Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

ΨΕΥΔΟΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΚΑΤΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ

Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων 25 Νοεμβρίου 2023 · ΨΕΥΔΟΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΚΑΤΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑ (2005) ΨΕΥΔΟΚΑΘΑΙΡΕΣΙΣ (2007) ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΑΦΟΡΙΣΜΌΣ (2009) ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΔΙΑΤΙ ""ΕΠΕΒΛΗΘΗΣΑΝ" ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΝ Η ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑ (2005), Η ΨΕΥΔΟΚΑΘΑΙΡΕΣΙΣ (2007) ΚΑΙ Ο ΨΕΥΔΟΑΦΟΡΙΣΜΟΣ (2009) ΚΑΙ ΔΙΑΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΑΥΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ... ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΟΤΙ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝΑΡΤΑΤΑΙ ΕΞ ΑΝΑΓΚΗΣ, ΔΙΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΚΡΙΘΟΥΝ ΔΗΜΟΣΙΩΣ ΠΛΕΟΝ, ΕΝ ΟΨΕΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΙΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ, ΩΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΣ ΤΟΥ ΟΔΑΠΙΕΓΟΧ, ΑΙ ΙΕΡΟΣΥΛΟΙ, ΑΚΥΡΟΙ, ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΙΣΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΟΣ ΨΕΥΔΟ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ (ΗΤΟΙ ΨΕΥΔΟΑΡΓΙΑΙ ΤΟΥ 2005, ΨΕΥΔΟΚΑΘΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΟΥ 2007 ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ 2009)... ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΟΤΙ ΤΑΣ ΨΕΥΔΟΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΥΤΑΣ "ΕΛΑΒΕ" ΚΑΙ "ΕΠΕΒΑΛΕΝ" ΕΙΣ ΕΜΕ ΟΛΩΣ ΑΝΑΡΜΟΔΙΩΣ, Ο ΜΗΔΕΠΟΤΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΘΕΙΣ ΥΦ ΗΜΩΝ ΩΣ "ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ" ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΕΣΣΙΑΚΑΡΗΣ, ΚΑΤΕΘΕΣΕ ΔΕ ΕΙΣ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ Ο ΤΟΥΤΟΥ " ΔΙΑΔΟΧΟΣ" ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ, ΕΞΥΠΗΡΕΤΩΝ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ ΤΑ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠ' ΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΝ ΠΑΡΑΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ ... ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΟΤΙ ΤΟ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟΝ ΠΑΡΑΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΝ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΠΕΚΗΡΥΞΕ, ΤΗΝ ΩΣ ΑΝΩ ΚΑΤΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΩΣ ΩΦΕΙΛΟΝ, ΚΑΙ ΩΣ ΕΖΗΤΗΣΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 1998, ΟΤΕ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΕΠΙΕΖΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΝΔΡΕΑΝ ΝΑ ΑΠΟΔΕΧΘΗ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΦΛΩΡΙΝΙΚΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΙΟΥΣΗ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟ ΠΑΛΑΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΝ ΨΕΥΔΟ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΓΟΧ "Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ", Η ΟΠΟΙΑ ΙΔΡΥΘΗ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΕΔΡΑΝ ΤΗΝ ΓΕΝΕΥΗΝ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΚΟΔΟΞΟΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΜΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ "ΕΝΕΚΡΙΝΕΝ", "ΕΠΕΥΛΟΓΗΣΕΝ" ΚΑΙ "ΕΠΕΣΦΡΑΓΙΣΕΝ", ΕΝ ΕΤΕΙ 1973, ΥΠΟΓΡΑΨΑΣ ΙΔΙΑ ΧΕΙΡΙ ΕΝ ΕΤΕΙ 1973, ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΥΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ, 0 ΤΟΤΕ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΑΤΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ. ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΟΤΙ Η ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΦΛΩΡΙΝΙΚΩΝ ΗΤΟ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΟΝ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΟΤΑΧΘΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΥΣ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΕΠΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΔΗΘΕΝ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1971 ... ΕΙΝΑΙ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΨΑΞΑ ΕΙΣ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΕΥΡΗΚΑ ΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΤΟΥ 1973... ΕΙΝΑΙ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΖΗΤΗΣΑ ΝΑ ΕΡΕΥΝΗΘΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ, ΝΑ ΑΠΟΚΗΡΥΧΘΗ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ 1971 ΚΑΙ 1973 ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΘΟΥΝ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΟΠΟΥ ΕΣΦΑΛΑΝ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΔΕΚΤΗ ΑΛΛΑ ΕΠΗΚΟΛΟΥΘΗΣΕΝ ΑΠΗΝΗΣ ΔΙΩΓΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ ... ΕΙΝΑΙ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΑ ΔΙ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΣ ΔΙΑ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Ο ΤΟΤΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΠΕΔΕΧΘΗ ΠΡΟΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΦΛΩΡΙΝΙΚΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΙΟΥΣΗ ΑΠΟΣΤΕΙΛΑΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗν ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ... ΒΕΒΑΙΩΣ ΤΟ ΑΝ Ο ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ "ΥΠΕΓΡΑΨΑΝ" ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ "ΕΝΕΚΡΙΝΑΝ" ΤΗΝ "ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ" ΤΗΣ "ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ, (ΚΑΘΩΣ Η ΙΔΙΑ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ), ΥΠΕΓΡΑΨΑΝ ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΩΣ Η ΟΧΙ, ΚΑΙ ΑΝ ΑΝΗΡΕΘΗ ΠΟΤΕ ΑΥΤΗ Η ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ "ΠΡΟΔΟΣΙΑ" ΘΑ ΤΟ ΚΡΙΝΗ Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ, ΟΤΑΝ ΘΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΘΑ ΚΑΤΑΘΕΣΩΜΕΝ ΣΧΕΤΙΚΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΙΝ ... ΙΔΟΥ ΤΟ ΠΕΡΙ ΟΥ Ο ΛΟΓΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΝ, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ ΩΣ ΞΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙΣ Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014 Υποστατός ή ανυπόστατος ο παράνομος αφορισμός; Στὴν προηγούμενη ανάρτηση μὲ τίτλο «Σχετικά με τον αφορισμό του μακαριστού Νικολάου Σωτηροπούλου» (τοῦ Συλλόγου ὀρθοδόξων Χριστιανῶν «Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ»), τίθεται ἕνα θέμα-προβληματισμὸς καὶ ἐξετάζεται ἂν ὁ ἀφορισμὸς εἶναι ὑποστατὸς ἢ ἀνυπόστατος. Ἐπειδὴ ἔχω ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα, νομίζω ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως, εἴτε δίκαιος, εἴτε ἄδικος εἶναι ὁ ἀφορισμὸς ὑφίσταται, ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ποὺ ἔχει συνέπειες, στὸν ἀδίκως ἀφορισθέντα, στὸν ἀφορίσαντα, ἀλλὰ καὶ στοὺς πιστοὺς ποὺ ἐπικοινωνοῦν μαζί του, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες προβλέπουν τὴν λύση του. Παραθέτω ἕνα μέρος σχετικῆς μελέτης («Καταστρατήγηση Ἱ. Κανόνων ἀπὸ Ἐπισκόπους, Ἡ περίπτωση παράνομου ἀφορισμοῦ ἀπὸ τὸν Καλαβρύτων Ἀμβρόσιο») ἐλπίζοντας ὅτι βοηθῶ στὴν συζήτηση τοῦ θέματος ποὺ ὁ κ. Θεόδωρος Ζιώγας ἀνοίγει, ἀπαντώντας στὸν π. Χρυσόστομο Πῆχο· καὶ τοῦτο γιατὶ ἔχω δὲ τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ καθένας ἐκλαμβάνει μὲ ἄλλη ἔννοια τοὺς ὅρους. Σημάτης Παναγιώτης ΝΟΜΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετάσουμε: α) πότε ὁ ἀφορισμὸς εἶναι εὔλογος, δηλ. νόμιμος καὶ δίκαιος β) καὶ πότε ἄδικος, ἄκυρος ἢ παράνομος, δηλ. ἄλογος. Α) Ὁ εὔλογος (νόμιμος) ἀφορισμὸς εἶναι πράξη ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀποκοπὴ καὶ ἠθελημένη ἀπομάκρυνση τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπομάκρυνση αὐτὴ ἔχει ἤδη συντελεστεῖ, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ λόγοι καὶ οἱ πράξεις τοῦ συγκεκριμένου πιστοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀφορισθέντος. Ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου ἢ Συνόδου Ἐπισκόπων ποὺ ἐπιβάλλουν τὸν ἀφορισμό, εἶναι ὄχι μόνο νὰ διαπιστώσει τὶς λανθασμένες ἀπόψεις τοῦ χριστιανοῦ αὐτοῦ (ποὺ εἶναι ἐπικίνδυνες γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἴδιου καὶ ὅσων ἐπηρεάζει), ἀλλὰ νὰ προσπαθήσει μὲ ὅποιο τρόπο μπορέσει νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴν ὀρθὴ καὶ σώζουσα πίστη. Τὴν ἐξουσία νὰ ἀφορίζουν καὶ νὰ ἀναθεματίζουν «ἔλαβον μόνον οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ κατὰ πᾶσαν ἀκρίβειαν γενόμενοι τῶν Ἀποστόλων διάδοχοι, οἱ πλήρεις ὄντες χάριτος καὶ δυνάμεως». Οἱ Πατέρες τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου «ἀνεθεμάτισαν εἰς τὰς πράξεις αὐτῶν τοὺς αἱρετικούς, ὡς τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν ἔχοντες»[1]. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅμως, ἦσαν φειδωλοὶ στοὺς ἀναθεματισμούς. Διαβάζουμε στὸ ΠΗΔΑΛΙΟ τοῦ ἁγ. Νικοδήμου: Ὁ ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος σ’ ἕνα του λόγο λέγει, «ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεματίζωμεν τὰ αἱρετικὰ δόγματα, καὶ νὰ τὰ ἐλέγχωμεν, ἀγκαλὰ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς αἱρετικοὺς δηλ. πρέπει, λέγει, νὰ τοὺς λυπούμεθα• ὁ δὲ ἅγιος Βαρσανούφιος προσθέτει, ὅτι ὄχι μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν διάβολον πρέπει νὰ ἀναθεματίζῃ τινάς, διὰ τὶ ἀναθεματίζει τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν του, ὁποῦ ἀγαπᾶ καὶ κάμνει τοῦ διαβόλου τὰ θελήματα»[2]. Β) Ἀντίθετα ὁ ἄλογος (ἄδικος, ἐμπαθής καὶ παράνομος-μὴ Κανονικός) ἀφορισμός, εἶναι βίαια καὶ παρὰ τὴν θέληση τοῦ χριστιανοῦ ἀποβολὴ του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς στοιχειοθετημένο ἀδίκημα, χωρὶς σοβαρὸ λόγο• πράξη εἰδεχθὴς ἐνώπιον Κυρίου Παντοκράτορος, ἀνελεήμων καὶ καταλύουσα τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία, δυὸ κατ’ ἐξοχὴν χαρισματικὲς καταστάσεις τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ καὶ χαρακτηριστικὰ τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς μεγέθη. Διότι ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ἐξευτελίζει τὴν ἐλευθερία καὶ ποδοπατεῖ τὴν ἀγάπη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία ἢ ὑποψία ἁμαρτίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισύρει τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, τιμωρία δηλ. δικανικοῦ χαρακτῆρα, τὴν ὁποία συναντᾶμε κατ’ ἐξοχὴν στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει διαστρέψει τὴν φιλάνθρωπη θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ὁ κάτω ἀπ’ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμός -ἡ ἔσχατη ποινὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ ἐξαιρετικὰ ὁριακὲς περιπτώσεις- καταντᾶ ἀντιχριστιανικὴ πράξη, διότι τὴν ἐπιβολή της τὴν ὑπαγορεύει ἡ σκοπιμότητα ἢ ἡ ἐμπάθεια, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνάλογο ἀδίκημα, ἀντίθετα αὐτὸ ἐφευρίσκεται προκειμένου νὰ καλύψει ποικίλες σκοπιμότητες ἢ ἀταξίες καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ τοῦ ἐπιβάλλοντος. Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλι τὸν ἱ. Χρυσόστομο: «Τὰ γὰρ αἱρετικὰ δόγματα… ἀναθεματίζειν χρὴ καὶ τὰ ἀσεβῆ δόγματα ἐλέγχειν», ὅμως «πᾶσαν φειδῶ ἀνθρώπων ποιεῖσθαι (=νὰ δεικνύομεν ὅμως κάθε εὐσπλαχνίαν διὰ τοὺς ἀνθρώπους) καὶ εὔχεσθαι ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας». Ὁ ἅγ. Διονύσιος διαβεβαιώνει, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐπικυρώνει παράλογους ἀφορισμούς: «Τὰς ἀφοριστικὰς ἔχουσιν οἱ ἱεράρχαι δυνάμεις, ὡς ἐκφαντορικοὶ τῶν θείων δικαιωμάτων, οὐχ ὡς ταῖς αὑτῶν ἀλόγοις ὁρμαῖς τῆς πανσόφου θεαρχίας …ὑπηρετικῶς ἑπομένης»[3]. Καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολολογητὴς σχολιάζει: «Ἐὰν παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης, οὐχ ἕπεται αὐτῷ τὸ θεῖον κρῖμα• κατὰ γὰρ θείαν κρίσιν καὶ οὐ διὰ θέλημα ἴδιον ταῦτα ὀφείλει ἐπιφέρειν (=ἐπιβάλλειν)»[4]. Ἕνας λοιπὸν «ἀδίκως ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμὸς κατὰ γραφικὴν βάσιν[5] καὶ λογικὴν ἀπαίτησιν δὲν ἰσχύει παρὰ τῷ Θεῷ, οὔτε δύναται νὰ δεσμεύσῃ Αὐτόν, διότι προφανῶς τὸ θεῖον κρῖμα δὲν ἀκολουθεῖ “ὑπηρετικῶς” τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας»[6]. Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅμως, καὶ ὁ ἄδικος ἀφορισμὸς ὑφίσταται, ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ποὺ ἔχει συνέπειες, στὸν ἀδίκως ἀφορισθέντα, στὸν ἀφορίσαντα, ἀλλὰ καὶ στοὺς πιστοὺς ποὺ ἐπικοινωνοῦν μαζί του, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες προβλέπουν τὴν λύση του. Ἂς δοῦμε καὶ τί γράφει ὁ ἁγ. Νικόδημος: «ἀνίσως Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἤθελεν ἀφορίσῃ τινὰ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν…χωρὶς καμμίαν κανονικὴν καὶ εὔλογον αἰτίαν, ὁ μὲν ἀφορισμὸς αὐτὸς νὰ λύηται ἀπὸ μεγαλύτερον ἱερέα• ὁ δὲ ἀφορίσας Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, νὰ ἀφορίζηται ἀπὸ τὸν ἀνώτερόν του, ὅσον καιρὸν ἐκεῖνος καταλαμβάνει ὅτι εἶναι ἀρκετός. Τοῦτο δὲ νὰ γίνεται διὰ νὰ παθαίνῃ δικαίως ἐκεῖνο τὸ ἴδιον ὁποῦ εἰς τὸν ἄλλον ἀδίκως ἐνήργησεν. Ὅθεν τόσον ἐν τῷ α΄ τόμῳ τῶν πρακτικῶν τῶν Συνόδων… γράφεται ὅτι καὶ ζῶντος ἀκόμη τοῦ ἀφορίσαντος, ὁ ἀφορισμὸς λύεται ἀπὸ τὴν σύνοδον, ἐὰν δικαίως δὲν γένῃ»[7]. Ὁ καν. ιδ΄ τῆς Σαρδικῆς προβλέπει γιὰ τὸ ἴδιο πρόβλημα: «Εἴ τις ἐπίσκοπος ὀξύχολος (=θυμώδης) εὑρίσκοιτο (ὅπερ οὐκ ὀφείλει ἐν τοιούτῳ ἀνδρὶ πολιτεύεσθαι) καὶ ταχέως ἀντικρὺ Πρεσβυτέρου ἢ Διακόνου (ὑπὸ τῆς ὀργῆς) κινηθείς, ἐκβαλεῖν Ἐκκλησίας τινὰ ἐθελήσει, προνοητέον ἐστὶ μὴ ἀθρόον τὸν τοιοῦτον κατακρίνεσθαι καὶ τῆς κοινωνίας ἀποστερῆσθαι, ἀλλ’ ὁ ἐκβαλλόμενος ἐχέτω ἐξουσίαν ἐπὶ τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Μητροπόλεως τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας καταφυγεῖν…(ἢ) ἐπὶ τὸν πλησιόχωρον κατατρέχειν καὶ ἀξιοῦν, ἵνα μετὰ ἀκριβείας αὐτοῦ ἐξετάζηται τὸ πρᾶγμα• οὐ χρὴ γὰρ μὴ ὑπέχειν τὰς ἀκοὰς τοῖς ἀξιοῦσιν (=δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ δίδεται ἀκρόασις εἰς τοὺς παρακαλοῦντας νὰ ἐξετασθῆ ἡ κρίσις των). Κἀκεῖνος δὲ ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ δικαίως ἢ ἀδίκως ἐκβαλὼν τὸν τοιοῦτον, γενναίως φέρειν ὀφείλει (πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπομονή), ἵνα ἡ ἐξέτασις τοῦ πράγματος γένηται, καὶ εἰ κυρωθῇ αὐτοῦ ἡ ἀπόφασις, ἢ διορθώσεως τύχῃ. Πρὶν δὲ ἐπιμελῶς καὶ μετὰ πίστεως ἕκαστα ἐξετασθῇ, ὁ μὴ ἔχων τὴν κοινωνίαν πρὸ τῆς διαγνώσεως τοῦ πράγματος, ἑαυτῷ οὐκ ὀφείλει ἐκδικεῖν τὴν κοινωνίαν (=καὶ ὁ ἀφορισθεὶς πρέπει νὰ μὴ παραβῇ τὸν ἀφορισμόν, ἀλλὰ νὰ μένῃ εἰς αὐτόν)»[8]. Καὶ ἐπισημαίνει ὁ Μιχαηλάρης: «Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ διάταξις τοῦ 4ου αἰ. προβλέπει …καὶ τὴν προσβολὴ τῆς ἀποφάσεως ἐπιβολῆς ἀφορισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀφορισμένου προκειμένου νὰ ἀνατραποῦν ἐνδεχόμενες ἀδικίες»[9]. Ἐπειδὴ ὅμως, οἱ ἄδικοι ἀφορισμοὶ καὶ ἡ προσφυγὴ σὲ ἀνώτερο δικαστήριο τραυματίζουν τὸ κύρος τοῦ ἐπιτιμίου ὁ Ζωναρᾶς θέλοντας νὰ τὸ διαφυλάξει, γράφει: «ὁ δὲ ἀφωρισμένος οὐκ ὀφείλει πρὸ τῆς διαγνώσεως ἀναιδῶς προσιέναι τῇ κοινωνίᾳ• ἐὰν δὲ ἴδωσιν αὐτόν τινες τῶν κληρικῶν τοῦ ἀφορίσαντος αὐτὸν ἐπισκόπου, ἐπαιρόμενόν τε καὶ ἀλαζονευόμενον κατὰ τοῦ ἀφορίσαντος αὐτὸν ἐπισκόπου, ὀφείλουσιν ἐπιστρέφειν αὐτόν, τουτέστιν εἰς ταπείνωσιν ἄγειν… τοῦτο δὲ ποιεῖν ὀφείλουσιν, ὡς ὑπηρετοῦντες καὶ ὑπακούοντες τοῦ ἐπισκόπου αὐτῶν»[10]. Ὁ Ματθαῖος Βλαστάρης «λαμβάνει εἰδικὴ μέριμνα γιὰ τὸ ζήτημα τῶν “ἄλογων” ἀφορισμῶν…καὶ ἐπαναλαμβάνει τὴν ἑρμηνεία τοῦ Βαλσαμῶνος “ὅτι οὐ δεῖ δίχα εὐλόγου αἰτίας ἀφορίζειν τινά”»[11]. Ἐπίσης ὁ Ἀρμενόπουλος στὴν Ἑξάβιβλο γράφει: «Ἀπαγορεύεται τοῖς ἐπισκόποις ἀφορίζειν καὶ χωρίζειν τῆς ἁγίας κοινωνίας τινὰ ἄνευ εὐλόγου αἰτίας• ὁ δὲ ἀφορίζων παραλόγως ἐπὶ χρόνον ἕνα τῆς ἁγίας κοινωνίας χωρίζεται»[12]. «Πολλοὶ κανόνες καὶ ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς λοιπὸν μεριμνοῦν γιὰ τὴν πρόληψη τῶν ἀδίκων ἀφορισμῶν καὶ παρέχουν στὸν ἀφορισμένο τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγει στὴν κρίση ἄλλου ἀρχιερέα…»[13]. Τὰ ἴδια λόγια συναντᾶμε ἀργότερα καὶ στὴν κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ἐναντίον τῶν παράνομων ἀφορισμῶν καὶ ὁ Μεθόδιος Ἀνθρακίτης, ὁ ὁποῖος «συγχρόνως κινούμενος μέσα στὸ πνεῦμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων διατείνεται: “πρέπει ὅμως καὶ ὁ χριστιανὸς νὰ φοβᾶται πολλὰ τὸν ἀφορισμὸν τοῦ ποιμένος, διατὶ εἶναι μία Πνευματικὴ μάχαιρα… Ἂς μὴ λογιάζουσι πὼς ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἀφορίζει εἶναι ἀνάξιος, ὅτι ἡ πληγὴ εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂν τὸν καταφρονήσωσι, καταφρονοῦσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἁμαρτάνουσι χειρότερα, καὶ αὐξάνουσι περισσότερον τὴν πληγήν τους”»[14]. Καὶ ὁ ἅγ. Νικόδημος: ἐπειδὴ «δὲν πρέπει νὰ ἀναθεματίζωνται οἱ χριστιανοὶ ἕως ὁποῦ ὀρθόδοξα φρονοῦσι περὶ Θεοῦ, διὰ τοῦτο, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα καὶ Φιλόθεον Κων/λεως ἀκυρώθησαν, τόσον ὁ τόμος ὁ γεγονὼς ἐπὶ Κων/νου Πορφυρογεννήτου, ὅσον καὶ ὁ ἐπὶ Μανουὴλ τοῦ Κομνηνοῦ, καὶ τοῦ Παλαιολόγου, διὰ τὶ ἀναθεματίζουσιν ἐκείνους ὁποῦ κάμνουν ἀποστασίαν κατὰ τῶν Βασιλέων»[15]. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, λοιπόν, στὴ ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, παρατηρήθηκε τέτοιου μεγέθους κατάχρηση τοῦ μέτρου τοῦ ἀφορισμοῦ, ὥστε αὐτὸ νὰ καταστῆ ἀνυπόληπτο ἢ νὰ λειτουργεῖ μόνο δικανικά, μαγικά-«θρησκευτικά», ὅπως διαπιστώνει ὁ Μιχαηλάρης, ποὺ μελέτησε τὸ φαινόμενο τοῦ ἀφορισμοῦ κυρίως στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας: «Ἔτσι ὁ ἐπικαλούμενος τὶς “ὑπηρεσίες” τοῦ ἀφορισμοῦ …βασίζεται ἀποκλειστικὰ στὴν ἐκφοβιστικὴ δράση τῆς ποινῆς… γίνεται προληπτικὴ χρήση τῆς ἀφοριστικῆς ἀπειλῆς μὲ σαφῆ ἐπιδίωξη τὴν παραγωγὴ φόβου»[16]. Ὁ «χριστιανὸς ἀπειλεῖται, τὸ ὄνομά του διασύρεται, ἡ ὑπόθεσή του κοινοποιεῖται…»[17]. Ἀκόμα καὶ μόνο στὸ ἄκουσμα τῆς λέξεως «ἀφορισμός, …ἀμέσως ὡς προσλαμβάνουσα παράσταση ἐμφανίζεται στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν (σ.σ. κυρίως τῶν παλαιοτέρων) ἡ εἰκόνα τοῦ ἱερωμένου ποὺ θὰ διαβάσει στὴν ἐκκλησία τὶς ἀποτρόπαιες κατάρες καὶ τὶς ἀπειλὲς κατὰ τῆς ζωῆς, τῶν ὑπαρχόντων ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀφοριζομένου»[18]. Διὰ τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ καταφέρεται μεγάλο πλῆγμα κατὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι μὲν ὡς σῶμα Χριστοῦ ἀναμάρτητη, διὰ τέτοιων ἐνεργειῶν ὅμως τῶν λειτουργῶν της, ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης ὑποβιβάζεται στὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐμφανίζεται, ὅτι «διὰ τῆς παραγωγῆς φόβου, ἐπιδιώκει τὴν ἄρση τῆς ἀδικίας ἢ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἀποφάσεις της»[19], γεγονὸς ποὺ παραπέμπει σὲ θρησκεία μὲ καταναγκαστικοὺς μηχανισμοὺς καταστολῆς καὶ ἐπιβολῆς ὑποταγῆς καὶ ὄχι στὴν κατ’ ἐξοχὴν θρησκεία τῆς ἐλευθερίας. Τί ἀλήθεια ἔπρεπε νὰ κάνει ὁ πνευματικὸς χριστιανός, ἀντὶ νὰ ἀφορίζει: «Ἔκτεινον τὴν τῆς ἀγάπης σαγήνην, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον• …ἐπίβαλε τὸ γλυκὺ ἄγκιστρον τῆς συμπαθείας,… εἰ δὲ μὴ βούλοιτο, ἀλλ’ ἐμμένει φιλονεικῶν, ὅπως μὴ ὑπεύθυνος γένῃ, διαμαρτύρου μόνον μετὰ μακροθυμίας καὶ χρηστότητος, ἵνα μὴ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐκζητήσει ἐκ χειρός σου ὁ κριτής• μὴ μισῶν, μὴ ἀποστρεφόμενος, μὴ διώκων, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἐπιδεικνὺς εἰλικρινῆ καὶ ἀληθῆ πρὸς αὐτόν»[20]. Ποιά ἡ ΣΤΑΣΗ τοῦ ἐπιτιμηθέντος μὲ ΑΦΟΡΙΣΜΟ; Δὲν εἶναι εὔκολο στὸν καθένα νὰ διακρίνει ἂν ἕνας ἀφορισμὸς εἶναι δίκαιος ἢ ἄδικος. Ἀκόμα καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ἄδικοι –κατὰ τὰ φαινόμενα– ἀφορισμοί, ἴσως νὰ κρύβουν πτυχὲς ποὺ δύσκολα οἱ πολλοὶ θὰ πληροφορηθοῦν ἤ θὰ κατανοήσουν. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ παθὼν συνήθως, βλέπει τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος του, δὲν παραδέχεται ὅτι σφάλλει. Στὴν περίπτωση τοῦ δίκαιου ἀφορισμοῦ, σπάνια ὁ ἀφορισθεὶς παραδέχεται τὸ λάθος του. Ἀφοῦ δὲν τὸ κατανόησε πρὶν τοῦ ἐπιβληθεῖ, τότε ποὺ τοῦ ὑποδείχτηκαν (ὑποτίθεται) κατὰ τὶς προηγηθεῖσες συζητήσεις ἡ ἐσφαλμένη συμπεριφορά του ἢ τὸ ἐσφαλμένο τῶν θέσεών του. Εἴδαμε παραπάνω τί γράφει ὁ ἁγ. Νικόδημος: «ἀνίσως Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἤθελεν ἀφορίσῃ τινὰ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν…χωρὶς καμμίαν κανονικὴν καὶ εὔλογον αἰτίαν, ὁ μὲν ἀφορισμὸς αὐτὸς νὰ λύηται ...»[21]. Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ἐπιβάλλεται ἕνας ἀφορισμὸς πρέπει νὰ ἐξαντλοῦνται ὅλες οἱ τυπικὲς διαδικασίες τῶν ἱ. Κανόνων, ὥστε νὰ ἀποκλείεται ἡ ἄδικη ἐπιβολή του. Ἂν ὅμως παρὰ ταῦτα (καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ἔχουμε τέτοιες περιπτώσεις) ἐπιβληθεῖ ἕνας ἀφορισμὸς ἄδικα, τότε θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθηθοῦν πάλι ὅλες οἱ διαδικασίες ἐκεῖνες ποὺ προβλέπουν οἱ ἱ. Κανόνες, ὥστε νὰ ἀποδειχθεῖ τὸ ἄδικο τοῦ ἀφορισμοῦ. Γιατί, οἱ Πατέρες ποὺ τοὺς ἐθέσπισαν, γνώριζαν ὅτι καὶ οἱ ἐπιβάλλοντες τοὺς ἀφορισμοὺς ἦσαν ἄνθρωποι ἀδύναμοι -καὶ πολλὲς φορὲς ἐμπαθεῖς- καὶ ἦταν δυνατὸ νὰ ἀδικήσουν. Εἶναι λοιπὸν ἐκκλησιαστικὰ παρακινδυνευμένο νὰ ἀποφασίζει ἰδιωτικὰ ὁ κάθε ἀφορισθεὶς τὸ δίκαιο ἢ ἄδικο τοῦ ἀφορισμοῦ του –ὅσο ἐξώφθαλμη κι ἂν εἶναι ἡ ἀδικία–, ἀντίθετα πρέπει νὰ ἐπικαλεῖται καὶ νὰ καταφεύγει πρὸς δικαίωσή του στὴ μητέρα Ἐκκλησία. Διότι σὲ ἀντίθετη περίπτωση περιφρονεῖ τοὺς ἱ. Κανόνες της, ξεχνᾶ ὅτι Ἐντολὴ Χριστοῦ εἶναι τὸ «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰω. 20, 23)[22]. Σχετικὰ ὁ ἅγ. Νικόδημος «ἑρμηνεύων τὸν λβ΄ καν. τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων -στηριζόμενος καὶ εἰς ἄλλους σχετικοὺς κανόνας, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν-, καταλήγει εἰς τὰς ἑξῆς ἀπόψεις: «Ἕνα μέν, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀφορισθῶσιν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον (ὁμιλεῖ γιὰ πρεσβύτερο ἢ διάκονο), εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, πρέπει νὰ στέκουν ἔτσι ἀφωρισμένοι, καὶ νὰ μὴ τολμήσουν νὰ καταφρονοῦν τὸν ἀφορισμόν, ἕως νὰ γένῃ περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις»[23]. Κατὰ τὸν Μαλαξό, (ποὺ στηρίζεται στὸν 33ο κανόνα τῶν Διατάξεων τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων) «οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ ὑπακούουν, νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τους σοβαρὰ τὴν ποινή, ἔστω καὶ ἂν ἔχει ἐπιβληθεῖ ἄδικα, ἕως ὅτου ἐκδικασθεῖ ἀπὸ ἀνώτερο ἱερωμένο»[24]. Τὴν ἴδια λέγει καὶ ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ Μέγας. «”Τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἑνὸς ἐπισκόπου ὀφείλει τις ἀναμφιβόλως νὰ φοβῆται καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ ἐπίσκοπος ‘δένῃ’ τινὰ ἀδίκως”. Ὁ Ζωναρᾶς ἐπίσης σημειοῖ: “Τοὺς ἀφοριζομένους, χρή, κἂν μὴ δικαίως λέγωσιν ἐπιτιμηθῆναι, ἐμμένειν τῷ ἐπιτιμίῳ, ἕως ἂν ἀκουσθῶσι παρὰ τοῦ ἔχοντος δίκαιον (=ἁρμοδιότητα) ἀνακρίνειν τὰ τοιαῦτα”…»[25]. (Ασφαλῶς στὶς παραπάνω περιπτώσεις, δὲν διευκρινίζεται ἂν πρόκειται γιὰ γενικὸ ἀφορισμὸς ἢ ἔχει σχέση μὲ μόνο μὲ θέματα Πίστεως). Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ἄδικους ἀφορισμοὺς ἁγίων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι πέθαναν μὲ τὸ ἐπιτίμιο καὶ ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία τοὺς ἀπεκατέστησε. Πράγματι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκοιμήθη τὴν 14ην Σεπτεμβρίου 407 μ.Χ. τελῶν ὑπὸ καθαίρεσιν… Μετὰ τὸν θάνατόν του» ὁ ἅγ. Πρόκλος ἀκύρωσε τὴν καταδίκη. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πατριάρχης Φλαβιανὸς «καθηρέθῃ ὑπὸ τῆς ληστρικῆς ὡς αἱρετικός… καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπέθανε ἀπὸ τὰς κακώσεις» ἐκ τῶν λακτισμῶν τῶν διακόνων τοῦ Πατρ. Διοσκόρου. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως «ἐνεγράφη εἰς τὰ ἱερὰ δίπτυχα» ὑπὸ τοῦ «Πατριάρχου ἁγίου Ἀνατολίου»[26]. Η ΣΤΑΣΗ τῶν ΠΑΤΕΡΩΝ ἀπέναντι στὸν ΠΑΡΑΤΥΠΟ ΑΦΟΡΙΣΜΟ Παρὰ ὅμως τὶς παραπάνω θέσεις τῶν Πατέρων, ποὺ συμβουλεύουν πὼς πρέπει νὰ μὴ ἀγνοεῖται καὶ ὁ ἄδικος ἀκόμη ἀφορισμός, ἀλλὰ νὰ καταφεύγει στὴν Ἐκκλησία ὁ ἀφορισθεὶς γιὰ νὰ ἀποφασίσει ἐκείνη τὸ δίκαιο ἢ τὸ ἄδικο τοῦ ἐπιτιμίου, παρατηροῦμε πώς: α) ὑπάρχει καὶ ἔντονος προβληματισμός, ὅταν ἀντιμετωπίζεται τὸ ἐνδεχόμενο νὰ καταστοῦν «τύραννοι» οἱ ἐπίσκοποι μὲ τὴν κακὴ χρήση τοῦ ὅπλου τοῦ ἀφορισμοῦ. β) παρατηρεῖται διαφοροποίηση, ὅταν ἀντιμετωπίζεται ὁ παράνομος-παράτυπος ἀφορισμός. Ἔτσι ὁ Βαλσαμὼν «ἑρμηνεύων τὸν κθ΄/λζ΄ καν. τῆς καρθαγένης παρατηρεῖ: “Εἰ γὰρ δοθῇ, εὐκαίρως ἢ ἀκαίρως ἔχειν ἐπ’ ἀδείας τὸν ἐπίσκοπον ἀφορίζειν λαϊκούς τε καὶ κληρικούς, καὶ ἔχειν πρὸς ἀνάγκης τοὺς ἀφοριζομένους φυλάττειν τὸν ἀφορισμόν, κατατολμήσουσι τυραννίδος οἱ ἐπίσκοποι, καὶ παντὸς πράγματος κατακυριεύσουσι, καὶ οὐδεὶς ἔσται ὁ ἀντιπίπτων αὐτοῖς διὰ τὸν φόβον τοῦ ἀφορισμοῦ• ἴσως δὲ καὶ τῆς εὐσεβείας αὐτῆς κατορχήσονται, καὶ πολλῶν κακῶν παραίτιοι οἱ θεῖοι κανόνες γενήσονται, ὅπερ ἄτοπον”. Διὰ τοῦτο χαρακτηριστικῶς προσθέτει: “Ἐγὼ δὲ οὐκ ἔχω τίνι ἐκ τούτων ἀκολουθήσω”»[27]. Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὅμως, ἂν καὶ συμβουλεύει (ὅπως εἴδαμε) πὼς ἀκόμη καὶ τὸν ἄδικο αφορισμὸ δὲν πρέπει νὰ τολμήσει νὰ καταφρονήσει ὁ ἀφορισθείς, ὥσπου νὰ γίνει «περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις»[28], ὅμως διακρίνει τὸν ἄδικο ἀπὸ τὸν παράτυπο ἀφορισμό. Ὁ παράτυπος ἀφορισμὸς «ἐπιστρέφει στὴν κεφαλὴ» τοῦ ἐπιβάλλοντος. Ὁ θεωρούμενος ὡς ἄδικος ἀφορισμός, ἀλλὰ ποὺ ἔχει ἐπιβληθεῖ τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἱ. Κανόνων, κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ ἀνθρώπινου λάθους καὶ οἱ Πατέρες ἔχουν πάρει θέση γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, ἡ Ἐκκλησία ἔχει λάβει τὰ μέτρα της, ὥστε νὰ θεραπεύσει διὰ τῶν Συνόδων τυχὸν ἄδικες ἀποφάσεις, ὅπως στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέρθηκε. Ἀντιθέτως ὁ δεύτερος (ὁ παράτυπος ἀφορισμός), ἐκ μόνου τοῦ λόγου τῆς παρατυπίας καθίσταται ἄκυρος, ἀφοῦ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου ἀπὸ σκοπιμότητα ἢ ἐν βρασμῷ ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τέτοιας ἐμπαθείας ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἐπιβάλλοντα νὰ περιμένει τὴν διαδικασία τῆς ἀσφαλοῦς ἐξετάσεως καὶ νηφάλιας κρίσεως τῶν πραγμάτων καί, πάντως, ἐπεβλήθη ἐπὶ καταφρονήσει τῆς διαδικασίας ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Κανόνες. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ ἅγ. Νικόδημος, λέγει, πὼς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀφορισθεὶς νὰ τηρήσει τὸν ἀφορισμό. Ἂς παρακολουθήσουμε τὴ σκέψη του: Γράφει πὼς «οἱ πνευματικοὶ δὲν πρέπει νὰ λύουν τὰ ἐπιτίμια τῶν ἄλλων ὁμοταγῶν των πνευματικῶν, ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ Κανόνας καὶ πάντῃ ἄλογα»[29]. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: δὲν πρέπει νὰ καταφρονοῦν τὸν ἔστω καὶ ἄδικο ἀφορισμό, «ἔξω μόνον ἀνίσως ἤθελαν καταδικασθοῦν πρὸ τοῦ νὰ κριθοῦν, καὶ νὰ προσκαλεσθοῦν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον»[30]. Ἄρα, ὅταν τὰ ἐπιτίμια εἶναι «πάντῃ ἄλογα» καὶ «παρὰ τοὺς Κανόνας», ἂν ἔχουν ἐπιβληθεῖ προτοῦ «νὰ κριθοῦν» οἱ ἐπιτιμηθέντες, προτοῦ «νὰ προσκαλεσθοῦν» καὶ νὰ παρουσιασθοῦν «εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριον», ἂν καταδικαστοῦν προτοῦ νὰ γίνει ἡ δίκη, τότε, αὐτὰ τὰ ἐπιτίμια πρέπει νὰ λύονται[31], νὰ μὴ τηροῦνται. \ Καὶ φέρνει ὡς παράδειγμα τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ εἰς τὸν ἱ. Χρυσόστομο ἐπιβληθέντος ἀφορισμοῦ: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἐπειδὴ καὶ ἐγκαλεῖτο, διὰ τὶ δὲν ἐφύλαξε τὸν ἀφορισμὸν ὁποῦ ἐξεφώνησε κατ’ αὐτοῦ ἡ περὶ τὸν Θεόφιλον σύνοδος, ἀλλὰ ἠθέτησε αὐτόν, πρὸ ἄλλης συνοδικῆς ἐξετάσεως, ἀπελογήθη λέγων, ὅτι, δὲν ἐπαραστάθη εἰς τὴν κρίσιν ὁλότελα, οὔτε τὰς κατηγορίας ἤκουσε τῶν κατηγόρων του, οὔτε παντελῶς καιρὸς τοῦ ἐδόθη διὰ νὰ ἀπολογηθῇ… καθὼς καὶ ὁ οδ΄ Ἀποστολικὸς διορίζει»[32]. Ἐπίσης, σχολιάζοντας τὸν λβ΄ Ἀπ. Κανόνα, θεωρεῖ παράτυπο-ἄκυρο τὸν ἀφορισμὸ στὴν περίπτωση ποὺ Ἐπίσκοπος ἀφορίσει χωρὶς ἀποδείξεις: «Ἀνίσως ὁ Ἐπίσκοπος ἤθελεν ἀφορίσῃ τινά, διὰ τὶ ἐξομολογηθεὶς πρότερον τὸ ἁμαρτημά του εἰς αὐτόν, ὕστερον τὸ ἀρνηθῆ, πρέπει οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι νὰ μὴ συγκοινωνοῦν μὲ τὸν ἀφορίσαντα, ἐν ὅσῳ καιρῷ καὶ αὐτὸς δὲν συγκοινωνεῖ μὲ τὸν ἐπὶ τοιαύτῃ αἰτίᾳ ἀφορισμένον ὑπ’ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο νὰ γίνηται, διὰ νὰ φυλάττηται ὁ Ἐπίσκοπος νὰ μὴ κατηγορεῖ κανένα, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ ὑποδείξῃ τὴν κατηγορίαν»[33]. Τὴν ἴδια θέση συναντᾶμε καὶ στὸν ΡΜΑ΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ: «Ἤρεσεν ἵνα, ἐάν ποτε Ἐπίσκοπος λέγῃ τινά, αὐτῷ μόνῳ τὸ ἴδιον ἔγκλημα ὁμολογῆσαι, καὶ ἐκεῖνος ἀρνῆται, μὴ λογίσηται ὁ Ἐπίσκοπος εἰς ἰδίαν ὕβριν συντείνειν, ὅτι αὐτὸς μόνος οὐ πιστεύεται. Εἰ δὲ καὶ τῷ σκινδαλμῷ τῆς ἰδίας συνειδήσεως λέγοι μὴ θέλειν ἑαυτὸν κοινωνεῖν τῷ ἀρνουμένῳ, ἐφ’ ὅσον τῷ ἀφορισμένῳ μὴ κοινωνῇ ὁ ἴδιος Ἐπίσκοπος, τῷ αὐτῷ Ἐπισκόπῳ ἄλλοι μὴ συγκοινωνήσωσιν Ἐπίσκοποι. Ὥστε μᾶλλον παραφυλάττεσθαι τὸν Ἐπίσκοπον μὴ λέγειν κατά τινος, ὅπερ ἀποδείξεσιν ἐλέγξαι παρ’ ἑτέροις οὐ δύναται»[34]. «Ὁ ἀφορισμὸς θεωρεῖται ἀντικανονικός, ὄχι μόνον ὅταν ἐπιβάλλεται ἐξαιτίας κάποιων προσωπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων», ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ ἐπιβάλλοντες εἶναι παραβάτες τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων πού, μάλιστα, ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ. «Ἤδη στὰ 1229 ὁ πατρ. Κων/λεως Γερμανὸς Β΄ γράφει πρὸς τοὺς Κυπρίους “νὰ μὴ φοβῶνται τοὺς ἀφορισμοὺς τῶν κοινωνησάντων τοῖς Λατίνοις ἱερέων• διότι οὗτοι ἐπιστρέφουσιν εἰς τοὺς ἀφορίσαντας καθὸ παραβάτας τῶν ἱ. κανόνων, οἵτινες ἀφορίζουσι τοὺς κατεπεμβαίνοντας τῶν ἀλλοτρίων ἐνοριῶν”»[35]. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Θ. ὁ Στουδίτης σχετικῶς παρατηρεῖ: «Τὸ δεσμεῖν καὶ λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ κανόνι»[36]. «Τί δέ φησιν ὁ κύριος τῷ Πέτρῳ;… “Ὅσα ἂν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς”• ἵνα καὶ ποιῶν ἀκοινώνητον, ἢ κωλύων, ἢ καθαιρῶν, φοβερὸν ἔχοις τὸ πρᾶγμα, ὡς σύμψηφον καλῶν τὸν Θεόν• ὡς ὑπὸ μάρτυρι τοῦ ἐν οὐρανοῖς τοῦτο ποιῶν• καὶ ὁ κωλυόμενος ἢ καθαιρούμενος φρίττοι, ὡς ἔξω βαλλόμενος οὐρανῶν βασιλείας. Ὅρα, φησίν, τί πράττεις, ὦ ἱερεῦ, ἃ κάτω δεσμεῖς, ἄνω λογοθετεῖσθαι προσδόκησον• οὐκ ἔστιν ἀνεύθυνος ὁ δεσμός, ἐὰν ἀδίκως δεσμεύεις. Ἐμφανίζεσθαι γὰρ μέλλεις τῷ τῶν ἀγγέλων σκρινίῳ. Διὸ μὴ θυμῷ καὶ πάθει τὸν δεσμὸν ἐπάγοις• μὴ ὡς ἑαυτὸν ἐκδικῶν. Ἐκδικεῖ γὰρ τὸν ἀδίκως δεθέντα ὁ Θεός, ἐὰν μὴ τοῦ δεσμοῦ καταφρονήσῃ»[37]. Καὶ στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπου γίνεται ὑπερβολικὴ χρήση τοῦ ἀφορισμοῦ, στὸ Νομοκάνονα τοῦ Μαλαξοῦ (ποὺ «ἀποτελοῦσε “ἐγχειρίδιον” ἀπονομῆς δικαίου στὰ χέρια τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν») διαβάζουμε: «Ὅποιος ἀφορίσῃ τινὰ τῶν χριστιανῶν, ἀπὸ γνώμην παράλογον, ἢ ἀπὸ θυμὸν πολύν, οὐχὶ μόνον ὁ ἀφορισμὸς δὲν τὸν πιάνει, ἀλλὰ πέφτει εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀφορίσαντος. Ὥστε μόνον ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοὶ εἶναι στερκτοί, ὅσοι ἐξεφωνήθησαν κατὰ τοὺς θείους νόμους καὶ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οὐχὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοί, ὁποῦ γίνονται ἀπὸ ὀξυχολίαν ἱερέως, ἢ ἀρχιερέως… Εἰ δὲ ἀφώρισεν αὐτὸν ἀδίκως, ἔχει νὰ δόσῃ λόγον ὁ ἀρχιερεὺς τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ… διὰ τὸ χωρίσαι ἀδίκως τὸν χριστιανὸν ἐκ τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ Θεοῦ… Λέγει καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅταν ἀφορισθῆ ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως, ἀγκαλίζεται αὐτὸν ὁ σατανᾶς• καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάζεται καλῶς ἡ ὑπόθεσις τοῦ κοσμικοῦ καὶ τότε νὰ ἀφορίζεται… Ὅποιος ἀρχιερεὺς διὰ ἔχθραν, ἢ πάθος...ἀφορίσῃ κοσμικόν νὰ παθαίνῃ τὴν αὐτοπάθεια… ἀφώρισε, νὰ ἀφορισθῇ»[38]. Ἐπίσης «ὁ δ΄ κανόνας τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου…ἀναφέρει: “εἴ τις οὖν δι’ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἐμπάθειαν εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν… καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ…”». Σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα αὐτὸν «θεωρεῖται αὐτοαφορισμένος ἐκεῖνος ὁ ἱεράρχης ποὺ ἀφορίζει παράνομα»[39]. Σὲ Νεαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ «δηλώνεται ρητά: “πᾶσι δὲ τοῖς ἐπισκόποις καὶ πρεσβυτέροις ἀπαγορεύομεν ἀφορίζειν τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας πρὶν ἡ αἰτία δειχθῇ δι’ ἣν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες τοῦτο γίνεσθαι κελεύουσιν, εἰ δέ τις παρὰ ταῦτα τῆς ἁγίας κοινωνίας τινὰ χωρίσει, ἐκεῖνος μὲν ὃς ἀδίκως ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἐχωρίσθη, λυομένου τοῦ χωρισμοῦ ὑπὸ τοῦ μείζονος ἱερέως τῆς ἁγίας ἀξιούσθω κοινωνίας• ὁ δὲ ἀδίκως τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας χωρίσαι τολμήσας πᾶσι τρόποις ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ὑφ’ ὃν τέτακται, χωρισθήσεται τῆς κοινωνίας ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐκεῖνος συνίδοι ἵνα ὅπερ ἐποίησε, δικαίως ὑπομείνῃ”»[40]. Εἶναι ἀκόμα ἀξιοσημείωτα ὅσα περιλαμβάνονται στὸν «Τόμο τῶν τεσσάρων πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς» τοῦ 1663, ὡς ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «εἰ δύναται ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης… ἀφορίζειν ὅντινα βούλοιντο, δι’ ἰδίας αὐτῶν ὑποθέσεις, καὶ εἶναι τοὺς ἀφορισθέντας τῷ Θεῷ ὑπαιτίους, καὶ ὁ ἀφορίζων ἀλόγως ὑπαίτιός ἐστι τοῖς κανόσιν». Διαβάζουμε στὴν ἀπάντησή τους: «οὐ μόνον τὴν ἀρὰν καὶ τὸν ἀφορισμὸν πρὸς ἐκείνους ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ καὶ ἀξίους εἶναι τιμωρίας, ὡς ὀργίλους καὶ ἀπερισκέπτως χωρίζοντας κατὰ τὴν αὐτῶν θέλησιν τινὰς τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας»[41]. «Ἐπίσης καὶ ἡ ἐπὶ Πατριάρχου Νικολάου Γ΄ Κυρδινιάτου (1084-1111) Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως εὶς σχετικὴν ἐρώτησιν μοναχῶν ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς (ζ΄ ἀπόκρ.): “Ἄλογος ὁ δεσμὸς καὶ διὰ τοῦτο ἀνίσχυρος καὶ ὁ δεσμευθὺς ἀπολυθήσεται ἀρχιερεῖ προσελθών, καὶ τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἀπαγγείλας”»[42]. Ὅταν λοιπόν, ὁ ἐπιβάλλων τὸ ἀνάθεμα τὸ κάνει ἀπὸ κάποια σκοπιμότητα παράτυπα, ἢ εἶναι αἱρετικός, ἢ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντορθόδοξα φρονήματα καὶ διδάσκει διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία, τότε δικαιοῦται ὁ ὀρθόδοξος πιστός (πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε, πώς -ἂν εἶναι συνεπὴς μὲ τὴ πρακτικὴ τῶν Πατέρων- ὑποχρεώνεται) νὰ μὴ λογαριάσει τὸν ἀφορισμό, ἀφοῦ αὐτὸς συγκρούεται μὲ τὴν πίστη, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ συνεπάγεται. Στὴν μακραίωνη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε ἀρκετὲς περιπτώσεις ἄδικων ἀφορισμῶν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ παραθέτω μερικὲς ἐνδεικτικὲς περιπτώσεις, ἴσως ὄχι καὶ τὶς ἰσχυρότερες, στὶς ὁποῖες Ἐπίσκοποι καὶ Πατριάρχες μᾶς συμβουλεύουν νὰ θεωροῦμε ὡς ἄκυρους τοὺς ἄδικους ἀφορισμούς, ἄξιους καταφρονήσεως, καὶ ἐπισημαίνουν ὅτι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν στοὺς ἐπιβάλλοντας «ἀλλοτριοεπισκόπους». ♦ Παραπάνω ἀναφέρθηκε, πὼς ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀφορίστηκε, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη ὡς νόμιμο τὸν ἀφορισμό, ἐπειδὴ τοῦ ἐπεβλήθη ἀπὸ Σύνοδο Ἐπισκόπων παρατύπως καὶ παρανόμως. Συγκεκριμένα: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος καθηρέθη ἀντικανονικῶς ἀπὸ τὴν παρὰ τὴν Δρῦν Σύνοδον (τὸ 403 μ. Χ.), ἀφοῦ αὐτὴ συνεκλήθη ἀπὸ τὸν ἐχθρικῶς πρὸς τὸν ἅγιο διακείμενο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο καὶ τοὺς 30 περίπου Ἐπισκόπους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν. Γι’ αὐτὸ δὲν παρέστη στὴ Σύνοδο ποὺ παρανόμως συνεκλήθη καὶ τὸν ἐκάλεσε ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ νὰ τὸν δικάσει, καὶ ποὺ ἀπόντα καθαίρεσε, οὔτε καὶ ἀπεδέχθη τὶς ἀποφάσεις της. Στὴ συνέχεια ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο. Κατόπιν, οἱ καθαιρέσαντες τὸν Χρυσόστομο ὑψηλόβαθμοι κληρικοί, προσπάθησαν νὰ καταλάβουν τοὺς ναοὺς τῆς Πόλης, ἀλλὰ οἱ πιστοὶ ἀντιστάθηκαν. Τότε οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς διῶκτες τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου «ἔσυραν τὰ ὅπλα των καὶ ἐπῆλθε σύγκρουσις…Τὸ Βαπτιστήριον ἐγέμισεν ἀπὸ πτώματα… καὶ ἀνθρώπινον αἷμα»[43]. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀναταραχὴ καὶ σημαδιακὰ γεγονότα, ὁ αὐτοκράτορας ἀναγκάστηκε νὰ ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν Ἅγιο. Ὁ ἐπανελθὼν Ἀρχιεπίσκοπος παρὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε «νὰ εἰσέλθει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθεῖ κανονικῶς ὑπὸ συνόδου… Καθῃρημένος ἐπίσκοπος, ἔλεγε, καθὼς εἶμαι, δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μου παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθῶ ὑπὸ Συνόδου». Ὁ λαὸς ὅμως ὁδήγησε τὸν Χρυσόσοτομο «παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις του εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἐκεῖ τοῦ ἐφώναξεν νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον… καὶ ἐπειδὴ ἠρνεῖτο, ἄνθρωποι ρωμαλέοι τὸν ἥρπασαν καὶ τὸν ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ θέλοντας καὶ μή, καθ’ ὃν χρόνον τὸ πλῆθος γονατισμένον εἰς τὴν γῆν ἐζήτει τὴν εὐλογίαν του» (ὅπ. π., σ. 78-79). Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἡ Σύνοδος τῆς Δρυὸς διαλύθηκε. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἀνακτήσας τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐτοκράτορος δὲν ἔπαυσε νὰ ζητῇ τὴν σύγκλησιν γενικῆς συνόδου ἐν Κων/πόλει, ἡ ὁποία νὰ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς παρὰ τὴν Δρῦν συνελθούσης καὶ νὰ δώσῃ τὴν κανονικὴν ἐπανόρθωσιν» (ὅπ. π., σ. 81). Ἡ παράκληση αὐτὴ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου δὲν σήμαινε «ὅτι ἀνεγνώριζε τὴν ἀπόφασιν τῆς παρὰ τὴν Δρῦν Συνόδου. Καταδικασθεὶς παρανόμως ὑπὸ ἐπισκόπων ἐχθρῶν του, ἔκαμεν ἔκκλησιν κανονικὴν εἰς ἐπισκόπους ἀδελφούς του διὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν περὶ τῆς ἀθωότητός του ἐνώπιον αὐτῶν καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν μοχθηρίαν τῶν ἀντιπάλων του καὶ διὰ νὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὴν τελευταίαν σκιὰν τοῦ στίγματος, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀπεπειράθησαν νὰ τοῦ προσάψουν» (ὅπ. π., σελ. 93). Μετὰ ἀπὸ λίγο ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου συνωμοτοῦντες κατάφεραν νὰ πάρουν πάλι μὲ τὸ μέρος τους τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν πείσουν, πὼς ἂν ὁ Χρυσόστομος κατεδικάζετο καὶ δεύτερη φορὰ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, «δὲν θὰ ἔχῃ πλέον παρὰ νὰ ὑπάγῃ διὰ νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὴν ἐξορίαν» (ὅπ. π., σ. 89). Ἔτσι ἑτοιμάστηκε ἡ δεύτερη ἐναντίον του Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ ἐξετάσει τὴν ἔνσταση τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου κατὰ τῆς Συνόδου τῆς Δρυός, χωρὶς πάλι τὴν παρουσία του, ἐπεκύρωσε τὴν καθαίρεση καὶ ἐπέβαλε ἐπιπλέον στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ ἀφορισμό!!! Σὲ λίγες ἡμέρες κατὰ περιπετειώδη τρόπο, καὶ ἀφοῦ ἐπαναλήφτηκαν βιαιότητες κατὰ τῶν πιστῶν ὑποστηρικτῶν του, ἕως καὶ αἱματοχυσίες, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης ἐπῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας, ὅπου καὶ ἀπέθανε καθηρημένος καὶ ἀφορισμένος! ♦ Σὲ Σύνοδο Ἐπισκόπων ποὺ συνεκάλεσε τὸ 869 στὴν Κων/πολη ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Μακεδών, καὶ τὴν ὁποία οἱ Λατῖνοι ὀνομάζουν 8ην Οἰκουμενικήν, ὁ ἅγιος καὶ Μ. Φώτιος ἀναθεματίσθη καὶ «οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες ἐπίσκοποι» καὶ λαϊκοὶ «ἀφωρίσθησαν»[44]. «Κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν Πρακτικῶν ἐχρησιμοποίησαν ἀντὶ μελάνης τὸ αἷμα τοῦ Σωτῆρος, ἤτοι τὴν θ. Εὐχαριστίαν»[45]. Γιὰ τὰ ἀναθέματα αὐτὰ ὁ ἅγ. Φώτιος ἔγραψε πρὸς τὸν Κλαυδιουπόλεως Ἰγνάτιον: «Ἦν ποτε φρικτὸν καὶ φοβερὸν τὸ ἀνάθεμα ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας ὑπὸ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων ἐφέρετο. Ἀφ’ οὗ δὲ ἡ τολμηρὰ καὶ ἀναίσχυντος τῶν ἀλαστόρων ἀπόνοια, παρὰ πάντα θεσμόν θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον, καὶ παρὰ πάντα λόγον ἑλληνικόν τε καὶ βάρβαρον, τὸ οἰκεῖον ἀνάθεμα κατὰ τῶν προμάχων τῆς ὀρθοδοξίας ἀναστρέφειν ἐφρυάξατο καὶ τὴν βαρβαρικὴν μανίαν ἐκλησιαστικὴν προνομίαν ἐφιλονείκησαν ἀπεργάσασθαι, αὐτίκα καὶ τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο καὶ ποινῆς ἁπάσης πέρας ἔσχατον εἰς μύθους καὶ παίγνια μεταποίηκε• μᾶλλον δὲ τοῖς εὐσεβέσι καὶ αἱρετὸν παρεσκεύασται» (Ἐπιστ. ρξγ΄)[46]. «Ἄλλωστε ὁ Φώτιος καὶ οἱ ὀπαδοί του δὲν ἐθεώρουν κανονικὴν τὴν εἰς αὐτοὺς ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως ὑπὸ ἀντικανονικῶς συγκροτηθέντος ἀναρμοδίου συνοδικοῦ ὀργάνου» (RG 102, 900)[47]. Μετ’ ὀλίγον “ὁ Φώτιος ἀνεκλήθη ἐκ τῆς ἐξορίας… Ἐπηκολούθησεν ἡ συμφιλίωσις Ἰγνατίου καὶ Φωτίου, ὁ ὁποῖος μὴ θεωρῶν ἑαυτὸν καθῃρημένον συμπεριεφέρετο ὡς ἐπίσκοπος»[48]. «Ὁ Φώτιος ἀνῆλθεν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον τρεῖς μόλις ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἰγνατίου ἄνευ κανονικῆς τινος διαδικασίας. Ὁ Ἰγνάτιος εἶχε προφανῶς συμφωνήσει εἰς τὴν διαδοχὴν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Φωτίου»[49]. «Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Φωτίου ἐγένετο τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ βασιλέως Βασιλείου, ὅστις διὰ πατρικίων καὶ εἶτα αὐτοπροσώπως ἐκάλεσεν αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον. Ὁ Φώτιος ἔθεσεν ὡς ὅρους ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἐξορίστων ὀπαδῶν αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐκ τῶν κατ’ αὐτοῦ διατυπωθεισῶν συκοφαντιῶν… “ἐρρέτωσαν δὲ καὶ αἱ καθ’ ἡμῶν συκοφαντίαι, οὐχ ἡμῶν χάριν ἀλλ’ ἵνα μὴ τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ δι’ ἐμὲ μῶμος ἐπιτρίβοιτο“ (Μansi XVII, 425). Ἀναμφιβόλως ὁ Φώτιος ἠννόει τὴν καταδικάσασαν αὐτὸν σύνοδον τῆς ἁγ. Σοφίας (869-870)»[50]. Ὁ Πάπας Ἰωάννης (διὰ κειμένου ποὺ μετέφερε στὴν ἐν Κων/πόλει Σύνοδο τοῦ 879 ὁ παπικὸς ἀντιπρόσωπος πρεσβύτερος Πέτρος) ἔλεγε: «θέλομεν ἐνώπιον τῆς ἐνδημούσης συνόδου ἀνακηρυχθῆναι, ἵνα ἡ σύνοδος ἡ γεγονυῖα κατὰ τοῦ προρρηθέντος πατριάρχου Φωτίου ἐν τοῖς καιροῖς τοῦ Ἀνδριανοῦ τοῦ Ἀγιωτάτου πάπα ἐν τῇ Ρώμῃ καὶ ἐν Κων/πόλει ἀπὸ τοῦ παρόντος ᾖ ἐξοστρακισμένη καὶ ἄκυρος»[51]. Ὁ παπικὸς ἀντιπρόσωπος ὅμως, βλέποντας ὅτι ὁ Φώτιος παρίστατο καὶ ἐλάμβανε μέρος στὴ Σύνοδο, παρατήρησε ὅτι «οὐν ἦν καλὸν πρὸ τῆς ἐλεύσεως ἡμῶν ἀνελθεῖν αὐτόν», νὰ ἔχει δηλαδὴ ἀναλάβει ὁ Φώτιος τὴν Πατριαρχίαν. «Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων πρεσβύτερος Ἠλίας ἀπήντησεν ὅτι παρὰ τὰς ἀντιθέτους ἀποφάσεις τῶν ἐν Ρώμῃ καὶ Κων/πόλει Συνόδων (863, 869-870) “τὰ τρία τῆς ἀνατολῆς Πατριαρχεῖα ἀεὶ Πατριάρχην αὐτὸν εἶχον• οἱ ἐν Κων/πόλει ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς μικροῦ πάντες Πατριάρχην αὐτὸν ἔχουσι. Καὶ τί ἐκώλυε τοῦ ἀνελθεῖν αὐτόν;“ (Μansi XVII, 420). Ἐν συνεχείᾳ ἀνεγνώσθησαν αἱ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχην ἐπιστολαὶ» τῶν τριῶν ἄλλων Πατριαρχείων «δι’ ὧν ἀποδοκιμάζονται οἱ καθ’ ὑπέρβασιν ἁρμοδιοτήτων συμμετασχόντες… εἰς τὴν καταδικάσασαν τὸν Πατριάρχην Φώτιον σύνοδος (869-870)»[52]. ________________________________________ [1] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 397. [2] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 397: «Τούτων οὖν προεγνωσμένων, ἀκαίρως κατηγοροῦσί τινες…τὴν παροῦσαν Σύνοδον διὰ τὸ ἀνάθεμα ὁποῦ κάμνει, φέροντες εἰς μαρτυρίαν τὸν θεῖον Χρυσόστομον• α΄. διὰ τὶ ὁ Χρυσόστομος εἰς τὸν ἀνωτέρο λόγον ἐμποδίζει ναὶ τὸν καθ’ ἕνα ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ νὰ μὴ τοὺς ἀναθεματίζῃ τινά…, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζει καὶ τὴν Σύνοδον ἀπὸ τοῦτο. Λέγει γὰρ ὁ αὐτὸς πάλιν ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ “Τί λοιπόν, ἐπῆρες τόσην ἐξουσίαν ἐσὺ νὰ ἀναθεματίζῃς τινα;”». [3] Δ. Ἀρεοπαγίτου, Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Κεφ. Ζ΄, π. 7, PG 3, 564 Β. [4] Ἁγ. Μαξίμου, ΡG 4, 181 Β. [5] «Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι καὶ…ἀφορίσωσιν» (Λουκ. 6,22). [6] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 66. [7] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35. ‒«Ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἔχει νομικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ὑπόστασιν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀδίκου ἀφορισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας» (Παπουλίδη Κ., Τὸ Κίνημα τῶν Κολλυβάδων, σελ. 72). [8] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 457. [9] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 130. [10] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 133. [11] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 134-135. [12] Εἰς Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 135, ὑποσ. [13] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 133-134. [14] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., 1997, σελ. 139. [15] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 398. [16] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 169, 171. [17] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 200. [18] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 206. [19] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 211. [20] Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., σελ. 454. [21] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35. ‒«Ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἔχει νομικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ὑπόστασιν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀδίκου ἀφορισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας» (Παπουλίδη Κ., Τὸ Κίνημα τῶν Κολλυβάδων, σελ. 72). [22] Ἐγένετο δὲ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ Ῥώμῃ τι τοιοῦτον· μοναχός τις ἀφορισθεὶς ὑπὸ Γρηγορίου τοῦ πάπα ὡς παρὰ γνώμην τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ καὶ παρὰ τὸν θεσμὸν τοῦ μοναστηρίου τοῦ αὐτοῦ Γρηγορίου ποιήσαντά τι μετ' ὀλίγας ἡμέρας ἐτελεύτησεν. ὅπερ ἀκούσας ὁ πάπας μεγάλως ἐλυπήθη, ὅτι ἀπῆλθεν ὁ ἀδελφὸς ἐξαίφνης δεδεμένος, καὶ γράψας ἐν χάρτῃ εὐχὴν λύουσαν τὸν τεθνεῶτα ἐκ τοῦ ἀφορισμοῦ ἔδωκέ τινι διακόνῳ εἰπών· ἄπελθε ἐπὶ τὸν τάφον τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἀνάγνωσον αὐτήν. καὶ τούτου γενομένου, θεωρεῖ ὁ ἡγούμενος κατ' ὄναρ τὸν ἀδελφὸν καὶ λέγει αὐτῷ· λύπην ἔχομεν, ἀδελφέ, περί σου, ὅτι δεδεμένος ἐτελεύτησας. εἰπὲ οὖν ἡμῖν πῶς ὑπάρχεις. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ὄντως, πάτερ, εἰς φυλακὴν ἤμην ἕως τῆς χθὲς ἡμέρας. σήμερον δὲ διὰ τοῦ θεοῦ ἀπελύθην. ὅπερ ἐξηγησάμενος ὁ ἡγούμενος τῷ πάπᾳ, ἐγνώσθη πᾶσιν ὅτι, καθ' ἣν ὥραν ὁ διάκονος ἀνέγνω τὴν εὐχὴν ἐπὶ τοῦ τάφου, τότε καὶ τοῦ δεσμοῦ ὁ ἀδελφὸς ἐλύθη. καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἔδωκαν δόξαν τῷ θεῷ τῷ δόντι τοιαύτην ἐξουσίαν τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις. Διὰ δὴ τοῦτό φησι καὶ ὁ μέγας Χρυσόστομος· ἡμεῖς μὲν οὖν κατὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸν θεσμὸν τὰ δεσμὰ περιβάλλομεν. εἰ δέ τις καταφρονοίη τούτων, ἐπιστήσεται ὁ τοῦ θανάτου καὶ τῆς κρίσεως καιρὸς διδάσκων αὐτὸν ὡς ἀψευδὴς ὁ λόγος τοῦ κυρίου καὶ ὁ νόμος τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας. ὅθεν λοιπὸν ἐγὼ μὲν ἀνεύθυνός εἰμι, τὸ γὰρ ἐμαυτοῦ πεποίηκα, ἐκεῖνος δὲ τὸν θεῖον ζυγὸν ἀπορρίψας καὶ τὰ ἱερὰ δεσμὰ διαρρήξας, ὁ λόγος αὐτῷ ἔσται πρὸς τὸν ἐμοὶ κελεύσαντα δῆσαι. οὐδὲ γάρ, εἰ βασιλέως προκαθημένου τῶν παρεστώτων δορυφόρων τις ἐπετράπη δῆσαί τινα τῶν ὑπηκόων καὶ τὰ δεσμὰ περιβαλεῖν, ἐκεῖνος δὲ οὐ μόνον ἀπώσατο τοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὰ δεσμὰ διαρρήξειεν, ὁ δορυφόρος ἐστὶν ὁ τὴν ὕβριν πεπονθώς, ἀλλ' ὁ κελεύσας βασιλεύς. καὶ μάλα εἰκότως. τὰ γὰρ εἰς τοὺς διδασκάλους γινόμενα προσοικειούμενος ὁ πάντων βασιλεύς τε καὶ κύριος αὐτὸς ὡς τετιμημένος ἢ ὑβρισμένος διακείσεται (Georgius Monachus Chronogr. Chronicon (lib. 1-4). [23] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 34-35. ‒Δὲς κατ’ ἀναλογίαν: «Ὁ καταδικασθεὶς κληρικὸς καὶ μὴ συμμορφούμενος πρὸς τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ἤθελε τολμήσει “ἅψεσθαι τῆς ποτὲ ἐγχειρισθείσης αὐτῷ λειτουργίας”, ἐπιτελεῖ ἀπόπειραν στρεφομένην κατὰ τοῦ ἐκκλησ. δεδικασμένου, διὸ καὶ αὐστηρότατα τιμωρεῖται δι’ ὁριστικῆς ἀποκοπῆς αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλη-σίας…“μηδὲ ἐν ἑτέρᾳ συνόδῳ ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως ἔχειν”» (Χριστινάκη Π., ὅπ. παρ., σ. 519). –«”Διότι εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ὁ ἀποδειχθεὶς ἀσεβὴς ἔχει ὁπωσδήποτε χωρισθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅπως ἔχει (ὁπωσδήποτε) χωρισθῇ καὶ ὅποιος ἀναθεματίζεται ὡς ἀσεβής. Διότι τὸ ἀνάθεμα δὲν δηλοῖ ἄλλο τι, εἰ μὴ τὸν ἀπὸ Θεοῦ χωρισμόν”... Ἄρα ἐνταῦθα ἡ Σύνοδος ἀποφαίνεται ὅτι ὁ ἔστω καὶ ἀδίκως ἀναθεματιζόμενος ὡς ἀσεβής (δηλ. ὡς αἱρετικός) χωρίζεται ἀπὸ τὸν θεόν. Βλ. Καὶ πράξ. ΣΤ’ σημ. 86 καὶ 105 καὶ Πράξ. Η’ σημ. 29» (Μελετίου Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουν. Σύνοδος, σελ. 364 καὶ ὑποσ. 95). [24] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ.,σελ. 137. [25] Προβληματισμὸ ἐκφράζει ὡς πρὸς τὴν τήρηση τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ ὁ Βαλσαμών (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 64-65). [26] Μελετίου, Μητροπ. Νικοπόλεως, ἡ Πέμπτη Οἰκουμ. Σύνοδος, σελ. 174. [27] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 64-65. [28] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὑπ. σελ. 35. [29] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, ὅπ. παρ., σελ. 35 [30] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, ὅπ. παρ., σελ. 35 [31] Ἂν ἐπιληφθεῖ ἡ Σύνοδος καλῶς. Ἂν ἡ Σύνοδος φέρεται ἀλληλέγγυα στὸν Ἐπίσκοπο, τότε ἀπὸ ποιόν ἐγκόσμιο κριτὴ θὰ δοθεῖ λύση; [32] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35. [33] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 35. [34] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 537. Ἡ μετάφραση τοῦ Κανόνα εὑρίσκεται στὴ σελ. 41. [35] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 138. [36] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 71. Πρβλ. καὶ ὅσα γράφονται εἰς τῶν ἐν ἔτει 1663 ἐκδοθέντα Τόμον τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδίᾳ τὸ «οὐχ ἕπεται τὸ θεῖον ταῖς παραλόγοις ὁρμαῖς…». [37] Ἀντιόχου μοναχοῦ, PG 89,1813AB. [38] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 136-137, 353. [39] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 131. [40] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 131. [41] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 139. [42] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα…, ὅπ. παρ., σελ. 65. [43] Τὰ ὑπὲρ Χριστοῦ παθήματα…ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐκδ. “Ὀρθ. Κυψέλη”, 2005, σελ. 75-76. [44] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 98. [45] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 98. [46] Κάλλιστου Βλαστοῦ, σελ. 51. [47] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 101. [48] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 101. [49] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 102. [50] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 102-103. [51] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 106. [52] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 110. Αναρτήθηκε από Πατερική Παράδοση Αναρτήθηκε από ΟΜΟΛΟΓΙΑ στις 12:24 π.μ.

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ

ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΙΕΡΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΤΑΚΟΜΒΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΤΑΒΑΣ" ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ at March 03, 2026 Ο Συμεών ήταν ένας από τους 72 σοφούς , που κάλεσε ο Πτολεμαίος στην Αίγυπτο για να μεταφράσουν την Παλαιά Διαθήκη, από το εβραϊκό κείμενο στην ελληνιστική κοινή. Η μετάφραση αυτή είναι γνωστή σαν μετάφραση των εβδομήκοντα. Μεταφράζοντας λοιπόν τον Προφήτη Ησαΐα και συγκεκριμένα το στίχο που αφορά τη γέννηση του Μεσσία, «Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ησ. 7.14)., άρχισε να αμφιβάλει. Έχοντας τις αμφιβολίες του, δυσπιστώντας και προσπαθώντας να βρει λογική εξήγηση, περπατούσε σκεπτόμενος στις όχθες του Νείλου ποταμού, όταν κάποια στιγμή,, έπεσε το δαχτυλίδι του μέσα στο ποτάμι. Του ήρθε τότε η σκέψη, πως όσες πιθανότητες έχει να το βρει, άλλες τόσες υπάρχουν, να γεννηθεί παιδί από παρθένο. Δηλαδή καμιά. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός ενώ έτρωγε ψάρι, βρήκε μέσα του το δαχτυλίδι. Παρακάλεσε το Θεό τότε, να τον αξιώσει να δει το Σωτήρα του κόσμου. «……μὴ ἰδεῖν θάνατον, πρὶν ἢ ἂν ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου». Η παράκληση του εισακούστηκε, από το Θεό, που τον κράτησε στη ζωή μέχρι την ηλικία των 270 ετών. ‘Όταν η Παναγία έφερε τον Ιησού στο Ναό, για να πάρει την ευχή των 40 ημέρών, Ο Συμεών φωτισμένος από το άγιο Πνεύμα, πήρε στα χέρια του τον Ιησού τον ευλόγησε και είπε το Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ…» (Λουκ.Β’ : 25-32). Ο Συμεών κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ. Ήταν δίκαιος, ευλαβής και φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, που του είχε φανερώσει ότι δε θα πέθαινε πριν δει το Χριστό. Η χαρμόσυνη αυτή πληροφορία τον εμψύχωνε ως τα βαθειά γεράματα του. Τέλος, ακριβώς σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού, το Πνεύμα τον πληροφόρησε ότι έπρεπε να πάει στο Ιερό. Ετοιμάστηκε, λοιπόν, με νεανική ζωηρότητα, πήγε εκεί και στάθηκε στην πόρτα, γεμάτος ευχαρίστηση και αγαλλίαση. Μέσα στην προσδοκία αυτή, φάνηκαν να έρχονται ο Ιωσήφ με την Παρθένο, που κρατούσε τον Ιησού. Ο Συμεών, πληροφορημένος από το Πνεύμα ότι το βρέφος αυτό είναι ο Χριστός, τρέχει και παίρνει τον Ιησού στην αγκαλιά του. Τον κρατάει ευλαβικά και, αφού καλά - καλά παρατήρησε το νήπιο και δέχθηκε όλη την ιλαρότητα της θείας μορφής του, ύψωσε το βλέμμα του επάνω και είπε ευχαριστώντας το Θεό: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη• ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις άποκάλυψιν εθνών και δόξαν λάου σου Ισραήλ». Τώρα, δηλαδή, πάρε την ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα με το λόγο σου, ειρηνικά, διότι τα μάτια μου είδαν αυτόν που θα φέρει τη σωτηρία που ετοίμασες για όλους τους λαούς και θα είναι γι' αυτούς φως, που θα αποκαλύψει τον αληθινό Θεό και θα δοξάσει το λαό σου Ισραήλ.

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΝΙΝΑΝ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΑΧΑΡΝΕΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΠΑΡΝΗΘΟΣ Α.Π. 7 Εν Αχαρναις Οκτωβριος 2022. ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΝ ΝΙΝΑ Δημοσιεύτηκε στις Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013 21:33 | Γράφτηκε από τον/την dominique | | 88 8 2 144 Αξιολόγηση Χρήστη: / 0 Χειρότερο Καλύτερο Εποιήθη εν Αγίω Όρει υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου Υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ευλογήσαντος του Ιερέως, το Κύριε εισάκουσον, μεθ’ ο το Θεός Κύριος ως συνήθως και το εξής: Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ. Του Παρακλήτου λαμπρυνθείσα τη αίγλη, των Αποστόλων εμιμήσω τον ζήλον, και τον Χριστόν τοις έθνεσιν εκήρυξας, Νίνα Ισαπόστολε, εν δυνάμει τη θεία˙ όθεν δυσωπούμέν σε, εκτενώς εκδυσώπει, υπέρ ημών τον πάντων Ποιητήν, της Ιβηρίας, αγία Φωτίστρια. Θεοτοκίον. Ου σιωπήσομέν ποτέ… Ο Ν’ και ο Κανών ου η ακροστιχίς: «Ημάς Κυρίω Νίνα προσάγοις». Γερασίμου. Ωδή α’. Ήχος πλ. δ’. Υγράν διοδεύσας. Ηλίου ακτίσι του νοητού, Νίνα λαμπομένη, του νοός μου τον σκοτασμόν, δίωξον ταις σαις ικετηρίαις, και προς το φώς αρετών με οδήγησον. Μοναίς κατοικούσα των ουρανών, Νίνα μακαρία, Ισαπόστολε του Χριστού, μη παύση Κυρίω δυσωπούσα, αμαρτιών ημίν δούνα συγχώρησιν. Αγγέλων συνούσα θείοις χοροίς, Νίνα θεηγόρε, καθικέτευε εκτενώς, λυτρούσθαι ημάς πάσης ανάγκης, τους αδιστάκτω ψυχή προσιόντάς σοι. Θεοτοκίον. Σαρκί ομιλήσας εκ των αγνών, αιμάτων σου Κόρη, ο των όλων Δημιουργός, διπλούς εκ σου ώφθη τοις ανθρώποις, και την αρχαίαν αράν εξηφάνισεν. Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος. Καταφύγιον θείον, γενού ημίν πάνσεμνε, τοις ειλικρινώς προσιούσι, τη αντιλήψει σου, πάσαν επήρειαν, την καθ’ ημών κινουμένην, Νίναν αποτρέπουσα, του πολεμήτορος. Υψηλή διανοία, και ταπεινώ πνεύματι, προς την Ιβηρίαν δραμούσα, Χριστόν εκήρυξας˙ ον καθικέτευε, τον υπερήφανον όφιν, καθ’ ημών μαινόμενον, Νίνα συντρίβεσθαι. Ρώμην θείαν λαβούσα, εν τη ψυχή πάνσεμνε, πάσαν την ισχύν του Βελίαρ, καταπεπάτηκας, εν ασθενεία σαρκός˙ όθεν αυτού της μανίας, Νίνα απολύτρωσαι, τους σε γεραίροντας. Θεοτοκίον. Ιλασμόν ημίν αίτει, και των παθών λύτρωσιν, η το ιλαστήριον πάντων, Χριστόν κυήσασα, Παρθένε Άχραντε, και του δολίου τα κέντρα, καθ’ ημών ματαίωσον, τη ση χρηστότητι. Διάσωσον πάσης ανάγκης, και βλάβης ταις σαις πρεσβείαις, τους εν πίστει τη ση πρεσβεία προστρέχοντας, ώ Ισαπόστολε Νίνα εκδυσωπούμεν. Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος. Αίτησις και το Κάθισμα. Ήχος β’. Πρεσβεία θερμή. Πολλήν προς Χριστόν, ως θεία Ισαπόστολε, πλουτούσα σεμνή, την παρρησίαν πρέσβευε, ρύεσθαι πάσης θλίψεως, και δεινών προσβολών του αλάστορος, τους προσιόντας σοι Νίνα πιστώς, και μέλποντας τα σα προτερήματα. Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε. Ως Χριστού ισαπόστολος, συν τοις Αποστόλοις Νίνα ικέτευε, πειρασμών παντοίων ρύεσθαι, τους ειλικρινώς σε μακαρίζοντας. Νόμον θείον εξέφηνας, τοις εν Ιβηρία τη πολιτεία σου˙ όθεν πάσης ανομίας με, Νίνα ισαπόστολε απάλλαξον. Ιησούν τον πανάγιον, ον εν Ιβηρία Νίνα εδόξασας, καθικέτευε λυτρούσθαί με, πάσης αδοξίας της του χείρονος. Θεοτοκίον. Νεκρωθέντα τοις πταίσμασι, ζώωσόν με Κόρη τη ση χρηστότητι, και ζωήν προς την ενάρετον, ίθυνον και σώσόν με Πανάμωμε. Ωδή ε’. Φώτισον ημάς. Άνωθεν ημίν, τοις πιστώς υμνολογούσί σε, δίδου Νίνα την αντίληψιν την σην, εν ειρήνη συντηρούσα την ζωήν ημών. Πάσης προσβολής, του δολίου πολεμήτορος, ασινείς ημάς συντήρησον σεμνή, εξαιτούσα ημών Νίνα παθών ίασιν. Ρείθροιος μυστικοίς, των σεπτών σου παρακλήσεων, καταδρόσισον ημάς τους τη φλογί, φλεγομένους των παθών Νίνα και θλίψεων. Θεοτοκίον. Ορμώ γαληνώ, καθοδήγησόν με Δέσποινα, εκ θαλάσσης χαλεπών αμαρτιών, και ειρήνευσον Παρθένε την καρδίαν μου. Ωδή στ’. Την δέησιν. Σοφίαν, την θεϊκήν κεκτημένη, εν τη χώρα, των Ιβήρων επέστης, και ευσεβείας το φως διαυγάζεις, λόγοις και έργοις και θαύμασιν άπασι˙ διο καταύγασον καμέ, τω φωτί της αΰλου ελλάμψεως. Απάτης, της των ειδώλων ελέγχεις, την ασθένειαν τοις θαύμασι Νίνα˙ διο ημάς ασθενείας απάσης, κατά ψυχήν τε και σώμα˙ απάλλαξον, και δίδου ρώσιν και ισχύν, του ποιείν του Κυρίου το θέλημα. Γενναίως, εν τω Σταυρώ ρωννυμένη, ον η Πάναγνος σοι δέδωκε Κόρη, θαυματουργοίς παραδόξως ώ Νίνα, και του Σωτήρος εκφαίνεις την δύναμιν˙ διο δυνάμωσον καμέ, κατά πάσης μανίας του δράκοντος. Θεοτοκίον. Ο θρόνος, ο επηρμένος της δόξης, του των όλων βασιλέων και Κτίστου, Παρθενομήτορ Υπέραγνε Κόρη, των πεπτωκυίαν ψυχήν μου εις βόθυνον, αμαρτιών τε και παθών, προς γνησίαν μετάνοιαν έγειρον. Διάσωσον πάσης ανάγκης και βλάβης ταις σαις πρεσβείαις, τους εν πίστει τη ση πρεσβεία, προστρέχοντας, ώ Ισαπόστολε Νίνα εκδυσωπούμεν. Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν. Αίτησις και το Κοντάκιον. Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου. Της ευσεβείας τον δρόμον τελέσασα, εν Ιβηρία σεμνή Ισαπόστολε, της άνω Σιών κατηξίωσαι, Νίνα αεί τω Σωτήρι πρεσβεύουσα, διδόναι ημίν θείον έλεος. Προκείμενον. Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον… Στίχ: Και έστησεν επί πέτραν… Ευαγγέλιον των δέκα Παρθένων. Ζήτει αυτό τω ιζ’ Σαββάτω του Ματθαίου. Δόξα. Ταις της σης Αγίας… Και νυν. Ταις της Θεοτόκου… Προσόμοιον. Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι. Στίχ: Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα… Σταυρόν Θείον δέδεξαι, εν οπτασία, αρρήτω, εκ της Θεομήτορος, ως όπλον αήττητον Νίνα ένδοξε, και ισχύν άμαχον, εξ αυτού λαβούσα, παραδόξως ενδιέπρεψας, λόγοις και θαύμασιν, εν τη Ιβηρία, θεόπνευστε˙ διο σε ικετεύομεν, ως της άνω δόξης, μετέχουσα, πάσης αδοξίας, παθών φθαροποιών ρύσαι ημάς, και εκ Θεού ημίν αίτησαι, των πταισμάτων άφεσιν. Ο Ιερεύς: Σώσον ο Θεός… Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας. Ιησούν τον Σωτήρα, και Θεόν των απάντων Νίνα ικέτευε, παθών επικρατείας, και πάσης αμαρτίας, εκλυτρούσθαι των Πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει. Σωτηρίαν εξαίτει, και ποικίλων κινδύνων την απολύτρωσιν, ώ Νίνα θεοφόρε, τοις πόθω σε τιμώσι, και βοώσιν εκάστοτε. Ο των Πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει. Γεωργείν εν Κυρίω, μετανοίας αξίως καρπούς ενίσχυσον, ώ Νίνα μακαρία, τους σε υμνολογούντας, και πιστώς ανακράζοντας˙ Ο των Πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει. Ωδή η’. Τον βασιλέα. Ράβδον πλουτούσα, Νίνα δυνάμεως θείας, όνπερ έσχηκας Σταυρόν εν ταις χερσί σου, έδειξας τοις πάσι, Χριστού την θείαν χάριν. Ασθενημάτων, κατά ψυχήν τε και σώμα, ταις πρεσβείαις σου προς τον Δεσπότην πάντων, ρύου αεί Νίνα, τους σε ανευφημούντας. Σύντριψον Νίνα, την καθ’ ημών δυναστείαν, του αλάστορος ταις προς Χριστόν λιταίς σου, και εξαίτει πάσιν, ειρήνην εις τω βίω. Θεοτοκίον. Ίδε Παρθένε, την ασθενούσαν ψυχήν μου, και παράσχου μοι ταχείαν θεραπείαν, ως της συμπαθείας, πηγή δαψιλεστάτη. Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον. Μεγάλως δοξασθείσα παρά του Κυρίου, ως ισαπόστολος Νίνα θεόκλητος, μεγάλων πόνων απάλλατε την ζωήν ημών. Οσίως και δικαίως εν τη Ιβηρία, Νίνα θεόφρον τον βίον ανύσασα, εν οσιότητι πάση ημάς περίφραξον. Υπέρτερον τον νουν μου, εκ της προσπαθείας, την των γηΐνων απέργασαι δέομαι, και φωτισμώ τούτον θείω Νίνα καταύγασον. Θεοτοκίον. Υπέραγνε Παρθένε, Κεχαριτωμένη, την άναγνόν μου καρδίαν απόπλυνον, τη μυστική επομβρία της σης χρηστότητος. Άξιόν εστίν και τα μεγαλυνάρια. Χάριν δεξαμένη εν τη Σιών, Νίνα εν καρδία, επτερώθης πόθω Χριστώ, και εν Ιβηρία, μετά σπουδής δραμούσα, της ευσεβείας ώφθης, κήρυξ θεόσοφος. Τον Σταυρόν κατέχουσα εν χερσίν, ον η Θεοτόκος, εποφθείσά σοι μυστικώς, δέδωκεν ώ Νίνα, εκφαίνεις παραδόξως, του Σταυρωθέντος πάσι, την θείαν δύναμιν. Λόγοις τε και θαύμασιν ιεροίς, του Ευαγγελίου, διαλάμπεις τοις εν νυκτί, Νίνα θεοφόρε, την έλλαμψιν την θείαν, και λύεις των ειδώλων, πάσαν σκοτόμαιναν. Ώφθης ισαπόστολος θαυμαστή, ως των Αποστόλων, δεξαμένη το θείον φώς, και εν Ιβηρία, εκλάμψασα ω Νίνα, επήρθης προς την δόξαν, την υπερκόσμιον. Χαίροις Ιβηρία θεία λαμπάς, Νίνα μακαρία, Ισαπόστολε του Χριστού˙ χαίροις αληθείας, εμφανεστάτη στήλη, διώκουσα του ψεύδους, την αμαυρότητα. Δόξης απολαύουσα Τριλαμπούς, Νίνα συν Αγγέλοις, και Αγίων πάντων χοροίς, πρέσβευε απαύστως, ρύεσθαι πάσης βλάβης, τους τη σεπτή πρεσβεία σου καταφεύγοντας. Πάσαι των Αγγέλων… Το Τρισάγιον, τα συνήθη τροπάρια, εκτενής και απόλυσις, μεθ’ ήν ψάλλομεν το εξής: Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου. Θείας απολαύουσα ζωής, και κατατρυφώσα απαύστως, των υπέρ νουν αμοιβών, Νίνα ισαπόστολε Χριστόν ικέτευε, πειρασμών και κακώσεων, και πάσης οδύνης, και πικράς συμπτώσεως, ρύεσθαι πάντοτε, πάντας τους πιστώς σε τιμώντας, και εκδεχομένους υψόθεν, την θερμήν και θείαν σου αντίληψιν. Δίστιχον. Γερασίμου πρόσδεξαι Νίνα θεόφρον Την παρούσαν δέησιν ως λιτήν θείαν.

ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ ΠΕΡΙ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ 1948.

www ________________________________________ vladika vladika 20 Σεπτεμβρίου 2012 5:17 μ.μ. Προς: e.kirikos@gmail.com «Περὶ νέου καὶ παλαιοῦ ἡμερολογίου»* Εἰσήγησις τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Μποκουτσάρσκυ Σεραφεὶμ Σομπόλιεφ εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Μόσχας (8-18.7.1948) ΠΡΟ 56 ἐτῶν εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Μόσχας (8-18 ᾿Ιουλίου 1948), ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν 500 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας (1448), οἱ ᾿Αρχηγοὶ τῶν ᾿Αντιπροσώπων τῶν Αὐτοκεφάλων ᾿Εκκλησιῶν ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Αντιοχείας, Ρωσίας, Σερβίας Ρουμανίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας, Πολωνίας, Τσεχοσλοβακίας καὶ ᾿Αλβανίας ἠρνήθησαν τὴν συμμετοχὴν τῶν ᾿Εκκλησιῶν των «ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει, ὑπὸ τὴν παροῦσαν αὐτῆς μορφήν» 1. Ποῖοι σοβαροὶ λόγοι ὡδήγησαν εἰς τὴν λῆψιν μιᾶς τοιαύτης βαρυσημάντου ἀποφάσεως, ἡ ὁποία διέσπα «τὴν μέχρι τοῦδε κοινὴν τακτικήν, τακτικὴν συνεργασίας τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ Κινήσει», μάλιστα δὲ τὴν παραμονὴν ἀκριβῶς τῆς ἱδρύσεως τοῦ «Π.Σ.Ε.» (῎Αμστερδαμ, 22.8-4.9.1948); «῾Ως λόγοι διὰ τὴν λῆψιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως φέρονται οἱ ἑξῆς: αʹ) ῾Ο σκοπὸς τοῦ ΠΣΕ διὰ τὴν διαμόρφωσιν μιᾶς ῾῾Οἰκουμενικῆς ᾿Εκκλησίας᾿᾿ δὲν ἀνταποκρίνεται μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. βʹ) Τὸ ΠΣΕ διὰ τῆς διοργανώσεως τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς τείνει εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς ῾῾᾿Εκκλησίας Οἰκουμενικῆς᾿᾿, δυναμένης ν᾿ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν διεθνῶν ζητημάτων. «Μνήμη ᾿Οδύνης» — 1924-2004 : ῾Η ὀγδοηκοστὴ ἐπῢτειος τῆς ῾Ημερολογιακῆς Καινοτομίαςγʹ) ῾Η Οἰκουμενικὴ Κίνησις ἐν τῇ παρούσῃ αὐτῆς μορφῇ ἀπώλεσε τὴν ἐλπίδα αὐτῆς διὰ τὴν ἕνωσιν ἐν τῇ Μιᾷ ῾Αγίᾳ Καθολικῇ καὶ ᾿Αποστολικὴ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ ἀποβλέπει μᾶλλον εἰς τὴν πραγματοποίησιν μιᾶς ἑνώσεως ἐπί τοῦ κοινωνικοῦ, οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ τομέως. δʹ) Κατὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1937-1948 περίοδον οὐδόλως ἐξητάσθη τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἐπὶ τοῦ δογματικοῦ καὶ ὁμολογιακοῦ ἐδάφους, καὶ εʹ) Μόνη ἡ πίστις εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ὡς Θεὸν καὶ Σωτῆρα θεωρεῖται ἐλλιπής. ῾Υπὸ τὸ φῶς τῶν ἐκτιθεμένων λαμβάνεται ἡ ἀπόφασις τῆς μὴ συμμετοχῆς» 2. Βλέπομεν δηλαδὴ νὰ διακηρύσσεται λαμπρῶς καὶ λίαν εὐστόχως ἡ ᾿Αλήθεια τῆς «Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας σὲ ἀντιδιαστολὴ τόσο πρὸς τὴν ἀλλοίωση αὐτῆς τῆς ἀληθείας ἀπὸ τὸν παπισμὸ ὅσο καὶ πρὸς τὶς ἑνωτικὲς τάσεις τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως» 3. ᾿Ανεξαρτήτως τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὰς ἀνωτέρω ᾿Εκκλησίας ὀλίγα ἔτη ἀργότερον εἰς τὴν ἀθέτησιν τῆς κατ᾿ οὐσίαν δεσμευτικῆς αὐτῆς ἀποφάσεώς των διὰ τῆς ἀθρόας ἐν τέλει προσχωρήσεώς των εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, εἶναι λίαν χαρακτηριστικὸν τὸ γεγονός, ὅτι ἐξ ἀρχῆς τὸ «Π.Σ.Ε.» ἐθεωρήθη ἐξ ἐπόψεως ᾿Ορθοδόξου ὡς μία δυνάμει «Οἰκουμενικὴ ᾿Εκκλησία». Πράγματι· τοῦτο ἀπεδείχθη ἀναντιρρήτως εἰς τὴν μετέπειτα πορείαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ ᾿Οργανισμοῦ τῆς Γενεύης. «Τὸ συνέδριον» τῆς Μόσχας, «ἐπιληφθὲν τῆς ἐξετάσεως τῶν θεμάτων» α) «Βατικανὸν καὶ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία», β) «᾿Αγγλικανικὴ ῾Ιεραρχία», γ) «Οἰκουμενικὴ Κίνησις καὶ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία» καὶ δ) «᾿Εκκλησιαστικὸν ῾Ημερολόγιον», «ἐξέδωκε τέσσαρας ἐπ᾿ αὐτῶν ἀποφάσεις» 4. ᾿Εξ αὐτῶν τῶν τεσσάρων ἀποφάσεων, μόνον αἱ αʹ, βʹ καὶ δʹ ἔχουν δημοσιευθῆ ἑλληνιστί 5. ἐλπίζομεν δὲ σὺν Θεῷ λίαν συντόμως νὰ δημοσιεύσωμεν τόσον τὴν γʹ, τῆς ὁποίας ἡ σοβαρότης εἶναι αὐτονόητος, ὅσον καὶ τὴν μνημειώδη σχετικὴν εἰσήγησιν εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Μποκουτσάρσκυ Σεραφεὶμ Σομπόλιεφ μὲ τίτλον «Πρέπει ἡ Ρωσικὴ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν;» 6. Πρὸς τὸ παρόν, παρουσιάζομεν τὴν θαυμασίαν εἰσήγησιν τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ «Περὶ νέου καὶ παλαιοῦ ἡμερολογίου»,γενομένην τὴν 14ην ᾿Ιουλίου 1948 εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Μόσχας, διευκρινίζοντες ὅτι ὁ ἐνάρετος καὶ ὁμολογητὴς οὗτος ῾Ιεράρχης δὲν συνεφώνησε μὲ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου περὶ «᾿Εκκλησιαστικοῦ ῾Ημερολογίου», καταθέσας μάλιστα πρὸς τοῦτο ἰδικήν του ἰδιαιτέραν δήλωσιν 7. Διὰ νὰ κατανοηθῇ ὅμως ἡ βαρύτης τῶν ἀπόψεων τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ θὰ πρέπει νὰ γνωρίσωμεν περιληπτικῶς τὸν βίον του 8. *** Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ Σεραφεὶμ Σομπόλιεφ ἐγεννήθη εἰς τὸ Ριαζὰν τῆς Ρωσίας τὴν 1.9.1881. ᾿Εσπούδασεν εἰς τὴν Θεολογικὴν ᾿Ακαδημίαν τῆς ῾Αγίας Πετρουπόλεως, ὅπου συνεδέθη μὲ τὸν Πρύτανιν αὐτῆς, τὸν περίφημον διὰ τήν ἀρετὴν καὶ παιδείαν του ᾿Επίσκοπον Θεοφάνην Μπιστρώφ. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησίν του τὸ 1908, διωρίσθη διαδοχικῶς καθηγητὴς εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Ζιτομίρ, βοηθὸς ἐπιτηρητοῦ τῆς Σχολῆς εἰς Καλούγκα, ἐπιθεωρητὴς τοῦ Σεμιναρίου εἰς Κοστρὸμ (1911), τέλος δὲ χειροθετηθεὶς ᾿Αρχιμανδρίτης (1912), ἔγινε Πρύτανις τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Βορονὲζ εἰς ἡλικίαν τριάκοντα περίπου ἐτῶν. Εἰς τὰς 6 Μαΐου 1919 εἰς τὴν Σταυρούπολιν τοῦ Καυκάσου ὠργανώθη ἡ «Προσωρινὴ ᾿Ανωτάτη ᾿Εκκλησιαστικὴ Διοίκησις διὰ τὴν Νοτιοανατολικὴν Ρωσίαν», προκειμένου νὰ ἑνώσῃ «τοὺς ἐπισκόπους τῆς Νοτιοανατολικῆς Ρωσίας, ποὺ εἶχαν χάσει κάθε ἐπαφὴ μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας ἕνεκα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου» 9. Τότε ἡ Σύνοδος αὐτὴ τῆς «Προσωρινῆς ᾿Ανωτάτης Διοικήσεως» ἐχειροτόνησε τὸν ᾿Αρχιμανδρίτην Σεραφεὶμ εἰς ᾿Επίσκοπον Μποκουτσάρσκυ, ὡς Βοηθὸν τοῦ περιφήμου ᾿Αρχιεπισκόπου Πολτάβας Θεοφάνους Μπιστρώφ, εἰς ἡλικίαν τριάκοντα ὀκτὼ περίπου ἐτῶν.Μετὰ τὴν ἧτταν τοῦ Λευκοῦ Στρατοῦ, μεγάλα πλήθη προσφύγων μετηνάστευσαν εἰς Βαλκάνια, Δυτικὴν Εὐρώπην καὶ ῎Απω ᾿Ανατολήν. «῾Ο ἀκριβὴς ἀριθμὸς τῶν μεταναστῶν ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Ρωσία μετὰ τὴν ἐπανάσταση καὶ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο εἶναι ἄγνωστος. ῎Εχει ὑπολογισθεῖ ὅτι ὀ ἀριθμὸς μπορεῖ νὰ ἔχει φθάσει τὸ ἕνα ἑκατομμύριο» 10. Ρῶσοι μετανάσται ᾿Επίσκοποι τῆς «Προσωρινῆς ᾿Ανωτάτης ᾿Εκκλησιαστικῆς Διοικήσεως» ἔφθασαν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ μετέπειτα ᾿Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ. ᾿Ολίγον μετὰ τὴν ἄφιξίν των εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ῾Ιεραρχῶν συνῆλθον εἰς Συνεδρίασιν τὴν 1.11.1920 καὶ ἵδρυσαν τὴν «᾿Ανωτάτην ᾿Εκκλησιαστικὴν Διοίκησιν τοῦ ᾿Εξωτερικοῦ». Οἱ κυριώτεροι ἐκ τῶν ἱδρυτῶν ῾Ιεραρχῶν ἦσαν ὁ Μητροπολίτης Κιέβου καὶ Γαλικίας ᾿Αντώνιος Χραποβίτσκυ, ὁ Μητροπολίτης Χερσῶνος καὶ ῾Οδησσοῦ Πλάτων Ροζέδσκυ, ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Κισινὲφ ᾿Αναστάσιος Γριβανόφσκυ καὶ ὁ ᾿Επίσκοπος Σεβαστουπόλεως Βενιαμὶν Φεδχένκο 9. Κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Πατριάρχου Σερβίας Δημητρίου πρὸς τὸν Μητροπολίτην ᾿Αντώνιον, μετεφέρθη ἡ ἕδρα τῆς «᾿Ανωτάτης Διοικήσεως» εἰς τὸ Σρέμσκυ-Κάρλοβτσυ τῆς Γιουγκοσλαβίας τὸν ᾿Ιανουάριον τοῦ 1921 9. ῾Ο ᾿Επίσκοπος Σεραφεὶμ εὑρέθη μὲ τὸν Βλαντίκα Θεοφάνην εἰς Βουλγαρίαν καὶ διωρίσθη ὑπὸ τῆς Συνόδου ὡς ὑπεύθυνος τῶν Ρωσικῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Ενοριῶν τῆς Βουλγαρίας, ἐγκατεστάθη δὲ εἰς Σόφιαν, πλησίον τῆς ὁποίας ἵδρυσεν ἀργότερον εἰς τὸ Κνιάζεβον τὴν γυναικείαν ῾Ιερὰν Μονὴν τῆς ῾Αγίας Σκέπης τῆς Θεοτόκου, ἀληθὲς πνευματικὸν φυτώριον, ἀκμάζον μέχρι σήμερον, τὴν μοναδικὴν Μονὴν εἰς Βουλγαρίαν ἀκολουθοῦσαν τὸ Πάτριον ᾿Εκκλησιαστικὸν ῾Ημερολόγιον, μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς καινοτομίας καὶ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν ᾿Εκκλησίαν (1968) 11. ῾Ο ᾿Αρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ ἦτο συγκροτημένος ᾿Ορθόδοξος Θεολόγος, ὅταν ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψιν ἡ συγγραφική του δραστηριότης καὶ μάλιστα ἡ ἀνάμιξίς του εἰς τὰς «σοφιολογικὰς ἔριδας» τῶν ἐτῶν 1935-1936, καὶ δὴ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ σαφῶς γνωστικίζοντος «σοφιολογικοῦ» συστήματος τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Σεργίου Ν. Μπουλγκάκωφ.῾Ως «σοφιολογία» ἤ «σοφιανισμὸς» χαρακτηρίζεται μία «φιλοσοφικοθεολογικὴ ἤ καὶ γνωστικοῦ χαρακτῆρος διδασκαλία σειρᾶς νεωτέρων Ρώσων στοχαστῶν διὰ τὴν δημιουργίαν τοῦ κόσμου, ἰδίως διὰ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν Θεάνθρωπον Χριστόν, περὶ τὴν Θείαν Σοφίαν στρεφομένη» 12. Κύριοι ἐκπρόσωποί της ἦσαν ὁ Βλαδίμηρος Σολοβιώφ (1853-1900), ὁ ἱερεὺς Π. Α. Φλωρένσκυ (1881-1943), ὁ π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ (1871-1944) κ.ἄ. «Τὸ 1935, ἡ Σοφιολογία τοῦ Μπουλγκάκωφ (μόνον ἐμμέσως καὶ ἡ τοῦ Φλορένσκυ καὶ τοῦ Σολοβιὼφ) κατεδικάσθη ὡς αἱρετική, πρῶτον ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, κατόπιν πατριάρχου Σεργίου Μόσχας, εἶτα δὲ ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας ἐκείνης τῶν Ρώσων μεταναστῶν, ἡ ὁποία εἶχε τότε τὴν μητροπολιτικὴν ἕδραν της εἰς Καρλόβτσι τῆς Γιουγκοσλαβίας. ῾Η ὑπὸ τῆς τελευταίας ταύτης ἱεραρχίας καταδίκη προητοιμάσθη μὲ τὸ ὀγκῶδες βιβλίον τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ (Σομπόλιεφ) τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ Ρώσων ῾῾Νέα διδασκαλία περὶ Σοφίας᾿᾿ (Σόφια 1935.). ῾Ο μητροπολίτης Εὐλόγιος, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο ὁ Μπουλγκάκωφ, δὲν κατεδίκασε τὴν διδασκαλίαν, ἀλλὰ συνεβούλευσε τὸν Μπουλγκάκωφ νὰ τὴν ἐπανεξετάσῃ» 13. ῾Ο ᾿Αρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν ἀσκησάντων κριτικήν, ἔστω «καὶ μεθ᾿ ἢσσονος θεολογικῆς ρώμης», τοῦ «σοφιανικοῦ» «συστήματος τοῦ Bulgakov ἐξ ἐπόψεως τῆς κλασσικῆς πατερικῆς ὀρθοδόξου σκέψεως», ὡς ὁ Βλαδίμηρος Λόσσκυ (διὰ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ «Spor o Sofiji», ῾Η διαμάχη περὶ τῆς Σοφίας, Παρίσιοι 1936) καὶ ὁ τότε Μόσχας Σέργιος Στραγκορόδσκυ (δι᾿ ἐγκυκλίου/«οὐκαζίου» τοῦ 1935) 14. Κατὰ τὸν Βʹ Παγκόσμιον Πόλεμον (1940-1944), μὴ δυνηθεὶς ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλγαρίας, ἀπομονωθεὶς ἀπὸ τὴν Σύνοδον τοῦ Κάρλοβιτς καὶ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ χωρισθῇ τοῦ ποιμνίου του, ἠναγκάσθη καὶ ἐπιέσθη νὰ ἔλθῃ εἰς κοινωνίαν μὲ τὸ «Σεργιανικὸν» Πατριαρχεῖον Μόσχας, ἡ ὁποία διετηρήθη μέχρι τῆς κοιμήσεώς του ἐν ἔτει 1950, ὑποστὰς πολλὰς ταπεινώσεις καὶ πειρασμοὺς ἐκ μέρους τῶν κομμουνιστῶν. ᾿Ετάφη εἰς τὸν ῾Ιερὸν Ναὸν τοῦ ῾Αγίου Νικολάου τῆς Ρωσικῆς Πρεσβείας εἰς Σόφιαν, ὁ δὲ τάφος αὐτοῦ, διατηρούμενος εἰσέτι, ἔχει καταστῆ τόπος προσκυνήματος τῶν εὐσεβῶν ᾿Ορθοδόξων καὶ πηγὴ θαυμάτων, μαρτυρουμένων καὶ ἐνυπογράφως 8.Τὸ συγγραφικὸν ἔργον τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ 1. Novoe Uchenie o Sofiji (Νέα Διδασκαλία περὶ Σοφίας), Σόφια 1935, σσ. 526. 2. Zashchita Sofianskoi Eresi Protoiereja S. Bulgakova (᾿Απολογία ὑπὲρ τῆς Σοφιανικῆς Αἱρέσεως τοῦ Πρωθιερέως Σ. Μπουλγκάκωφ), Σόφια 1937, σσ. 122. 3. Russkaja Ideologija (Ρωσικὴ ᾿Ιδεολογία), Σόφια 1939, σσ. 180. 4. Iskazhenie Pravoslavnoi Istiny v Russkoi Bogoslovskoi Mysli (῾Η Διαστροφὴ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας εἰς τὴν Ρωσικὴν Θεολογικὴν Σκέψιν), Σόφιαν 1943, σσ. 350. 5. Propovedi (Κηρύγματα), Σόφια 1944, σσ. 190. *** ῾Η Εἰσήγησις «Περὶ νέου καὶ παλαιοῦ ἡμερολογίου»15. ΕΝΑΣ ἀπὸ τοὺς ἐπιστημονικοὺς ἐρευνητὰς τοῦ ζητήματος περὶ νέου καὶ παλαιοῦ ἡμερολογίου, τακτικὸν μέλος τῆς Ρωσικῆς ᾿Αστρονομικῆς ῾Εταιρείας, ὁ ᾿Ε. Β. Πρεντιετσένσκυ, ἰσχυρίζεται ὅτι μόνον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ᾿Αναγεννήσεως ἤρχισαν εἰς τὴν Δύσιν, μεταξὺ καὶ ἄλλων ἐπιστημονικῶν ζητημάτων, νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ Πάσχα. «Δυστυχῶς, ἐδήλωσεν, ἐνῶ μόλις καὶ κατενόησαν τὰς λεπτομερείας τοῦ ᾿Αλεξανδρινοῦ Κανόνος, καὶ ἐνῶ ἴσως ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ τὸν κατανοήσουν ὡς θὰ ἔδει, οἱ Δυτικοὶ Πασχαλιολόγοι ἠθέλησαν ἐντὸς ὀλίγου νὰ γίνουν μεταρρυθμισταὶ καὶ μετ᾿ ἐπάρσεως ἐπεχείρησαν τὴν διόρθωσιν ἑνὸς ἐξόχως συντετελεσμένου ἔργου... ῎Αν ἡ ἐποχὴ τῆς ᾿Αναγεννήσεως ἤρχιζε ταὐτοχρόνως εἰς τὴν Δυτικὴν καὶ τὴν ᾿Ανατολικὴν Εὐρώπην, ἄν αἱ δυσχερεῖς περιστάσεις δὲν κατέπνιγον ἄχρις ἀφανισμοῦ τὴν παιδείαν εἰς τὰς ἀρχαίας Χριστιανικὰς ᾿Εκκλησίας τοῦ Βυζαντίου, . . . ἄν αἱ ᾿Αλεξανδριναὶ παραδόσεις καὶ ἡ παιδεία τῶν πρώτων αἰώνων δὲν ἔπαυον εἰς ᾿Ανατολήν, τότε εἶναι ἀμφίβολον ἄν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ ὅ,τι ἐπετέλεσεν ὁ πάπας ὁ Γρηγόριος ΙΓʹ»*16. Εἰς τοὺς λόγους τούτους τοῦ Πρεντιετσένσκυ πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ πάπα Γρηγορίου ΙΓʹ καθωρίσθη ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαιτουμένης κατανοήσεως καὶ ἀφομοιώσεως ὑπὸ τῶν Δυτικῶν Πασχαλιολόγων τοῦ ᾿Αλεξανδρινοῦ Κανόνος καὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τοῦ Πάσχα, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν κατάπτωσιν τῆς παιδείας εἰς ᾿Ανατολήν, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴν ἀπιστίαν των πρὸς τὴν ῾Αγίαν ᾿Εκκλησίαν καὶ ἀκριβέστερον εἰς τὸ ὅτι ἐν Αὐτῇ ζῇ καὶ πνέει τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα ὡς πηγὴ πάσης ᾿Αληθείας. ῎Αν ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία εἶχε τὴν πίστιν ταύτην, τότε, ἐν τῷ προσώπῳ τῶν παπῶν καὶ τῶν πασχαλιολόγων ἐπιστημόνων της, δὲν θὰ ἐπεχείρει τὴν μετατροπὴν τῶν Κανόνων, εἰς τοὺς ὁποίους βασίζεται ὁ Πασχάλιος ἡμῶν Κανὼν τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα ἐξέφρασε μίαν ἀλήθειαν, ἢτις δὲν ὑπόκειται εἰς μετατροπάς. ῎Εχομεν ὑπ᾿ ὄψιν μας κυρίως τὸν 7ον ᾿Αποστολικὸν Κανόνα: «Εἴτις ᾿Επίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, τὴν ἁγίαν τοῦ Πάσχα ἡμέραν πρὸ τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας μετὰ ᾿Ιουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω». Εἰς τοῦτο ἀναφέρεται καὶ ὁ 1ος Κανὼν τῆς ἐν ᾿Αντιοχείᾳ Συνόδου: «Πάντας τοὺς τολμῶντας παραλύειν τὸν ὅρον τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Συνόδου, τῆς ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθείσης, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Θεοφιλεστάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου, περὶ τῆς ἁγίας ἑορτῆς τοῦ σωτηριώδους Πάσχα, ἀκοινω- νήτους καὶ ἀποβλήτους εἶναι τῆς ᾿Εκκλησίας, εἰ ἐπιμένοιεν φιλονεικότερον ἐνιστάμενοι πρὸς τὰ καλῶς δεδογμένα, καὶ ταῦτα εἰρήσθω περὶ τῶν λαϊκῶν. Εἰ δέ τις τῶν προ- εστώτων τῆς ᾿Εκκλησίας, ᾿Επίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος, μετὰ τὸν ὅρον τοῦτον τολμήσειεν ἐπὶ διαστροφῇ τῶν λαῶν, καὶ ταραχῆ τῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἰδιάζειν, καὶ μετὰ ᾿Ιουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ Πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη ἀλλότριον ἔκρινε τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς οὐ μόνον ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ πολλοῖς διαφθορᾶς καὶ διαστροφῆς γινόμενον αἴτιον. Καὶ οὐ μόνον τοὺς τοιούτους καθαιρεῖ τῆς λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς τολμῶντας τούτοις κοινωνεῖν μετὰ τὴν καθαίρεσιν. Τοὺς δὲ καθαι- ρεθέντας ἀποστερεῖσθαι καὶ τῆς ἔξωθεν τιμῆς, ἧς ὁ ἅγιος Κανὼν καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ ῾Ιερατεῖον μετείληφεν». ῾Ο παρὼν Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς ᾿Αντιοχείας μᾶς φαίνεται ἰδιαιτέρως ἀξιοπρόσεκτος, διότι ὄχι μόνον ἀπαγορεύει τὸν συνεορτασμὸν τοῦΠάσχα μετὰ ᾿Ιουδαίων, ἀλλὰ δεικνύει ὅτι τοιαύτη ἀπαγόρευσις κατεγράφη εἰς τὸν ῞Ορον τῆς Αʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Βεβαίως, τοιοῦτος Συνοδικὸς ῞Ορος δὲν ἔφθασεν ἄχρις ἡμῶν, ἀλλὰ μία γνωστὴ ἐπιστολὴ τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου πρὸς πάντας τοὺς ᾿Επισκόπους, οἵτινες δὲν ἦσαν παρόντες εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον τῆς Νικαίας, ἀναφέρεται εἰς τὸ περιεχόμενόν του17. Παραθέτομεν τὴν οὐσίαν τοῦ ῞Ορου τῆς Νικαίας, ὡς ἐκτίθεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ 1ου Κανόνος τῆς ἐν ᾿Αντιοχείᾳ Συνόδου ὑπὸ τοῦ ἑρμηνευτοῦ τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ἀποδεκτοῦ ὑφ᾿ ὅλης τῆς ᾿Εκκλησίας, ᾿Επισκόπου Νικοδήμου (Μίλας) 17α. «῾Η Σύνοδος τῆς Νικαίας ἠσχολήθη μὲ τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου (χρόνου ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα) μὲ σκοπόν, μέσῳ μιᾶς κοινῆς ἀποφάσεως, νὰ ἀποτραπῇ πᾶσα διχογνωμία, ἢτις θὰ ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ θέματος, καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὁμόνοια εἰς πᾶσαν τὴν ᾿Εκκλησίαν. Πρωτίστως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 7ου ᾿Αποστολικοῦ Κανόνος καὶ τῆς ῾Αγιογραφικῆς διδασκαλίας περὶ 7ης ἡμέρας, ἀπεφασίσθησαν τὰ ἑξῆς: 1) Τὸ Χριστιανικὸν Πάσχα πρέπει πάντοτε νὰ ἑορτάζεται Κυριακήν, 2) ἡ Κυριακὴ αὕτη πρέπει νὰ εἶναι μετὰ τὴν πρώτην πανσέληνον μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν, 3) ἄν συμβῇ κατ᾿ αὐτὴν τὴν Κυριακὴν νὰ ἑορτάζεται τὸ ᾿Ιουδαϊκὸν Πάσχα, τότε τὸ Χριστιανικὸν Πάσχα μετατίθεται εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην Κυριακήν»18. ΕΙΣ ΟΛΑΣ αὐτὰς τὰς Κανονικὰς διατάξεις τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸν 7ον Κανόνα τῆς Βʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὸν ὅμοιόν του 95ον Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ (Πενθέκτης) Συνόδου, οἵτινες διορίζουν, πῶς πρέπει οἱ αἱρετικοὶ νὰ γίνωνται δεκτοὶ εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν: «Τοὺς προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν. ᾿Αρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ ᾿Απολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ ᾿Εκκλησία, καὶσφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ρῖνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου...». ῾Ως βλέπομεν ἐνταῦθα, οἱ Τεσσαρεσκαιδεκατῖται, τ.ἔ. οἱ χριστιανοί, οἵτινες ἑώρταζον τὸ Πάσχα μετὰ τῶν ᾿Ιουδαίων τὴν 14ην Νισάν, ἀποκαλοῦνται σαφῶς αἱρετικοὶ καὶ λογίζονται εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν μετὰ τῶν ᾿Αρειανῶν καὶ ἄλλων μεγάλων αἱρετικῶν, δι᾿ αὐτὸ δὲ καὶ εἰς περίπτωσιν μετανοίας των, γίνονται δεκτοὶ εἰς τοὺς κόλπους τῆς ᾿Εκκλησίας διὰ Χρίσματος (ἀναμυρώσεως) 19. ᾿Ιδοὺ ποῦ ὁδηγεῖ ἡ παράβασις τῶν Κανόνων περὶ χρόνου ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. ᾿Απὸ τὰς προαναφερθείσας Κανονικὰς διατάξεις τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, καθίσταται σαφὲς ὅτι πρέπει νὰ τὰς τηρῶμεν εὐλαβῶς ἄνευ ἀλλαγῆς. Διὰ τοῦτο λέγει καὶ ὁ 21ος Κανὼν τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου «...Πάντα ...τὰ παραδοθέντα ὑπὸ τῶν θείων Γραφῶν καὶ ᾿Αποστολικῶν παραδόσεων, ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ γίνεσθαι εὐχόμεθα». Καὶ ὁ 2ος Κανὼν τῆς Ϛʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «...μηδενὶ ἐξεῖναι (εἰς κανένα δὲν ἐπιτρέπεται) τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν Κανόνας (τῶν ᾿Αποστόλων, τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν ῾Αγίων Πατέρων) ἤ ἀθετεῖν, ἤ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι Κανόνας ψευδεπιγράφως ὑπό τινων συντε- θέντας τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων». Τοιαύτη σταθερὰ καὶ ἀμετάτρεπτος τήρησις τῶν Κανόνων ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν Ζʹ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ὁ 1ος Κανὼν τῆς ὁποίας λέγει: «...᾿Ασπασίως τοὺς θείους Κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων ᾿Αποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα· καὶ οὕς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν, οὕς δὲ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν, οὕς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν...».᾿Απὸ ὅλας τὰς προαναφερθείσας Κανονικὰς διατάξεις, εἶναι σαφὲς εἰς πόσον μέγα ἁμάρτημα ἔπεσαν οἱ παπικοί, ὅταν ἀνέτρεψαν τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας, οἵτινες μᾶς ἀπαγορεύουν νὰ συνεορτάζωμεν τὸ Πάσχα μετὰ τῶν ᾿Ιουδαίων. Αὕτη εἶναι ἡ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς δὲν συγχωρεῖ οὔτε ἐν τῷ παρόντι βίῳ, οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι. Διότι διὰ μέσου τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων ὁμιλεῖ τὸ ἴδιον τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα, ὁ Θεός, καθ᾿ ὅτι αἱ Κανονικαί, ὡς καὶ αἱ Δογματικαὶ διατάξεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συνετέθησαν συμφώνως πρὸς τοὺς λόγους τῆς θείας Γραφῆς: «ἔδοξε τῷ Πνεύματι τῷ ῾Αγίῳ καὶ ἡμῖν» (Πράξ. ιεʹ 28). Καὶ τὸ Θεῖον Πνεῦμα, διὰ τῶν ᾿Αποστόλων, τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, δὲν ὥρισε τὰς Κανονικὰς ἀληθείας, διὰ νὰ τὰς διορθώσωμεν καὶ ἀλλάξωμεν ὕστερον, ὡς δῆθεν ἀτελεῖς καὶ λανθασμένας. Τοιαύτη στάσις ἔναντι τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος καὶ βλάσφημος. Οὕτως, εἶναι ὑπόδικος ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ἡ ὁποία παραβαίνουσα εὐθέως καὶ ἀκυρώνουσα τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας, ἑώρτασε τὸ Πάσχα τὸ 1805, 1825, 1853, 1854,... 1903, 1923, 1927 καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα ἔτη ταὐτοχρόνως μὲ τὸ ᾿Ιουδαϊκὸν Πάσχα*20. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Τὸ Νέον (Γρηγοριανὸν) ἡμερολόγιον θεσπίζει εἰς τὴν Ρωμαιοκαθολικὴν ἐκκλησίαν νὰ ἐναντιοῦται εἰς τὸ ῞Αγιον Εὐαγγέλιον, μὲ τὴν διαστρέβλωσιν τῆς Εὐαγγελικῆς ἱστορίας. ᾿Εκ τοῦ Εὐαγγελίου καθίσταται σαφές, ὅτι τὸ Χριστιανικὸν Πάσχα ἔλαβε χώραν μετὰ τὸ ᾿Ιουδαϊκόν. ᾿Αλλὰ οἱ παπικοί, μὲ τὸν νέον πασχάλιον Κανόνα των, ὄχι μόνον συνεορτάζουν τακτικῶς τὸ Πάσχα των ὁμοῦ μετὰ τῶν ᾿Ιουδαίων, ἀλλὰ καὶ πολλὰς φορὰς πρὸ αὐτῶν, ὡς κατὰ τὸ 1839, 1840, 1842, 1843, 1845, 1849, 1850, 1856, 1891, 1894, καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα ἔτη*21. Τὸ 1921, τὸ ἑβραϊκὸν Πάσχα ἦτο εἰς τὰς 10 ᾿Απριλίου, ἐνῶ οἱ Παπικοὶ ἑώρτασαν τὸ Πάσχα εἰς τὰς 11 Μαρτίου, τ.ἔ. σχεδὸν ἕνα μῆνα πρὸ τοῦ ἑβραϊκοῦ! 22. ΑΛΛ᾿ ΕΑΝ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ἡ ἀποδοχὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου εἰς τὴν πληρότητά του καθίσταται δι᾿ ἡμᾶς ἀπαράδεκτος, τότε τὸ ἴδιον ἀπαράδεκτος εἶναι δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ᾿Ορθοδόξους Χριστιανοὺς ἡ ἀποδοχὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου εἰς μίαν συμβιβαστικὴν μορφὴν 23. Οὗτος ὁ συμβιβασμὸς παρατηρεῖται ἐσχάτως εἰς τὴν ζωήν τινων ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν καὶ συνίσταται εἰς τὸ ὅτι, τὸ Πάσχα ἑορτάζεται κατὰ τὸ παλαιὸν ᾿Ορθόδοξον Πασχάλιον, ἀλλ᾿ ὅλαι αἱ ἀκίνητοι ἑορταὶἑορτάζονται κατὰ τὸ νέον ἡμερολόγιον. ᾿Αλλ᾿ ἕν τοιοῦτον ἀνάμικτον ἡμερολόγιον δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν ἀπὸ τοὺς ᾿Ορθοδόξους, καθ᾿ ὅτι προκαλεῖ ταὐτοχρόνως τὴν παράβασιν καὶ ἄλλων ᾿Εκκλησιαστικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὸ «Τυπικόν», καὶ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ τηρῶμεν ἱερῶς καὶ σταθερῶς, ἐφ᾿ ὅσον δὲν πρέπει νὰ ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τὴν ὑπακοὴν εἰς τὴν Μητέρα μας ᾿Εκκλησίαν. Οἱ νεοημερολογῖται εἶναι ἔνοχοι μιᾶς τοιαύτης παρακοῆς. ῾Ομιλοῦμεν οὕτως, ἔχοντες ὑπ᾿ ὄψιν ἡμῶν τὴν παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ «Τυπικοῦ» τῶν σχετικῶν μὲ τὰς ἀκινήτους ἑορτάς. ῾Η ᾿Εκκλησία ἔχει θεσπίσει τὰ χρονικὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἑορτάζωνται αἱ ἀκίνητοι ἑορταί, αἱ ὁποῖαι πίπτουν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Οὕτω π.χ. ἡ ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου (Αʹκαὶ Βʹ εὕρεσις Τ. Κεφαλῆς) κυμαίνεται ἀπὸ τῆς Τετάρτης τῆς ᾿Απόκρεω (κατώτερον ὅριον) μέχρι τῆς Τρίτης τῆς Δʹ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν (ἀνώτερον ὅριον) *24. ᾿Αλλὰ οἱ νεοημερολογῖται καταστρέφουν τὰ ὅρια ταῦτα, διότι ἑορτάζουν ὅλας τὰς ἀκινήτους ἑορτὰς 13 ἡμέρας ἐνωρίτερον. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἑορτὴν τοῦ Εὐαγγελισμοῦ (25 Μαρτίου). Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ «Τυπικοῦ» ὁ Εὐαγγελισμὸς ἑορτάζεται εἰς μίαν χρονικὴν περίοδον μεταξὺ τῆς Πέμπτης τῆς Γʹ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καὶ τῆς Τετάρτης τῆς Διακαινησίμου *25. ᾿Αλλὰ μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς τῆς Αʹ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν καὶ φθάνει μόνον μέχρι τῆς Πέμπτης τῆς Ϛʹ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν. ᾿Αλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται μέχρι τοῦδε ἡ ἁμαρτία τῶν νεοημερολογιτῶν σχετικῶς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ «Τυπικοῦ» Αὐτῆς. ῾Η ἀρνητική των στάσις ἔναντι τῶν ὁρισθέντων ὁρίων ἑορτασμοῦ τῶν μεγάλων ἑορτῶν, τοὺς ὁδηγεῖ εἰς μίαν μεγαλυτέραν παραβίασιν τοῦ «Τυπικοῦ». ῾Η ῾Εκκλησία προεῖδε τὴν σύμπτωσιν ὡρισμένων ἐκ τῶν μεγάλων ἀκινήτων ἑορτῶν μετὰ κινητῶν, ἤ μὲ τὰς διαφόρους ἡμέρας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ταύτας ἔχει θεσπίσει μίαν ἀκριβῆ λειτουργικὴν τάξιν. ᾿Αλλὰ παραβιάζοντες τὰ δεδομένα ὅρια, οἱ νεοημερολογῖται καταστρέφουν καὶ αὐτὴν τὴν λειτουργικὴν τάξιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Δι᾿ αὐτὸν τὸν λόγον οἱ νεοημερολογῖται δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ ἑορτάζουν τὸν Εὐαγγελισμὸν κατὰ τὴν Μεγάλην ῾Εβδομάδα καὶ κατὰτὸν ἴδιον τρόπον, δὲν ἠμποροῦν ποτὲ νὰ ἔχουν «Κύριον Πάσχα», δηλαδὴ νὰ συμπίπτῃ ὁ Εὐαγγελισμὸς μὲ τὸ Πάσχα καὶ οὕτω σαφῶς παραβιάζουν τὸ ᾿Εκκλησιαστικὸν «Τυπικόν». Μία ἰδιαιτέρως συνταρακτικὴ παραβίασις τοῦ «Τυπικοῦ» ἀπὸ τοὺς νεοημερολογίτας παρατηρεῖται σχετικῶς μὲ τὴν ἑορτὴν τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. ῾Η ῾Αγία ᾿Εκκλησία τόσον πολὺ τιμᾶ τοὺς μεγάλους ᾿Αποστόλους, ὥστε προετοιμάζει τὴν ἑορτὴν των (29 ᾿Ιουνίου) μὲ μίαν νηστείαν, ἡ ὁποία διαρκεῖ ἀπὸ 8 ἕως 42 ἡμέρας. ᾿Αλλὰ μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου ἡ νηστεία αὕτη, ἀντιθέτως πρὸς τὸ «Τυπικόν», πάντοτε συντομεύεται. Καὶ ὅταν τὸ Πάσχα ἑορτάζεται εἰς τὴν περίοδον ἀπὸ 20 ἕως καὶ 25 ᾿Απριλίου, τότε ἡ νηστεία τῶν ᾿Αποστόλων καταργεῖται τελείως, διότι δὲν ἀπομένει πλέον χρόνος δι᾿ αὐτήν 26 ! ᾿Ημπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ παραβίασις τοῦ «Τυπικοῦ» δὲν ἀποτελεῖ μίαν σοβαρὰν ἁμαρτίαν, διότι δὲν πρόκειται διὰ μίαν δογματικὴν παράβασιν. ᾿Αλλὰ οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ: «ἐὰν τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης» (Ματθ. ιηʹ 17) δὲν ἀναφέρονται εἰς τὴν παράβασιν μιᾶς ἤ ἄλλης δογματικῆς ἀληθείας τῆς Πίστεώς μας. Καὶ ὅμως, κατὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτῶν τῶν Θείων λόγων, οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν δὲν δεικνύει ὑπακοὴν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν, ἀποκόπτεται ἐξ Αὐτῆς καὶ εἰσέρχεται εἰς τὰς τάξεις τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν, διότι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐπιβάλλεται ἡ μεγίστη τιμωρία: ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν. ᾿Επὶ πλέον, τὴν ἁμαρτίαν τῆς παρακοῆς εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν διὰ τῆς περιφρονήσεως τοῦ «Τυπικοῦ» Αὐτῆς, οἱ νεοημερολογῖται τὴν διαπράττουν δημοσίως, μὲ θρασύτητα. ᾿Απὸ τὴν ἄποψιν τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως, τοιαύτη περιφρονητικὴ στάσις ἔναντι τοῦ «Τυπικοῦ» Αὐτῆς δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ τέκνα τῆς ῾Αγίας ᾿Εκκλησίας, ὅπως δὲν ἐπιτρέπεται καὶ ἡ παράβασις δογματικῶν καὶ κανονικῶν διατάξεων. Καὶ αὐτὸ εἶναι κατανοητόν. ῞Οπως ἡ περιφρόνησις δογματικῶν καὶ κανονικῶν διατάξεων ὁδηγεῖ εἰς ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁμοίως, εἰς μίαν τοιαύτην ἀπομάκρυνσιν ὁδηγεῖ καὶ ἱ περιφρόνησις τοῦ «Τυπικοῦ». Πράγματι, τὸ «Τυπικὸν» ἀποτελεῖ δι᾿ ἡμᾶς ἕνα ἱερὸν νόμον, ὅστις μᾶς καθοδηγεῖ εἰς τὰς θεαρέστους ᾿Ακολουθίας μας, ἑορτὰς καὶ νηστείας. Τὸ «Τυπικὸν» εἶναι ἱερὸν βιβλίον, συνδεδεμένον μὲ τὸ ὄνομα ἑνὸς ἐξαισίου σκεύους τῆς Χάριτος, τοῦ ῾Οσίου Σάββα τοῦ ῾Ηγιασμένου, καὶἔγινεν ἀποδεκτὸν ὑπὸ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ὡς ἕν ἐκ τῶν βασικῶν της βιβλίων. Τὸ «Τυπικὸν» δὲν εἶναι ἄλλον τι, εἰ μὴ ἡ φωνὴ τῆς Μητρὸς ἡμῶν ᾿Εκκλησίας27. Καὶ δὲν πρέπει ἔναντι τῆς φωνῆς ταύτης νὰ κρατῶμεν μίαν στάσιν περιφρονήσεως, ἀλλ᾿ ἀδιακρίτου καὶ ἀσαλεύτου ὑπακοῆς, ἄν θέλωμεν νὰ εἴμεθα πιστοὶ καὶ ἀφοσιωμένοι εἰς τὴν ῾Αγίαν ᾿Εκκλησίαν καὶ εἰς ὅλους τοὺς ᾿Ορθοδόξους Κανόνας Αὐτῆς. Τί κερδίζομεν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς παραβάσεως τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ βιβλίου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου; ᾿Εὰν χρησιμοποιήσωμεν τὸ νέον ἡμερολόγιον, προκειμένου νὰ θεσπίσωμεν νέας ἡμερομηνίας διὰ τὰς ἑορτάς μας, νηστείας καὶ ἀκολουθίας, τότε διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ μαρτυρήσωμεν ὅτι τὸ νέον ἡμερολόγιον εἶναι ἐκκλησιαστικῶς ὀρθόν, ἐνῶ τὸ «Τυπικὸν» λανθασμένον. Καὶ τοῦτο, ἐνῶ γνωρίζομεν ὅτι τὸ «Τυπικὸν» προέρχεται ἀπὸ τὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν ταύτην εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ᾿Απόστολοι ἔχουν ἐναποθέσει, ὡς εἰς πολύτιμον θησαυρόν, ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὴν ᾿Αλήθειαν. Καὶ τοῦτο, ἐνῶ μᾶς εἶναι πολὺ γνωστὸν ὅτι ἡ προαναφερομένη παραβίασις τοῦ «Τυπικοῦ» προέρχεται ἐκ τῶν Παπικῶν, οἵτινες καταποντίζονται εἰς τὸ σκότος πάσης αἱρέσεως καὶ πλάνης. ῾Ως γέννημα τοῦ Παπισμοῦ καὶ ἀντιεκκλησιαστικὸν φαινόμενον τὸ νέον ἡμερολόγιον, ἐκτὸς ἀπὸ σύγχυσιν, δὲν δύναται νὰ προσφέρει τίποτε εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ἐξέλαβον ἐξ ἀρχῆς τῆς ἐμφανίσεώς του οἱ ἀντίπαλοί του, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ῾Ιερεμίας Βʹ καὶ ἡ Τοπικὴ Σύνοδος, τὴν ὁποίαν συνεκάλεσεν τὸ 1583 εἰς Κωνσταντινούπολιν. Μὲ μίαν τοιαύτην σαθρὰν ἀρχὴν τὸ νέον ἡμερολόγιον παραμένει ἄχρι τοῦδε μία παπικὴ προπαγάνδα, πολὺ βλαβερὰ διὰ τὴνζωὴν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Δι᾿ αὐτὸ ἡ ἀποδοχὴ ἀπὸ ἡμᾶς, παρὰ τὸ θέλημα τῆς ῾Αγίας ᾿Εκκλησίας, τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἔστω καὶ εἰς μίαν συμβιβαστικὴν μορφήν, ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ μόνον εἰς τὸ ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ θὰ συμβάλωμεν εἰς τὴν πρόκλησιν ταραχῶν καὶ ἀταξιῶν ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ζωῇ, διὰ τῶν ὁποίων μὲ τὰς ἰδίας μας χεῖρας θὰ καταστρέψωμεν τὴν αὐθεντίαν τῆς ῾Αγίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅπως θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ὁδὸν τῆς βαρείας ἁμαρτίας τῆς παρακοῆς εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν ἀποδεχόμενοι τὸ νέον ἡμερολόγιον καθ᾿ ὁλοκληρίαν μὲ τὴν ἄρνησιν τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, εὑρισκόμεθα ὁμοίως εἰς τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῆς παρακοῆς ἀποδεχόμενοι τὸ νέον ἡμερολόγιον ὑπὸ μίαν μικτὴν μορφήν, μὲ τὴν ἄρνησιν τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ «Τυπικοῦ».ΕΚ ΤΩΝ προεκτεθέντων καθίσταται σαφές, διατί ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἠναντιώθη τόσον ἀποφασιστικῶς καὶ ἐνθέρμως εἰς αὐτὸν τὸν ἀντιεκκλησιαστικὸν νεωτερισμὸν ἐξ ἀρχῆς τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως μέχρις ἐσχάτως. Μόλις ὁ πάπας Γρηγόριος ΙΓʹ εἰσήγαγε τὸ νέον ἡμερολόγιον, ἀμέσως τὸ ἴδιον ἔτος 1582 ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ῾Ιερεμίας Βʹ, ὁμοῦ μετὰ τῆς Συνόδου του, κατεδίκασε τὸν νέον ρωμαϊκὸν ὑπολογισμὸν ὡς ἀντίθετον εἰς τὴν Παράδοσιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας 28. Τὸ ἑπόμενον ἔτος 1583, ὁ Πατριάρχης ῾Ιερεμίας, μὲ τὴν συμμετοχὴν τοῦ ᾿Αλεξανδρείας Σιλβέστρου καὶ τοῦ ῾Ιεροσολύμων Σωφρονίου Ϛʹ, συνεκάλεσε μίαν ἐκκλησιαστικὴν Σύνοδον, ἢτις κατεδίκασε τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ρωμαϊκὴν ἐκκλησίαν τοῦ Γρηγοριανοῦ ῾Ημερολογίου ὡς ἐναντίαν τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων τῆς Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας καὶ παραβιάζουσαν τὴν διάταξιν τῆς Αʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ ῾Αγίου Πάσχα. ῾Η Σύνοδος αὕτη εἰς τὸ Συγγίλιόν της τῆς 20ῆς Νοεμβρίου 1583 προτρέπει τοὺς ᾿Ορθοδόξους νὰ ἐμμένουν σταθερῶς καὶ ἀκλονήτως μέχρις αἵματος εἰς τὸ ᾿Ορθόδοξον ῾Ημερολόγιον καὶ τὸ ᾿Ιουλιανὸν Πασχάλιον καὶ ἐπιβάλλει εἰς ὅλους τοὺς παραβάτας αὐτῆς τῆς διατάξεως τὸ ἀνάθεμα, τὴν ἐκδίωξιν ἐκ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας 29. Τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν ἀνεκοίνωσεν εἰς ὅλας τὰς ᾿Ανατολικὰς ᾿Εκκλησίας, εἰς τὸν Μητροπολίτην Μόσχας Διονύσιον, εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τῶν ᾿Ιονίων νήσων, εἰς τὸν φημισμένον ὑπερασπιστὴν τῆς ᾿Ορθοδοξίας εἰς Δυτικὴν Ρωσίαν πρίγκιπαΚωνσταντῖνον ᾿Οστρόφσκυ, εἰς τὸν πρίγκιπα τῆς Βενετίας Νταπόντε καὶ εἰς τὸν πάπαν Γρηγόριον ΙΓʹ τὸν ὑπεύθυνον διὰ τὰς ᾿Εκκλησιαστικὰς ταραχάς. Μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ἀντέδρασαν ἐντελῶς ἀρνητικῶς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου οἱ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι καὶ μετ᾿ αὐτῶν ὅλη ἡ Καθολικὴ ᾿Εκκλησία εἰς τοὺς ἑπομένους αἰῶνας 30. Παραδείγματος χάριν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικος ΙΑʹ ὁμοῦ μετὰ τοῦ Πατριάρχου ᾿Αντιοχείας ᾿Αθανασίου (1686-1728) ἐμαρτύρησαν, ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν Παπικῶν, ἡ ἄρνησις τῆς διατάξεως τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας περὶ Νηστείας καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῶν διατάξεων τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας ἀποτελοῦν προδοσίαν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ παράβασιν τῶν ῾Αγιοπατερικῶν νόμων καταστροφικὴν διὰ τὸ ποίμνιον τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, διὰ τοῦτο ἕκαστος Χριστιανὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἑορτάζῃ τὸ Πάσχα καὶ τὰς συνυφασμένας μετ᾿ αὐτοῦ ἑορτὰς ὡς καὶ πάσας τὰς ἐκκλησιαστικὰς περιόδους, ὡς αὗται ἔχουν διατυπωθῆ εἰς τὴν πρακτικὴν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ανατολῆς καὶ ὄχι τῆς ἀλλοτρίας πρὸς τὴν Πίστιν ἑτεροδόξου Δύσεως.῾Ο Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κύριλλος Εʹ εἰς ᾿Εγκύκλιόν του τοῦ 1756 ἐκφέρει ἐναντίον ὅλων τῶν Χριστιανῶν τῶν ἀποδεχομένων τὸ νέον ἡμερολόγιον φοβερὰς ἀρὰς διὰ τὴν πρόσκαιρον ἐπίγειον καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν 31. Μὲ σκοπὸν νὰ προφυλάξουν τοὺς Χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου ὡς μεγίστου ἁμαρτήματος, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ῎Ανθιμος Ϛʹ ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ᾿Ανατολικῶν Πατριαρχῶν, ἤτοι ᾿Αλεξανδρείας ῾Ιεροθέου, ᾿Αντιοχείας Μεθοδίου καὶ ῾Ιεροσολύμων Κυρίλλου καὶ τῶν Συνόδων αὐτῶν, τὸ 1848 εἰς ᾿Εγκύκλιόν των ἐν ὀνόματι τῆς Μιᾶς, ῾Αγίας, Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἐξέφρασαν τὴν ἀκόλουθον ῾Ομολογίαν Πίστεως: «῎Επειτα παρ᾿ ἡμῖν οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα, διότι ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς θρησκείας ἐστὶν αὐτὸ τὸ σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἤτοι αὐτὸς ὁ λαός, ὅστις ἐθέλει τὸ θρήσκευμα αὐτοῦ αἰωνίως ἀμετάβλητον καὶ ὁμοειδὲς τῷ τῶν Πατέρων αὐτοῦ...῾῾Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας᾿᾿, ἢν παρελάβομεν ἄδολον παρὰ τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμὸν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν,κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγμένην ὀρθόδοξον πίστιν. ᾿Αλλ᾿ αὕτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν ἡντιναοῦν, καὶ ὁ τολμῶν ἤ πρᾶξαι ἤ συμβουλεῦσαι ἤ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τὸ αἰώνιον ἀνάθεμα διὰ τὸ βλασφημεῖν εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὡς τάχα μὴ ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ διὰ τῶν οἰκουμενικῶν Συνόδων... ῞Απαντες οὖν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἱρέσει ἤ σχίσματι, ἑκουσίως ἐνεδύθησαν, κατὰ τὸν ψαλμωδόν, ῾῾κατάραν ὡς ἱμάτιον᾿᾿,κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε Κληρικοί, κἄντε Λαϊκοὶ ἔτυχον εἶναι· ῾῾κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω, εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾿ ὅ παρελάβετε᾿᾿» 32. Τὸ 1902-1904 μὲ πρωτοβουλίαν τοῦ φημισμένου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωακεὶμ Γʹ αἱ αὐτοκέφαλοι ᾿Εκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, ῾Ιεροσολύμων, ῾Ελλάδος, Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας καὶ Μαυροβουνίου, ἐν τῷ προσώπῳ τῶν Προκαθημένων αὐτῶν ἐξέφρασαν τὴν ἄρνησίν των εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Πάπα Γρηγορίου ΙΓʹ33. ῾Ομοίως, ἡ Παρρωσικὴ Σύνοδος τοῦ 1917-1918 ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν περὶ αὐστηρᾶς τηρήσεως τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου διὰ τὴν ἐκκλη- σιαστικὴν χρῆσιν 34. Δι᾿ αὐτὴν τὴν ἀπόφασίν της ἡ Σύνοδος τῆς Μόσχας ἔλαβεν ὑπ᾿ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς ᾿Ακαδημίας Μόσχας π. Δημητρίου ᾿Α. Λεμπέντιεφ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικο- αστρονομικῶν καὶ ἐκκλησιαστικο-κανονικῶν δεδομένων, ἀπέδειξε τὴν ὀλεθριότητα κάθε προσεγγίσεως πρὸς τὸ γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον καὶ ἀπέδωσεν ἀπόλυτον ὑπεροχὴν εἰς τὸ παλαιὸν ᾿Ιουλιανὸν ἡμερολόγιον *35. ΔΥΣΤΥΧΩΣ, τὸ Πανορθόδοξον Συνέδριον 36, τὸ ὁποῖον συνεκάλεσεν ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος τὸ 1923 ἀπεμακρύνθη ἐκ τῶν ἱερῶν Παραδόσεων, τὰς ὁποίας τόσον ἐνθέρμως καὶ εὐσεβῶς διεκράτησαν οἱ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι εἰς μακρὰν ὅλην σειρὰν αἰώνων 37. Τὸ Συνέδριον αὐτὸ ἀπεφάσισε νὰ ἀποδεχθῇ τὸ νέον ἡμερολόγιον. ῾Ο ᾿Ορθόδοξος λαὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀντεμετώπισε τὸν ἀντικανονικὸν τοῦτον νεωτερισμὸν μὲ ἔκδηλον ἀναταραχήν, ἠναγκάσθη δὲ ὁ πατριάρχης Μελέτιος νὰ παραιτηθῇ 38. Καὶ ὅμως, ὁ ἑπόμενος πατριάρχης Κων/πόλεως Γρηγόριος, τὸ 1924, προσεπάθησε νὰ εἰσαγάγῃ διὰ τὰς ἀκινήτους ἑορτὰς τὸ νέον ἡμερο- λόγιον, ἐγκαταλείπων προσωρινῶς, ἄχρι συγκλήσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸν ἑορτασμὸν τοῦ Πάσχα καὶ τῶν ἄλλων ἐξαρτωμένων ἐξ αὐτοῦ ἑορτῶν μὲ τὸν παλαιὸν Πασχάλιον Κανόνα. Εἰς τὸ ἐπίσημον ὄργανον τῆς ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ περιοδικὸν «᾿Εκκλησία» καὶ εἴς τινα ρωσικὰ περιοδικὰ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὄνομά του καὶ εἰς τὸ ὄνομα τῆς Συνόδου του ἐπίσημον ἄρθρον, περὶ ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ νέου ἡμερολογίου. ῾Υπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἡ Ρουμανικὴ ᾿Εκκλησία ἀπεφάσισε νὰ ἑορτάζῃ τὰς ἀκινήτους ἑορτὰς μὲ τὸ νέον ἡμερολόγιον. ᾿Αλλὰ οἱ ᾿Ανατολικοὶ Πατριάρχαι ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Αντιοχείας καὶ ῾Ιεροσολύμων, ἠρνήθησαν ἀποφασιστικῶς νὰ ἐξετάσουν τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου. Μὲ τὸν ἴδιον ἀποφασιστικὸν τρόπον ἠρνήθησαν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ᾿Ορθόδοξοι ᾿Εκκλησίαι δι᾿ ἐπιστολῶν των πρὸς τὸν πατριάρχην Γρηγόριον 39. ᾿Απαντῶν εἰς τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον/ἐπιστολὴν ὁ Μακαριώτατος Τύχων, Πατριάρχης Μόσχας καὶ πασῶν τῶν Ρωσιῶν, ἐκοινοποίησεν εἰς τὸν οἰκουμενικὸν πατριάρχην ὅτι, ἄν καὶ ἔλαβε τὴν ἐπιστολὴν αὐτοῦ περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου ἀπὸ τῆς 10ης Μαρτίου, κατέστη ὅμως ἀδύνατος ἡ εἰσαγωγή του εἰς τὴν Ρωσικὴν ᾿Εκκλησίαν λόγῳ τῆς ἀποφασιστικῆς ἀντιδράσεως τοῦ λαοῦ 40. Καὶ αἱ Σύνοδοι τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς τοῦ 1923, 1924 καὶ 1925 ἠρνήθησαν τελείως νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ νέον ἡμερολόγιον 41. ΠΡΕΠΕΙ νὰ παραμείνωμεν ὁμοῦ μετὰ τῶν ᾿Ορθοδόξων τούτων ᾿Εκκλησιῶν σταθερῶς, ἄνευ οὐδενὸς συμβιβασμοῦ, τηροῦντες τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον εἰς τὴν ἐκκλησιαστικήν μας ζωήν, ἀκολουθοῦντες τὰς Κανονικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ παραμένουν ἀσάλευτοι, διότι αὗται ἀποτελοῦν μίαν ἀπὸ τὰς βάσεις ὑπάρξεως τῆς ᾿Ορθοδόξου ἡμῶν ᾿Εκκλησίας. ᾿Επὶ πλέον, ὡς μαρτυροῦν ἐπιστημονικὰ δεδομένα, τὸ νέον ἡμερολόγιον ἐμπεριέχει μεγάλα σφάλματα καὶ εὑρίσκεται ὁπωσδήποτε μακρύτερον τῆς ἀληθείας, ἀπὸ ὅτι τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ᾿Επιστημονικὴ ᾿Επιτροπή, ἢτις συνεκλήθητὴν 18ην Φεβρουαρίου 1899 ὑπὸ τῆς Ρωσικῆς ᾿Αστρονομικῆς ῾Εταιρείας*42 διὰ νὰ ἀποφανθῇ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἡμερολογίου, ἐδήλωσεν ὅτι «δὲν ὑπάρχει ἔρεισμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς Ρωσίαν (καὶ ἔτι πλέον εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν) τοῦ γνωστοῦ ὡς λανθασμένου Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου»*43. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παρατηρήσῃ τις, ὅτι μέχρις ἐσχάτων ἐχρησιμοποιεῖτο οὐχὶ τὸ Γρηγοριανόν, ἀλλὰ τὸ ᾿Ιουλιανὸν ἡμερολόγιον εἰς τὴν ἀστρονομίαν*44. ῾Ο ᾿Αμερικανὸς ἀστρονόμος Νιούκομπ ἐξεφράσθη ἤδη ὑπὲρ τῆς ἐπιστροφῆς εἰς τὸ ᾿Ιουλιανὸν ἡμερολόγιον, ὡς ἁπλουστέρου καὶ πλέον πρακτικοῦ διὰ τοὺς ἀστρονομικοὺς ὑπολογισμούς. Δι᾿ ἡμᾶς εἶναι χρήσιμος καὶ μεγίστου ἐνδιαφέροντος ἡ γνώμη περὶ νέου καὶ παλαιοῦ ἡμερολογίου τοῦ φημισμένου Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς ᾿Ακαδημίας Πετρουπόλεως Βασιλείου Β. Μπολοτώφ. Τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς ζωῆς του διωρίσθη ὑπὸ τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας ἀντιπρόσωπος τοῦ τμήματος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων τῆς ἀρτισυστάτου ὑπὸ τῆς Ρωσικῆς ᾿Αστρονομικῆς ῾Εταιρείας ᾿Επιτροπῆς διὰ τὸ ζήτημα τῆς συμφωνίας τοῦ παλαιοῦ ὀρθοδόξου ἡμερολογίου μὲ τὸ νέον. ῾Ο Καθηγητὴς Μπολοτὼφ ἐξήτασε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας του, ὄχι μόνον ἐξ ἐπόψεως ἐκκλησιαστικῆς - κανονικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς - ἱστορικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν. Κατέχων ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις, ἔλαβε μέρος εἰς τὸ ἀστρονομικὸν Συνέδριον τῆς ᾿Επιστημονικῆς ᾿Επιτροπῆς, ὅταν αὕτη ἐξήταζε τὸ θέμα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου. Καὶ ἰδού, ἐνῶ τὸ Συνέδριον δὲν ἠμποροῦσε νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ὡρισμένην ἀπόφασιν, καὶ ἐνῶ πολλὰ ἐκ τῶν μελῶν ἤρχισαν νὰ τείνουν πρὸς τὸ νέον ἡμερολόγιον, ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου προέτεινεν εἰς τὸν Β. Β. Μπολοτὼφ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. ῾Ο Καθηγητὴς Μπολοτὼφ ἐπὶ δύο ὥρας ἐξέθεσε τὸν ἱστορικὸν λόγον του, κρατῶν εἰς χεῖρας τοὺς ἀστρονομικοὺς πίνακας *45, τοὺς ὁποίους εἶχε συνθέσει. ῾Υπερήσπισεν ὁλοκληρωτικῶς τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Τὰ συμπεράσματά του ὑπὲρ τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου ἦσαν τόσον ἐπιστημονικὰ καὶ ἀναντίρρητα, ὥστε ὅλο τὸ Συνέδριον ὁμοφώνως ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Πάντοτε θὰ τὸ ἐνθυμούμεθα αὐτὸ καὶ οὐδέποτε θὰ λησμονήσωμεν τὴν διαθήκην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκληροδότησε σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου, ὁ μεγαλοφυὴς ἐπιστήμων Μπολοτώφ:«῞Οσον δι᾿ ἐμὲ θεωρῶ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἡμερολογίου εἰς Ρωσίαν τελείως ἀνεπιθύμητον. Θὰ παραμείνω, ὡς καὶ εἰς τὸ παρελθόν, εἷς ἀποφασιστικὸς εὐλαβὴς ὑπερασπιστὴς τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ ἡμερολογίου. ῾Η ἐξαιρετικὴ ἁπλότης του ἀποτελεῖ τὴν ἐπιστημονικὴν ὑπεροχήν του ὡς πρὸς κάθε ἄλλο μετερρυθμισμένον ἡμερολόγιον. Πιστεύω, ὅτι ἡ Πολιτιστικὴ ἀποστολὴ τῆς Ρωσίας σχετικῶς μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα συνίσταται εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ διὰ μερικοὺς ἀκόμη αἰῶνας ἐν ζωῇ τὸ ᾿Ιουλιανὸν ἡμερολόγιον, καὶ οὕτω νὰ διευκολύνῃ τοὺς Δυτικοὺς λαοὺς εἰς τὸν δρόμον τῆς ἐπιστροφῆς ἐκ τοῦ γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, χρησίμου εἰς οὐδένα, εἰς τὸ ἀδιάφθορον παλαιὸν ἡμερολόγιον» *46. (*) Περιοδ. «᾿Ορθόδοξος ῎Ενστασις καὶ Μαρτυρία», ἀριθ. 24-25/᾿Ιούλιος-Δεκέμβριος 1991, σελ. 322-343. 1. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, ῾Ιστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, σελ. 112, ᾿Ανάλεκτα Βλατάδων 47, Θεσσαλονίκη 1984. Πρβλ. ᾿Ιωάννου Καρμίρη, Δ.Σ.Μ., τ. Βʹ, ἔκδοσις βʹ, σελ. 964 (1044), Graz - Austria 1968· Χρήστου Γιανναρᾶ, ᾿Αλήθεια καὶ ῾Ενότητατῆς ᾿Εκκλησίας, σελ. 200-202, ἐκδόσεις «Γρηγόρη», ᾿Αθήνα 1977. 2. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, αὐτόθι, σελ. 111, ὑπογραμ. ἡμέτ. 3. Χρήστου Γιανναρᾶ, αὐτόθι, σελ. 201. 4. ᾿Ι. Καρμίρη, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 964 (1044). 5. Αἱ ἀποφάσεις αʹ καὶ δʹ δημοσιεύονται ἐν ᾿Ι. Καρμίρη, αὐτόθι. ῾Η βʹ ἀπόφασις δημοσιεύεται ἐν ᾿Ι. Καρμίρη, Δ.Σ.Μ., Παράρτημα τῆς αʹ ἐκδόσεως τοῦ τ. Βʹ,σελ. 1036-1037, ἐν ᾿Αθήναις 1953. Αἱ αʹ καὶ βʹ ἀποφάσεις ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἐν περιοδ. «Νέα Σιών», ἀριθ. 47/1952, σελ.193-205. ῾Η δʹ ἀπόφασις ἐδημοσιεύθη καὶ ἐν περιοδ. «᾿Εκκλησία», ἀριθ. 29/1952, σελ. 219-220. 6. Βλ. «Πρακτικὰ τοῦ Συνεδρίου τῶν Προκαθημένων τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν ἐπὶ τῷ ἑορτασμῷ τῶν 500 ἐτῶν τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ρωσικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, 8-18 ᾿Ιουλίου 1948», τ, Βʹ, σελ. 364-386, Μόσχα 1949 (ρωσιστὶ) καὶ εἰς γαλλικὴν μετάφρασιν, τ. Βʹ, σελ. 375-397, Μόσχα 1952. 7. Βλ. Igumen’ja Serafima, «O nekotorykh podrobnostjach zhizni Preosvjashchennago Serafima (Soboleva)», ἐν περιοδ. «Pravoslavnaja Rus’», Νο 20 (1449)/October 15/28 1991, p. 9. 8. Μία βιογραφία τοῦ μακαριστοῦ ῾Ιεράρχου ρωσιστὶ εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἐσχάτως: «Kratkoe Zhisneopisanie Arkhiepiskopa Serafima (Soboleva)» (῾Ο σύντομος βίος τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ Σομπόλιεφ), σελ. 128, Θεσσαλονίκη 1991. 9. Θωμᾶ Φιτζέραλδ, Οἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς ῾Ελληνικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αρχιεπισκοπῆς Βορείου καὶ Νοτίου ᾿Αμερικῆς καὶ τῆς ἐκτὸς Ρωσίας Ρωσικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας στὶς ῾Ηνωμένες Πολιτεῖες κατὰ τὴν χρονικὴ περίοδο 1921-1971, Διδακτορικὴ Διατριβή, σελ. 101, Θεσσαλονίκη 1985.10. Θωμᾶ Φιτζέραλδ, αὐτόθι, σελ. 100. 11. Βλ. περιοδ. «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 63-64/ ᾿Ιούλιος-Αὔγουστος 1972, σελ. 41- 42, 44, «Οἱ Βούλγαροι ῾῾ Παλαιοημερολογῖται᾿᾿»· ἀριθ. 65/Σεπτέμβριος 1972, σελ. 49-51, «῾Ο Οἰκουμενισμὸς εἰς τὴν Βουλγαρίαν». 12. Λῆμμα «Σοφιολογία», ἐν «Θ.Η.Ε.», τ. 11, στλ. 342, ᾿Αθῆναι 1967. 13. Αὐτόθι, στλ. 344, ὑπογραμ. ἡμέτ. 14. Βλ. ῾Ιερομονάχου (νῦν ᾿Επισκόπου) Εἰρηναίου Μπούλοβιτς, Τὸ Μυστήριον τῆς ἐν τῇ ῾Αγία Τριάδι διακρίσεως τῆς Θείας Οὐσίας καὶ ᾿Ενεργείας κατὰ τὸν ῞Αγιον Μάρκον ᾿Εφέσου τὸν Εὐγενικόν, Διδακτορικὴ Διατριβή, ᾿Ανάλεκτα Βλατάδων 39,σελ. 80, ὑποσημ. 63, ἔκδοσις Βʹ, Θεσσαλονίκη 1983. 15. Διὰ τὴν μετάφρασιν ἐκ τοῦ ρωσικοῦ κειμένου εἴχομεν ὑπ᾿ ὄψιν μας, «Πρακτικὰ τοῦ Συνεδρίου τῶν Προκαθημένων...», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σσ. 305-317, Μόσχα 1949 (εἰς γαλλικὴν μετάφρασιν σσ. 313-326, Μόσχα 1952), καὶ «῾Ο σύντομος βίος...», ἔνθ᾿ ἀνωτ., σσ. 80-91, Θεσσαλονίκη 1991, ὅπου ἀναδημοσιεύεται αὐτούσιος ἠ Εἰσήγησις (ἐκτὸς μιᾶς παραγράφου) μεθ᾿ ὑποσημειώσεων ὑπὸ τῶν ἐπιμελητῶν τῆς ἐκδόσεως. • Διευκρινίζομεν, ὅτι ἐκ τῶν ἐφ᾿ ἑξῆς ὑποσημειώσεων, μόνον αἱ σημειούμεναι δι᾿ ἀστερίσκου (*) ἀνήκουν εἰς τὸν ᾿Αρχιεπίσκοπον Σεραφείμ, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι ἡμέτεραι. *16. ᾿Ε. Πριεντιετσένσκυ (τακτικοῦ μέλους τῆς Ρωσικῆς ᾿Αστρονομικῆς ῾Εταιρείας), «Τὸ ᾿Εκκλησιαστικὸν ῾Ημερολόγιον καὶ κριτικὴ ἄποψις τῶν ὑπαρχόντων Κανόνων προσδιορισμοῦ τοῦ Πάσχα», σελ. 4-5, ῾Αγία Πετρούπολις 1892. 17. Βλ. «᾿Επιστολὴν Βασιλέως περὶ τῆς σωτηρίου ἑορτῆς, ἢν ἔγραψε ταῖς ἐκκλησίαις μετὰ τὴν ἐν Νικαίᾳ συγκροτηθεῖσαν Σύνοδον» (Εὐσεβίου Καισαρείας, Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως, Λόγος Γʹ, Κεφ. XVII-XX, PG τ. 20, στλ. 1073Β- 1080Β καὶ ΒΕΠΕΣ τ. 24, σελ. 152-154· Σωκράτους, ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία, Βιβλίον Αʹ, Κεφ. Θʹ, PG τ. 67, στλ.89Α-93ΑΒ· Θεοδωρήτου Κύρου, ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία, Βιβλίον Αʹ, Κεφ. Θʹ, PG τ. 82, στλ. 932C -937Α· Γελασίου Κυζικηνοῦ, Σύνταγμα τῶν κατὰ τὴν ἐν Νικαίᾳ ῾Αγίαν Σύνοδον Πραχθέντων, Κεφ. ΛϚʹ, PG τ.85, στλ. 1340C καὶ ΣΜΠΣ, τ. Αʹ, σελ. 193-194). • ῾Η ἀπόφασις τῆς Αʹ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ τῆς ῾Εορτῆς τοῦ Πάσχα, ὁ καλούμενος ῞Ορος τοῦ Πάσχα, δὲν περιλαμβάνεται μὲν εἰς τοὺς ῾Ι. Κανόνας τῆς ῾Αγίας Συνόδου, μνημονεύεται ὅμως εἰς διαφόρους πηγάς, ὑπὸ μορφὴν σχολίων καὶ ἐπεξηγηματικῶν πληροφοριῶν. Λίαν ὀρθῶς, καθ᾿ ἡμᾶς, ἔχει διατυπωθῆ, κατόπιν βαθείας μελέτης τοῦ ζητήματος, ἡ ἄποψις, ὅτι «τὸν ἐκκλησιαστικὸν Κανόνα ἤ ῞Ορον τοῦ Πάσχα ἀπήρτιζον τὸ Κανόνιον τοῦ Πάσχα (ἡ ἐννεακαιδεκαετηρὶς) καὶ ἐπεξηγηματικαὶ πληροφορίαι περὶ τῆς ἐννεακαιδεκαετηρίδος ὑπὸ μορφὴν σχολίων, ἅτινα ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον ἐταυτίζοντο σχεδὸν πρὸς τὸν σχετικὸν Ζʹ ᾿Αποστολικὸν Κανόνα καὶ τὸν διορισμὸν τῆς Κυριακῆς. Οὕτω Κανόνιον καὶ σχόλια ἀπετέλουν τὸν ῞Ορον τοῦ Πάσχα. Λόγῳ ὅμως τελειότητος καὶ αὐταρκείας τοῦ Κανονίου, ἐν τῇ χρήσει τὰ σχόλια ἐξέπεσον ἐκ τούτου, ὡς γνωστὰ τοῖς πᾶσι καὶ αὐτονόητα διὰ τὸν θεωρὸν τῆς ἐννεακαιδεκαετηρίδος. Διεσώθησαν ὅμως εἰς πολλὰ συγγράμματα ἁγίων Πατέρων καὶ λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων». (᾿Α. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 412, ᾿Αθῆναι 1985). 17α.Νικόδημος Μίλας, ᾿Επίσκοπος Δαλματίας καὶ ᾿Ιστρίας. Μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία, εἰδήμων εἰς τὸν χῶρον τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς ᾿Ορθοδόξου᾿Εκκλησίας, τῆς ῾Ερμηνείας τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων καὶ τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς ῾Ιστορίας, χαίρων πανορθοδόξου ἐκτιμήσεως καὶ κύρους. Σερβικῆς καταγωγῆς, ἐγεννήθη εἰς Σίμπενικ τὴν 16ην ᾿Απριλίου 1845. ᾿Απεφοίτησεν ἀπὸ τὸ Θεολογικὸν Σεμινάριον τοῦ Κάρλοβιτς, παρηκολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Βιέννης, ἐπεράτωσε τὴν Θεολογικὴν ᾿Ακαδημίαν Κιέβου, ὅπου καὶ τοῦ ἀπενεμήθη ὁ τίτλος τοῦ Μαγίστρου τῆς Θεολογίας. ῾Ο τίτλος τοῦ Διδάκτορος τῆς Θεολογίας ἀπενεμήθη εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βουκουρεστίου. ᾿Επιστρέφων εἰς τὴν πατρίδα του τὸ 1874, ἐδίδαξεν εἰς ᾿Εκκλησιαστικὰς Σχολὰς καὶ Σεμινάρια. Τὸ 1890 ἐχειροτονήθη ᾿Επίσκοπος Δαλματίας καὶ ᾿Ιστρίας, ὑπὸ Αὐστρο-ουγγρικὴν κατοχὴν τότε, ὅπου παρέμεινεν ἐπὶ εἰκοσαετίαν. Τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του διῆλθεν εἰς Ντουμπρόβνικ, ὅπου ἐκοιμήθη τὴν 2αν ᾿Απριλίου τοῦ 1915. ῾Η πλέον γνωστὴ καὶ σημαντικὴ ἐργασία του «᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησιαστικὸν Δίκαιον» (1890) μετεφράσθη εἰς τὴν Ρωσικήν, Γερμανικήν, ῾Ελληνικὴν καὶ Βουλγαρικὴν γλῶσσαν. ᾿Επίσης «Οἱ Κανόνες τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μεθ᾿ ἑρμηνείας» (1895) ἀποτελεῖ κλασσικὸν ἔργον. Συνέγραψε καὶ ἄλλας μελέτας παρεμφεροῦς περιεχομένου, ὡς καὶ μονογραφίας ἐπὶ θεμάτων ᾿Εκκλησιαστικῆς ῾Ιστορίας, διακρινομένας διὰ τὴν ἐμβρίθειαν, σοβαρότητα καὶ πληρότητά των. (Βλ. Hierodeacon Grigorije Kalinic, «His Grace Dr. Nikodim Milas, Bishop of Dalmatia and Istria», ἐν περιοδ. «The Journal of the Moscow Patriarchate», Νο 12/1975, pp. 55-56). 18. «Τέσσαρες δέ εἰσιν οἱ ἀναγκαίως ζητούμενοι περὶ τὸ ἡμέτερον τοῦτο Πάσχα διορισμοί· δύο μέν, οὕς ὁ (Ζʹ) ᾿Αποστολικὸς θεσπίζει Κανών, ὡς ἐν τῷ τοῦ Πάσχα Κεφαλαίῳ πρὸ βραχέος εἰρήκαμεν, καὶ δύο, οἷς ἐξ ἀγράφου χρώμεθα παραδόσεως: α) ὅτι δεῖ μετὰ ἰσημερίαν ἐαρινὴν τὸ Πάσχα ἐπιτελεῖν, β) ὅτι οὐ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς ᾿Ιουδαϊκῆς τελετῆς (τὴν τεσσαρεσκαιδεκάτην τοῦ μηνὸς Νισάν), γ) ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετ᾿ ἰσημερίαν, ἀλλὰ μετὰ τὴν πρώτην μετ᾿ ἰσημερίαν πανσέληνον καὶ δ) ὅτι καὶ μετὰ τὴν πανσέληνον, εὐθὺς τῆς ἑβδομάδος πρώτῃ (ἡμέρα, τ. ἔ. ἐν Κυριακῇ)». (Ματθαίου Βλαστάρεως, Σύνταγμα κατὰ στοιχεῖον, Κεφάλαιον Ζʹ, Περὶ τοῦ ῾Αγίου Πάσχα, ΡΠΣΚ, τ. Ϛʹ, σελ. 420). • ᾿Εκτενεστάτην καὶ ἐμβριθεστάτην ἀνάλυσιν τῶν «Διορισμῶν τοῦ ῞Ορου τοῦ Πάσχα» βλ. ἐν ᾿Α Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 412-447, ᾿Αθῆναι 1985. 19. «Τεσσαρεσκαιδεκατῖται, ἤτοι τετραδῖται ὀνομάζονται, διατὶ ἑώρταζον τὸ Πάσχα ὄχι ἐν Κυριακῇ, ἀλλ᾿ ὁποίᾳ ἄν ἡμέρᾳ τύχῃ ἡ σελήνη δεκατεσσάρων ἡμερῶν, νηστεύοντες καὶ ἀγρυπνοῦντες».(῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Ι. Πηδάλιον, ῾Ερμηνεία Ζʹ ῾Ι. Κανόνος τῆς Βʹ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου). • «῞Οσοι τεσσαρεσκαιδεκατῖται δὲν ἐδέχθησαν τὸν ῞Ορον τῆς ΑʹΟἰκουμενικὴς Συνόδου περὶ Πάσχα, ἐγένοντο σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοί.῏Ησαν δὲ οὗτοι ἐλάχιστοι, οἱ πρωτοπασχῖται, αὐδιανοὶ καὶ οἱ ναυατιανοί, ἀλλὰ καὶ μοντανισταί».(᾿Α. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 539, ᾿Αθῆναι 1985).*20. «Πραβοσλάβνι Σομπιεσιέντνικ» (᾿Ορθόδοξος Συζητητής), 1859, Αʹ Μέρος, σελ.165· «᾿Ορθόδοξος Θεολογικὴ ᾿Εγκυκλοπαιδεία» (ρωσιστί ), τ. 7ος, σελ. 880. *21. Αὐτόθι. 22. ῾Ο Παπισμός, καινοτομήσας ἀντιεκκλησιαστικῶς κατὰ τὸ 1582, ἐκαινοτόμησενἑορτολογικῶς καὶ καταβιβάσας τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν εἰς τὴν 11ην Μαρτίου, ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ αἰωνίου 21ης Μαρτίου, παρέβη καὶ τοὺς τέσσαρας «Διορισμοὺς» τοῦ ῞Ορου τοῦ Πάσχα: τελεῖ τὸ Πάσχα καὶ πρὸ τῆς 21ης Μαρτίου ᾿Εκκλησιαστικοῦ/᾿Ιουλιανοῦ ῾Ημερολογίου· ἑορτάζει τὸ Πάσχα μετὰ ᾿Ιουδαίων ἤ καὶ πρὸ τῶν ᾿Ιουδαίων· τελεῖ τὸ Πάσχα καὶ κατὰ τὴν πανσέληνον τὴν μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν τῆς 21ης Μαρτίου, ἀλλὰ καὶ πρὸ αὐτῆς· ἑορτάζει τὸ Πάσχα καὶ πρὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πρώτην πανσέληνον τὴν μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰσημερίαν τῆς 21ης Μαρτίου. • «῾Ο πασχάλιος ὑπολογισμὸς βάσει τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας τῶν παπικῶν ἀπάγει εἰς ἄτοπον, διότι, πλὴν τοῦ παραδοθέντος ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων Κανονίου, εἶναι ῾῾ἀδύνατον᾿᾿ ῾῾Κανόνιον ἄλλο γενέσθαι᾿᾿ τελειότερον». (᾿Α. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 567, ᾿Αθῆναι 1985) 23. ῾Η ᾿Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, μετὰ τὸ λεγόμενον Πανορθόδοξον Συνέδριον τοῦ 1923, ἐκοινοποίησε τὰ σχετικὰ αὐτοῦ ψηφίσματα εἰς τὰς λοιπὰς ᾿Ορθοδόξους ᾿Εκκλησίας, ἀλλ᾿ ἰδοῦσα ὅτι δὲν ἐπετυγχάνετο πανορθόδοξος σύμπνοια ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρυθμίσεως, ἔσπευσε νὰ λύσῃ μερικῶς τὸ ζήτημα, «διὰ τῆς προσαρμογῆς τ. ἔ. ἐπὶ τοῦ παρόντος τοῦ ἑορτολογίου εἰς τὸ νέον ἡμερολόγιον, τοῦ Πασχαλίου μένοντος ἀθίκτου μέχρι διευθετήσεως καὶ τούτου ἀργότερον». († Σ. Γ., «῾Εορτολόγιον - Νέον ῾Ημερολόγιον», ἐν περιοδ. «᾿Ορθοδοξία», ἀριθ. 4/31.7.1926, σελ. 108). • Εἰς τὴν ὁριστικὴν αὐτὴν ἀπόφασιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μεγάλως συνέβαλεν ἡ ᾿Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος, προτείνασα «παρομοίαν λύσιν διὰ τῆς ἀπὸ 21/3 ᾿Ιανουαρ. 1924 καὶ ἀριθ. 70 ἐπιστολῆς τοῦ Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν κ. Χρυσοστόμου». (Αὐτόθι. Βλ. τὴν ὑπ᾿ ἀριθ. 70/21.12.1923./3.1.1924. ἐπιστολὴν τοῦ ᾿Αθηνῶν Χ. Π. ἐν ᾿Αρχιμ. Θ. Α. Στράγκα, Ε.Ε.Ι., τ. Βʹ, σελ. 1241-43, ᾿Αθῆναι 1970 καὶ Γ. Εὐστρατιάδου, ῾Η πραγματικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ ῾Ημερολογίου, σελ. 45-47 [λείπει τὸ 1/3 ἐξ ἀρχῆς], ᾿Αθῆναι 1929). • Τὴν τοιαύτην «μερικὴν ἡμερολογιακὴν διαρρύθμισιν» προέτεινε τηλεγρα- φικῶς καὶ διὰ γραμμάτων ἡ Κωνσταντινούπολις, κατόπιν συνοδικῆς ἀποφάσεως (24.1.1924) ἐπὶ Γρηγορίου Ζʹ, εἰς τὰς ἀδελφὰς ᾿Εκκλησίας, μὴ ἐπιτευχθείσης δὲ καὶ πάλιν ὁμοφώνου ἀποφάσεως, ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς (23.2.1924) καὶ βεβαίως μονομερῶς, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς «μέσης λύσεως» ἀπὸ τῆς 10.3.1924, λογιζομένης 23 ἰδίου μηνός, «τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν ἐξ αὐτοῦ κινητῶν ἑορτῶν μένοντος τό γε νῦν ἀθίκτου». († Σ. Γ., ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 110, ὅπου καὶ τὸ σχετικὸν γράμμα τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου Ζʹ, ἀριθ. 706/26.2.1924, δι᾿ οὗ ἀνακοινοῦται ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις). • Περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς «μέσης λύσεως», ἀρξαμένης ἀπὸ τῆς Δʹ Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος (16-21.4.1923), συνεχισθείσης εἰς τὴν Εʹ ῾Ιεραρχίαν (24.12.1923-2.1.1924), ὁλοκληρωθείσης δὲ καὶ ἐπιβληθείσης κατ᾿ οὐσίαν ὑπὸ τοῦ ᾿Αθηνῶν Χρυσοστόμου, βλέπε: ᾿Αρχιμ. Θ. Α. Στράγκα, Ε.Ε.Ι., τ. Βʹ, ᾿Αθῆναι 1970, σελ. 1140, 1141, 1193-1197· † Σ. Γ., «Τὸ ῾Ημερολογιακὸν Ζήτημα», ἐν περιοδ. «᾿Ορθοδοξία», ἀριθ. 3/30.6.1926, σελ. 69· ᾿Α. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 665-667, 675, 679-682, ὅπου ἐκτὸς τῶν ἄλλων γράφονται τὰ ἑξῆς εὔστοχα: «῾Η λεγομένη ῾῾μέση λύσις᾿᾿ ἀποτελεῖ ἀπαρχὴν τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας τῆς οἰκουμενιστικῆς ἀποστασίας, ἐν πνεύματι μεσότητος μασονικῆς ἀντιλήψεως καὶ σκοπιμότητος. Διό, μετὰ τὴν καινοτομίαν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν, προβλέπει τὴν ἀκραίαν κατὰ τὴν μασονικὴν ἀντίληψιν καινοτομίαν καὶ ἐπὶ τῶν κινητῶν ἑορτῶν τοῦ πασχαλίου. Δηλαδὴ οἱ οἰκουμενισταὶ δὲν ἐνδιαφέρονται ὄντως περὶ μεσότητος, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς καινοτομίας» (σελ. 681). *24. Τυπικὸν (ρωσιστί), 1867, σελ. 245. *25. Αὐτόθι, σελ. 265. 26. ῾Η νηστεία τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, νομοθετηθεῖσα εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν «κατὰ παράδοσιν ἀρχαίαν» (῾Αγίου Συμεῶνος Θεσσαλονίκης, PG τ. 155, στλ. 900C), ὡς ρυθμιζομένη κατὰ τὴν κινητὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, αὐξομειώνεται ἀπὸ διαρκείας 8 ἡμερῶν τὸ ἔλαττον (21-28 ᾿Ιουνίου), μέχρι 42 ἡμερῶν τὸ μέγιστον (18 Μαΐου- 28 ᾿Ιουνίου). • ῾Η νηστεία αὐτὴ ἐνομοθετήθη ὡς τύπος τοῦ «Ζωοποιοῦ Πνεύματος, τὸ καὶ τοὺς ᾿Αποστόλους διδάξαν πάντα, ἅ παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ μεμυσταγώγηται» (῾Οσίου Θεοδώρου Στουδίτου, PG τ. 99, στλ. 1696BC). ᾿Επίσης τηρεῖται ἡ νηστεία αὐτὴ καὶ πρὸς τιμὴν τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, διότι «πλείστων ἀγαθῶν δι᾿ αὐτῶν ἠξιώμεθα» καὶ διότι «νηστείας οὗτοι καὶ ὑπακοῆς ἄχρι θανάτου, καὶ ἐγκρατείας ἐργάται ὤφθησαν ἡμῖν καὶ διδάσκαλοι» (῾Αγίου Συμεῶνος Θεσσαλονίκης, PG τ. 155, στλ. 901Α). • Τοιαύτην ἀσέβειαν ἐπέδειξαν οἰ καινοτόμοι κατὰ τῆς ἀρχαιοπαραδότου αὐτῆς νηστείας, ὥστε εἰς τὸ περιοδικὸν «᾿Εκκλησία» ἀρθρογράφος τις, χλευάζων τὰ ἱερά, ἐχαρακτήρισε «τήν νηστείαν τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων ὡς νηστείαν τῶν ψαράδων καὶ τῶν μπακάληδων τοῦ Φαναρίου. Οἵα κατάπτωσις!». (Λεοντοπόλεως Χριστοφόρου, ῾Ημερολογιακά, σελ. 22-23, ᾿Αθῆναι 1925). 27. Πρβλ.: «Οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων ᾿Αποστόλων καὶ τῶν ῾Ιερῶν Εὐαγγελίων παραδεδώκασιν ἡμῖν...»· «μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν...». 28. Αἱ πηγαὶ ὁμιλοῦν διὰ τρεῖς συνοδικὰς καταδίκας τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου: 1583, 1587, καὶ 1593. Διὰ τὰς πανορθοδόξους ἀπορρίψεις τὴς καινοτομίας τοῦ Πάπα Γρηγορίου ΙΓʹ βλ.: ᾿Αθανασίου Κομνηνοῦ ῾Υψηλάντου, Τὰ μετὰ τὴν ῞Αλωσιν, σελ. 111, 113, 114, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1870· ῾Ιεροῦ Δοσιθέου ῾Ιεροσολύμων, Τόμος ᾿Αγάπης κατὰ Λατίνων, σελ. 538-540, ἐν ᾿Ιασίῳ 1698· Τοῦ αὐτοῦ, Περὶ τῶν ἐν ῾Ιεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων-Δωδεκάβιβλος, Βιβλίον ΙΑʹ, Κεφάλαιον Ηʹ, σελ. 1167, ἐν Βουκουρεστίῳ 1715 (σελ. 57, Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1983)· Μελετίου ᾿Αθηνῶν, ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία, τ. Γʹ, σελ. 402, 408, ἐν Βιέννῃ 1784· ᾿Αρχιμ. Γερμανοῦ Καραβαγγέλη, ᾿Επιστημονικὴ διατριβὴ περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, σελ. 121-122, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1894· Νικολάου Βουλγάρεως, ῾Η μεταρρύθμισις τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ ῾Ημερολογίου, ἄρθρον εἰς τρεῖς συνεχείας ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Τεργέστης «Νέα ῾Ημέρα», ἔτος ΚΒʹ-1896, ἀριθ. 1120-1122· Διδυμοτείχου Φιλαρέτου Βαφείδου, ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία, τ. Γʹ, Μέρος Αʹ, σελ. 124-125, ἐν Κωνσταντινουπόλει 1912· Κ. Ν. Σάθα, Βιογραφικὸν σχεδίασμα περὶ τοῦ Πατριάρχου ῾Ιερεμίου Βʹ, σελ. 91-92, ἐν ᾿Αθήναις 1870· ᾿Ι. Ν. Καρμίρη,῾Ιερεμίας Βʹ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, λῆμμα ἐν «Θ.Η.Ε.», τ. 6, στλ. 781, ᾿Αθῆναι 1965. 29. Βλ. «Σιγγίλιον Πατριαρχικῆς Διατυπώσεως ᾿Εγκυκλίου τοῖς ἁπανταχοῦ ᾿Ορθοδόξοις Χριστιανοῖς, εἰς τὸ μὴ παραδέχεσθαι τὸ νεώτερον Πασχάλιον ἤ Καλενδάριον τοῦ καινοτομηθέντος μηνολογίου, ἀλλ᾿ ἐμμένειν τοῖς ἅπαξ καὶ καλῶς διατυπωθεῖσι παρὰ τοῖς ῾Αγίοις Τριακοσίοις δέκα ὀκτὼ Θεοφόροις Πατράσι τῆς ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Πρώτης Συνόδου, μετ᾿ ἐπιτιμίου καὶ ἀναθέματος», ἐν Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, ῾Η πραγματικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ ῾Ημερολογίου, σελ. 122, ᾿Αθῆναι 1929. • Διὰ τὴν γνησιότητα καὶ πατρότητα τοῦ «Σιγγιλίου» αὐτοῦ ἔχει προκληθῆ μεγάλη φιλολογικὴ ἔρις καὶ ἔχουν διατυπωθῆ αἱ πλέον ἀκραῖαι ἀντιτιθέμεναι ἀπόψεις. Μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο προτιθέμεθα νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ. Πάντως οἱ καινοτόμοι οἰκουμενισταὶ μὴ σπεύδουν ἐπιπολαίως, βασιζόμενοι εἰς τὰς φιλολογικὰς αὐτῶν ἱκανότητας, νὰ τὸ ἀπορρίψουν ὡς «οἰκτρὸν πλαστογράφημα» καὶ παραποίησιν, διότι ἐκκρεμεῖ ἐναντίον των ἡ φοβερὰ κατηγορία τῆς ἀποκρύψεως ἱστορικῶν μαρτυριῶν, καθοριστικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Καὶ εὐθέως ἐρωτῶνται: διατί ἀποσιωπᾶται ἐπιμελῶς ἡ § ιηʹ τοῦ Παραρτήματος τοῦ ΙΑʹ Βιβλίου τῆς «Δωδεκαβίβλου Δοσιθέου»; Εἰς αὐτὴν ἀναφέρονται συνοπτικῶς αἱ ἀποφάσεις τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1593 ἐν Κωνσταντινουπόλει μὲ τὴν ἑξῆς χαρακτηριστικὴν κατάληξιν: «Δέκατον καὶ τελευταῖον, ἵνα τὸ Πάσχα γίνηται καθὼς τὸ ἐδιώρισεν ἡ Πρώτη Σύνοδος καὶ τὸ νέον καλαντάριον τὸ ἐπινοηθὲν παρὰ τῶν Λατίνων νὰ ἀναθεματίζεται». (Δωδεκάβιβλος Δοσιθέου, ἐκδόσεως «Β. Ρηγοπούλου», τ. Ϛʹ/Βιβλία ΙΑʹ καὶ ΙΒʹ, σελ. 232, Θεσσαλονίκη 1983). • Διακριτικὴν στάσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ «Σιγγιλίου», «τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ἐνιστάμενοι ὡς ἰσχυρότατον ὅπλον κατὰ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας καὶ κατεπολέμησαν οἱ καινοτόμοι ὡς τὴν ἀχίλλειον πτέρναν τῆς ἐνστάσεως», βλ. ἐν ᾿Α. Δ. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 793-795, ᾿Αθῆναι 1985. 30. «Μετὰ τὴν πολλαπλῆ καταδίκην τῆς παπικῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας ὑπὸ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας κατὰ τὸν ΙϚʹ αἰῶνα, τὰ κύματα τῆς συγχύσεως ἀπὸ τὸ ῾῾παγκόσμιον σκάνδαλον᾿᾿ τοῦ Γρηροριανοῦ ῾Ημερολογίου δὲν ἔπαυσαν νὰ προσκρούουν εἰς τὴν Θείαν ῾Ολκάδα τῆς ᾿Ορθοδοξίας διὰ μέσου τῆς ἐπιτεταμένης παπικῆς προπαγάνδας εἰς τὴν ᾿Ανατολήν. ᾿Αλλ᾿ οἱ φύλακες ἐφρυκτώρουν καὶ διησφάλιζον τὸ λογικὸν ποίμνιόν των. • ῾Ο Καθηγητὴς κ. Ι. Σοκολώφ, τῆς Θεολογικῆς ᾿Ακαδημίας Πετρουπόλεως, ἔγραφε τὸ 1910: ῾῾᾿Αλλὰ καὶ ἐν τοῖς μετέπειτα χρόνοις οἱ ῞Ελληνες ἱεράρχαι ἐπανειλημμένως συνίστων τοῖς ὀρθοδόξοις τὴν ἀποφυγὴν καὶ τοῦ νέου τούτου ὅπλου τῆς λατινικῆς προπαγάνδας, ὡς Κύριλλος ὁ Λούκαρης, Παρθένιος ὁ Αʹ, Παΐσιος ὁ Βʹ, Κύριλλος ὁ Εʹ, Γρηγόριος ὁ Ϛʹ, καὶ ῎Ανθιμος ὁ Ϛʹ. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ τῶν λοιπῶν ᾿Εκκλησιῶν Πατριάρχαι τὴν αὐτὴν ἐπεδείξαντο ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ μέριμναν, ἐφ᾿ ᾧ καὶ ἐν Παλαιστίνῃ καὶ ἐν Συρίᾳ καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Κύπρῳ ἔτι ἐξεδόθησαν πρός τε τὸν κλῆρον καὶ τὸν λαὸν πατριαρχικαὶ καὶ ποιμαντορικαὶ ᾿Εγκύκλιοι, ἐν αἷς ἐτονίζετο ἡ χροιὰ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἡμερολογιακῆς ταύτης μεταρρυθμίσεως καὶ συνεδέετο αὕτη πρὸς τὴν λοιπὴν γνωστὴν σειρὰν τῶν διαφόρων καινοτομιῶν τῆς παπικῆς ᾿Εκκλησίας᾿᾿, καθ᾿ ὅσον, ῾῾ ἡ ὑπὸ τοῦΠάπα Γρηγορίου τοῦ ΙΓʹ τῷ 1582 ἐπενεχθεῖσα ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμισις ἀνέκαθεν ἤ μᾶλλον εὐθὺς ἀμέσως ἐθεωρήθη ἐν τῇ ᾿Ορθοδόξῳ ᾿Ανατολῇ ὡς καινοτομία ἐκκλησιαστικὴ καὶ θρησκευτικὴ καὶ ὡς μία ἐκ τῶν συνήθων τάσεων τῆς κρατούσης ἐν τῇ Δύσει ἐκκλησιαστικῆς ἀπολυταρχίας, τὸ ὄνειρον τῆς ὁποίας ἦν καὶ ἔσται ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς ἐπὶ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ανατολῆς. ᾿Εθεωρήθη, ἄλλαις λέξεσι, νέα παπικὴ ἐκστρατεία κατὰ τῆς ἐν ᾿Ανατολῇ ᾿Ορθοδοξίας. ῾Ως τοιαύτη θεωρηθεῖσα καὶ ἐκτιμηθεῖσα ἡ καινοτομία αὕτη ἀμέσως κατεδικάσθη᾿᾿ ὑπὸ τῆς ᾿Ορθοδοξίας Συνοδικῶς». (Βλ. ἄρθρον: «῾Ο παπικὸς προσηλυτισμὸς καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἡμερολογίου», ἐν περιοδ. «Ο.Ε.Μ.», ἀριθ. 18-21/᾿Ιανουάριος-Δεκέμβριος 1990, σελ. 111-112). 31. Τὴν ᾿Εγκύκλιον τοῦ 1756 Πατριάρχου Κυρίλλου Εʹ τοῦ Καράκαλλου κατὰ τοῦ παπικοῦ ἡμερολογίου ἀγνοοῦμεν. Τὸ ὄνομα τοῦ ἐναρέτου, «παραδοσιακοῦ», ἀντιπαπικοῦ καὶ ὄντως ἀξίου πατριάρχου Κυρίλλου Εʹ (α. 29.9.1748-᾿Ιούνιος 1751, β. 7.9.1752-15.1.1757, †27.7.1775 ἐν ῾Αγίᾳ ῎Αννῃ ῾Αγίου ῎Ορους), εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὸν «῞Ορον τῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας περὶ τοῦ βαπτίσματος τῶν Δυτικῶν (1755/6)». «Τὴν βάπτισιν τῶν Λατίνων ἀπεφάσισε καὶ ἐπέβαλε, τελικῶς, ἠ ἐπὶ Κυρίλλου Εʹ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1755), παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ 1484. ῾Ο ῞Ορος τῆς συνόδου, ὑπογραφεὶς καὶ ὐπὸ τῶν Πατριαρχῶν ᾿Αλεξαν- δρείας καὶ ῾Ιεροσολύμων, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ τελευταία ἐπίσημος περὶ τοῦ ζητήματος ἀπόφασις τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας». (Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, «῾Ομολογῶ ἕν βάπτισμα...», σελ. 59, ᾿Αθῆναι 1983). • ῾Ο «῞Ορος» τῆς Συνόδου αὐτῆς (᾿Ιούλιος 1755) ἐπεκράτησε νὰ χρονολογῆται τὸ 1756, διότι τότε ἐδημοσιεύθη τύποις τὸ πρῶτον εἰς τὸ ἔργον «Ραντισμοῦ Στηλίτευσις» (σελ. ρογʹ-ροϛʹ). 32. «᾿Απάντησις τῶν ᾿Ορθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς ᾿Ανατολῆς πρὸς τὸν Πάπαν Πῖον Θʹ» (᾿Ι. Καρμίρη, Δ.Σ.Μ., τ. Βʹ, σελ. 922-923, ἔκδοσις βʹ, Graz-Austria 1968). • ῾Η «᾿Απάντησις» αὐτὴ ἀποτελεῖ ᾿Εγκύκλιον, ἐξαπολυθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Οἰκου- μενικοῦ Πατριαρχείου τὸν Μάϊον τοῦ 1848 ἐπὶ Πατριάρχου ᾿Ανθίμου Ϛʹ, συνυπο- γραφεῖσαν δὲ ὑπὸ τῶν ᾿Αλεξανδρείας ῾Ιεροθέου Βʹ, ᾿Αντιοχείας Μεθοδίου καὶ ῾Ιεροσολύμων Κυρίλλου Βʹ μετὰ 29 συνολικῶς Μητροπολιτῶν, ἀποτελούντων τὰς ῾Ιερὰς Συνόδους αὐτῶν. 33. Βλ. τὴν «Πατριαρχικὴν καὶ Συνοδικὴν ᾿Εγκύκλιον» (12.6.1902), «περὶ τῶν σχέσεων τῶν Αὐτοκεφάλων ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν καὶ περὶ ἄλλων Γενικῶν Ζητημάτων», τὰς εἰς αὐτὴν «᾿Απαντήσεις τῶν ῾Αγίων Αὐτοκεφάλων ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν», ὡς καὶ τὴν «᾿Ανταπάντησιν τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως» (12.5.1904), ἔτι δὲ καὶ τὴν «Βʹ ᾿Απάντησιν τῆς ῾Αγίας Ρωσικῆς Συνόδου» (18.3.1905), ἐν ᾿Αντωνίου Παπαδοπούλου, Κείμενα Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν Σχέσεων, Οἰκουμενικὰ ΙΙ, σελ. 9-91, ἔκδοσις «᾿Αφῶν Κυριακίδη», Θεσσαλονίκη 1984. 34. ῾Ο Πατριάρχης Μόσχας Τύχων, τελῶν ὑπὸ τὴν ἀφόρητον πίεσιν τῶν πολιτειακῶν ἐξελίξεων ἐν Ρωσίᾳ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1917, διὰ τῆς ὑπ᾿ ἀριθ. 464/ 21.1.1919 ἐπιστολῆς αὐτοῦ πρὸς τὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸν Εʹ (1913-1918) (δημοσιευθεῖσαν ἐν περιοδ. «᾿Εκκλησία», ἀριθ. 30/25.7.1925, σελ. 233-236/τμήματα αὐτῆς ἐν ᾿Ανθίμου Βιζύης, Τὸ ῾Ημερολογιακὸν Ζήτημα, Κωνσταντινούπολις 1922, σελ. 62-63), ἀναφέρεται ἐκτενῶς εἰς τὴν ἐν Ρωσίᾳκρατοῦσαν κατάστασιν ἐξ ἐπόψεως ἡμερολογιακῆς: • μνημονεύει τῆς τελευταίας πανορθοδόξου ἀποφάσεως ἐμμονῆς εἰς τὸ «παλαιὸν ἡμερολόγιον» ἐπὶ Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωακεὶμ Γʹ (βλ. ὑποσημείωσιν 33 τοῦ παρόντος ἄρθρου), • τῆς αἰφνιδίου εἰσαγωγῆς τοῦ «νέου» εἰς Ρωσίαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως (29.1.1918), • τῆς δοθείσης ἀδείας εἰς τοὺς ᾿Ορθοδόξους τῆς Φινλανδίας νὰ ἀκολουθοῦν τὸ «νέον», • τῆς ἐξετάσεως ὑπὸ τῆς Τοπικῆς Παρρωσικῆς Συνόδου (30.1.1918) τοῦ δημιουργηθέντος θέματος ἐντὸς Ρωσίας λόγῳ τοῦ διπλοῦ πλέον ἡμερολογιακοῦ καθεστῶτος, • καὶ τῆς ἀποφάσεως, ὅπως ἰσχύσῃ ἐκκλησιαστικῶς κατὰ τὸ 1918 τὸ «παλαιὸν», ἀνατεθῇ δὲ εἰς ἐπιτροπὴν ἡ ἔρευνα τῆς δυνατότητος εἰσαγωγῆς τοῦ «νέου»· • ἐν συνεχείᾳ, παρουσιάζει τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία α) θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς «τόσον σπουδαῖον» καὶ ἔχον «τοιαύτην πανεκκλησιαστικὴν σημασίαν», ὥστε δὲν χωρεῖ λύσις ἄνευ γνώμης τῶν λοιπῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν, β) προτείνει δὲ ὅπως ὁ Πατριάρχης Τύχων ἀποτανθῇ εἰς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦτο εἰς τὰς ἀδελφὰς ᾿Εκκλησίας, ζητοῦν τὴν γνώμην αὐτῶν «περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου», μέχρι δὲ σχετικῆς ἀπαντήσεως ἰσχύει ἐν Ρωσίᾳ τὸ «παλαιόν». • ῾Ο Πατριάρχης Τύχων, κατακλείων τὴν ἐπιστολήν, ἐκφράζει ὑποθετικῶς τέσσαρας διαφόρους ἀπαντήσεις- λύσεις τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος, ἐξ ὧν ἡ τρίτη εἶναι ἡ προαναφερθεῖσα καὶ σχολιασθεῖσα «συμβιβαστικὴ» ἤ «μέση λύσις» (βλ. ὑποσημείωσιν 23 τοῦ παρόντος ἄρθρου). • Μίαν ἀνάλυσιν, ὄχι κατὰ πάντα ἀκριβῆ καὶ ὀρθὴν καθ᾿ ἡμᾶς, τῆς σημαντικῆς αὐτῆς ἐπιστολῆς τοῦ μαρτυρικοῦ Πατριάρχου Τύχωνος βλέπε εἰς τὴν μονογραφίαν τοῦ Κυπρίου ᾿Εκπαιδευτικοῦ ᾿Ανδρέου Παπαβασιλείου, «῾Ο Πατριάρχης Μόσχας Τύχων (1917-1925) καὶ τὸ ῾Ημερολογιακὸ Πρόβλημα» (ἀνέκδοτον). *35. Βλ. Καθηγητοῦ Ν. Ν. Γκλουμποκόφσκυ, «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ῾Ημερολογίου», ἐν περιοδ. «᾿Ορθόδοξος ῾Ιεραπόστολος», ἀριθ. 5-6. σελ. 262. 36. Διὰ τὸ λεγόμενον Πανορθόδοξον Συνέδριον τοῦ 1923 ἐν Κωνσταντινουπόλει, «ὅπερ κακῶς ἀπεκλήθη πανορθόδοξον» (Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης), βλέπε ἄρθρον: «Οἱ ἐμπνευσταὶ καὶ πρωτεργάται τῆς καινοτομίας: ῾῾οἱ δύο οὗτοι Λούθηροι τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας᾿᾿», ἐν περιοδ. «Ο.Ε.Μ.», ἀριθ. 17/᾿Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1989, σελ. 67-78, ἰδίως δὲ τὰς ὑποσημ. 6, 7 (σελ. 69-70). 37. Βλ. τὰς «᾿Αποφάσεις τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου» ἐν Διονυσίου Μ. Μπατιστάτου/ ᾿Ανατύπωσις, ᾿Επιμέλεια, Εἰσαγωγή: Πρακτικὰ καὶ ᾿Αποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινου- πόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου, 10.5-8.6.1923, σελ. 211-222, ᾿Αθῆναι 1982. ᾿Αποφάσεις: Αʹ. περὶ διορθώσεως τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ ἡμερολογίου καὶ καθορισμοῦ τοῦ Πάσχα «βάσει ἀστρονομικῶν ὑπολογισμῶν», Βʹ. περὶ ὅρων συμμετοχῆς εἰς διάσκεψιν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τελειοτέρου ἡμερολογίου παγχριστιανικῆς ἀποδοχῆς, περὶ διακοπῆς τῆς συνεχείας τῆς ἑβδομάδος καὶ μονιμοποιήσεως τοῦ Πάσχα, Γʹ. περὶ γάμου τῶν ἱερέων καὶ διακόνων μετὰ τὴν χειροτονίαν, Δʹ. περὶ δευτέρου γάμου τῶν συνεπείᾳ θανάτου χηρευσάντων ἱερέων καὶ διακόνων, Εʹ. περὶ διαφόρων: ἡλικία χειροτονουμένων κληρικῶν, ὅριον ἐπαρκείας τῶν ποιμένων, κουρὰ τῆς κόμης καὶ ἐξωτερικὴ περιβολὴ τῶν κληρικῶν, τήρησις μοναχικῆς εὐχῆς, κωλύματα γάμου, ὁ μετ᾿ ἀργίας ἑορτασμὸς τῶν ἐν μέσῳ τῆς ἑβδομάδος ἑορτῶν τῶν ῾Αγίων, νηστεῖαι, Ϛʹ. περὶ ἑορτασμοῦ τῆς 1600 ἐπετείου τῆς Αʹ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου καὶ Ζʹ. περὶ συμπαθείας πρὸς τὸν ἐν φυλακῇ Πατριάρχην Ρωσίαν Τύχωνα. 38. Αἱ καινοτομίαι αὗται τοῦ Μελετίου Μεταξάκη σιωπηλῶς δὲν ἔγιναν δεκταί. • Τοῦτο γράφουν καὶ οἱ Μασῶνοι ἀκόμη: «᾿Αλλὰ βρῆκε καὶ μεγάλη ἀντίδραση ὅταν θέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη μερικὰ συστήματα τῆς ᾿Αμερικῆς, ὅπως καὶ γιὰ τὶς νεωτεριστικὲς γνῶμες του περὶ ἡμερολογίου καὶ πασχαλίου, περὶ γάμου τῶν κληρικῶν καὶ ἄλλες ποὺ ἀνέπτυξε στὸ Πανορθόδοξο Συνέδριο, ποὺ δημιούργησαν ζητήματα καὶ κατακραυγή». (᾿Αλεξ. ᾿Ι. Ζερβουδάκη, «Διάσημοι Τεκτ.·./Μελέτιος Μεταξάκης», ἐν περιοδ. «Τεκτονικὸν Δελτίον», «῎Οργανον τῆς Μεγάλης Στοᾶς τῆς ῾Ελλαδος», ἀριθ. 71/ ᾿Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1967, σελ. 43, ὑπογραμ. ἡμετ.). • Τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἀντίδρασιν δὲν ἀποκρύπτει καὶ ὁ ᾿Αθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος: «Δυστυχῶς δὲ οἱ Πατριάρχαι τῆς ᾿Ανατολῆς, μὴ μετασχόντες τοῦ Συνεδρίου, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπέκρουσαν τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ συλλήβδην πάσας. ῎Ισως ἐὰν τὸ Συνέδριον περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου, δὲν θὰ παρουσιάζετο τοιαύτη κατ᾿ αὐτοῦ ἀντίδρασις, οἵα παρουσιάσθη». (᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν Χρυσοστόμου, ῾Η Διόρθωσις τοῦ ᾿Ιουλιανοῦ ῾Ημερολογίου ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ τῆς ῾Ελλάδος, σελ. 31-32, ᾿Αθήνησι 1933, ὑπογραμ. ἡμετ.). • Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ «Συνεδρίου» περὶ ἡμερολογίου, ἐσημειώθη σχεδὸν πανορθόδοξος ἀπόρριψις. (Σάρδεων καὶ Πισιδείας Γερμανοῦ, «Τὸ ῾Ημερολογιακὸν Ζήτημα», ἐν περιοδ. «᾿Ορθοδοξία», ἀριθ. 3/30.6.1926, σελ. 59-70· Πρβλ. ᾿Α. Δελήμπαση, Πάσχα Κυρίου, σελ. 671-674, ᾿Αθῆναι 1985). • Εἶναι λίαν χαρακτηριστικὰ τὰ τοῦ ᾿Αλεξανδρείας Φωτίου λόγια, ὅστις γράφων πρὸς τὸν ᾿Αθηνῶν Χρυσόστομον (ἀριθ. Σ.Πρωτ. 2664/1/14.8.1923), ὁμιλεῖ «καὶ περὶ ἄλλων μέν τοι θεμάτων ὅσα τε ζήλῳ οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ἐξεσφεν- δόνισται ἀπὸ Κων/πόλεως ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας καὶ ὅσα ἅρπαγι ὁρμῇ ἐχθρῶν αἰωνίων βυσσοδομεῖται καὶ ἐπισείεται κατὰ τῆς ἁγιωτάτης μητρὸς τῶν ᾿Εκκλησιῶν...». (᾿Αρχιμ. Θ. Α. Στράγκα, Ε.Ε.Ι., τ. Βʹ, σελ. 1161-2, ᾿Αθῆναι 1970). • Διὰ τὰ τραγικὰ γεγονότα τῆς 1.6.1923, λαβόντα χώραν ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, συνεδριάζοντος τοῦ λεγομένου Πανορθοδόξου Συνεδρίου, προέδρου ὄντος τοῦ Μ. Μ., ἀλλὰ καὶ ἐν γένει διὰ τὴν καταστροφικὴν ἐκκλησιαστικῶς καὶ ἐθνικῶς πολιτείαν τοῦ Μ. Μ. βλέπε (Διακόνου) Δημ. Μαυροπούλου, Πατριαρχικαὶ Σελίδες/Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀπὸ 1878-1949, σελ. 154-198, ἰδίως σελ. 188-190, ἐν ᾿Αθήναις 1960· βλ. ἐπίσης ἄρθρον: «῾Ο οἰκουμενικὸς πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης (1871-1935): α) ὁ Μασῶνος, β) ὁ Νεωτεριστής, γ) ὁ Οἰκουμενιστής», ἐν περιοδ. «Ο.Ε.Μ.», ἀριθ. 18-21/᾿Ιανουάριος-Δεκέμβριος 1990, σελ. 148-160. 39. «῾Η ἐσπευμένη αὕτη ἀπόφασις, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἐπισταμένη ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων μὲ τὰ Πατριαρχεῖα καὶ νὰ διαφωτισθῇ ἡ συνείδησις τῆς ᾿Εκκλησίας, κλονιζομένη ἀπὸ ἀντιφατικὰς ἐνεργείας, προεκάλεσε τὴν ἀντίδρασιν τῶν προκαθημένων τῶν Πατριαρχείων ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Αντιοχείας, ῾Ιεροσολύμων καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Κύπρου, τὴν ὁποίαν ἐνστερνίσθησαν τὰ πλέον συντηρητικὰ καὶ ἀδιάλλακτα στοιχεῖα, ἅτινα ἔκτοτε ἐπεδόθησαν εἰς τὴν διέγερσιν τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως πρὸς ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς ῾Ιεραρχίας». (᾿Αρ. Πανώτη, «᾿Εκκλησία τῶν Γνησίων ᾿Ορθοδόξων Χριστιανῶν ἤ Παλαιοημερολογιτῶν», λῆμμα ἐν «Θ.Η.Ε.», τ. Αʹ, στλ. 817, ᾿Αθῆναι 1962). 40. «῾Ο ἀοίδιμος Πατριάρχης Μόσχας Τύχων λαβὼν γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ προθύμως ἀποδεχθεὶς αὐτήν, ἀπέλυσε σχετικὴν πρὸς τὸν ὀρθόδοξον ρωσικὸν λαὸν ἐγκύκλιον, ἀνακληθεῖσαν ὅμως ἀργότερον διὰ τὴν μεγάλην κατ᾿ αὐτῆς ἀντίδρασιν ἰδίως ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν». († Σ. Γ., «῾Εορτολόγιον - Νέον ῾Ημερολόγιον», ἐν περιοδ. «᾿Ορθοδοξία», ἀριθ. 4/31.7.1926, σελ. 114). • ῾Ο Πατριάρχης Τύχων ἔλαβε γνῶσιν τῆς «ἀποφάσεως περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ νέου ἡμερολογίου» προφανῶς ἀπὸ τὰ Πατριαρχικὰ Γράμματα (ὑπ᾿ ἀριθ. 3124 καὶ 3126/25.6.1923), διὰ τῶν ὁποίων ἐγνωρίζετο ἡ ἀποδοχὴ τῶν σχετικῶν ψηφισμάτων τοῦ λεγομένου Πανορθοδόξου Συνεδρίου ὑπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκοινοποιοῦντο αὐτά. • ᾿Αργότερον ὁ προεδρεύων τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου Μητροπολίτης Καισαρείας Νικόλαος ἀπέστειλε καὶ «σχετικὸν τηλεγράφημα (1 Σεπτεμβρίου 1923) πρὸς πάσας τὰς Αὐτοκεφάλους ᾿Εκκλησίας, παρακαλουμένας ὅπως ἐπισπεύσωσι τὴν ἀπάντησιν αὐτῶν» διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου. († Σ. Γ., «Τὸ ῾Ημερολογιακὸν Ζήτημα», ἐν περιοδ. «᾿Ορθοδοξία», ἀριθ. 3/30.6.1926, σελ. 62). • ῾Η ἐξαπολυθεῖσα «ἐγκύκλιος» τοῦ Πατριάρχου Τύχωνος ἀναφέρεται εἰς ἑτέραν αὐτοῦ «᾿Εγκύκλιον» (10.12.1923), δημοσιευθεῖσαν τὴν 19.12.1923 εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Μόσχας «᾿Ιζβέστια», ὅπου ὅμως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου ἡμερολογίου προτείνεται δυνητικῶς. († Σ. Γ., αὐτόθι, σελ. 63). 41. ῾Η ῾Υπερόριος Σύνοδος τοῦ Κάρλοβιτς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀντετάχθη τόσον εἰς τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, ὅσον καὶ εἰς τὴν λεγομένην Οἰκουμενικὴν Κίνησιν. (βλ. Θωμᾶ Φιτζέραλδ, ἐνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 133-138, Σχέσεις μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, σελ. 138-145, Σχέσεις μὲ τὴν χριστιανικὴ Δύση ). • Οἱ ἐξόριστοι Ρῶσοι ᾿Αρχιερεῖς ἐξέφρασαν συνοδικῶς (25.7.1923) τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ αὐτοκληθέντος Πανορθοδόξου Συνεδρίου (10.5-8.6.1923, εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐπὶ πατριάρχου Μελετίου Μεταξάκη), διὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἡμερολογίου «ἦταν ἀπαράδεκτη, ἐπειδὴ ἦταν ἀντίθετη πρὸς τοὺς κανόνες», ἔκτοτε δὲ ἡ Σύνοδος «τήρησε σταθερὴ ἀντίθεση σχετικὰ μὲ τὴν χρήση τοῦ νέου ἡμερολογίου» (αὐτόθι, σελ. 135-136). • Πλέον συγκεκριμένως, ἀπαντῶντες οἱ Ρῶσοι ῾Ιεράρχαι εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἐπειγόμενον διὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἡμερολογίου, δι᾿ ἐπιστολῆς (8/21.8.1923) τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου ᾿Αντωνίου, ἀνεκοίνουν ὅτι «αἱ ἀποφάσεις ἐνγένει τοῦ Πανορθοδόξου Συνεδρίου καὶ σὺν ἄλλοις ἰδίᾳ αἱ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἀπὸ 1ης ᾿Οκτωβρίου 1923 ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ πράξει τοῦ νέου ἡμερολογίου δὲν δύνανται νὰ γίνωσι δεκταὶ ὑπὸ τῆς ᾿Ορθοδόξου Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ ἐξωτερικοῦ ὡς ἀντιφάσκουσαι πρὸς τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ τὴν ἀρχαίαν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν τὴν καθιερωμένην ὑπὸ Οἰκουμενικῶν Συνόδων...» καὶ ὅτι «τοιαῦτα ζητήματα δύνανται νὰ γίνωσιν ἀντικείμενον ἐξετάσεως καὶ ἀποφάσεως μόνον Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς χρονολογίας εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ ἄκαιρος». († Σ. Γ., «Τὸ ῾Ημερολογιακὸν Ζήτημα», ἐν περιοδ. «᾿Ορθοδοξία», ἀριθ. 3/30.6.1926, σελ. 63-64). • Μάλιστα εἰς τὴν ῾Υπερόριον Σύνοδον ἀργότερον (συνεδρίασις 11/24.8.1938) ἠκούσθη καὶ μία πολὺ ἐπικριτικὴ ἔκθεσις τοῦ μακαρίου ᾿Επισκόπου ᾿Ιωάννου Μαξίμοβιτς, τοῦ συγχρόνου αὐτοῦ ῾Αγίου, κατὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διὰ τῆς ὁποίας ἐκτὸς τῶν ἄλλων, «κατηγοροῦσε τὸ Πατριαρχεῖο ὅτι μὲ τὴν υἱοθέτηση τοῦ νέου ἡμερολογίου προκαλοῦσε σχίσμα μέσα στὴν ᾿Ορθοδοξία», ὅτι «εἶχε ἀρχίσει ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ῾῾᾿Ανακαινιστὲς᾿᾿ στὴ Ρωσία» καὶ ὅτι «εἶχε χάσει τὸ γόητρό του, ὡς ὁ στύλος τῆς ἀληθείας, καὶ ὅτι διακατεχόταν ἀπὸ ἕνα ὑπέρμετρο ἔρωτα ἐξουσίας». (Θωμᾶ Φιτζέραλδ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 138). *42. Τότε εἰς Ρωσίαν, ἀκριβῶς τὸ 1900, προέτειναν νὰ εἰσαγάγουν τὸ νέον ἡμερολόγιον. *43. «Νόβεγιε Βρέμια» (Νέος Καιρός), ἀριθ. 702/1923. *44. Βλ. Καθηγητοῦ Κ. Γλαγόλιεφ, «Δεισιδαιμονία εἰς τὴν ἐπιστήμην», ἐν «Θεολογικὸς Κήρυξ»· Καθηγητοῦ Ν. Ν. Γκλουμποκόφσκυ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 266-267. *45. Αὐτοὶ οἱ πίνακες ἐχάθησαν εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Σύνοδον, κατὰ τὴν διάρκειαν φωτιᾶς, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε μία βόμβα τὸ 1944. *46. ῎Εκθεσις τοῦ Συνεδρίου διὰ τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἡμερολογίου πρὸς τὴν Ρωσικὴν ᾿Αστρονομικὴν ῾Εταιρείαν, σελ. 34· «Τσερκόβνογιε Βιέντομοστι» (᾿Εκκλησιαστικαὶ Εἰδήσεις), ἀριθ. 7-8/1926, σελ.10.