστίου καί τόν ἐπεσκέφθησαν. Ὅταν διεπίστωσαν ὅτι ἔχει Ὀρθόδοξον φρόνημα καί καθαρή τήν Ἀποστολικήν του Διαδοχήν, ἐζήτησαν νά τούς ἀναλάβη ὑπό τό ὠμοφόριόν του καί νά τούς χειροτονήση ἱερεῖς καί Ἀρχιερεῖς. Ἐπειδή ὅμως ἦτο ὑπό αὐστηρόν περιορισμόν ὑπό τοῦ καθεστῶτος τοῦτο ἦτο δύσκολον, ἄν μή καί ἀκατόρθωτον. Κατώρθωσεν ὅμως νά ξεφύγη ἀπό τόν περιορισμόν καί κρυφίως τόν μετέφεραν εἰς τήν μονήν των, ὅπου μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἤτοι ἐν καιρῶ διωγμοῦ μέχρι θανάτου (διότι ὡς εἴπομεν ἦτο καταδικασμένος εἰς θάνατον καί περιωρισμένος εἰς τήν οἰκίαν του) ἐχειροτόνησε μόνος του (μή ὑπάρχοντος ἑτέρου Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου) τόν Ἰερομόναχο Νήφωνα εἰς Ἐπίσκοπον Τόμιδος, καί τόν Μοναχό Κλήμεντα εἰς Ἱερομόναχο, καί κατόπιν ὁ Νήφων μέ τό σύμψηφον τοῦ Βίκτωρος, ὁ ὁποῖος ἦτο περιωρισμένος καί φρουρούμνος εἰς τήν οἰκίαν του ἐχειροτόνησε τόν Κλήμεντα εἰς Ἐπίσκοπον Μπακάου. Κατόπιν οἱ Ἐπίσκοποι Νήφων καί Κλήμης ἐχειροτόνησαν τόν Ἰερομόναχο Κασσιανό εἰς Ἐπίσκοπον Ἰασίου, μετά δέ τήν κοίμησιν τοῦ Κλήμεντος ἐχειροτονήθη ὁ Ἱερομ. Γερόντιος εἰς Ἐπίσκοπον Βραγκέας. Συμπέρασμα Τό συμπέρασμα ἐκ τῆς ὅλης ἐρεύνης καί μελέτης τοῦ θέματος εἶναι ὅτι οἱ τρεῖς Ἐπίσκοποι ὅταν ἐχειροτόνησαν τό 1949 τόν Βίκτωρα εἶχον τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, οἱ δύο πρῶτοι μάλιστα ἔκαμαν μεγάλον ἀγῶνα κατά τῶν καινοτομιῶν (Σεργιανισμοῦ καί Νεοημερολογιτισμοῦ) καί εἶχον καί ἀδιάκοπον τήν γνησίαν Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Καί ὁ μέν Σεραφείμ ἔδρασεν εἰς Βεσαρραβίαν, ὁ δέ Στέφανος εἰς Πολωνίαν. Ὑπογραμμίζομεν ἐνταῦθα τήν πληροφορίαν τοῦ Μητροπολίτου Βιταλίου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἐν ἔτει 1972 πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἀνδρέα, ὅτι ἐν Βεσαραβία ὁλόκληρα ποίμνια ἀπεσχίσθησαν ἀπό τούς καινοτόμους, τούς ὁποίους ἀπεκήρυξαν ὡς σχισματικούς. Καί τό πλέον σημαντικόν. Ὅταν ὀρθόδοξος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εὗρε εἰς μίαν Ἐγκύκλιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ζήτησε ἀπό Ἐπισκόπους τοῦ ἐξωτερικοῦ νά συμπράξουν εἰς τάς χειροτονίας, (λόγω ὅμως τοῦ πολέμου δέν ἠδύνατο νά ἐπικοινωνήσουν) ἠρώτησε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα: «Μακαριώτατε, τό γεγονός ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐζήτησε τήν σύμπραξιν Ἐπισκόπων διά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπων, σημαίνει ὅτι ὑπῆρχαν ἐκεῖ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι. Μήπως γνωρίζετε ποῦ ἀπηυθύνθη;». Ἡ ἀπάντησις ἦτο: «Εἰς τήν Πολωνίαν». Ἐκεῖ πράγματι ἔδρασε ὁ Ἐπίσκοπος Στέφανος, ὁ ὁποῖος ἐδιώχθη καί πῆγε καί στήν φυλακή διά τόν ἀγῶνά του κατά τῆς καινοτομίας τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Δηλαδή μετά ἀπό 60 χρόνια, πραγματοποιεῖται ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐζήτησεν τότε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος καί ἐστάθη ἀδύνατον τότε νά πραγματοποιηθῆ. Τί ἐζήτησεν τότε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος; Τήν σύμπραξιν εἰς τάς χειροτονίας. Αὐτό λοιπόν πού δέν ἔγινε τότε γίνεται τώρα μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς διαδόχους τῶν τε Ἐπισκόπων Σεραφείμ καί Στεφάνου καί τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου. Αὐτό εἶναι πού μέ συνεκλόνισε μόλις τό διεπίστωσα. Αὖθίς τε διατελῶ μετ’ ἀναστασίμων εὐχῶν + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΕΡΜΗΝΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΙΕΚΟΨΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΩΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ.

«ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ» Περιοδική ‘Ορθόδοξος ‘Εποικοδομητική Ἔκδοσις τῆς Ἰερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἐκδότης: Ἐπίσκοπος Κήρυκος Στρογγύλη 194.00, Τ.Θ. 54. Κορωπί ‘Αττικῆς ΤΗΛ. 210.6020176, 210.6021467. Α.Π. 17 ‘Εν τῶ Ἐπισκοπειω Ἁγίας Αἰκατερίνης – Τιμίου Σταυροῦ τῆ 14/27. 3.2006 Πρός ... (Παραθέτω τί λέγουν οἱ Αγιοι Πατέρες περί ἐπικοινωνίας μετά σχισματοαιρετικῶν. Θα σας εξηγησω εν συντομια διατί τούς θεωρῶ σχισματοαιρετικούς πλέον, καί διατί τήν 16.6.2006 διέκοψα τήν μετ’ αὐτῶν κοινωνίαν καί διέγραψα τά ὀνόματα αὐτῶν ἀπό τῶν διπτύχων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου ‘Εκκλησίας. Περισσότερα δύνασθε νά ἴδητε εἰς τήν Ὁρθόδοξον Πνοήν, καί εἰς σχετικήν ‘Ανοικτήν ‘Επιστολήν τοῦ Πνευματικοῦ σας π. ‘Αμφιλοχίου, τήν ὁποίαν σᾶς συναποστέλλω). Σᾶς εἶπα στήν χθεσινή συζήτησι ὅτι οἱ λόγοι τῆς διακοπῆς κοινωνίας μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου, εἶναι καθαρά λόγοι Πίστεως καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καί δι’ αὐτό, ὅσους ἐκκλησιάζονται εἰς αὐτούς ἤ κοινωνοῦν ἐξ’ αὐτῶν, καί ζητοῦν νά ἐπανέλθουν εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον ‘Εκκλησίαν, τούς δέχομαι κατά τούς Κανόνας καί γενικώτερα τήν Κανονικήν Ἐκκλησιαστικήν Τάξιν, δι’ Ὁμολογίας. Σοῦ εἶπα μάλιστα ὅτι πρός ἐνημέρωσίν σας θά καταγράψω μερικά σχετικά πατερικά κείμενα. Τά παραθέτω: Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95). Ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘Αλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως: «’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)»(ΜΑΝΣΙ, 4, 1096). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δι’ ἐκείνους πού ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς λέγει: «Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτους κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῃ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο(ἐχαρακτήρισε)». (P.G. 99. 1049 Α) Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διίστασθαι» (P.G. 160. 105 C). Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α). Οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον γράφουν: «Καῖ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐττόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399). Ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου διαγορεύει: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτο ἀκοινώνητον εἶναι». ( Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176). Τό Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325). (Σημείωσις: Νομίζω ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι τοῦτο τὀ τελευταῖον, ἰσχύει ὄχι μόνον διά τούς τότε Εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο γενικά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀλλά καί διά τούς νεώτερους Εἰκονομάχους, τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται καί καταδικάζουν καί ἀναθεμάτισαν μάλιστα τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά συγκεκριμένας ὀρθοδόξους (Βυζαντινάς) Εἰκόνας. Τοῦτο ἰσχύει ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον καί διά τήν περί τόν κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδον, διότι ἡ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» καί τοῦ ἰδίου προσωπικῶς (τοῦ κ. Νικολάου) καί τῆς περί αὐτόν ψευδοσυνόδου εἶναι ἡ αὐτή μέ τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» τῶν ΠΕΝΤΕ πρώην Μητροπολιτῶν). ‘Επίσης ὁ Μέγας ‘Αθανάσιος ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο νά κολασθοῦν ὅσοι ἀκολουθοῦν ‘Επισκόπους ἤ πρεσβυτέρους πού «κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζουν τόν λαόν». ‘Ιδού τί προτείνει εἰς τούς χριστιανούς πού θέλουν νά μείνουν ὀρθόδοξοι: «’Εάν ὁ ‘Επίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή (πρέπει) αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός» (ΒΕΠΕΣ 33, 199). Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός εἰς μίαν ‘Εγκύκλιόν του, ὅταν ἦτο ἐξόριστος ἔγραφε, ὅτι τούς φιλενωτικούς τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὀρθόδοξοι ἀπεφευγαν ὡς «καθάρματα, μή συλλειτουργοῦντες μετ’ αὐτῶν, μήτε μνημονεύοντες αὐτούς κἄν ὡς χριστιανούς: «’Αλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται... οἱ περισσότεροι τῶν ἀδελφῶν θαρροῦντες στήν ἐξορία μου... τούς ἐκδιώχνουν τούς παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύοντες ὅλως αὐτῶν ὡς χριστιανῶν». Καί μάλιστα οὔτε στήν κηδεία του ἤθελε νά παρευρεθοῦν. Ὁ ἴδιος προέτρεπε τόν λαόν λέγων: «Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιϊσταμαι τοῦτου (τοῦ Πατριάρχου) κκαί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί ἁγίοις Πατράσι΄ καί ὥσπερ τούτου χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς ἁγίοις»(P.G. 160, 536). : Εἰς τήν ἰδίαν ‘Εγκύκλιον ἔλεγε: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων». (Σημείωσις: Διά τήν ἰδίαν περίοδον ἀναφέρεται εἰς τήν ἱστορίαν, ὅτι οἱ χριστιανοί πήγαιναν ἔξω ἀπό τούς Ναούς καί παρακολουθοῦσαν μήπως ὁ ἱερεύς πού λειτουργεῖ μνημονεύει τόν Πατριάρχη (πού ἦτο φιλολατῖνος), εἰς μίαν ἄλλην δέ περίπτωσιν ἐπειδή ὁ ‘Εφημέριός μιᾶς ‘Εκκλησίας, ὄχι νά λάβη μέρος, ἀλλά νά πῆγε ἀπό μακρυά νά δῆ μία τελετή πού θά ἐγίνετο ἀπό τόν Πατριάρχη, σταμάτησαν νά ἐκκλησιάζωνται εἰς τόν Ναόν μέχρι πού τόν ἀνάγκασαν νά κάμη Ὁμολογία, νά ἀποκηρύξη τόν Πατριάρχη καί νά δηλώση ὅτι δέν θά ξαναπάη) . Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύων τόν ΙΕ Κανόνα γράφει: «...Οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν ‘Εκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν». Καί διατί τά λέγουν ὅλα αὐτά οἱ Ἅγιοι Πατέρες; Δι’ ἕνα καί μοναδικόν σκοπόν. Διά νά διαφυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν «ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ», καί τήν μετ’ αὐτῆς ἀδιασπάστως καί ἀδιαρρήκτως συνηνωμένης ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, ἄνευ τῶν ὁποίων δέν νοεῖται ‘Εκκλησία. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ταυτίζει τρόπον τινά τήν Ὁμολογίαν μέ τήν Καθολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. «Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ὁμολογίαν... ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο» (P.G. 90, 132). Ἰδιατέρως σημαντικά δι’ αὐτό τό θέμα εἶναι τά κείμενα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Εἰς τόν Ἡγούμενον Θεόφιλον, ὁ ὁποῖος δέν ἔκοπτε κοινωνίαν μετά τῶν αἱρετικῶν (Εἰκονομάχων) τῆς ἐποχῆς του προφάσει διατηρήσεως τῆς Μονῆς καί διασώσεως τῶν Μοναχῶν, ἔγραφεν ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: «Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιορίζοντο... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί λαϊζουσαι΄ οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι΄ ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι΄... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω , διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ» (P.G. 99, 1337 C). Μέ πιό ἁπλᾶ λόγια: «Σύ ὦ τρισάθλιε, αἰχμαλωτισθείς στήν ψυχοφθόρον κοινωνἰαν τῆς αἱρέσεως καί διαμένων εἰς τό ὀλετήριον, ὡς πρέπει νά λεχθῆ καί ὄχι Μοναστήριον, κομπάζεις ὅτι εἶσαι καλά! ... Ποῖον ναόν διετήρησας, ἀφοῦ ἐμίανας τόν ναόν τοῦ Θεοῦ πού εἶσαι σύ ὁ ἴδιος; Ποίους δέ ἀδελφούς διέσωσας, ἀφοῦ κατεστράφησαν διά τῆς ὀλεθρίας σου κοινωνίας μετά τῆς αἱρέσεως;» Εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἔγραφε: «Καἰ τώρα δέξαι μου, τιμιώτατε πάτερ, ὁμιλοῦντα πιό ἐλεύθερα. Δέν τυγχάνει ἐκτός εὐθύνης, τό νά συλληφθῆς δηλαδή ἀπό ἀνθρώπους τοῦ βασιλέως, καί νά παραμείνης παρά ταῦτα ἐλεύθερος.... Ἐάν ἡ ὁσιότης σου οὐδέν ἔπαθε ἐκ τῶν ἀνωτέρω (τῶν βασάνων δηλαδή πού ὑπεβάλοντο οἱ πιστοί), μετά τήν σύλληψιν, συγχώρα με, ἀλλά ἐπλανήθης ἀδελφέ. Καί μή μοῦ δικαιολογεῖσαι πῶς διατηρεῖς ἀσφαλεῖς τάς ἐκκλησίας καί τάς ἁγιογραφίας τῶν ναῶν, ὡς καί τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου. Τά παρόμοια καί ἄλλοι πεπτωκότες φλυαροῦσιν. Τά ἀνωτέρω δέν δύνανται νά διατηρηθοῦν, ἐκτός ἐάν ἐγένετο προδοσία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Διότι σέ παρακαλῶ ποί ἡ ὠφέλεια, ὅταν ἐμεῖς πού λεγόμεθα καί εἴμεθα ναός τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε καταστραφῆ (διά τῆς μή ὁμολογίας) μέ τό νά περιποιούμεθα ἀψύχους ναούς... Ἀλλοίμονον, ἄλλοι νά ἀποθνήσκουν, ἄλλοι νά ἐξωρίζονται, ἄλλοι νά μστιγώνωνται, ἄλλοι νά φυλακίζωνται, ἄλλους νά φιλοξενοῦν τά ὅρη, αἱ ἐρημίαι, οἱ βράχοι καί τά σπήλαια, καί ἐμεῖς διαμένοντες στά σπίτια μας νά νομίζωμεν ὅτι θά παραμείνωμεν ἀβλαβεῖς. Οὐδόλως... Ταῦτα εἶπα ἀπό ἀγάπη πρός σέ καί ὠς ὐπενθύμισιν, ὅτι οἱ τά τοιαῦτα πράττοντες εἶναι ἄξιοι τιμωρίας»(P.G. 99, 1365C). Καί ἐπειδή μερικοί ἔχουν τήν γνώμην ὅτι «αὐτά τά θέματα εἶναι προσωπικῆς φύσεως ἤ διοικητικά, καί δέν δικαιολογεῖται διακοπή κοινωνίας», ἐπί τοῦ παρόντος τοῦτο μόνον θά ἀπαντήσω. Ὅτι «ἡ ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων», ἡ ὁποία ἐπεδιώχθη τήν περίοδον ἐκείνην τῆς Εἰκονομαχίας (8ος αἰών), ἔθιξε ἕν μόνον δόγμα, τό δόγμα τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων. Μέ τήν «ἀθεωτάτην ὅμως μεταστοιχείωσιν» τῶν ἡμερῶν μας, τήν ὁποίαν ἐπεδίωξαν τά ξένα Κέντρα τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐθἰγη οὐχί ἕν δόγμα μόνον, ἀλλά ὅλα τά δόγματα. Σκοπόν εἶχον (οἱ σημερινοί ἀντίχριστοι, μή σᾶς φαίνεται ὑπερβολικός ὁ χαρακτηρισμός) νά ἀχρηστεύσουν τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν (Ἐκκλησιολογίαν) καί τήν ἀνόθευτον ‘Αποστολικήν Διαδοχήν, ἡ ὁποία διεφυλάχθη «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» διά τῶν ἱστορικῶν καί εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995. Ὡς γνωστόν δέ εἰς τήν ‘Ορθόδοξον Ὁμολογίαν (‘Εκκλησιολογίαν) συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά δόγματα, καί αὐτή ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, ἡ ὁποία δέν εἶναι δυνατόν νά χωρισθῆ ἀπό τήν Ὁμολογίαν, ὅπως χαρακτηριστικά γράφει ὁ Ἅγιος ‘Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος. Αὐτή εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἡ αἰτία διά τήν ὀποίαν ἐντός μιᾶς δεκαετίας ἠχρειώθησαν τά πάντα. Βέβαια ἐξεμεταλλεύθησαν, τήν φιλοδοξίαν τοῦ Νικολάου, (εἶναι γνωστόν), ἐξεματαλλεύθησαν καί τήν ἀδυναμίαν τοῦ γέροντος ‘Αρχιεπισκόπου, (εἶναι καί αὐτό γνωστόν) καί μετά ἀπό σειράν ληστρικῶν ἀποφάσεων, βλασφημιῶν καί τῆς καταλύσεως τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, τούς ὡδήγησαν εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῆς μοιχεπιβασίας τοῦ κ. Νικολάου, ἡ ὁποία ἦτο συνέχεια καί συνέπεια τῆς μετά τό 1997 -1998 ὁμαδικῆς «Συνοδικῆς» συγκαλύψεως τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων, τῆς ἐνόχου σιωπῆς ἔναντι τῶν βλασφημιῶν τῶν Φλωρινικῶν κατά τῆς Ἀποστολικῆς μας Διαδοχῆς, τῆς ἀρνήσεως νά ἀντιμετωπίσουν τάς βλασφημίας περί τοῦ 1937 καί περί τῆς χειροθεσίας, τῆς ἀθωώσεως τῶν «πέντε» καί ἑπομένως τῆς ἐνεργοποιήσεως τῆς καθαιρέσεώς των, καί τῆς ὑπαναχωρήσεως καί κηρύξεως «γυμνῆ τῆς κεφαλῆ» τῆς βλασφημίας, ὅτι ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους καί ὅτι τό 1971 ἐξηρτήθη ἡ Ἀποστολική μας Διαδοχή ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, κλπ. Τά θέματα δέν εἶναι μόνον προσωπικῆς φύσεως (φιλοδοξία τοῦ Νικολάου, αὐταρχισμός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἔλλειψις τόλμης ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς, κλπ), ὡς διατείνονται τινές καί παραπλανοῦν τόν κόσμο, ἀλλά καί θέματα Πίστεως (Ὁμολογίας καί ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς) τά ὁποῖα θίγουν εὐθέως τήν ‘Εκκλησίαν καί ὡδήγησαν τούς περί τούς Νικόλαον οὐσιαστικά εἰς τήν σχισματοαίρεσιν. Καί τά προσωπικά καί οἱ ἀδυναμίες εἶναι τά μέσα, θά ἔλεγα, πού ἐκμεταλλεύθηκαν τά ξένα Κέντρα διά νά ἐπιτύχουν τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ. Τά ξένα Κέντρα, γνώριζαν τήν φιλοδοξία τοῦ Νικολάου, γνώριζαν ὅτι εἶναι πανέτοιμος νά προδώση τά πάντα, ἀρκεῖ νά γίνη Ἀρχιεπίσκοπος. ‘Εγνώριζαν πολύ καλά, καί τήν ἄλλην μυστικήν προδοσίαν τοῦ 1974, ἡ ὁποία ὡδήγησε στό βλάσφημον καί προδοτικόν 54/76 ὑπέρ αὐτοῦ Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα. Ἄλλωστε ἦσαν βέβαιοι ὅτι ὡς «ἀναγνωρισμένος» βάσει τῆς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας τοῦ 1971, ἦτο ὁ πλέον κατάλληλος, διά νά ὑπηρετήση καί ὁλοκληρώση τά σχέδια τοῦ Παλαιοημερολογικοῦ Οἱκουμενισμοῦ, τά ὁποῖα προσοχή, δέν εἶναι ἡ ἀφομοίωσις, ἡ διοικητική ἕνωσις, ἡ φανερά ὑπαγωγή κλπ. ἀλλά ἡ ΑΛΛΗΛΟΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ καί ἡ ΣΥΝΥΠΑΡΞΙΣ μετά τῶν οἰκουμενιστῶν, ὥστε μέσα ἀπ’ αὐτήν τήν συνύπαρξι νά προκύψη ὁ ἀφανισμός τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί πράγματι ὁ Νικόλαος ἐφάνη γιά μιά ἀκόμη φορά «ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ» τήν ὁποίαν τοῦ «ἀνέθεσαν» τά ξένα Κέντρα. Μέ ὅσα ἔπραξε ἤ ἁπλῶς ὑπέγραψε, ἤ ἐσκευώρησε, ἤ ἱεροσύλησε, ἤ κατεχράσθη ὅλα αὐτά τά χρόνια, ἠρνήθη καί προσωπικῶς καί «Συνοδικῶς», καί τήν Ὀρθοδοξίαν - Ὁμολογίαν, καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, καί κατέλυσε τήν Κανονικήν Τάξιν καί τόν Συνοδικόν θεσμόν, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχει ξεπεράσει καί αὐτούς τούς νεωτεριστάς; Ὅλα αὐτά τά τελευταῖα χρόνια ὁ Νικόλαος καί οἱ μετ’ αὐτοῦ ἱεροσυλοῦν, βλασφημοῦν, ἀρνοῦνται τήν Ὁμολογίαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» πλέον, «παίζουν μέ τά ἅγια», καί ἑπομένως ὁ ἔχων κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν «κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς καί βλασφήμοις». Μόνον ἡ διακοπή κοινωνίας μετ’ αὐτῶν τόν ἐπαναφέρει εἰς τήν Ὁμολογίαν. Ὁ Χριστός εἰς τάς ἀποκαλυπτικάς αὐτάς ἡμέρας ζητεῖ ἀπό ὅλους μας τόλμην. Ζητεῖ νά παραμείνωμεν ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, διότι οἱ «καιροί οὐ μενετοί». Μερικοί ὁμιλοῦν περί εἰρήνης, ἀλλά ποιᾶς εἰρήνης;’Εκείνης τῆς ψευδοειρήνης ἡ ὁποία χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος ‘Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός ὁμιλεῖ περί ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης, τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης, αὐτῆς πού ἑνώνει μέ τόν Θεό. ‘Ιδού τί λέγει «Τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης οὐδέν ὑψηλότερον! δι’ ἥν νόμος καί προφῆται, δι’ ἥν Θεός ἄνθρωπος γέγονε, τοῦτο δέ τό μέγα καί ἀνεξιχνίαστον ὄντως μυστήριον΄ ἥν ἦλθε Χριστός εὐαγγελίσασθαι, ἥν αὐτός Χριστός τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς πρό τοῦ πάθους καί μετά τήν ἐκ τοῦ πάθους ἀνάστασιν ἐδωρήσατο΄ ἥν καί εἰς οὐρανούς ἀνιών μετά τῆς σαρκός αὐτοῦ, ὅθεν κατεληλύθει ἄσαρκος, ὡς κλῆρον τοῖς ‘Αποστόλοις καί δι’ αὐτῶν τῆ Ἐκκλησία κατέλιπεν. Εἰρήνη δέ ἐστίν ἡ ἐν τῶ ἀγαθῶ συμφωνία΄ τό γάρ κακῶς συμφωνοῦν, στασιάζειν μᾶλλον ἤ εἰρηνεύειν λεχθήσεται» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, PG 95, 65) Δηλαδή:«Τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης τίποτα δέν ὑπάρχειι ὑψηλότερο! Γι’ αὐτήν ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες, γι’ αὐτήν ὁ Θεός ἄνθρωπος ἔγινε, αὐτό λοιπόν τό μέγα καί ἀνεξιχνίαστο πράγματι μυστήριο. Αὐτήν ἦλθε ὁ Χριστός νά εὐαγγελισθῆ. Αὐτήν ὁ Χριστός στούς μαθητές του πρό τοῦ πάθους Του καί μετά τήν Ἀνάστασή Του ἐδώρησε. Αὐτήν καί ὅταν ἀνέβηκε στούς οὐρανούς μέ τή σάρκα του, ἀπ’ ὅπου κατέβει ἄσαρκος, κληρονομιά στούς ἀποστόλους καί δι’ αὐτῶν στήν Ἐκκλησία του κατέλιπε. Εἰρήνη δέ εἶναι ἡ συμφωνία στό ἀγαθό. Γιατί τό νά συμφωνεῖ κανείς στό κακό, μᾶλλον διχοστασία παρά εἰρήνη θά ὀνομασθῆ». Κλείνω μέ τά παρακάτω λόγια πάλιν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πού εἶχαν μαζί τους» (P.G. 99, 1164A). Καί μέ τά λόγια τοῦ στάρετς Ἀνατόλιου ἀπό τήν Ὄπτινα τῆς Ρωσίας(+1927) ὁ ὁποῖος προεφήτευσε διά τήν ἐποχή μας: «Θά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις. Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν τήν πανουργία τοῦ ἐχθροῦ. Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσία στά χέρια τους. Θά τοποθετήσουν παντοῦ δικούς τους ὑπηρέτας. Θά μεταχειρίζωνται βίαν. Οἱ μονάζοντες θά καταπιέζωνται καί ὅσοι θά εἶναι συνδεδεμένοι μέ τά ὑλικά θά ὑποταχθοῦν στούς αἱρετικούς. Οἱ δαίμονες διά τῆς αἱρέσεως θά εἰσέρχωνται εἰς τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα θά παραμείνουν μόνον τοῖχοι, ἡ χάρις θά ἔχει φύγει ...». Εἰς τήν παροῦσαν κατάστασιν πῶς θά ἐπανέλθη ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία καί εἰρήνη μετ’ αὐτῶν. ‘Εάν δεχθοῦν: α)Τήν Διακήρυξιν τῆς γνησίας ‘Ορθοδόξου Ὁμολογίας, καί β)Τήν καταδίκην τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων καί τῶν βλασφημιῶν τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου, Διατελῶ μετ’ εὐχῶν καί ἐν ἀγάπη Χριστοῦ Ὁ ἐλάχιστος ἐν ‘Επισκόποις + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ