Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 1983 ΠΕΡΙ ΤΗΣ "ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ"ΤΟΥ 1971

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α.Π.417 Ἐν Κορωπίῳ τῇ 22.6.2006 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ ΤΗΣ 19 καί 20. 8. 1981 ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ «ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ» Παραθέτομεν Ἀπόσπασμα Πρακτικοῦ Συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος καί Κύπρου τῆς 19.8.1981, τό ἀφορῶν τήν «Χειροθεσίαν» τοῦ 1971: «...Μετά μικράν διακοπήν ἤρχισε τό θέμα «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ». Κατ’ ἀρχήν ἀνεγνώσθη τό κείμενον τοῦ Βίκτωρος Μοναχοῦ «Πρότασις τῆς 11/24.5.1971». Κατόπιν τούτου ἐζητήθη νά κατατεθοῦν στοιχεῖα περί τοῦ θέματος. Ὁ Σεβ/τος Κιτίου εἶπεν ὅτι ἔχει πολλά ἐκ τοῦ ‘Αρχείου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ καί ὅτι θά ἀποστείλη τά σχετικά ἀποσπάσματα. Ἐπίσης λέγει ὅτι ἡ πρόσκλησις τήν ὁποίαν ἔλαβε τοῦ λέγει ὅτι ἐξελέγη διά τήν Ἐπιτροπήν ἡ ὁποία θά ὑπάγη εἰς τήν Ἀμερικήν διά νά διαφωτίση τούς Λευκορώσους διά τό θέμα τοῦ Ἡμερολογίου. Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐγένετο ἀναφορά εἰς τά πρό τοῦ 1971, ἤτοι εἰς τό ρόλον τόν ὁποῖον ἔπαιξεν ὁ Καλλιόπιος, ἵνα παρασύρη τήν Ἐξαρχίαν εἰς Ἀμερικήν. Εἰς αὐτό τό σημεῖον ὁ Σεβ. Κιτίου εἶπεν ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐσχεδίαζε νά λάβη τήν χειροτονίαν ἀπό τούς Ρώσσους καί ἀφοῦ δέν τήν ἔλαβε ἐνήργησε νά πᾶνε οἱ Ματθαιϊκοί μήπως ἐπιτύχη οὕτω διά τῆς ὁδοῦ ταύτης νά γίνη Ἐπίσκοπος. Θεολ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Πῶς εἴδατε τούς Κάλλιστον καί Καλλιόπιον κατά τήν παραμονήν σας εἰς Ἀμερικήν. Πάντως ὁ Καλλιόπιος εἶχεν ἐπαφάς μετά τοῦ Καλλίστου ἀπό δύο τουλάχιστον ἤ τριῶν ἐτῶν προηγουμένως. Σεβ. Κιτίου: Τίποτε δέν γνωρίζω, ἐγώ ἤμουν ἀπομεμονωμένος εἰς τήν Κύπρον. Σεβ. Βρεσθένης: ’Από πληροφορίας πού ἔχω ὁ Καλλιόπιος ἔλεγε στόν Ματθαῖο Λαγγῆν «Νά πᾶμε στήν ‘Αμερική νά τακτοποιήσουνε τήν ἀναγνώρισι ἀπό τούς Ρώσους» καί ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἔλεγε, «ἄν θέλης νά πάρης τήν μίτρα πήγαινε, οἱ Φλωριναῖοι δέν πρόκειται νά ἐπιστρέψουν». Σεβ. Ἀργολίδος: Κάποτε, μᾶλλον πρό τοῦ 1970 ἐσυνάντησα τόν Καλλιόπιο στό Μοναστήρι τῶν Ταξιαρχῶν εἰς Ἀθήκια καί χαιρετηθήκαμε, τίποτ’ ἄλλο δέν γνωρίζω. Σεβ. Κιτίου: Ἡ Μακαρία κάποτε μέ ρώτησε ἄν γνωρίζω περί τοῦ π. Παντελεήμονος εἰς Ἀμερικήν καί ἐγώ τῆς εἶπα ὅτι ἀπ’ ὅ,τι ἤκουσα εἶναι Μακρακιστής. Σεβ. Κιτίου: Μακαριώτατε εἴχατε συνεννοηθεῖ πρίν μέ τόν π. Εὐγένιο περί τῆς μεταβάσεώς των εἰς ‘Αμερικήν; Μακαριώτατος: Ὄχι. Ἀρχιμ. Χρυσόστομος: Περί τοῦ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐνεργοῦσε πρό τοῦ 1970 περί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πληροφορίας ἀπό τόν ἴδιο τόν Καλλιόπιο, ὅταν μετά τήν ἐπιστροφήν των ἐξ’ Ἀμερικῆς τό 1971 εὑρισκόμεθα εἰς τό δωμάτιόν του στόν Πειραιᾶ παρόντων καί τοῦ π. Κλήμη μεθ’ ἑνός Μοναχοῦ ἐκ τῆς συνοδείας του, τοῦ Καλλίστου, τῆς Μακαρίας καί ἐμοῦ, ὅπου ἔλεγε ὅτι διά τήν ὑπόθεσιν, ἤτοι τῆς μεταβάσεως εἰς Ἀμερικήν καί ἀναγνώρισιν ἀπό τούς Ρώσους εἴχαμε ἐπαφάς καί συνεννοήσεις πρό δύο ἐτῶν μέ τόν Κάλλιστο καί τήν Μακαρία, ὅπου ἤρχοντο ἐδῶ εἰς τό ταπεινόν μου κελλίον καί τά ἐσυζητούσαμε. Τούς ἔλεγα δέ ὅτι πρέπει νά πᾶμε εἰς τήν Ἀμερικήν καί νά συναντηθοῦν μέ τόν Φιλάρετο νά τούς ἀναγνωρίση. Διότι ἄν πᾶτε στήν Ἀμερική καί δέν συναντῆστε τόν Φιλάρετο μήν πᾶτε καθόλου. Θά φροντίσω ἐγώ νά μήν φανῆ προσυνεννοημένη ἡ συνάντησίς σας. Τηλεφωνικῶς δέ εἶχα ἐπικοινωνήσει εἰς Ἀμερικήν μέ τόν π. Παντελεήμονα ὁ ὁποῖος ὑπεδέχθη εἰς Ἀμερικήν τόν Κάλλιστον τό 1970, καί ὁ ὁποῖος ἐνήργησε νά συναντηθῆ ὀ Κάλλιστος μέ τόν Φιλάρετο. Κατά τήν ἀφήγησιν τοῦ Καλλιοπίου οὐδείς τόν διέψευσε, μάλιστα ὁ Κάλλιστος εἰς μίαν στιγμήν τοῦ εἶπε: «Λέγε, λέγε π. Καλλιόπιε, νά φωτίζωνται τά παιδιά». Χαρακτηριστικῶς ὁ Καλλιόπιος εἶπεν ὅτι ἀρχικῶς ἤρχοντο ὁ Καλλιόπιος καί ἡ Μακαρία ἐδῶ καί ἐφοβοῦντο μήπως γίνουν ἀντιληπτοί πού ἔχουν σχέσι μαζί μου. Σεβ. Κοζάνης: Ἔχω πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐπῆγε στόν Πολύκαρπο Λιώση καί τόν πίεσε νά ὑπογράψη τήν πληροφορία ὅτι ὁ Φλωρίνης εἶχε πεῖ, ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί νά χειροθετοῦνται. Ἀρχιμ. Χρυσόστομος: Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐνθυμοῦμαι πού μοῦ εἶχεν εἰπεῖ ὀ Καλλιόπιος ὅτι διά τό θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ματθαιϊκῶν καί τῆς χειροθεσίας των συνεννοήθησαν 4 ἄτομα: 1) Βίκτωρ Μοναχός 2) Πολύκαρπος Λιώσης 3) Ἕνας ‘Αγιορείτης δέν ἐνθυμοῦμαι τό ὄνομα πού μοῦ εἶπε καί 4) Ἴσως ἐννοοῦσε τόν ἐαυτόν του. Ἐλ. Γκουτζίδης: Ὅλα ἦσαν προκατασκευασμένα ὑπό τοῦ Καλλιοπίου, Βίκτωρος καί Παντελεήμονος. Τά ἐγνώριζον καί ἄλλα πρόσωπα, ὅπως ὁ π. Κων/νος Ἀλεξανδρόπουλος, ὅστις ἐπανειλημμένως μέ ἠρώτησεν πῶς θά γίνουν δεκτοί οἱ Ἀρχιερεῖς ἀπό τούς Ρώσους. Καί εἰς τήν ἀπάντησίν μου ὅτι δι’ ἁπλῆς Συνοδικῆς Πράξεως, ἐφ’ ὅσον βεβαίως πρωτίστως ὑπάρξει ταυτότης ἐν τῆ Πίστει, οὗτος μέ διεβεβαίωσεν ὅτι θά γίνουν δεκτοί διά χειροθεσίας.» Μεθ’ ἡμέρας δέ ἦλθε εἰς τό Γραφεῖον καί εἰρωνικῶς μοῦ εἶπεν: «’Ἐλευθέριε τούς ἐχειροθέτησαν», ὅταν ἐμεῖς ἀγνοούσαμε τά πάντα. Ἡ ἀπάντησίς μου ἦτο: «Εἶναι ἀδύνατον, τότε δέν εἶναι Ἐπίσκοποι. Πῶς λοιπόν ἐγνώριζε τά πάντα ὁ π. Κων/νος;;». Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὅτι εἰς τό ἀεροδρόμιον ἐπληροφορήθην ὑπό τοῦ Κων/νου Σαραντοπούλου ὅτι ὁ Καλλιόπιος τοῦ ἐτηλεφώνησε καί τοῦ εἶπεν ὅτι τούς χειροθέτησαν, τότε ἐν καταφανεῖ ἀγανακτήσει ἐπεχείρησα νά ἀποχωρήσω τοῦ ἀεροδρομίου, διότι δέν ἐννοοῦσα νά ὑποδεχθῶ προδότας ἀρχιερεῖς. Τῆ ἐπιμονῆ ὅμως τῶν Κληρικῶν Ματθαίου καί Νικολάου ἀνέμενον νά πληροφορηθῶ ἀκριβῶς. Ὅτε ἔφθασεν ἡ Ἐξαρχία ἦτο καταφανῶς στενοχωρημένη, ἀλλά ἐπεδιώχθη νά δημιουργθῆ ἀτμόσφαιρα πανηγυρική, ἐνῶ οἱ πληροφορίες πού μᾶς ἔδωσαν ἦσαν ὅτι οἱ Ρῶσοι ὀρθοδόξησαν, ὅτι ἠ Ὀρθοδοξία διεδόθη εἰς τά τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καί ὅτι ἐδέχθησαν χειροθεσίαν ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς εὐλογίας καί διά νά μήν ἔχη οὐδείς πρόφασιν νά ἐμποδίση τήν ἐνότητα καί τήν πρόοδον τῆς Ἐκκλησίας. Ἦτο χαρακτηριστικόν τό παράδειγμα πού μοῦ εἶπον: Ὑπῆρχε μία παράβασις ἐξωτερική, τυπική, ὅπως ὅταν ἐσύ εἶσαι παραβάτης καί σέ συγχωρεῖ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν ὁ πνευματικός σου, ἔτσι ἐδέχθημεν καί ἡμεῖς τήν χειροθεσίαν. Μετά ταῦτα βεβαιωθείς ὅτι δέν θίγει ἡ χειροθεσία τήν ἀκεραιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας ἠρέμησα καί ἐζήτησα συγγνώμην, διότι ἀπεδοκίμασα ὡς προδότας τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐξαρχίας. Ἔσφαλα ὅμως διότι ἐζήτησα τά κείμενα καί δέν ἐπεμεινα εἰς γραπτάς βεβαιώσεις, ἀλλά ἐπείσθην εἰς τά προφορικῶς λεχθέντα. Σεβ. Κιτίου: Θά σᾶς πῶς ὅ,τι ἠσθανόμην καί τότε καί τώρα. Ὅταν ἦλθα εἰς τήν Ἑλλάδα μοῦ εἶπον, εἶσαι ἕτοιμος νά φύγωμεν δι’ Ἀμερικήν; Καί ἀπήντησα ναί εἶμαι. Καί σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησιν ξεκίνησα ἔχων τήν ἐντύπωσιν ὅτι θά διαφωτίσωμεν τούς Ρώσους διά τό Ἡμερολόγιο. Ἀπό τήν ἡμέρα τῆς ἀφίξεώς μας εἰς τήν Ἀμερικήν δέν ἐπικοινωνούσαμε μεταξύ μας ἕως τήν προηγουμένην πού θά εἰσερχόμεθα εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων. Σεβ. Κιτίου: Ἀναγινώσκει ἐξ ἐγγράφου του τό ἱστορικόν τῆς ἑνώσεώς των μετά τῶν Ρώσων. Σεβ. Κιτίου: Κατά τόν Αὔγουστον τοῦ 1971, ἔλαβον μίαν ἐπιστολήν ἐκ τοῦ π. Εὐγενίου Τόμπρου, διά τῆς ὁποίας ἐκαλούμην εἰς Ἑλλάδα καί μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ ἐξέλεξε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, νά ὑπάγωμεν εἰς Ἀμερικήν νά φωτίσωμεν τούς ἀνωτέρω Ρώσους διά τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου. Ἔφθασα εἰς Ἑλλάδα τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1971. Τήν ἄλλην ἡμέραν συνελθοῦσα ἡ Ἱερά Σύνοδος χωρίς ἄλλης ἐξηγήσεως ἀπεφάσισεν νά φύγωμεν ἀμέσως διά τήν Ἀμερικήν. Φθάσαντες εἰς ‘Αμερικήν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος, ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος, ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος, Πρωτοσύγκελλος καί Ἀρχιγραμματεύς τῆς Συνόδου καί ὁ π. Καλλιόπιος, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο χωρισμένος ἀπό τῆς «Ματθαιϊκῆς» Συνόδου, τόν μέν Μητροπολίτην Κιτίου καί Καλλιόπιον ἐτοποθέτησαν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως Βοστώνης ΗΠΑ εἰς τόν 3ον ὄροφον, εἰς τόν 1ον ὄροφον ἦτο ἡ Ἐκκλησία, τόν δέ Κορινθίας καί τόν π. Εὐγένιον Πρωτοσύγκελλον, εἰς τό σπίτι τῆς κ. Μαρίας Ἀρβανίτου, πολύ μακρυά ἀπό τήν Μονήν. Ἐκεῖ ἐγώ παρέμεινα ἕως τῆς ἡμέρας πού ἐπήγαμε εἰς τήν Ν. Ὑόρκην δηλαδή τήν 13ην Σεπτεμβρίου. Εἰς τό διάστημα τοῦτο εἶδον ὅτι ὁ π. Εὐγένιος ἔδωσε τό Ὑπόμνημά του εἰς τόν π. Παντελεήμονα, νά τό μεταφράση εἰς τήν Ἀγγλικήν. Ὁ π. Παντελεήμων μόλις εἶδε τήν φρᾶσιν, ὅτι «οἱ νεοημερολογῖται ἔχασαν τήν χάριν», τοῦ εἶπε ὅτι δέν θά δεχθοῦν αὐτό οἱ Ρῶσοι. Ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἀπήντησεν: «Ἐσύ βάλε το καί ἀς μή τό δεχθοῦν». Ἄλλην συνάντησιν δέν εἶχον οὔτε μέ τόν Κορινθίας, οὔτε μέ τόν π. Εὐγένιον. Εἰς τήν προσευχήν δέν κατέβαινον. Ὁ π. Καλλιόπιος πήγαινε εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Μιά βραδυά πηγαινάμενος εἰς τό δωμάτιό μου ἐσυναντήθην μετά τοῦ π. Καλλιοπίου εἰς τόν διάδρομον καί μοῦ εἶπεν: «Ἔπρεπε νά κάνετε μίαν αἴτησιν εἰς τήν Σύνοδον διά τήν χειροτονίαν σας». Τοῦ ἀπάντησα δέν ἔχω ἀνάγκην, δέν ἀμφιβάλλω ἐγώ, ἐκτός διά τόν κόσμον ὅπου σκανδαλίζεται. Ὁ π. Καλλιόπιος καί ὀ π. Παντελεήμων ἐπήγαιναν καί ἐσυναντοῦντο μέ τόν Κορινθίας καί τόν Πρωτοσύγκελλο. Ὅλοι μαζί συναντηθήκαμε καί ξεκινήσαμε διά τήν Νέαν Ὑόρκην τήν 13ην Σεπτεμβρίου. Τό βράδυ ὁ Κορινθίας καί ἐγώ ἐμείναμεν εἰς τό σπίτι τοῦ κ. Ἀντωνίου Γαβαλᾶ, θεολόγου. ‘Εκεῖ ἑωρτάσαμε μόνοι τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, οἱ ἄλλοι δέν ξέρω ποῦ ἔμειναν. Εἰς τάς 15 Σεπτεμβρίου συνηντήθημεν ὅλοι εἰς Σύνοδον μετά 13 Ρώσων Ἀρχιερέων. Κατ’ ἀρχάς ἀνεγνώσθη τό Ὑπόμνημα καί μετεφράζετο εἰς τά Ρωσικά καί κατόπιν ὁ π. Παντελεήμων μετέφραζε πρός ἡμᾶς εἰς τά Ἑλληνικά. Εἰς μίαν στιγμήν οἱ Ρῶσοι ἔδειξαν θαυμασμόν, δέν ἀντελήφθην διά ποίαν αἰτίαν. Τό ἐξέλαβον διά τό βαθύ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Στό τέλος μᾶς ἀπήντησαν ὅτι δέν ἔχουν δεχθεῖ τό νέον Ἡμερολόγιον, διότι δέν ἔγινε Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἐθεώρησαν τοῦτο μοντερνισμόν (νεωτερισμόν). Τώρα λόγω τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπεφάσισαν νά χωρίσουν τελείως ἀπό τούς νεωτεριστάς. Ἀμέσως ὁ π. Εὐγένιος σηκώθηκε καί κατηυθύνθη εἰς ἕνα τραπεζάκι ἐντός τῆς αἰθούσης καί ἐκάλεσε τόν Κορινθίας καί ὑπέγραψε ἕνα χαρτί. ‘Αμέσως μέ ἐκάλεσε καί ἐμένα. Τόν ἐρώτησα τί εἶναι. Μοῦ εἶπε: «Μία αἴτησις διά νά ἐξετάσουν τό θέμα τῶν χειροτονιῶν». Τοῦ λέγω: «Μἀ ἀκόμα δέν ἡνώθημεν». Μοῦ λέγει: «Ὑπέγραψε καί θά δοῦμε». Ἀμέσως τό κατέθεσε καί ἀνεγνώσθη. Οἱ Ρῶσοι μᾶς εἶπον: «’Αφοῦ γράφετε ὅτι εἶσθε Κανονικοί, τί θέλετε ἀπό ἐμᾶς». Ὁ π. Εὐγένιος εἶπε: «’Εμεῖς ἔτσι φρονοῦμε. Ἐσεῖς ὡς μείζων Σύνοδος νά ἐξετάσετε συμφώνως τῶν Ἱερῶν Κανόνων». Μᾶς εἶπαν: «Νά βγῆτε ἔξω μισή ὥρα καί θά σᾶς καλέσωμεν». Μετά μισήν ὥραν μᾶς κάλεσαν καί μᾶς ἀνέγνωσαν τήν ἀπόφασιν καί μᾶς εἶπαν: «Εἶσθε εὐχαριστημένοι; ’Εμεῖς αὐτά γράφουμε, ἐσεῖς ὅπως θέλετε πάρτε τα». π. Εὐγένιος: «Νά εἶναι σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, νά μήν εὐθύνεσθε οὔτε ἐσεῖς, οὔτε ἐμεῖς». Μή ὑπαρχούσης καμμιᾶς ἐνστάσεως, ἐσηκώθησαν ὅλοι καί ἔγινεν ἀσπασμός καί ὠνόμασαν τήν στιγμήν ἐκείνην Μικράν Ἀνάστασιν. Ἐγώ εἶχον κάποια ἀνησυχίαν μέσα μου, ἀλλά λόγῳ τόπου, χρόνου καί γλώσσης δέν ἠδυνάμην νά ἐκφρασθῶ. Τήν ἰδίαν ἡμέραν ὅταν μείναμε τήν νύκτα μαζί μέ τόν Κορινθίας, ἄνοιξα τό βιβλίον τοῦ Ἀλιβιζάτου «Σύνοψις Κανόνων» καί ἐρευνώντας τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγω εἰς τόν Κορινθίας: «Σεβασμιώτατε, μᾶς μεταχειρίζονται σάν σχισματικούς. Ἔχω μέσα μου κάποιαν ἀνησυχίαν» Μοῦ λέγει: «Νά τό πῶ τοῦ Πρωτοσυγκέλλου...». Τήν ἄλλην ἡμέραν, φύγαμε διά Βοστώνην. Ἀνἐμενα νά κληθῶ εἰς συνάντησιν. Δέν ἔγινε. Μετά δύο ἡμέρας ἦλθε τό χαρτί πού ἔγραφε ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἐκεῖνα πού μᾶς εἶπον ἐν Συνόδῳ περί Ἡμερολογίου. Ἐν τῶ μεταξύ, ἐνῶ ἐκαθόμην μόνος ἐντός τῆς αἰθούσης πλησίον τῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε ὁ π. Εὐγένιος καί μέ ρὠτησε ἄν ἦλθε τό χαρτί. Τοῦ εἶπον ὅτι «τό χαρτί ἦλθεν, ἀλλά τίποτα δέν λέγει». Μοῦ λέγει: «Κάτι λέγει. Κάτι λέγει». Τοῦ λέγω: «Ναί, ἀλλά δέν λέγει ὅ,τι πρέπει νά λέγη». Ἐκεῖ προσπάθησε νά μή καθησυχάση καί μοῦ λέγει: «Μά δέν ἔγινε καί κανένα γεγονός ἤ θαῦμα τοῦ Ματθαίου καί δεσμυεόμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν ἕνωσιν καί τήν ἀποδοχήν τῆς χειροθεσίας». Τότε ἐσκέφθην, ἔφ’ ὅσον ἐδέχθη ὁ π. Εὐγένιος τόν ὁρισμόν νά ἑνωθῶμεν μετά τῶν Αὐξεντιανῶν, καί ἐφ’ ὅσον μία ὁλόκληρος Ἐκκλησία ἐγκατεσπαρμένη εἰς ὅλον τόν κόσμον θά ὀρθοδοξοῦσε μέ χιλιάδας πιστῶν, δέν ἔπρεπε νά ἀντιδράσω καί νά γίνω ἀφορμή διασπάσεως τοῦ τόσον μεγάλου καλοῦ πού ἔμελλε νά λάβη χώραν..... Καί ἔμεινα σιωπηλός. Τήν ἄλλην ἡμέραν ἔγινε ἡ χειροθεσία τοῦ Κορινθίας. Δέν γνωρίζω τί ἐπηκολούθησεν ἐν τοῖς παρασκηνίοις. Πρίν τῆς ἀπολύσεως ὁ προεξάρχων τῆς τελετῆς, ὁ Γερμανίας Φιλόθεος ὡμίλησεν Ἑλληνικά καί σύν τοῖς ἄλλοις εἶπεν: «’Εσπούδασα εἰς τήν Σχολήν τῆς Χάλκης, γνωρίζω πολλούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν μπορῶ νά ἔχω ἕνωσιν μέ αὐτούς. Μέ ἐσᾶς θά ἔχω ἕνωσιν, μέ τούς Ἕλληνας θά ἔχω ἕνωσιν». Καί τό ἐπανέλαβε, εἶναι δέ μαγνητοφωνημένο. Εἰς τό σημεῖον αὐτό διεσκεδάσθη ἡ λύπη μου ὡς πρός τήν Ὀμολογίαν, καί ἔκρινα ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Συνόδου διά τήν τελετήν, διορισθείς ἐξ αὐτῆς, ὀμολογεῖ ὄτι κόπτει τήν κοινωνίαν μετά τῶν νεοημερολογιτῶν, συνεπῶς καί ἡ Σύνοδός του, ἐδέχθην καί ἐγώ τήν ἄλλην ἡμέραν χειροθεσίαν, ὥρα τῆς δοξολογίας, χωρίς νά γνωρίζω τί διαβάσανε, ἐφ’ ὅσον ἦτο εἰς ἄλλην γλῶσσαν, χωρίς νά ἐκφωνήσουν ἔξω τίποτα. Ὡμίλησε καί πάλιν τά ἴδια ὁ Γερμανίας, ὅτι δέν θά ἔχη ἕνωσιν μέ τούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καί ἀντεφώνησα ὅτι ἐπί τῆς Ὁμολογίας ταύτης πεποίθαμεν ὅτι θά τήν τηρήσουν, ὅπως καί ἐμεῖς μέχρι θυσίας αἵματος. Κατόπιν καθήσαμεν εἰς Τράπεζαν., ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις ἀπό π. Παντελεήμονα, Εὐγένιον κλπ. Μετ’ ὀλίγας ἠμέρας πήγαμε εἰς Τορόντο Καναδᾶ, συλλειτουργήσαμε μετά τῶν ἱερέων Παντελεήμονος, Παναγιώτη Καραθανάση, Ἀλεξάνδρου Διακόνου καί μἐ ἐκκλησίαν ἀνάμεικτον, ὡς καί πολλῶν Αὐξεντιανῶν. Ἐκεῖ ὠμίλησεν ὁ π. Εὐγένιος καυχώμενος ὅτι οἱ κόποι του ἐστέφθησαν ἀπό τόν Θεόν καί κατηγορώντας τούς Αὐξεντιανούς, ὅτι χειροτονήθηκαν ἀπό Νεοημερολογίτας κ.λ.π. Ἄρχισα καί πάλιν νά ἀνησυχῶ. Τά ἐν Ἑλλάδι εἶναι γνωστά εἰς ὅλους. Ὁ Σεβ. Κιτίου μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεώς του εἶπεν. Σκέπτομαι τώρα καί συμπεραίνω, ὅτι ὅλα ἦσαν προσυζητημένα καί προετοιμασμένα, ὥστε νά γίνη ἡ χειροθεσία. Ἡ χειροθεσία ἔγινε στήν Δοξολογία. Δέν εἶχα μελετήσει προσφάτως τό θέμα περί χειροθεσίας διά νά εἶμαι κατατοπισμένος, ὁπότε μέ αἰφνιδίασε. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Σεβασμιώτατε, ἀγία αὐτή ἠ ἀνησυχία σας περί τοῦ Η΄ Κανόνος, διατί ὅμως δέν τήν εἴπατε ἀμέσως, ὅταν ἐπιστρέψατε; Σεβ. Κιτίου: Ἐγώ τίς ἀνησυχίες μου τίς εἶπα. Ἐλ. Γκουτζίδης: Ποῦ τίς εἴπατε, Σεβασμιώτατε; Σεβ. Κιτίου: Δέν ἐνθυμοῦμαι. Ἐλ. Γκουτζίδης: Οὔτε κἄν τήν ἀπόφασιν εἴδαμε. Τήν γνωρίσαμε δέ τό πρῶτον ἀπό τά «Χαρμόσυνα Μηνύματα» τοῦ Βίκτωρος. Δέν θά ἦτο δυνατόν νά ἀκολουθήση καμμία ἐνέργεια, ἄν ἐγνωρίζαμε τήν ἀπόφασιν. Μακαριώτατος: Ἐγώ περίμενα στήν συνεδρίασι μέ τούς Κληρικούς νά ἀκούσω τήν ἀπόφασι, ἀλλά δέν ἀνεγνώσθη. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Ἡ ρητή δήλωσις τῆς Ἐξαρχίας ὅτι οἱ Ρῶσοι ὡμολόγησαν καί ἀνεγνώρισαν τήν χειροτονίαν τοῦ 1948, τήν δέ χειροθεσίαν ἔκαμαν τυπικῶς ὑπό τύπον μιᾶς συγχωρητικῆς εὐχῆς καί διά τήν ἐνότητα, μᾶς εἰρήνευσε καί μᾶς χαροποίησε, ὥστε νά μήν ἀντιδράσωμεν καθόλου. Δηλαδή πρῶτον ἠ Ὁμολογία τῆς Ἐκθέσεώς των καί δεύτερον ὅτι ἡ χειροθεσία ἦτο μία συγχωρητική εὐχή, ἦσαν αἱ προϋποθέσεις πού ἐδεχθήκαμε τό γεγονός, καί ἐπιδιώξαμε νά δεχθοῦν τουλάχιστον, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν χειροθεσίαν, ἵνα μή ὑπάρξῃ σχίσμα. Μεσσηνίας: Ναί ἔτσι δεχθήκαμε τήν χειροθεσία καί ἵνα μή δημιουργηθῆ μεταξύ μας σχίσμα. Ἐνθυμοῦμαι τόν π. Εὐγένιο πού εἶπε, τό κάναμε διά νά γίνη ἡ ἕνωσις νά ἔλθη ἡ εἰρήνευσις στήν Ἐκκλησία θέλουμε δἐν θέλουμε. Ἀττικῆς: Ναί ἐπεκράτησε τό πνεῦμα νά μή γίνη σχίσμα στήν Ἐκκλησία καί νά δεχθοῦμε τήν χειροθεσία, ἐφ’ ὅσον οἱ Ρῶσοι ἦσαν πράγματι ὀρθόδοξοι κατά τήν διαβεβαίωσιν τῆς Ἐξαρχίας καί ὄτι ἐπρόκειτο περί συγχωρητικῆς εὐχῆς. Μακαριώτατος: Τήν δεχθήκαμε τήν χειροθεσία σάν τύπο συγχωρητικῆς εὐχῆς. Σεβ. Κιτίου: Μετά τήν χειροθεσία βαδίζοντες καθ’ ὁδόν Εὐγένιος, Καλλιόπιος, Μακαρία καί ἐγώ, καί ἐνῶ ἤμουν σέ κάποια στιγμή πλησίον τῆς Μακαρίας, μοί εἶπεν αὕτη: «Σεβασμιώτατε νά φύγη τό ὑφ’ ἑνός καί τότε χωρίζουμε ἀπό τούς Ρώσους». Αὐτό μοῦ ἐδημιούργησε ἐκ τῶν ὐστέρων τήν ἐντύπωσι ὅτι ἦτο προσυνεννοημένη ἠ ὑπόθεσις. Σεβ. Πειραιῶς: Ἄν ὅταν ἦλθε ἡ ‘Εξαρχία μᾶς ἔλεγε πῶς ἔγιναν ἀκριβῶς τά πράγματα θά ἐδιορθώνετο ἡ κατάστασις ἀμέσως τότε. Σεβ. Κιτίου: Δέν ἀρνοῦμαι τήν ἐνοχήν, ἔστω καί μέ τήν ἀμάθειαν μου, ὅλα τά εἶπα τά πράγματα στήν Σύνοδο τότε. Σεβ. Μεσσηνίας: Δέν τά εἴπατε, Σεβασμιώτατε. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Αὐτά τά πράγματα Ἅγιε Κιτίου, περί τοῦ Η Κανόνος καί περί τοῦ Γερμανίας δέν τά εἴπατε τότε. Σεβ. Κιτίου: Δέν φοβοῦμαι, θά πῶ ὅτι ἔφταιξα ἑπτά φορές, ἀλλά φέρουν καί ἄλλοι τήν εὐθύνη. Σεβ. Μεσσηνίας: Ὁ π. Εὐγένιος εἶχε πεῖ τότε ὅτι ἐδέχθη τήν χειροθεσίαν διά νά γίνη ἡ ἕνωσις. Κατόπιν ἡ Ἱερά Σύνοδος διευκρίνισε ρητῶς, ὅτι ἐγένετο δεκτή ἡ χειροθεσία ὑπό τήν ρητήν διαβεβαίωσιν τῆς Ἐξαρχίας, ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη τήν Ἐκκλησιολογίαν - Ὁμολογίαν μας καί τήν χειροθεσίαν ὡς ἁπλῆν εὐλογίαν – συγχωρητικήν εὐχήν ὡς μίαν ἐξωτερικήν τυπικήν πράξιν, ταῦτα δέ ἐπί τῶ σκοπῶ τῆς ἑνώσεως καί τῆς εὐοδώσεως τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν συνεχείᾳ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις διά τήν σήμερον κατόπιν τῆς κεκανονισμένης προσευχῆς». Παραθέτομεν καί τό Πρακτικόν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος καί Κύπρου τῆς 20.8.1981, τό ἀφορῶν εἰδικώτερον τήν Ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἀπό ὑπ’ ἀριθμ. 16-11 τῆς 15/28.9.1971. Σήμερον ἡμέραν Τετάρτην 20.8.1981 καί ὥραν 9.30 π.μ. καί ἐν τῆ αἰθούση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, παρόντων τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἀνδρέου καί τοῦ Σεβ. Κιτίου, καθώς καί ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν, ὅπως καί εἰς τάς προηγουμένας συνεδριάσεις ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ωτῆς Ἱεραρχίας. Ἀρχικῶς ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔκρινε σκόπιμον, ὅπως ἐπανέλθη ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροθεσίας καί ὀλοκληρώση αὐτό. Σεβ. Κιτίου: Κατόπιν ἀναγνώσεως κειμένου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ εἴχαμε γνῶσιν ὅτι οἱ Ρῶσοι εἶχον κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Τό ὅτι δέν ἐχειροθετήσαμεν τούς Ἱερεῖς μας αὐτό ἦταν σωστό. Οἱ Ρῶσοι μᾶς ἐδέχθησαν διά τοῦ π. Παντελεήμονος, ὀ ὁποῖος προηγουμένως εἶχεν ἔλθει εἰς ρῆξιν μετά τοῦ Αὐξεντίου. Τοῦτο εἰκάζω ἀπό διάλογον μεταξύ Παντελεήμονος καί Αὐξεντίου. Τοῦ εἶπε: «’Ἄν δέν μέ ἀκούσεις σ’ αὐτά πού σοῦ λέω, θά ἀναγνωρίσω τούς Ματθαιϊκούς». Εἶναι γεγονός ὅτι καί ὁ Σακκᾶς τήν ἔπαθε ὅπως καί ἐμεῖς. Εἰς τήν συνέχειαν ὁ Σεβ. Κιτίου διευκρίνισεν: «Ὅταν ἤμουν στήν Ἀμερική εἶπα στόν Καλλιόπιο. Δέν ἀμφισβητῶ γιά τήν χειροτονία μου καί οὔτε ἔχω καμμίαν ἀγωνίαν δι’ αὐτήν». Σεβ. Πειραιῶς: Ναί, σεβασμιώτατε, ἀλλά στήν συνείδησι τοῦ Καλλίστου δέν ἦτο ἡ ἴδια γνώμη. Ὁ Ἐλ. Γκουτζίδης ἐπισημαίνει τάς ἀντιφάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τήν ἀπόφασιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔργον ἑνός ἀτόμου καί ὄχι τῆς Συνόδου, ἠ ὁποία χωρίς νά τό μελετήση τό ἐνέκρινε. Ὁ π. Εὐγένιος ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω ἐξέφρασε ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις διά τήν ἀπόφασιν πρός τούς Ρώσους Ἐπισκόπους, καί αὐτοί τοῦ ἀπήντησαν: «Ἐδῶ εἴμαστε ἐμεῖς». Σεβ. Κιτίου: Ἀπορῶ πῶς ὁ π. Εὐγένιος δέν ἀντέδρασε δι’ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἐγνώριζε πρό τῆς Συνόδου. Ἐπίσης ὁ π. Χρυσόστομος ἐδήλωσε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ πρώην Κορινθίας ὅτι: «Προσπαθῶ νά πείσω τόν π. Εὐγένιο νά πᾶμε στήν Ἀμερική, ἀλλ’ αὐτός ἀντιδρᾶ. Ἔφθασα δέ στό σημεῖο νά χρησιμοποιήσω ψευδῶς τήν πληροφορία ὅτι εὑρῆκα τό φάρμακο τοῦ ζαχάρου». Ἐπίσης ὁ π. Εὐγένιος ρητῶς ἀπεφαίνετο ὅτι δέν εἶναι δυαντόν νά μεταβῶμεν εἰς Ἀμερικήν πρίν ἤ ἀποστείλωμεν τό Πιστεύω μας καί τήν ἱστορίαν τοῦ Ἀγῶνός μας ἐγγράφως καί ἐάν μᾶς ἀπαντήσουν ὅτι δέχονται τό πιστεύω μας τότε νά πᾶμε. Ἐπίσης τήν προηγουμένην τῆς ἀναχωρήσεως δι’ Ἀμερικήν ὁ π. Χρυσόστομος ἐλειτούργησεν εἰς Μοσχάτον καί ἤκουσε χαρακτηριστικῶς παρά τοῦ π. Εὐγενίου λέγοντος πρός τόν Κορινθίας: «Εἶμαι ἄρρωστος. Δέν εἶμαι ἐγώ γιά ταξείδια ἅγιε Κορινθίας», τήν δέ λειτουργίαν μετά βίας τήν ἔβγαλε. Ἐφαίνετο πράγματι πολύ ἄρρωστος. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ὁ π. Εὐγένιος φρονῶ ὅτι ἔπεσε θῦμα Καλλιοπίου Παντελεήμονος καί Βίκτωρος. Τοῦτο δέ τόν ἐπηρέασε ἀποφασιστικά εἰς τήν ὐγείαν του καί τόν ὡδήγησε εἰς τήν παραίτησιν. Σεβ. Κιτίου: Πιστεύω ὅτι εἶχε τύψεις. Ποῦ ὀφείλεται ὅμως δέν ξέρω. Μετά ἀπό συζήτησιν ὁ ἅγιος Κιτίου λέγει: «Φρονῶ ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος». Σεβ. Μεσσηνίας: «‘Εγώ εἶπα ἐπάνω στό θέμα αὐτό, ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη». Σεβ. Ἀττικῆς: Πρέπει νά ληφθῆ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ διά νά λήξη. Σεβ. Κιτίου: Ἡ μελέτη θά τά βρῆ ὅλα. Σεβ. Ἀττικῆς: Νά ἀρχίση ἡ μελέτη ἀπό τίς χειροτονίες. Σεβ. Πειραιῶς: Δέν προσθέτω τίποτε ἄλλο. Νά γίνη μελέτη καί νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐζητήσαμεν ἀναθεώρησιν τῆς πράξεως, ἐπίσης ὅτι εἰς τό ἔγγραφον τό ὁποῖον μᾶς ἀπέστειλαν μετά τήν ἀποκήρυξιν: «Καταπίπτει ἡ χειροθεσία καί ἐπανέρχεσθε εἰς τήν προτέραν κατάστασιν». Σεβ. Βρεσθένης: Εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπό τίς ἐργασίες, ἀλλά πρέπει νά ἀποκατασταθῆ πλήρως τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, μετά τό πέρασμα ἀπό τίς «Συμπληγάδες πέτρες» δηλαδή τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Σεβ. Φθιώτιδος: Μετά τήν ἀποκάλυψιν τῶν γεγονότων πρέπει νά τονίσωμεν ὅτι κακῶς ἔγινε ὅ,τι ἔγινε καί νά ζητήσουμε διά τῆς μελέτης τήν λύσιν τοῦ προβλήματος. Σεβ. Κοζάνης: Ἐδέχθημεν πλῆγμα. Τό πρόβλημα ὅμως εἶναι ὄχι εἰς τήν συνείδησιν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς τό ἐδέχθιημεν ὑπό ἐκείνας τάς προϋποθέσεις, ἀλλά εἰς τό πῶς θά φανῆ τοῦτο εἰς τρίτους, ἵνα μή πολεμῆται ἡ Ἐκκλησία. Τήν Ρωσικήν Σύνοδον βάσει τῆς ἀποφάσεώς της τήν χαρακτηρίζει ὄχι μόνον τό ἀθεολόγητον, ἀλλά καί τό ἀπαίδευτον. π. Παῦλος: Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν δύναμι νά θεραπεύση τά πάντα. π. Χρυσόστομος: Πιστεύω πώς ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο ὑπό τούς ὅρους ὅτι οἱ Ρῶσοι ὠρθοδόξησαν καί ὄτι ἡ χειροθεσία δέν καθάπτεται τῆς Ἀρχιερωσύνης των. Εἰς τήν συνείδησιν ὅλων καί τῆς Ἐξαρχίας καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, πιστεύω ὅτι δέν ὑπῆρχε ἡ παραμικρά ἀμφιβολία περί δογματικῆς ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου. Ἀντιθέτως ἡ συνείδησις ὅλων τούς διεβεβαίωνε ὅτι καί ἡ Ὀρθοδοξία μεταδίδεται καί ἠ ἑνότης καλλιεργεῖται. Διά τῆς Ὁμολογίας πού ἐδόθη διά τῆς «Ἐκθέσεως» εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων ἐπιστεύετο ὅτι διεδόθη ἠ Ὀρθοδοξία εἰς ὅλον τόν κόσμον. Ἐπίσης πιστεύω ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς δεχθέντες τήν χειροθεσίαν οὐδέποτε εἰς τήν συνείδησίν των ἐξέλαβον αὐτήν ὡς χειροθεσίαν ἀφορῶσαν τούς σχισματικούς. Θεολ. Μηνᾶς Κοντογιάννης: Πιστεύω πώς δἐν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν τελική λύσι. Διότι εἶναι μία πράξις, ἡ ὁποία εἶναι καταδικαστέα. Θεωρητικῶς μέν δύναται νά ἀντιμετωπισθῆ καί δικαιολογηθῆ, πρακτικῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἔγινεν ἡ πράξις (ἤτοι ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς χειροθεσίας) γιά μένα εἶναι ἕνα σοβαρόν πρόβλημα. Τά πρόσωπα ἔσφαλλον, ἡ Ἐκκλησία βεβαίως ὄχι. Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ἡ ὅλη ὐπόθεσις ἀποτελεῖ σαφῶς ἐπίθεσιν κατά τῆς Ἐκκλησίας. Δέν δυνάμεθα νά ἀμφισβητήσωμεν ὅτι ἡ πρᾶξις ἀποτελεῖ μῶμον κατά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τοῦτο ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἔπληξε τήν Ἐκκλησία. Φρονῶ ὅτι ἡ μελέτη πρέπει νά ἀρχίση ἀπό τάς χειροτονίας τοῦ 1948 καί κατόπιν νά ἐξετασθῆ τό θέμα τῆς χειροθεσίας, ἤτοι νά ἀποκαλυφθοῦν τά σχέδια τῆς ληστρικῆς πράξεως καί προπάντων νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὅροι καί αἱ προοϋποθέσεις ὑφ’ ἅς ἐπραγματοποιήθη τόσον ἡ ἔνωσις μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, ὡς καί ἡ χειροθεσία. Ἰδιαιτέρως πρέπει νά ἀναλυθῆ καί ἀποδειχθῆ ὅτι δέν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ἠ χειροθεσία μετά τοῦ Η΄ Κανόνος. Οὕτω ἀποκαλυπτομένης τῆς ληστρικῆς Πράξεως διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος θά παραμείνη διδάσκον τό σφάλμα τοῦ βεβιασμένου καί παρατύπου τῶν ἐνεργειῶν της. Εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν καθ’ ἤν ἐπέρχεται κοινωνία μιᾶς Ἐκκλησίας μεθ’ ἑτέρας δέν ἐπιτρέπεται βάσει τῆς διηνεκοῦς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, χειροθεσία, ἔστω καί ἄν εἶναι σχισματικοί. Μετά ταῦτα ἡ Ι. Σύνοδος ὥρισεν Ἐπιτροπήν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν: α) Σεβ. Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου, β) Σεβ. Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικολάου, γ) Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου, 4) Διακόνου Νεοφύτου, 5) Θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, 6) Θεολόγου κ. Μηνᾶ Κοντογιάννη, διά τήν περαιτέρω μελέτην τοῦ θέματος καί τήν εἰσήγησιν αὐτοῦ εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον. Ἐπί τοῦ τρίτου θέματος «Θέσεις καί διατυπώσεις τοῦ Ἁγίου Κιτίου εἰς τά δημοσιεύματα αὐτοῦ κατά τά τελευταῖα ἔτη», ὁ Σεβασμιώτατος Κιτίου ἐδήλωσεν ἔλλειψιν προετοιμασίας καί ἐζήτησεν μετάθεσιν τῆς συζητήσεως ἐπί τοῦ θέματος διά τήν ἐπομένην συνεδρίασιν. Ἡ συνεδρίασις ἔληξεν τήν 18ην μ.μ. μέ τήν συνήθη προσευχήν. Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ +Ὁ Αθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΑ ΜΕΛΗ +Ὁ Κιτίου ‘Επιφάνιος +Ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος +Ὁ ‘Αττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαῖος +Ὀ Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος +Ὀ Βρεσθένης Λάζαρος +Ὁ ‘Αργολίδος Παχώμιος +Ὁ Φθιώτιδος Θεοδόσιος +ὁ Σερβίων καί Κοζάνης Τίτος Διά τήν Ἀντιγραφήν ἐκ τοῦ ἐκ τοῦ Βιβλίου τῶν Πρακτικῶν +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΝΤΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2005 ΕΓΓΡΑΦΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΙΕΡΟΜ. π. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΥ

Η ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΣΙΣ ΤΗΣ ΑΣΥΝΕΠΕΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΓΟΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ (ΑΠΟ "ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΝΟΗ" ΤΕΥΧΟΣ 159/ΜΑΙΟΣ 2005) Ὁ Σεβ/τος κ. Παχώμιος «παραπέμπει εἰς τήν Ἱ. Σύνοδον» τήν ὑπ' ἀριθμ. 75/13/26.1.2005 Ἀποτείχισιν Ἡ ἀποκορύφωσις τῆς ἀσυνεπείας καί γελοίας συμπεριφορᾶς τοῦ Γέροντος Μητροπολίτου Ἀργολίδος κ. Παχωμίου, ὁ ὁποῖος πείσμωσε καί «κάκιωσε» ἀπεκαλύφθη διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 9 ἀπό 23 Μαρτίου 2005 (π.ἡ.) ἔγγραφόν του «πρός τήν Ἱ. Συνόδόν» του. «Α.Π. 9 Ἐν τῶ Ἱερῶ Ἡσυχαστηρίω τῆ 23η Μαρτίου 2005 (ἐ.ἡ.) ΠΡΟΣ Τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος ΔΙΑ Τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Νικολάου Κοινοποίησις: Παν. Ἱερομόναχον π. Ἀμφιλόχιον Ταμπουρᾶν Σεβασμία καί Ἱερά Σύνοδος τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος. Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῶ Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί, ὁ Χριστός εἴη ἐν τῶ μέσω πάντων ἡμῶν. Διά τῆς παρούσης ἀρχιερατικῆς ἀναφορᾶς μου παραπέμπω εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον, κατά τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, τήν ὑπόθεσιν τῆς ἀποτειχίσεως καί τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, ἴνα ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπιληφθῆ καί ἐξετάση κατά τούς Ἱερούς Κανόνας τήν ὡς ἄνω ἐνέργειαν τοῦ προαναφερομένου Ἱερομονάχου. Δῆλον ὅτι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισυναπτομένων ἐγγράφων, ὁ ρηθείς Ἱερομόναχος διά τῆς ὑπ' ἀρ. 75/13/26.1.2005 ἀναφορᾶς του ἐποιεῖτο ἔκκλητον προσφυγήν τήν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρός τήν ταπεινότητά μου καί μάλιστα διά τό ἐπισημώτερον τῆς ἐνεργείας του τήν ἀπέστειλε διά δικαστικοῦ ἐπιμελητοῦ (κλητῆρος) καί τήν παρέλαβον τήν 18ην Ἰανουαρίου 2005 (ἐ.ἡ.) εἰς τήν ἕδραν μου, τήν Ἱεράν Μονήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὡσαύτως δέον νά σημειωθῆ ὅτι εἰς τήν ὡς ἄνω ἀναφοράν του οὐδαμοῦ ὁ Ἱερομόναχος ἀναφέρει, διά λόγους τούς ὁποίους ἐκεῖνος γνωρίζει καί σκοπίμως ἤ ἀδοκίμως ἀπέκρυψεν, ὅτι προσφεύγει εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον διά τήν ἐξέτασιν τῆς ἀποτειχίσεώς του καί τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς του. Καί ὡς ἐκ τούτου ἐκ τοῦ ἐγγράφου του δίδεται σαφῶς ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐπιθυμεῖ τήν διαδικασίαν τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς ἐνώπιον αἱρετῶν κριτῶν (πλησιοχώρων ἐπισκόπων), κατά τούς Ἱερούς Κανόνας (ἰδέ ΛΣΤ καί ΡΛΔ, κατ' ἀρίθμησιν τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου, Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένη Συνόδου). Ὅταν ἐκλήθη ὅμως δι' ἐπιστολῆς μας νά ἀποδεχθῆ τήν διαδικασίαν τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς ἐνώπιον αἱρετῶν κριτῶν κατά τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, ἐπανέρχεται διά νεωτέρας ἀναφορᾶς του, τήν ὑπ' ἀρ. 79 καί ἡμερομηνίαν 12.3.2005 (ἐ.ἡ.), διά τῆς ὁποίας ἀφ' ἑνός μέν ἐμμέσως προσποιεῖται ὅτι ἀγνοεῖ τήν διαδικασίαν ἐκκλήτου προσφυγῆς ἐνώπιον αἱρετῶν κριτῶν, ἀφ' ἑτέρου δέ ἀποκαλύπτει σαφῶς καί μάλιστα διά τρόπου ἥκιστα ἁρμόζοντος εἰς κατώτερον Κληρικόν ἀναφερόμενον εἰς ἐπίσκοπον γεγηρακότα εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι διά τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς του ἀπευθύνεται πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς ὁποίας δῆθεν κατά τήν ἐκτίμησιν τοῦ Ἱερομονάχου προεδρεύει ἡ ταπεινότητά μου. Ἐπειδή ὅμως ἡ προεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθώς καί τό δικαίωμα συγκλήσεως Αὐτῆς, οὔτε παρ' ἐμοῦ, οὔτε παρ' ἄλλου τινος, οὔτε πολύ περισσότερον παρά τοῦ προσφεύγοντος Ἱερομονάχου κατά τό δοκοῦν προσδιορίζεται καί καθορίζεται, ἀλλά, εἴτε ἔχει τι κατά τοῦ προέδρου Αὐτῆς ἤ ἑτέρου μέλους Αὐτῆς, εἴτε συμφωνεῖ εἴτε διαφωνεῖ μέ τήν σύνθεσιν καί τήν συγκρότησιν Αὐτῆς, ὀφείλει νά προσφεύγη εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον διά τῶν τεθεσπισμένων Αὐτῆς ὀργάνων, κατά τούς Ἱερούς Κανόνας καί τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, καί ἡ Ἱερά Σύνοδος θά κρίνη τας αἰτιάσεις ἤ τάς τυχόν κατηγορίας τοῦ προσφεύγοντος εἰς αὐτήν Κληρικοῦ (ἰδέ Θ Καν. τῆς Δ Οἰκ. Συν., Δ Καν. τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας κ.ἄ.). Ὅθεν, καθηκόντως καί κατά τήν κανονικήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας, παραπέμπω τήν ὑπόθεσιν ἀποτειχίσεως ἐκ τοῦ οἰκείου αὐτοῦ ἐπισκόπου καί τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, ἴνα ἐξετασθῆ καί κριθῆ ὑπ' Αὐτῆς, κατά τά ὑπό τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων καθοριζόμενα. Συναποστέλλομεν καί πάντα τά σχετικά ἔγγραφα, καί δή τήν ὑπ' ἀρ. 75/13/26.2.2005 ἀποτείχισιν καί ἔκκλητον προσφυγήν τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου, καθώς καί τήν ὑπ' ἀρ. 79/12.3.2005 ἀναφοράν τοῦ ἰδίου. Τήν παροῦσαν ἀναφοράν ἡμῶν πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον, κοινοποιοῦμεν καί πρός τόν ἐνδιαφερόμενον Ἱερομόναχον διά νά λάβη γνῶσιν. Μετά τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης ὡς ἐλάχιστος συλλειτουργός ὑμῶν Ὁ Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Ἀργολίδος ΠΑΧΩΜΙΟΣ» Κατόπιν καί αὐτῆς τῆς ἀξιοθρηνήτου συμπεριφορᾶς τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ π. Ἀμφιλόχιος τοῦ ἀπέστειλεν τήν κάτωθι «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ»: Α.Π. 83 Ἐν Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἀποστόλων τῆ 6/19.5.2005 ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ τόν Σεβ/τον Μητροπολίτην Ἀργολίδος κ. ΠΑΧΩΜΙΟΝ Ἱεράν Μονήν Ἁγίας Τριάδος εἰς Ἐξαμίλια Κορινθίας Α΄ Σεβασμιώτατε, μετά τήν ὑπ' ἀριθμ. 75/13/26.1.2005 ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μου ἐκ τῶν: Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Ἀνδρέου καί Σεβ/του Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Νικολάου, καί τήν δι' Ὑμῶν, ὡς πρώτου τῆ τάξει, ΕΚΚΛΗΤΟΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗΝ μου εἰς τό Σῶμα τῶν ὑπολοίπων Ἀρχιερέων, πιστεύω θά ἔδει νά εἴχατε ἐπιδείξει τήν δέουσαν σοβαρότητα καί συνέπειαν ἔναντι τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τῆς Ὀρθοδοξίας. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῶ δέν ἐπεδείξατε τήν ὀφειλομένην ὑπευθυνότητα καί τόν σεβασμόν πρός τήν Κανονικήν Τάξιν καί τήν Ὀρθοδοξίαν, φέρεσθε καί ὡς νά εὐχαριστῆσθε βλέπων κλυδωνιζόμενον, πάλιν ἀπό Ἐπισκόπους, τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας. α) Μετά τήν ὡς ἄνω ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μου, ὡς μή ὠφείλατε, μέ τήν ὑπ' ἀριθμ. 3210/18/31.1.2005 «ἀπόφασιν» τῆς ληστρικῆς Συνόδους σας, ἐσκεμμένως ὡρίσατε ὡς «Τοποτηρητήν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης, τόν «παραιτηθέντα» Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον κ. Ἀνδρέαν, ἐκ τοῦ ὁποίου ὅμως ἡμεῖς ἤδη εἴχαμεν ἀποτειχισθεῖ, ὅπερ ἐγνωρίζατε ἀπολύτως καί ἑπομένως εἴχατε δεσμευθεῖ νά ἐνεργήσητε Κανονικῶς διά τήν ἐκδίκασιν τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου, ἤ νά ἀρνηθῆτε ἐξ ἀρχῆς! Αὕτη ἡ πρώτη ἀτυχής, καί ὡς προσώπων καί ὡς ὁμάδος, ἀντιπερισπαστική ἐνέργειά σας προεμήνυσεν τήν περαιτέρω κακήν ἐξέλιξιν ἑνός τόσον σοβαροῦ θέματος, τό ὁποῖον ὅμως σᾶς ἔδιδεν ἀφορμήν καί αἰτίαν νά προλάβετε, κἄν τήν τελευταίαν στιγμήν, νά διορθώσετε ὅλα τά θέματα Πίστεως καί οὕτω νά ἐπέλθη ἡ εἰρήνη, ἡ ἀγάπη καί στερεωθῆ ἡ ἐν τῆ ΚΑΛΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Δυστυχῶς, «οὐκ ἠβουλήθητε συνιέναι». β) Κατόπιν αὐτῆς τῆς τόσον ἀτυχοῦς ἐνεργείας σας, σᾶς ἀπεστείλαμεν ἐγκαίρως τό ὑπ' ἀριθμ. 76/19.1/1.2.2005 ἀπαντητικόν ἔγγραφόν μας ἐκ τριῶν χειρογράφων σελίδων, τό ὁποῖον δέν ἐλάβατε ὑπ' ὄψιν, χωρίς νά ἔχετε αὐτό τό δικαίωμα. γ) Τήν 30.1.2005 (π.ἡ.), ὁ Σεβ/τος Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, σᾶς ἀπέστειλεν τό ὑπ' ἀριθμ. 370 τρισέλιδον ἐπίσης σχετικόν ἔγγραφον, εἰς τό ὁποῖον ἀπηντήσατε διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 6/12.2.2005, τό ὁποῖον μᾶς ἐκοινοποιήσατε. Δι' αὐτοῦ αἰνιγματωδῶς, ὡς Πυθία, φθέγγεσθε ὅτι «θά ἀσχοληθῆτε μέν ἀλλά…, ἀποδέχεσθε τήν Ἔκκλητον προσφυγήν, ἀλλά…». Δηλαδή ἐμπαίζετε ἑαυτόν καί κατόπιν καί τούς πάντας. δ) Διά τοῦ ἀπό 30.1/12.2.2005 ἐγγράφου μας, σᾶς ὑπομιμνήσκομεν τό ἐπεῖγον τῆς ἐκδικάσεως τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μας καί σημειώνομεν ὅτι, «ἄν κωλύεσθε Ὑμεῖς, παρακαλεῖται ὁ Σεβ/τος Περιστερίου κ. Γαλακτίων νά ἐπιληφθῆ ὡς ἀμέσως ἑπόμενος κατά τήν Ἱεραρχικήν τάξιν», τό ὁποῖον ἤδη θά ἔπρεπε νά εἶχε γίνει μετά τήν παραίτησιν — ἄρνησίν Σας. (Σχετ. τό ὑπ' ἀριθμ. 9/23.3.2005). ε) Διά τήν 4.2.2005 (π.ἡ.) εἴχατε προγραμματίσει «Σύνοδον» μέ θέματα: «1) Ἀντιμετώπισις τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου κ. Κηρύκου, 2) Περί τῆς Ἐκκλησίας ἐν Ρωσία, 3) Ὁ ἑορτασμός τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας». Αὐτῆς τῆς «Συνόδου» σας καί τῶν «ἀποφάσεών» σας οὐδείς γνωρίζει οὐδέν. στ) Διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3210/18/31.1.2005 ἀποφάσεώς σας, ὡρίσατε «Τοποτηρητήν» τόν Μακαριώτατον, ἐνῶ εἰς νέαν ληστρικήν συνεδρίασίν σας, διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3212/9.2.2005 ἀποφάσεώς σας, ὡρίσθη ἡ Σεβασμιότης σας νέος «Τοποτηρητής» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης! Δέν νομίζω νά ὑπάρξη ἔστω καί εἷς ὀρθόδοξος, ὁ ὁποῖος νά μήν ἀντιλαμβάνεται ὅτι πράττετε ταῦτα ἐν ὀνόματι τῆς σκοπιμότητος νά διαλύσετε τήν ὑφ' ἡμᾶς Ἀδελφότητα, ἀλλά καί νά προκαλέσετε τό νέο σχίσμα σας, ἀφοῦ ἡ καθολική ἐπιβολή τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί πάλιν ἀποτυγχάνει. Ἐπί τῆς ἐν λόγω «ἀποφάσεώς» σας (3212), ἀπηντήσαμεν μέ τό ὑπ' ἀριθμ. 78/11/24.2.2005 δισέλιδον ἔγγραφόν μας, κοινοποιήσαντες καί τήν ἐν λόγω (3212) «ἀπόφασίν» σας, ἀλλά καί τήν ὑπ' ἀριθμ. 2891/28.10.1995, ἐξαιρετικῆς σημασίας ἀπό πάσης ἀπόψεως, ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, διά νά μήν ὑπάρξη καί ἡ παραμικρά ἀμφιβολία, διευκρινίζω ὅτι ὡρίσθητε, Σεῖς, παρανόμως καί ἀντικανονικῶς, ὑπό παρανόμου καί κακοδόξου συνεδρίου, ὡς «νέος Τοποτηρητής», διά νά δεχθῆτε, ἄκουσον — ἄκουσον, τό ἐν ἀργία εὑρισκόμενον πνευματικόν μου τέκνον, καί ἐν ἀνταρσία πρός τόν Γέροντα καί πνευματικόν του πατέρα διάγον, ἤτοι, τόν Ἱερομόναχον π. Ἰγνάτιον!!! Καί ἐνῶ οὐδείς, οὔτε «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ» ἔχει τό δικαίωμα αὐτό, Σεῖς καί τόν ἐδέχθητε καί «ἤρατε» τήν ἀργίαν, τήν ὁποίαν ἐθέσαμεν ἡμεῖς ὡς Γέρων καί Πνευματικός του. Ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ μοναχός Μάξιμος καί ὁ κ. Δημ. Κάτσουρας «μοί ἐπέβαλον» τήν γνωστήν ὑπ' ἀριθμ. 15/8.9.1999 Πρᾶξιν Ἀργίας, διότι ὡς ὀρθόδοξος ἱερεύς ἐζήτουν ἀπό τό 1998 ΚΑΘΑΡΑΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ. Τήν ἐν λόγω «Ἀργίαν», τήν ὁποίαν, ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος δέν ἐδέχθη νά ὑπογράψη, τῆ παρεμβάσει τοῦ Σεβ. κ. Νικολάου, ἔφεραν καί ὑπέγραψεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Λαρίσης Πανάρετος, διά νά τήν ἀνακαλέση τήν 29.6.2000. Ἐν προκειμένω, ὁ Ἱερομ. π. Ἰγνάτιος, ὅπως ἔχομεν πληροφορηθεῖ, ἀλλά ἔχομεν καί ἰδίαν ἀντίληψιν, κατ' ἀρχάς προσέφυγεν εἰς τόν Μακαριώτατον, ὁ ὁποῖος δέν ἐδέχθη τήν προσφυγήν του, τοῦ ὑπέδειξαν μάλιστα, νά κάνη ὑπακοήν εἰς τόν Γέροντα καί Πνευματικόν του! Ἔτσι Σεῖς, ἐπιτρέψτε μου, ὁ «ἔξυπνος» καί «μέγας Ἱεράρχης», ὡρίσθητε «Τοποτηρητής», (τρομάρα μας, ποῦ καταντήσαμε!) καί ἐν τῆ κακῆ σκοπιμότητί σας ἐδέχθητε τόν ἀνταρσίαν, καί «ἤρατε τήν ἀργίαν», ἡ ὁποία ὅμως, ὄχι μόνον δέν ἤρθη, ἀλλά, καθ' ἡμᾶς, εὑρέθητε καί Σεῖς ἐν ΑΡΓΙΑ ὡς ἐνθαρρύνας καί κοινωνήσας τοῦ ἰδίου κωλύματος τοῦ Ἱερομονάχου. Ὁ ποτέ Τοποτηρητής Λαρίσης Θεοδόσιος ἐνήργησεν τότε ὡς τυφλόν καί πειθήνιον ὄργανον τοῦ κινήματος τοῦ τότε Ἀττικῆς καί τῶν λοιπῶν τῆς φατρίας του. Καί Σεῖς, ὡς ὅμοιος ἐκείνω, ἐποιήσατε ὁμοίως, διό ἔχομεν ἄλλην μίαν ἀκόμη χειροπιαστήν ἀπόδειξιν ὅτι συνεχίζετε τό κατά τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ἐκκλησιομάχον ἐκείνων ἔργον. ζ) Τήν 13/28.2.2005 ἀποστείλατε εἰς τόν Σεβ/τον Μητροπολίτην κ. Κήρυκον τήν 3214 «Ἀπόφασίν» σας, μέ τήν ὁποίαν τῶ ἐγνωρίσατε ὅτι, κατά τήν ἀπό 4.2.2005 συνεδρίασίν σας, ἀπεφασίσατε τήν «ΑΠΟΡΡΙΨΙΝ» τῆς «ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ», ἡ ὁποία σᾶς εἶχεν ἀποσταλεῖ ἀπό τόν Ἰούλιο τοῦ 2004, χαρακτηρίζοντες ταύτην καί ὡς «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ»!!! (Σχετικόν τό 360/14.7.2005 ἔγγραφον τοῦ Σεβ/του κ. Κηρύκου). Δυστυχῶς τό γεγονός τοῦτο τῆς ἀπορρίψεως τῆς ἐν λόγω ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ σᾶς ΑΠΟΚΟΠΤΕΙ καί σᾶς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. η) Διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3213/12/25.2.2005 προσκλήσεως τοῦ ψευδοαρχιεπισκόπου σας (Πειραιῶς κ. Νικολάου) εἶχεν ὁρισθεῖ συνεδρίασις διά τήν 18ην Φεβρουαρίου (π.ἡ.), ἡμέραν Πέμπτην, μέ θέματα: α) Τήν ὑπ' ἀριθμ. 75/13.1.2005 ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μου καί β) Ἐκλογήν Ἐπισκόπων διά τάς Ἱεράς Μητροπόλεις Σάμου, Σπάρτης, Σερβίων, Κίτρους καί Ναϊρόμπι!!! Παραμένει ἄγνωστον τί συνέβη κατά ἐν λόγω «Σύνοδόν» σας, ἀφοῦ οὔτε τῆς ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ μου ἐπελήφθητε, οὔτε «ἐκλογάς Ἐπισκόπων κάνατε», διότι, ἄν ἀληθεύη, κατά παραχώρησιν Θεοῦ, τήν ἡμέραν ἐκείνην ἐγίνατε Βαβυλών(!) Ἐπί τῆς ἐν λόγω προσκλήσεως (3213) ὁ Σεβ/τος κ. Κήρυκος ἀπέστειλε τό ὑπ' ἀριθμ. 378/18.2.2005 σχετικόν ἔγγραφόν του. θ) Διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 7/22.2.2005 ἐγγράφου σας πρός τήν ἐλαχιστότητά μου, δηλώνετε ὅτι ἄν θέλωμεν νά ἐπιληφθῆτε τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου, τότε πρέπει νά τηρήσωμεν τούς κάτωθι ὅρους, ἤτοι: 1) Νά σεβασθοῦμε τήν ἡλικίαν καί τήν ἀσθένειάν σας… 2) Νά διαχωρίσωμεν τό «ΕΚΚΛΗΤΟΝ» μας ἀπό τήν «ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ». 3) Νά σᾶς ὑπογράψωμεν «ΔΗΛΩΣΙΝ»(!) ὅτι θά ἀποδεχθῶμεν τήν τελικήν ἀπόφασίν σας κατά τούς ὅρους τούς προβλεπομένους ὑπό τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου διά τούς αἱρετούς κριτάς… Θέτοντες, ὅμως, τούς ἀνωτέρω καινοφανεῖς ὅρους, ἀπροκαλύπτως καί ἀπροσχηματίστως δηλώνετε ὅτι δέν διανοεῖσθε, ὡς πρῶτος τῆς τάξει, νά συγκαλέσητε Κανονικῶς τήν Ἱεράν Σύνοδον καί νά ἐπιληφθῆτε τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου. ι) Ἐπί τῶν ἀνωτέρω σᾶς ἀπηντήσαμε μέ τό ὑπ' ἀριθμ. 79/12.3.2005 τρισέλιδον δακτυλογραφημένον ἔγγραφόν μας, τό ὁποῖον, ἐπίσης δέν ἐλάβατε ὑπ' ὄψιν, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΤΕ πάλιν ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ. Σημειωθήτω ὅτι καθ' ὅλην αὐτήν τήν περίοδον ἡ σατανική προβοκάτσια κατά τῆς ὑφ' ἡμᾶς Ἀδελφότητος καί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης, ἔφθασεν εἰς ἀκραῖον σημεῖον, ἀφοῦ, ὅπως ἤδη προαναφέραμεν, ἀνεπιτρέπτως ἐδέχθητε καί τόν ἐν ἀνταρσία τελοῦντα νεαρόν Ἱερομόναχον π. Ἰγνάτιον, τόν ὁποῖον, προηγουμένως κάποιαι «ἀθῶαι περιστεραί» τόσον ἐξ Ἑλλάδος, ὅσον καί ἐξ Αὐστραλίας, κυριολεκτικά τοῦ «ἔβγαλαν τά μάτια», καί ὡς τετυφλωμένον, τόν ἐκίνησαν εἰς εὐθεῖαν ἀνταρσίαν καί τόν κατέστησαν κοινωνόν τῆς ὅλης προδοσίας καί αὐτῆς τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεως μέ ὅλα τά παρεπόμενά της. Οὕτω δέ ἠρχίσατε ἐπισημοποιοῦντες τό σχίσμα σας εἰς τήν ὑφ' ἡμᾶς Ἀδελφότητα καί κατ' ἐπέκτασιν εἰς τήν τοπικήν Ἐκκλησίαν τῆς Λαρίσης. Σεῖς πάντως, νομίζετε, ὅτι, δι' ὅλων αὐτῶν, ἐκδικηθήκατε τήν ἐλαχιστότητά μου, καί ὅτι ἐξησφαλίσατε μίαν ἀντιπερισπαστικήν κατάστασιν καί ἕνα ἄλλοθι ἔναντι τοῦ φλέγοντος θέματος τῆς Ἀποτειχίσεώς μου. ια) Διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 8/25.2.2005 (π.ἡ.) ἐγγράφου σας, ἐζητήσατε νά σᾶς ἀποκαλύψω τήν ἐξομολόγησιν τοῦ π. Ἰγνατίου, διά νά ἴδητε ἄν ὁ προσφυγών ὡς ἀνταρσίας εἰς Ὑμᾶς, «σᾶς ἐξωμολογήθη εἰλικρινῶς, διότι ἐσχεδιάζατε νά ἄρετε τήν Ἀργίαν» του. Αὐτά ἐν ὀλίγοις εἶναι τά κατορθώματά σας, τά ὁποῖα προηγουμένως εἶναι κατορθώματα καί ἄλλων, ἐν οἷς τῶν Τσακίρογλου, τοῦ Δημ. Κάτσουρα, τοῦ Βασ. Σακκᾶ, τοῦ ἀποβιώσαντος Κιτίου Ἐπιφανίου καί τοῦ μόλις μνημονευθέντος ἱερέως Εὐσταθίου, τοῦ θεολόγου καί Νομικοῦ, τοῦ μορφωμένου, τοῦ ζηλωτοῦ καί ἀπαιτοῦντος τυφλήν ὑποταγήν εἰς τό ἐπιτραχήλιόν του!(1) Παρά ταῦτα, ὅσον καί ὅπως ἠδυνάμεθα, ἐκάναμεν τό καθῆκόν μας καί σᾶς ἀπηντήσαμε μέ τό ὑπ' ἀριθμ. 80/30.3.2005 ἀναλυτικόν ἔγγραφόν μας, τό ὁποῖον ὅπως καί ὅλα τά προηγούμενα, δέν ἐλάβατε ὑπ' ὄψιν… Σχετικόν εἶναι καί τό ὑπ' ἀριθμ. 81/16/29.4.2005 σύντομον ἔγγραφόν μας. ιβ) Ἐν τέλει καί ἀφοῦ κωλυσιεργήσατε ἐπί ἕν τρίμηνον, σχετικῶς μέ τό θέμα τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου, διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 9/23.3.2005 ἐγγράφου σας, (τό ὁποῖον μᾶς ἐκοινοποιήσατε), τήν «παραπέμπετε εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον, κατά τήν Ἐκκλησιαστικήν τάξιν τήν ὑπόθεσιν τῆς ἀποτειχίσεως καί τῆς Ἐκκλήτου προσφυγῆς» μου… «διά νά ἐπιληφθῆ καί ἐξετάση κατά τούς ἱερούς Κανόνας» τήν ἐνέργειάν μου. Συνεχίζετε, διάφορα φληναφήματα, ἐνῶ πρός ἐντυπωσιασμόν, σοβαροφάνειαν, καί κάλυψιν τῆς ἀνευθύνου καί ἀπό πάσης ἀπόψεως ἀπαραδέκτου συμπεριφορᾶς σας, ἄκουσον — ἄκουσον(!) ἐπικαλεῖσθε καί τούς Ἱερούς κανόνας ΛΣΤ καί ΡΛΔ τῆς ἐν Καρθαγένη Συνόδου, καί τούς Θ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί προφανῶς τόν Δ τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας, οἱ ὁποῖοι εἶναι παντελῶς ἄσχετοι πρός τόν ΙΕ Κανόνα τῆς ΑΒ Ἁγίας Συνόδου. Λυποῦμαι, ἀλλά ὀφείλω νά δηλώσω ὅτι τοιαύτην γελοιοποίησιν, τοιαύτην ἀπουσίαν ἐπισκοπικῆς εὐανδρείας καί συνειδήσεως δέν ἐφανταζόμεθα ποτέ!.. Θά ἐκτιμούσαμε ἰδιαιτέρως ἄν, ἀπ' ἀρχῆς ἤ ἔστω καί μετά τά ἐπί τρίμηνον γελοῖα τερτίπια σας, ἐντίμως καί εὐάνδρως μᾶς ἐδηλώνατε εὐθέως τήν ἄρνησιν καί ἀδυναμίαν σας νά ἀνταποκριθῆτε. Τήν συγκεκριμένην ὅμως συμπεριφοράν σας δυσκολευόμεθα νά τήν χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐξ ἑαυτῆς ἀχαρακτηρίστου. Βεβαίως τό ὅλον θέμα δέν κλείνει καί δέν τίθεται εἰς τό ἀρχεῖον… Β΄ Σεβασμιώτατε, ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὅτι ὅταν, δι' Ὑμῶν, ὑπέβαλον τήν ΕΚΚΛΗΤΟΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗΝ μου εἰς τούς Ἀρχιερεῖς, ἐπεδίωκον καί προσεδόκουν πολλά. Πρῶτον, ὡς Ἱερεύς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤθελον νά εἶμαι συνεπής πρός τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν Του. Δεύτερον, προσεδόκουν ὅτι ἡ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ καί ΕΚΚΛΗΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ μου, θά ἐβοήθει, πρῶτον τήν Σεβασμιότητά σας καί κατόπιν καί τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς, μέχρι καί τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἀνδρέου καί τοῦ Σεβ/του κ. Νικολάου, ὥστε νά ἀναλάβητε τάς εὐθύνας σας ἔναντι τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας του, ἤτοι, ἔναντι τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί Ὁμολογίας. Δέν ἐπράξατε ὅμως τίποτε ἐκ τῶν δεόντων, διότι, κατά τήν ἐμήν βεβαίαν πίστιν, ἀμφισβητεῖτε διό καί δέν ὁμολογεῖτε καθαράν τήν Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. «Ἱστέον» ὅτι ἐν ἔτει 2004—2005 ἀνελάβετε, μετά τῆς ἀσεβοῦς ὁμάδος σας, νά μᾶς περάσετε ὡς τετελεσμένον γεγονός τήν «χειροθεσίαν» σας, μέ ἀποτέλεσμα νά προκύπτετε χειρότεροι καί αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Καλλίστου, τῶν Φλωρινικῶν, τοῦ κ. Βασ. Σακκᾶ καί ὅλου τοῦ συναφιοῦ του, οἱ ὁποῖοι θά σᾶς κρίνουν ὡς ἀσυνειδήτους ὑποκριτάς καί Φαρισαίους. Σκεφθῆτε μόνον ὅτι τό 1976 διεκόψατε τήν κοινωνίαν μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου διά τήν μή καθαράν Ὁμολογίαν της, ἀπορρίψαντες καί τήν πρᾶξιν των καί τήν λεγομένην «χειροθεσίαν», ὅπως ἀκριβῶς αὕτη ἀπ' ἀρχῆς ἐγένετο δεκτή, τό δέ 1977 διά τόν ἴδιον λόγον κατεδικάσατε τόν Κάλλιστον καί τόν καθηρέσατε!!! Ἐάν σήμερον ἐπιστεύατε ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. ἀπό τό 1924 ἀποτελοῦν τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατ' ἀρχάς θά τήν ὡμολογεῖτε, λόγω καί ἔργω ἀπό τό 1998, ὅταν σᾶς ἐζήτησα μέ ἀπορρήτους προσωπικάς ἐπιστολάς νά ἀντιμετωπίσετε τούς 5 σχισματοαιρετικούς καί διώκτας τῆς Ἐκκλησίας. Θά τήν ὠμολογεῖτε ὅμως στεντορεία τῆ φωνῆ ἰδιαιτέρως σήμερον, ἀλλ' ἐπειδή ἡ προδοσία κατά τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἀπό τότε δεδομένη, ἤσασταν δέ καί ἀποφασισμένοι νά ἑνωθῆτε μέ τούς πέντε καί τούς Φλωρινικούς(!)… ἐξεμάνητε καί ἀρχίσατε σκευωρίας καί διωγμούς καί ἐναντίον μου καί ἐναντίον τοῦ θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη. Δέν ἐδιστάσατε, ἡ ληστρική καί ἀσεβής ὁμάδα σας, νά ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΤΕ καί νά ΑΠΟΡΡΙΨΕΤΕ ὅλας τάς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ», (τῶν ἐτῶν 1997, 2002 καί 2003), καθώς καί αὐτήν τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου κ. Κηρύκου, μέ συνέπειαν νά καταστήσετε ἑαυτούς ΥΠΟΔΙΚΟΥΣ» ὄχι μόνον ὡς πεπτωκότας τῆς Πίστεως, ἀλλά πλέον καί δεινούς πολεμίους. Ἐμπρός εἰς τήν ἰδικήν σας προδοσίαν, μετά πρωτοφανοῦς ὅμως ὑποκρισίας, ὠχριοῦν ὅλαι αἱ μέχρι σήμερον προδοσίαι κατά τῆς Ἐκκλησιολογίας καί ἰδιαιτέρως κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς. Γ΄ Εἰδικώτερον ἡ Σεβασμιότης σας ἀπό τό 1999, (διότι ἀπό τότε ἔχω ἰδίαν προσωπικήν γνῶσιν τῆς συμπεριφορᾶς σας), παρητήθητε ἀπό τῆς θέσεως τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ ΙΦΣΚΑΕ καί μάλιστα, μόλις ὀλίγον πρό τῆς λήξεως τῆς θητείας ἐκείνου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ΙΦΣΚΑΕ, μέ τό ἀνειλικρινές, προσχηματικόν, ἀνυπόστατον καί γελοῖον ἐπιχείρημα περί δῆθεν «λόγων ὑγείας»! Δηλαδή, κατ' ἐντολήν, ἐψεύσθητε καί παρητήθητε, διά νά κορυφωθῆ ἡ παρανομία καί ἡ κρίσις εἰς τόν ΙΦΣΚΑΕ, μέ τήν ἔκνομον εἰσπήδησιν εἰς τήν θέσιν σας τοῦ ἄλλου πειθηνίου ὀργάνου τῶν Τσακίρογλου, ἤτοι τοῦ πολλοῦ οἴκτου ἀξίου, Σεβ. Διαυλείας κ. Ἀνδρέου. Ἡ ὑπόθεσίς σας αὐτή μέ ὅλα τά ἔκνομα καί ἀντικαταστατικά τά ὁποῖα προηγήθησαν καί ἠκολούθησαν μέχρι καί σήμερον…, δέν ἔκλεισε διά τό νομικόν πρόσωπον, τόν ΙΦΣΚΑΕ. Εἰδωλοποιήσατε τό πρόσωπον τοῦ Μακαριωτάτου καί συνεχῶς συμπεριφέρεσθε δουλικώτατα, διά νά περνᾶτε καλά καί εἰς τά γεράματά σας καί νά διαφεντεύετε εἰς τό Ἱερόν Ἡσυχαστήριόν σας!(*) Θυμηθεῖτε τί εἴπατε(2) εἰς τήν Σύνοδον τοῦ Ἰουνίου 1998, διά νά ἀντιμετωπίσετε τόν κακοπροαίρετον, κακόδοξον καί ματαιόφρονα Πειραιῶς κ. Νικόλαον, ὁ ὁποῖος ἀπό τότε ἐζήτει τήν ἀνατροπήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐκβιάζων αὐτόν καί μέ τάς κατηγορίας δῆθεν περί καλύψεως τῶν «εἰκονομάχων θεολόγων» του, ἀλλά καί μέ τήν κατηγορίαν τοῦ «αἱρετικοῦ»(!), ὅπως ἀκριβῶς ὁ γνωστός Κύπριος Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, ἀλλά καί ὁ τότε Ἀττικῆς μέ ἐκείνην τήν ληστρικήν ὁμάδα του. Ὅταν, ὅμως, ἐν ἔτει 2003, ἡ συναλλαγή θρόνων μέ «ἐπισκοπικάς χειροτονίας»,(3) σᾶς τό ἐπέβαλεν, τότε τό «εἴδωλόν» σας, ὁ Ἀρχ/πος κ. Ἀνδρέας, ὡς ἀσθενής, ἔδει νά παραιτηθῆ ὑπέρ τοῦ βλασφήμου καί αἱρετικοῦ Πειραιῶς κ. Νικολάου!!! Ὅταν, λέγω, ἡ πρός χάριν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ σατανική συναλλαγή, σᾶς τό ἐπέβαλεν, συνεπράξατε εἰς τήν Ἱερόσυλον «ἑκουσίαν παραίτησιν» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, δηλαδή εἰς τήν ΠΤΩΣΙΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗΝ ΤΟΥ, ἀλλά καί τήν ἀναρρίχησιν εἰς τόν θρόνον, τοῦ σύν τοῖς ἄλλοις ματαιόφρονος κ. Νικολάου! Εὐτυχῶς ὅτι, καθ' ἡμᾶς, ἐπί ἔτη τώρα, ὡς ὁμάς προδοσίας, ΔΕΝ ΕΚΦΡΑΖΕΤΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙΤΕ ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, τήν ὁποίαν ΑΡΝΕΙΣΘΕ ΚΑΙ ΔΙΩΚΕΤΕ κατά τόν πιό ὕπουλον καί δόλιον τρόπον. Ἐπίσης σᾶς θυμίζω ὅτι τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1999, ἐνεργήσατε ἀνακρίσεις κατά τῶν πέντε, καί ὀρθῶς κατελήξατε νά εἰσηγηθῆτε τήν περαιτέρω Κανονικήν καί Ὀρθόδοξον ἀντιμετώπισίν των ὡς σχισματοαιρετικῶν! Ἔκτοτε ὅμως καί εἰς τό θέμα αὐτό τῶν πέντε, εὐθυγραμμίσθητε μετά τοῦ Πειραιῶς, κατελύσατε καί καταλύετε συνεχῶς τήν Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί βλασφημεῖτε τήν Ἀποστολικήν σας Διαδοχήν, τήν ὁποίαν, κατά ΕΠΙΣΗΜΟΝ καί ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗΝ σας ΔΗΛΩΣΙΝ, ἔχετε «ΠΑΡΑ ΧΕΙΡΟΘΕΤΗΜΕΝΩΝ»! Δηλαδή, ὡς ἔχων τήν χειροτονίαν σας παρ' Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι τό 1971 εἰς τήν Ἀμερικήν καί τήν Ἑλλάδα ἐχειροθετήθησαν ὡς σχισματικοί καί ὡς ἀνίεροι, καί κατόπιν «ἀνεγνωρίσθησαν» τόσον ἀπό τήν Ρωσικήν Σύνοδον τῆς Διασπορᾶς (τῆς παλαιο-νεοημερολογιτικῆς) ὅσον καί ἀπό τόν Νεοημερολογιτισμόν τῆς Ἑλλάδος καί τόν παγκόσμιον Οἰκουμενισμόν, ΕΙΣΘΕ ΕΝΑΣ ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, ὅπως οἱ τῶν διαφόρων παρατάξεων καί τῶν Νεοημερολογιτῶν. Ἐάν, πέραν ὅλων αὐτῶν, καί πλείστων ἄλλων, ληφθῆ ὑπ' ὄψιν καί τό γεγονός, ὅτι οἱ «πέντε, ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΟΝΤΕΣ, διεξεδίκησαν δι' ἑαυτούς, ὅτι «ἀποτελοῦν τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἤ «ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησίαν», καί ὅτι σᾶς ἐκήρυξαν «σχισματικούς καί αἱρετικούς, σᾶς κατεδίκασαν καί σᾶς καθήρεσαν», ΣΕΙΣ, μέ τήν ὅλην στάσιν σας, ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΤΕ πάντα ταῦτα (τά ἄκυρα) καί ἑπομένως δέν εἶσθε, καί διά τόν πρόσθετον αὐτόν λόγον, κἄν «Ἀρχιερεῖς», ἀλλά ΚΑΚΟΔΟΞΑ ΚΑΛΟΓΕΡΙΑ, τά ὁποῖα ἐμπορεύονται τόν Χριστόν καί τήν Ἐκκλησίαν. Προκύπτει, ὅτι προδίδετε καί πωλεῖτε τόν Χριστόν καί τήν Ἐκκλησίαν, ὡς ἄλλοι Ἰοῦδαι. «Εὔωνον ποιεῖται τήν πρᾶσιν πρός τήν γνώμην τῶν ἀγοραζόντων, τοῦ πωλουμένου τή πραγματείαν ποιεῖται,(4) οὐκ ἀκριβολογεῖται πρός τήν τιμήν, ἀλλ' ὡς δοῦλον φυγάδα ἀπεμπολεῖ ἔθος γάρ τοῖς κλέπτουσιν, ρίπτειν τά τίμια νῦν ἔβαλε τά ἅγια τοῖς κυσίν ὁ μαθητής». Νομίζω, ὅτι ἀντιλαμβάνεσθε τόν θεῖον ὑμνωδόν, ὁ ὁποῖος ἔγραψεν διαχρονικῶς δι' ὅλους τούς «Ἰούδας» μέχρι τῆς συντελείας. Δέν ὑπάρχει λόγος νά συνεχίσω, ἀφοῦ καί αὐτά τά ὁποῖα μέχρι σήμερα σᾶς ἔγραψα, καί πάλιν σᾶς γράφω, εἶναι παρά πολλά, ἀλλά δέν τά ἐλάβατε καθόλου ὑπ' ὄψιν. Δυστυχῶς, ὡς δέσμιον τῆς προδοσίας σας, ματαίως σᾶς γράφομεν καί ματαίως σᾶς ὑπεβλήθη καί ἡ ΕΚΚΛΗΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ μας, ἡ ὁποία ὅμως ἀπεκάλυψεν τήν ἀμετανοησίαν σας καί τήν ἐμμονήν σας εἰς τήν προδοσίαν. Ὡς ἀποδειχθείσης, λοιπόν, τῆς Σεβασμιότητός σας ἀκαταλλήλου καί ἀναρμοδίου, καί ἀφοῦ ἐν τέλει μετά τρίμηνον περίπου ὑπεβάλετε τή ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μετά τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μας εἰς τόν Μακαριώτατον κ. Ἀνδρέαν καί τόν Σεβ. κ. Νικόλαον, ἀφ' ὦν ἡμεῖς ΑΠΕΤΕΙΧΙΣΘΗΜΕΝ(!), ΑΙΡΟΜΕΝ ΤΑΥΤΗΝ. Ἡ συμπεριφορά σας, Σεβ. κ. Παχώμιε, προκύπτει ἀσυμβίβαστος πρός Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, συμβατή δέ πρός ἕναν ἀμετανόητον «χειροθετημένον» ψευδοεπίσκοπον. Ἐν κατακλεῖδι σᾶς διαβεβαιοῦμεν ὅτι παρά ταῦτα, ὡς ὀρθόδοξοι σᾶς ἀγαπῶμεν καί πονοῦμεν δι' ὅλους σας, ἀλλά δέν μποροῦμε νά ἀνεχώμεθα ἤ νά κοινωνοῦμε τοῖς ἔργοις τῆς προδοσίας σας, διό «ἀφορίζομεν ἑαυτούς» ἐξ ὑμῶν κατά τό «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἄπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς». Ὡς ὀρθόδοξοι μισοῦμεν καί θά ἐξακολουθήσωμεν πολεμοῦντες τήν προδοσίαν σας, πεποιθότες ὅτι Κύριος ὁ Θεός πολεμήση ὑπέρ τῆς Ἁγίας Μητρός μας Ἐκκλησίας. Ταῦτα τῆ ἀγάπη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ὑπογραφόμεθα Ἱερομόναχος ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ (1) Πολλούς ἀπό ἡμᾶς τούς Κληρικούς καί Ἐπισκόπους θά μᾶς κρεμάση ὁ Θεός, ἄλλους μέ τά ὡράρια, ἄλλους μέ τά ἐπιτραχήλια, καί σᾶς τούς ἐπιλήσμονας Ἀρχιερεῖς μέ τά ὠμοφόρια. (*) Σημ. «Ο.Π.» Μήπως τώρα «εἰδωλοποίησεν» καί τόν βλάσφημον «Πειραιῶς» καθ' ἅ «ἀρχιεπίσκοπος»;! (2) «Ὅσοι μέχρι σήμερον τά ἔβαλαν μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα ὅλοι ἔπεσαν καί συνετρίβησαν…»! (3) Κάποιων γνωστῶν «προσωπικοτήτων» τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ φερομένων ὡς ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί θεολόγων, ὡς τῶν ἀδελφῶν Τσακίρογλου, τοῦ Ἱερέως π. Εὐσταθίου Τουρλῆ καί ἐνδεχομένως καί ἄλλων… Ἀπό πότε 'ᾶραγε εἶναι μεμυημένοι εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν; Ψάχνω νά βρῶ ἕνα ὁμολογιακόν των κείμενον καί δέν εὑρίσκω οὔτε ἕνα. Μόνον καταπτύστους εἰρωνείας διά «τάς ἐκκλησιολογίας» τοῦ κ. Γκουτζίδη καί τά «ἱεραποστολικάς Ἐκδόσεις» τοῦ Ἐπισκόπου Κηρύκου. (4) Δηλ. ὁ Ἰούδας συμφωνεῖ καί πωλεῖ τόν Κύριον εἰς εὐθύνην καί ἐξευτελιστικήν τιμήν. ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ @ ΓΟΕΕ 2009 Hosted by uCoz

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΝ ΤΗΣ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2010 ΕΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ "ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΝΩΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ" ΤΟ ΕΞΗΣ: Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010 Είναι δυνατόν ένα τέτοιο Σώμα σαν αυτό το ανίερο Σώμα που ευλογεί ακόμα και τα καθημερινά εγκλήματα των κανιβαλλικών μεταμοσχεύσεων, που κωφεύει στις καταγγελίες των πιστών τέκνων της κατά αιρετικών ή αιρετιζόντων επισκόπων, που ενεργεί χειρότερα και από το ουτιδανέστερο ...σωματείο, που επευλογεί "ιεροκρυφίως" την ομοφυλοφιλία, που περιφρονεί ακόμα και τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, που καταπατεί ασύστολα τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πατρίδος μας, που συνιερουργεί με έναν Αιρεσιάρχη πατριάρχη και δεν τον καταγγέλει, και δεν τον αποκηρύττει κ.λ.π.,κ.λ.π., να είναι σύνοδος και μάλιστα Ιερά και μάλιστα Ορθόδοξος; Μέχρι πότε θα ανεχόμεθα τους ρασοφόρους αυτούς δικτάτορες που ζούν και υπάρχουν μόνο γιά τους εαυτούς τους και όχι γιά την Εκκλησία του Χριστού και δεν τους αποκηρύττουμε και δεν τους αποδοκιμάζουμε και δεν ΑΠΟΤΕΙΧΙΖΟΜΑΣΤΕ από αυτούς; Αυτούς που ο Θεός ήδη τους έχει αποδοκιμάσει με τον λόγον Του " Εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε και ακαθάρτου μή άπτεσθε" και "τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή Μου;". "Νύν καιρός ευπρόσδεκτος, νύν ημέρα σωτηρίας"... Φιλορθοδοξος Ενωσις Κοσμας Φλαμιατος

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010 Είναι δυνατόν ένα τέτοιο Σώμα σαν αυτό το ανίερο Σώμα που ευλογεί ακόμα και τα καθημερινά εγκλήματα των κανιβαλλικών μεταμοσχεύσεων, που κωφεύει στις καταγγελίες των πιστών τέκνων της κατά αιρετικών ή αιρετιζόντων επισκόπων, που ενεργεί χειρότερα και από το ουτιδανέστερο ...σωματείο, που επευλογεί "ιεροκρυφίως" την ομοφυλοφιλία, που περιφρονεί ακόμα και τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, που καταπατεί ασύστολα τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Πατρίδος μας, που συνιερουργεί με έναν Αιρεσιάρχη πατριάρχη και δεν τον καταγγέλει, και δεν τον αποκηρύττει κ.λ.π.,κ.λ.π., να είναι σύνοδος και μάλιστα Ιερά και μάλιστα Ορθόδοξος; Μέχρι πότε θα ανεχόμεθα τους ρασοφόρους αυτούς δικτάτορες που ζούν και υπάρχουν μόνο γιά τους εαυτούς τους και όχι γιά την Εκκλησία του Χριστού και δεν τους αποκηρύττουμε και δεν τους αποδοκιμάζουμε και δεν ΑΠΟΤΕΙΧΙΖΟΜΑΣΤΕ από αυτούς; Αυτούς που ο Θεός ήδη τους έχει αποδοκιμάσει με τον λόγον Του " Εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε και ακαθάρτου μή άπτεσθε" και "τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή Μου;". "Νύν καιρός ευπρόσδεκτος, νύν ημέρα σωτηρίας"... Φιλορθοδοξος Ενωσις Κοσμας Φλαμιατος

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ (ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ)

Μονή Φανερωμένης Λευκάδας: Το ιστορικό μοναστήρι του νησιού Η ιστορική Ιερά Μονή Φανερωμένης αποτελεί για αιώνες το θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο της Λευκάδας. Είναι ανδρική μονή, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πολιούχος του νησιού και βρίσκεται επάνω σε έναν καταπράσινο λόφο, 3 περίπου χιλιόμετρα δυτικά από την πόλη της Λευκάδας. Σύμφωνα με τη παράδοση, στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το μεγαλύτερο και παλαιότερο μοναστήρι του νησιού, προϋπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά Αρτέμιδα. Κατά το πέρασμά του από την περιοχή της Νικοπόλεως στη Πρέβεζα, ο Απόστολος Παύλος έστειλε το 63 μ.Χ. στο νησί τους τρεις βοηθούς του, Ακύλα, Σωσίωνα και Ηρωδίωνα για να κηρύξουν στους κατοίκους του νησιού την διδασκαλία του Ιησού. Στο χώρο όπου κήρυξαν, χτίστηκε αργότερα οίκος προς τιμή της Παναγίας, δημιουργώντας έτσι την πρώτη εκκλησία στο νησί. Στη συνέχεια ο Απόστολος Παύλος χειροτόνησε το Σωσίωνα πρώτο επίσκοπο Λευκάδος. Το 332 μ.Χ. τέθηκαν οι πρώτες βάσεις του μοναχισμού στο νησί. Ο τότε επίσκοπος Λευκάδος Αγάθαρχος και δύο ακόμη πατέρες εγκαταστάθηκαν στο ναό, τον επέκτειναν και έχτισαν τα πρώτα κελιά. Τον 5ο αιώνα ζητήθηκε από τον Ιερομόναχο και αγιογράφο Κάλλιστο, ιερέα στην Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης, να φιλοτεχνήσει την εικόνα της Παναγίας. Ως εκ θαύματος, η εικόνα παρουσιάστηκε μπροστά του έτοιμη «αχειροποίητος» πάνω σε ξύλο, γι’ αυτό και η εικόνα ονομάστηκε Φανερωμένη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η μονή δέχτηκε πολλές καταστροφές από κατακτητές. Το 1734 μ.Χ. και ενώ το νησί βρισκόταν υπό Ενετική κυριαρχία, χτίστηκε το καθολικό στη σημερινή μορφή. Ο ναός δυστυχώς κάηκε ολοκληρωτικά το 1886. Ανακατασκευάστηκε εκ νέου, ενώ το τέμπλο κατασκευάστηκε το 1887 από τον Ευστράτιο Προσαλέντη. Οι εικόνες προστέθηκαν το 1919 και φιλοτεχνήθηκαν από τους αδελφούς Χριστόδουλο και Θωμά Ζωγράφο. Η εικόνα της Παναγίας είναι αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας που φιλοτέχνησε ο Ιερομόναχος Βενιαμίν Κοντράκης στο Άγιο Όρος το 1887....

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ ΣΤΟ ΒΕΡΜΙΟ

Ιερά μονή Παναγίας Σουμελά Στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά, βρίσκεται το πνευματικό κέντρο του Ποντιακού Ελληνισμού, η Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά. Μια ιστορία, μια παράδοση και ένας θρύλος αγκαλιάζουν το σύμβολο του Πόντου, την Παναγία Σουμελά. Ήταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς αυτός που χάραξε τη μορφή της Παναγίας πάνω σε ξύλο. Η εικόνα της Σουμελά, βρέθηκε μετά το θάνατο του Λουκά στην Αθήνα και για αυτό το λόγο, αρχικά είχε ονομαστεί ως η Παναγία η Αθηνιώτισσα. Στο τέλος του 4ου αιώνα (380- 386) ιδρύθηκε στο όρος Μελά της Τραπεζούντας, το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο (κατά κόσμο Βασίλειος και Σωτήρχος, θείος και ανιψιός, κάτοικοι και οι δυο Αθηνών). Με μοναδικά εφόδια την πίστη, την επιμονή και την εργατικότητα, οι δυο ερημίτες μοναχοί, κατόρθωσαν να χτίσουν την εκκλησία της Σουμελιώτισσας, σκαλιστή μέσα στο βουνό. Από τότε έγινε γνωστή ως ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ (Εις του Μελά-στου Μελά-Σουμελά). Μέχρι το 1922, υπήρξε ο οδηγός, ο παρηγορητής, ο συμπαραστάτης, το καταφύγιο και ο εμψυχωτής των Ελληνοποντίων. Υπήρξε επίσης ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διατήρησης της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας, καθώς και της αναζωπύρωσης της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των πιστών. Ο αναπάντεχος ξεριζωμός, ερήμωσε μαζί με τον αλησμόνητο Πόντο και τη Βίγλα της Σουμελιώτισσας. Με την ανταλλαγή, τα ιερά κειμήλια παραχωρήθηκαν, και το 1931 τα ξέθαψε και τα έφερε στην Ελλάδα, ο Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης, ύστερα από ενέργειες του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου προς την τουρκική κυβέρνηση του Ισμέντ Ινονού. Από το 1952, αρχίζει μια νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά. Το 1951-1952 η εικόνα παραχωρείται στο σωματείο "Παναγία Σουμελά" Θεσσαλονίκης, το οποίο και άρχισε την ανέγερση της Μονής, σε ένα επίπεδο του Βερμίου, πάνω από το χωριό Καστανιά, που είχε παραχωρήσει δωρεάν 500 στρέμματα για την ανέγερση του Προσκυνήματος. Η " Αθηνιώτισσα" και "Σουμελιώτισσα" γίνεται τότε Βερμιώτισα και πανελλήνιο Προσκύνημα. Από το 1952 που χτίστηκε ο μικρός ναός, η Εικόνα θρονιάστηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της Μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο, ακόμη ενός μοναστηριού, αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο. Χάρη στην ευλάβεια και θεοσέβεια των Ποντίων και φιλοποντίων, δημιουργήθηκαν διάφορα κτίρια. Η διοίκηση της Παναγίας Σουμελά, φρόντισε για τη δημιουργία μουσειακής συλλογής από ιερά σκεύη, εικόνες και άμφια, αλλά και τη δημιουργία αξιόλογης βιβλιοθήκης. Σήμερα το κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνει δυο εκκλησίες δέκα ξενώνες με 620 κρεβάτια, ένα εστιατόριο, δυο τουριστικά περίπτερα βρύσες, τηλέφωνα, ηλεκτρικό φως, χώρους στάθμευσης, πλατεία, εκατοντάδες καλλωπιστικά και καρποφόρα δέντρα. Κάθε χρόνο, το τριήμερο του 15Αύγουστου, είναι πρωτοφανής η συρροή χιλιάδων προσκυνητών από όλα τα διαμερίσματα της χώρας και το εξωτερικό. Η περιφορά της Εικόνας, μέσα στο χώρο του ιερού προσκυνήματος, γίνεται με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, είναι μια από τις πιο συγκινητικές και κατανυκτικές ακολουθίες.

ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ (Η ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 312/13/26-2-2003 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ)

ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ (Η ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 312/13/26-2-2003 ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α.Π. 312 Εν Κορωπίῳ τῆ 13/26-2-03 Μαρτινιανοῦ ὁσιομ. ᾿Ακύλα καί Πρισκίλλης ᾿Αποστ. ΠΡΟΣ τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί Πάσης ῾Ελλάδος κ. ᾿Ανδρέαν καί τούς Σεβ/τους ᾿Αρχιερεῖς. Κοινοποίησις: Αἰδ/τους καί Παν/τους ῾Ιερεῖς, τούς ῾Ιερολογιωτάτους Διακόνους, ῾Οσιωτάτους Μοναχούς καί Μοναχάς καί τόν πιστόν λαόν. ΘΕΜΑ: ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ Σημείωσις διά τήν ἰστοσελίδα: Ἠκούσαμεν εἰς τάς εἰδήσεις, εἰς τό θέμα τῆς ἐπιδεινώσεως τῆς ὑγείας τοῦ νεοημ. Ἀρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου, ἄλλους νά ὁμιλοῦν περί παραιτήσεως καί ἀμέσου διαδοχῆς α’υτοῦ, τά ὁποῖα ὑπό ἑτέρου νεοημερολογίτου Μητροπολίτου ἐχαρακτηρίσθησαν «ντροπῆς καμώματα»), καί ἄλλους νά ὁμιλοῦν μέ ἐκκλησιαστικήν ὑπευθυνότητα, καί νά λέγουν ὅτι «ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δέν παραιτεῖται, ἀλλά πεθαίνει ἐπί τοῦ θρόνου». Τοιαῦτα θέματα ἀντιμετωπίσαμεν καί ἡμεῖς, τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (παλαιοημερολογῖται) ὅταν πρό 4 ἐτῶν ἱεροσύλως, συμπαικτικῶς καί ὅλως ἀσεβῶς ὡδήγησαν τινές τόν τότε ἀσθενοῦντα Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέα εἰς μίαν σκόπιμον καί πολλά προβλήματα ἐκκλησιαστικά δημιουργήσαντα παραίτησιν(5.2.2003). Τότε, πρός ἀντιμετώπισιν τῆς ἐν λόγῳ συμπαιγνίας, ἐγράφησαν πολύ σημαντικά κείμενα καί ἀνελύθησαν ἀρκούντως τά σχετικά μέ τήν παραίτησιν Ἐπισκόπου θέματα. Εἰς ἕν ἔγγραφον τό ὁποῖον ἀπέστειλε ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος εἰς τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἀνδρέαν καί τούς περί αὐτόν Ἐπισκόπους (ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 312/13/26.2.2003), ἀνελύετο συντόμως ἡ Κανονική πλευρά τοῦ θέματος. Δημοσιεύομεν τήν σχετικήν σύντομον μελέτην, διότι κατ’ αὐτάς λόγῳ τῆς ἐπιδεινώσεως τῆς ὑγείας τοῦ κ. Χριστοδούλου, πολλά λέγονται καί ἀκούονται, καί ἐλπίζομεν νά φανοῦν χρήσιμα εἰς ὅσους ἀσχολοῦνται μέ τό ἐν λόγω θέμα. Θά ἐπανέλθωμεν καί μέ ἄλλα κείμενα σχετικά μέ τό θέμα τῆς παραιτήσεως Ἐπισκόπου: Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι. ῾Ο Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσω ἡμῶν. ᾿Εν συνεχείᾳ τῆς ὑπ᾿ ἀριθμ. 311/11-2-03 (π.ἡ.) "ΑΝΑΦΟΡΑΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ" μας, ἡ ὁποία ἀφεώρα τάς βεβιασμένας, ἀντικανονικάς καί παρανόμους ἐργασίας καί "ἀποφάσεις" τῆς ἀπό 5/18-2-03 συνεδριάσεως τῆς ῾Ιεραρχίας, καί ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τήν ἐν τέλει μή πραγματοποιηθεῖσαν (λόγω μή ἀπαρτίας) "῎Εκτακτον ῾Ιεραρχίαν τῆς 11/24-2-03 διά τήν ἐκλογήν νέου ᾿Αρχιεπισκόπου", ἐπανερχόμενος σᾶς γνωρίζω καί τά κάτωθι: Δέν ἐδέχθημεν, ἀλλά καί δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά δεχθῶμεν καί πάλιν τήν ἐκδηλωθεῖσαν "βούλησιν" τοῦ Μακαριωτάτου περί παραιτήσεως του, διότι δέν μᾶς ἐπιτρέπεται ὑπό τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ἀλλά καί δέν ἐνδείκνυται, διότι τοῦτο θά εἶναι ἀντίθετο πρός τό συμφέρον τῆς ᾿Εκκλησίας, τῆς ψυχῆς του, ἀλλά καί τό συμφέρον ὅλων μας. Καθ᾿ ἡμᾶς αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα συμπαιγνίας - συναλλαγῆς, τήν ὁποίαν μετῆλθον οἱ γνωστοί παράγοντες τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου ὡς τελευταίαν πρόκλησιν διά νά κηρύξουν τό ἐπιδιωκόμενον νέον τρίτον σχίσμα. Διά τοῦτο δέν θά ἐπιτρέψωμεν, ὅσον βέβαια ἐξαρτᾶται ἀπό ἡμᾶς, καί αὐτήν τήν συμπαιγνίαν, διότι ἡ ἐκδηλωθεῖσα "βούλησις" τοῦ Μακαριωτάτου περί παραιτήσεώς του, δέν προβλέπεται, ὡς εἴπομεν, καί ἀποκλείεται ὑπό τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ἀλλά καί τιμωρεῖται. Μετά ἀπό μικράν μελέτην τῶν σχετικῶν Κανόνων, ἡ ἐλαχιστότης μου διεπίστωσα, ὅτι οὐδείς ῾Ιερός Κανών δίδει τό δικαίωμα ἤ προβλέπει παραίτησιν ᾿Αρχιερέως, παρεκτός μόνον ἄν συντρέχουν λόγοι κωλυτικοί τῆς ᾿Αρχιερωσύνης ἤ καί "διά ἐγκλήματα Κανονικά ὁποῦ ἔκαμεν". ῾Η παραίτησις ᾿Αρχιερέως ἰσοδυναμεῖ μέ "αὐτοκαθαίρεσιν", ἀφοῦ ὁ παραιτούμενος δέν ἔχει πλέον καμμίαν σχέσιν μέ τήν ᾿Επισκοπήν του, οὔτε δύναται νά ἐπιτελῆ ὁτιδήποτε ἐκ τῶν τοῦ ᾿Αρχιερέως, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ καθηρημένος. Παραίτησις ᾿Αρχιερέως σημαίνει ἀπώθησις, ἐγκατάλειψις, διάρρηξις τοῦ δεσμοῦ μετά τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, σημαίνει διαζευκτήριο μετά τῆς "Νύμφης" ᾿Εκκλησίας (νόει τῆς "νύμφης" ᾿Επισκοπῆς), ἀλλά καί διάζευξις καί μέ αὐτό τό εἰδικό χάρισμα τῆς ᾿Αρχιερωσύνης. ῞Οταν δέ μία "παραίτησις", ὅπως ἡ ἐκδηλωθεῖσα ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου, ἀποτελεῖ καί συμπαιγνίαν πρός συναλλαγήν, εὐνόητον ὅτι ἀποτελεῖ καί τήν ἐσχάτην ἀσέβειαν - βλασφημίαν κατά τοῦ ὑψίστου εἰδικοῦ χαρίσματος τῆς ᾿Αρχιερωσύνης (νόει καί τήν παρακαταθήκην) τήν ὁποίαν ἔλαβε παρά Χριστοῦ καί τήν ὁποίαν δέν δικαιοῦται νά ἀποποιηθῆ. Οἱ ᾿Αρχιερεῖς πρέπει μέχρις ἐσχάτης μας ἀναπνοῆς νά εὐλαβούμεθα καί νά φυλάσσωμεν τήν ᾿Αρχιερωσύνην μας καί τήν Παρακαταθήκην, τἀς ῾Οποίας θά παραδώσωμεν εἰς τόν Χριστόν παρά τοῦ ῾Οποίου τάς ἐλάβομεν. Ταῦτα δέν εἶναι τῆς ἰδικῆς μας ἐμπνεύσεως, ἀλλά τά λέγουν οἱ θεῖοι καί ἱεροί Κανόνες καί οἱ ἑρμηνευταί των: 1) ῾Ο ΙΣΤ Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας ῾Αγίας Συνόδου ῾Ο ΙΣΤ Κανών τῆς Α'καί Β ἁγίας Συνόδου προβλέπει ἔκπτωσιν ἤ παραίτησιν ᾿Επισκόπου μόνον "δι᾿ ἐγκλήματα Κανονικά καί ἁμαρτίαν κωλυτικήν τῆς ᾿Αρχιερωσύνης" καί τοῦτο μετά ἀπό αὐστηράν Κανονικήν ἐξέτασιν ἤ τέλος ἄν ὁ ᾿Επίσκοπος ἔπεσεν εἰς νόσον, ἡ ὁποία τόν καθήλωσε εἰς παντελῆ ἀκινησίαν - παράλυσιν καθολικήν. ῾Ο ἑρμηνευτής ἱερός Νικόδημος παρατηρεῖ: "῞Ορα δέ, ὅτι ὁ παρών Κανών εἰπών ἀνωτέρω, ἔξω μόνον ἄν θεληματικῶς παραιτήση ὁ ᾿Επίσκοπος τήν ᾿Επισκοπήν του, παρακάτω ὡσάν νά ἐπιδιορθώνη τοῦτο, λέγει, ὅτι διά τά ἐγκλήματα πρέπει νά ἐκβάλλεται ὁ ᾿Επίσκοπος ἀπό τήν ἐπαρχίαν του, καί ὄχι ἁπλῶς μέ θεληματικήν παραίτησιν διά ραθυμίαν, ἤ καί ἀπραγμοσύνην του, εἰ μή διά τινα, ὡς εἴπομεν, κρυπτήν καί κωλυτικήν ἀφορμήν", ἐνῶ προηγουμένως ὁ Κανών ἀναγνωρίζει ὡς λόγον παραιτήσεως, ὅταν ὁ ᾿Επίσκοπος συνέχεται καί ἀπό "νόσον χαλεπήν τε καί ἀκινησίαν ἐμποιούσης παντελῆ". (Πηδάλιον, σελίδα 359). Πόσον βαρυτέρα βλασφημία εἶναι νά παραιτήση κάποιος ᾿Αρχιερεύς ἐξ ἁμαρτωλῆς σκοπιμότητος πρός ἱερόσυλον συναλλαγήν. 2) ᾿Επιστολή τῆς ῾Αγίας Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρός τήν ἐν Παμφυλία εὐαγῆ Σύνοδον ὑπέρ Εὐσταθίου τοῦ γενομένου αὐτῶν Μητροπολίτου" (Πηδ. σελ. 149). Παραθέτομεν τήν ῾Ερμηνεία τοῦ ῾Ιεροῦ Νικοδήμου: "῾Ο Εὐστάθιος οὗτος, περί οὗ λέγει ἡ παροῦσα ἐπιστολή, ᾿Επίσκοπος ἦτο τῆς Παμφυλίας, ἥτις ἐστίν ἐπαρχία τῆς ᾿Ατταλείας. Πεσών δέ εἰς τάς φροντίδας καί ὑποθέσεις τῆς ᾿Επισκοπῆς, καί ἀποκαμών διά τήν μικροψυχίαν καί ἀπειρίαν ὁποῦ εἶχε τῆς τῶν ᾿Επισκοπῆς πραγμάτων καί πειρασμῶν, ἐποίησεν ἐγγράφως παραίτησιν, ὅθεν εἰς τόν τόπον αὐτοῦ ἐχειροτόνησεν ἄλλον ἡ ἐκεῖσε Σύνοδος. Οὗτος λοιπόν μετά ταῦτα ἦλθεν εἰς τήν ἁγίαν ταύτην καί Οἰκουμενικήν Σύνοδον μετά δακρύων ζητῶν, ὄχι τήν ᾿Επισκοπήν ὁποῦ παρήτησεν, ἀλλά τό νά ἔχη τήν τιμήν καί τό ὄνομα τοῦ ᾿Επισκόπου. ῾Η δέ Σύνοδος συναλγήσασα, καί συμπονέσασα τοῦτον, τοῦτο μέν διά τό γῆρας αὐτοῦ καί τά δάκρυα, καί τήν ἀποξένωσιν τῆς πατρίδος, καί τῶν πατρικῶν αὐτοῦ οἴκων, ἐξαιρέτως δέ, καί μάλιστα, διά τί, ὄχι διά τινα κακίαν του καθαιρεθείς παρητήσατο, ὄχι διά τήν ἀμέλειάν του , καί ραθυμίαν (δι᾿ ὅτι ἄν ταῦτα ἤθελαν ἀκολουθήσει, βεβαιότατα δέν ἤθελε τόν ἐλεήσει ποτέ ἡ Σύνοδος, οὐδέ ψιλόν τό ὄνομα τοῦ ᾿Επισκόπου ἤθελε δώσει εἰς αὐτόν), ἀλλά διά τήν μικροψυχίαν του καί ἀνεπιτηδειότητα εἰς τά πράγματα, ὥστε νά ἔχη καί τό ὄνομα τοῦ ᾿Επισκόπου, ἤγουν τό νά λέγεται ᾿Επίσκοπος, καί τήν τιμήν, ἤγουν τό νά συγκάθηται μέ τούς ᾿Επισκόπους, καί τήν κοινωνίαν, ἤγουν τό νά συμμεταλαμβάνη, καί νά συλλειτουργῇ, καί νά συγχειροτονῇ μετά ᾿Επισκόπων, ὄχι ὅμως αὐτός ἀπό λόγου του, ἀλλά μέ τήν ἄδειαν καί ἐπιτροπήν τοῦ κατά τόπον ᾿Επισκόπου. Λέγει δέ πρός τούτοις εἰς τούς τῆς Παμφυλίας ᾿Επισκόπους ἡ Σύνοδος, πῶς, ὅτι ἄλλο στοχασθοῦν καλλίτερον καί ἀνώτερον διά νά δώσουν εἰς τόν Εὐστάθιο, ἤ τώρα ἤ μετά ταῦτα, θέλει ἀρέσει τοῦτο καί εἰς αὐτήν. Τοῦτο δέ δέν εἶναι ἄλλο, καθώς ἐρμηνεύει ὁ ἀνώνυμος ἐξηγητής, πάρεξ, τό νά τόν καταστήσουν ᾿Επίσκοπον εἰς καμμίαν σχολάζουσαν ἐπαρχίαν." (Αὐτόθι σελ. 178). ᾿Ιδιαίτερα διαφωτιστικαί εἶναι αἱ κατωτέρω παρατηρήσεις καί τά ἑρμηνευτικά σχόλια ἐπί τοῦ ἀνωτέρω κειμένου, τά ὁποῖα σημειώνονται εἰς τό Πηδάλιον: "Πολλοί ἐκ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης συμπεραίνουσι ὅτι δίδεται ἄδεια εἰς τούς ᾿Αρχιερεῖς νά παραιτοῦσι μέν τάς ἰδίας ἐπαρχίας των, νά κρατοῦσι δέ τήν τιμήν καί τήν ἐνέργειαν τῆς ᾿Αρχιερωσύνης. Πλανῶνται ὅμως οἱ τοιοῦτοι· μᾶλλον γάρ ὅλον τό ἐναντίον ἐξ αὐτῆς συνάγεται, κατά τε τόν Ζωναράν, Βαλσαμῶνα καί Βλάσταρην.... Γράφει δέ καί ὁ Μέγας ᾿Αθανάσιος ἐν τῇ πρός Δρακόντιον ἐπιστολῇ. "῾Ο ᾿Επίσκοπος πρίν μέν κατασταθῆ ᾿Επίσκοπος ζῆ διά τόν ἐαυτόν του, ἀφ᾿ οὖ δέ κατασταθῇ, δέν ζῆ πλέον διά τόν ἐαυτόν του, ἀλλά διά τούς χριστιανούς ἐκείνους διά τούς ὁποίους κατεστάθη..." Τό γάρ ᾿Επίσκοπος ὄνομα δέν εἶναι ἀπολελυμένον, ἀλλά ἀναφορικόν καί σχετικόν· ᾿Επισκοπῆς γάρ ἐστίν ᾿Επίσκοπος. ῾Ο δέ παραιτησάμενος τήν ᾿Επισκοπήν, φανερόν, ὅτι οὐδέ ᾿Επίσκοπος πρέπει νά ὀνομάζεται, κατά τόν Βλάσταρην καί Ζωναρᾶν. Εἰ δέ τό ὄνομα τοῦ ᾿Επισκόπου δέν πρέπει νά ἔχη, πολλῷ μᾶλλον οὐδέ τήν τιμήν, οὐδέ τήν ἐνέργειαν τοῦ ᾿Επισκόπου.... ᾿Αλλά τί λέγω, ὅτι οἱ παραιτοῦντες πρέπει νά μή λαμβάνωσι τήν τιμήν καί τήν ψῆφον τοῦ ᾿Επισκόπου; Αὐτοί πρέπει ἀκόμη καί νά ἀφορίζωνται, ἀνίσως δέν καταδέχωνται τήν προστασίαν τοῦ Ποιμνίου.... Καί διά νά συμπεράνω τό πᾶν τῆς ὑποσημειώσεως ταύτης, καμμία ἄλλη αἰτία δέν εἶναι οὔτε λέγεται εὔλογος εἰς τό νά παραιτήση ὁ ᾿Αρχιερεύς τήν ᾿Επαρχίαν του, ἔξω μόνον αὕτη (σ.σ. ἐκτός ἀπό αὐτήν), ἀνίσως δηλαδή πέση εἰς ἐγκλήματα ἐμποδίζοντα τήν ᾿Αρχιερωσύνην ἤ κρυπτά καί ἀνεξήλεγκτα, μόνω δέ Πνευματικῷ Πατρί ἐξομολογηθέντα, ἤ φανερά μέν ὄντα, διά ταῦτα δέ δέν καθαιρεθεῖ ἀπό τήν Σύνοδον. Τότε γάρ ἐλεγχόμενος ὁ ᾿Αρχιερεύς ὑπό τῆς οἰκείας συνειδήσεως, εὐλόγως δύναται νά παραιτήση καί τήν ᾿Αρχιερωσύνην ἐν ταυτῷ, καί οὐδείς δύναται κωλῦσαι αὐτόν· ὁ τοιοῦτος καί μοναχός γενέσθαι οὐ κωλύεται". Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, ἴσως εὑρεθῇ τις νά θέση τό ἐρώτημα: Σεῖς κατηγορεῖτε τόν Μακαριώτατο δι᾿ ἀντικανότητας, παραλείψεις ἐπί θεμάτων Πίστεως καί ῾Ομολογίας κλπ, πῶς τώρα δέν δέχεσθε τήν παραίτησί του; ῾Η ἀπάντησίς μας εἶναι σαφής. ῾Ο Μακαριώτατος δέν ἐλέγχεται διά τί κωλυτικόν τῆς ᾿Αρχιερωσύνης παράπτωμα, τό ὁποῖον θά ἐπέβαλε τήν παραίτησίν του, τά δέ "Κανονικά ἐγκλήματα", διά τά ὁποῖα ὁμιλοῦν οἱ Κανόνες, ἤ τάς παραλείψεις ἐπί θεμάτων Πίστεως καί ῾Ομολογίας, κλπ. δέν τά ἐπικαλεῖται ὁ Μακαριώτατος, ἀλλά καί τά θεωρεῖ ὡς συκοφαντίας. ῎Αλλωστε δι᾿ αὐτά δέν καταγγέλλεται μόνον ὁ Μακαριώτατος, ἀλλά καί ἡ πλειοψηφία τῶν ᾿Αρχιερέων. Διά τοῦτο ἐπιβάλλεται νά ἐξετασθοῦν ὅσα ἡμεῖς εἰσηγούμεθα καί καταγγέλλομεν. ῾Επομένως θεωροῦμε ἀδιανόητον τήν παραίτησίν του, δι οὕς λόγους προείπομεν, ἀλλά καί διότι ὑπό τήν Προεδρίαν του πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἐξετασθοῦν ὅλα τά ἐκκρεμοῦντα θέματα, διά νά ἔλθη ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη καί στερεωθῆ ἡ ἐνότητα ἐν τῇ μιᾷ Πίστει καί ῾Ομολογία. ῎Αλλωστε ἡ προσωπικότης του καί ἡ πολυετής προσφορά του εἰς τόν ᾿Αγῶνα τῆς ᾿Ορθοδοξίας θέλουμε νά ἀποτελῇ μέχρι τέλους ἐγγύησιν ἑνότητος καί εἰρήνης ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ. 3) ῾Ο Γ᾿Κανών τοῦ ῾Αγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας (Πηδάλιον, σελ. 690). Παραθέτομεν τόν ῾Ιερόν Κανόνα: "Τούς δέ τῆς παραιτήσεως λιβέλλους, οὐ κατά προαίρεσιν οἰκείαν, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ ἀνάγκης καί φόβου, καί τῆς τινῶν ἀπειλῆς ἐπιδοῦναί φησι. Καί ἑτέρως δέ, πρᾶγμά ἐστίν, οὔτε τοῖς τῆς ᾿Εκκλησίας ἀρέσκον θεσμοῖς, λιβέλλους παραιτήσεων προσάγειν τινάς τῶν ῾Ιερουργῶν. Εἰ γάρ εἰσίν ἄξιοι τοῦ λειτουργεῖν, ἔστωσαν ἐν τούτῳ· εἰ δέ ἀνάξιοι, μή ἀπό παραιτήσεως ἐξίτωσαν, κατεγνωσμένοι δέ μᾶλλον ἐπί πράγμασιν, ὧν ἄν τις πολλήν ποιήσαιτο τήν καταβοήν, ὡς ἔξω τρεχόντων πάσης ἀκολουθίας". Καί κατά τήν ἑρμηνείαν τοῦ Κανόνος:῾"Ο προρρηθείς ᾿Επίσκοπος Πέτρος φαίνεται ὅτι ἔδωκε καί παραίτησιν ἔγγραφον, ὅτι παραιτεῖται τήν ᾿Επαρχίαν του. Περί τούτου οὖν ὁ παρών Κανών λέγει, ὅτι τήν τοιαύτην παραίτησιν δέν ἔδωκεν αὐτός θεληματικῶς καί μέ τήν ἰδικήν του προαίρεσιν, ὡς ὁμολογεῖ, ἀλλ᾿ ἐξ ἀνάγκης, ἀπό φόβους καί φοβερισμούς τινῶν, ὁποῦ τοῦ ἔκαμναν νά τόν κακοποιήσουν. ῎Επειτα δέ καί ἄν τυχόν θεληματικῶς, ἔδωκε τήν τοιαύτην παραίτησιν, ὅμως τό νά δίδουν τινές ᾿Επίσκοποι ἐγγράφους παραιτήσεις, ὅτι παραιτοῦνται τάς ᾿Επισκοπάς καί ἐπαρχίας των, τοῦτο δέν εἶναι ἀρεστόν εἰς τούς Κανόνας τῆς ᾿Εκκλησίας, ταυτόν εἰπεῖν, ὅτι εἶναι παρά Κανόνας καί ἄτοπον· διότι, εἰ μέν οἱ ᾿Επίσκοποι αὐτοί εἶναι ἄξιοι νά ἔχουν τήν ᾿Αρχιερωσύνην, ἄς μένουσιν εἰς αὐτήν καί ἄς μή παραιτοῦνται, ὄχι καί εἶναι ἀνάξιοι, ἄς μή εὐγαίνουν ἀπό τάς ἐπαρχίας των, ὡς τάχα παραιτούμενοι, ἀλλά μᾶλλον ὡς κατακεκριμένοι διά ἄτοπα ὁποῦ ἔκαμαν, τά ὁποῖα ἤθελε κατηγορήσει μεγάλως τινάς, ὡς ἔξω ὄντα πάσης ἀκολουθίας τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ἤτοι ὡς πάντη παράνομα καί ἀκανόνιστα (εἰ δέ ταῦτα ἤθελε κατηγορήσει τινάς, πρόδηλον ὅτι ὡς φανερῶς πραχθέντα, καί ὡς ἐγνωσμένα εἰς αὐτόν, καί μαρτυρούμενα παρ᾿ ἄλλων, ἤθελε τά κατηγορήσει· οὐδείς γάρ τά ἄγνωστα καί κρύφια κατηγορεῖ). Εἰ δέ τοῦτο, ἕπεται ἐξ ἀντιδιαστολῆς, ὅτι δύναται ὁ ᾿Επίσκοπος νά παραιτῆται καί χωρίς νά κατακριθῆ φανερά· ὅταν, δηλαδή, ἤ πρό τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, ἤ καί μετά τήν ᾿Αρχιερωσύνην ἤθελε πράξει κρυφίως κανέν ἁμάρτημα κωλυτικόν καί καθαιρετικόν τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, τό ὁποῖον ἐξομολογηθείς εἰς Πνευματικόν Πατέρα, καί ἐλεγχόμενος ὑπό τῆς συνειδήσεως, ὁμοῦ μέ τήν ῾Ιεροπραξίαν τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, παραιτεῖται καί τήν ᾿Επισκοπήν". 4) Περί Κανονικῆς τάξεως Προηγουμένως ὁ ἴδιος Πατήρ εἰς τόν Α' αὐτοῦ Κανόνα, ἤτοι εἰς "τήν πρός Δόμνον Κανονικήν ἐπιστολήν" (Πατριάρχην ᾿Αντιοχείας) ἰδού τί κανονίζει: "...Κάθε πράγμα ἐκκλησιαστικόν ὅταν γίνεται κατά τήν εὐταξίαν τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων, ὄχι μόνον δέν προξενεῖ εἰς ἡμᾶς τούς ἱερωμένους καμμίαν ταραχήν καί δυσφημίαν, ἀλλά μάλιστα καί ἐπαίνους ἀπό τούς φρονίμους καί διακριτικούς. Ποῖος γάρ δέν ἐπαινεῖ τήν ἀφιλοπρόσωπον καί δικαίαν ἀπόφασιν ἤ πῶς δέν εἶναι ἔξω ἀπό κάθε ἐπίπληξιν καί κατηγορίαν ἡ ὀρθή καί νόμιμος (Κανονική) κρίσις, καί γεμάτη ἀπό κάθε εὐφημίαν καί ἔπαινον"; (Πηδάλιον σελ. 688). Καί συνεχίζων ὁ ῾Ιερός Πατήρ τήν Κανονικήν ἐπιστολήν του πρός τόν Πατριάρχην ᾿Αντιοχείας Δόμνον, ὁ ὁποῖος ὡδήγησεν εἰς παραίτησιν τόν ᾿Επίσκοπον Πέτρον, λέγει:"... Σύ μέν ὀνομάζεις ᾿Επίσκοπον τόν εὐλαβέστατον Πέτρον, αὐτός δέ ἐξ ἐναντίας, ἐρχόμενος εἰς ἡμᾶς, κλαίει καί ὀδύρεται λέγων, ὅτι ἀδίκως καί παραλόγως ἐξώσθη παρά σοῦ ἀπό τήν δοθεῖσαν ᾿Επισκοπήν του· ἦτο δέ πρέπον ἤ νά ἔχη καί τό ὄνομα τῆς ᾿Επισκοπῆς, καί τό πράγμα, ἤτοι τήν ᾿Επισκοπήν, ἤ ἄν δέν ἦτο ἄξιος νά ἔχη τήν ᾿Επισκοπήν καί τήν ᾿Αρχιερωσύνην, οὐδέ μέ τό ὄνομα τοῦ ᾿Επισκόπου νά τιμᾶται, καθώς δηλαδή ἐσύ τόν ὀνομάζεις. ῾Ο γάρ ᾿Επίσκοπος ἐπισκοπῆς λέγεται καί εἶναι ᾿Επίσκοπος, καί ὄχι μόνον καί καθ᾿ ἑαυτό μέ τό νά ἦναι τά δύω ταῦτα ὀνόματα τοῦ ᾿Επισκόπου καί τῆς ᾿Επισκοπῆς ἕνα μέ τό ἄλλο συνδεδεμένα καί σχετικά. Εἰ δέ καί ἴσως ἤθελε σοῦ φανῆ σκληρόν καί ἀφιλάδελφον τοῦτ ὁποῦ λέγω, τό νά μή λέγεται δηλονότι ᾿Επίσκοπος, ἄν δέν ἔχη καί τήν ᾿Επισκοπήν, ὅμως τῇ ἀληθείᾳ δέν εἶναι σκληρόν. (Πηδάλιον, σελ. 688). ῞Οταν ταῦτα διατάσσουν οἱ θεῖοι καί ῾Ιεροί Κανόνες τῶν ἁγίων Πατέρων, Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αδελφοί καί Συλλειτουργοί, εἰς ἡμᾶς δέν ἐπιτρέπεται νά λέγωμεν, ἤ νά πράττωμεν ὁτιδήποτε ἀντίθετον, παρά μόνον ὀφείλομεν μέ εὐλάβειαν νά ὑπακούωμεν καί νά συμμορφωνώμεθα πρός τά ἐντάλματά τους. ᾿Οφείλομεν λοιπόν νά ἀντιμετωπίσωμεν τήν ἐκφρασθεῖσαν "δήλωσιν περί παραιτήσεως" τοῦ Μακαριωτάτου ὑπό τό φῶς τῶν ὡς ἄνω ῾Ιερῶν Κανόνων καί ὅλων τῶν σχετικῶν, συνειδητοποιοῦντες, καί ὁ Μακαριώτατος καί ὅλοι ἡμεῖς, ὅτι ἡ ἐκφρασθεῖσα "βούλησις" τοῦ Μακαριωτάτου, διά τήν ᾿Ορθοδοξίαν εἶναι κατακριτέα, διότι εἶναι ὡς νά ζητῆ, ὁ Μακαριώτατος, "διαζύγιον" ἀπό τήν Νύμφην αὐτοῦ ᾿Αρχιεπισκοπήν ᾿Αθηνῶν, ἀλλά καί ἀπό αὐτήν τήν ᾿Αρχιερωσύνην του! Πρέπει νά συνειδητοποιήσωμεν ἅπαντες, ὅτι ἄν ποτέ ἤθελεν ὑποβάλλει ἔγγραφον τήν παραίτησίν του, αὐτό θά ἐσήμαινε ὡς νά "αὐτοκαθαιρεῖτο", τό ὁποῖον δέν ἔχει δικαίωμα, ἐφ᾿ ὅσον δέν ὑπάρχου λόγοι κωλυτικοί τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, ἡ δέ ἰδική μας συγκατάθεσις θά ἐσήμαινε ἐπίσης ὅτι οὐσιαστικά θά ἐνεργούσαμε εἶδός τι "καθαιρέσεως"! Δηλαδή πρέπει νά λάβη ὑπ᾿ ὄψιν του καί ὁ Μακαριώτατος, ὅτι παραιτούμενος τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς του στερεῖται καί τῆς ᾿Αρχιερωσύνης καί τῆς ᾿Επισκοπικῆς τιμῆς καί τῆς ᾿Αρχιερατικῆς λειτουργίας γενικῶς, καί ὅπως συμπερασματικῶς ἀναγράφεται καί εἰς τόν Τόμον τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς ᾿Ανατολῆς τῆς ἐν Ρωσίᾳ ἐν ἔτει 1663 "τόν παραιτησάμενον τήν ἐπαρχίαν αὐτοῦ στερεῖσθαι καί τῆς τιμῆς καί τῆς λειτουργίας τῆς ᾿Αρχιερατικῆς κανονικῶς". (Β. Φειδᾶ, ῾Ιστορία τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Ρωσίας, σελ. 405). Οἱ λόγοι ὑγείας τοῦ Μακαριωτάτου εἶναι γνωστοί, ἀλλά διά τήν περίπτωσιν τῆς παραιτήσεως ᾿Αρχιερέως, δέν προβλέπονται ὑπό τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων. ῾Ο ΙΣΤ Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας ῾Αγίας Συνόδου, ἀναφέρεται εἰς περίπτωσιν, κατά τήν ὁποίαν ὁ ᾿Επίσκοπος παραιτήση τήν ᾿Επισκοπήν του πέραν τῶν ἕξι μηνῶν καί δέν δύναται νά μεταβῇ εἰς αὐτήν διότι "περιέπεσεν εἰς νόσον χαλεπήν καί συνέχεται ὑπό καθολικῆς ἀκινησίας". ῾Ο Μακαριώτατος, δόξα τῷ Θεῷ, οὔτε τήν ἐπικοινωνίαν ἔχει χάσει, οὔτε "εἰς νόσον χαλεπήν περιέπεσεν", "οὔτε ὑπό καθολικῆς ἀκινησίας συνέχεται". Τουναντίον, καί μέ τό περιβάλλον ἐπικοινωνεῖ, καί τολμῶ εἰπεῖν, κινεῖται καλύτερον ἀπό τινας ἐξ ἡμῶν. Οὕτω καί εἰς τήν συνεδρίασιν τῆς 5-2-03 συμμετέσχε, (εἰς τήν ὁποίαν παρέμεινε ἄνω τῶν 8 ὡρῶν, συμμετέχων ἐνεργῶς καί ἀντέχων μάλιστα καλύτερα ἀπό ὅλους μας), καί μετ᾿ οὐ πολλάς ἡμέρας "ἔτρεξε" νά εὕρη τούς ᾿Αρχιερεῖς καί τούς ἐκτός ᾿Αθηνῶν διά νά τούς "ὁμιλήση", ὥστε νά μήν ... ὑποχωρήσουν ἀπό τά "συμφωνηθέντα", ἀλλά καί εἰς τήν ἔκτακτον῾Ιεραχίαν διά τήν ἐκλογήν "νέου ᾿Αρχιεπισκόπου" τῆς 11-2-03 ἦτο παρών. Καθ᾿ ἡμᾶς μοναδικός λόγος αὐτῆς τῆς παραιτήσεως, εἶναι ἡ συναλλαγή περί τῆς ὁποίας ἐκάναμε ἁπλῆν νύξιν εἰς τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 311/11-2-03 "᾿Αναφοράν - ῎Ενστασίν" μας. ῾Επομένως, ἐάν τελικά ἤθελεν ὑποβάλλει κανονικῶς τήν παραίτησίν του, καί ἐγίνετο αὕτη ἀποδεκτή, αὐτό θά εἶχεν ὡς συνέπεια διά τόν ἴδιον μέν ὡς νά "αὐτοκαθαιρῆται", δι᾿ ἡμᾶς δέ ὡς νά ἐγκρίνωμεν καί νά ἐπισφραγίζωμεν αὐτήν τήν "αὐτοκαταδίκην" του, ὅπερ ἐφάμαρτον καί νά τό διανοῆταί τις. Μετά ἀπό ὅλα αὐτά συνειδητοποιοῦν τάς εὐθύνας των καί τάς Κανονικάς συνεπείας των οἱ Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῷ ᾿Αδελφοί, οἱ ὁποῖοι τήν 5/18-2-03 ἐσπευσμένα καί ἀνεξετάστως καί χωρίς νά συμβουλευθοῦν τούς ῾Ιερούς Κανόνας, ἀπεδέχθησαν τήν περί "παραιτήσεως" δήλωσιν, ὡς νά ἦτο τό γεγονός τοῦτο προμελετημένον καί προσυμπεφωνημένον; Συνειδητοποιοῦν τάς εὐθύνας των καί τάς Κανονικάς συνεπείας καί τοῦ ἐν συνεχείᾳ γεγονότος, καθ᾿ ὅ ἡ ἰδία ἐλαχίστη μειοψηφία, κατά τήν ἰδίαν συνεδρίασιν, ἔσπευσεν νά ἐκλέξη "διά βοῆς" νέον ᾿Αρχιεπίσκοπον, τόν ὑποδειχθέντα ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου, ἐνῶ τελικά ὥρισαν "Τοποτηρητήν", καί ἐν συνεχείᾳ ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ παρανόμου "Τοποτηρητοῦ" καί μέ τήν "συμπροεδρίαν" τοῦ Μακαριωτάτου, ὥρισαν καί "῎Εκτακτον σύγκλησιν τῆς ῾Ιεραρχίας" διά τήν Δευτέραν 11/24-2-03 "δι ἐκλογήν νέου ᾿Αρχιεπισκόπου"; ῞Οταν μάλιστα ταῦτα, ἐνῶ καταφανῶς ἀποτελοῦν ἐγκλήματα Κανονικά, ἀποκαλύπτουν παραλλήλως καί τήν συμπαιγνίαν καί τήν συμπεφωνημένην συναλλαγήν καί προπάντων ὅτι ὁ Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος ἐσύρθη ἱεροσύλως ὡς "πρόβατον ἐπί σφαγήν". Τό χείριστον δέ ὅτι καί ἐκ τῶν ὑστέρων ,ὑπό τῶν ἰδίων ἀμετανοήτων προσώπων ὑποχρεώνεται ἤ πείθεται ὁ Μακαριώτατος νά διαψεύδη ὅτι ἐπιέσθη καί οὕτω ἐπωμίζεται τάς εὐθύνας ὅλων τῶν ἠθικῶν καί πραγματικῶν αὐτουργῶν αὐτῆς τῆς συμπαιγνίας. Κατόπιν τούτων, ἐν πένθει καί κλαυθμῷ, φιλαδέλφως παρακαλοῦμεν νά σπεύσωμεν πρός ἄμεσον θεραπείαν τῆς ἀπό 5/18-2-03 καί 11/24-2-03 νέας αὐτῆς τραγωδίας, τήν ὁποίαν, καθ᾿ ἡμᾶς, οἱ γνωστοί "Σακαρέλλοι" καί "Σαραντόπουλοι", μετά τοῦ ἰδικοῦ μας παρασυνοδικοῦ κατεστημένου, συνέλαβον καί προώθησαν. ῎Αν ὁ Μακαριώτατος ᾿Αρχιεπίσκοπος ἐνήργησεν ἐλευθέρως, καί δέν ἐπιέσθη, δέν ἐπηρεάσθη, ἤ δέν ἐπείσθη ὑπό τρίτων, προκειμένου νά προβῆ καί εἰς αὐτήν τήν δήλωσιν, διότι ἴσως δέν ἐγνώριζε, τί σημαίνει αὕτη ἀπό Κανονικῆς καί ὀρθοδόξου ἀπόψεως, μετά τά ἀνωτέρω τά ὁποῖα τίθενται ὑπ᾿ ὄψιν του, παρακαλεῖται νά ἀνακαλέση αὐτήν τήν δήλωσιν περί "παραιτήσεώς" του. Παράλληλα ὅμως καί ἡ ἐλαχίστη μειοψηφία τῶν ἀγαπητῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι τήν 5/18-2-03 ἀκύρως "ἀπεφάσισαν" τήν ἀποδοχήν τῆς παραιτήσεως καί τόν διορισμόν "Τοποτηρητοῦ", ἐξέδωκαν τό 3180 "᾿Εγκύκλιον ᾿Ανακοινωθέν", μέ τό ὁποῖον ἐντέλλονται νά μνημονεύεται ἀντί τοῦ Κανονικοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου, ὁ παρανόμως διορισθείς ὡς "Τοποτηρητής", ἀπέστειλαν πρόσκλησιν περί "᾿Εκτάκτου συγκλήσεως τῆς ῾Ιεραρχίας δι᾿ ἐκλογήν νέου ᾿Αρχιεπισκόπου", νά ἀνακαλέσουν καί αὐτοί καί νά δηλώσουν ἐγγράφως τήν μετάνοιά των, καί νά ζητήσουν τήν συγχώρησιν ἀπό τήν ᾿Εκκλησίαν. ᾿Ελάχιστος ἀδελφός καί συλλειτουργός + ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

ΕΝ ΕΤΕΙ 2006 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΝ ΞΑΝΘΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176 Ἀριθμ. Πρωτ. 35 Ἐν Κορωπίῳ Ἰούνιος 2006 ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ (ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΚΑΙ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ) ΣΥΝΤΑΧΘΕΙΣΑ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑ ΙΕΡΟΝ ΝΑΟΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΞΑΝΘΗΣ (2006) ΚΑΙ ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΘΙ ΓΝΗΣΙΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΜΕΙΝΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ ΣΧΙΣΜΑ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ. Ἀγαπητοί μου, καί τέκνα ἐν Κυρίῳ πνευματικά, ὁ Χριστός εἴη ποδηγετῶν καί διαφυλάττων ὑμᾶς καί ἡμᾶς ἐν τῆ Ὀρθοδόξῳ Πίστει πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν. Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐλεύσεώς μου εἰς τήν ἀκριτικήν πόλιν τῆς Ξάνθης διά τήν ἑορτήν τῶν Ἁγίων Πάντων, εἰς τό ὄνομα τῶν ὀποίων σεμνύνεται καί τιμᾶται ὁ ἐδῶ ὀρθόδοξος Ναός σας, σᾶς ἀπευθύνω τήν παροῦσαν ποιμαντικήν ἐπιστολήν, ὄχι διά νά σᾶς διδάξω, ἀφοῦ ἔχετε ἱκανόν καί ἐνάρετον ποιμένα, ὁ ὁποῖος θεαρέστως ὁδηγεῖ ὑμᾶς εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας, ἀλλά διότι ὡς ὑπεύθυνος Ἐπίσκοπος διά τήν ἀκριτικήν αὐτήν ἐνορίαν, ἐπιθυμῶ νά σᾶς ἐκφράσω τάς εὐχάς μου ἐπί τῆ ἁγία ταύτῃ ἑορτῆ καί νά σᾶς ὑπομνήσω τό χρέος σας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐπεσκίασε μέ τήν Χάριν Του καί σᾶς ἀξίωσε νά παραμείνετε ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, καί νά γίνετε οὕτω ὁμολογηταί τῆς ἀληθινῆς Πίστεως, ὅταν τόσοι καί τόσοι γύρω σας καί γύρω μας, παρασυρθέντες ὐπό τῆς συγχρόνου ἀποστασίας, τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀρνήσεως καί τῆς κακοδοξίας, τά ὁποῖα συνοψίζονται εἰς τόν νεοημερολογιτικόν καί Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν, εὑρέθησαν ἐκτός τῆς σωστικῆς Κιβωτοῦ καί κατεποντίσθησαν εἰς τόν κατακλυσμόν τῶν ὑδάτων, ὅπως συνέβη ἐν ἔτει 1924 μέ τούς νεοημερολογίτας, ἐν ἔτει 1937 μέ τούς Φλωρινικούς, τό 1976 μέ τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον, τό 1995 μέ τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας ὑπό τόν πρώην Μεσσηνίας Γρηγόριον καί ἐν ἔτει 2005 μέ τόν πρώην Ἀρχιεπίσκοπον ‘Ανδρέαν καί τόν νῦν ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον καί τούς σύν αὐτοῖς. Καί ὅταν σκεφθῶμεν ὑπό ποίου κατακλυσμοῦ ἀποστασίας, ἀπιστίας καί κακοδοξίας ἐλυτρώθημεν, χάριτι Κυρίου, τί πρέπει νά πράξωμεν, «τί ἀνταποδώσωμεν τῶ Κυρίω»; Μᾶς τό λέγει ὁ Κύριος εἰς τό σημερινόν Εὐαγγελικόν ἀνάγνωσμα: «Ὅστις μέ ὁμολογήσει ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων θά τόν ὁμολογήσω κἀγώ ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς, ὅστις δ’ ἀρνήσηταί μου θά τόν ἀρνηθῶ κἀγώ ἐνώπιον τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς». Ὅπερ σημαίνει νά παραμείνωμεν μέχρι τέλους ἐν τῆ Ὁμολογία τῆς Πίστεως «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ» καί «ὁμολογοῦντες ἐν ὁμονοίᾳ» Πατέρα Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα Τριάδα Ὁμοούσιον καί ἀχώριστον, παραμένοτες ἐν τῆ ἀληθινῆ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τήν μόνην σωστικήν Κιβωτόν. Τοῦτο δε σημαίνει νά συνεχίσωμεν βαδίζοντες τήν ὁδόν τῆς Ἀληθείας, τῆς Ὁμολογίας, τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ὅπως τήν ἐνεπιστεύθη ὁ Σωτήρ ἡμῶν εἰς τούς Ἁγίους Του μαθητάς καί ‘Αποστόλους, καί ὅπως ἐκεῖνοι τήν παρέδωσαν καί ὅπως καί οἱ διάδοχοί των τήν διεφύλαξαν μέχρις ἡμῶν, μέ τήν ἐντολήν νά τήν παραλάβωμεν καί τήν διαφυλάξωμεν μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος, διότι μέλλει νά ἀπαιτήση αὐτήν ὁ Κύριος ἀπό ἡμᾶς, καί νά μᾶς ἐλέγξη ἄν τήν ἐκρατήσαμεν ἀκεραίαν καί ἀμόλυντον, ὅπως μᾶς τήν παρέδωκεν. Εἶναι ἑπομένως πολύ μεγάλη ἡ τιμή πού γίνεται σ’ ἐμᾶς νά παραμένωμεν σήμερον εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, ἀλλά καί μεγάλο τό χρέος μας. Ὁ Ἅγιος Κλήμης ‘Επίσκοπος Ρώμης λέγει: «Ποίαν ἀνταπόδοσιν, λοιπόν θά προσφέρωμεν εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν, καί ποία πληρωμή θά εἶναι ἀντάξια ἐκείνων τά ὁποῖα ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσεν δωρεάν. Πόσην καί πόσην ἱεράν ὑποχρέωσιν δέν τοῦ ὀφείλομεν; Μᾶς ἐχάρισε τό φῶς. Ὡς Πατήρ μᾶς ὠνόμασεν υἱούς. ‘Ενῶ εἴμαστε κολασμένοι μᾶς ἔσωσε. Ποῖον αἶνον τοῦ χρεωστοῦμε καί τί ἀνταπόδοσιν δι’ ὅσα μᾶς ἐχάρισε; Εἴμασταν πρῶτα χωλοί στήν διάνοια, προσκυνούσαμε πέτρες καί ξύλα καί χρυσάφι καί ἀσήμι καί χαλκό, ἔργα ἀνθρώπινα. Καί ὅλη ἡ ζωή μας ἄλλο δέν ἦτο παρά θάνατος. Παραπαίαμε μέσα σέ πηχτό σκοτάδι, καί ξαφνικά εἴδαμε τό φῶς. Διότι μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τήν τύφλωσί μας μέ τό δικό του θέλημα. Μᾶς ἐλέησε, μᾶς σπλαχνίσθηκε καί μᾶς ἔσωσε, βλέποντας πάνω μας πολλήν πλάνην καί ἀπώλειαν, βλέποντας ὅτι δέν εἴχαμε καμμιά ἐλπίδα σωτηρίας, παρά μονάχα τόν ἴδιο. Μᾶς κάλεσε ἀπό σωστή ἀνυπαρξία καί θέλησε νά πάρουμε ὀντότητα....». (Εἶναι ἀπό τήν Β ‘Επιστολή τοῦ Κλήμεντος Ρώμης πρός Κορινθίους, κεφάλαιο 1, παράγραφος 11). Καί αὐτά μέν ἀναφέρονται εἰς χριστιανούς πού ἦσαν προηγουμένως εἰδωλολάτρες καί ἄπιστοι, ἁρμόζουν ὅμως καί εἰς τήν ἰδικήν μας περίπτωσιν. Δηλαδή τί εἴμεθα ἔξω ἀπό τήν Κιβωτό. Χωλοί στήν διάνοια, θά προσκυνούσαμε γιά θεούς πέτρες καί ξύλα, ὅπως κάμνουν καί οἱ ὑλιστές καί σαρκικοί ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων Θεός εἶναι ἡ κοιλιά τους, θά παραπαίαμε μέσα σέ φοβερό σκοτάδι, ὅπως εἶναι οἱ πλανεμένοι ἄνθρωποι. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν εἶναι κοντά στόν Θεό, πού ζῆ χωρίς χωρίς ὀρθόδοξο φρόνημα, βρίσκεται στό ζοφερό σκοτάδι, ἐνῶ στήν Ὀρθοδοξία εἶναι ὅλος φωτεινός καί λάμπει περισσότερο καί ἀπό τόν αἰσθητό ἥλιο. Πράγματι, ἠ ‘Ορθοδοξία εἶναι Φῶς, εἶναι Ζωή, εἶναι ἀλήθεια. Εἶναι τό φῶς πού διαλύει τά σκοτάδια τῆς ἀπιστίας, εἶναι ἡ Ζωή πού καταργεῖ τό θάνατο, εἶναι ἡ ἀλήθεια, πού ἀποκαλύπτει τό ψέμα, εἶναι ἡ ‘Εκκλησία πού ἁγιάζει, εἶναι ὁ Χριστός πού σώζει. ‘Ανεστήθη ὁ Χριστός καί συνανέστησε καί μᾶς, ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς «μηδαμόθεν χωριζόμενος», ἀλλά «βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε ἐγώ εἰμί μεθ’ ὑμῶν καί οὐδείς καθ’ ὑμῶν. Ἔδωσε ὅμως καί τήν ἐλπίδα ὅτι δέν θά τούς ἀφήση ὀρφανούς, ἀλλά θά στείλη τόν Παράκλητον, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὁ Ὁποῖος Παράκλητος θά τούς διδάξη περί τῆς Ἀληθείας, καί θά τούς στερεώση καί μέσω τοῦ Παρακλήτου θά εἶναι πάντα μαζί των. Καί ἀφοῦ καί χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας, παραμένει πάντοτε μεθ’ ὑμῶν, ἐφ’ ὅσον καί ἡμεῖς παραμένομεν πάντοτε μετ’ Αὐτοῦ εἰς τό Ζωοποιόν Του Σῶμα, τήν Ἐκκλησίαν. Παραμένομεν δέ εἰς τήν ‘Εκκλησίαν, ἐάν διά τῆς Πίστεως μας, ἐάν διά τῆς Ὁμολογίας μας, μένωμεν ἀκλόνητοι ἐν τῆ ‘Αληθεία, ὅπως ἔμειναν οἱ Ἅγιοι Πάντες, τούς Ὁποίους ἑορτάζομεν σήμερον, ἐάν παραμένωμεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἡ ὁποία διαφυλάσσει τά δύο βασικά γνωρίσματα τῆς ἀληθοῦς ‘Εκκλησίας, τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν καί Πίστιν –‘Εκκλησιολογίαν, ὅπως λέγουν οἱ δογματικοί θεολόγοι, καί τήν ἀνόθευτον καί γνησίαν Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Εἴμεθα «γνήσιοι υἱοί καί μέτοχοι» τῆς ‘Εκκλησίας τέκνα, ἐάν «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» πάντα τά τῆς Ἐκκλησίας φυλάττομεν, κατά τήν Ζ΄ Ἁγίαν Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Παραμένομεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐάν ζῶμεν ὅπως ἔζησαν οἱ Ἅγιοι, ἤτοι μιμούμενοι τήν ζωήν τῶν Ἁγίων καί ἀγωνιζόμενοι, ἔχοντες καί ὡς πρότυπα τούς Ἁγίους νά βαδίσωμεν μετά τῶν Ἁγίων πρός τό καθ’ ὁμοίωσιν, ἤτοι «ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἱησοῦν» καί νά ἀνεβαίνωμεν πνευματικῶς μέχρις ὅτου «φθάσωμεν εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Παραμένομεν εἰς τήν ‘Εκκλησίαν «ἥτις ἐστίν καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις», ὅταν φεύγωμεν μακράν τῶν αἱρετικῶν, μακράν τῆς πλάνης, μακράν τῶν σχισμάτων καί κάμνομεν ἀγῶνα συνεχῆ νά βιώσωμεν γνησίως τό λυτρωτικόν μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας. «Φεῦγε καί σώζου» λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Φεῦγε ἀπό τούς αἱρετικούς, καί σώθητι ἐν τῆ Κιβωτῶ. «Ἔρχου καί ἴδε» εἶπεν ὁ Φίλιππος εἰς τόν Ναθαναήλ. Αὐτό ἔκαμναν διά μέσου τῶν αἰώνων οἱ ἅγιοι. ‘Εφευγαν μακράν τοῦ κόσμου, καί προσετίθεντο εἰς τούς σωζομένους. Καί οἱ σωζόμενοι, ἤτοι οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ὀλίγοι, εἶναι τόσοι, ὥστε ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής ἀπεκατέστησαν τό ἐκπεσών τάγμα τῶν Ἀγγέλων, καί τό ξεπέρασαν. Ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Μεταφραστής λέγει ὅτι τό Πανάγιο Πνεῦμα ἐφώτισε καί ἐχαρίτωσε τοῦτο τό νέφος τῶν Ἁγίων «εἰς ἀπολήρωσιν τοῦ ἐκπεπτωκότος ἐκείνου τάγματος ἀγγελικοῦ, τούτους ἀποκαταστῆσαν καί Θεῶ διά τοῦ Χριστοῦ παραπέμψαν». Ὁ ἴδιος ἀναφέρει τόν λόγο διά τόν ὁποῖον τούς τιμᾶμε ὅλους τούς Ἁγίους κατά τήν Κυριακήν τῶν Ἁγίων Πάντων: «’Επειδή πολλοί μέν εὐηρέστησαν τῶ Θεῶ, δι’ ἀρετήν δέ ἄκραν, καί ἀλλοτρόπως ἀνώνυμοι παρ’ ἀνθρώπων ἐγένοντο». Ὁ Κύριος εἶπεν: «Ἐν τῆ οἰκία τοῦ Πατρός μου μοναί πολλαί εἰσίν». Ὑπάρχουν εἰς τόν Παράδεισο πολλοί τόποι διαμονῆς. «Ἀστήρ γάρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ». Διαφέρει ἡ δόξα τῶν ἁγίων εἰς τόν Παράδεισο, ἀνάλογα μέ τήν προσφορά τους, ἀνάλογα μέ τήν ἀγάπη πού ἔδειξαν στόν Κύριο. Παραδείγματος χάριν ἡ θέσι τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἡ πιό τιμητική: «Καθήσεσθε ἐπί δώδεκα θρόνων κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ ‘Ισραήλ». Ποιά ἡ ἱεραρχική τάξις τῶν Ἁγίων εἰς τόν Παράδεισο, ὅπως τούς κατατάσσει ἡ Ἐκκλησία μας. Στήν πρώτη θέσι εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν ἡ «λαμπροτέρα ὑπέρ τόν φαίνοντα τόν ἥλιον» (Δαμασκηνός). Κατά τόν ψαλμωδό: «Παρέστη ἡ Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη». Ὕστερα ἔρχονται τά Τάγματα τῶν Ἀγγέλων καί ‘Αρχαγγέλων πού δέν ἐγνώρισαν ποτέ τήν πτῶσι καί τήν ἁμαρτία καί εἶναι ἀνώτερα στήν ἀρετή ἀπό κάθε ἄνθρωπο, ἐκτός ἀπό τήν Παναγία. Ἀκολουθεῖ ὁ οὐράνιος ἄνθρωπος καί ἐπίγειος Ἄγγελος, ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν», ὁ ὁποῖος μαζί μέ ὅλους τούς Προφήτας προανήγγειλαν τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί σάν σάλπιγγες διετράνωσαν τό θέλημά τοῦ Θεοῦ. Ὕστερα ἔρχονται οἱ «πνευματορρήμονες ‘Απόστολοι», οἱ σαγηνευταί τῶν ἐθνῶν» οἱ ἁλιεῖς τῶν ἀνθρώπων». Ἀκολουθοῦν οἱ Οἰκουμενικοί διδάσκαλοι, οἱ Ἱεράρχαι, οἱ Πατέρες τῆς ‘Εκκλησίας, αἱ «μυστικαί τοῦ πνεύματος σάλπιγγες», τά «μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου», τά «πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου», οἱ «πρόμαχοι τῆς ‘Ορθοδοξίας», οἱ «στῦλοι τῆς ‘Εκκλησίας». Παρατάσσεται ὁ «δῆμος τῶν μαρτύρων», οἱ «ὑπομείναντες βασάνους καί αἰκισμούς (πληγάς)». Αὐτοί πού ἐβαπτίσθηκαν στό αἷμα τοῦ μαρτυρίου τους. Ἀκολουθεῖ ὁ τῶν «Πατέρων μελισσών», οἱ ἀσκηταί, οἱ «νεκρώσαντες τά πάθη τῆς σαρκός», οἱ «πτερώσαντες τόν νοῦν μέ τό θεῖον ἕρωτα», οἱ «μάρτυρες τῆ συνειδήσει», οἱ «βαπτισθέντες ἐν δάκρυσιν». Ἀκολουθοῦν οἱ ὁμολογηταί καί οἱ Ἀπολογηταί τῆς Πἰστεως, οἱ σπουδαῖοι καί μεγάλοι ὑπερασπισταί τῆς ‘Ορθοδοξίας, καί θεοφιλῶς πολιτευσάμνοι, οἱ ὑπέρμαχοι τῆς Ὀρθοδοξίας οἱ ὁμολογήσαντες τόν Χριστόν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Λέγει ὁ ψαλμωδός: «Ἐμοί λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαί αὐτῶν. Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἅμμον πληθυνθήσονται». Πιό πολλοί καί ἀπό τήν ἅμμο τῆς θαλάσσης. Εὐλογητός ὁ Θεός ὁ ἐνδοξαζόμενος ἐν ταῖς μνήμαις τῶν ἀγίων». Σέ μιά ἀπό τάς παραπάνω τάξεις καλούμεθα νά καταταγοῦμε καί ἐμεῖς. Ἄλλοι μέ τήν διδασκαλία, στήν τάξι καί τόν χορό τῶν Προφητῶν καί Διδασκάλων, ἄν ἀναδειχθοῦμε κήρυκες και μάρτυρες τῆς ἀληθείας. Ἄλλοι μέ τήν Ἱερωσύνη στήν τάξι τῶν Ἱεραρχῶν καί διδασκάλων, ἄν τήν τιμήσουμε καί φανοῦμε ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς μας. Ἄλλοι μέ τήν αὐτοθυσία στό νέφος τῶν μαρτύρων, ἐάν γίνωμε μιμηταί τῶν μαρτύρων, ὅιπως ἐκεῖνοι ἔγιναν μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλοι μέ τήν ὁσιότητα τοῦ βίου, τήν ἄσκησι καί τήν ἐγκράτεια εἰς τό σύστημα τῶν Ἀσκητῶν καί τῶν ὁσίων, ἐάν ἐπακολουθήσωμεν ταῖς ἴχνεσι τῶν ὁσίων και ἀσκητῶν. Οἱ πάντες καλούμεθα νά γίνωμεν κάτοικοι τοῦ Παραδείσου. Ευχόμενος προς Κύριον + Ὁ Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς Κήρυκος