Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΗΤΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΗΤΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ Α ΕΚΔΟΣΙΣ «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΑΘΗΝΑΙ 1932 ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» τοῦ «Κέντρου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀχαρνῶν» (Μητροπολίτου Χρυσάνθου 10, Περιοχή Ἁγίου Ἀθανασίου). Τηλ. 210. 2466057 Εἰσαγωγικά τινά εἰς τό θέμα. Ἡ ἀπολογητική ὑπέρ τῆς Ἀληθείας μελέτη, ἡ ὁποία δημοσιεύεται εἰς τό παρόν τεῦχος, εἶχεν δημοσιευθεῖ εἰς βιβλίδιον τό 1932 ὑπό τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ ‘Αρσενίου Κοττέα ἀπό τάς Ἐκδόσεις τῆς τότε ἐκδιδομένης ‘Εφημερίδος «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ». Πρόκειται, ὅπως γράφει καί ὁ τίτλος, περί μιᾶς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγω Μοναχοῦ, εἰς τόν καινοτόμον Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί εἰδικώτερα μία ἀπάντησις εἰς τό ψευδές καί ἐκ τῶν ὑστέρων διατυπωθέν ἐπιχείρημά του, καθ’ ὅ δῆθεν δέν ὑπάρχει καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλά μόνον τοῦ Πασχαλίου. Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση. Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας. Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ, ΟΤΙ ΑΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤ ΑΙΩΝΟΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕΤ’ ΑΝΑΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΤΕ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ, τά ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἀλληλένδετα. Πρέπει νά τό γνωρίζουν καί δι’ ἕναν ἄλλον λόγον. Διότι τό δόλιον τοῦτο ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου κατέφαγεν οὐχί μόνον τόν ἐφευρέτην αὐτοῦ Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας καί Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἕνεκα τοῦ ὅτι παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους αὐτοῦ παρέμειναν μέν εἰς τό παλαιόν, δέν διέκοψαν ὅμως κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγε καί παρέσυρε καί αὐτούς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί παρέμειναν μέ τό παλαιόν, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὅπως μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης των Λαῦρος, εἰς μίαν συζήτησιν τήν ὁποίαν εἴχομεν μαζί του, ὅταν ὅλως τυχαίως συνηντήθημεν εἰς τόν Ἅγιον Νεκτάριον Αἰγίνης. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγεν ἐπίσης καί πολλούς κατά τά ἄλλα «συντηρητικούς» Νεοημερολογίτας, ἀλλά καί αὐτούς τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς τούς πρός καιρόν ὁμολογητάς, ἤτοι τόν Δημητριάδος Γερμανόν, τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον καί τόν Ζακύνθου Χρυσόστομον, οἱ ὁποῖοι μετά τήν καλήν Ὁμολογίαν των ἐν ἔτει 1935 καί τήν μετάδοσιν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τήν Καινοτομίαν. Ὁ δέ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διά σκοπιμότητα παρέμεινεν εἰς τό παλαιόν, προκειμένου νά δικαιολογήση τήν βλάσφημον περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος», θεωρίαν του, τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου περί μή καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπεκαλέσθη, διό καί παρέπεμψε τό θέμα εἰς τήν ... μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον. Τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου «περί μή καταδίκης κλπ» κατέφαγε καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, (ὅσον καί ἄν φαίνεται τοῦ παράδοξον), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε ἐν ἔτει 1973 τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ» τῆς «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ἡ ὁποία, κατά τόν ἱδρυτήν της, τότε Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, «ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ», ἀλλά μόνον «ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΝ ΕΥΘΥΝΩΝ» ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ ΜΙΑ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. καταδικάσει τήν καινοτομίαν. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κάλυψις τήν ὁποίαν παρέσχε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἱκουμενισμόν τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, κατά τόν ὁποῖον μετά τό 1971 καί συνεπείᾳ τῆς «χειροθεσίας» δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ματθαϊικῶν καί Φλωρινικῶν... Αὐτήν, λοιπόν, τήν ΑΝΕΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ΨΕΥΔΟΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διέρχεται μέσα ἀπό τήν «περί δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ» θεωρίαν τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί τήν ψευδένωσιν μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τήν συναφῆ πρός αὐτήν «χειροθεσίαν» τοῦ 1971, προσεπάθησαν τά ξένα Κέντρα νά ἐπιβάλλουν ἀπό τό 1997 καί εἰς ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεβλήθη μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τήν προπαγάνδα του καί ἠρνήθησαν πεισμόνως νά καταδικάσουν συγκεκριμένας ἐκδηλώσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἔφθασαν καί μέχρι τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεώς του (τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου) ὑπέρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου κατά τό 54/76 Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ἐπίσης στηρίζεται ἐπί τοῦ ἰδίου ψεύδους. Καί διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά; Διότι, πιστεύουν οἱ οἰκουμενισταί ὅτι ἐάν δεχθῶμεν, ἔστω καί σωπηλῶς, μίαν τοιαύτην Ὁμολογίαν «περί μή καταδίκης τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου», ὅπερ ταυτόν μέ τό «μακράν ἀπό ἐκκλησιολογίες καί ἀποστολικές διαδοχές», «ἀναγνωριζόμεθα», ἔστω καί ὡς δεκατριμερῖτες, ὡς μία δευτέρα Ἐκκλησία, καί «εἴμεθα δεκτοί» εἰς τήν οἰκουμενιστικήν Ἐκκλησίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, καί εἰς αὐτό τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅπως συμβαίνει μέ τάς Ἐκκλησίας καί τά Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον, ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ τό νεοημερολογιτισμό. Ὁ ἐλάχιστος Ἐπίσκοπος τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Ἀρσενίου Κοττέα Ἁγιορείτου Μοναχοῦ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ «Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε ...(Ματθ., κεφ. Ζ, 1) «Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῶ ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ΙΗ, 12). Εἰς δύο συνεχῆ φύλλα τοῦ ἑβδομαδιαίου φύλλου «Ἐκκλησία», ἐπισήμου Δελτίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τόν τίτλον «Ἔλεγχος παραποιήσεως Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων» ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν έδημοσίευσε μακράν πραγματείαν ἀναφερομένην εἰς τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, ἐν τῆ ὁποία ἔχων πάντοτε ὡς σκοπόν νά δικαιολογήση ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἐπόψεως τήν ἐναντίον τῶν Παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας καί ὡρισμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων διαπραχθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν διά τῆς παραδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, παρά τήν ἐμμονήν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τό πατροπαράδοτον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον καί παρά τήν ἔνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν διαίρεσιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, προβαίνει, ὡς λέγει, εἰς τόν ἔλεγχον «θρασείας παραποιήσεως Συνοδικῶν τινων Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων τοῦ ιστ΄ καί ιζ΄ αἰῶνος» περιλαμβανόντων ἀναθεματισμούς, ἵνα προφυλάξη, ὡς λέγει, τά εὐσεβῆ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τινά τῶν ὁποίων «ἐξ’ ἀγνοίας καί ἁπλοϊκότητος παρασύρονται εἰς ἀπείθειαν πρός τήν Ἐκκλησίαν διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν». Χαίρομεν, διότι πρώτην φοράν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν προβάλλει ἐπισήμως καί ἐνυπογράφως ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀντικανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας ἐν τῶ ἡμερολογιακῶ ζητήματι καί ἐπικρίνων τά κατ’ αὐτῆς δημοσιευθέντα, ἐνῶ μέχρι τοῦδε, ἀπήντα εἰς αὐτά δι’ ἀνωνύμων καί ἀνευθύνων φυλλαδίων, ἐν οἷς αἱ ὕβρεις κατά τῶν ἐπικριτῶν του ἠμιλλῶντο πρός τάς τολμηροτέρας ἀντορθοδόξους δοξασίας καί τάς πλέον ἀνιέρους συστάσεις καί συμβουλάς, τινές τῶν ὁποίων μετεφέροντο καί εἰς ἐμπιστευτικά αὐτοῦ ἔγγραφα πρός διαφόρους ἀρχάς, παρ’ ὧν ἐζήτει τήν «ῥαγδαίως καί ἀθορύβως» ἐξόντωσιν τῶν ἐχόντων τό θάρρος νά ψέξωσι δριμύτατα τήν ἐναντίον τῶν Κανόνων καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας πολιτείαν αὐτοῦ. Δέν γνωρίζομεν ὅμως ποῦ νά ἀποδώσωμεν τήν τόσον κοπιώδη ἐκδρομήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἰς ἀρχαῖα δύσβατα καί ἐρεβώδη ἱστορικά πεδία, διά νά καταγγείλη ὡς παραποιημένα δῆθεν καί πλαστά κείμενα ὡρισμένων Συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἀπαγγελόντων ἀναθεματισμούς κατά τῶν ἀποδεχομένων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον. Ὡς ἐάν οἱ ἀναθεματισμοί καί μόνον αὐτοί καθίστων ἀπαράδεκτον καί καταδικαστέον τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί ὡς νά μή προσέκρουε τοῦτο εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐκκλησιαστικήν διάταξιν καί εἰς οὐδεμίαν παράδοσιν καί ἐπομένως ὡς νά ἔπρεπε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ν’ ἀσπασθῶσιν ἀσμένως τήν καινοτομίαν τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή τάχα ἡ τήρησις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου δέν κατωχυροῦτο δι’ ἀναθεματισμοῦ! Καί φαίνεται πιστεύων ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφεύς καί πρώην Καθηγητής τῆς Θεολογίας, ὠς ρητῶς γράφει ἐν τῶ προλόγω τῆς πραγματείας του, ὅτι «τινά τῶν εὐσεβῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐάν ἀπειθῶσι πρός τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν καί δέν ἐδέχθησαν μέχρι σήμερον τήν εἰσαγωγήν τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐμμένοντα εἰς τό παλαιόν Ἰουλιανόν ἠμερολόγιον πράττουσι τοῦτο «ἐξ’ ἀγνοίας» δῆθεν καί «ἁπλοϊκότητος διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν». Ἀλλ’ ἐάν ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν, ὡς εἶναι βέβαιον, καί, ὡς θά ἀποδείξωμεν, γενική, ρητή καί ἀναντίρρητος, καί ἄν αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διηνεκής πρᾶξις αὐτῆς ἐπί εἴκοσιν αἰῶνας τήν ἐπεσφράγισαν καί τήν κατέστησαν ἀναλλοίωτον τῆς Ὀρθοδοξίας θεσμόν καί τό ἐμφανέστερον ἐξωτερικόν γνώρισμα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τί δύναται νά ὠφελήση ἡ ἀποκάλυψις δῆθεν τῆς πλαστότητος τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ὅν ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν ἀπό τόσων αἰώνων εἰς κείμενα Πατριαρχικῶν ἐγγράφων καί Συνοδικῶν ἀποφάσεων; Μήτοι αἱ ἱεραί Παραδόσεις καί αἱ διατάξεις τῆς ‘Εκκλησίας διά νά εἶναι σεβασταί καί νά τηρῶνται αὐστηρῶς πρέπει ἀπαραιτήτως νά περιφρουρῶνται δι’ ἀναθεματισμῶν; Καί ἀν δέν συνοδεύωνται ὑπό ἀναθεματισμῶν ἔχει ἄρα γε πᾶς τις τό δικαίωμα νά τάς ἀθετῆ καί τάς ποδοπατῆ; Ματαία καί ἄσκοπος προσπάθεια Διά νά ἀπαντήση τό πρῶτον ἤδη ἐνυπογράφως ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἀπό ἑπταετίας περί ‘Ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς γραφέντα ὑπό τῶν «Ζηλωτῶν Μοναχῶν» Ἁγιορειτῶν καί ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καί ὑπό ἄλλων τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, καί ἵνα συγκροτήση τήν μετά τόσου στόμφου ἐξαγγελλομένην ἀποκάλυψίν του περί δῆθεν πλαστὀτητος τῶν σχετικῶν Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐχρειάσθη μἰαν τριετίαν, ἀναβαλών, ὡς γράφει, τόν ἔλεγχόν του, λόγω τῶν ἀσχολιῶν αὐτοῦ. Θά ἐχρειαζόμεθα ἴσως ἀνάλογον χρόνον, ἵνα ἀναδιφήσωμεν ἀρχεῖα καί κειμήλια ἐκκλησιαστικά αἰώνων ὁλοκλήρων πολλαχοῦ ἐγκατεσπαρμένα καί ἴνα παρακολουθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν εἰς τάς ἱστορικάς ἐκστρατείας του. Ἀλλά θά προσπαθήσωμεν σήμερον ἐκ τῶν ἑνόντων καί ἐκ τῶν προσιτῶν εἰς ἡμᾶς πηγῶν ν’ ἀποδείξωμεν ἀβάσιμον τήν κατηγορίαν του, καί ἄν ὄχι ἄλλο, ματαίαν, ἄσκοπον, ἀλλά καί ἔνοχον τήν προσπάθειαν του νά ἐπιρριφθῆ ὁ μῶμος τῆς πλαστότητος εἰς ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀφοῦ ὄχι ἁπλῶς ἡ πλαστότης δῆθεν αὐτῶν, ἀλλά καί ἡ παντελής ἔλλειψίς των οὐδαμῶς θά καθίστων συγγνωστήν τήν τολμηράν καί ἀντικανονικήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἰουλιανοιῦ Ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. Ἐπιφυλάσσομαι δέ νά ἀπαντήσω εὐρύτερον εἰς τά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀποδεικνύων καί διά φωτογραφιῶν διαφόρων σχετικῶν κειμένων τήν ἀστήρικτον κατηγορίαν αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν εὐλαβῆ αὐτῶν πρόθεσιν, ὄχι νά πλαστογραφήσωσιν, ἀλλά νά συλλέξωσι μετ’ ἐπιμελείας καί ἐξάρωσι τά περί καταδίκης τοῦ Παπικοῦ «καλενδαρίου» σχετικά κείμενα. Ἀφοῦ δέ οὐδόλως συντείνει εἰς τήν κανονικοποίησιν τῆς ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας τῆς πλαστότητος ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἐγγράφων, πρός τί ἆραγε ὁ σκανδαλισμός τῶν συνειδήσεων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ὁ κλονισμός τῆς πίστεως αὐτῶν δι’ ὅλας τάς Συνοδικάς Πράξεις καί τά Πατριαρχικά ἔγγραφα, δι’ ἅ, ἅπαντα εὐλόγως δύναται νά ἐγερθῆ ἡ ἀμφιβολία εἰς ψυχάς ἁπλοϊκῶν καί ἀμορφώτων περί τῆς ἀληθείας καί γνησιότητος αὐτῶν; Ὁ ἀθεϊσμός (καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου) διά νά ἐπιτύχωσι τό σκοπούμενον ἐσκέφθησαν νά ρίψουν τόν σπόρον τῆς πλαστότητος καί τοῦ ψεύδους παντός ἱεροῦ κειμηλίου καί πάσης ἐγγράφου καί ἀγράφου παραδόσεως τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Καί ἠμεῖς σήμερον ἐν καιρῶ τόσης ἐγκληματικῆς δράσεως τῶν μαινομένων τούτων ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀντί ἄλλου τινός ἐποικοδομητικοῦ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καί θρησκείας, ἀγωνιζόμεθα διά τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας νά ἐξαγάγωμεν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἱστορίας βεβιασμένα συμπεράσματα καί ἐξεζητημένας γνώμας περί πλαστότητος Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, χωρίς νά σκεπτώμεθα ὅτι κλονίζομεν τήν ἐπ’ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ, σκανδαλίζοντες τήν συνείδησιν αὐτοῦ. Ὅτε ὁ ἀλαζών Γάλλος ἀστρονόμος Λαπλάς ἐνεχείρησε τήν Κοσμογονικήν θεωρίαν του, ἤτοι τήν γνωστήν «Ἔκθεσιν τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου» εἰς τόν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, οὗτος, ἀποβλέψας εἰς τό σκάνδαλον, ὅπερ θά ἐπήρχετο εἰς τόν λαόν του διά τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Λαπλάς, τόν ἠρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός εἰς τό σύστημά σας;», ὁ δέ ἄθεος ἐκεῖνος φιλόσοφος μεγαλαυχῶν ἀπήντησε: «Δέν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, Μεγαλειότατε». Ἀλλά βραδύτερον, κατιδών τήν ἀδυναμίαν του ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπέθανε φρενόπληκτος. Ἡ δέ ἀθεϊστική ἕνωσις ἐν Ρωσία θεμελιωθεῖσα καί ἐπί τῶν κηρυγμάτων τοῦ βλασφήμου Λαπλάς συντηρεῖ σήμερον, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὀ ‘Αγγλικός τύπος (“Morning Post” Ἰουνίου 1931) 80 περίπου ἀθειστικάς ‘Ακαδημίας, ἀριθμούσας πλέον τῶν 5.000.000 μελῶν. Καί ὁ Μουσολίνι, ὅτε κατά τό 1912 εἰς τό Συνέδριον τῶν Σοσιαλιστῶν τῆς REGGIO – EMILIA ἐκήρυξεν: «Ἡμεῖς καί χωρίς τόν Θεόν θά νικήσωμεν. Θεός δέν ὑπάρχει», εἶχεν ἐμποτισθῆ ὑπό τῆς ἀθεϊστικῆς ἰδέας. Ἐν τούτοις καί αὐτός, ὅτε ἐπεχείρησε τό κατά τῆς Ρώμης ἐπιθετικόν του ἐγχείρημα, ἀποβλέψας εἰς τόν λαόν τοῦ ὁποίου τήν ψυχήν θά ἐσκανδάλιζεν ἡ ἀθεϊστική ἰδέα καί ἔχων ἀνάγκην ὅλης τῆς πίστεως αὐτοῦ, προσεκύνησε τήν θρησκείαν τοῦ Πάπα καί τόν Βασιλέα πρός στερέωσιν τῆς Δικτατορίας του. Μετά τόν Εὐρωπαϊκόν πόλεμον αἱ καταχθόνιαι αὗται ἀθειστικαί βλέψεις, αἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρέσυρον τούς ἐν τῆ χριστιανικῆ πίστει ἀσθενεστέρους,, ἐγένοντο ἀφορμή ριζικῆς κοινωνικῆς ἀνατροπῆς καί ὡς ἐκ τούτου τινές ἀντίχριστοι ἠθέλησαν νά ἐπιβάλλωσιν εἰς τήν κοινωνίαν νέον ρυθμόν ζωῆς, ὅστις νά προσαρμόζηται εἰς τάς ὑλικάς ἀνάγκας. Καί πρός ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπεδίωξαν εὐρείας μεταρρυθμίσεις καθ’ ὅλους τούς κλάδους, διοικητικούς οἰκονομικούς, ἐκπαιδευτικούς, δικαστικούς ὡς καί ἐκκλησιαστικούς. Συμμορφούμενοι δέ πρός τόν νέον τοῦτον ρυθμόν – μοντερνισμοῦ - οἱ σημερινοί νέοι ἐκκλησιαστικοί ‘Αλκιβιάδαι ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει καί πρός «παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησιν» (ὅρα Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὡς ἱστορικοῦ Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν Ἱερουσαλήμ, σελ. 842) σύν τοῖς ἄλλοις ἐξοβέλισαν καί τό ἡμερολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰσαγαγόντες τό Παπικόν καί βλασφημοῦντες τήν παράδοσιν τῆς ‘Εκκλησίας ὡς πεπλανημένην. Τούς δέ θεοπνεύστους Πατέρας πλαγίως ἀπεκάλεσαν ὄργανα «τῶν ψαράδων καί τῶν μπακάληδων» (ὅρα ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία» ἀριθμ. 28 τοῦ 1924 καί Συνοδικήν Ἐγκύκλιον ‘Ιουλ. 1924 Βουκουρεστίου). Ἑπόμενον λοιπόν ἦτο νά ἀντιστῶσιν εἰς τήν ἔκνοον ταύτην ἀσέβειαν οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνον εἰς τήν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐφημερίς UNIVERSOYL 17 Ίανουαρίου 1932 ἀνακοινοῦσα ὅτι, ὁλόκληροι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Βουκοβίνας, Μολδαυϊας καί Βεσσαραβίας, δηλαδή τά ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρει ἐν τῶ πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθέντι τῶ 1929 ὑπομνήματι αὐτοῦ ὁ Σ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Εἰρηναῖος, παρ’ ὅλας τάς διώξεις ἑώρτασαν καί ἐφέτος τό Νέον ἔτος κατά τό ‘Ορθόδοξον Παλαιόν Ἡμερολόγιον. Ὀρθῶς δέ εἰς τό ἀνωτέρω Ὑπόμνημά του ὁ μνησθείς ἐπιφανής Μητροπολίτης Κασσανδρείας (σελ. 14 καί 15) ἀποδίδει εἰς τούς Μασσόνους τό ἐπικρατοῦν σήμερον καταστρεπτικόν φρόνημα παρά τοῖς πλείστοις τῶν διανοουμένων λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ δῆθεν καί τῆς ἐπιστήμης διά τῶν συγχρονιστικῶν τάχα ἰδεῶν αὐτῶν ἀνυπολογίστως ἔβλαψαν καί παρέλυσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἡ σκανδαλώδης ἰδέα Τήν σκανδαλώδη ἰδέαν περί παραποιήσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ καταδικάσαντος τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ἔρριψεν ἀορίστως τό πρῶτον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός καθησύχασιν τοῦ πατάγου, ὅν ἤγειρε τό ἀνωτέρω εἰρημένον πρός τήν Ἱεραρχίαν Ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τό ἐλέγξαν δριμύτατα τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί καθώς γνωρίζομεν, ὅπως ὑφαρπασθῶσιν αἱ ὑπογραφαί τότε 44 Ἀρχιερέων εἰς τό κατά τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου συνταχθέν ἀνακοινωθέν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐνήργησεν ἀκριβῶς ὅπως καί διά τήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Τότε παρεπλανήθη ἡ Ἰεραρχία ὅτι τήν μεταρρύθμισιν θά εἰσαγάγη ἡ ‘Εκκλησία ἡμῶν μετά συνεννόησιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐχί δέ μόνον μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (ὅρα «Πραγματικήν ‘Αλήθειαν περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ‘Ημερολογίου» κ. Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, σελ. 41). Κατά τό 1929 πρός ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τοῦ συγκλονίσαντος τούς Ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ὀ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πρός τήν Ἱεραρχίαν. «Σᾶς βεβαιῶ, ὡς ἱστορικός, ὅτι δέν εἶναι ἀληθῆ τά περί Πατριάρχου Ἱερεμίου λεγόμενα, περί καταδίκης τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ὡς ἰστορικός καί πάλιν, ρητῶς ἐβεβαίου σύν τοῖς ἄλλοις καί τοῦτο: «... Τῶ ἔτει 1584 συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἠμερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους ...» καί «τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄, ὅστις μεταβάς εἰς Κων/λιν ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπανῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα» (Βλέπε «Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου», σελ. 842). Εἰς δέ τόν «Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα» 1918 τονίζει πάλιν ὁ ἱστορικός κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐχαρακτηρίσθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου ὡς νεωτερισμός ἀντιβαίνων εἰς τούς Κανόνας καί Διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν μᾶς λέγει τίποτε περί τῆς άντιφάσεώς του ταύτης μεταξύ ἐκείνων τά ὁποῖα ἔγραψεν ὡς ἱστορικός ἐν τῆ ἐκκλησιαστικῆ του Ἱστορία καί ἐκείνων τά ὁποῖα γράφει σήμερον κηρύσσων ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει, ὅτι οὔτε ἀντικανονική εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησία, οὔτε κατεδικάσθη αὕτη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς δῆθεν καταδικασάσης τόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα νεωτερισμόν ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τό ἐντελῶς ἀστήρικτον κατά βάσιν ἀνακοινωθέν τῶν 44 Ἀρχιερέων, τό βεβαιοῦν ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὡς ἱστορικοῦ, διδαχθέντων διά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἀνεσκεύασα τότε ἐγώ, ὡς ἐλάχιστος ἐν Μοναχοῖς Ἁγιορείταις κατά δύναμιν δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν μαρτυριῶν, τάς ὁποίας ἐδημοσίευσα ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ μου εἰς τήν ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τῆς 11ης Αὐγούστου 1927. Ἱερά ὑποχρέωσις Καί αἰσθάνομαι σήμερον ὑποχρέωσιν ἱεράν νά ἀνασκευάσω καί τά ἐν τῆ «Ἐκκλησία» οὐχί μετ’ εὐθύτητος καί ἱστορικῆς εἰλικρινείας ἀποτολμηθέντα δημοσιεύματα, καί νά ἀποδείξω, ὅτι καί ταῦτα πρός παραπλάνησιν τῶν πιστῶν ἐγράφησαν ἄνευ οὐδενός σοβαροῦ λόγου, μόνον καί μόνον ἵνα κλονίσωσι τήν ἐπί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί τάς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τῶν χριστιανῶν καί ἵνα παραστήσωσι δῆθεν, ὅτι ἡ καινοτομία τοῦ Ἡμερολογίου δέν κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον δῆθεν διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἀπηγγέλθησαν καταδῖκαι καί ἀναθέματα. Ὄχι δέ μόνον δι’ ἐμαυτόν προσωπικῶς αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσιν ὡς ἕλλην Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Κιβωτοῦ ταύτης τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί τῆς ἁγιωνύμου κορυφῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, περί τοῦ ὁποίου καί τῶν ἐν αὐτῶ Μοναχῶν μετά τόσης ἀνευλαβοῦς εἰρωνείας καί χλεύης ὁμιλεῖ εἰς τά περί ὧν πρόκειται ἄρθρα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλά καί διά τούς «Ζηλωτάς Ἁγιορείτας», κατά τῶν ὀποίων κυρίως βάλλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ σημαιοφόροι τοῦ τελευταίου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν ἱερῶν ἡμῶν παραδόσεων ἀγῶνος καί ὑπό τῶν ὁποίων μετά τόσου σθένους κατηγγέλθη ἡ παράτολμος καί ἀντικανονική τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καινοτομία, διεσώθη ἡ ἰδέα τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀνεκόπη ἡ ἀνίερος ὁρμή ὡρισμένων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχηγῶν πρός ἀνατροπήν καί κατάλυσιν παντός ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ θείου οἰκοδομήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συνεκρατήθη καί ἡδραιώθη ἡ πρός τάς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας πίστις καί εὐλάβεια μυριάδων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί συνεπήχθη τό Κέντρον τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», τό ἀναγνωρισθέν ὑπό τῆς Πολιτείας καί ἐκπροσωποῦν τήν θρησκευτικήν συνείδησιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων, τῶν μή ἀποδεξαμένων τήν ἀντικανονικήν καινοτομίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, κατά τῶν ὁποίων ἐπίσης καί κατά τοῦ δημοσιογραφικοῦ αὐτῶν ὀργάνου ὁ «Κήρυξ», τόσα βέλη ρίπτει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Δέν ἦτο δυνατόν νά ἀφήσωμεν νά χλευάζεται ἀνιέρως ὁ Μοναχισμός τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐκεῖ ὅπου ἀνετράφημεν καί ἐξεπαιδεύθημεν ἱεροπρεπῶς καί ὑπό τήν ἱεράν σκιάν τοῦ ὁποίου γαλουχηθέντες μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνεπνεύσθημεν τό πρῶτον τήν πρός τήν ἀληθῆ θρησκείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πρός τάς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀκλόνητον πίστιν καί ἠσθάνθημεν τάς πρώτας συγκινήσεις τῆς θείας ἡμῶν λατρείας. Τῶν «Ζηλωτῶν» τούτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἀγῶνα καί τήν σημασίαν αὐτοῦ ζητῶν νά μειώση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν τούς παρουσιάζει εἰς τό ἄρθρον του ὡς «ἐλαχίστους καί ὀλίγους τινάς Ἁγιορείτας». Ἀλλ’ ὁ Σ. Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Ἄνθιμος ὁ μέ εἰδικήν ἐντολήν μεταβάς εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἀσφαλῶς θά ἐπληροφόρησε τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν πόσοι καί ποῖοι εἶναι οἱ «Ζηλωταί» Ἁγιορεῖται. Καί ἀσφαλῶς θά ἀνέγνωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τήν ἐπίσημον Ἔκθεσιν τοῦ Μητροπολίτου Μαρωνείας πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τοῦ 1927 ἐν ἧ προκειμένου περί τῶν «Ζηλωτῶν», διαλαμβάνει καί τάς ἑξῆς: «Ἐάν θά προβῶμεν εἰς τόν διωγμόν τῶν Ζηλωτῶν θά προέλθη ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ καταστροφή αὐτοῦ». Διέδωκαν, λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, οἱ «Ζηλωταί» διάφορα πλαστά κείμενα, περιέχοντα ἀναθέματα κατά τῶν παραδεχομένων τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Πάλιν καλά, ὅτι δέν λέγει «ἐπλαστογράφησαν» σήμερον τά κείμενα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι διέδωκαν προϋπάρχοντα δῆθεν πλαστά κείμενα. Ἐάν δέν ὑφιστάμην τούς ἀγρίους διωγμούς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἄλλοτε μέν καταγγέλλοντός με ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄλλοτε δέ ἀξιοῦντος διοικητικῶς τήν «ραγδαίως καί ἀθορύβως» ἀπέλασίν μου, καί πάντοτε παριστάνοντός με ὡς ἀλλοδαπόν πρός δυσφημισμόν μου, ἐάν λέγω δέν ὑφιστάμην τούς διωγμούς αὐτοῦ, θά ἠδυνάμην κατά πλάτος νά ἀπαντήσω εἰς τά τελευταῖα αὐτοῦ ἄρθρα περί τῶν δῆθεν «πλαστῶν» κειμένων καί νά δημοσιεύσω φωτογραφίας διαφόρων κειμένων δημοσιευθέντων εἰς διαφόρους γλώσσας σχετικῶς μέ τήν Συνοδικήν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης τοῦ Ἡμερολογίου. Τοῦτο θέλω πράξει ἐν καιρῶ, περιοριζόμενος σήμερον, ὡς ἐν ἀρχῆ εἶπον εἰς σύντομον ἀντέλεγχον τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐξ ὅσων πηγῶν εἶχον προχείρους. Ἐν ἀρχῆ τῆς ἀρθρογραφικῆς πραγματείας αὐτοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν συκοφαντῶν τούς Ζηλωτάς ἁγίους Πατέρας ὅτι δι’ ἀνυπάρκτων δῆθεν ἀναθεματισμῶν κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐτρομοκράτησαν τούς ἁπλοϊκούς εὐσεβεῖς, λέγει σοφιστικώτατα ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (δηλαδή ὀ Μύρων καί ὁ Μεταξάκης) δέν παρεδέχθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἐπέφερε μόνον διόρθωσιν πανθομολογουμένου σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ἀντιφάσκων εὐθύς κατωτέρω εἰς τάς αὐτάς γραμμάς, ὁμιλεῖ περί συγχύσεως δῆθεν ἥτις θά ἐπήρχετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τό Κράτος τοῦ νέου πολιτικοῦ ἡμερολογίου, διότι «δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχωσι δύο ἡμερολόγια». Ὁμολογεῖ ἄρα ὅτι περί δύο ἡμερολογίων πρόκειται καί ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία ἀπεδέχθη τό νέον Πολιτικόν ἡμερολόγιον. Θέλων δέ νά κολάση τοῦτο προσθέτει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρκέσθη εἰς τήν διόρθωσιν «πανθομολογουμένου» δῆθεν σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλά τί εἶναι τοῦτο; Δέν εἶναι ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ἄν δέ δέν ἐτολμήθη ἀκόμη ἡ ἀλλαγή καί τοῦ Πασχαλίου ἐκ φόβου πρός τάς ρητάς ἀπαγορεύσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕπεται ἄρα γε ἐκ τούτου καί μόνον ὅτι δέν ἐγένετο ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἀνετράπη ὅλη ἡ ἡμερολογιακή τάξις ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ἡ προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἶναι νά πείση τούς ἁπλοϊκοτέρους καί τούς μή γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐάν ἀπέκρουσε πάντοτε τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἔπραξε τοῦτο διότι ἐζητεῖτο ἡ ἐπιβολή αὐτῆς πρός προσηλυτιστικούς σκοπούς καί τήν δι’ αὐτῆς ἀνατροπήν τῆς περί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄Οἱκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀποφεύγει νά εἴπη καί ζητεῖ νά ἀποκρύψη ὅτι ἀπό τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε εἰσήχθη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατεδίκασε τοῦτο διά πολλῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τονίζει μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι οὐδεμία Σύνοδος καί οὐδείς Πατριάρχης ἐξέδωκεν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός τό Ἡμερολόγιον! Ἄν ὅμως ἀποδειχθῆ διά κειμένων αὐθεντικῶν ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐν τῶ συνόλῳ του κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τί ἄρα γε εἶναι ἡ ‘Εκκλησιαστική αὐτή καταδίκη; Δέν εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ; Ἐάν δέ ἀπηγορεύθη καί κατεδικάσθη ρητῶς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, νομίζει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ καταδίκη αὕτη δέν ἔχει σημασίαν καί δύναται νά παροραθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεδόθη τυχόν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός αὐτό; Ἡ καταδίκη καί ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδομαρτυρίας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τήν μή ἔκδοσιν ἀναθέματος ὡς πρός ταῦτα, δύναται ἄρα γε νά ὑπερπηδηθῆ καί νά συγχωρηθῆ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ παραβίασις τῶν θείων τούτων ἐντολῶν; Ἀλλ’ ἡ καταδίκη ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐν γένει, αὐτή ἠμπόδιζεν ἐπί τόσους αἰῶνας τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ, διότι ἐσεβάσθη ἡ Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων χρόνων, τάς καταδικαστικάς διατάξεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι δέ ἁπλῶς ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀπόφασις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπετέλει πρόσκομμα εἰς τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀπετέλει πρόσκομμα ἡ καταδίκη καθόλου τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἀπέκρουσε λοιπόν ἁπλῶς ὡς θέλει νά πιστεύη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος - ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία – τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν, ἀλλά τήν κατεδίκασεν. Αὐτός δέ οὗτος ὁ ζητῶν σήμερον νά ἀποκρύψη τήν καταδίκην ταύτην Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, τήν διεκήρυξε ἄλλοτε, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ του Ἰστορίᾳ. Αἱ ἀποδείξεις Ἀποδείξεις καί κείμενα περί τῆς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἔχομεν πολλά: Καί πρῶτον, αὐτό τοῦτο τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β, πρός τούς Ἀρμενίους, ἥν συνυπέγραψε καί ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος, βοᾶ περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου καί ἀποδεικνύει ὅτι κατά τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ Γρηγοριανή τοῦ ἡμερολογίου μεταρρύθμισις, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μόνον καί κυρίως διά τήν τολμηθεῖσαν ἀνατροπήν τῆς περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά διότι, ὡς λέγει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, «κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός». «Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ἡμερολόγιον καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον». Δέν ἀπεκρούσθη λοιπόν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἠμερολογίου μόνον διά τήν μετατροπήν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἀπεκρούσθη τό ὅλον ἡμερολόγιον (καλενδάριον ἤ ὠρολόγιον) διότι «ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον ἵνα φανῶσι μόνοι ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα». Ἐνῶ δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μετερρυθμίσθη «διά τό πανθομολογούμενον αὐτοῦ σφάλμα» ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας εἰς τήν περί περί ἧς πρόκειται ἀπάντησίν του πρός τούς Ἀρμενίους κραυγάζει: «Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους θείους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως». Ἀλλά πάντα ταῦτα παρέτρεξεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν βιαζόμενος νά ἀνακαλύψη δῆθεν πλαστότητα εἰς τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου. Καί ἐνῶ διά νά ἀποδείξη τήν δῆθεν πλαστότητα αύτῆς παραθέτει ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων τό γνήσιον, ὡς λέγει κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου πρός τούς Ἀρμενίους, διαπράττει ὁ ἴδιος παράλειψιν καί παραποίησιν εἰς τό γνήσιον τοῦτο κείμενον παραλείπων ἐξ’ αὐτοῦ ὅσα ἀντιτίθενται πρός τούς μή ἀληθεῖς ἰσχυρισμούς του. Οὕτω παραλείπει ὁλόκληρον τόν τίτλον τοῦ κεφαλαίου καί τήν ἐπιγραφήν ἥν περιέχει ὁ «Τόμος Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου, εἰ ὅ μέρος ὑπάρχει τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου. Ἐκτός δέ τούτου παραλείπει τό μεγαλύτερον μέρος τοῦ κειμένου τούτου τό ἀναφερόμενον εἰς τήν κατάκρισιν τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραποίησιν τῆς ἀληθείας, τήν ὁποίαν ἀφήνομεν νά σχολιάσουν οἱ ἀναγνῶσται. Παραθέτομεν δέ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγἀπης» τοῦ Δοσιθέου, (σελ. 538 ) τό πλεῖστον μέρος τοῦ κειμένου τούτου, ἵνα καταδειχθῶσιν αἱ παραλειφθεῖσαι ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περικοπαί. Ὁ τίτλος τοῦ ὅλου κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος εἰς ὅλας τάς σχετικάς σελίδας εἶναι «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου». Αὐτό καί μόνον θά ἤρκει ἵνα ἀποδείξη ὀρθήν τήν ἀντίληψιν, ὅτι τό ὅλον Καλενδάριον τῶν Λατίνων κατεκρίθη οὐχί δέ μόνον ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀνατροπή. Ἔπειτα δέ τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἰερεμίου τό καταχωριζόμενον εἰς τόν Δοσίθεον φέρει ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου παρά τῶν Λατίνων ἐπιστολαί τινές» προφανῶς δηλοῦν ὅτι περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου ὑπάρχουσι καί ἄλλα κείμενα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καταχωρίζων πρός ἀντιπαραβολήν τά δύο κείμενα, τό γνήσιον, ὡς λέγει, καί τό πλαστόν, εἰς μέν τό γνήσιον οὐδεμίαν σημειώνει Ἐπιγραφήν, εἰς δέ τό ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομαζόμενον πλαστόν σημειώνει: «Σιγγίλιον Πατριαρχικόν καί Συνοδικόν. Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου πρό 12 ἡμέρας ἀρχίζειν τούς μῆνας». Καί οὕτω ἐνῶ ὁ Δοσίθεος σημειώνει ρητῶς ὡς ἐπιγραφήν «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου», ταύτην ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταχωρίζει εἰς τό δῆθεν πλαστόν κείμενον διά νά παραπλανήση τούς ἀναγινώσκοντας ὅτι τό «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου» εἶναι πλαστή προσθήκη μή περιεχομένη εἰς τό γνήσιον κείμενον. Ἀφοῦ δέ καταχωρίζει ὡς ἔχει, τόν πρόλογον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμία, ἔπειτα θέτων ὀλίγα ἀποσιωπητικά τελειώνει τήν ὅλην ἐπιστολήν μέ τόν ἐπίλογον «Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν κλπ». Τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου Ἀλλά τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου εἶναι μακρότατον, ὁλόκληρον δέ τό ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σκοπίμως παραλειφθέν μέρος, ὅπερ εἶναι σημαντικώτατον ἔχει ὡς ἑξῆς: «...Δεύτερον καί ὑφηγούμεθα παντί χριστιανῶ Ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τό παρ’ ὑμῖν Πασχάλιον, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθον τοῖς ὁρισθεῖσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, μένει ὀρθόν καί εἰς αἰῶνας σταθερόν διαμενεῖ, ἕως οὗ φυλάττει τήν τάξιν ἥν ἔλαχεν ἀπαρασάλευτον, ἀρίστως ἐσκεμμένην τοῖς θείοις Πατράσιν, ὧν οὐδείς τῶν νῦν οὔτε τήν ἐπιστήμην οἶδε τῆς ἀστρονομίας κατ’ ἐκείνους τούς ἀρίστους, οὔτε τόν ἁγιασμόν ἔχει, πλήν εἰ μή που δοκήσει, τά δ’ ἄλλα ἐστίν ἀληθείας μακράν. Τεσσάρων γε ὄντων τῶν τοῦ Πάσχα διορισμῶν, ὁ πρῶτος ἐντέλλεται, ὅτι δεῖ μετά τήν ἰσημερίαν τήν Ἐαρινήν τό Πάσχα τελεῖν. Ὁ δεύτερος ὅτι μή τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς Ἰουδαϊκῆς τελετῆς. Ὁ τρίτος ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετά τήν ἰσημερίαν ἀλλά τήν πρώτην μετ’ ἰσημερίαν Πανσέληνον. Ὁ τέταρτος, ὅτι καί μετά τήν Πανσέληνον εὐθύς, τῆς ἑβδομάδος τῆ πρώτη. Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως. Χάριτι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου καί ἕως τοῦ νῦν ἀεί τό Πάσχα τό ἱερόν μετά τό νομικόν γίνεται καί ἐν Κυριακῆ, καί σύγχυσιν οὐκ ἔγνωμεν ἵνα εἰς διόρθωσιν ἀναστῶμεν. Καλῶς γάρ διετυπώθη τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί αἰωνίως διαμένει ἄπταιστον, κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ὠρολόγιον, καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον. Εἴ γε δι’ ὅλων ρλδ ἐνιαυτῶν νυχθήμερον ἕν συνάγουσιν, εὔδηλον ὅτι ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου, ἡμέραι μόνον ἐννέα καί ὧραι παρά μισήν στιγμήν συνάγονται καί λείπεται. Εἰ καί δι’ ἑκατόν εἴκοσι χρόνων νυχθήμερον ἕν γενήσεται, ἔσονται ἡμέραι δέκα καί ὧραι δέκα, καί πλεονάζει. Τά τοιαῦτα καί ἐπισφαλῆ φαίνονται, ἀλλά καί κατά τούς τήν Ἐπιστήμην τά ἀστροθεάμονα δεινούς, τόν μέγαν Πτολεμαῖον καί ἄλλους, ἐσφαλμένα ταῦτα εὑρίσκονται. Ἐν τριακοσίοις γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνοι καί μικρόν τι πρός, νυχθήμερον ἕν συνάγεσθαι ἀποφαίνονται, καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, ὁμαλήν γάρ ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαράκλιτον. Ἀλλά παρά τήν ἀπαρίθμησιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐναιυτοῦ καί κατά τούτους ἡμέραι τέσσαρες καί ὧραι πέντε καί στιγμαί ιβ ἀπό τῆς ἐν Νικαία καί δεῦρο γίνονται. Καί τούτων οὕτως ἀναμετρουμένων καί τῆ Ἑλλήνων σοφία ἔτι ἀναδείκνυται, ὅτι ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον, ἵνα φανῶσι μόνον ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα, βέλτιον οὖν ἦν αὐτοῖς μή καινοτομεῖς καί ταῦτα μεταποιεῖν καί ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ στάσεως οὐ μετρίας γίνεσθαι πρόξενοι, ἤ κἄν βίαν μή ἐπάγειν ἕνεκα τούτων, ὅπερ τολμῶσιν, οὐκ εὔλογον λογίζηται ὡς τοῖς ἀντεχομένοις τά καλῶς ὁρισθέντα τοῖς Ἱεροαγίοις πατράσιν, οὐ μόνον λελογισμένον ἀλλά καί θεῖον. Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν σημειωσάμενοι καί τό ἀληθές». (ᾳφπγ΄ ἔτος τό ἀπό Θεανθρώπου.Νοεμβρίου κ. Ἰνδικτιῶνος ιβ). Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Ὁ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος Ἐκτός ὅμως τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου, ἐπικαλεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος αὐτήν τήν Συνοδικήν πρᾶξιν τῆς ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, κατά τό ἔτος 1593 συνελθούσης Μεγάλης Συνόδου, ἥτις συνεκλήθη ὄχι μόνον πρός κύρωσιν τοῦ ἱδρυθέντος Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πρός ἀποβολήν τοῦ νέου Καλενδαρίου. Καί εἰς τήν καταχώρησιν τοῦ κειμένου τῆς πράξεως ταύτης, ἥν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του λέγει ὅτι ἀντέγραψεν ἀπό τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, ἐτἠρησε τήν αὐτήν τακτικήν τῶν ... ἀποσιωπητικῶν, παραλιπών ὅσα μέρη τῶ ἦσαν ἀσύμφορα, ἐνῶ παραθέτει ὡς πλαστόν δῆθεν κείμενον τῆς αὐτῆς πράξεως, τήν συλλογήν διαφόρων περικοπῶν αὐτῆς ὑπάρχουσαν εἰς κώδικας διαφόρων Μονῶν. Ἡ πρᾶξις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἧς μετέσχον ἀφ’ ἑνός μέν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ἀντιπροσωπεύσας τόν Ἀντιοχείας ‘Ιωακείμ καί τόν Σωφρόνιον Ἱεροσολύμων, ἀφ’ ἑτέρου δέ 41 Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι δημοσιευμένη εἰς τόν «Τόμον Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου ἐν σελ. 541. Ἔχει δέ καί αὕτη ἐν τῶ Τόμῳ ἐπικεφαλίδα τήν ἑξῆς: «Πρᾶξις Συνοδική ἒν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα Λατίνων καινοτομίας» Ἀκολουθεῖ εἶτα ὁ Πρόλογος, ὅν καταχωρίζει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἰς χωριστήν στήλην ὀνομάζων αὐτήν «γνήσιον κείμενον». Ἀλλά λησμονῶν ὅτι ὁμιλεῖ περί γνησιότητος παραλείπει εὐθύς ἀμέσως ἐξ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τήν ἀνωτέρω ἐπιγραφήν ἵνα ἀποφύγη τήν λέξιν «ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου». Μετά δέ τόν Πρόλογον ὑπάρχει τό ἑξῆς ἐκτενές κείμενον, τό ὁποῖον πάλιν ὁλόκληρον παραλείπει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. «...... Μελέτιος ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας εἶπεν. Οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι χαρακτηριστικόν τῆς πρός τόν Σωτῆρα καί Θεόν ἡμῶν ἀγάπης ἡ ποιμαντική ἐστίν ἐπιμέλεια. Πέτρε γάρ φησί, φιλεῖς με, ποίμαινε τά πρόβατά μου, δι’ ἥν αἰτίαν καί ἡμεῖς πολλούς πολλάκις ἀγῶνάς τε καί κόπους καί κινδύνους ὑπεμείναμέν τε καί ὑπομένομεν, ὡς οἴδατε, καί νῦν γε ἐπειδή πρός ἡμᾶς γράμματα ἀπεστάλη, παρά τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ ἡμῶν καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων ἀξιοῦντα παραγενέσθαι ἡμᾶς εἰς Κωνσταντινούπολιν, τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀναγκῶν χάριν. Ἐγώ γε καί τοῖς γράμμασι τοῖς ἀπό Μοσκοβίας τῆς ὀρθοδοξοτάτης παρά τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδώρου ἐντυχών, καί ἑκατέρου τῶν πραγμάτων ὑπερφροντίζων τῆς τε ἀνάγκης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς βασιλικῆς ἀξιώσεως, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν εὐλάβειαν ἀκριβῶς τά λεγόμενα παρ’ ἡμῶν σκεψαμένη συμψηφίσασθαι ἡμῖν περί τῶν λεχθησομένων, ὅπερ ἄν δίκαιον εἶναι φανῆ. Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τά τῆς εὐσεβείας δόγματα τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσιν καί τρανωθεῖσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος διά τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων Ἁγίων, διαπρεψάντων ἐνταῦθα, ἐν τε τῆ Ἁγία Συνόδω τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ Συνόδοις, μέχρι τῆς Ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν Νικαίᾳ συναθροισθείσης ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἐπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδοις. Ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, οὐ μόνον κατά τά τῆς θεογνωσίας καί εὐσεβείας δόγματα, ἀλλά καί κατά τήν ἱεράν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, δίκαιόν ἐστιν καί ἡμᾶς, πάντα νεωτερισμόν τῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων περιορίζειν, εἰδότες ὑπαιτίους γεγονέναι άεί τούς νεωτερισμούς τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν συγχύσεως τε καί διαστάσεως, ἀλλά τοῖς ὅροις ἕπεσθαι τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά παρ’ αὐτῶν δογματισθέντα ἀπαράτρωτα, δίχα προσθήκης ἥστινοσοῦν, καί χωρίς ἀφαιρέσεως ἐνστερνιζομένους κατά τόν πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου κανόνα οὕτως ἔχοντα. «Τοῖς τήν ἱερατικήν ἀξίαν κλπ κλπ». Ὁμιλεῖ λοιπόν καί ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις ὄχι μόνον περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἐν γένει περί ἀποβολῆς παντός νεωτερισμοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἥτις πλέον, ὡς λέγει, ὑπάρχει κατηρτισμένη καί ἤτις «τό τέλειον εἴληφεν», δηλαδή ἔχει εἰς τήν τελειότητα καί τά δόγματά της καί τό ὅλον αὐτῆς καθεστώς ὡς πρός τήν τάξιν αὐτῆς, δηλαδή ὡς πρός τάς ἑορτάς της, τά τῆς νηστείας καί ἐν γένει τά τῆς θείας λατρείας. Νεωτερισμόν δέ ἀπόβλητον ἐννοεῖ προφανῶς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν, ἐξ’ αἰτίας τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις. Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία Ὅτι κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἡ ἀνατροπή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀπεκρούσθη οἱαδήποτε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου βεβαιοῖ κατηγορηματικῶς ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία διερμηνεύουσα τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν κοινήν συνείδησιν αὐτῆς. Ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία Μελετίου ἀρχαίου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Τόμῳ 3ω καί ἐν σελίδι 402 & 9 σημειοῦνται τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ αφπγ΄ (1583) ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων». Τήν αὐτήν πληροφορίαν περί καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, ἐν Τόμῳ 3ω, (1453 – 1908) ἐν σελ. 124 -125 γράφουσα περί τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1583 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἥτις, ὡς λέγει ὁ Βαφείδης, ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου καί ἥτις κυρίως, λέγει ὁ Βαφείδης, καταδικάζει τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Παρακατιών δέ ὁ αὐτός ἱστορικός λέγει: «Ὁμοίως κατά τό 1587 συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει, ἐν ἧ παρόντων Ἱερεμίου τοῦ Β΄, Μελετίου τοῦ Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου κατεκρίθη τοῦ Ἡμερολογίου ἡ διόρθωσις ὡς ἐπισφαλής καί οὐκ ἀναγκαία, πρόξενος δέ μᾶλλον πολλῶν κινδύνων. Αὐτός οὗτος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὠς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῆ «περί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» συγγραφῆ του (σελ. 482) ἀναφέρει περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γράφων ἐπί λέξει: «Ἕνεκα τῆς πάλης αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄ εἰς περιοδείαν τῶ 1584 πρός συλλογήν ἐράνων, μεταβάς δέ εἰς Κων/λιν τῶ ἔτει ἐκείνω συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου.... Τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα». Ὁ αὐτός δέ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν ἔτει 1918 δημοσιεύσας ἐν τῶ «Ἐκκλησιαστικῶ Κήρυκι» Ἀθηνῶν πραγματείαν του περί τοῦ Ἡμερολογίου καί σχολιάζων τήν γνωστήν πρός τόν Δαπόντε Δόγην τῆς Ἐνετίας ἐπιστολήν τοῦ Πατριάρχου (Ἱερεμίου τοῦ Β΄) χαρακτηρίζει ὡς ἄριστα τήν θέσιν ἥν εὐθύς κατέλαβεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Γρηγοριανῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Θεωρεῖται αὕτη ὑπ’ αὐτῆς ὡς μία τῶν «πολλῶν καινοτομιῶν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις». Ὁ νεώτερος ‘Ιστορικός καί δεινός Κανονιολόγος Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας διά προτάσεώς του, ἥν ὑπέβαλεν εἰς τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τῶ 1929, ὑπογεγραμμένης καί ὑπό τῶν Δρυινουπόλεως καί Δημητριάδος, ὡς καί διά τοῦ ὑποβληθέντος είς αὐτήν μακροῦ ὑπομνήματός του, κατήγγειλε τό Νέον Ἡμερολόγιον ὡς ἔργον ἀσεβείας ἔναντι τῶν ἑπτά Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὡς ὑποσκάπτον τά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβεβαίουν δέ οἱ ἀνωτέρω τρεῖς Ἱεράρχαι εἰς τήν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν πρότασιν, ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν κοινῆ Συνόδῳ ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ καί λοιπῶν ἀπέκλεισαν δι’ ἀναθέματος τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ δέ Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας χαρακτηρίζει ἐν τῶ ὑπομνήματι του ἐκείνω τήν γενομένην ἡμερολογιακήν διόρθωσιν ὡς «παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν». Ὁ Ρῶσος Ἀρχιμανδρίτης Πορφύριος Οὐσπένσκι, κατά τό ἔτος 1880 ἐδημοσίευσε εἰς τά Ρωσικά περιοδικά καί τά Πρακτικά τῆς Μεγάλης Συνόδου 1583-1593 καί τήν ἀπόφασιν ἤ Σιγγίλιον ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄. Ἀντέγραψε δέ ταῦτα οὐχί ἐκ τῶν κωδίκων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ἐκ τῆς Μεγάλης Βιβλιοθήκης τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἔνθα ὑπάρχουν ἐν χειρογράφω κώδικι τά ἄνω στοιχεῖα περί τῆς καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί πάντα ταῦτα ἐδημοσίευσεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρουμανίας εἰς τά ἐπίσημα περιοδικά αὐτῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ἀριθμ. 11/1880 καί «ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἀριθμ. 12/1881 ὑπό τόν τίτλον: «ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ». Καί ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν Ρουμανίαν ἀκριβῶς καθ’ ἥν ἐποχήν στενοκέφαλοι τινές νεωτερισταί ἠθέλησαν νά κάμουν λόγον περί ἀλλαγῆς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡμερολογίου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν ἄνω ἐπισήμων ἐγγράφων περί καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐχαλιναγώγησε τάς καινοτομικάς ὁρμάς των. Ἐπί πλέον δέ ἡ Σύνοδος ἐπί τῆ βάσει τούτων καθαρά ἐδήλωσεν ὅτι «Οὐδεμία Ἐκκλησία δύναται νά μεταβάλη τό Ὀρθόδοξον Ἡμερολόγιον ἄνευ κινδύνου νά γίνη σχισματική ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας». Παράτολμος αὐθαιρεσία Ὅταν τοιαύτας ἀναμφισβητήτους ἱστορικάς μαρτυρίας καί ὁμολογίας καί ἀποφάνσεις ἔχομεν περί τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς καινοτομίας ἀντιβαινούσης εἰς τό πνεῦμα τῶν διατάξεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι αὐθαιρεσία παράτολμος καί ἀντίθετος πρός τήν ἱστορικήν ἀλήθειαν, ψευδής δέ διακήρυξις, τό γραφόμενον καί ἐπαναλαμβανόμενον στομφωδῶς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὅτι «οὐδέποτε κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας τό νέον ἡμερολόγιον» καί ὅτι δέν ἀπεκλείσθη ὑπ’ αὐτῆς πᾶσα διόρθωσις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ; Εἶναι βέβαιον καί ἀναμφισβήτητον ὅτι μεταβολή τοῦ Πασχαλίου ἐξυπονοεῖ μεταβολήν τοῦ Ἡμερολογίου, ἤτοι παντός τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος καί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἐνιαυσίου περιόδου καί τῶν κινητῶν ἐορτῶν΄ καί ἀντιθέτως μεταβολή τοῦ ἡμερολογίου, ἐξυπακούει ἀπαραιτήτως τήν μεταβολήν τοῦ Πασχαλίου, διότι τό Πασχάλιον τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρον εἶναι προσηρμοσμένον ἐπί τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὡς εἶναι προσηρμοσμένον ἐπ’ αὐτοῦ τό ἑορτολόγιον ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπίσης προκύπτει ἐξ’ ὅλων τῶν κειμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, ἐξ’ ὅλων τῶν λόγων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅτι ἡ ἀνατροπή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πασχαλίου καί ἠ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ταυτίζονται, διότι οἱ ὁμιλοῦντες περί μεταβολῆς τοῦ Πάσχα ὁμιλοῦσι περί τοῦ «νέου Καλενταρίου» καί «τἀνάπαλιν». Τό ὅλον, τό κύριον θέμα, εἶναι τό ἡμερολόγιον καί τό μέρος, τό ἐξαρτώμενον ἀναποστάστως ἐκ τοῦ ἡμερολογίου, εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα. Οὐδείς ἐσκέφθη νά χωρίση τό Πάσχα ἀπό τόν ὅλον ἠμερολόγιον καί οὐδείς Πατήρ, οὐδεμία Σύνοδος, οὐδεμία Πατριαρχική Πρᾶξις διακρίνει ὡς πρός τήν καταδίκην τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Πασχαλίου ἀπό τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα ἐξαρτώμενα τό ἔν ἐκ τοῦ ἄλλου. Τό πνεῦμα δέ ὅλων τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τῶν συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων εἶναι ρητή κατάκρισις καί καταδίκη τοῦ Παπικοῦ νεωτερισμοῦ, ἤτοι τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ὡς ἀνατρέποντος τήν καθεστηκυίαν τάξιν καί συνήθειαν ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ὅταν ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα καί εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ὁρίζονται ἀναθεματισμοί καί ἀφορισμοί διά τήν μετατροπήν τοῦ Πασχαλίου, ἥτις γενικῶς κατεκρίθη καί κατεδικάσθη ἐκκλησιαστικῶς, δέν εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές ὅτι αἱ καταδῖκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συγχρόνως καταδῖκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ Ἱουλιανοῦ ἡμερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου κύκλου; Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁμιλεῖ περί «κεκρατηκυίας συνηθείας» ἐν τῆ Ἐκκλησία καί ἀναφωνεῖ: «Μή καινοτομίαν καί ἀφαίρεσιν ποιήσασθαι τῆς εὐσεβῶς ἐν ἡμῖν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία οὔτε προσθήκην, οὔτε μείωσιν ἐπιδέχεται, μεγίστη γάρ τόν προστιθέντα ἤ τόν ἀφαιροῦντα τιμωρία δεσμοῖ. Ἐπικατάρατος γάρ φησίν, ὅς μετατίθησιν ὅρια πατέρων αὐτοῦ». Δέν εἶναι τοῦτο φοβερά καταδίκη καί ἀναθεματισμός καί κατάρα κατά τῶν ἀποτολμώντων πᾶσαν καινοτομίαν εἰς τήν «κεκρατηκυίαν συνήθειαν» καί δή εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἡμερολόγιον; Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκτός τῶν Πρακτικῶν αὐτῆς ἐξέδωκε καί τόν Ὅρον αὐτῆς, ὅστις περιφρουρεῖ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν παράδοσιν αὐτῆς. Καί εἰς τόν Ὅρον τοῦτον περιλαμβάνεται καί ἡ ἑξῆς διάταξις: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ‘Εκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα». Τό δέ «Συνοδικόν» τοῦ Τριωδίου τό ἀναγινωσκόμενον ἐν τῆ Ἐκκλησία κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν ἀναθεμάτων περιλαμβάνει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν Ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα Ἀνάθεμα γ΄». Δύναταί τις νά εἴπη σοβαρῶς, λελογισμένως καί ἐν καλῆ πίστει, ὅτι αἱ ἀνωτέρω τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Διατάξεις δέν ἐφαρμόζονται καί διά τήν ἀθέτησιν τῆς περί τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῆς Ἐκκλησίας συνηθείας καί παραδόσεως; Ἀναφωνῶν ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ὅτι «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΣΤ αἰών, τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου, κατά τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει Μεγάλη Σύνοδος ἐπί τοῦ Ἱερεμίου» δέν διερμηνεύει τήν κρατοῦσαν τότε ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν, τό πνεῦμα καί τό νόημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, καθ’ ἅς καί ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καταδικασθεῖσα καί ἀναθεματισθεῖσα αἵρεσις καί ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον ὑπόκεινται εἰς τήν αὐτήν μετά τῶν αἱρετικῶν κατάκρισιν; Δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἱστορικός συγγραφεύς δέν κατανοεῖ τά ἀνωτέρω, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἄλλοτε ἐδίδαξε καί ἐκήρυξε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μή ἔχη ὀρθήν ἀντίληψιν περί τῆς σοβαρότητος, τῆς καταδίκης καί τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι θεωρεῖ τό Ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον σοβαρώτατον ζήτημα δυνάμενον νά συνεπαγάγῃ τό ἀνάθεμα, ὥστε ὁ ἴδιος πρό τινων ἐτῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ι. Συνόδου ἀντιθέτως πρός ὅ,τι σήμερον κηρύσσει, ἀναθεμάτισε καί ἀφώρισε εὐσεβεστάτας μοναχάς τῆς Τήνου διότι εἶχον τό σθένος νά ἀκολουθῶσι τό ἐκ παραδόσεως αἰώνων ἐφαρμοζόμενον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον. Εἶναι φαρισαϊκή προσήλωσις εἰς λέξεις καί γράμματα νά ἀποφαινώμεθα ὅτι διά τήν διόρθωσιν τοῦ Ἡμερολογίου δέν ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνάθεμα» εἰς τάς Πατριαρχικάς ἀποφάσεις. Διότι τί ἄλλο σημαίνουν αἱ ἀπαντώμεναι εἰς τάς ἀποφάσεις ταύτας ἐκφράσεις «ἀπέκρουσεν», «ἀπέβαλεν», «κατέκρινεν», «κατεδίκασεν» τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, εἰμή ἀποδοκιμασίαν καί ἀναθεματισμόν. Ὁ ἀναγινώσκων τήν Ἀρθρογραφικήν ἐπίθεσιν τοῦ ΄Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί βλέπων μετά πόσης εὐκολίας καί ἀποφθεγματικότητος ὁμιλεῖ οὗτος περί πλαστότητος καί παραποιήσεως ἱερῶν κειμένων ὑπ’ αὐτῶν καί ὅτι παραθέτει εἰς ἀντιβολήν φωτοτυπημένα κείμενα γνήσια δῆθεν καί πλαστά νομίζει ὅτι πρόκειται περί ἀποκαλύψεως κανενός φοβεροῦ ἐγκλήματος, περί προσβολῆς τοῦ Ὁμοουσίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤ περί παραχαράξεως τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Καί ἀπορῶν ἐρωτᾶ: Ἀλλά τί ἔπραξαν τέλος πάντων οἱ Ζηλωταί Μοναχοί, ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης - ὁ κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτουργός τῆς Πλαστογραφίας, μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως – καί οἱ νεώτεροι ἁγιορεῖται Ζηλωταί; Ποῖον ἰδοτελῆ σκοπόν ἐπεδίωκον διά νά διαπράξουν τοιοῦτον ἔγκλημα; Ἦσαν τάχα ὄργανα προπαγάνδας ἀντιθρησκευτικῆς; Ἦσαν ἄπιστοι καί ἐμπαῖκται τῶν θείων Πατέρων; Ἤ ἦσαν λαοπλάνοι καί ἐκμεταλλευταί; Τίποτε ἐξ’ αὐτῶν ἀπολύτως. Οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται δέν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο ἤ νά ἐπαναλάβουν καί νά διαδώσουν καί νά ἐξάρουν τάς Συνοδικάς πράξεις καί Πατριαρχικάς ἀποφάσεις, ἅς εὗρον εἰς Κώδικας καί βίβλους τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τῶν μετέπειτα. Καί αἱ ἀποφάσεις αὗται καί αἱ Συνοδικαί πράξεις - ἀναμφισβήτητα ἱστορικά κειμήλια – καταβοῶσι τῆς καινοτομίας τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, καί τήν καταδικάζουν καί ἀναθεματίζουν τούς ἀκολουθοῦντας αὐτήν. Ἄν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητιώτης καί οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται συλλέξαντες ἐπιμελῶς πάντα ταῦτα τά ἔγγραφα τά ἐπέγραψαν ὡς «Σιγγίλια», ἤ ὡς «πράξεις», ἤ ὡς «ἀποφάσεις», ἤ ὡς «Κανόνας», ἤ ἄν συνέταξαν περιλήψεις αὐτῶν, ἤ ἄν τάς ἐφωτοτύπησαν, ἤ ἄν τάς διένειμαν εἰς φυλλάδια διά τούς πιστούς, ὅμως δέν ἠλλοίωσαν οὔτε τήν οὐσίαν, οὔτε τό πνεῦμα καί τήν ἔννοιαν αὐτῶν, ὥστε νά κατηγορῶνται ὡς πλαστογράφοι. Ποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης νά πλαστογραφήση τά περί τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου κείμενα ἀφοῦ τότε δέν εἶχεν ἀνακινηθῆ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα καί οὐδείς εἶχε σκεφθεῖ διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν τούτοις μέ ὅλην τήν κακήν προσπάθειάν του καί τάς φωτογραφικάς του πλάκας καί τάς κατά τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων συκοφαντίας του, δέν ἀπέδειξε διά τῶν ἄρθρων του τίποτα ἀπό ὅσα κατηγορεῖ, ἠδίκησε δέ μόνον ἑαυτόν καί διέψευσε τήν φήμην του ὡς ἱστορικοῦ, ἐπιπολαίως καί ἀβαθῶς ἁλιεύσας ἀποκόμματα ἐγγράφων, κατασπαράξας δέ ταῦτα ἵνα τά ἀποδείξῃ πλαστά. Εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους Προσεπάθησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του νά παραστήση ὅτι ἡ καινοτομία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ἀσήμαντον πράγμα ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἡμερολογιακήν διαφοράν 13 ἡμερῶν καί ψέγει τούς Ζηλωτάς Ἁγιορείτας ὅτι διά νά τρομοκρατήσουν τήν συνείδησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνεζήτησαν άναθέματα πάσης ἐποχῆς στρεφόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν καί κατά τῶν νεωτεριστῶν, καί ἐδημοσίευσαν ταῦτα ὡς ἔχοντα σχέσιν μέ τήν διαφοράν τῶν 13 ἡμερῶν! Τοῦτο εἶναι τουλάχιστον ἁπλοϊκότης΄ διότι ἀπεδείξαμεν ἀνωτέρω, ὅτι καί οἱ μεταρρυθμισταί τοῦ ἡμερολογίου κατεδικάσθησαν, καί πᾶς νεωτερισμός ὡς ἀθετῶν τήν Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί παράδοσιν ἀναθεματίσθη. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπινοεῖ διά τῶν ἄρθρων του καί ἄλλο ἀβάσιμον καί ἀβαθές ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἡ Ἐκκλησία, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα, ἐν τῆ μερίμνη περί τῶν πιστῶν καί διεκνύουσα τάχα ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν καί τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν οὐδαμῶς θίγουσα τά δόγματα αὐτῆς ἐκανόνισε μέν τά τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀσχέτως πρός οἱανδήποτε ἡμερομηνίαν, μετέθηκε δέ τήν ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων ἀπό τίς 6 Ἰανουαρίου εἰς τήν 25 Δεκεμβρίου, τήν ἑορτἠν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπό τήν 28 Δεκεμβρίου εἰς τήν 29 Ἰουνίου κλπ. Λησμονεῖ ὅμως ἤ θέλει νά λησμονῆ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἥν ἐποχήν μετέθετε τάς ἀνωτέρω ἑορτάς δέν ἦτο ἀκόμη πλήρως κατηρτισμένη καί δέν εἶχεν ὁλοκληρώσει διά τῶν ἐπτά Οἱκουμενικῶν Συνόδων τό καθεστώς αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐθέσπισε τό καθεστώς αὐτῆς καί ἀφοῦ καταρτισθεῖσα πλήρως «τό τέλειον εἴληφεν» ὡς λέγει ἡ Συνοδική πρᾶξις τοῦ Ἱερεμίου, καί ἀφοῦ ὕψωσεν ὡσεί δόγμα τάς παραδόσεις καί τάς συνηθείας αὐτῆς καί ἀνεθεμάτισε πάντα νεωτερισμόν καί πᾶσαν παράβασιν αὐτῆς, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπέφερε μεταβολήν εἰς τάς ἑορτάς. Καί διά τοῦτο τό ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας προσηρμοσμένον εἰς τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον ἔμεινεν καί κατά τούς δ΄ καί ε΄ αἰῶνας ἀναλλοίωτον, διότι οὐδείς ἄνευ νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε τήν τόλμην νά κάμνη μεταθέσεις ἑορτῶν, ὑποπίπτων ὡς νεωτεριστής εἰς τάς ἀπαγορεύσεις καί τά ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Λέγει ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι ἀπό αἰῶνος, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἀνωτέρω μεταθέσεις ἑορτῶν τινῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἤν ἔληξαν καί αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι, οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη ὅτι ἀνετράπη ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Λέγει δέ τοῦτο, διότι οἵ τε Ζηλωταί Ἁγιορεῖται καί πάντες οἱ χριστιανοί οἱ μή δεχθέντες τήν καινοτομηθεῖσαν τελευταίως ἡμερολογιακήν ἀνατροπήν καί διά τοῦτο εὐλόγως καί δικαίως κληθέντες Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, κατήγγειλαν καί κατεδίκασαν τήν διά τῆς αὐθαιρέτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπελθοῦσαν διαίρεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί διάσπασιν τῆς ἑνότητος αὐτῶν. Ἀλλά καί ἐν τῶ κεφαλαίῳ τούτῳ δέν λέγει τήν ἀλήθειαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν σοφιστευόμενος καί παραπλανῶν τούς ἀναγνώστας του. Διότι ἀείποτε μέριμνα τῶν Πατέρων ἦτο νά μή ἀνατραπῆ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς δἐ διά τήν ἐνότητα ταύτην ἐμερίμνησε ἡ πρώτη ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδος, ἵνα ὡς διεκήρυξεν αὕτη: «Οἱ ἀνά πᾶσαν τήν Οἰκουμένην Χριστιανοί τόν αὐτόν ἑορτάζουσι χρόνον» καί διότι - ὡς γράφει εἰς τήν Συνοδικήν ἐπιστολήν του, ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας – εἶναι δεινόν καί ἀπρεπές «κατά τάς αὐτάς ἡμέρας ἐτέρους μέν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δέ συμπόσια συντελεῖν... ». Πῶς λοιπόν λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν ὅτι ἀνετρέπετο ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς μεταθέσεως διαφόρων ἑορτῶν; Δέν διεμαρτύροντο οἱ Πατέρες ἀπό τοῦ τετάρτου ἀκόμη αἰῶνος διά τάς διαφοράς καί διαφωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἐν διαφόροις ἡμέραις τελουμένων ἑορτῶν καί νηστειῶν ὑπό ἐκάστης Ἐκκλησίας; Δέν διεμαρτύρετο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὀ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, ὀ Μακάριος Θεοδώρητος, ὁμιλοῦντες περί τῆς «χλεύης διά τήν ἐν τῆ Ἐκκλησία διαφωνίαν» περί τοῦ «ἐπικινδύνου καί ὀλεθρίου τῆς πρός τόν Θεόν άπειθείας ἐν τῆ πρός ἀλλήλους διαστάσει» καί περί τόσων ἄλλων ἐκδηλούντων διαμαρτυρίαν διά τήν καθημερινήν τότε ἀνατροπήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως δέ ἀφοῦ ἔληξαν αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι καί ἀφοῦ μετά τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τήν πλήρη κατάρτισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπαγιώθη ἠ Ἐκκλησιαστική ἑνότης ἐν τῆ Ὀρθοδοξίᾳ καί ἀπηγορεύθη δι’ ἀναθέματος πᾶσα καινοτομία, καί συνεπῶς πᾶσα μετάθεσις ἑορτῶν, οὐδεμία ἐδόθη πλέον ἀφορμή νά καταγγείλῃ τις τήν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετά τόσων αἰώνων ἑνότητα ἡ νεωτεριστική μανία ἡ καταλαβοῦσα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί εἰσαγαγοῦσα ἄνευ κοινῆς συμφωνίας ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν διέσπασε τήν ἑνότητα ταύτην καί διήρεσε τούς Χριστιανούς εἰς τά τῆς λατρείας αὐτῶν, πῶς ἦτο δυνατόν οἱ γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι καί δή οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται νά μή διαμαρτυρηθῶσι καί νά μή καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῶν πιστῶν τήν διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί διαίρεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται διά τήν αὐθαίρετον ἀντικανονικήν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ἀλλαγήν, εἶχον καθῆκον νά τό πράξουν. Τό ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς ἡ θρησκευτική των πίστις καί ἡ μοναχική καί ἐκκλησιαστική των συνείδησις. Τό ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτούς αὐτός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὡς καθηγητής καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἱστορίας ὡς ἱστορικός, διακηρύξας ὅτι «ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου εἶναι παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις, ἀντιβαίνουσα εἰς ἱερούς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀλιγώτερον λοιπόν παντός ἄλλου δικαιούμενος νά ἐξανίσταται καί διαμαρτύρεται σήμερον κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν εἶναι ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ἐάν ὑπάρχη τις, καθ’ οὗ πρέπει νά ἐξαναστῆ καί τόν ὁποῖον πρέπει νά κακίση, οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος, διότι πρίν μελετήση καλῶς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, προέβη μετά καταπλησσούσης εὐκολίας εἰς τήν ἀλλαγήν, διασκελίσας Ἱστορίαν, Κανόνας, Παραδόσεις, Διατάξεις, Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί συνήθειαν ὁλοκλήρων αἰώνων. Καί σήμερον, εὑρισκόμενος πρό ἀμηχανίας καί δικαίας ἐξεγέρσεως κατ’ αὐτοῦ, καταφεύγει εἰς ἀναληθεῖς, ἀτόπους καί σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις δῆθεν πλαστοτήτων καί παραποιήσεων κειμένων. Ἀλλά δυνάμεθα νά ἐρωτήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον: Ποῦ στηρίζει τήν γνώμην του περί πλαστότητος τοῦ κειμένου τῆς ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ἐκδοθείσης Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἤ τῆς πρός Ἀρμενίους ἀπαντήσεως Ἱερεμίου τοῦ Β΄; Πόθεν συνάγει καί πῶς ἀποφαίνεται ὅτι ἡ μόνη (;) ἀπόφασις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται μόνον εἰς τόν Πασχάλιον Κανόνα καί ὅτι δέν περιέχει δῆθεν αὕτη ἀναθεματισμόν κατά τῶν ἀκολουθησάντων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον; Οὐδέν ἄλλο μᾶς λέγει εἰς τά ἄρθρα του εἰ μή ὅτι ὁ Δοσίθεος ἐδημοσίευσε τό πρῶτον τήν ἀπάντησιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ πρός τούς Ἀρμενίους, συνυπογράψαντος καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, ὡς ἐπίσης καί τούς ὀκτώ κανόνας τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1593 ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου καί ὅτι εἰς ταύτας δέν καταδικάζεται ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία, οὔτε ἀναθέματα περιέχονται. Ἀλλ’ ὁ Δοσίθεος δέν ἐδημοσίευσεν ὅλας τάς ἐπιστολάς καί ὄλας τάς Συνοδικάς ἀποφάσεις τάς σχετικάς μέ τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ ἄλλων Πατριαρχῶν. Εἰς τό κεφάλαιον «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλλενδαρίου», ἔνθα ὁ Δοσίθεος δημοσιεύει τά τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, ἔχει τίτλον «Ἐπιστολαί τινές». Δέν καταχωρίζονται λοιπόν εἰς τόν Δοσίθεον, τά ἅπαντα τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν περί τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἄλλας μαρτυρίας διαψευδούσας τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀρχαῖος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὡς εἴπομεν καί ἀνωτέρω, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν του (σελ. 402, & 9) βεβαιοῖ ὅτι πατριαρχεύοντος τοῦ Ἱερεμίου Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατέκρινε τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλλενδάριον. Ἔχομεν λοιπόν βεβαίωσιν ἱστορικοῦ ἀνδρός ἐπιφανοῦς, ὅτι τό 1583, ὅτε λέγει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἀπεστάλη ἡ πρός Ἀρμενίους ἀπάντησις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄, συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει κατακρίνασα τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Διατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποσιωπᾶ τοῦτο καί άναφέρει μόνον τήν κατά τό ἔτος αὐτό ἀπάντησιν πρός Ἀρμενίους τοῦ Ἱερεμίου; Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι φυσικόν ὅτι ἀπεστάλη κατόπιν τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καί διά τοῦτο ὑπεγράφη καί ἀπό τόν Σίλβεστρον, τόν συμμετασχόντα τῆς Συνόδου. Οὐδέ ἦτο δυνατόν ἐπί τόσω σοβαροῦ ἀντικειμένου νά ἀποσταλῆ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἐπιστολή ἀπαγορεύουσα τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἄνευ προηγουμένης συγκλήσεως Συνόδου ἀποφανθείσης ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καί ἐρωτῶμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον, ποῦ εἶναι τά Πρακτικά τῆς συγκροτηθείσης ταύτης Συνόδου; Δέν περιέχονται εἰς αὐτά ἀναθεματισμοί; Καί ἄλλη βεβαίωσις Ἀλλ’ ἔχομεν καί ἄλλην βεβαίωσιν. Ὁ γνωστότατος ἱστορικός συγγραφεύς Φιλάρετος Βαφείδης εἰς τόν Τόμον 3 τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας (σελ. 124-125) ὡς ἀνεφέραμεν καί ἀνωτέρω, γράφων περί τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου λέγει ὅτι «ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπεία τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου, ἥτις καταδικάζει τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Διατί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν ἐφρόντισεν ἐν τῆ ἱστορικῆ του ἐρεύνη ν’ ἀνεύρη τά πρακτικά καί τάς διατάξεις τῆς Συνόδου ταύτης τῆς καταδικασάσης τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλά ὁμιλεῖ περί μιᾶς μόνον Συνόδου ἐπί Ἱερεμίου, τῆς συνελθούσης, ὡς λέγει, κατά τό 1593, ὅτε δέν ὑπῆρχε πλέον ὁ Σίλβεστρος, ἀλλ’ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐν Ἀλεξανδρεία; Καί ἐπειδή εἰς τόν Δοσίθεον δέν εὑρίσκει παρά τούς Κανόνας τῆς Συνόδου ταύτης μή περιέχοντας ἀνάθεμα ἀποφαίνεται ὅτι ἄρα καί ἀνάθεμα δέν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τήν προηγουμένην τοῦ 1583 Σύνοδον, τήν καταδικάσασαν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον. Ἀλλ’ ἐάν καί ἀφοῦ κατεδικάσθη καί δι’ ἀναθέματος κατά τήν πρώτην Σύνοδον τῶ 1583 ὑπό Ἱερεμίου τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ἐπαναληφθῆ ἠ καταδίκη ἤ τό ἀνάθεμα καί εἰς τήν Β΄ Σύνοδον, ἀλλά κατεχωρίσθη εἰς αὐτήν ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου «ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατρᾶσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα κλπ». Καί ἐρωτῶμεν ἤδη, εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης διότι περισυνέλεξε, τίς οἶδε διά ποίων μόχθων καί ἐκ τίνων κειμένων πρακτικῶν καί ἀποφάσεων Συνοδικῶν, πάντα τά ἀφορῶντα τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τά ὁποῖα συνέπτυξε ἤ τά συνεχώνευσε καί ἀπετέλεσεν ἕν κείμενον περιλαμβάνον τά οὐσιώδη μέρη τῶν ἀληθῶν καί πραγματικῶν κειμένων τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου περί τοῦ Ἡμερολογίου καί τοῦ Πάσχα ἐκδοθεισῶν, ὡς καί τοῦ Τόμου τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ἔνοχος ἀποσιωπήσεως καί ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας περί τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἐκδοθεισῶν. Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων. Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων. Συμπέρασμα Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὑπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων. Καί θά ἀκούεται ἐσαεί ἐπικροτουμένη καί ἐπαναλαμβανομένη ὑπό μυριάδων στομάτων εὐσεβῶν χριστιανῶν, γνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ ἔντονος καί καυστική φωνή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας, ἡ ἐντός τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τό πρῶτον ὑψωθεῖσα καί κράζουσα: «Ἱερόν θεωρῶ καθῆκον ... νά χαρακτηρίσω ὡς παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν καί παιγνίδιον ἐν οὐ παικτοῖς τήν ἀλλαγήν, ἤ διόρθωσιν ἤ ὁπωσδήποτε ἄν ἀποκαλῶσι ταύτην τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ὅπερ περιφρουρεῖ ὡς ἄγγελος φύλαξ, τήν πίστιν, τάς παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῶν ἀνά τό πρόσωπον τῆς γῆς διεσπαρμένων, ὅτι ἑορτάζοντες κατ’ αὐτό ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν καί μόνην Πρεσβυγενῆ καί ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν» ΤΕΛΟΣ

Η ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 211/21-7-2001 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΑΚ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΔΡΕΑΝ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α. Π. 211 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῇ 21-7-2001 (π.ἡ.). ΠΡΟΣ τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος κ. ΑΝΔΡΕΑΝ. Κοινοποίησις: Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς Μακαριώτατε. Εὐλογεῖτε. Αἰσθάνομαι ὑποχρέωσιν νά Σᾶς εὐχαριστήσω διά τήν παρουσίαν τοῦ Παν/του ῾Ιερομ/χου π. Νεοφύτου, ὡς ἀντιπροσώπου Σας, εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, τήν ὁποίαν ἐτελέσαμεν εἰς τόν Μητροπολιτικόν μας Ναόν τῆς ῾Αγίας Αἰκατερίνης ἐπί τῇ μνήμῃ τῶν ἁγίων Μαρτύρων Κηρύκου καί ᾿Ιουλίττης, καθ᾿ ἥν καί ἡ ταπεινότης ἡμῶν ἦγεν τά ὀνομαστήριά της. Εὐχαριστῶ καί διά τάς εὐχάς Σας, τάς ὁποίας διηρμήνευσεν ἐξ ὀνόματός Σας ὁ Πανοσιολογιώτατος. ῾Ωστόσον ὅμως, Μακαριώτατε, ἡ ἀγάπη καί ἡ ἐνότητα, καί τό "ὅλοι μαζί", πού ἰδιαίτερα ἐτόνισεν ὁ π. Νεόφυτος, θά εἶχον ἰδιαιτέραν ἀξίαν, καί θά μᾶς συγκινοῦσαν βαθύτατα, ἄν ἐκφράζοντο, οὐχί δι᾿ ἀντιπροσώπου, ἤ ὡς σχήματα λόγου, ἀλλά διά τῆς προσωπικῆς Σας παρουσίας καί συμμετοχῆς εἰς αὐτήν τήν θείαν Λειτουργίαν. ᾿Εκεῖ ἐν τῇ θείᾳ Λειτουργίᾳ, ἤτοι εἰς τήν θείαν Εὐχαριστίαν, διά τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τό κοινόν Ποτήριον ἐκφράζεται πραγματικά ἡ ἑνότης, ἡ ἀγάπη καί τό "ὅλοι μαζί". ᾿Επιτρέψτε μον νά εἴπω, ὅτι δέν εἶχον παρ᾿ οὐδενός τήν ἀπαίτησιν νά μέ τιμήσῃ διά τῆς παρουσίας Του, ἀλλά ἀναφέρομαι εἰς τό γεγονός, τῆς μή προσωπικῆς παρουσίας Σας, διότι αὕτη, τόσον ὑπό τῆς ἐλαχιστότητός μου, ὅσον καί ὑφ᾿ ὅλων γενικῶς, ἐξελήφθη καί ἑρμηνεύθη, ὡς ἔκφρασις διχαστική - διασπαστική. ῾Υπῆρξε κοινή ἡ ἀπορία - ἀνησυχία: "῾Ο Μακαριώτατος ἀπουσίαζε ἀπό τήν συγκεκριμένην θείαν Λειτουργίαν, καίτοι εἶναι δύο βήματα ἡ ἀπόστασις ἀπό τήν κατοικία του. Τοῦτο δέ, ὅταν ὁ Μακαριώτατος εἶναι ἀεικίνητος, καί τακτικά κάμνει πολλές ἑκατοντάδες, καί ἐνίοτε καί χιλιάδες χιλιόμετρα, διά νά φθάσει εἰς τά ἀκρότατα σημεῖα , διατί ἐν προκειμένῳ δέν προσῆλθε, ἀφοῦ δέν ἐκωλύετο οὔτε ἀπό λόγους ὑγείας, οὔτε εἶχεν ἄλλους ἀποχρῶντας λόγους;"! ῾Η παρουσία τοῦ Παν/του ἀντιπροσώπου Σας καί συλλειτουργοῦ μας π. Νεοφύτου, παρά τήν πολύ καλήν προσπάθειά του, δέν ἐκάλυψεν τήν ἀπουσίαν Σας, ἀντιθέτως αὕτη ἔγινε καί πιό αἰσθητή. Μακαριώτατε, τάς προσωπικάς μας σχέσεις τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης καί ἑνότητος, δέν πρέπει νά τάς συνδέωμεν μέ τούς ἀγῶνας ἐπί τῶν σοβαρῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν ζητημάτων. Οἱ ἀντικανονικότητες, αἱ ἀδικίαι, αἱ συκοφαντίαι καί πρό πάντων τά θέματα Πίστεως καί καθαρᾶς ῾Ομολογίας, ἐπιτρέψτε μου νά εἴπω, ὅτι δέν ἀντιμετωπίζονται μέ τάς μεθόδους τῆς ἀναβολῆς...καί τοῦ "κουκουλώματος" ἤ "ἀφῆστε τόν Κήρυκο νά ἔχῃ τίς ἀπόψεις του, ἡ πλειοψηφία ἔχει ἄλλη γνώμη καί ἀποφασίζει, ὅπως θέλει". Βασικόν κριτήριον τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν μας ἀγώνων πρέπει νά εἶναι πάντοτε τό "ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ". Θά σᾶς ὑπενθυμίσω, σχετικά μέ τήν ἀπουσίαν Σας ἐκ τῆς συγκεκριμένης θείας Λειτουργίας, κάτι παρόμοιον, τό ὁποῖον συνέβη τό 1994. Τότε ἡ Μακαριότης Σας, καί ἀπό κοινοῦ ὅλοι, ἐζητήσαμε ἀπό τούς "πέντε" νά συμμεθέξουν εἰς ἕνα Συνοδικόν καί Πανιερατικόν Συλλείτουργον, διά νά προσευχηθῶμεν, νά ἀγαπήσωμεν καί ἐν ὁμονοίᾳ νά ὁμολογήσωμεν καί κατόπιν νά ἀντιμετωπίσωμεν ἐκείνας τάς δυσκόλους καταστάσεις. Τό ἠρνήθησαν οἱ "πέντε", καί δέν προσῆλθον εἰς τό εὐλογημένον ἐκεῖνο Συλλείτουργον! Λοιπόν μή κάμνωμεν καί ἡμεῖς παρόμοια, διότι δέν μπορεῖ νά ἀποκλείσῃ κανείς τήν ἀπειλή νά σημειωθοῦν παρόμοια ἤ καί χειρότερα τῶν "πέντε" ἀποτελέσματα. Διά τοῦτο δράττομαι αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας ταπεινῶς νά προτείνω τοῦτο: Πρίν ἀπό τήν κακῶς καί ἀδικαιολογήτως μετατεθεῖσαν διά τόν Σεπτέμβριον ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ῾Ιεραρχίας τοῦ ᾿Ιουλίου, νά προηγηθῇ ἕνα Συνοδικόν καί Πανιερατικόν συλλείτουργον, καί κατόπιν νά συνεδριάσωμεν ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, καί μάλιστα αὐτή τή φορά εἰς τήν μεγάλην αἴθουσαν τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου, διά νά δυνηθῇ νά παρακολουθήσῃ τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου καί ὁ ῾Ιερός Κλῆρος καί ἐνδεχομένως καί ἄλλοι. Δέν ἔχομεν τίποτε τό ἀπόρρητον ἀπό τούς ῾Ιερεῖς μας, οὔτε καί ἀπό τό ὅλον σῶμα τῶν πιστῶν τέκνων τῆς ᾿Εκκλησίας. Τά θέματα τά ᾿Εκκλησιαστικά εἶναι κοινά καί ἀφοροῦν ὅλους. Προκειμένου δέ νά γίνουν ταῦτα δέον, ὅπως, χωρίς χρονοτριβήν, συνεδριάσωμεν ἡ Διαρκής ᾿Ενδημοῦσα Σύνοδος, νά ἱεραρχήσωμεν τά θέματα καί νά ὁρίσωμεν καί Εἰσηγητάς. ῞Οπως ἀντιλαμβανόμεθα, ἔχομεν πολύ ἔργο νά ἐπιτελέσωμεν καί δέν πρέπει νά καθυστερήσωμεν. Διατελῶ μετά τῆς ἐν Κυρίῳ τιμῆς καί ἀγάπης ἀλλά καί εὐχαριστιῶν. ᾿Ελάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί συλλειτουργός ῾Υμῶν. + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ (ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΟ 1935)

Η Κανονική Θεμελίωση της Αποδοχής των Τριών Αρχιερέων το 1935 Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων 11 λ. · Κοινοποιήθηκε στους εξής: Οι φίλοι σας Αναγκαία απάντηση σε σχισματοαιρετικούς λασπολόγους εναντίον των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (Γ.Ο.Χ.) για τα γεγονότα του 1935 με τους τρεις Αρχιερείς (Δημητριάδος Γερμανού, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και Ζακύνθου Χρυσοστόμου) και την αποδοχή τους από το Χριστεπώνυμο πλήρωμα των Γ.Ο.Χ. Η Κανονική Θεμελίωση της Αποδοχής των Τριών Αρχιερέων το 1935 ​Ένα συχνό επιχείρημα που προβάλλεται έναντι των Παλαιοημερολογιτών (Γ.Ο.Χ.) αφορά τα γεγονότα του Μαΐου του 1935. Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι η προσχώρηση των τριών Μητροπολιτών (Δημητριάδος Γερμανού, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και Ζακύνθου Χρυσοστόμου) στον αγώνα του Παλαιού Ημερολογίου και η δημοσιοποίηση της Διακήρυξης/Λιβέλλου προς τον λαό συνιστούσε μια «αντικανονική νομιμοποίηση από τη λαϊκή μάζα», εφόσον δεν υπήρχε άλλη Σύνοδος να τους δεχθεί. ​Η αιτίαση αυτή παραβλέπει βασικές αρχές της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας και του Κανονικού Δικαίου, καθώς και τα ίδια τα ιστορικά δεδομένα. ​1. Η Αρχιερωσύνη πηγάζει από τη Χειροτονία, όχι από την λαϊκή ετυμηγορία. Οι τρεις Αρχιερείς το 1935 δεν ζήτησαν από τον λαό να τους «δώσει» Ιερωσύνη, ούτε ο λαός λειτούργησε ως συλλογικός «Επίσκοπος» που αμνηστήρευσε ή αποκατέστησε κληρικούς. Οι Δημητριάδος Γερμανός και πρώην Φλωρίνης Χρυσοστομος είχαν χειροτονηθεί με Αποστολική Διαδοχή όπου αποκατέστησαν τον Χρυσόστομο Ζακύνθου με χειροθεσία. Ο λαός δεν υπήρξε ο δότης της Χάριτος, αλλά ο αποδέκτης της αρχιερατικής τους μέριμνας. ​2. Η Φύση του Λιβέλλου προς τον Λαό Ο λίβελλος/διακήρυξη που απηύθυναν οι Αρχιερείς προς το χριστεπώνυμο πλήρωμα δεν ήταν αίτημα συγχώρησης προς τον λαό, αλλά Δημόσια Ομολογία Πίστεως και ανάληψη της πνευματικής ευθύνης. Στην ιστορία της Εκκλησίας, όταν η διοικούσα αιχμή εκπίπτει ή καινοτομεί, οι Επίσκοποι που διακόπτουν την κοινωνία απευθύνονται στο πλήρωμα για να δηλώσουν τη θέση τους και να προσφέρουν μυστηριακή κάλυψη, εκπληρώνοντας το καθήκον τους ως ποιμένες. ​3. Η εσωτερική εκκλησιαστική αποκατάσταση του Χρυσοστόμου Ζακύνθου. Η περίπτωση του Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσοστόμου αποδεικνύει την αυστηρή τήρηση της κανονικής τάξεως: Επειδή είχε χειροτονηθεί μετά το 1924, η αποκατάστασή του δεν έγινε από τον λαό, αλλά μέσω χειροθεσίας από τους άλλους δύο Αρχιερείς (Δημητριάδος και πρώην Φλωρίνης όπου είχαν χειροτονηθεί Αρχιερείς πολύ πριν το σχίσμα των νεοημερολογιτών). Η πράξη αυτή έγινε εντός της Αρχιερωσύνης, τηρώντας την αρχή ότι μόνο Επίσκοπος αποκαθιστά Επίσκοπο. ​4. Ο Ρόλος του Λαού ως Φύλακα της Πίστεως. Σύμφωνα με την περίφημη Απάντηση των Πατριαρχών της Ανατολής (1848), «υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι ο λαός αυτός». Η αποδοχή των Αρχιερέων από τον λαό το 1935 δεν ήταν κανονική παρασυναγωγή, αλλά η άσκηση του δικαιώματος του εκκλησιαστικού πληρώματος να αναγνωρίζει τους ορθοδοξούντες ποιμένες του, υποτασσόμενο σε αυτούς και όχι ηγεμονεύοντας πάνω τους. ​Συνεπώς, η κατηγορία ότι οι Παλαιοημερολογίτες το 1935 «νομιμοποιήθηκαν μόνο από τον λαό» στερείται θεολογικού ερείσματος. Το 1935 υπήρξε συγκρότηση Συνόδου από υπαρκτούς Αρχιερείς που άσκησαν την αρχιερατική τους εξουσία, και όχι αυθαίρετη αποκατάσταση κληρικών από τη λαϊκή βούληση . (Από την διαδικτυακή ομάδα Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος)

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

ΣΤΙΣ 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 2006 (ΜΕ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ) ΕΤΕΛΕΣΘΗΣΑΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ (ΜΕΤΟΧΙΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙΟΥ) ΔΙΑ ΝΑ ΤΙΜΗΘΗ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ, ΚΑΘ' Ο ΗΜΠΟΔΙΣΕΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΤΟΥΣ ΤΟΤΕ ΛΑΤΙΝΟΥΣ (1818) ΝΑ ΚΤΙΣΟΥΝ ΑΛΤΑΡΙΟ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΚΤΟΤΕ Η ΗΜΕΡΑ ΑΥΤΗ 'Η Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΑΥΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΙΜΑΤΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΠΡΟΣ ΥΠΟΜΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΞ ΑΥΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΗΝΥΜΑΤΩΝ. ΤΟΥΤΟ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΥΝ ΘΕΩ ΚΑΙ ΕΦΕΤΟΣ, ΟΤΕ η 12η ΝΕΟΕΜΒΡΙΟΥ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΝ ΗΜΕΡΑΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ. ἐν τῇ «Ἀσματικῇ ἀκολουθίᾳ καί τῷ βίῳ τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος Κερκύρας» ἐκδοθείσης ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας κυροῦ Μεθοδίου, περιγράφεται τό μέγα θαῦμα τοῦ Ἁγίου, τό γενόμενον τήν νύκτα τῆς 12ης Νοεμβρίου 1716, καθ' ὅ, «ἐμφανισθεὶς δίς ὁ ἅγιος προηγουμένως κατ' ὄναρ εἰς τόν τότε ἡγεμόνα τῆς νήσου Κερκύρας Ἀνδρέαν Πιζάνην καί συστήσας αὐτῷ νά μή κατασκευάσῃ Ρωμαιοκαθολικόν θυσιαστήριον (ἀλτάριον) ἐν τῷ ἱερῷ τοῦ ἐν τῇ πόλει τῆς Κερκύρας ναοῦ Του (ἔνθα φυλάττεται τό ἅγιον λείψανόν του ἄφθαρτον) χωρίς νά εἰσακουσθῇ, περί ὥραν 12ην τῆς νυκτός ἐνεφανίσθη εἰς τόν φρουροῦντα σκοπόν τῆς Ἀκροπόλεως τῆς νήσου ὡς μοναχός, κρατῶν ἀνημμένον δαυλόν. Τοῦ σκοποῦ δέ θελήσαντος νά πυροβολήσῃ κατ' αὐτοῦ (διότι δέν ἀπήντησεν εἰς τάς ἐρωτήσεις του «ποῖος ἦτο...»), αὐτόν μέν ἥρπασεν ἀπό τῆς χειρός καί τόν ἐξεσφενδόνισεν ἔξω τῆς ἀκροπόλεως..., διά νά εὑρεθῇ ὄρθιος πλησίον τοῦ Ἱ. ναοῦ τοῦ Ἐσταυρωμένου κρατῶν τό ὅπλον του· τήν δέ πυριτιδαποθήκην τοῦ φρουρίου ἀνετίναξε διά τοῦ ἀνημμένου δαυλοῦ, φονευθέντων, συνεπείᾳ τῆς ἐκρήξεως, τοῦ ἡγεμόνος Andrea Pisani, τοῦ συμβούλου του θεολόγου δομηνικανοῦ Φραγκίσκου Frangipum καί 900 περίπου Λατίνων, κατοικούντων ἐντός τῆς ἀκροπόλεως. Ταυτοχρόνως κεραυνός κατέστρεψε μόνον τήν εἰκόνα τοῦ ἡγεμόνος ἐν τῇ ἐν Βενετίᾳ οἰκίᾳ του, μεγάλη δέ κανδύλα ἀργυρᾶ, ἀφιερωθεῖσα ὑπό τοῦ ἡγεμόνος καί δι' ἀργυρᾶς ἁλύσεως κρεμαμένη ἔμπροσθεν τοῦ ἁγίου λειψάνου του, ἔπεσε χαμαί καί συνετρίβη» καθ’ ἅ περιγράφει ὁ διδάχος τοῦ Γένους ἱερός καί λόγιος Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος εἰς τό βιβλίον του «Οὐρανοῦ κρίσις» (Λειψία Σαξωνίας, 1805).

ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ: "ΝΕΝΙΚΗΝΤΑΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΟΙ ΟΡΟΙ"

ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσήφ. Ἀνατέταλκεν ἰδού, σήμερον ἔαρ νοητόν, ἐν εὐσήμῳ ἑορτῇ τῆς Θεοτόκου καὶ τερπνῶς, εὐωδιάζει τὴν Νῆσον τῶν Κυθηραίων· χάριν ἐφαπλοῖ, τὴν Οὐράνιον, πᾶσι τοῖς φαιδρῶς ἐορτάζουσι, καὶ τὴν Αὐτῆς Εἰκόνα προσκυνοῦσι, τὴν σεβασμίαν καὶ μέλπουσι· Παρθένε χαῖρε, τῶν Κυθηραίων, δόξα τεῖχος καὶ σκἐπη. Δόξα. Ὀμοιον. Κολυμβήθρα Σιλωάμ, τοῖς Κυθηραίοις ἀληθῶς, ἀνεδείχθη καὶ πηγὴ, τῶν ἰαμάτων ὁ Ναός, τῆς Παναγίας ΠαρΘένου ἐν Μυρτιδίοις, λύσιν γὰρ ἐκεῖ, ὁ παράλυτος, νόσου τῶν δεσμῶν ἐκομίσατο, καὶ σὺν αὐτῷ σκιρτῶσιν αἱ χορεῖαι, τῶν ἰαθέντων καὶ μέλπουσι· Παρθένε χαῖρε, τῶν ἰαμάτων, κρῆνη ὄντως πλουσία. Καὶ νῦν. Ὀμοιον. Ἐξ εὐνοίας Σου πολλῆς, τῷ Κυθηραίων εὐσεβεῖ, ἀπεκάλυψας λαῷ τὴν Σὴν Εἰκόνα θαυμαστῶς, στεφανουμένην τοῖς ἄνθεσι τῆς μυρσίνης, κρήνην δαψιλῆ τῶν ἰάσεων, χάριτος πηγήν, ὡς ἀκένωτον˙ εὐχαριστοῦντες ὅθεν Σοι τὸν ὕμνον χαρμονικῶς ἀναμέλπομεν· Παρθένε χαῖρε, τῶν Κυθηραίων, θεῖον ἄφθιτον κλέος. Τῆς β΄ Στιχολογίας. Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα. Σήμερον ἅπασα, Νῆσος ἀγάλλεται, τῆ πανηγύρει Σου, Θεοχαρίτωτε, καὶ ἐν κυμβάλοις ψαλμικοῖς, βοᾶ Σοι εὐφραινομένη˙ Χαῖρε ἡ ἀπόπληκτον, θαυμαστῶς θεραπεύσασα, Χαῖρε ἡ τοῖς κάμνουσι, δωρουμένη τὴν ἴασιν· Κυθήρων χαῖρε δόξα καὶ κλέος, χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη. Δόξα. Ὀμοιον. Νῦν προφητόφθεγκτος, ρῆσις πεπλήρωται, ἀντὶ κονίζης γάρ, ἀνέβη εὔοσμος, μυρσίνη δεῖγμα θεϊκῆς, εὐνοίας Κυθήρων Νήσῳ˙ αὕτη εὐσεβείᾳ γάρ, κοσμουμένη ἠξίωται, ὄλβον ὡς Οὐράνιον, τὴν Εἰκόνα Σου δέξασθαι, Παρθένε καὶ συμφώνως βοᾶ Σοι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη. Καὶ νῦν. Ὀμοιον. Ἐπισκιάσει Σου, ἡ πρώην ἄσημος, νησὶς δεδόξασται, Ἄχραντε Δέσποινα, τῶν Κυθηραίων ταύτῃ γάρ, παρέσχες τὴν Σὴν Εἰκόνα· θεῖον ὡς θησαύρισμα, καὶ πηγὴν ἁγιάσματος, ὄθεν Ἀειπάρθενε, συγκαλεῖ, Κτίσιν ἄπασαν, συμφώνως Σοι τὸν ὕμνον βοῆσαι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη. Ο ΚΑΝΩΝ Οὖ ἡ Ἀκροστιχὶς, ἄνευ τῶν Εἱρμῶν, Κυθηραίων ὑμνῶ Μυρτιδιώτισσαν κλέος. ᾨδὴ α΄ Ἦχος α΄. Ὁ Εἱρμὸς. Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερὰ καὶ εὐκλεής, Παρθένε Μνήμη Σου, πάντας συνηγάγετο, πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστούς, ἐξαρχούσης Μαριάμ, μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων, τῷ Σῷ ἄδοντας Μονογενεῖ, ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται. Καλλιεπείας παράσχου λόγον, ὁ τῆς Σοφίας χορηγός, ἐξ ὕψους πέμπων μοι, Θρόνου τοῦ ἀστέκτου Σου, Σοφίαν πάρεδρον Χριστέ, ὅπως ἄσω ἐν ὠδαῖς, τὴν Κυθηραίων Προστάτιν, καὶ Σὴν Ἄχραντον ὑπερφυῶς, Μητέρα ὅτι δεδόξασται. Ὑμνολογεῖ Σε Κυθήρων Νήσου, ὁ ευλαβέστατος λαός, ἐνθέοις ἄσμασιν, ὅτι τὴν Εἰκόνα Σου, νῦν ἐφανέρωσας αὐτῷ, καὶ ἐξίσταται ὁρῶν, τὴν ἐπ’ αὐτῷ εὔνοιάν Σου· πηγήν Σε γάρ πάντων ἀγαθῶν, γινώσκει Ἄχραντε Δέσποινα. Δόξα. Θαυματουργοῦσα βραβεύεις ρῶσιν, τῷ παραλύτῳ ὑπὲρ νοῦν, Παρθένε Ἄχραντε, πίστει δεομένῳ Σου, ἐν Μυρτιδίων τῷ Ναῷ καὶ ὡς ἔλαφος σκιρτῶν, ὑμνολογεῖ Σου τὸ θαῦμα πηγὴν ἄφθονον τῶν δωρεῶν, κηρύττων καὶ μεγαλύνων Σὲ. Καὶ νῦν. Ἠμφιεσμένη τὴν θείαν δόξαν, τῶν Κυθηραίων ἡ νησίς, ἡ πρώην ἄδοξος, ὤφθη τῆς Εἰκὁνος Σου, τῆ φανερώσει θαυμαστῶς, καὶ κινδύνων διὰ Σοῦ, καί πειρασμῶν ἐκλυτροῦται· διὸ ὕμνον Σοι ἀναβοᾷ ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται. ᾨδὴ γ΄. Ὁ Εἱρμὸς. Ἡ δηιμιουργικὴ καὶ συνεκτικὴ τῶν ἀπάντων, Θεοῦ Σοφία καὶ Δύναμις ἀκλινῆ ἀκράδαντον, τὴν Ἐκκλησίαν στήριξον Χριστέ˙ μόνος γὰρ εἶ Ἅγιος, ὁ ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Ρωσθεὶς ὑπερφυῶς ὁ ἀποπληξίᾳ νοσήσας, λαοῦ πανδήμοις δεήσεσιν, ἐκβοᾷ σὺν δάκρυσιν, εὐγνωμοσύνης δόξα Σοι Χριστὲ, ὅτι τὴν Τεκοῦσαν Σὲ, τῶν ἰαμάτων πηγὴν ἀνέδειξας. Ἀνάσσουσα τῆς Γῆς καὶ τῶν Οὐρανῶν ἐν Ὑψίστοις, τῇ Σῇ προνοίᾳ ἡὐδόκησας, Κυθηραίων Δέσποινα, ἐπισκιᾶσαι Νῆσον ταπεινήν, ὅθεν Σὲ γεραίρουσα ὑμνολογεῖ Σου τὴν συγκατάβασιν. Δόξα. Ἰᾶσαι θαυμαστῶς, τῆς παραφροσύνης ἱκέτην, τὴν Σὴν αἰτοῦντα βοήθειαν˙ Σὲ γὰρ εἶδεν Ἄχραντε ὑπερφυῶς κατ’ ὄναρ ἐν νυκτὶ, σώφρων ὅθεν γέγονεν, ἐγκωμιάζων τὴν εὐσπλαχνίαν Σου. Καὶ νῦν. Ὠλώλυξε δεινῶς τῶν πειρατευόντων τὰ στίφη, τῇ Σῇ δυνάμει ὀλλύμενα· ἡ δὲ Νῆσος ἅπασα εὐγνωμονοῦσα ὕμνους Σοι βοᾷ, τεῖχος ἀπροσμάχητον, κατ’ ἐναντίων ὁμολογοῦσα Σε. Μικρὰ Συναπτὴ καὶ Ἐκφώνηισις Ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν. Ἡ Ὑπακοή Μακαρίζομέν Σε πᾶσαι αἱ γενεαὶ Κυθηραίων Παρθένε, την Σὴν γάρ χαριτόβρυτον Εἰκόνα ἡμῖν φανερῶσαι ηὐδόκησας. Μακάριοι ἐσμέν κραταιὰν προστασίαν Σε ἔχοντες· ἡμέρας γὰρ καὶ νυκτὸς πρεσβεύεις ὑπέρ ἡμῶν, καί χαρίτων Σου ἡμᾶς πάντας πληροῖς, ὥσπερ Μήτηρ φιλόστοργος· δι’ ὃ ἀνυμνοῦντες βοῶμεν Σοι· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ. ᾨδὴ δ΄. Ὁ Εἱρμὸς. Ρήσεις Προφητῶν καὶ αἰνίγματα, τὴν σάρκωοιν ὑπέφηναν, τὴν ἐκ Παρθένου Σου Χριστέ, φέγγος ἀστραπῆς Σου, εἰς φῶς ἐθνῶν ἐξελεύσεσθαι, καὶ φωνεῖ Σοι ἄβυσσος ἐν ἀγαλλιάσει· τῇ δυνάμειΣου δόξα Φιλάνθρωπε. Ναύτας ἐλυτρώσω τοῦ κλύδωνος, πρὸς ὅρμον ὁδηγήσασα, τῶν Μυρτιδίων θαυμαστῶς Μήτηρ γὰρ ὑπάρχεις, Χριστοῦ τοῦ λύοντος κλύδωνας, πανισχύρῳ νεύματι. Ὧπερ ἐκβοῶμεν· τῇ δυνάμει Σου δόξα Φιλάνθρωπε. Ὕδωρ γῇ διψώσῃ κατήγαγες, αὐχμόν τε διεσκέδασας, λιτανευόντων Σου πιστῶς, πάνσεπτον Εἰκόνα, Ἁγνὴ Θεόνυμφε Δέσποινα, Κυθηραίων πάντοτε καὶ δοξολογούντων, ὡς πηγήν Σε θαυμάτων ἀείρροον. Δόξα. Μέλαιναν μορφὴν τῆς Εἰκόνος Σου, πολλάκις ἐνεφάνισας, ἀλλοιουμένην θαυμαστῶς, κύκλῳ τοὺς ἐστῶτας γλυκὺ προσβλέπουσαν Δέσποινα καὶ πίστῶς τὸν ὕμνον Σοι μέλποντας ἐν φόβῳ· τῇ δυνάμει Σου δόξα Θεόνυμφε. Καὶ νῦν. Νέαν ἑορτὴν, συστησάμενοι, φαιδρῶς, ἀνευφημοῦμέν Σε, την φανερώσασαν ἡμῖν, δεῖγμα ὡς εὐνοίας, τὴν Σὴν Εἰκόνα τὴν Ἄχραντον, προσκυνοῦντες ταύτην δὲ ἀνυμνολογοῦμεν, τὴν πολλὴν πρὸς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίαν Σου. ᾨδὴ ε΄. Ὁ Εἱρμὸς. Τὸ θεῖον καὶ ἄρρητον κάλλος, τῶν ἀρετῶν Σου Χριστὲ διηγήσομαι· ἐξ ἀϊδίου γὰρ δόξης συναΐδιον καὶ ἐνυπόστατον. Λάμψας ἀπαύγασμα, παρθενικῆς ἀπὸ γαστρός, τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ σωματωθεὶς ἀνέτειλας ἥλιος. Ὡς θεῖον κειμήλιον ὄντως, τὴν ἱεράν Σου Εἰκόνα κεκτήμεθα, τῶν Κυθηραίων τὰ πλήθη καὶ διάσωσμα, ἣν ἐν μυρσίναις ἡμῖν ἀπεκάλυψας, καὶ ἐδωρήσω θαυμαστῶς· ὅθεν ὕμνοις και ὠδαῖς, πνευματικαῖς ὑμνοῦμέν Σε Δέσποινα. Μυρσίνης φυτὸν τὸ ὡραῖον, νῦν ἐπαγάλλου σὲ γὰρ ἡρετίσατο, ἡ Θεοτόκος ὡς Θρόνον καὶ παλάτιον, τοῦ παναγίου Αὐτῆς Εἰκονίσματος, καὶ θαυμαστῶς ἁγιασθέν, τὴν Βασίλισσαν φαιδρῶς, τῷ τῶν σῶν κλάδων ἤχῳ μεγάλυνε. Δόξα. Ὑψόθεν πεσὼν ἑπὶ λίθων, «Μυρτιδιώτισσα» κράζει «βοήθει μοι», ὁ παιδιαῖς ταῖς ποικίλαις ριπταζὸμενος, καὶ θαυμαστῶς διασώζεται Δέσποινα, Σὺ γὰρ ἐπέστης ταχεινή, εἰς βοήθειαν αὑτοῦ, ὄθεν ὑμνῶν κηρύττει τὸ θαῦμά Σου. Καὶ νῦν. Ρημάτων Προφήτου Παρθένε, νῦν ἐπ’ ἐσχατων ὁρῶμεν τὴν ἔκβασιν, ὑπερυψώθη φυτὸν γάρ τὸ πανεύοσμον τῶν μυρσινῶν τὴν Εἰκόνα δεξάμενον τὴν ἱεράν Σου καὶ λαμπρόν, οἰκητήριον αὐτῆς, ἀναδειχθὲν καὶ θρόνος καὶ σύμβολον. ᾨδὴ ς΄. Ὁ Εἱρμὸς. Ἅλιον ποντογενές, κητῷον ἐντόσθιον πῦρ τῆς τριημέρου ταφῆς Σου τὸ προεικόνισμα, οὗ Ἰωνᾶς ὑποφήτης ἀναδέδεικται· σεσωσμένος γάρ ὡς καὶ προυπέποτο, ἀσινὴς ἐβόα˙ θύσω Σοι μετὰ φωνῆς αἰνέσεως Κύριε. Τάραχον βιωτικῶν φροντίδων ἐκκλίνωμεν νῦν, τῶν Κυθηραίων τὰ πλήθη καὶ πρὸς τὸν Ἅγιον, δεῦτε Ναὸν Μυρτιδίων ἀναδράμωμεν· ἑστιάτωρ γὰρ ἡ Χαριτώνυμος, δαψιλής ὑπαρχει, ἅπασι προτιθεμένη χάριν την ἄφθονον. Ἴασιν ἀσθενειῶν, καὶ νόσων πηγάζεις ἀεί, τοῖς ἀσθενοῦσι Παρθένε καὶ τῷ πανσέπτῳ Σου, πίστει ναῷ Μυρτιδίων καταφεύγουσι˙ σεσωσμένοι δὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ Σου, ἀνιάνων νόσων, ὕμνον Σοι μετὰ φωνῆς αἰνέσεως ἅδουσι. Δόξα. Δάκρυσιν ὑμνολογεῖ, το θαῦμα ἐγγύθεν βληθείς, τῇ πυροβόλου βολίδι ὁ εὐλαβέστατος, οὗ τῆς φωνῆς ἐπακούσασα διέσωσας˙ ἡ βολὶς γὰρ μόνου τοῦ ἐνδύματος, ἀψαμένη μόλις, ἄθικτον ὑπερφυῶς Παρθένε κατέλιπε. Καὶ νῦν. Ἴθυνον πρὸς τοῦ Θεοῦ, τὰς τρίβους, πορείας ἡμῶν, τῶν Σὲ προστάτιν εἰδότων Θεοχαρίτωτε, θείῳ φωτί διανοίας καταυγάζουσα, Οὐρανῶν τε δόξης καταξίωσον, τοὺς θερμῇ τῇ πίστει, ὕμνον Σοι μετά φωνῆς αἰνέσεως ἄδοντας. Μικρὰ Συναπτὴ καὶ Εκφώνησης Σὺ γὰρ εἶ ὁ Βασιλεύς. ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον. Ὡς λαμπρὸν διάδημα, καὶ θεοδώρητον στέφος, τὴν σεπτὴν Εἰκόνα Σου, τῶν Κυθηραίων ἡ Νὴσος, κέκτηται τὴν ἐν μυρσίναις φανερωθεῖσαν Δέσποινα Θεοχαρίτωτε καί συμφώνως, Σοὶ τὸν ὕμνον ἀναμέλπει· Παρθένε χαῖρε πάντων ἡμῶν ἡ χαρά. Ο ΟΙΚΟΣ Πειρωμένῳ μοι νῦν διηγήσασθαι Τά κλεινά Σου Παρθένε τεράστια, Οὐρανόθεν σοφίαν κατάπεμψον Ἡ ἀσόφους ἐνθέως σοφίζουσα Καὶ πηγὴ τῆς σοφίας ὑπάρχουσα, Καὶ σαφῶς ἐν ἀνοίξει του στόματος Χάριν λόγου παράσχου μοι Δέσποινα, Ὅπως ἄσω ἐν ὕμνοις γηθόμενος Τῆς σεπτῆς Σου Εἰκόνος τὴν εὕρεσιν, Ἥν εὐνοίας ὡς δεῖγμα δεδώρησαι Κυθηραίων τῇ Νήσῳ Θεόνυμφε. Καὶ παράσχου ἐξ ὕψους μοι δύναμιν Παραλύτου ὑμνεῖν τὴν ἀνόρθωσιν, Ἀποπλήκτου τὴν ἄρρητον ἴασιν, Ναυτικῶν ἐν κινδύνοις διάσωσιν, Κεραυνῶν καὶ πυρὸς τὴν κατάσβεσιν, Λοιμικῶν νοσημάτων ἀπέλασιν, Πειρατῶν προσβολῶν τὴν ἀπόκρουσιν, Ἀνομβρίας αὐχμοῦ τὴν κατάπαυσιν, Ἀνιάτως νοσούντων τὴν ἴασιν. Καὶ τὸ πλῆθος ἑτέρων θαυμάτων Σου, Δι' ὧν σκέπη, Προστάτις καὶ Πρόμαχος, Πολιοῦχος στερρὰ καὶ Προπύργιον, Εὐεργέτις καὶ Μήτηρ φιλόστοργος Κυθηραίων Λαοῦ ἀναδέδειξαι. Ὅθεν πίστει καὶ πόθῳ τὴν ἄπειρον Ἀνυμνῶν πρὸς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίαν Σου, Ἐν ψυχῆς κατανύξει κραυγάζω Σοι. Παρθένε χαῖρε, πάντων ἡμῶν ἡ χαρά. ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ Τῇ ΚΔ΄ τοῦ Μηνός Σεπτεμβρίου , ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς θαυμαστῆς ἐν Μυρτιδίοις τῶν Κυθήρων εὑρέσεως τῆς ἱερᾶς καὶ σεβασμίας Εἰκόνος τῆς Παναγίας, Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἔνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, ἐξ οὖ καὶ Μυρτιδιωτίσσης, τῆς ὑπερφυοῦς ἰάσεως τοῦ Παραλύτου καὶ πάντων τῶν ἀπείρων θαυμάτων, ἅτινα δι' αὐτῆς πᾶσι τοῖς Κυθηραίοις καὶ λοιποῖς μετὰ πίστεως ἐπικαλεσαμένοις τὴν χάριν Αὐτῆς κατὰ καιροὺς ἐτελέσθησαν. Στίχος. Πόθῳ καὶ χαρᾷ ὁ λαὸς Κυθηραίων Τὴν τῆς Νήσου ἄγρυπνον ὑμνεῖ Προστάτιν. Πηγὴν θαυμάτων εἰκάδι ἀοίδῳ ἀμφὶ τετάρτῃ. ᾨδὴ ζ΄. Ὁ Εἱρμὸς. Ἰταμῷ θυμῷ τε καὶ πυρί, θεῖος ἔρως ἀντιταττόμενος, τὸ μὲν πῦρ δρόσιζε, τῷ θυμῷ δέ ἐγέλα, θεοπνεύστῳ λογικῇ, τῇ τῶν Ὁσίων τριφθόγγῳ λύρᾳ ἀντιφθεγγόμενος, μουσικοῖς ὀργάνοις ἐν μέσῳ φλογός· ὁ δεδοξασμένος τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. Ὡσαννά Σοι κράζει ὁ λαός, Νήσου πάσης Θεοχαρίτωτε, ἐν τῇ θείᾳ μνήμῃ Σου, τὰ βαΐα κατέχων, τῆς μυρσίνης ἐν χερσί, καὶ τὴν Εἰκόνα τὴν Σήν ἐν πίστει κατασπαζόμενος· καὶ Χριστῷ τὸν ὕμνον συμφώνως βοᾷ· ὁ δεδοξασμένος τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. Τεραστίου ξένου καὶ φρικτοῦ, κήρυξ γέγονε Θεονύμφευτε, ὁ νοσῶν ἱκέτης Σου, Σὲ γὰρ εἴδε κατ’ ὅναρ, Οὐρανίῳ Δικαστῇ προσφθεγγομένην ἐν παρρησίᾳ καὶ τὴν ἀπόφασιν, τοῦ θανάτου φεύγει καὶ χαίρων βοᾷ˙ ὁ δεδοξασμένος τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. Δόξα. Ἰταμῶς προσψαύει τὴν μορφήν, Σῆς Εἰκόνος τὴν παναιδέσιμον, τῷ δακτύλῳ ἄπιστος, καὶ ἀχρεῖός Σου δοῦλος, ὅν εὐθέως τιμωρεῖς, ἀκατασχέτῳ ροῇ αἱμάτων τῇ ἐκ του τραύματος· μετανοίᾳ ὅθεν βοᾷ συσχεθείς· ὁ δεδοξασμένος τῶν Πατερων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. Καὶ νῦν. Στρατιώτας σώζεις ἀσινεῖς, Φρούριόν τε τὸ ἐν τῇ, Πόλει Σου, κεραυνοῦ πεδήσασα, τὸ πυρίπνοον μένος ὡς Μητρὶ γὰρ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀψύχων στοιχείων φύσις καθυπακούει Σοι καὶ βοᾷ Κυθήρων λαὸς ἐν χαρᾷ· ὁ δεδοξασμένος τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. ᾨδὴ η΄. Ὁ Εἱρμὸς. Φλόγα δροσίζουσαν Ὁσίους, δυσσεβεῖς δὲ καταφλέγουσαν, Ἄγγελος Θεοῦ ὁ πανσθενὴς ἔδειξε Παισί· ζωαρχικὴν δὲ πηγὴν εἰργάσατο τὴν Θεοτόκον, φθορὰν θανάτου, καὶ ζωὴν βλυστάνουσαν τοῖς μέλπουσι· τὸν Δημιουργὸν μόνον ὑμνοῦμεν, οἱ λελυτρωμένοι καὶ υπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοῦς αἰῶνας. Στόλους ἀπίστων ἐκδιώκεις, καὶ πληρώματα Πανύμνητε, σώζουσα τὴν Νῆσον θαυμαστῶς πᾶσαν ἀσινῆ τῶν Κυθηραίων δεινοῦ ὀλέθρου καὶ λεῃλασίας, χαρὰν δὲ πᾶσιν, ὑπὲρ νοῦν, βλυστάνουσα τοῖς μέλπουσι˙ τὸν Δημιουργὸν μόνον ὑμνοῦμεν, οἱ λελυτρωμένοι, καὶ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἄναιαν θαύματι ἰᾶσαι, καὶ μανίαν ἐπικίνδυνον, δείξασα Παρθένε θαυμαστῶς δοῦλόν Σου τὸν πρίν, ἐν τοῖς ἄβατοις κρημνοῖς πλανώμενον νῦν σωφρονοῦντα, Εἰκόνος ἔμπροσθεν τῆς Σῆς, καὶ πίστει ἀναμέλποντα τὸν Δημιουργὸν μόνον ὑμνοῦμεν, οἱ λελυτρωμένοι, καὶ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱόν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸν Κύριον. Νᾶμα ζωῆς καὶ σωτηρίας δαψιλῶς Θεοχαρίτωτε βρύει Σου ὀ Πάντιμος Ναὸς πᾶσι τοῖς πιστοῖς, ὃν εὐλαβῶς Σοι λαὸς ἀνὴγειρε τῶν Κυθηραίων, ἐν ὧ ἐστῶτες, ἐν θερμῇ τῇ πίστει ἀναμέλπομεν τὸν Δημιουργὸν μόνον ὑμνοῦμεν οἱ λελυτρωμένοι καὶ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Καὶ νῦν. Κήρυξ τρανὸς τοῦ τεραστίου, Θεοτὸκε ἀναδέδεικται, νεύρων ὁ τῇ νόσῳ συσχεθεὶς ἔτεσι τρισί, καὶ θαυμαστῶς ὑγιὴς γενόμενος ἐν τῷ Ναῷ Σου, χαρᾶς τε θείας ἐμπλησθείς, τὸ θαῦμά Σου ἐδόξαζε, τὸν Δημιουργὸν μέλπων ὑμνοῦμεν, οἱ λελυτρωμένοι, καὶ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. ΚΑΤΑΒΑΣΙΑΙ ᾨδὴ α΄. Πεποικιλμένῃ τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερά καὶ εὐκλεής Παρθὲνε μνὴμη Σου, πάντας συνηγάγετο, πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστοὺς, ἐξαρχούσης Μαριάμ, μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων, τῷ Σῷ ἄδοντας, Μονογενεῖ, ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται. ᾨδὴ γ΄. Ἡ δημιουργικὴ καὶ συνεκτικὴ τῶν ἀπαντων, Θεοῦ Σοφία καὶ δύναμις, ἀκλινῆ ἀκράδαντον, τὴν Ἐκκλησίαν στήριξον Χριστέ· μόνος γὰρ εἷ Ἅγιος, ὁ ἐν Ἀγίοις ἀναπαυόμενος. ᾨδὴ δ΄. Ρήσεις προφητῶν καὶ αἰνίγματα, τὴν σάρκωσιν ὑπέφηναν, τὴν ἐκ Παρθένου Σου Χριστέ, φέγγος ἀστραπῆς Σου, εἰς φῶς ἐθνῶν ἐξελεύσεσθαι, καὶ φωνεῖ Σοι ἄβυσσος ἐν ἀγαλλιάσει· τῇ δυνάμει Σου δόξα Φιλάνθρωπε. ᾨδὴ ε΄. Τὸ θεῖον καὶ ἄρρητον κάλλος, τῶν ἀρετῶν Σου Χριστὲ διηγήσομαι· ἐξ ἀϊδίου γὰρ δόξης συναΐδιον καὶ ἐνυπὸστατον λάμψας ἀπαύγασμα, παρθενικῆς ἀπὸ γαστρός, τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ, σωματωθεὶς ἀνέτειλας ἥλιος. ᾨδὴ ς΄. Ἅλιον ποντογενές, κητῷον ἐντόσθιον πῦρ, τῆς τριημέρου Ταφῆς Σου τὸ προεικόνισμα, οὗ Ἰωνᾶς ὑποφήτης ἀναδέδεικται, σεσωσμένος γὰρ ὡς καὶ προυπέποτο, ἀσινὴς ἐβόα· θύσω Σοι μετὰ φωνῆς αἰνέσεως Κύριε. ᾨδὴ ζ΄. Ἰταμῷ θυμῷ τε καὶ πυρί, θεῖος ἔρως ἀντιταττόμενος, τὸ μὲν πῦρ ἐδρόσιζε, τῷ θυμῷ δὲ ἐγέλα, θεοπνεύστῳ λογικῇ, τῇ τῶν Ὁσίων τριφθόγγῳ λύρᾳ ἀντιφθεγγόμενος, μουσικοῖς ὀργάνοις ἐν μέσῳ φλογός· ὁ δεδοξασμένος τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ. ᾨδὴ η΄. Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν, καὶ προσκυνοῦμεν τὸν Κύριον. Φλόγα δροσίζουσαν Ὁσίους, δυσσεβεῖς δέ καταφλέγουσαν, Ἄγγελος Θεοῦ ὁ πανσθενὴς ἔδειξε Παισί· ζωαρχικὴν δὲ πηγὴν εἰργάσατο τὴν Θεοτόκον, φθορὰν θανάτου, καὶ ζωὴν βλυστάνουσαν τοῖς μέλπουσι· τὸν Δημιουργὸν μὸνον ὑμνοῦμεν, οἱ λελυτρωμένοι καὶ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἡ Τιμιωτέρα οὐ στιχολγεῖται ἀλλ’ ἀντὶ ταῦτης ψάλλεται ἡ ἐννάτη ᾠδὴ τοῦ Κανόνος μετὰ τῶν Μεγαλυναρίων. ᾨδὴ θ΄. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν Σοὶ Παρθένε Ἄχραντε, παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάζνατος. Ἡ μετὰ τοκον Παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σώζοις ἀεὶ Θεοτοκε, τὴν κληρονομίαν Σου. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καί ἑνδοξοτέρα τῶν ἄνω στρατευμάτων. Λαμπρότερον ἡλίου καταυγάζει, ἐνδόξως, ἀνατείλασα, Κυθηραίων τήν Νῆσον, ἡ φαιδρά Σου καὶ θεία πανήγυρις, καὶ θυμικῆς εὐφροσύνης, ἀποπληροῖ τοὺς βοῶντας˙ σῶζε ἀεὶ Θεοτόκε, Νῆσον τὴν τιμῶσάν Σε. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καί ἑνδοξοτέρα τῶν ἄνω στρατευμάτων. Ἐξ ὕψους ἐφ ἡμᾶς ἐν εὐσπλαγχνίᾳ, Παρθένε νῦν ἐπίβλεψον, ἐφαπλοῦσα τὴν χάριν, ἰαμάτων ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ συμπαθῶς δεχομένη, Σῶν ὑμνητῶν τὰς δεήσεις, σῶζε ἀεὶ Θεοτόκε, Νῆσον τὴν τιμῶσάν Σε. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καί ἑνδοξοτέρα τῶν ἄνω στρατευμάτων. Ὀρθρίζοντες φαιδρῶς ἐν τῷ Ναῷ Σου μυρσίνης κλάδοις στέφομεν, τὴν σεπτήν Σου Εἰκόνα, καί αὐτὴν προσκυνοῦντες δεόμεθα· ὡς Μητρικὴν παρρησίαν, πρὸς τὸν Θεὸν κεκτημένη, σῶζε ἀεὶ Θεοτόκε, Νῆσον τὴν τιμῶσάν Σε. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καί ἑνδοξοτέρα τῶν ἄνω στρατευμάτων. Σωθῆναι τοὺς Προστάτιν Σε εἰδότας, τὸν Σὸν Υἱόν ἱκέτευε, Οὐρανῶν Βασιλείας, μετὰ πότμον τυχεῖν καταξίωσον, Σοὺς ὑμνητάς ἐν Ὑψίστοις, σὺν τοῖς Ἀγγέλοις καὶ ταύτην, σῶζε ἀεὶ Θεοτόκε, Νῆσον τὴν τιμῶσάν Σε. Δόξα. Τριαδικὸν. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν Θεαρχικωτάτην, Τριάδα ἐν Μινάδι, Πατέρα Λόγον Πνεῦμα. Συμφώνως τὴν ὑπέρθεον Τριάδα, Πατέρα τὸν προάναρχον, τὸν Συνάναρχον Λόγον, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὑμνήσωμεν, τῶν Κυθηραίων τὰ πλήθη, ἐν εὐφροσύνῃ, βοῶντα· σῶζε λιταῖς τῆς Παρθένου, Νῆσον τὴν τιμῶσάν Σε. Καὶ νῦν. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καί ἑνδοξοτέρα τῶν ἄνω στρατευμύτων. Κηρύττουσιν ἐν στόμασι μυρίοις, τὰ θαύματά Σου Δέσποινα, τιμαλφέστατοι λίθοι, ἡρμοσμένοι τῇ, θείᾳ Εἰκόνι Σου, ἀναθημάτων τε πλήθη, ὡς γὰρ φιλόστοργος Μήτηρ, σώζεις ἀεὶ Θεοτόκε, Νῆσον τὴν τιμῶσάν Σε. Καταβασία θ΄ ᾠδῆς. Μεγάλυνον ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν, καί ἑνδοξοτέρα τῶν ἄνω στρατευμύτων. Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν Σοὶ Παρθένε Ἄχραντε, παρθενεύει γὰρ Τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετά τόκον Παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σώζοις ἀεὶ Θεοτόκε τὴν κληρονομίαν Σου. Μικρὰ Συναπτὴ καὶ Ἐκφώνησις Ὅτι Σὲ αἰνοῦσι πᾶσαι αἱ Δυνάμεις. Ἐξαποστειλάριον ψάλλομεν ἐκ τρίτου. Ἦχος γ΄. Ἀπόστολοι ἐκ περάτων. Φωτί Σου λαμπρυνομένη, τῶν Κυθηραίων ἡ Νῆσος, καὶ τὴν λαμπρὰν ἑορτήν Σου, πανηγυρίζουσα πόθῳ Παρθένε χαῖρε Μαρία, ἐν εὐφροσύνη βοᾷ Σοι. ΟΙ ΑΙΝΟΙ Εἰς τοὺς αἴνους ἱστῶμεν στίχους δ΄ καὶ ψάλλομεν τὰ παρόντα προσόμπια. Ἦχος δ΄. Ὡς γενναίον ἐν Μάρτυσιν. Ἀσματόπλοκον στέφανον, τῇ. Παρθένῳ προσοίσωμεν, Κυθηραῖοι σήμερον ἀγαλλόμενοι, Ταύτης φαιδρῶς ἑορτάζοντες, Εἰκόνος τὴν εὕρεσιν, ἣν κειμήλιον σεπτόν, κεκτημένοι βοήσωμεν, ἀναμέλποντες· τοὺς τιμῶντάς Σε σῶζε Κυθηραίους, ταῖς ἁγίαις Σου πρεσβείαις Θεοχαρίτωτε Δέσποινα. Ἀδοξίας τῆς πρότερον, ἐλυτρώσω τὴν Νῆσόν Σου, καὶ εἰς δόξαν ἔνθεον ἀνεβίβασας, ταύτῃ τὴν θείαν Εἰκόνα Σου, λαμπρῶς φανερώσασα, ἐξ εὐόσμων μυρσινῶν, καὶ θαυμάτων ταῖς λάμψεσι, καταυγάζουσα, Κυθηραίους Προστάτιν Σε εἰδότας, καὶ φαιδρῶς Σέ ἀνυμνοῦντας, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα. Παραλύτῳ ἀνόρθωσιν, ἀποπλήκτῳ τὴν ἴασιν, θαυμαστῶς ἐβράβευσας τῇ Εἰκόνι Σου· Νήσου μακρὰν ἀπεδίωξας, λοιμὸν τὸν πανώλεθρον, καὶ βουλὰς τῶν Πειρατῶν, ὡς ὰρά Πειρατῶν, ὡς ἀράχνην διέλυσας, εὐτεκνίαν τε, γυναιξὶ στειρευούσαις ἐδωρήσω, καὶ νοσοῦσι τὴν ὑγείαν, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα. Ὥσπερ Μήτηρ φιλόστοργος, εὐσπλαγχνίας τε πέλαγος, καὶ ἐλέους ἄβυσσος τοὺς προστρέχοντας, πίστει Ναὸν εἰς τὸν Θεῖόν Σου, πληροῖς εὐφροσύνης τε, καὶ γαλήνης ψυχικῆς, ἐφαπλοῦσα τὴν χάριν Σου τὴν σωτήριον, ἐπὶ πάντας τοὺς πόθῳ προσκυνοῦντας, τὴν ἁγίαν Σου Εἰκόνα, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα. Δόξα. Καὶ νῦν. Ἦχος πλ α΄. Ἐν εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐνδόξου Σου Μνήμης, Κεχαριτωμένη Θεόνυμφε, κυθηραῖοι ἅπαντες οἵ τε ἐν τῇ Νήσῳ καὶ οἱ πόρρῳ αὐτῆς διατρίβοντες, ἐν τῷ πανσέπτῳ τῶν Μυρτιδίων Σου Ναῷ οἱ μὲν αἰσθητῶς, οἱ δέ νοερῶς παρίστανται· καὶ κλάδους αἴροντες μυρσινῶν πανευόσμων, τῆς Τιμίας Εἰκὸνος Σου σύμβολα, ταύτην τε μετ’ εὐλαβείας κυκλοῦντες, ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς ἀναμέλπουσι· Χαῖρε ἡ ὡς ἀετὸς χρυσοπτέρυξ ἡμᾶς ὑπὸ τὰς πτέρυγάς Σου ἐπισυνάγουσα καὶ περιθάλπουσα· Χαῖρε ἡ τὴν σεπτήν Σου Εἰκόνα ὡς Οὐράνιον ὄλβον ἡμῖν δωρησαμένη, καὶ δι’ αὐτῆς τὰς δωρεάς Σου ἡμῖν ἀεννάως προχέουσα· Χαῖρε ἡ πληθὺν ἰαμάτων καὶ τῶν θαυμάτων ἡμῖν, ὑπερφυῶς ἐπομβρίζουσα, καὶ τοὺς θερμῶς Σε φωνοῦντας παντὸς κινδύνου ἐξαίρουσα. Ἀλλ’ ὦ Πανύμνητε Θεοτόκε Παρθένε, Κυθηραίων ἡ δόξα, ὑπὲρ ἡμῶν τὸν ἐκ Σοῦ γεννηθέντα ἱκέτευε, ὅπως δωρήσηται ἡμῖν ἱλασμὸν τῶν πταισμάτων, καὶ Βασιλείαν τὴν Οὐράνιον. Δοξολογία Μεγάλη. Ἀπολυτίκιον Λαοὶ νῦν κροτήσωμεν. Ἀπὀλυσις τοῦ Ὄρθρου. ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ Τὰ Ἀντίφωνα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1935 ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΝΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ 3 ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ Η ΥΠ ΑΥΤΩΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΙΣ ΩΣ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ.

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ 1935 ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΝΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ 3 ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ Η ΥΠ ΑΥΤΩΝ ΑΠΟΚΗΡΥΞΙΣ ΩΣ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Προς τον ευσεβή Ορθόδοξον Ελληνικόν λαόν, Η Πιστις των Πατέρων ημών εις δοκιμασίαν. Οι ενεδρεύοντες έξωθεν των Εθνικών και Εκκλησιαστικών προμαχώνων εχθροί, πολλοί και πολυμήχανοι. Οι επιβουλευόμενοι τον πολύτιμον θησαυρόν της Εθνικής και θρησκευτικής ημών ιδεολογίας, και εποφθαλμιώντες τον τιμαλφή μαργαρίτην της Ορθοδοξίας, πάσαν μετέρχονται δολιότητα και μηχανήν, όπως εκπορθήσωσι τα ακαθαίρετα προπύργια της Εθνικής Εκκλησιαστικής ημών δόξης και ευκλείας. Υλισταί, Κομμουνισταί, Χιλιασταί, Θεοσοφισταί, Μασσώνοι και ποικιλώνυμοι άλλοι εξωτερικοί και εσωτερικοί εχθροί, υπονομεύουσι τα ακαθαίρετα και αρραγή πυργώματα της Εθνικής και Εκκλησιαστικής ημών υποστάσεως και ακαταλύτου δυνάμεως. Οι θρασείς ούτοι και πολυμήχανοι εχθροί, κατώρθωσαν, χάριν εις την ανοχήν του Κράτους και την αδράνειαν της Εκκλησίας να εισχωρήσουν εις όλας τας τάξεις της Ελληνικʹης κοινωνίας. Προσπαθούσι δε οι λυμεώνες ούτοι της Εθνικής και Εκκλησιαστικής ημών ιδεολογίας, υπό το πρόσχημα της προόδου και της ατομικής ελευθερίας, να διαφθείρωσι την Εθνικήν και Εκκλησιαστικήν συνείδησιν της Ελληνικής κοινωνίας. Εφ ώ και κρούομεν τον κώδωνα του κινδύνου. Έλληνες Ορθόδοξοι πολίται, αγρυπνείτε, και φρυκτωρείτε επί των αδαμαντίνων επάλξεων του Εθνους και της Εκκλησίας, ίνα μη συλήσωσιν οι δολιόφρονες και πολύτροποι εχθροί τον τιμαλφή θησαυρόν της προγονικής ημών και ενδόξου κληρονομίας. Μη οκνήτε, μηδʹ αποκάμητε φρουρούντες και φυλάσσοντες φυλακάς προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Ορθοδόξου Πίστεως, και των πανταχόθεν υπονομευομένων Εθνικών παραδόσεων. Οι εχθροί πολλοί και πολυμήχανοι. Τα της Εκκλησίας θέσμια αφρούρητα, αι Εκκλησιαστικαί επάλξεις ανυπεράσπιστοι, αι Εθνικαί παραδόσεις εις περιφρόνησιν, τα Εθνικά ιδεώδη, υπό δίωξιν. Εξ αντιθέτου τα ψυχοφθόρα διδάγματα των Υλιστών, και τα ανατρεπτικά δόγματα των Κομμουνιστών, μεθοδικά και επίμονα. Οι δηλητηριώδεις και δραστικοί πλόκαμοι των διαφόρων αντεθνικών και αντιθρησκευτικών προπαγανδών, διεισδύουσι μέχρι της καρδίας του Εθνους και της Εκκλησίας. Αι δηλητηριώδεις και βρωμεραί αναθυμιάσεις της απιστίας, της υλοφροσύνης και της εκλελυμένης ηδυπαθείας, πληρούσι μέχρις ασφυξίας την ατμοσφαίραν της Ελλάδος. Δυστυχώς η προβαλλομένη αντίστασις χλιαρά, η άμυνα υπέρ των Εκκλησιαστικών θεσμίων και Εθνικών παραδόσεων άτονος και άψυχος, η αντίδρασις κατά των νοσογόνων μικροβίων, των διαβιβρωσκόντων τον Εθνικόν και Εκκλησιαστικόν ημών οργανισμόν, ανίσχυρος και ανωφελής. Τούτου ένεκα, οι προμαχώνες της Εθνικής ημών ιδεολογίας και τα προπύργια της Ορθοδοξίας, ήρχισαν το εν μετά το άλλον να υποχωρούν, και να πίπτουν εις την χειμαρρώδη και ακάθεκτον ορμήν των πολεμίων. Οι ταχθέντες ηγέται και φρουροί δια την άμυναν των Εθνικών και Εκκλησιαστικών ημών παραδόσεων, λιποψυχούν και δεν έχουν το θάρρος και την τόλμην κατά μέτωπον να αντισταθούν. Η αντίστασις και η άμυνα, δεν δύναται να επιτύχη άνευ εθνικού παλμού και πίστεως εις τα ιδανικά της πατρίδος και της θρησκείας. Απαιτείται το Εθνικόν και θρησκευτικόν εκείνο ζώπυρον, όπερ, είχον και οι Πατέρες ημών οίτινες εδόξασαν Εθνος και Εκκλησίαν. Δεον να έχωσιν οι ηγέται του Εθνους και της Εκκλησίας, το Ελληνικόν δαιμόνιον και τον θρησκευτικόν εκείνον παλμόν, δι ών εμεγαλούργησεν η Ορθόδοξος Ελληνική φυλή, αναγεννηθείσα εις την κολυμβήθραν του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Ναι, χρειάζεται πίστις εις τούς αγώνας, χρειάζεται ηθικόν σθένος, απαιτείται ψυχικόν θάρρος∙ η σιδηρά θέλησις, η ευψυχία, και η ακράδαντος ελπίς, είναι απαραίτητα δια την επιτυχίαν του αγώνος. Ταύτα πάντα είναι προσόντα, άτινα δημιουργεί η πίστις εις τα ιδανικά της Πατρίδος και της Θρησκείας. Αλλ οἱ ταχθέντες φρουροί επί των Εκκλησιαστικών επάλξεων ελλείψει ισχυράς πίστεως και σθένους ηθικού, ου μόνον δεν προβάλλουσι την απαιτουμένην αντίστασιν κατά των πολεμίων, ου μόνον δεν εγείρουσι νέα προχώματα δυνάμενα να αντιστούν εις την σύγχρονον πολεμικήν, αλλά και ελαφρά όλως τη συνειδήσει, κρημνίζουν όσα παλαίμαχοι αγωνισταί ήγειραν δια των Εθνικών και Εκκλησιαστικών ημών παραδόσεων. Απόδειξις η εσχάτως καθαιρεθείσα ακρόπολις του Π α τ ρ ο π α ρ α δ ό τ ο υ η μ ε ρ ο λ ο γ ί ο υ, όπερ, ως εις ακατάλυτος φραγμός, εχώριζεν αισθητώς τους Ορθοδόξους από τους αιρετικούς και κακοδόξους. Τον αμυντικόν τούτον προμαχώνα, πολλάκις επεχείρησαν να καταρρίψουν οι πολυμήχανοι της Ορθοδοξίας εχθροί, αλλά προς κέντρα ελάκτισαν. Διότι αντιμετώπιζον πάντοτε τούς Αρχοντας και Ταγούς της Εκκλησίας, φρυκτωρούντας ανυστάκτως επί των αδαμαντίνων επάλξεων της Ορθοδοξίας. Όντως οι θεηγόροι Πατέρες της Εκκλησίας δεν ηγνόουν και ούτοι την θεωρίαν καθ ήν το Γρηγοριανόν ημερολόγιον εθεωρείτο δήθεν τελειότερον χρονικώς του Ιουλιανοῦ. Ουχ ήττον όμως υ π ε ρ η σ π ι ζ ο ν τ ο Π α τ ρ ο π α ρ α δ ο τ ο ν∙ διότι εσέβοντο την παράδοσιν των 7 Οικουμενικών Συνόδων, και την αιωνόβιον πράξιν της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Καθ όσον το Ιουλιανόν ημερολόγιον, συνδεθέν υπό των Θεοφόρων Πατέρων της Αης Οικουμενικής Συνόδου μετά του Πασχαλίου Κανόνος, του Ορθοδόξου εορτολογίου και του Κυριακοδρομίου απετέλεσε την συνισταμένην της Θείας λατρείας και ένα ενωτικόν κρίκον της καθόλου Ορθοδοξίας, καθώς και ένα ακαθαίρετον Ορθόδοξον προμαχώνα κατά της αιρέσεως και της κακοδοξίας. Και όμως τούτο το ακαθαίρετον προπύργιον, κατεκρήμνισαν αμαχητί , όχι οι προαιώνιοι της Ορθοδοξίας εχθροί, αλλʹ οι ταχθέντες προς περιφρούρησιν τούτου Εκκλησιαστικοί άρχοντες και Ταγοί. Τούτου ένεκα, οι διοικούντες νυν την Εκκλησίαν της Ελλάδος, διασπάσαντες την ενότητα της Ορθοδοξίας δια της ημερολογιακής καινοτομίας, και διαιρέσαντες τον Ορθόδοξον Ελληνικόν λαόν εις δύο αντιθέτους ημερολογιακάς μερίδας, ού μόνον, ηθέτησαν την Εκκλησιαστικήν Παράδοσιν, καθιερωθείσα υπό των 7 Οικουμενικών Συνόδων και κυρωθείσαν υπό της αιωνοβίου πράξεως της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, αλλά έθιξαν και το Δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Διο και οι διοικούντες νυν την Ελληνικήν Εκκλησίαν δια της μονομερούς και αντικανονικής και αψυχολογήτου εισαγωγής του Γρηγοριανού ημερολογίου, απέσχισαν εαυτούς του καθόλου κορμού της Ορθοδοξίας, και εκήρυξαν εαυτούς κατ’ ουσίαν Σχισματικούς απέναντι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, των ισταμένων επί του εδαφους των 7 Οικουμενικών Συνόδων και των Ορθοδόξων θεσμών και παραδόσεων και επί των Εκκλησιών Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Σερβίας, Πολωνίας, του Αγίου Ορους, του Θεοβαδίστου Ορους Σινά κλπ. Οτι δε το πράγμα ούτως έχει, τούτο επιβεβαιοί και η εξ αρίστων Νομομαθών και Θεολόγων Καθηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου διορισθείσα προς μελέτην του ημερολογιακού ζητήματος Επιτροπή, ης Μελος ετύγχανε και ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ως Καθηγητής τότε της Εκκλησιαστικῆς Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω. Ιδού τι εγνωμοδότησε περί του νέου ημερολογίου η Επιτροπή αύτη: ʺΑπασαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αν και αυτοκέφαλοι εις την εσωτερικήν διοίκησιν αυτών, ουχ ήττον επειδή εισίν ηνωμέναι προς αλλήλας δια των Δογμάτων και των Συνοδικών όρων και κανόνων, δεν δύναται μία επί μέρους Ορθόδοξος Εκκλησία να χωρισθή, και να αποδεχθή νέον Εκκλησιαστικόν ημερολόγιον, χωρίς να λογισθή Σχισματική απέναντι των άλλωνʺ. Όθεν, αφού ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δια της ιδίας αυτού υπογραφής, κηρύττει εαυτόν Σχισματικόν, τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων, ίνα αποδείξωμεν, ότι ούτος και οι ομόφρονες αυτώ Αρχιερεῖς, κατέστησαν Σχισματικοί, ως διασπάσαντες την ενότητα της Ορθοδοξίας δια της ημερολογιακής καινοτομίας, και διαιρέσαντες την Εκκλησιαστικήν και Εθνικήν ψυχήν του Ορθοδόξου Ελληνικοῦ Λαού; Αυτός ο ίδιος Μακαριώτατος, σχολιάζων εις μίαν πραγματείαν του περί του ημερολογίου, μίαν σχετικήν επιστολήν του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου του Βʹ, λέγει τα εξής: Η επιστολή αύτη του Πατριάρχου, χαρακτηρίζει ως άριστα την θέσιν, ην ευθύς κατέλαβεν η Ορθοδοξος Εκκλησία, απέναντι της Γρηγοριανής τροποποιήσεως του ημερολογίου, ήτις θεωρείται υπʹ Αυτής ως μία των πολλών καινοτομιών της πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον και αυθαίρετος καταπάτησις των Συνοδικών Κανόνων και Θεσμών. Εκτός των Κανονικών τούτων παραβάσεων, υπάρχουν και σπουδαίοι ηθικοί λόγοι, την πηγήν έχοντες εις αυτήν την Αρχιεπισκοπήν, οι επιβάλλοντες την εκκαθάρισιν του Κλήρου παντός βαθμού, δια την ανύψωσιν των λειτουργών της Εκκλησίας, και την αναστήλωσιν του γοήτρου της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Κατόπιν τούτων, επαφιεμεν εις τον Ορθόδοξον Ελληνικόν λαόν να κρίνη κατά πόσον ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος, διαφωνών προς εαυτόν, και καταπατών τούς Ορθοδόξους θεσμούς και ιερούς Κανόνας, δύναται να η Πρόεδρος της Ορθοδόξου Ελληνικῆς Εκκλησίας, ης το κυριώτερον γνώρισμα και η ενδοξοτέρα αποστολή τυγχάνει η περιφρούρησις της Ορθοδόξου Χριστιανικής και Εθνικής Ιδεολογίας. Ημείς ανέκαθεν διεφωνήσαμεν προς την ημερολογιακήν ταύτην καινοτομίαν, αλλά συνεμορφώθημεν προς την γνώμη της πλειοψηφίας της Ιεραρχίας κατʹ Εκκλησιαστικήν οικονομίαν∙ το μεν ίνα αποφύγωμεν το Εκκλησιαστικόν Σχίσμα, το δε, διότι είχομεν την ελπίδα, ότι η Ιεραρχία προς πρόληψιν της διαιρέσεως του ποιμνίου της, θα έσπευδε να επανέλθη εις την Ορθόδοξον ημερολογιακήν τροχιάν. Αλλʹ επειδή το Σχίσμα εδημιουργήθη και άνευ ημών εις τούς κόλπους της Εκκλησίας υπό των Χριστιανών, διαιρεθέντων εξ αιτίας του νέου ημερολογίου, η δε Ιεραρχία μετά πάροδον δωδεκαετίας όλης, ου μόνον δεν ηυδόκησε χάριν της ενώσεως του ποιμνίου της και της ειρηνεύσεως της Εκκλησίας, να επαναφέρη το Ορθόδοξον ημερολόγιον αλλά και κατεδίωξε τούς Παλαιοημερολογίτας. Δια τούτο προήχθημεν καθ υπαγόρευσιν της συνειδήσεως ημών, να δηλώσωμεν εις τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον, ότι κόπτομεν πάσαν επικοινωνίαν μετ Αυτού, ως Σχισματικού κατά την ιδίαν ομολογίαν αυτού ποιούμεθα δε θερμήν έκκλησιν προς την μερίδα του Ελληνικού λαού του αποδεχθέντος το νέον ημερολόγιον επί καλή τη πίστει, ότι τούτο δεν προσκρούει προς την Ορθοδοξίαν, ως επιπολαίως διεκήρυξεν ο καινοτόμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όπως αποκηρύξωσι και ούτοι το Γρηγοριανόν ημερολόγιον, ως αντορθόδοξον, και διασαλπίσωμεν εις τον Σχισματικόν Αρχιεπίσκοπον τα ρήματα του σοφού Βρυένιου: «Ουκ αρνησόμεθά Σε φίλη Ορθοδοξία, ου ψευσόμεθά Σε Πατροπαράδοτον σέβας, ουκ αφιστάμεθά Σου Μήτερ Ευσέβεια, εν Σοι εγεννήθημεν, εν Σοι ζώμεν, και εν Σοι κοιμηθησόμεθα. Ει δε καλέση καιρός, και μυριάκις υπέρ Σου τεθνηξόμεθα». + Ο Δημητριάδος Γερμανός + Ο Πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος + Ο Ζακύνθου Χρυσόστομος