ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ (+1950)
Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
https://www.facebook.com/photo/?fbid=24016800564689327&set=gm.10165375158493942&idorvanity=63715598941&__cft__[0]=AZZ8yYSRxRQQMPA31MS2iJDLCuo1WXlaCwyBz1_gWbsqULIcWdCAqCDlMRswRQaf8JCNCVUo9_ACKrn6UQ7tmB2GK6F2PQ0ldFsIIIR2LBBXmbP01JI_JY99cFuDeDjIQ5YUTFy9jCepp-zaZZVM9G1Vfo8kc4GLxnFDcjM6ZmSFxJmojA5t_9eOJEOLM6_7WLa4ld1ARUeG9IZ_OuayZbh6&__tn__=EH-R
Η ΥΠ ΑΡΙΘΜ. Ε/72 ΤΗΣ 2.5.2008 ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΡΟΥΜΑΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΤΕ (2008) ΑΠΟΚΗΡΥΞΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΑΝΤΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΝ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ
ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057
Α.Π. Ε/72 Ἐν Κορωπίω τῆ 2.5.2008
ΠΡΟΣ
τόν Παν/τον Ἱερομόναχον
π. Παντελεήμονα.
ΘΕΜΑ: Περί τῶν χειροτονησάντων τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα Ἐπισκόπων Σεραφείμ, Στεφάνου καί Φιλίππου καί περί ἄλλων τινῶν θεμάτων διά τούς Ρουμάνους.
Ἀγαπητέ μοι π. Παντελεήμονα. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.
Σοῦ ἀποστέλλω πρός ἐνημέρωσιν, μίαν σχετικήν ἐπιστολήν.
....
Σᾶς ἐνημερώνω ἐπί τῶν νέων πολύ σημαντικῶν στοιχείων τά ὁποῖα προέκυψαν μέσα ἀπό τήν ἔρευνα μας, ὅσον ἀφορᾶ τούς τρεῖς Ἐπισκόπους τούς χειροτονήσαντας ἐν Γερμανία τό 1949 τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα Λέου, ἀπό τόν ὁποῖον ἕλκουν τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν οἱ Ρουμάνοι Ἐπίσκοποι Κασσιανός καί Γερόντιος. Τά στοιχεῖα αὐτά προέκυψαν μέσα ἀπό ἔρευνα πηγῶν εἰς Ἀγγλικήν γλῶσσαν, ἡ δέ ἔρευνα αὐτῶν ἐγένετο μέ τήν βοήθεια τοῦ ἐξ’ Αὐστραλίας ἀδελφοῦ Σταύρου Μάρκου, ὁ ὁποῖος, ὅπως γνωρίζετε, τώρα τό Πάσχα εἶναι μαζί μας εἰς Ἑλλάδα.
Ὅταν μετέβημεν εἰς Ρουμανίαν εἴχαμε ὑπ’ ὄψιν ὄχι σαφῆ στοιχεῖα περί τῶν τριῶν Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐχειροτόνησαν τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα. Βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων, δέν ἦτο δυνατόν νά πεισθῶμεν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ὅτι οὗτοι, ὅταν ἐχειροτόνησαν τόν Ἐπίσκοπον Βίκτωρα εἶχον τήν καθαράν Ὁμολογίαν, ὅπως ἀπ’ ἀρχῆς τήν ἐκράτησαν οἱ Ρουμάνοι Κλῆρος καί Λαός. Ἀλλά ἐδημιουργήθησαν καί ὡρσιμένα ἐρωτηματικά περί τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς.
Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐπληροφορήθημεν ἦτο ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς οὗτοι ἦσαν Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς. Ἐπειδή δέ οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς, καθ’ ἅ μέ ἐπληροφόρησεν προσωπικῶς ὁ ἴδιος ὁ Προκαθήμενός των Λαῦρος, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ἦτο δύσκολον νά δεχθῶμεν ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς οὗτοι εἶχον καθαράν Ὁμολογίαν. Ἐπείσθημεν, ὅμως, εἰς τάς διαβεβαιώσεις τῶν Ρουμάνων Ἐπισκόπων καί Ἱερέων, ὅτι τό πλήρωμα τῆς γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας (Μοναχοί καί λαϊκοί) ἐδέχθησαν νά ὑπαχθοῦν ὑπό τό ὠμοφόριον τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Βίκτωρ τούς ἐδήλωσεν ὅτι «ἐάν δέν διεπίστωνα ὅτι ἦσαν Ὀρθόδοξοι, δέν θά ἐδεχόμουν νά χειροτονηθῶ ὑπ’ αὐτῶν».
Κατά τήν συνεδρίασιν τῆς διευρυμένης Συνόδου τῆς 7, 8, καί 9 Φεβρουαρίου 2008, δέν προέκυψεν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἡ καθαρά Ὁμολογία τῶν Ἐπισκόπων τούτων, οὔτε ὅτι ἐκέκτηντο Κανονικήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, πλήν ὅμως διά τόν λόγον, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία ἐβεβαίωσεν ἐγγράφως, τήν καλήν Ὁμολογίαν τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, ἀπεφάνθημεν ὅτι δέν χρειάζεται οὔτε χειροθεσία, οὔτε συγχωρητική εὐχή. Εἴπομεν, ὅτι εἶναι δυνατή ἡ ἕνωσις μετά τῶν Ρουμάνων Ἐπισκόπων διά μιᾶς ἁπλῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως, ἀναγνωρίσεως τῶν χειροτονιῶν καί τῶν τελεσθέντων μυστηρίων, ἡ ὁποία ἕνωσις θά ἐπισφραγισθῆ διά κοινοῦ συλλειτούργου, εἰς τό ὁποῖον θά ἐπικαλεσθῶμεν τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά θεραπεύση τά ἀσθενῆ καί τά ἐλλείποντα νά ἀναπληρώση.
Κατά τήν ἑπομένην Μητροπολιτικήν Σύνοδον τῆς 1 Ἀπριλίου 2008 εἰς τήν ὁποίαν συμμετεῖχεν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί ἀντιπροσωπευτικῶς καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ρωσίας, ἀπεφασίσαμεν τήν ἀναγνώρισιν, καί ἐπικύρωσιν τῶν χειροτονιῶν τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος διά μιᾶς ἁπλῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς Μητροπολιτικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία πράγματι καί ὑπεγράφη, τό δέ κοινόν συλλείτουργον, κατόπιν συνεννοήσεως καί μετά τῶν Ρουμάνων Ἐπισκόπων ὡρίσθη διά τήν Παρασκευήν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς εἰς Ρουμανίαν.
Κατ’ αὐτήν τήν συνεδρίασιν ἐγένετο ἀναφορά καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἐδέχετο ἡ Ἐκκλησία Ἐπισκόπους χειροτονηθέντας ἐκτός αὐτῆς, ἤτοι διά μόνης τῆς Ὁμολογίας, χωρίς νά ἐξετάζεται τό θέμα τῆς χειροτονίας των, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἅγιο Ἀνατόλιο Κωνσταντινουπόλεως, τόν ἅγιο Μελέτιο Ἀντιοχείας, καί κατά τήν Ζ΄ Οἱκουμενικήν Σύνοδον, μέ τούς Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἐχειροτονήθησαν παρά αἱρετικῶν. Παραθέτω ἕν μέρος ἀπό τήν σχετικήν Εἰσήγησίν μου:
«Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναγνωρίζει τήν ἐκτός αὐτής ἱερωσύνην ὡς δημιουργόν κανονικῶν συνεπειῶν, καί τούτο παρά τήν, διά τοῦ θεσμοῦ της Οἰκονομίας, ἐνίοτε περιπτωτικήν ἀναγνώρισιν τῶν τοιούτων κανονικῶν αποτελεσμάτων τῶν προερχομένων ἐκ χειροτονιῶν εἴτε ἐν τῇ καθαιρέσει, εἴτε ἐν τῇ αἱρέσει καί τῷ σχίσματι.
Οὔτως ἡ Ἐκκλησία, τῇ Οἰκονομίᾳ χρωμένη καί τήν ἑνότητα ἐν τῷ σώματι αὐτής διώκουσα, ἀνεγνώρισε τό κύρος χειροτονιῶν τελεσθεισῶν καί ὑπό αἱρετικῶν εἰσέτι καί σχισματικῶν, καί ἐδέξατο ἄνευ ἀναχειροτονήσεως τους τοιαύτας λαβόντας ἀντικανονικᾶς χειροτονίας.
Ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐδέχθη λ.χ. ἄνευ ἀναχειροτονήσεως τούς τε Μελιτιανούς καί τούς Καθαρούς ὡς καί τούς Μιξοφυσίτας καί Θεοπασχίτας. Οἱ Μεσσαλιανοί κληρικοί, ἀρνούμενοι τήν πλάνην, ἐγίγνοντο δεκτοί ὑπό τῆς Γ' Οἰκουμενικής Συνόδου ἄνευ ἀναχειροτονήσεως.
Οἱ πλείστοι τῶν μετασχόντων τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικής Συνόδου Ἐπισκόπων, καίπερ κεχειροτονημένοι ὑπό Μονοθελητών, ἐγένοντο ἄνευ ἑτέρου δεκτοί ὡς σύνεδροι.
Η Ζ' Οἰκουμενική Σύνοδος ἐδέξατο εἴς τούς οἰκείους βαθμούς τους ἀποκηρύξαντας τήν αἵρεσιν τῆς εἰκονομαχίας. Ἡ ἐν Καρθαγένῃ ἐδέχθη ἄνευ ὡσαύτως ἀναχειροτονήσεως τούς Δονατιστάς ὑπό τόν ὅρον τῆς ἀποκηρύξεως ὑπ' αὐτών τῆς αἱρετικῆς των δοξασίας.
Ο Μ. Βασίλειος ἀνεγνώρισε τούς Ζώϊνον καί Σατουρνίνον ἐπιστρέψαντας ἐκ τῶν Εγκρατιτῶν τῇ Ἐκκλησία.
Τουτ' αυτό έπραξεν ὁ Μ. Ἀθανάσιος διά τούς ἀρειανούς. Ὁ αὐτός τόν Ἐπίσκοπον Σιδήριον, χειροτονηθέντα ὑφ' ἑνός ἐπισκόπου, ἐδέχθη ἄνευ ἀναχειροτονήσεως, προαγαγών τούτον εἴς Μητροπολίτην Πτολεμαΐδος.
Οἱ ὑπό τοῦ μονοφυσίτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας Πέτρου του Γ' τοῦ Μογγοῦ χειροτονηθέντες ἐπίσκοποι, ἀποκηρύξαντες τόν Εὐτυχιανισμόν, ἐγένοντο δεκτοί μετά τοῦ βαθμοῦ των.
Καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος αὐτός καθαιρεθείς ὑπό Συνόδου ἐν Ἀντιοχεία τῷ 340 ἀποκατέστη ἐπί Κώνσταντος ἄνευ ἀναχειροτονήσεως. Κατά τόν ἱερόν Φώτιον οὐδείς τῶν ὑπό Παύλου τοῦ Σαμοσατέως χειροτονηθέντων ἀνεχειροτονήθη.
Ὁ δέ Ἀντιοχείας Μελέτιος, χειροτονηθείς ὑπό αἱρετικῶν, ἐγένετο δεκτός ἄνευ ἀναχειροτονήσεως. Κατᾶ τόν γ' αἰώνα ὁ Ρώμης Κορνήλιος ἐδέχθη τόν ἐκ τοῦ Ναυατιανοῦ σχίσματος προσελθόντα τῇ Ἐκκλησία πρεσβύτερον Μάξιμον ἄνευ ἀναχειροτονήσεως».
ΔΗΛΑΔΗ διαπιστώνομεν, ὅτι ὅταν ὑπῆρχεν ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ, οἱ Πατέρες ἐδέχοντο τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, ἤτοι τάς χειροτονίας τῶν προσερχομένων Αὐτῆ, ἄνευ ἀναχειροτονίας, καί ἄνευ χειροθεσίας, ἡ ὁποία εἶναι μυστικωτέρα χειροτονία. Μόνον, ὅταν κάποιος ἐχειροτονήθη ἐκτός Ὁμολογίας, ἤτοι ἐκτός Ἐκκλησίας, καί παρέμενεν ἐκτός Ὁμολογίας καί κατόπιν ἐπέστρεφε εἰς τήν Ἐκκλησίαν, τοῦ ἔκαμναν χειροθεσίαν, ἡ ὁποία ἦτο μία ἐπισφράγισις καί ἐπικύρωσις τοῦ ἀκύρως τελεσθέντος ἐκτός Αὐτῆς μυστηρίου. Ἐν προκειμένω, διά τήν περίπτωσιν τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, ἐάν οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ρουμανίας διεπίστωναν ὅτι ἡ χειροτονία του ἦτο παρά μή Ὀρθοδόξων, δέν θά τόν ἐδέχοντο, ὅπως δέν ἐδέχθησαν τήν χειροτονία τοῦ Γλυκερίου ὑπό τοῦ νεοημερολογίτου Γαλακτίωνος.
Μέ τήν ἐδῶ παρουσίαν τοῦ ἀδ. Σταύρου Μάρκου, ἠθέλησα νά διερευνήσω καλύτερα τό θέμα. Ὁ ἀδ. Σταῦρος ἐβοήθησε εἰς τοῦτο τά μέγιστα, διότι ἔφερε εἰς φῶς στοιχεῖα τά ὁποῖα εἶναι γραμμένα εἰς τήν Ἀγγλικήν ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τά ὁποῖα ἦσαν ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς.
Α΄
Παραθέτω τά βιογραφικά σημειώματα τῶν Ἐπισκόπων Σεραφείμ, Στεφάνου Φιλλίπου οἱ ὁποῖοι τό 1949 ἐχειροτόνησαν τόν Βίκτωρα Λέου:
α) Ὁ Ἐπίσκοπος Σεραφείμ, ὁ χειροτονήσας μετά τοῦ Στεφάνου καί τοῦ Φιλίππου τόν Ἐπίσκοπο Βίκτωρα, εἶχε χειροτονηθεῖ τό 1924 ἀπό τόν Μητροπολίτη Ποιμένα Πέγκωφ τῆς Αὐτοκεφάλου Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας. Τό 1930 ἐξωρίσθη ἀπό τήν Σοβιετική Ἕνωσι διότι ἦτο Γερμανικῆς καταγωγῆς. Τό 1931 ἐντός τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς εἰς τό Μόναχον (Μούνχεν) τῆς Γερμανίας, ἔδωσε δημόσια Ὁμολογία καί μετάνοια πρός Κλῆρον καί Λαόν διά τήν συμμετοχήν του εἴς τόν Ρενοβατιανισμόν-Σεργιανισμόν, καί οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς, βάσει τῆς καλῆς του Ὁμολογίας καὶ μετανείας, τόν ἀνεγνώρισαν ὡς Κανονικόν Ἐπίσκοπον καί τόν δέχθηκαν ὡς μέλος τῆς Συνόδου των. Ὡρίσθη καὶ ἐνεθρονίσθη ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ὡς Ἐπίσκοπος Βερολίνου.
Τό 1939 οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς μετέτρεψαν τὴν ἐν Βερολίνῳ Ἐπισκοπήν του εἴς Ἀρχιεπισκοπήν Πάσης Γερμανίας. Τό δέ 1942 ὡρίσθη καί Μητροπολίτης καί Ἔξαρχος Κεντρικῆς Εὐρώπης. Τό 1945 εἶχε ὑπό τήν Προεδρίαν του 16 Ἐπισκόπους καί 300 Κληρικούς. Μέ τό τέλος τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ἐχώρισε ἀπό τήν Σύνοδο τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ, ἔγραφε ὅτι ὁ Ἀναστάσιος (τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς) ἐχώρισεν ἀπό αὐτούς. Ὁ Ἀναστάσιος ἤθελε νά φύγη ἀπό τήν Γερμανία καί νά μεταβῆ εἰς Ἀμερικήν, ὅπου εἶναι σήμερα ἡ ἕδρα τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ἔκτοτε ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ παρέμεινε πρόεδρος ἰδικῆς του Συνόδου, κεχωρισμένης ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς.
Τό 1949 ἐχειροτόνησε τόν Βίκτωρα Λέου, ἐνῶ δέν εἶχε κοινωνίαν οὔτε μέ τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οὔτε μέ τά Πατριαρχεῖα. Ἐκοιμήθη τήν 1.9.1950 καί ἐτάφη εἰς Γερμανίαν. Τό πλέον σημαντικό εἶναι ὅτι οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς εἶχον διωρίσει μυστικά τόν Σεραφείμ ὡς ὑπεύθυνο τῆς Ἱεραποστολῆς εἰς Ρουμανίαν-Μολδαυίαν-Βεσαραβίαν διά τούς Ρωσόφωνους Παλαιοημερολογίτας. Ὅταν τό ἐπληροφορήθη ὁ Νεοημερολογίτης Πατριάρχης Ρουμανίας τόν ἐξεδίωξε ἀπό τήν Ρουμανία μέ τήν ἐπέμβασις τῆς κρατικῆς ἀσφαλείας. Περί τῶν ἀγώνων του εἰς τάς ἀνωτέρω περιοχάς ἔχομεν πληροφορίαν ἀπὀ ἐπιστολήν τοῦ Μητροπολίτου Βιταλίου πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Ἀνδρέα τό 1972.
β) Ὁ Ἐπίσκοπος Στέφανος Σεβμπώ, ὁ δεὐτερος κατά τήν τάξιν ἀπό τούς χειροτονήσαντας τόν Ἐπίσκοπο Βίκτωρα Λέου, ἐχειροτονήθη ἐντός τῆς Αὐτοκεφάλου Λευκορωσικῆς Ἐκκλησίας στήν Πολωνία, καί πάντοτε ἀκολουθοῦσε τό πάτριο ἡμερολόγιο καί διεκήρυσσε μέ παρρησία καί ἐν μέσω διωγμῶν τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν. Τό Πολωνικόν Κράτος, ὅπου ἔδρα, τόν ἐπίεζεν ἀφόρητα διά νά γυρίση μέ τό νέον. Ἕνα διάστημα τόν ἐφυλάκισαν διότι ἀκριβῶς ἠκολούθει τό παλαιόν. Δέν ἐμνημόνευε οὔτε τόν Πατριάρχη Μόσχας. Δηλαδή εἶχε καλήν Ὁμολογίαν καί ἔναντι τοῦ ἡμερολογιακοῦ νεωτερισμοῦ καί ἔναντι τοῦ Σεργιανισμοῦ.
Τό 1943 παρευρέθη, ἐνῶ δέν ἦταν μέλος τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, στήν Σύνοδόν των, εἰς τήν ὁποίαν κατεδίκασαν τήν ἀντικανονική ἐνθρόνιση τοῦ Σεργίου ὡς Πατριάρχου Μόσχας ἀπό τόν Στάλιν. Τήν 23.4/6.5.1946 οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς τόν δέχθηκαν ὡς Κανονικόν Ἐπίσκοπον, τοῦ ἔδωσαν Ἐπισκοπικήν ἕδραν καί τόν ἐνθρόνισαν ὡς Ἀρχιεπίσκοπον Βιέννης καὶ πάσης Αὐστρίας. Ὅταν ἐχώρισεν ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ Λάντε ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς τόν ἀκολούθησε καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Στέφανος.
Τό 1949 ἔλαβε μέρος στήν χειροτονία τοῦ ὁμολογητοῦ Βίκτωρος Λέου. Ἐκοιμήθη τήν 12.1.1965, παραμένων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν. Εἶναι κατᾶ μαρτυρίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου πρός τούς Σέρβους Εὐσέβιον καί Ἐλένην, ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον ἀνεζήτησεν ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος διά νά συμπράξη μετ’ αὐτοῦ εἰς τῆν χειροτονίαν ἐπισκόπων, ἀλλά λόγῳ τῶν διωγμῶν καί τῆς φυλακίσεως του δέν ἠδυνήθη νά ἔρθη εἰς τήν Ἑλλάδα.
γ) Ὁ Ἐπίσκοπος Φίλιππος Βών Γκάρδνερ, ὁ ὁποῖος ἦτο βαθύς γνώστης καί συγγραφέας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἔγινε μοναχός, Ἱερομόναχος καί Ἐπίσκοπος τό 1936 εἰς τήν Ρωσικήν Ἐκκλησίαν τῆς Διασπορᾶς. Τό 1946, ὅταν χώρισε ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ Λάντε ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς τόν ἀκολούθησε καί αὐτός ὡς βοηθός του Ἐπίσκοπος.
Τό 1949 συμμετέσχε στήν χειροτονία τοῦ Βίκτωρος Λέου. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Μητροπολίτης Σεραφείμ (τέλη 1950) ὁ Ἐπίσκοπος Φίλιππος παραιτήθηκε ἀπό τόν θρόνον του καί ἔγινε κοσμικός. Εἰς τήν συνέχειαν ὁ ἴδιος πῆγε στήν Ἀμερική καί ἐπέστρεψε στήν Ἐκκλησία τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι τόν διώρισαν ἀρχιψάλτη στόν Καθεδρικό τους Ναό στή Νέα Ὑόρκη. Πέθανε τό 1984.
Β΄
Παραθέτω ἐπίσης σύντομα βιογραφικά, διά τούς Ὁμολογητάς Ρουμάνους Ἐπισκόπους, Γρηγόριο Λέου, Βησσαρίωνα Πουΐου, καὶ Βίκτωρος Λέου:
α) Ὁ ἔγγαμος ἱερεύς Γεώργιος (κατόπιν Γρηγόριος) Λέου ἀνῆκε εἰς ἱερατικόν γένος. Ἤτο ἔνατος κατᾶ σειράν ἱερεύς, πρώτος τῶν ὁποῖων ἤτο ὁ πρωθιερεῦς Μιχαήλ Λέου ὁ ὁποῖος ἤτο ἐξομολόγος τοῦ Ἁγίου Μολδαυοῦ Βασιλέως Στεφάνου τοῦ Μεγάλου, τοῦ κτίτωρος 44 ἐκκλησιῶν ἐν τῇ περιοχῇ τῆς Μολδαυΐας τόν καιρό τῆς βασιλείας του (1454-1504). Ἡ σύζυγός τοῦ πατρός Γεωργίου ἐφονεύθη κατά τόν Α΄ Παγκόσμιον πόλεμον. Κατᾶ τό 1924 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Χούσων καὶ μετονομάσθη Γρηγόριος. Ἀμέσως ἐχειροτόνησεν τόν υἰόν του, τόν Βασίλειον Λέου, εἰς ἔγγαμον διάκονον καἰ κατόπιν ἱερέαν.
Ὄταν ἐφαρμόσθη ἡ καινοτομία τοῦ νέου ἠμερολογίου εἰς τήν Ρουμανίαν ὑπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Βουκουρεστίου Μύρωνα, ὁ Ἐπίσκοπος Γρηγόριος κατ’ ἀρχᾶς ἀντέδρασε ἐναντι τῆς καινοτομίας. Ἀλλά ὄταν ἤρχισαν οί διωγμοί ἐναντίον τῶν παλαιοημερολογιτῶν, ἐπιέσθη διά νά δεχθή τό νέον ἠμερολόγιον.
Τήν 29 Αὐγούστου 1948 ὁ Ἐπίσκοπος Χούσων Γρηγόριος, μετά τοῦ Ἐπισκόπου Τόμιδος Καισαρείου, ἔστειλαν τόν ἱερέα Βασίλειο (ἀφοῦ εἴχε σκοτωθεῖ ἡ πρεσβυτέρα του κατᾶ τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) μετά τοῦ ἱερέως Φλωριανοῦ Γαλδάου στήν Αὐστρία διά νά βοηθήση τούς ἐκεῖ Γνησίους Ὀρθοδόξους.
Ὅταν πληροφορήθηκε τό Ρουμανικό Κράτος διά τίς δραστηριότητές τοῦ υἰοῦ του, δηλαδή τοῦ ἱερέως Βασιλείου (κατόπιν Βίκτωρος) Λέου, κατήργησαν τήν Ἐπισκοπή του Ἐπισκόπου Γρηγορίου, τόν συνέλαβαν (25.2.1949) εἰς τό Βουκουρέστι καί τόν ἐδηλητηρίασαν. Ἐκοιμήθη μαρτυρικῶς μετά 3 ἡμέρας, ἤτοι τήν 28.2.1949.
β) Ὁ Ἐπίσκοπος Βησσαρίων Πουΐου ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Ἄργους τῆς Ρουμανίας τό 1921. Μετέβη τό 1944 εἰς Αὐστρία καὶ κατόπιν Γερμανία, Ἑλβετία, Ἰταλία καί Γαλλία. Κατᾶ τό 1948, μετά τοῦ ἱερομονάχου Βίκτωρος Λέου καὶ ἑτέρων ἐν τῇ Διασπορᾷ Ρουμάνων κληρικῶν, ἵδρυσε τήν «Αὐτοκέφαλον Ἀρχιεπισκοπήν τῆς Ρουμανικῆς Διασπορᾶς», ἀπεκήρυξεν τό νεοημερολογιτικόν Πατριαρχεῖον Ρουμανίας καί συνηργάσθη μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ἱδιαιτέρως μετά τῆς ἐν Γερμανίᾳ Συνόδου τοῦ Μητροπολίτου Σεραφείμ Λάντε, εἰς τόν ὁποῖον ἔστειλε τόν ἱερομόναχο Βίκτωρα διά νά χειροτονηθή ὄπερ καί ἐγένετο τό 1949. Δι’ αὐτήν τήν συνεργασίᾳ του, καί τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος, καὶ γενικώτερα διά τῆν δράσιν του ὑπέρ τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας, καθηρέθη ὑπό τοῦ Πατριαρχεῖου Ρουμανίας στίς 15/28 Φεβρουαρίου 1950. Διά λόγους ἀσθενείας (παραλυσίας) ὑπέβαλε τήν παραίτησιν του τό 1958. Ἐκοιμήθη τήν 10 Αὐγούστου 1964 καί ἐτάφη στήν Γαλλία.
γ) Ὁ Βασίλειος (κατόπιν Βίκτωρ) Λέου ἐγεννήθη τό 1903 στό Γαλάτσι Ρουμανίας. Σπούδασε θεολογία. Ἦτο κατᾶ σάρκα υἱός τοῦ ἱερέως Γεωργίου Λέου τοῦ μετέπειτα Ἐπισκόπου Γρηγορίου. Ἔγγαμος, ἐχειροτονήθη εἰς διάκονον καί κατόπιν ἱερέαν τό 1924 καί διωρίσθη ἐφημέριος τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἰς Ἰάσιον. Ἀφοῦ ἐφονεύθη ἡ πρεσβυτέρα του, τήν 29 Αὐγούστου 1948 ὁ πατέρας του, δηλαδή ὁ Ἐπίσκοπος Χούσων Γρηγόριος Λέου, μετά τοῦ Ἐπισκόπου Τόμιδος Καισαρείου, παρά τό γεγονός ὄτι ἤσαν νεοημερολογίται, τόν ἔστειλαν μαζί μέ τόν ἱερέα Φλωριανό Γαλδάου στό ἐξωτερικό διά νά βοηθήσουν τόν ἀγώνα κατᾶ τοῦ νέου ἠμερολογίου καί κατᾶ τῶν ἀθεϊστῶν, καί ἴδιαιτέρως νά βοηθήσουν τόν ἀσθενῆ Ἐπίσκοπο τῶν Ρουμάνων Παλαιοημερολογιτῶν τῆς Διασπορᾶς Βησαρίωνα Πουΐου. Πῆγαν στήν Γιουγκοσλαβία καί ἀπό ἐκεῖ στήν Αὐστρία.
Μόλις ἔφθασαν στήν Αὐστρία βρῆκαν τόν Ἐπίσκοπο Βησαρίωνα ὁ ὁποῖος τοῦς δέχθηκε δι’ ὁμολογίας ὑπό τό ὠμοφόριό του καί τοῦ ἔδωσε τό ἀγγελικόν σχῆμα μέ τό ὄνομα Βίκτωρ. Ὀ ἱερομόναχος Βίκτωρ ἀνέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Μετέβη εἰς Ἀγγλίαν, Γαλλίαν, Ἰσπανίαν καί Ἰταλίαν διά λόγους ἱεραποστολῆς. Ἐδημιούργησε πολλές ἐνορίες καί Παραρτήματα στήν Διασπορά. Ἐδημοσίευσε ἄρθρα σέ πολλά περιοδικά, καί ἄρχισε δική του ραδιοεκπομπή στό Β.Β.C. καί ἄλλα τρία ραδιοπρογράμματα στήν Γερμανία, Αὐστρία καί Γαλλία. Βοηθοῦσε τούς διωκόμενους στήν Ρουμανία διά νά πάρουν ἄδειες νά μεταβοῦν σέ Δυτικές χῶρες. Ὅταν πληροφορήθηκε τό Ρουμανικό Κράτος διά τήν δραστηριότητά του στό ἐξωτερικό στράφηκαν κατά τοῦ πατρός του, τόν ὁποίον ὄπως είπομεν ἀνωτέρω, συνέλαβον καί ἐδηλητηρίασαν.
Ἐν τῷ μεταξύ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βησσαρίων ἵδρυσε τήν Αὐτοκέφαλη Ἀρχιεπισκοπή τῆς Ρουμανικῆς Διασπορᾶς, ἡ ὁποία καί ἀπεφάσισε νά χειροτονηθῆ ὁ ἱερομόναχος Βίκτωρ Ἐπίσκοπος. Ἡ ἐκλογή του ἀνεγνωρίσθη ἀπό τόν ἐκπρόσωπο τῶν Συμμάχων (τόν Βρεταννόν ἀξιωματοῦχο Ἄτκινσον) καί ἡ κληρικολαϊκή Σύναξις τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς ἔστειλε αἴτησι στήν Σύνοδο τοῦ Μητροπολίτου Σεραφείμ Λάντε διά τήν χειροτονίαν του. Πράγματι τόν Δεκέμβριο τοῦ 1949 εἰς τό Μόναχο (Μούνχεν) τῆς Γερμανίας, ὁ Μητροπολίτης Βερολίνου Σεραφείμ μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Βιέννης Στέφανο καί τόν Ἐπίσκοπο Φίλιππο, τόν ἐχειροτόνησεν καί τόν ἀνέδειξεν Ἀρχιεπίσκοπον τῶν Ρουμάνων τῆς Διασπορᾶς.
Στίς 16 Αὐγούστου τοῦ 1952 οἱ πράκτορες τῆς Μυστικῆς Ἀστυνομίας τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως (K.G.B.) τόν συνέλαβαν, τοῦ ἔκαναν ἕνεσι, ξύπνησε μετά τρεῖς ἡμέρας καί διεπίστωσε ὅτι ἦταν ξυρισμένος, χτυπημένος καί ἐν φυλακῆ, καί τοῦ εἶχαν κλέψει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά του ἔγγραφα, ἄμφια κλπ. Τόν στείλανε στήν φυλακή Λιουμπλιάνγκα, ὅπου τόν ἀνακρίνανε ἐπί 7 μῆνες, καί τόν ἐκβίαζαν νά ἀποκαλύψη ποῦ βρίσκονται οἱ κρυπτόμενοι γνήσιοι ὀρθόδοξοι κλπ.
Ἡ μυστική ἀστυνομία τῆς Ρωσίας τόν ἔστειλε (μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 2417/20.11.1954 ἔγγραφο) στό Βουκουρέστι γιά νά δικασθῆ. Εἶναι πολύ σημαντική ἡ Ὁμολογία του στό Δικαστήριο πού ἔγινε στίς 16.11.1954. Εἶπε: «Θεωρῶ τόν κομμουνισμό τόν κυριώτερο ἐχθρό τῆς χριστιανωσύνης. Διά τοῦτο ἔκαμα σκοπό τῆς ζωῆς μου αὐτόν τόν ἀγῶνα». Ὅταν τόν πίεζαν νά ἀρνηθῆ αὐτόν τόν ἀγῶνα, καί τόν ἀπειλοῦσαν ὅτι θά τόν σκοτώσουν, ἐδήλωσε: «Ἡ μόνη ἀπόφασις μέ τήν ὁποία θά μέ τιμήση αὐτό τό δικαστήριο εἶναι τό νά μέ καταδικάσετε εἰς θάνατον». Σημειωτέον ὅτι ὅταν ἔπεσε τό ἀθεϊστικό καθεστώς εὑρέθησαν 300 σελίδες γραμμένες ἀπό ἀστυνομικούς πού τόν ἀνάκριναν. Ὅπως δήλωναν οἱ ἴδιοι οἱ ἀστυνομικοί, δέκα ὁλόκληρα χρόνια τόν χτυποῦσαν γιά νά ἀλλάξη τήν γνώμην του, ἀλλά ἐκεῖνος ποτέ δέν ἀρνήθηκε τήν πίστιν του καί τόν ἀγῶνά του.
Μετά ἀπό δέκα ὁλόκληρα χρόνια, δηλαδή τό 1964, τόν ἐλευθέρωσαν (ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθμ. 5949/1964), ἀλλά δέν ἀνεγνώρισε τό Πατριαρχεῖο, καί προσχώρησε στήν παλαιοημερολογίτικη Σύνοδο τοῦ Ἐπισκόπου Γλυκερίου Τανάσε, στήν Μονή Σλατιοάρα. Αὐτοί τόν ἐδέχθηκαν ὡς Κανονικό Ἐπίσκοπο καί ὁ ἴδιος ἐχειροτόνησε τόν Ἐπίσκοπο τους Σίλβεστρο, μετέπειτα Πρόεδρο τῆς Συνόδου των. Ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Γλυκερίου ἀπεχώρησε, διότι ἔμαθε ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ὁ Γαλακτίων, ὁ ὁποῖος ἐχειροτόνησε τόν Γλυκέριο, ἦτο χειροτονημένος τό 1935 ἀπό νεοημερολογίτας Ἐπισκόπους, καί κατεδικάσθη καί καθηρέθη ἀπό τό Πατριαρχεῖον Ρουμανίας, ὄχι διά λόγους Ὁμολογίας, ἀλλά διά 11 κατηγορίας Κανονικῆς τάξεως, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὑπέβαλε παραίτησιν ἀπό τόν θρόνον του καί ζοῦσε εἰς τήν Μονήν Τσέρνικα. Ὅταν τόν ἐζήτησε ὁ Γλυκέριος ἦταν ἤδη καθηρημένος.
Εἰς τό βιβλίον πού ἐξεδόθη διά τόν Ἐπίσκοπο Βίκτωρα οἱ λόγοι πού ἀπεχώρησε ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Γλυκερίου (Μονή Σλατιοάρα) ἀναγράφονται ὡς δογματικαί διαφωνίαι. Ἀλλά καί ὁ ἴδιος ἐξήγησε ὅτι ἀφοῦ οἱ τοῦ Γλυκερίου ἐχειροτονήθηκαν ἀπό τόν καθηρημένο ὄχι γιά λόγους Πίστεως Γαλακτίωνα, δέν ἦτο δυνατόν νά ἔχη κοινωνία μαζί τους.
Κατόπιν μετέβη εἰς Βουκουρέστι, ὅπου περιωρίσθη ἀπό τό καθεστώς εἰς ἕνα διαμέρισμα. Ἐκεῖ τόν ἐπεσκέφθη συνοδεία ἀντιπροσώπων τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ρουμανίας, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν ὄτι ἀκολουθεῖ τό παλαιόν ἡμερολόγιον, τοῦ ἐζήτησαν τήν Ὁμολογίαν του καὶ ἠθέλησαν νά πληροφορηθούν ἄν οἱ ἐπίσκοποι πού τόν ἐχειροτόνησαν ἤσαν γνήσοι Ὀρθόδοξοι. Ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Τό διερεύνησα πολύ καλά. Ἐάν διεπίστωνα πῶς ἦσαν νεοημερολογῖται οἰκουμενισταί ἤ ἦσαν παλαιοημερολογῖται καί εἶχον κοινωνίαν μετά τῶν νεωτεριστῶν, δέν θά ἐδεχόμην χειροτονίαν παρ’ αὐτῶν. Ἄλλωστε δι’ αὐτόν τόν λόγον δέν ἐδέχθην χειροτονίαν παρά τοῦ πατρός μου, ὀ ὁποῖος ἦτο Ἐπίσκοπος τοῦ νέου Ἡμερολογίου».
Τότε τοῦ ἐζήτησαν νά τούς ἀναλάβη ὑπό τό ὠμοφόριόν του. Κατᾶ τό 1967 ἐχειροτόνησεν ἱερείς καί Ἐπισκόπους διά τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ρουμανίας. Ἐκοιμήθηκε τό 1972 καί ἐτάφη εἰς Βουκουρέστι. Τιμάται ὡς ἐθνικός ἥρωας καί ἀγωνιστής τῆς Ὀρθοδοξίας.
Γ΄
Παραθέτομεν καί τό ἱστορικό τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀπό τό 1924 μέχρι τό 1967 ὄταν ἐτέθησαν ὑπό τό ὠμοφόριον τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος Λέου.
Τό 1924 εἰσάγεται στήν Ρουμανία τό νέο ἡμερολόγιο. Οἱ Ἱερομόναχοι τῆς Μονῆς Νεάμτς π. Γλυκέριος καί π. Γαμαλιήλ, μέ ὡρισμένους Μοναχούς ἀπέρριψαν τήν παπικήν καινοτομίαν καί μείναντες πιστοί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ρουμανικήν Ἐκκλησίαν συνέχισαν νά ἐκπροσωποῦν αὐτήν.
Ἐκήρυξαν σχισματοαιρετικούς τούς νεοημερολογίτας καί ἐδέχοντο τούς νεοημερολογίτας διά βαπτίσματος. Κατά τήν περίοδον 1936-1939 οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί διώκονται μέ σκληρούς διωγμούς. Συνέβησαν κατεδαφίσεις ναῶν, μέχρι καί θάνατοι κληρικῶν καί λαϊκῶν. Οἱ παραμείναντες πιστοί είς τήν Ὁμολογίαν - Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οἱ ὑπό τόν π. Γαμαλιήλ, ἀνεγνωρίσθησαν τό 1946 ἀπό τό Ρουμανικόν κράτος, ὡς οἱ Ὀρθόδοξοι Παραδοσιακοί. Τό 1950 συμβαίνουν νέοι διωγμοί κατά τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων τῆς Ρουμανίας ἀπό τό Κομμουνιστικόν καθεστώς.
Τό 1954, ὁ ἱερομόναχος Γλυκέριος ἐκάλεσεν τόν χειροτονημένον παρά νεοημερολογιτῶν καί ἤδη καθηρημένον ὑπ’ αὐτῶν διά λόγους κανονικούς καὶ οὐχί πίστεως, Ἐπίσκοπον Γαλακτίωνα Κορδούν, διά νά τούς χειροτονήση Ἐπισκόπους. Ὁ Γλυκέριος διά νά δικαιολογήση τήν ἐνέργειά του αὐτήν εἴπεν ὅτι ἀφοῦ ὁ Ἐπίσκοπος Γαλακτίων ἐχειροτονήθη το 1935 παρά νεοημερολογιτῶν οἱ ὁποῖοι ἐχειροτονήθησαν πρό τοῦ σχίσματος του 1924, ἄρα ἡ χειροτονία του εἴχεν χάριν. Ἐπομένως εἰχεν τό φρόνημα τοῦ «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία» νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος, ἐνῶ ἐδέχετο τούς νεοημερολογίτας διά χρίσματος.
Ὁ ἱερομόναχος Γαμαλιήλ καὶ οἱ περί αυτόν, διεφώνησαν καί προτίμησαν νά παραμείνουν ἄνευ Ἐπισκόπου παρά νά ἀκολουθήσουν τόν ὑπό Νεοημερολογίτου χειροτονηθέντα Γλυκέριον. Εἴναι χαρακτηριστικόν ὄτι ὁ Γαλακτίων ἐζήτησε συγνώμη ἀπό τό Πατριαρχεῖο Ρουμανίας καί ἐπέστρεψε στό νέο ἡμερολόγιο.
Εἰς τόν ἀγώνα τῶν περί τόν ἱερομόναχον π. Γαμαλιήλ Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, διεκρίθησαν οἱ πρό τοῦ σχίσματος του 1924 χειροτονημένοι ἱερεῖς: Ἰωαννίκιος Δουνέσκου, Γερόντιος Ἰωνέσκου, Ἰωακείμ Τανάσε, Ἰωακείμ Πέρς, Μαρτινιανός, Εὐστάθιος Ἀνδρέσκου, Φιλάρετος Ἁγιορείτης, Νήφων Μουντένου, Σεραφείμ Ἱεροσολυμίτης καί Γυμνάσιος Πώπα. Κατᾶ τήν δεκαετία τοῦ 1960, ἐξέλιπον ἄπαντες σχεδόν οἱ ἀνατέρω ἱερείς ἐκτός τοῦ ἱερομονάχου π. Νήφωνος, καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπί 5 καί περισσότερα ἔτη ἐπροτιμοῦσαν νά μείνουν τά παιδιά τους ἀβάπτιστα, ἀναμένοντες νά εὐρεθοῦν Ὀρθόδοξοι ἱερείς, παρά νά τά βαπτίσουν μέ τό νέο ἤ μέ ἱερεῖς τοῦ Γλυκερίου.
Κατᾶ τό ἔτος 1967, ἐπληροφορήθησαν περί τοῦ Ἐπισκόπου Βίκτωρος ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς περιορισμόν εἰς διαμέρισμα τοῦ Βουκουρεστίου καί τόν ἐπεσκέφθησαν. Ὅταν διεπίστωσαν ὅτι ἔχει Ὀρθόδοξον φρόνημα καί καθαρή τήν Ἀποστολικήν του Διαδοχήν, ἐζήτησαν νά τούς ἀναλάβη ὑπό τό ὠμοφόριόν του καί νά τούς χειροτονήση ἱερεῖς καί Ἀρχιερεῖς. Ἐπειδή ὅμως ἦτο ὑπό αὐστηρόν περιορισμόν ὑπό τοῦ καθεστῶτος τοῦτο ἦτο δύσκολον, ἄν μή καί ἀκατόρθωτον.
Κατώρθωσεν ὅμως νά ξεφύγη ἀπό τόν περιορισμόν καί κρυφίως τόν μετέφεραν εἰς τήν μονήν των, ὅπου μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του, ἤτοι ἐν καιρῶ διωγμοῦ μέχρι θανάτου (διότι ὡς εἴπομεν ἦτο καταδικασμένος εἰς θάνατον καί περιωρισμένος εἰς τήν οἰκίαν του) ἐχειροτόνησε μόνος του (μή ὑπάρχοντος ἑτέρου Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου) τόν Ἰερομόναχο Νήφωνα εἰς Ἐπίσκοπον Τόμιδος, καί τόν Μοναχό Κλήμεντα εἰς Ἱερομόναχο, καί κατόπιν ὁ Νήφων μέ τό σύμψηφον τοῦ Βίκτωρος, ὁ ὁποῖος ἦτο περιωρισμένος καί φρουρούμνος εἰς τήν οἰκίαν του ἐχειροτόνησε τόν Κλήμεντα εἰς Ἐπίσκοπον Μπακάου. Κατόπιν οἱ Ἐπίσκοποι Νήφων καί Κλήμης ἐχειροτόνησαν τόν Ἰερομόναχο Κασσιανό εἰς Ἐπίσκοπον Ἰασίου, μετά δέ τήν κοίμησιν τοῦ Κλήμεντος ἐχειροτονήθη ὁ Ἱερομ. Γερόντιος εἰς Ἐπίσκοπον Βραγκέας.
Συμπέρασμα
Τό συμπέρασμα ἐκ τῆς ὅλης ἐρεύνης καί μελέτης τοῦ θέματος εἶναι ὅτι οἱ τρεῖς Ἐπίσκοποι ὅταν ἐχειροτόνησαν τό 1949 τόν Βίκτωρα εἶχον τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν, οἱ δύο πρῶτοι μάλιστα ἔκαμαν μεγάλον ἀγῶνα κατά τῶν καινοτομιῶν (Σεργιανισμοῦ καί Νεοημερολογιτισμοῦ) καί εἶχον καί ἀδιάκοπον τήν γνησίαν Ἀποστολικήν Διαδοχήν.
Καί ὁ μέν Σεραφείμ ἔδρασεν εἰς Βεσαρραβίαν, ὁ δέ Στέφανος εἰς Πολωνίαν. Ὑπογραμμίζομεν ἐνταῦθα τήν πληροφορίαν τοῦ Μητροπολίτου Βιταλίου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἐν ἔτει 1972 πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἀνδρέα, ὅτι ἐν Βεσαραβία ὁλόκληρα ποίμνια ἀπεσχίσθησαν ἀπό τούς καινοτόμους, τούς ὁποίους ἀπεκήρυξαν ὡς σχισματικούς. Καί τό πλέον σημαντικόν. Ὅταν ὀρθόδοξος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εὗρε εἰς μίαν Ἐγκύκλιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ζήτησε ἀπό Ἐπισκόπους τοῦ ἐξωτερικοῦ νά συμπράξουν εἰς τάς χειροτονίας, (λόγω ὅμως τοῦ πολέμου δέν ἠδύνατο νά ἐπικοινωνήσουν) ἠρώτησε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα: «Μακαριώτατε, τό γεγονός ὅτι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἐζήτησε τήν σύμπραξιν Ἐπισκόπων διά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπων, σημαίνει ὅτι ὑπῆρχαν ἐκεῖ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι. Μήπως γνωρίζετε ποῦ ἀπηυθύνθη;». Ἡ ἀπάντησις ἦτο: «Εἰς τήν Πολωνίαν». Ἐκεῖ πράγματι ἔδρασε ὁ Ἐπίσκοπος Στέφανος, ὁ ὁποῖος ἐδιώχθη καί πῆγε καί στήν φυλακή διά τόν ἀγῶνά του κατά τῆς καινοτομίας τοῦ νέου Ἡμερολογίου.
Δηλαδή μετά ἀπό 60 χρόνια, πραγματοποιεῖται ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐζήτησεν τότε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος καί ἐστάθη ἀδύνατον τότε νά πραγματοποιηθῆ. Τί ἐζήτησεν τότε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος; Τήν σύμπραξιν εἰς τάς χειροτονίας. Αὐτό λοιπόν πού δέν ἔγινε τότε γίνεται τώρα μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς διαδόχους τῶν τε Ἐπισκόπων Σεραφείμ καί Στεφάνου καί τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου. Αὐτό εἶναι πού μέ συνεκλόνισε μόλις τό διεπίστωσα.
Αὖθίς τε διατελῶ μετ’ ἀναστασίμων εὐχῶν
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΕΡΜΗΝΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΙΕΚΟΨΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΩΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ.
«ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ»
Περιοδική ‘Ορθόδοξος ‘Εποικοδομητική Ἔκδοσις
τῆς Ἰερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἐκδότης: Ἐπίσκοπος Κήρυκος Στρογγύλη 194.00, Τ.Θ. 54. Κορωπί ‘Αττικῆς
ΤΗΛ. 210.6020176, 210.6021467.
Α.Π. 17 ‘Εν τῶ Ἐπισκοπειω Ἁγίας Αἰκατερίνης – Τιμίου Σταυροῦ τῆ 14/27. 3.2006
Πρός ...
(Παραθέτω τί λέγουν οἱ Αγιοι Πατέρες περί ἐπικοινωνίας μετά σχισματοαιρετικῶν. Θα σας εξηγησω εν συντομια διατί τούς θεωρῶ σχισματοαιρετικούς πλέον, καί διατί τήν 16.6.2006 διέκοψα τήν μετ’ αὐτῶν κοινωνίαν καί διέγραψα τά ὀνόματα αὐτῶν ἀπό τῶν διπτύχων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου ‘Εκκλησίας. Περισσότερα δύνασθε νά ἴδητε εἰς τήν Ὁρθόδοξον Πνοήν, καί εἰς σχετικήν ‘Ανοικτήν ‘Επιστολήν τοῦ Πνευματικοῦ σας π. ‘Αμφιλοχίου, τήν ὁποίαν σᾶς συναποστέλλω).
Σᾶς εἶπα στήν χθεσινή συζήτησι ὅτι οἱ λόγοι τῆς διακοπῆς κοινωνίας μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου, εἶναι καθαρά λόγοι Πίστεως καί Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, καί δι’ αὐτό, ὅσους ἐκκλησιάζονται εἰς αὐτούς ἤ κοινωνοῦν ἐξ’ αὐτῶν, καί ζητοῦν νά ἐπανέλθουν εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον ‘Εκκλησίαν, τούς δέχομαι κατά τούς Κανόνας καί γενικώτερα τήν Κανονικήν Ἐκκλησιαστικήν Τάξιν, δι’ Ὁμολογίας. Σοῦ εἶπα μάλιστα ὅτι πρός ἐνημέρωσίν σας θά καταγράψω μερικά σχετικά πατερικά κείμενα.
Τά παραθέτω:
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει:
«Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95).
Ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘Αλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως:
«’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)»(ΜΑΝΣΙ, 4, 1096).
Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δι’ ἐκείνους πού ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς λέγει:
«Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτους κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῃ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο(ἐχαρακτήρισε)». (P.G. 99. 1049 Α)
Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει:
«Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α).
Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός λέγει:
«Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διίστασθαι» (P.G. 160. 105 C).
Ὁ ἴδιος ἅγιος λέγει:
«Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α).
Οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον γράφουν:
«Καῖ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐττόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399).
Ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου διαγορεύει:
«Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτο ἀκοινώνητον εἶναι». ( Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176).
Τό Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει:
«Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325).
(Σημείωσις: Νομίζω ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι τοῦτο τὀ τελευταῖον, ἰσχύει ὄχι μόνον διά τούς τότε Εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο γενικά τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀλλά καί διά τούς νεώτερους Εἰκονομάχους, τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται καί καταδικάζουν καί ἀναθεμάτισαν μάλιστα τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά συγκεκριμένας ὀρθοδόξους (Βυζαντινάς) Εἰκόνας. Τοῦτο ἰσχύει ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον καί διά τήν περί τόν κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδον, διότι ἡ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» καί τοῦ ἰδίου προσωπικῶς (τοῦ κ. Νικολάου) καί τῆς περί αὐτόν ψευδοσυνόδου εἶναι ἡ αὐτή μέ τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» τῶν ΠΕΝΤΕ πρώην Μητροπολιτῶν).
‘Επίσης ὁ Μέγας ‘Αθανάσιος ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο νά κολασθοῦν ὅσοι ἀκολουθοῦν ‘Επισκόπους ἤ πρεσβυτέρους πού «κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζουν τόν λαόν». ‘Ιδού τί προτείνει εἰς τούς χριστιανούς πού θέλουν νά μείνουν ὀρθόδοξοι:
«’Εάν ὁ ‘Επίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή (πρέπει) αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός» (ΒΕΠΕΣ 33, 199).
Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός εἰς μίαν ‘Εγκύκλιόν του, ὅταν ἦτο ἐξόριστος ἔγραφε, ὅτι τούς φιλενωτικούς τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὀρθόδοξοι ἀπεφευγαν ὡς «καθάρματα, μή συλλειτουργοῦντες μετ’ αὐτῶν, μήτε μνημονεύοντες αὐτούς κἄν ὡς χριστιανούς:
«’Αλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται... οἱ περισσότεροι τῶν ἀδελφῶν θαρροῦντες στήν ἐξορία μου... τούς ἐκδιώχνουν τούς παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύοντες ὅλως αὐτῶν ὡς χριστιανῶν».
Καί μάλιστα οὔτε στήν κηδεία του ἤθελε νά παρευρεθοῦν. Ὁ ἴδιος προέτρεπε τόν λαόν λέγων:
«Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιϊσταμαι τοῦτου (τοῦ Πατριάρχου) κκαί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί ἁγίοις Πατράσι΄ καί ὥσπερ τούτου χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς ἁγίοις»(P.G. 160, 536). :
Εἰς τήν ἰδίαν ‘Εγκύκλιον ἔλεγε:
«Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων».
(Σημείωσις: Διά τήν ἰδίαν περίοδον ἀναφέρεται εἰς τήν ἱστορίαν, ὅτι οἱ χριστιανοί πήγαιναν ἔξω ἀπό τούς Ναούς καί παρακολουθοῦσαν μήπως ὁ ἱερεύς πού λειτουργεῖ μνημονεύει τόν Πατριάρχη (πού ἦτο φιλολατῖνος), εἰς μίαν ἄλλην δέ περίπτωσιν ἐπειδή ὁ ‘Εφημέριός μιᾶς ‘Εκκλησίας, ὄχι νά λάβη μέρος, ἀλλά νά πῆγε ἀπό μακρυά νά δῆ μία τελετή πού θά ἐγίνετο ἀπό τόν Πατριάρχη, σταμάτησαν νά ἐκκλησιάζωνται εἰς τόν Ναόν μέχρι πού τόν ἀνάγκασαν νά κάμη Ὁμολογία, νά ἀποκηρύξη τόν Πατριάρχη καί νά δηλώση ὅτι δέν θά ξαναπάη)
. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύων τόν ΙΕ Κανόνα γράφει:
«...Οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν ‘Εκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν».
Καί διατί τά λέγουν ὅλα αὐτά οἱ Ἅγιοι Πατέρες; Δι’ ἕνα καί μοναδικόν σκοπόν. Διά νά διαφυλάξωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν «ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ», καί τήν μετ’ αὐτῆς ἀδιασπάστως καί ἀδιαρρήκτως συνηνωμένης ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ, ἄνευ τῶν ὁποίων δέν νοεῖται ‘Εκκλησία. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ταυτίζει τρόπον τινά τήν Ὁμολογίαν μέ τήν Καθολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν.
«Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ὁμολογίαν... ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο» (P.G. 90, 132).
Ἰδιατέρως σημαντικά δι’ αὐτό τό θέμα εἶναι τά κείμενα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Εἰς τόν Ἡγούμενον Θεόφιλον, ὁ ὁποῖος δέν ἔκοπτε κοινωνίαν μετά τῶν αἱρετικῶν (Εἰκονομάχων) τῆς ἐποχῆς του προφάσει διατηρήσεως τῆς Μονῆς καί διασώσεως τῶν Μοναχῶν, ἔγραφεν ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης:
«Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιορίζοντο... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί λαϊζουσαι΄ οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι΄ ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι΄... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω , διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ» (P.G. 99, 1337 C).
Μέ πιό ἁπλᾶ λόγια:
«Σύ ὦ τρισάθλιε, αἰχμαλωτισθείς στήν ψυχοφθόρον κοινωνἰαν τῆς αἱρέσεως καί διαμένων εἰς τό ὀλετήριον, ὡς πρέπει νά λεχθῆ καί ὄχι Μοναστήριον, κομπάζεις ὅτι εἶσαι καλά! ... Ποῖον ναόν διετήρησας, ἀφοῦ ἐμίανας τόν ναόν τοῦ Θεοῦ πού εἶσαι σύ ὁ ἴδιος; Ποίους δέ ἀδελφούς διέσωσας, ἀφοῦ κατεστράφησαν διά τῆς ὀλεθρίας σου κοινωνίας μετά τῆς αἱρέσεως;»
Εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἔγραφε:
«Καἰ τώρα δέξαι μου, τιμιώτατε πάτερ, ὁμιλοῦντα πιό ἐλεύθερα. Δέν τυγχάνει ἐκτός εὐθύνης, τό νά συλληφθῆς δηλαδή ἀπό ἀνθρώπους τοῦ βασιλέως, καί νά παραμείνης παρά ταῦτα ἐλεύθερος.... Ἐάν ἡ ὁσιότης σου οὐδέν ἔπαθε ἐκ τῶν ἀνωτέρω (τῶν βασάνων δηλαδή πού ὑπεβάλοντο οἱ πιστοί), μετά τήν σύλληψιν, συγχώρα με, ἀλλά ἐπλανήθης ἀδελφέ. Καί μή μοῦ δικαιολογεῖσαι πῶς διατηρεῖς ἀσφαλεῖς τάς ἐκκλησίας καί τάς ἁγιογραφίας τῶν ναῶν, ὡς καί τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου.
Τά παρόμοια καί ἄλλοι πεπτωκότες φλυαροῦσιν. Τά ἀνωτέρω δέν δύνανται νά διατηρηθοῦν, ἐκτός ἐάν ἐγένετο προδοσία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Διότι σέ παρακαλῶ ποί ἡ ὠφέλεια, ὅταν ἐμεῖς πού λεγόμεθα καί εἴμεθα ναός τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε καταστραφῆ (διά τῆς μή ὁμολογίας) μέ τό νά περιποιούμεθα ἀψύχους ναούς... Ἀλλοίμονον, ἄλλοι νά ἀποθνήσκουν, ἄλλοι νά ἐξωρίζονται, ἄλλοι νά μστιγώνωνται, ἄλλοι νά φυλακίζωνται, ἄλλους νά φιλοξενοῦν τά ὅρη, αἱ ἐρημίαι, οἱ βράχοι καί τά σπήλαια, καί ἐμεῖς διαμένοντες στά σπίτια μας νά νομίζωμεν ὅτι θά παραμείνωμεν ἀβλαβεῖς. Οὐδόλως... Ταῦτα εἶπα ἀπό ἀγάπη πρός σέ καί ὠς ὐπενθύμισιν, ὅτι οἱ τά τοιαῦτα πράττοντες εἶναι ἄξιοι τιμωρίας»(P.G. 99, 1365C).
Καί ἐπειδή μερικοί ἔχουν τήν γνώμην ὅτι «αὐτά τά θέματα εἶναι προσωπικῆς φύσεως ἤ διοικητικά, καί δέν δικαιολογεῖται διακοπή κοινωνίας», ἐπί τοῦ παρόντος τοῦτο μόνον θά ἀπαντήσω. Ὅτι «ἡ ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων», ἡ ὁποία ἐπεδιώχθη τήν περίοδον ἐκείνην τῆς Εἰκονομαχίας (8ος αἰών), ἔθιξε ἕν μόνον δόγμα, τό δόγμα τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων. Μέ τήν «ἀθεωτάτην ὅμως μεταστοιχείωσιν» τῶν ἡμερῶν μας, τήν ὁποίαν ἐπεδίωξαν τά ξένα Κέντρα τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐθἰγη οὐχί ἕν δόγμα μόνον, ἀλλά ὅλα τά δόγματα. Σκοπόν εἶχον (οἱ σημερινοί ἀντίχριστοι, μή σᾶς φαίνεται ὑπερβολικός ὁ χαρακτηρισμός) νά ἀχρηστεύσουν τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν (Ἐκκλησιολογίαν) καί τήν ἀνόθευτον ‘Αποστολικήν Διαδοχήν, ἡ ὁποία διεφυλάχθη «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» διά τῶν ἱστορικῶν καί εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995. Ὡς γνωστόν δέ εἰς τήν ‘Ορθόδοξον Ὁμολογίαν (‘Εκκλησιολογίαν) συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά δόγματα, καί αὐτή ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, ἡ ὁποία δέν εἶναι δυνατόν νά χωρισθῆ ἀπό τήν Ὁμολογίαν, ὅπως χαρακτηριστικά γράφει ὁ Ἅγιος ‘Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος.
Αὐτή εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἡ αἰτία διά τήν ὀποίαν ἐντός μιᾶς δεκαετίας ἠχρειώθησαν τά πάντα. Βέβαια ἐξεμεταλλεύθησαν, τήν φιλοδοξίαν τοῦ Νικολάου, (εἶναι γνωστόν), ἐξεματαλλεύθησαν καί τήν ἀδυναμίαν τοῦ γέροντος ‘Αρχιεπισκόπου, (εἶναι καί αὐτό γνωστόν) καί μετά ἀπό σειράν ληστρικῶν ἀποφάσεων, βλασφημιῶν καί τῆς καταλύσεως τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, τούς ὡδήγησαν εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί τῆς μοιχεπιβασίας τοῦ κ. Νικολάου, ἡ ὁποία ἦτο συνέχεια καί συνέπεια τῆς μετά τό 1997 -1998 ὁμαδικῆς «Συνοδικῆς» συγκαλύψεως τῶν Ἀπαλλακτικῶν Βουλευμάτων, τῆς ἐνόχου σιωπῆς ἔναντι τῶν βλασφημιῶν τῶν Φλωρινικῶν κατά τῆς Ἀποστολικῆς μας Διαδοχῆς, τῆς ἀρνήσεως νά ἀντιμετωπίσουν τάς βλασφημίας περί τοῦ 1937 καί περί τῆς χειροθεσίας, τῆς ἀθωώσεως τῶν «πέντε» καί ἑπομένως τῆς ἐνεργοποιήσεως τῆς καθαιρέσεώς των, καί τῆς ὑπαναχωρήσεως καί κηρύξεως «γυμνῆ τῆς κεφαλῆ» τῆς βλασφημίας, ὅτι ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους καί ὅτι τό 1971 ἐξηρτήθη ἡ Ἀποστολική μας Διαδοχή ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, κλπ.
Τά θέματα δέν εἶναι μόνον προσωπικῆς φύσεως (φιλοδοξία τοῦ Νικολάου, αὐταρχισμός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἔλλειψις τόλμης ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς, κλπ), ὡς διατείνονται τινές καί παραπλανοῦν τόν κόσμο, ἀλλά καί θέματα Πίστεως (Ὁμολογίας καί ‘Αποστολικῆς Διαδοχῆς) τά ὁποῖα θίγουν εὐθέως τήν ‘Εκκλησίαν καί ὡδήγησαν τούς περί τούς Νικόλαον οὐσιαστικά εἰς τήν σχισματοαίρεσιν. Καί τά προσωπικά καί οἱ ἀδυναμίες εἶναι τά μέσα, θά ἔλεγα, πού ἐκμεταλλεύθηκαν τά ξένα Κέντρα διά νά ἐπιτύχουν τήν ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ. Τά ξένα Κέντρα, γνώριζαν τήν φιλοδοξία τοῦ Νικολάου, γνώριζαν ὅτι εἶναι πανέτοιμος νά προδώση τά πάντα, ἀρκεῖ νά γίνη Ἀρχιεπίσκοπος. ‘Εγνώριζαν πολύ καλά, καί τήν ἄλλην μυστικήν προδοσίαν τοῦ 1974, ἡ ὁποία ὡδήγησε στό βλάσφημον καί προδοτικόν 54/76 ὑπέρ αὐτοῦ Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα.
Ἄλλωστε ἦσαν βέβαιοι ὅτι ὡς «ἀναγνωρισμένος» βάσει τῆς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας τοῦ 1971, ἦτο ὁ πλέον κατάλληλος, διά νά ὑπηρετήση καί ὁλοκληρώση τά σχέδια τοῦ Παλαιοημερολογικοῦ Οἱκουμενισμοῦ, τά ὁποῖα προσοχή, δέν εἶναι ἡ ἀφομοίωσις, ἡ διοικητική ἕνωσις, ἡ φανερά ὑπαγωγή κλπ. ἀλλά ἡ ΑΛΛΗΛΟΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ καί ἡ ΣΥΝΥΠΑΡΞΙΣ μετά τῶν οἰκουμενιστῶν, ὥστε μέσα ἀπ’ αὐτήν τήν συνύπαρξι νά προκύψη ὁ ἀφανισμός τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί πράγματι ὁ Νικόλαος ἐφάνη γιά μιά ἀκόμη φορά «ΑΞΙΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ» τήν ὁποίαν τοῦ «ἀνέθεσαν» τά ξένα Κέντρα. Μέ ὅσα ἔπραξε ἤ ἁπλῶς ὑπέγραψε, ἤ ἐσκευώρησε, ἤ ἱεροσύλησε, ἤ κατεχράσθη ὅλα αὐτά τά χρόνια, ἠρνήθη καί προσωπικῶς καί «Συνοδικῶς», καί τήν Ὀρθοδοξίαν - Ὁμολογίαν, καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, καί κατέλυσε τήν Κανονικήν Τάξιν καί τόν Συνοδικόν θεσμόν, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχει ξεπεράσει καί αὐτούς τούς νεωτεριστάς;
Ὅλα αὐτά τά τελευταῖα χρόνια ὁ Νικόλαος καί οἱ μετ’ αὐτοῦ ἱεροσυλοῦν, βλασφημοῦν, ἀρνοῦνται τήν Ὁμολογίαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» πλέον, «παίζουν μέ τά ἅγια», καί ἑπομένως ὁ ἔχων κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν «κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς καί βλασφήμοις». Μόνον ἡ διακοπή κοινωνίας μετ’ αὐτῶν τόν ἐπαναφέρει εἰς τήν Ὁμολογίαν. Ὁ Χριστός εἰς τάς ἀποκαλυπτικάς αὐτάς ἡμέρας ζητεῖ ἀπό ὅλους μας τόλμην. Ζητεῖ νά παραμείνωμεν ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, διότι οἱ «καιροί οὐ μενετοί».
Μερικοί ὁμιλοῦν περί εἰρήνης, ἀλλά ποιᾶς εἰρήνης;’Εκείνης τῆς ψευδοειρήνης ἡ ὁποία χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος ‘Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός ὁμιλεῖ περί ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης, τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης, αὐτῆς πού ἑνώνει μέ τόν Θεό. ‘Ιδού τί λέγει «Τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης οὐδέν ὑψηλότερον! δι’ ἥν νόμος καί προφῆται, δι’ ἥν Θεός ἄνθρωπος γέγονε, τοῦτο δέ τό μέγα καί ἀνεξιχνίαστον ὄντως μυστήριον΄ ἥν ἦλθε Χριστός εὐαγγελίσασθαι, ἥν αὐτός Χριστός τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς πρό τοῦ πάθους καί μετά τήν ἐκ τοῦ πάθους ἀνάστασιν ἐδωρήσατο΄ ἥν καί εἰς οὐρανούς ἀνιών μετά τῆς σαρκός αὐτοῦ, ὅθεν κατεληλύθει ἄσαρκος, ὡς κλῆρον τοῖς ‘Αποστόλοις καί δι’ αὐτῶν τῆ Ἐκκλησία κατέλιπεν. Εἰρήνη δέ ἐστίν ἡ ἐν τῶ ἀγαθῶ συμφωνία΄ τό γάρ κακῶς συμφωνοῦν, στασιάζειν μᾶλλον ἤ εἰρηνεύειν λεχθήσεται» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, PG 95, 65) Δηλαδή:«Τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης τίποτα δέν ὑπάρχειι ὑψηλότερο! Γι’ αὐτήν ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες, γι’ αὐτήν ὁ Θεός ἄνθρωπος ἔγινε, αὐτό λοιπόν τό μέγα καί ἀνεξιχνίαστο πράγματι μυστήριο. Αὐτήν ἦλθε ὁ Χριστός νά εὐαγγελισθῆ. Αὐτήν ὁ Χριστός στούς μαθητές του πρό τοῦ πάθους Του καί μετά τήν Ἀνάστασή Του ἐδώρησε. Αὐτήν καί ὅταν ἀνέβηκε στούς οὐρανούς μέ τή σάρκα του, ἀπ’ ὅπου κατέβει ἄσαρκος, κληρονομιά στούς ἀποστόλους καί δι’ αὐτῶν στήν Ἐκκλησία του κατέλιπε. Εἰρήνη δέ εἶναι ἡ συμφωνία στό ἀγαθό. Γιατί τό νά συμφωνεῖ κανείς στό κακό, μᾶλλον διχοστασία παρά εἰρήνη θά ὀνομασθῆ».
Κλείνω μέ τά παρακάτω λόγια πάλιν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας πού εἶχαν μαζί τους» (P.G. 99, 1164A).
Καί μέ τά λόγια τοῦ στάρετς Ἀνατόλιου ἀπό τήν Ὄπτινα τῆς Ρωσίας(+1927) ὁ ὁποῖος προεφήτευσε διά τήν ἐποχή μας:
«Θά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις. Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν τήν πανουργία τοῦ ἐχθροῦ. Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσία στά χέρια τους. Θά τοποθετήσουν παντοῦ δικούς τους ὑπηρέτας. Θά μεταχειρίζωνται βίαν. Οἱ μονάζοντες θά καταπιέζωνται καί ὅσοι θά εἶναι συνδεδεμένοι μέ τά ὑλικά θά ὑποταχθοῦν στούς αἱρετικούς. Οἱ δαίμονες διά τῆς αἱρέσεως θά εἰσέρχωνται εἰς τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα θά παραμείνουν μόνον τοῖχοι, ἡ χάρις θά ἔχει φύγει ...».
Εἰς τήν παροῦσαν κατάστασιν πῶς θά ἐπανέλθη ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία καί εἰρήνη μετ’ αὐτῶν.
‘Εάν δεχθοῦν:
α)Τήν Διακήρυξιν τῆς γνησίας ‘Ορθοδόξου Ὁμολογίας, καί
β)Τήν καταδίκην τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων καί τῶν βλασφημιῶν τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου,
Διατελῶ μετ’ εὐχῶν καί ἐν ἀγάπη Χριστοῦ
Ὁ ἐλάχιστος ἐν ‘Επισκόποις
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΚΟΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΛΕΓΕΙ ΟΤΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΩΜΑΣΤΕ ΚΑΤΩ ΠΕΣΜΕΝΟΙ
Φιλοκαλικά Σταχυολογήματα
"Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ ἔγινε δική μας δόξα, ἀφ’ ὅτου ὁ ἴδιος ὁ Χριστός προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση. Κατεβαίνει ἀπό τούς οὐρανούς, καί μπαίνει μέσα στό σῶμα μας, σάν σέ τάφο, καί ἑνώνεται μέ τίς ψυχές μας, καί τίς ἀνασταίνει καί δίνει χάρη σ’ ἐκεῖνον πού μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀναστήθηκε, γιά νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς Του ἀναστάσεως. Ἡ ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωσή της μέ τή ζωή. Διότι ἡ ψυχή ἀπό μόνη της δέν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τό Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α΄ Ἰω. 5:20). Τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας συντελεῖται μέσα στόν κάθε πιστό ὄχι μόνο μιά φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ἀφοῦ αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας καί λαμπροφορεῖ καί ἀπαστράπτει τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς Θεότητος»
Ἅγ. Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, Κατήχηση 13:2-4
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ΟΠΩΣ ΔΙΕΤΥΠΩΘΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1944 ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΤΟΥ
ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΚΟΜΒΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ "ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ".
Αρχική σελίδα
tasos1
tasos
Τρίτη 14 Απριλίου 2026
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ΟΠΩΣ ΔΙΕΤΥΠΩΘΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1944
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ 194 00 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ Τ.Θ. 54 ΤΗΛΕΦΑΧ 210.6020176. Α.Π. 828 Ἐν Κορωπίῳ τῇ 20 Φεβρουαριου 2019 Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΟΠΩΣ ΔΙΕΤΥΠΩΘΗ ΑΥΤΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1944 ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ … Εἰς τήν από 1ην Ιουνίου 1944 ἐγκύκλιον τού πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἀπήντησεν ἐκτενῶς μετά 3 μῆνας ὁ Ὁμολογητής Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος, δι' ἰδίας ἐγκυκλίου (από 21 Σεπτεμβρίου 1944), ἐχούσης οὕτω: «ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1944 Πρός τό εὐσεβέστατον πλήρωμα τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Πανοσιώτατοι ἱερομόναχοι, αἰδεσιμώτατοι Ἱερεῖς, Ὁσιώτατοι Μοναχοί, εὐλαβέστατοι ἐκκλησιαστικοί ἐπίτροποι καί εὐσεβέστατοι Ὀρθόδοξοι Χριστια-νοί. Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα. Χάρις ὑμῖν καί εἰρήνη καί ἔλεος τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου καί Ζωοποιοῦ καί ἀδιαιρέτου Τριάδος, εἴη μεθ' ἡμῶν ἀδελφοί. Ἀμήν. Πολλάκις καί διά πολλῶν ἐπιστολῶν μου καί ἐγκυκλίων ἔγραφον καί ἔλεγον πρός ὑμᾶς ὑπενθυμίζων τά λόγια τοῦ Κυρίου. Ἀδελφοί ὡς τέκνα φωτός περιπατῆτε ἐν πᾶσι ἀγαθωσύνη καί δικαιοσύνη δοκι¬μάζοντες τί τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί εὐάρεστον. «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς πειπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ' ὡς σοφοί ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί». «Στήκετε καί κρατῆτε τάς παραδόσεις, ἄς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν καί εἴτις εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὅ παρελάβετε καί παρ' ὅ εὐαγγε¬λισάμεθα ὑμῖν, κἄν ἡμεῖς, κἄν Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ ἀνάθεμα ἔστω». Ἐπειδή ὅμως κατά τάς ἡμέρας ταύτας «πάλιν ἡρωδιάς μαίνεται πάλιν ταράττεται ζητοῦσα τήν κεφαλήν ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ἐπί πίνακι» ἤτοι ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ζητῶν διά τῆς τελευταίας ἐγκυκλίου του τῆς 1ης Ἰουνίου 1944 νά κατακρημνίση εἰ δυνατόν καί ἡμᾶς καί ἅπαντας τούς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς τῆς Ἑλλάδος διά τῶν κακοδόξων καί ἐμπαθῶν φρονημάτων του, ἅτινα σαφέστατα ἀποδεικνύονται ἐν τῆ εἰρημένη ἐγκυκλίω του, διά τῶν ψευδῶν καί ἀπατηλῶν σοφιστειῶν του, εἰς τόν κρημνόν τῆς ἀπωλείας, διά τοῦτο καί πάλιν σᾶς κρούωμεν τόν κώδωνα τοῦ ψυχικοῦ σας κινδύνου, ὅπως μή δίδετε ἀπολύτως οὐδεμίαν προσοχήν εἰς τάς μεστάς κακοδοξιῶν ταύτας ἐγκυκλίους των, διότι αὗται δέν εἶναι τίποτε περισσότερον ἤ ὀλιγότερον παρά κακόδοξοι καί διεστραμμέναι ψευδοδιδασκαλίαι φθείρουσαι τάς ἀθανάτους ψυχάς σας. Καθώς καί αἱ πράξεις τῶν ἁγίων ἀποστόλων ἀναφέρουσι ὅτι «Καί ἐξ' ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν», ἰδού ὅπου σήμερον τό ρητόν τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς τόν ἀνωτέρω πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ὅστις διά τῆς τελευταίας του ταύτης ἐγκυκλίου, οὐχί διεστραμένα λαλεῖ, ἀλλά καί τελείως ψευδαπόστολος καί ψευδοδιδάσκαλος κατέστη, προσπαθῶν ὡς λῦκος ὠρυόμενος νά καταπίη καί παραπλανέση τάς ψυχάς σας ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας. Ἀλλά μήν ἐκπλήττεσθε εἰς τοῦτο διότι τό λέγει ὁ Κύριός μας εἰς τό ἱερόν του Εὐαγγέλιον σαφέστατα. «Βλέπετε μή πλανηθῆτε, πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῶ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, μήν οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν, ἐκ τῶν καρποῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ἴδετε λοιπόν τούς καρπούς ὅλων αὐτῶν τῶν ψευδεπισκόπων, οἴτινες ἦλθον ἀπό τήν κακοδοξίαν εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα διά δόξας μόνον και τιμάς, καί οὐχί μόνον δέν ὠφέλησαν τόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἀλλά τοὐναντίον τόν ἔπληξαν εἰς τά καίρια, ἐσκανδάλισαν τάς ψυχάς χιλιάδων Ὀρθοδόξων καί διέλυσαν 800 περίπου Παραρτήματα, ἅτινα παρέλαβον, δημι-ουργοῦντες θορύβους, σχίσματα καί διαιρέσεις καθημερινῶς διά τῶν κακοδόξων φρονημάτων των, ἀποχωροῦντες ἕκαστος τελικῶς εἰς τήν κακοδοξίαν εἴτε ἐν ζωῆ, εἴτε κατά τήν ὥραν τοῦ θανάτου των ὡς ἔχομεν τό παράδειγμα τοῦ Ζακύνθου, Λιώση, Χατζῆ, καί τό πρόσφατον παράδειγμα τοῦ Δημητριάδος τοῦ ἀποθανόντος κακοδόξως καί ταφέντος διά κακοδόξων ἱερέων ἐκ τῆς Μητροπόλεως Αθηνῶν, τῆ συμβουλῆ τοῦ ἀνωτέρω Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ὅστις ἠρνήθη νά ἐνταφιάση αὐτόν Ὀρθοδόξως, ἵνα μή φέρη εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν, ὡς ὁμολόγησεν ὁ ἴδιος εἰς τόν ἐπί τούτω ἀνελθόντα εἰς Ψυχικόν καί διαμαρτυρηθέντα ἐνώπιόν του Δικηγόρον καί κ. Δ. Πανίδην, ὅστις ἐπρότεινεν εἰς αὐτόν, ὅπως ἐνταφιάση αὐτόν Ὀρθοδόξως εἰς τόν ἐν Ψυχικῶ Ναΐσκον τοῦ κ. Βασιλείου Κηρύκου. ἀφήνοντες οὕτω τούς Χριστιανούς εἰς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ μή φανερόν γενήσεται. Ὅσον, ἀγαπητοί, οὗτος ὁ ἀνωτέρω ἀρχιερεύς πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, καί ἄν προσπαθοῦσε νά κρυβῆ καί νά παρουσιάζεται ὡς ὀρθόδοξος εἰς ὑμᾶς διά τόν ἀπατηλῶν του τεχνασμάτων καί σαφιστειῶν τῆς ἐπιστήμης του, ηὐδόκησεν πλέον ὁ Πανάγαθος Θεός, ὅστις διαφοροτρόπως κατεργάζεται τήν σωτηρίαν μας, νά διαλυθοῦν ὅλα τά πονηρά καί κακόδοξα τεχνάσματά του, καί νά φανοῦν πλέον τά σαπρά καί κακόδοξα φρονήματά του, διά τῆς τελευταίας ταύτης ἐγκυκλίου του. Ἄς ἔχει δόξαν λοιπόν ὁ Κύριός μας, ὅστις μᾶς διεφύλαξεν καί ἀπό τόν τοιοῦτον ψευδοδιδάσκαλον καί ψευδεπίσκοπον τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας. Ἐπειδή πολλοί τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν μας δεν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου του ταύτης, ἵνα ἴδωσι καί ἰδίοις ὄμμασι τά κακόδοξα φρονήματά του, διά τοῦτο παραθέτομεν κατωτέρω ὁλόκληρον τήν ἐγκύκλιόν του μή φειδόμενοι χάρτου, χρόνου, καί ἐξόδων, ὅπως τήν ἔχη ἕκαστος καί ἀναγινώσκη εἰς οἱανδήποτε στιγμήν καί ὥραν πρός κατανόησιν τῆς ἀληθείας(31). ....................................................................................................................... Ὥστε βλέπει τις, ἀγαπητά ἐν Κυρίω τέκνα, ἐν τῆ ἐγκυκλίω του ταύτη, ὅτι δέν πράττει τίποτε περισσότερον εἰ μή, ἀφ' ἑνός πῶς νά κατηγορήση ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου, καί ἀφ' ἑτέρου πῶς νά ὑπερασπισθῆ τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά μᾶς παραστήση ὅτι αὕτη ἔχει καί χάριν τοῦ Παναγίου πνεύματος καί τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα! Ἀλλ' ἡμεῖς, οἴτινες δέν ἐτύχομεν Θεολογικῆς μορφώσεως καί εἴμεθα μωροί καί ἀπαίδευτοι καί δέν γνωρίζωμεν οὔτε τί λέγομεν οὔτε τί πράττομεν, ὡς μᾶς ἀποδίδει τόν τίτλον ὁ δεινός θεολόγος καί σοφός διδάσκαλος ὁ καταρτισθείς κανονικῶς καί παιδευθείς θεολογικῶς εἰς τήν ἀνωτάτην θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης, θ' ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτόν διά τῶν ἀσθενῶν μας δυνάμενον τάς ὁποίας ὁ Κύριος μᾶς παρεχώρησεν. Σοφέ Διδάσκαλε ἔπρεπε πρῶτον νά γνωρίζετε ὅτι τό πρῶτον θανάσιμον ἁμάρτημα εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, καί ἀκάθαρτος παρά τῶ Θεῶ εἶναι πᾶς ὑψηλοκάρδιος. Λοιπόν μήν περιεαυτολογῆτε. ὁμοίως δέ ὅτι τά μωρά ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύν. Διότι ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν. Καί ὅτι ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται. Καί πάλιν ἀγράμματοι καί ἀπαίδευτοι Θεολογικῶς ἦσαν καί οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί ὁ Ἅγιος Σπυρίδων καί πλῆθος ἁγίων ἀνδρῶν τε καί γυναικῶν, ἀλλ' ὅμως διά τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐφώτιζον ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην. Λοιπόν μή κομπάζετε καί ἐπαίρεσθε διά τήν πολυμάθειάν σας καί Θεολογίαν σας. Διότι εἴδομεν ποῦ μᾶς καταντήσατε τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ οἱ σημερινοί θεολό¬γοι, οἴτινες ἔχετε μέν μόρφωσιν εὐσεβείας τήν δέ δύναμιν ὅμως αὐτῆς ἠρνη¬μένην. Διότι ποῦ εἶναι ἡ νηστεία σας, καί ἀγρυπνία σας, καί προσευχή σας καί λοιπαί ἀρεταί; Θά μοι ἀπαντήσητε ὅτι αὗται φαίνονται, καί ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο διότι βλέπομεν τήν συμφωνίαν σας, ὅπου ἐφθάσατε εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἠθικῆς καταπτώσεως νά πωλεῖτε καί τάς ἀνωτέρω ἐγκυ¬κλίους σας ἀντί 500 χιλιάδων δραχμῶν, νά περιαγάγετε δίσκους ἐν καιρῶ τῆς Θείας Λειτουργίας, νά φορολογεῖτε τούς Χριστιανούς τῶν παραρτημάτων σας, ὡσάν τόν καιρόν τῆς τουρκοκρατίας, νά καταργεῖτε τάς κεκανονισμένας νηστείας, καί ἀγρυπνίας καί τόσα ἄλλα ἀκόμη τά ὁποῖα ἵνα μή λογοτριβῶμεν τά ἀφήνωμεν κατά μέρος. Δεινέ θεολόγε. Ἡμεῖς, χάριτι Χριστοῦ, καταγόμεθα ἐκ τῶν σπλάχνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί εἰς αὐτήν ἐμμένομεν καί εἰς αὐτήν θά μένωμεν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς ἡμῶν, καί ὅτι οὐδέποτε χάριτι Χριστοῦ ἐμυήθημεν εἰς τήν κακοδοξίαν, ὡς ἡ ὑμετέρα σοφή διάνοια ὅπου παραμείνατε ἐπί ὁλόκληρον ἑνδεκαετίαν, καί ὅτι οὐδένα Ὀρθόδοξον Χριστιανόν διεφθείραμεν ἤ ἐδηλητηριάσαμεν, ἀλλά τοὐναντίον ἐπί τόσα ἔτη οὐδέν ἄλλο πράττομεν εἰμή μόνον καί μόνον νά καταρτίζωμεν καί προπαρασκευάζωμεν τούς Χριστιανούς μας διά τήν αἰώνιον ζωήν, ὡς τοὐλάχιστον μαρτυροῦν καί τά ἔργα ἑνός ἑκάστου. Καί ἡ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐπί τόσα ἔτη πρίν ἐξέλθετε ὑμεῖς οἱ ἀρχιερεῖς εἰς τόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας πόση πρόοδος ἑνότης καί ἁρμονία ὑπῆρχε; Ἀφ' ἧς δέ στιγμῆς ἐξήλθατε ὑμεῖς ὅλο σχίσματα καί διαιρέσεις καί σκάνδαλα ἐπακολουθοῦν λόγω βεβαίως τῶν κακοδόξων φρονημάτων σας. Λοιπόν αὐτά ἔφερε ἡ πολυμάθεια καί Θεολογία σας. καί ἄν μᾶς ἐχειροτονήσατε ἐπισκόπους δέν μᾶς ἐχειροτονήσατε ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχεν, ἀλλά τῆ ὑποδείξει τοῦ λαοῦ καί τῆς ἱκανότητός μας ἐνεργούσης πρός τούτοις δέ τῆς Θείας χάριτος. Διότι μήν λησμονῆτε ὅτι ἡ ἀρχική ἀπόφασίς σας ἦτο νά χειροτονήσητε μόνον ἔχοντας δίπλωμα θεολογικόν, ἵνα μή καί ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ σᾶς παραξηγήση ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία. Λοιπόν μή νομίζετε ὅτι ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νά σᾶς ἀκολουθήσωμεν εἰς τά κακόδοξα φρονήματά σας, ἐπειδή μᾶς ἐχειροτο¬νήσατε. Διότι τότε διατί καί ὑμεῖς ἀποκηρύξατε τήν Σχισματικήν Ἐκκλησίαν τό 1935, ἡ ὁποία σᾶς ἐχειροτόνησε καί τῆς ὁποίας ἦσθε τέκνα; Διότι βεβαίως διά τῆς καινοτομίας της κατέστη σχισματική. Λοιπόν καί ἡμεῖς ἐπειδή ἀναιρέσατε τήν πρώτην ἤ μᾶλλον τάς πολλάς Ὁμολογίας σας ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τοῦ 1935 καί ἐντεῦθεν δι' αὐτό ἀκριβῶς σᾶς ἀπεκηρύξαμεν ὡς μέλη σεσηπότα τῆς ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας. Λοιπόν μήν ἐξαπατᾶτε τούς ἁπλοϊκούς χριστια¬νούς ὅτι μᾶς ἐχειροτονήσατε καί δι' αὐτό εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά σᾶς ἀκολου¬θήσωμεν. Διότι αὐτό λέγεται παραλογισμός. Ἡμεῖς, χάριτι Χριστοῦ, καλῶς ἀντελήφθημεν και ἐξετιμήσαμεν τό ἐπισκο¬πικόν ἀξίωμα καί τήν σοβαρότητα καί ἱερότητα τοῦ ἑορτολογικοῦ ἀγῶνος καί δι' αὐτό τίποτε περισσότερον δέν πράττομεν καθημερινῶς εἰ μή μόνον καί μόνον νά διακηρύττωμεν διά τοῦ λόγου, καί ἱερέων μας καί τῶν βιβλίων μας τήν ἐμμονήν τῶν πιστῶν μας εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν διάπραξιν τῶν καλῶν ἔργων. Καί ἐν γένει νά πράττωμεν ὅσα ἀρμόζουν τῶ ἐπισκοπικῶ ἀξιώματι. Καί οὐχί μόνον δέν ἐπήξαμεν ἴδιον θυσιαστήριον καί δέν ἐσχίσαμεν τόν ἄραφον χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ μας, διά τινος σχίσματος, ἀλλά τοὐναντίον ἀκολουθοῦμεν τό θυσιαστήριον τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς καί ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας μας, εἰς ἥν ἀπ' ἀρχῆς ἐμμένομεν στερεῶς, καί καθημερινῶς ράβωμεν τόν ἄραφον τοῦ Κυρίου χιτῶνα τόν σχισθέντα καί σχιζόμενον παρ' ὑμῶν διά τῶν γλωσσαλγῶν φλυαρημάτων καί σαπρῶν κακοδόξων φρονημά¬των σας. Καί ὅτι οὐδεμίαν φιλαρχίαν ἔχομεν, εἰ μή μόνον καί μόνον ὡς βλέποντες τά ἀντορθόδοξα φρονήματά σας δέν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην νά σᾶς ἐμπιστευθῶμεν νά διακυβερνήσητε τό σκάφος τῆς ἁγιωτάτης μας Ἐκκλησίας. Διότι ἀφ' ἧς στιγμῆς ἐξήλθατε εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ἀγῶνα οὐδέν ἄλλο πράττετε εἰ μή νά φάσκετε καί νά ἀντιφάσκετε, καί νά δικαιολογῆτε διαρκῶς τά κακόδοξα φρονήματά σας, καί οὐδέποτε ὡς ἄνθρωπος νά ἀδικήσετε τόν ἑαυτόν σας καί νά ταπεινωθῆτε ὀλίγον. Τό σχίσμα λοιπόν Σεῖς τό ἐδημιουργήσατε καί οὐχί ἡμεῖς, ὅταν ἤλθατε, διότι ἡμεῖς ὅταν ἤλθατε σᾶς παραδώσαμεν 800 Παραρτήματα ἡνωμένα, τήν ἱεράν ἡμῶν Κοινότητα, τόν Κλῆρον μας ἡνωμένον καί ἐν ἁρμονία πλήρη εὑρισκόμενον, τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν μας καί Σεῖς τά τεμαχιάσατε ὅλα καί τά διασκορπίσατε καί τά διαλύσατε οὐσιαστικῶς μέ τήν πολυμάθειαν καί σοφίαν σας. Λοιπόν ποῖος ἐδημιούργησε τό Σχίσμα πρώην Φλωρίνης; ἡμεῖς ἤ Σεῖς; Βεβαίως Σεῖς. Ἕνεκεν τῆς ἀδεξιότητος, ἀλαζόνος συμπεριφορά σας καί κακοδόξων φρονημάτων σας. Καί ἄν ὀλίγον σκεφθῆτε σοβαρῶς τόν λόγον ὅν θά δώσητε ἐν ὥρα κρίσεως, διά νά μήν εἴπω ὅτι ἔπρεπε νά κρεμάσητε λίθον ὀνικόν καί νά βληθῆτε εἰς τήν θάλασσαν, κατά τό οὐαί τῶ ἀνθρώπω ἐκείνω δι' οὗ τό σκάνδαλον ἔρχεται, ἔπρεπε ἀμέσως νά τά παραιτήσετε ὅλα καί νά μετα¬βῆτε εἰς τούς ἀποκρύμνους βράχους τοῦ Ἁγίου Ὄρους νά κλαίετε συνεχῶς τάς ἁμαρτίας σας, μήπως καί σᾶς εὐσπλαχνισθῆ ὁ Κύριος. Διότι ὡς γνωρίζετε σοφώτατε διδάσκαλε, ὅτι οὐδέ αἷμα μαρτυρίου ἐξαλείφη τήν ἁμαρτίαν τοῦ Σχίσματος. Ὅσον ἀφορᾶ τήν εὐλογίαν Σας τήν ὁποίαν μᾶς ὑστερήσατε ὡς γράφετε, σᾶς τήν χαρίζομεν καί οὐδόλως τήν ἐπιθυμοῦμεν, διότι αὐτό θά ἦτο παραφροσύνη νά σᾶς ἀποκηρύττωμεν ἀφ' ἑνός ὡς κακοδόξους καί ἀφ' ἑτέρου νά ζητῶμεν τήν εὐλογίαν σας! Μᾶς κατηγορεῖτε διατί ἐδικάσθημεν εἰς τήν Χαλκίδα. Καί σᾶς ἐρωτῶμεν. Διατί ἐδικάσθημεν; Διά καμμίαν πορνείαν, ἤ φόνον, ἤ ἄλλον τι ἔγκλημα; ἤ διά τήν Ὀρθοδοξίαν; Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἐσκοτίσθη τελείως ἡ διάνοιά σας ἀπό τόν φθόνον καί τόν ἐγωισμόν καί δέν γνωρίζετε τί γράφετε. Ἀναφέρετε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας ὅτι ἀφ' ἧς στιγμῆς ἀπεσχίσθημεν παρ' ὑμῶν παρ' ὦν ἐλάβαμεν τόν ἐπισκοπικόν βαθμόν παρεμείναμεν ὡς ἐπίσκοποι διά τό ἀνεξάλειπτον τῆς ἱερωσύνης, ἀλλ' ὡς ἄτομα ἁπλᾶ, καί ὄχι ὡς ἐκπρόσωποι Ἐκκλησίας, ἐξ ἧς νά ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν ἐξουσίαν νά τελῶμεν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί τελετουργίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ἀφ' ἧς ἡμέρας ἐπῆλθε τό Σχίσμα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου. 1) Ὅτι αἱ Ἐκκλησίαι αἱ δεχθεῖσαι τήν καινοτομίαν ταύτην κατέστησαν Σχισματικαί. 2) Ὁμοίως καί ἐκεῖναι αἱ ἐπί μέρους Ἐκκλησίαι, αἴτινες συλλειτουργοῦν ἤ συμπροσεύχωνται γενικῶς μετά τῶν καινοτομησασσῶν Ἐκκλησιῶν, ὁμοίως καί αὗται φέρουν τήν αὐτήν εὐθύνην. 3) Ἡμεῖς εὐθύς ἐξ ἀρχῆς, ὅπου ἐξήλθομεν εἰς τόν ἱερόν τοῦτον ἀγῶνα, ἀρυώμεθα τήν χάριν εἴτε ὡς ἱερεῖς εἴτε ὡς ἐπίσκοποι, ἐκ τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς καί ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰς ἥν ἐμμένωμεν καί ἀφ' ἧς οὐδέποτε ἀπεκόπημεν, καί οὐχί ἐκ τῶν καινοτομησασῶν κακοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἴτινες διά τοῦ Σχίσματος ἐστερήθησαν τήν χάριν τοῦ Παναγίου πνεύματος κατά τόν Α’ Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἰδίαν Ὁμολογίαν τοῦ ἀποθανόντος Μητροπολίτου Αθηνῶν Χρυσοστόμου καί τήν ἰδικήν σας Σεβασμιώτατε Φλωρίνης ὡς θ' ἀποδείξωμεν διά μακρῶν κατωτέρω. 4) Ἐξ αὐτῆς λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν ἐξουσίαν τοῦ τελεῖν ἐγκύρως πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί τελετουργίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀρύοντο καί οἱ ἅγιοι Μάρτυρες τόν καιρόν τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας. 5) Ἐξ αὐτῆς ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν, καί οὐχί ἐκ τῆς Σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤ ἄλλης ὁμοίας αὐτῆς, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀκαινοτομήτου, τῆς ἀμωμήτου τῆς στερρῶς ἐχομένης, τῶν τε Δογμάτων Κανόνων καί Παραδόσεων τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν. 6) Διότι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπαναπαύεται οὐχί εἰς τάς καινοτόμους Ἐκκλη-σίας ὅπου ἔχουν ἐπισημότητα ἀνθρώπινον, ἀλλά εἰς τάς Ἐκκλησίας ἐκείνας αἵτινες κρατοῦσι στερρῶς τά Δόγματα, Κανόνας, καί τάς Παραδόσεις καί ἄν τοιαῦται δέν ὑπάρχουσι οὕτως εἰπεῖν, ἀκόμη καί εἰς τά ἄτομα. Διότι σᾶς ἐρωτῶμεν ποῦ ἐπαναπαύθη ἡ χάρις καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, εἰς τήν ἐν Φλωρεντία Σύνοδον, ἤ εἰς τόν ἅγιον Μᾶρκον τῆς Ἐφέσου; Βεβαίως εἰς τόν Ἅγιον Μᾶρκον τόν ἐφέσου καί οὐχί εἰς τήν ἑτέραν ληστρικήν ψευδοσύνοδον τήν δεχθεῖσαν τούς Παπικούς ὅρους. Λοιπόν ἀπ' ἐκεῖ ὅπου ἔλαβεν καί ὁ Ἅγιος Μᾶρκος τήν χάριν καί εὐλογίαν ἀπ' ἐκεῖ τήν λαμβάνομεν καί ἡμεῖς. Βεβαίως ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος εἶναι ἡ ὅλη Ἐκκλησία, ὅταν ὅμως αὕτη ὑγιαίνη καί δέν χωλαίνει εἰς τήν πίστιν εἴτε κατά τόν α’ ἤ β’ τρόπον. Ὅταν ὅμως αὕτη χωλαίνη αἴφνης, τότε εἴτε μία ἐπί μέρους Ἐκκλησία ἤ περισσότεραι ὅταν ἐμμένουσιν εἰς τά δόγματα κανόνας καί παραδόσεις τότε αὗται συνεχίζουν καί ἀποτελοῦν τήν ὅλην Ἐκκλησίαν. Καί ἄν καί αὗται χωλαίνουσιν εἰς τήν πίστιν τότε τά ἄτομα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμμένουσιν πιστά εἰς τήν πίστιν τήν ρθόδοξον εἴτε εἷς ἐπίσκοπος εἶναι, εἴτε πολλοί τότε αὐτοί ἔχουσιν τήν χάριν καί ἀποτελοῦν τήν Ὀρθόδοξον καί πραγματικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν οἱ εὐσεβεῖς ὁσονδήποτε ὀλίγοι καί ἄν μείνουν. Οἱ ἀκολου¬θοῦντες τήν καινοτομίαν, ἔξω τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «Εἰ δέ διαμένουσιν ἐν τῆ αὐτῆαἱρέσει καί ἴσως καί ἑτέρους τινάς ἀμαθεστέρους καί ἁπλουστέρους δυνηθῶσιν ἀποβουκολῆσαι, κἄν ὀχλαγωγήσωσιν καί πλῆθος συνάγωσιν, ἔξω τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων εἰσίν. Εἰ δέ καί πάνυ ὀλίγοι ἐν τῆ Ὀρθοδοξία καί εὐσεβεία διαμένουσιν οὗτοι εἰσίν Ἐκκλησία καί τό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται. Κἄν κακοπαθῆσαι αὐτοῖς ὑπέρ τῆς εὐσεβείας δεήσει, ὅπερ ἐστίν εἰς καύχημα αἰώνιον καί ψυχικῆς σωτηρίας πρόξενον...» (Ἁγίου Νικηφόρου). Καί ἄν Σεβασμιώτατε Φλωρίνης, ὡς νομίζετε, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν κατέστη ἀκόμη σχισματική μετά τήν καινοτομία τοῦ ἑορτολογίου, πρίν δικασθῆ ἐκ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας καί δέν ἀπεγυμνώθη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους καί τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τότε καί αἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἔγκυροι, καί ἑπομένως καί ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων πολύ καλά ἔκαμεν καί δέν σᾶς ἐδέχθη ὡς ἐπίσκοπον ἀλλ' ὡς ἁπλοῦν μοναχόν. Καί ἡμεῖς λοιπόν ἀπό σήμερον καί εἰς τό ἑξῆς, κατά τήν Ὁμολογίαν σας, ἔγγραφον καί ἄγραφον, ὡς Μοναχόν πλέον θά σᾶς ἀναγνωρίζωμεν καί οὐχί ὡς ἐπίσκοπον. Λοιπόν ὁσιώτατε. μοναχέ Χρυσόστομε Καβουρίδη, ἡμεῖς ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κατέστη Σχισματική διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παπικοῦ ἑορτολογίου καί τά μυστήριά της εἶναι ἄκυρα, καί ὅτι πλέον δέν ἔχει τήν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί δέν τό λέγομεν ἡμεῖς, ἀλλά τό λέγουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τοῦ ἱερεμίου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 1583, 1587, 1593 καί τοῦ ἁγίου ἀνθίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τό 1848 ἔχουσαν οὕτω: Κρατῶμεν τάς Ὁμολο¬γίας ...». Καί κατά τήν ἀπόφασιν τῆς πανορθοδόξου ταύτης Συνόδου βλέπομεν ὅτι ὅστις τολμήση νά προσθέση ἤ νά ἀφαιρέση ἤ νά ἀλλοιώση τί ἐκ τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως ἤ καί νά τό διανοηθῆ ἀκόμη, οὗτος ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα ὡς βλασφημῶν εἰς τό Πανάγιον Πνεῦμα. Διά τῆς ἀποφάσεως λοιπόν ταύτης, ἥτις ἐλήφθη μόνον καί μόνον διά νά θέση τέρμα εἰς τάς ἐνοχλήσεις τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας(32) πρός τήν ἀνατολικήν (διότι πρός τόν σκοπόν αὐτόν καί μόνον συνεκλήθη ἡ πανορθόδοξος αὕτη Σύνοδος) λύεται τελείως τό πρόβλημα. δηλαδή ἔχωμεν τό προδεδικασμένον καί δέν ἔχωμεν ἀνάγκην νέας πανορθοδόξου Συνόδου διά νά δικάση καί κηρύξη Σχισματικήν τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τήν δεχθεῖσαν τό Παπικόν ἑορτολόγιον. Διότι ὡς εἴπομεν ἡ πανορθόδοξος Σύνοδος αὕτη ἠσχολήθη μόνον καί μόνον διά τό ζήτημα τοῦ ἑορτολογίου. Ὥστε λοιπόν ἡ καινοτομία αὕτη εἶναι ἤδη καταδεδικασμένη καί οὐχί ἀπό μιᾶς ἀλλά ἀπό τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων. Τί χρειάζεται λοιπόν καί ἄλλη τοιαύτη Σύνοδος διά νά κηρύξη τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν, ἀφοῦ αὕτη ἤδη ἔχει καταδικασθῆ διά τήν πρᾶξιν ἀκριβῶς ταύτην; τό «ἤδη καθυπεβλήθη» δέν σημαίνουν νά συνέλθη ἐκ νέου Σύνοδος, ἀλλά πλέον ἅπαξ καί διά παντός ὁ προσβάλλων τήν Πίστιν καί δεχόμενος καινοτομίας ἠρνήθη τήν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί ἔλαβεν εἰς τήν ψυχήν αὐτοῦ τό αἰώνιον ἀνάθεμα, ὡς βλάσφημος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι τότε εἶναι ὡσάν νά λέγητε ὅτι ἄν αἴφνης σήμερον παρουσιασθοῦν εἰκονομάχοι, χρειάζεται καί πάλιν νά συνέλθη νέα Σύνοδος νά τούς δικάση διά νά τούς ἀποκόψωμεν τῆς Ἐκκλησίας. Τί χρειάζεται ὅμως ἡ νέα Σύνοδος ἀφοῦ ἡ πρᾶξις αὕτη κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; Ἡμεῖς δέν ἔχωμεν ἄλλο τί νά πράξωμεν ἤ μή νά ἐφαρμόσωμεν ἐναντίον αὐτῶν τήν ἀπόφασιν τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διότι ἐν ἐναντία περιπτώσει ἀσεβοῦμεν καί ἀγνοοῦ¬μεν τήν ἀπόφασιν ταύτην, ὅπερ ἀποτελεῖ βλασφημίαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ἐπεφώτισεν τούς Πατέρας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἐκύρωσε ταύτας. Οὕτω λοιπόν συμβαίνει καί μέ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα. Εἶναι καταδεδικασμένον καί δέν ἔχωμεν ἀνάγκην νέας καταδίκης, ἀλλά ἐφαρμόζωμεν πιστῶς τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων. Σεῖς δέ ὁσιώτατε ὅπου πολλάκις ἐγράψατε καί πιστεύετε ὅτι θά συνέλθη Οἰκουμενικῆ Σύνοδος καί ἥτις βεβαίως θά ὀνομασθῆ Η’, πλανᾶσθε οἰκτρῶς. Διότι Ζ’ εἶναι τά δόγματα, Ζ’ τά μυστήρια, Ζ’ αἱ χάριτες τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί Ζ’ αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι. Κατά τό ἡ σοφία οἰκοδόμησεν ἑαυτῆ οἶκον καί ὑπήρεσεν στύλους ἑπτά. Ὀγδόη λοιπόν δέν πρόκειται νά συνέλθη εἰς τόν αἰῶνα τόν ἅπαντα. Εἴπωμεν ἀνωτέρω ὅτι τόσον ὁ ἀποθανῶν Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Χρυσόστομος, ὅσον καί ὑμεῖς ὁσιώτατε πολλάκις ἐγράψατε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι Σχισματική. Καί ὁ μέν ἀποθανῶν Χρυσόστομος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ὡς μέλος τῆς διωρισθείσης εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρός μελέτην τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου καί ὡς καθηγητής τότε τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἔγραψε τά ἑξῆς: «Λαβόντες ὑπ' ὄψιν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι ἄν καί ἀνεξάρτητοι ἐσωτερικῶς εἶναι ὅμως στενῶς συνδεδεμέναι πρός ἀλλήλας καί ἡνωμέναι διά τῆς ἀρχῆς τῆς πνευματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦσαι μίαν καί μόνην τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καί συνεπῶς οὐδεμία τούτων δύναται νά χωρισθῆ τῶν λοιπῶν καί ἀποδεχθῆ νέον ἡμερολόγιον, χωρίς νά καταστῆ σχισματική ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ὅθεν καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὅπως μεταβάλη τό ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον αὐτῆς, εἶναι ἀπαραίτητον καί ὀφείλει ἵνα μή ἀποσχισθῆ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τοῦθ' ὅπερ οὐ μόνον τήν ἑνότητα καί ἁρμονίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θέλει καταστρέψη καί τήν δύναμιν αὐτῆς μειώσει, ἀλλά ἀπό ἐθνικῆς ἀπόψεως εἶναι ἀσύμφορον καί ἐπιζήμιον». Καί ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ μεταρρυθμιστής λέγει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐκείνη ἥτις θά δεχθῆ τό Παπικόν ἑορτολόγιον θά γίνη Σχισματική, πῶς νά μήν τήν εἴπωμεν καί τήν κηρύξωμεν καί ἡμεῖς τοιαύτην; καί τήν περικοπήν μάλιστα ταύτην, ὁσιώτατε, τήν ἔχετε καταχωρήσει εἰς τό πρός τούς Ἕλληνας διανοουμένους φυλλάδιόν σας εἰς τήν σελίδα 12. Καί κατωτέρω μάλιστα εἰς τό αὐτό φυλλάδιόν σας καί εἰς τήν σελίδα 13, εἰς τό Β’ καί Γ’, ἐρώτημά σας πρός τόν ἀποθανόντα Αρχιεπίσκοπον γράφετε ἐπί λέξει. «Διατί καί μετά ταῦτα, ὅταν ὁ Πάπας ἐπειράθη νά ἐπιβάλη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι αἱ συνελθοῦσαι ἐν Κων/πόλει (1583, 1587, 1593) ἐπί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β’ κατεδίκασαν αὐτό χαρακτηρίσασαι ὡς μίαν καινοτομίαν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, ὡς παγκόσμιον σκάνδαλον καί ὡς αὐθαίρετον καταπάτησιν τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων;». [Ἱστορία Μελετίου 16’ αἰῶνος τόμ. 3 σελ. 402 παράγρ. 6, καί Ἐκκλησ. Ἱστορία Φιλ. Βαφείδου (1453-1908) τόμ. Γ’ σελ. 124, 125, καί Τόμος ἀγάπης Δοσιθέου σελ. 538, καί Κανονικαί διατάξεις Μ. Χάρ. Μ. Γεδεών σελ. 34, καί Ἱστορία περί Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου τοῦ πρώην Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν σελ. 482, καί Πραγματεία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια Μακρῆ τόμ. Γ’ σελ. 562»]. Καί κατωτέρω εἰς τό γ’ ἐρώτημά σας λέγετε ὅτι «ἡ μονομερής ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποτελεῖ λόγον Σχίσματος καί ζημιοῖ σπουδαίως καί τά ἐθνικά συμφέροντα». Πῶς τότε τά λέγατε καί τά γράφατε αὐτά ὁσιώτατε καί ἀποκαλούσατε καί τήν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν καί τώρα τά ἀναιρῆτε μήπως τά ἐλησμονήσατε; Ἤ μήπως ζητεῖτε, νά ἐξεύρητε τρόπον νά ἐπανέλθητε καί ὑμεῖς εἰς τόν ἴδιον ἔμετον ὡσάν καί τούς ἄλλους; Ἀσφαλῶς κάτι θά συμβαίνη. Εἰς δέ τό διάγγελμά σας τοῦ 1935 πρός τόν εὐσεβῆ ὀρθόδοξον ἑλληνικόν λαόν ἐγράφατε τά ἑξῆς: «Ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος διά τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπογραφῆς, κηρύττει ἑαυτόν σχισματικόν, τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων, ἵνα ἀποδείξωμεν ὅτι οὗτος καί οἱ ὁμόφρονες αὐτῶ ἀρχιερεῖς, κατέστησαν σχισματικοί, ὡς διασπάσαντες τήν ἐκκλησιαστικήν καί ἐθνικήν ψυχήν τοῦ Ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ Λαοῦ; καί κατωτέρω ἵνα ἀποφύγωμεν τό ἐκκλησιαστικόν σχίσμα καί πάλιν ἐπειδή τό σχίσμα ἐδημιουργήθη καί ἄνευ ἡμῶν, διά τοῦτο προήχθημεν καθ' ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, νά δηλώσωμεν εἰς τόν Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον, ὅτι κόπτομεν πᾶσαν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτοῦ ὡς σχισματικοῦ». Καί ὄπισθεν μάλιστα ἑνός τοιούτου διαγγέλματός σας τό ὁποῖον κατέχω εἰς χεῖρας μου γράφετε ἰδιοχείρως τά ἑξῆς: «Τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν γνώμην ἰδικήν μου καί εἶχον τό θάρρος νά δημοσιεύσω ταῦτα ὡς ἴδιον ἄρθρον μέ τήν ὑπογραφήν μου. † Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος». Πῶς λοιπόν τότε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Παπαδοπούλου, ἦτο σχισματική καί αὐτός σχισματικός καί ἑπομένως δέν εἶχον καί χάριν, καθ' ὅ σχισματικοί, καί τώρα δέν εἶναι σχισματική ἡ Ἐκκλησία αὕτη καί χάριν ἔχει; Πότε ἐλέγατε τήν ἀλήθειαν, τότε ἤ τώρα; Μᾶς παρέχετε λοιπόν τό δικαίωμα, ὁσιώτατε, νά σᾶς εἴπωμεν ὅτι δέν σᾶς διέπη οὐδεμία ἠθική βάσις. Διότι δέν πράττετε τίποτε περισσότερον εἰ μή νά φάσκητε καί νά ἀντιφάσκητε. Ἰδού τί ἐγράφατε καί εἰς μίαν προκήρυξίν σας κατά τό 1935 πρός τόν ἐφημεριακόν κλῆρον καί τούς μοναχούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν σελίδα 1 - «ἰδού εἰς ποῖον κατάντημα ἤγαγε τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ἤ καινοτομία αὕτη, ἥτις ἔκαμε ἄλλους, νά ἑορτάζωσι καί νά πανηγυρίζωσι, καί ἄλλους ταὐτοχρόνως νά ἐγκρατεύωνται καί νά νηστεύωσι, παρομοίως πρός τούς Τούρκους τοῦ Χαμίτ, ἄλλους ἑορτάζοντας τό Μπαϊράμιον (Πάσχα) ὡς ἰδόντας τήν νέαν σελήνην, καί ἄλλους ταὐτοχρόνως κρατοῦντας Ραμαζάνιον (νηστείαν), ὡς μή ἰδόντας διά τοπικήν συννεφίαν τήν νέαν Σελήνην. Καί τό ὄνειδος τοῦτο τῶν Τούρκων, ἐξήλειψεν ὁ ἀναμορφωτής τῆς Τουρκίας Κεμάλ διά τῶν θρησκευτικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἦλθον νῦν οἱ καινοτομήσαντες ἀρχιερεῖς νά προσάψωσιν εἰς τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν διά τῆς μονομεροῦς καί ἀντικανονικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου». Καί κατωτέρω εἰς τάς σελίδας 17 καί 18 γράφετε «ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί οἱ ὁμόφρονες τούτω ἀρχιερεῖς ἔσχισαν τήν ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν ἐκ τοῦ καθολικοῦ κορμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί πάλιν «ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος διά τῆς ὑπογραφῆς ἐκήρυξεν ἑαυτόν Σχισματικόν, τί ἔτει χρείαν ἔχομεν μαρτύρων, ἵνα κηρύξωμεν καί ἡμεῖς τοῦτον Σχισματικόν»; Ἐπίσης γράφετε: «Ἀποκηρύξατε καί Σεῖς τόν Σχισματικόν Ἀρχιεπίσκοπον καί τούς ὁμόφρονας αὐτῶ ἀρχιερεῖς, ἐξακολου¬θοῦντας νά ἐμμένωσι ἐν τῆ ἡμερολογιακῆ καινοτομία, ἐάν ἐπιθυμῆτε καί ὑμεῖς νά μή λογίζεσθε Σχισματικοί, καί τήν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν νά ἀπαλλάξητε ἀπό τήν μομφήν καί τάς ὀλεθρίους συνεπείας τοῦ Σχίσματος». Καί τέλος: «Ὅθεν καταλήγοντες ποιούμεθα ἔκκλησιν εἰς τά ὀρθόδοξα φρονήματα καί τήν πατρῶαν πίστιν καί εὐσέβειαν ὑμῶν. Σώσατε, δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος ἀπό τάς φοβαράς συνεπείας τοῦ Σχίσματος. Ἀπό ὑμᾶς ἐξαρτᾶται νά τιμήσητε νῦν καί νά δοξάσητε, τήν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικήν Ἐκκλησίαν, σώζοντες αὐτήν ἀπό τό ὄνειδος καί τήν καταισχύνην τοῦ Σχίσματος. Αὕτη κινδυνεύει νά ἀπολέση ἐξ αἰτίας τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τάς προαιωνίους περγαμηνάς καί Ἀποστολικά χρυσόβουλα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅτινα διά ποταμῶν αἱμάτων ἐκληρονόμησεν. Ἐν ὀνόματι τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκηρύξατε τόν Σχισματικόν ἀρχιεπίσκοπον καί τούς ὁμόφρονας αὐτῶν Ἀρχιερεῖς καί ταχθῆτε παρά τό πλευρόν τῶν Ὀρθοδόξων ἀρχιερέων τῶν ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς πατρώας Ὀρθοδοξίας καί Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων». (Προκήρυξις 1935). Αὐτά ἐγράφατε τότε ὁσιώτατε μοναχέ Χρυσόστομε Καβουρίδη, πῶς λοιπόν τά ἀθετῆτε καί μάλιστα μεθ' ὅρκου τά γράψατε; «Σώσατε δι' ὄνομα τοῦ Θεοῦ τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος ἀπό τάς φοβεράς συνεπείας τοῦ Σχίσματος». Καί πῶς τώρα τά ἀναιρῆτε; Πότε νά σᾶς πιστεύσωμεν τότε ἤ τώρα; καί πότε ψεύδεσθε; τότε ἤ τώρα; Ἀληθῶς ἀποροῦμεν μέ τό θράσος καί τήν ἀναισχυντίαν σας. Καί ἀλλοῦ πάλιν εἰς τήν ἐφημερίδα «Κῆρυξ τῶν Ὀρθοδόξων» εἰς τήν σελίδα 2, εἰς μίαν διαμαρτυρίαν σας, ὅταν μεταβαίνατε εἰς τήν ἐξορίαν ἐγράφατε τά ἑξῆς: «ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ Ἐκφράζομεν τήν βαθυτάτην θλῖψιν ἡμῶν, πρῶτον ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας διά τήν ἀπόφασιν ἥν ἔλαβε καθ' ἡμῶν, ἥτις ἀπόφασις ἀντιστρατεύεται οὐ μόνον πρός τούς θείους νόμους, ἀλλά καί τούς ἀνθρωπίνους. Ἐπίσης ἐκφράζομεν τήν βαθυτά¬την θλῖψιν ἡμῶν καί πρός τήν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐκτελεῖ ἀπόφασιν ἀντιστρατευομένην πρός τό Ἑλληνικόν Σύνταγμα, ὅπερ σέβεται τήν ἐλευθερίαν τῆς Θρησκευτικῆς συνειδήσεως καί τήν ὁποίαν ἐλευθερίαν στραγγαλίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀπάγουσα ἡμᾶς ὄντας ἐλευθέρους Ἕλληνας πολίτας εἰς τήν ἐξορίαν διά τῆς βίας, διά μόνον τόν λόγον ὅτι θέλομεν νά τηρήσωμεν ἀλωβήτους τάς προαιωνίους παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, καί νά ἑνώσωμεν τάς Χριστιανικάς συνειδήσεις καί τήν ἐθνικήν ψυχήν τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ πληρώματος, ἥν ἐχώρισεν ἡ σχισματική καί λεγομένη ἐπίσημος Ἐκκλησία, ἀπεμπολήσασα τούς Ὀρθοδόξους παραδόσεις ὑπέρ ὦν ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα. † Ὁ Δημητριάδος Γερμανός, † Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, † Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος» Ὥστε λοιπόν τότε ἦτο σχισματική ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τώρα δέν εἶναι; Μήπως πῆρε κανένα φάρμακο, τό ὁποῖον ἡμεῖς δέν γνωρίζομεν καί τῆς ἐξήλειψεν τήν καινοτομίαν, τήν κακοδοξίαν καί τό Σχίσμα τό ὁποῖον κατέχει εἰς τούς κόλπους της; Ἄν ὑπάρχη τοιοῦτον φάρμακον μυστικόν καί τό γνωρίζετε μόνον σεῖς ὁσιώτατε, παρακαλοῦμε νά τό γνωρίσητε καί εἰς ἡμᾶς. Καί ὁμοίως ἐγράφατε εἰς τήν αὐτήν σελίδα τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος εἰς τήν ἀπάντησίν σας εἰς τήν Θρησκευτικήν ὀργάνωσιν τῆς «Ζωῆς» κ.λπ. τά ἑξῆς: «Ἀλλά καί σκληρῶς κατεδίωξεν αὐτούς διά τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων (δηλαδή τούς Ὀρθοδόξους). τότε ἀπεφασίσαμεν ὅπως ἀποκηρύξωμεν τήν διοικοῦσαν ἱεραρ¬χίαν ὡς «Σχισματικήν» καί πάλιν κατωτέρω ἐγγράφετε ὅτι προέβητε «εἰς τήν κα¬νονικήν ἀποκήρυξιν τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας ὡς σχισματικῆς διά λόγους κανονικούς, καί τήν ἴδρυσιν μιᾶς νέας Ἐκκλησίας(33) ζώσης καί ἱσταμένης ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδό¬ξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κ.λπ.». † Ὁ Δημητριάδος Γερμανός, † Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, † Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος» Ὁμοίως καί πάλιν εἰς τήν αὐτήν ἐφημερίδα καί εἰς τήν αὐτήν σελίδα εἰς τήν ἀπάντησίν σας πρός τόν ἀμίλκαν ἀλιβιζᾶτον καθηγητήν τοῦ Πανεπιστημίου εἰς ὅσα ἔγραψεν οὗτος ἐν τῆ ἐφημερίδι ἑστία περί ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, μεταξύ τῶν ἄλλων ἐγράφατε καί τά ἑξῆς: «Ἄν εἶχεν ὁ Κύριος καθηγητής περισσοτέραν συναίσθησιν τῆς ἀξιοπρεπείας του καί τοῦ αὐτοσεβασμοῦ του δέν θά ἀπεκάλει ἡμᾶς ἐπαναστάτας καί ἐκμεταλλευτάς, ἀφοῦ ὁ ἴδιος μέ τήν ὑπογραφήν του, ὡς καί ὁ Μακαριώτατος, ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάνθη ὅτι ἡ μονομερής εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ὑπό τινος Ἐκκλησίας εἶναι λόγος σχίσματος, τοῦθ' ὅπερ ἐνεθάρρυνεν ἡμᾶς εἰς τήν ἀποκήρυξιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σχισματικῆς». † Ὁ Δημητριάδος Γερμανός, †Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, † Ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος» Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε ἐγράφατε τότε τόσον ὡραῖα λόγια καί ἀληθείας καί τώρα τά ἀναιρῆτε καί τά στραγγαλίζετε; Μήπως ἐδειλιάσατε ἀφοῦ εἴδατε ὅτι δέν ἐπετύχατε τοῦ σκοποῦ σας, δηλαδή νά ἐκθρονίσητε τόν Μητροπολίτην ἀθηνῶν καί νά ἀνέλθητε σεῖς μετά τοῦ ἀποθανόντος Δημητριάδος ὡς ἦτο τό ὄνειρόν σας; ἀσφαλῶς κάτι τέτοιο θά συμβαίνη. Καί ἰδού ἡ ἀπόδειξις. Ἐνῶ τότε ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν καί μή ἔχουσαν χάριν διά λόγους κανονικούς, καί μεθ' ὅρκου μάλιστα ὡς ἀνωτέρω καί μετ' ἐπιτάσεως, θετικότητος καί πεποιθήσεως, τώρα λέγετε τά ἀντίθετα, καί δέν τά λέγετε τώρα ἀλλά ἀπό τοῦ ἔτους 1937 ὁπότε ἐπῆλθε καί τό λυπηρόν Σχίσμα μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν. Τά ἐγράψατε τότε εἰς τόν ὁσιώτατον Μοναχόν Μᾶρκον Χανιώτην εἰς τήν πολυσέλιδον ἐπιστολήν σας, διά τοῦ Πρωτοσυγγέλου Γρηγοροπούλου τῆ ἐντολῆ σας. Τά ἐγράψατε εἰς τήν Ἑλληνικήν θρησκευτικήν Κοινότητα τῆς Θεσσαλο-νίκης τήν 17 Ὀκτωβρίου 1937 μέ τήν ὑπογραφήν σας, ἧς ἀντίγραφον κατέχομεν σφραγισμένον παρά τῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος ταύτης, ὅτι δηλαδή «τό δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τά ἄτομα καί τάς Ἐκκλησίας Σχισματικάς δέν παρέσχον οἱ θεῖοι καί Θεοφόροι Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε εἰς τά ἄτομα, οὔτε εἰς τάς ἐπί μέρους Ἐκκλησίας, ἀλλ' εἰς Οἰκουμενικήν Σύνοδον» κ.λπ. Καί ἐνῶ ἄλλοτε διά νά δικαιολογήσητε τό Σχίσμα ἐφέρνατε μαρτυρίας τάς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ ἱερεμίου Β’ 1583, 1587, 1593, εἰς τό φυλλάδιόν σας πρός τούς διανοουμένους Ἕλληνας κ.λπ. τώρα τά ἀναιρῆτε καί ἀποσιωπᾶτε ὅλα αὐτά καί γράφετε πρός τήν Κοινότητα Θεσσαλονίκης ὅτι μόνον Οἰκουμενική Σύνοδος ἔχει τό δικαίωμα τοῦ νά κηρύττη τάς Ἐκκλησίας σχισματικάς καί οὐχί ἄλλη Ἐκκλησία ἤ ἄτομα. Τότε πῶς Σεῖς εἴχατε τό δικαίωμα καί ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν τῆς Ἑλλάδος; Ποῦ ἐστηρίχθητε; Πῶς τό ἐπράξατε αὐτό; ἐστηρίχθητε, ὡς γράφετε, εἰς τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων ἐπί ἱερεμίου τοῦ Β’ καί εἰς τήν Ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, καί καλῶς ἐπράξατε, διότι οὐδέν ἄλλο ἐπράξατε εἰ μή μόνον καί μόνον ὅπου ἐφαρμόσατε τάς ἀποφάσεις τῶν ἀνωτέρω Πανορθοδόξων Συνόδων, καί ἐπαναδρώσατε μέ τάς χειροτονίας ἐπισκόπων τήν ζῶσαν Ἐκκλησίαν τήν ἱσταμένην ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν Παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐγράφατε τότε εἰς τούς Ζωικούς, ἀφ' ἧς βεβαίως ἠρύεσθε τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν. Αὐτήν λοιπόν τήν Ἐκκλησίαν ἀκολουθῶμεν καί ἡμεῖς καί ἀπ' αὐτήν ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν. Καί εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς τότε ἀκολουθύσατε αὐτήν τήν Ἐκκλησίαν καί ἐλαμβάνατε παρ' αὐτῆς χάριν καί ἐγράφατε καί εἰς τήν «Φωνήν τῆς Ὀρθοδο¬ξίας» ὅτι ἀποτελούσατε Σύνοδον, καί τώρα ἀκολουθῆτε τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καί ἀπό αὐτήν λαμβάνετε τήν χάριν καί ὅτι τώρα εἶσθε μία φρουρά καί οὐχί Ἐκκλησία ἤ Σύνοδος κ.λπ. τί νά εἴπη κανείς; καί τί νά ὑποθέση; Δύο τινά μόνον. Ἤ ὅτι ἐπάθατε ἐγκεφαλικήν διάσεισιν, ἤ ὅτι προσπαθεῖτε νά στρέψητε πρύμναν καί πάλιν πρός τήν κακοδοξίαν. Ὁμοίως ἐγράφατε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας τήν 30ήν Αὐγούστου 1940 ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 1844 μέ τόν τίτλον «Ἑλληνική Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἀθῆναι πρός τούς εὐλογημένους Χριστιανούς τούς ἀκολουθοῦντας τό πάτριον ἑορτολόγιον: ...ὡς πρός δέ τό ἔγκυρον ἤ μή τῶν ὑπό τῶν Νεοημερολογιτῶν τελου¬μένων μυστηρίων, ἐμμένομεν εἰς ὅσα διεκηρύξαμεν τόν Ἰούνιον τοῦ 1935, ὅτι ἡ ἁγιαστική Χάρις τῶν Μυστηρίων, κατά τό πνεῦμα τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων καί τήν γνώμην ἡμῶν, εὑρίσκεται καί ἐνεργεῖ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων λειτουρ¬γῶν, οἴτινες διακρατοῦσι τάς ἱεράς παραδόσεις καί τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μή προβάντες εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν, οὐχί διά τῶν μακρυνθέτων τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί ἀθετούντων τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, καί συνεπῶς διατελούντων ὑπό τά ἀράς τῶν ἁγίων Πατέρων. Προκειμένου δέ νά γίνη Νεοημερο¬λογίτης τις δεκτός εἰς τήν ὑφ' ἡμᾶς Παλαιοημερολογιτικήν Ἐκκλησίαν(34), οὗτος ὀφείλει δι' αἰτήσεώς του πρός ἡμᾶς τούς ἱεράρχας νά δηλώση τόν ἱερόν σκοπόν του, μόνους ἁρμοδίους νά κρίνωσι τόν τρόπον τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ, διά λιβέλλου ὡς ἐδέχετο τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς κατ' Ἐκκλησιαστικήν Οἰκονομίαν ἡ Α’ Οἰκουμενική Σύνοδος (κανών η’) καί ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ἤ δι' ἀναμυρώσεως, κατά τόν 5ον κανόνα τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅτι δέ μόνον ἁρμόδιοι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐπίσκοποι ὡς ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς ταμιούχου Χάριτος, παραθέτομεν τόν 39ον Ἀποστολικόν κανόνα ἔχοντα ὁτύως. «Οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ διάκονοι ἄνευ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου μηδέν ἐπιτελείτωσαν. Αὐτός γάρ ἐστίν ὁ πεπιστευμένος τόν λαόν τοῦ Κυρίου καί τόν ὑπέρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος» κ.τ.λ.... † Ὁ Δημητριάδος Γερμανός, † Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε τότε γράφατε πάντα τ' ἀνωτέρω, καί τώρα ἐγράψατε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας τῆς 1ης Ἰουνίου 1944 εἰς τήν σελ. 2, 6, ὅτι «Ἡ ἀντίληψις καθ' ἥν δικαιοῦνται τά ἄτομα, εἴτε κληρικοί, εἴτε λαϊκοί, νά ἱδρύσωσιν ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἄνευ τῆς ἀδείας καί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ὅζει προτεσταντισμοῦ κ.λπ.»; Τότε σεῖς εἶσθε πρῶτος καί τέλειος προτεστάντης. Διότι ἀπό ποῦ πήρατε ἄδειαν ὅπου γράφετε ἀνωτέρω εἰς τούς Ζωικούς, μετά τήν ἀποκήρυξιν τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «ὡς σχισματικῆς καί διά λόγους κανονικούς, ἱδρύσατε μίαν νέαν Ἐκκλησίαν(36) ζῶσαν καί ἱσταμένην ἐπί τοῦ ἐδάφους τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καί τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς Ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας»; Καί ἀπό ποῖον ἐλάβατε τό χρῖσμα ὡς ἀρχηγός τῆς νέας ταύτης Ἐκκλησίας; Μέ ποίαν ἄλλην Ἐκκλησίαν ἀνταλλάξατε εἰρηνικάς ἐπιστολάς λαμβάνοντες κανονικότητα, καί ἐγκυρότητα τοῦ προΐστασθαι τῆς «νέας ταύτης Ἐκκλησίας»; ἡμεῖς λοιπόν ὁσιώτατε χάριτι Χριστοῦ, εἴμαθε τέκνα πιστά τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ἐπίσκοπος ταύτης καί ἀπ' αὐτήν ἀρυώμεθα τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν, τήν ἐγκυρότητα καί τήν κανονικότητα τοῦ προΐστασθαι τῆς Ἐκκλησίας κ.λπ. διότι ὡς ὀρθῶς ἐγράψατε εἰς τό ἀνωτέρω ἔγγραφόν σας «ἡ ἁγιαστική χάρις τῶν Μυστηρίων κατά τούς ἱερούς κανόνας εὑρίσκεται καί ἐνεργεῖ διά τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκείνων λειτουργῶν οἴτινες διακρατοῦσι τάς ἱεράς παραδόσεις καί τούς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μή προβάντες εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν. Καί οὐχί διά τῶν μακρυνθέντων τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί κανόνων καί συνεπῶς διατελούντων ὑπό τούς ἀράς τῶν ἁγίων Πατέρων». Ἐφ' ὅσον εἰς οὐδεμίαν καινοτομίαν προέβημεν καί κρατῶμεν στερρῶς, τά Δόγματα, τούς Κανόνας καί τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας μας. Καί ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἀρά καί ὁ ἀφορισμός εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ἥτις, ὡς ἀνωτέρω γράφετε, «ἀπεμακρύνθη τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», τότε ὑπάρχει καί εἰς ἐσᾶς ὁσιώτατε ἡ ἀρά καί ὁ ἀφορισμός, ὅστις λέγετε ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἔχει τήν χάριν. Αὐτά εἶναι βλασφημίαι ὁσιώτατε, καί σκεφθῆτε καλῶς τήν ἀθάνατον ψυχήν σας, καί τόν ἁπλοϊκόν λαόν, ὅστις καλῆ τῆ πίστει σᾶς ἀκολουθεῖ, καί τόν φρικτόν λόγον ὅν θά δώσητε ἐν ὥρα κρίσεως. Διότι τό Πανάγιον Πνεῦμα δέν εἶναι ἀκαταστασίας, ὅπως τό βλασφη¬μεῖτε Σεῖς, ἄλλοτε νά βδελύτητε καί ἀφορίζη τήν Ἐκκλησίαν καί ἄλλοτε νά τήν καθαγιάζη. Ὑμεῖς καί οἱ σύν ὑμῖν ἀρχιερεῖς καί λοιποί κληρικοί αὐτό πράττετε, ἄλλοτε ἀποκαλεῖτε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν ἄμοιρον τῆς θείας Χάριτος, καί ἄλλοτε ταμιοῦχον αὐτῆς, ἐφ' ὅσον δέν ἐκηρύχθη ὑπ' ἄλλης Πανορθοδόξου Συνόδου κ.λπ. Σχισματική. Καί τώρα πού τήν ἀποκαλεῖτε Τα-μιοῦχον τῆς θείας Χάριτος, μετανόησε; κατήργησε τήν καινοτομίαν, συνῆλθεν καμμία ἄλλη Πανορθόδοξος Σύνοδος νά ἄρη τήν καταδικαστικήν της ἀπόφα¬σιν καί νά τήν κηρύξη ἀθώαν; Βεβαίως ὄχι; δέν συνῆλθε Σύνοδος οὐδεμία νά τήν ἀθωώση, καί δέν ἐμετανόησε. Νά τήν καταδικάση ὅμως καί αὐτήν καί τάς ἄλλας Ἐκκλησίας τάς δεχθείσας τήν καινοτομίαν τοῦ παπικοῦ ἑορτολογίου συνῆλθον Σύνοδοι Πανορθόδοξοι (4) τέσσαρες, ἤτοι (3) τρεῖς τοῦ ἱερεμίου καί (1) μία τοῦ ἀνθίμου, Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Ὡσαύτως γράφετε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας, διά τήν ἀναγνώρισιν τοῦ Νέου ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλη¬σίας. Βεβαίως αὐτά συμβαίνουν ἀληθῶς πού γράφετε, ἀλλ' ὅταν ὅμως ἡ ὅλη Ἐκκλησία διάγει ἐν εἰρηνικῆ περιόδω καί δέν ὑπάρχουν εἰς αὐτήν σχίσματα καί διαιρέσεις. Διότι λ.χ. πῶς ἦτο δυνατόν τό Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύμων νά σᾶς ἀναγνωρίση δι' ἕνα ἐπίσκοπον τῆς νέας ἱδρυθείσης Ἐκκλησίας τῆς στερρῶς ἐχομένης τῶν δογμάτων, κανόνων καί παραδόσεων ἤ δι' ἕνα ἀρχηγόν αὐτῆς, καθ' ἥν στιγμήν ἔπρεπε πρῶτον νά καθορίση τήν θέσιν της ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Δηλαδή νά τήν παρακαλέση νά ἐπανέλθη εἰς τήν θέσιν της νά διαμαρτυρηθῆ διά τήν καινοτομίαν της, καί τέλος ν' ἀποκόψη τήν πνευματικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτῆς. Ἐνῶ λοιπόν δέν ἔπραξε ὅλα αὐτά ὡς εἶχεν ἱερόν καθῆκον, ὡς καί κάθε (τοπική) Ἐκκλησία, πῶς εἴχατε τήν ἀξίωσιν σοφέ κανονιολόγε νά σᾶς ἀναγνωρίση ὡς ἐπίσκοπον ἤ τόν πάτρωνά σας Δημη¬τριάδος ὡς ἀρχηγόν, καθ' στιγμήν δέχεται καί συλλειτουργῆ μέ τούς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς τῆς καινοτόμου Ἐκκλησίας ταύτης; Γράφετε ὁσιώτατε εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν σας ὅτι, ὅταν ὁ προϊστά-μενος ἤ τό πλεῖστον τῶν ἀρχιερέων μιᾶς Ἐκκλησίας, εἰσαγάγωσι εἰς τήν Ἐκκλησίαν των μίαν καινοτομίαν, ὅτι δικαιοῦνται οἱ Ὀρθοδοξοῦντες Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης νά διακόψωσιν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετ' αὐτῶν, πρό συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μή ὦσι καί οὗτοι συνυπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διά τήν καινοτομίαν, ἀλλ' ὅμως ὅτι δέν δικαιοῦνται νά κηρύξωσι τούς καινοτομήσαντας Ἀρχιερεῖς Σχισματικούς, καί εἰς καθαίρεσιν νά ὑποβάλλωσιν αὐτούς, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς ὅλης Ἐκκλησίας κ.λπ. Καί ὅτι ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας καί ἡ παῦσις τοῦ μνημοσύνου αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδοξούντων οὐχί μόνον δέν κατακρίνεται ἀλλά καί ἐπαινεῖται. Καί Σᾶς ἀπαντῶμεν, καί ἐπ' αὐτοῦ, ὅτι ἀφοῦ δικαιούμεθα νά διακόψωμεν τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετά τῆς Ἐκκλησίας ταύτης καί πρός Συνοδικῆς διαγνώμης, ἵνα μή εἴμεθα συνυπεύθυνοι, καί εἰς τό μνημόσυνον ἀκόμη αὐτῆς, πῶς δέν δικαιούμεθα νά τήν ἀποκαλέσωμεν Σχισματικήν, ἀφοῦ τήν κατεδίκασαν Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ὡς ἀνωτέρω καί τήν ἀπεκάλεσαν σχισματικήν καί διέταξαν καί ὅλας τάς μετέπειτα Ἐκκλησίας νά σεβασθοῦν καί νά ἀκολουθήσωσι τάς ἀποφάσεις αὐτῶν καί μετ' ἐπιτιμίων μάλιστα; Καί ἐν τοιαύτη περιπτώσει ποίαν εὐθύνην θά φέρωμεν, ὅπως γράφετε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μήπως ἱστορικήν ἤ ἐθνικήν ἤ φυλετικήν ἤ ἄλλην τινά; ἀσφαλῶς ἄλλην τινά εὐθύνην. Δηλαδή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅπου δέν ἠκολουθήσαμεν καί δέν ἐσεβάσθημεν τάς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν κατά ἔμπνευσιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀποφασισάντων. Καί ἑπομένως τήν εὐθύνην ταύτην θά τήν πληρώσωμεν μέ τήν ἀθάνατον ψυχήν μας, ἥτις τοιουτοτρόπως ἀσεβοῦσα εἰς τάς ἀποφάσεις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀσφαλῶς καί τελεσιδίκως θά μεταβῶμεν εἰς τήν αἰώνιον κόλασιν. Βεβαίως μία μερίς κληρικῶν κ.λπ., ὡς γράφετε, τότε καί μόνον δέν δικαιοῦται νά κηρύξη μίαν Ἐκκλησίαν Σχισματικήν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας, ἥτις ἐστίν ἡ μόνη ἁρμοδία, ὅταν πρόκειται περί μιᾶς τελείως νέας καινοτομίας ἀναφανείσης, ἥτις οὐδέποτε κατεδικάσθη. Ὅταν ὅμως πρόκειται περί παλαιᾶς αἱρέσεως ἤ καινοτομίας ἥτις κατεδικάσθη ὑπό Οἰκου-μενικῶν Συνόδων ἤ Πανορθοδόξων, ταύτην δέν εἶναι ἀνάγκη νά συνέλθη νέα Σύνοδος νά τήν καταδικάση διότι τότε ἡ νέα Σύνοδος ἀσεβεῖ καί ἀθετεῖ τήν ἀπόφασιν τῆς παλαιᾶς. Ἀλλά πρέπει ἀμέσως καί τά ἄτομα καί αἱ Ἐκκλησίαι νά ἐφαρμόσουν τήν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου ταύτης ἄνευ οὐδεμιᾶς διαδικασίας. Αὐτό λοιπόν ἐπράξαμεν καί ἡμεῖς ἐν προκειμένω. Διότι πότε μᾶς εἴδατε νά συνέλθωμεν νά κάμωμεν καμμίαν πρᾶξιν ἐναντίον τῆς καινοτόμου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, νά τήν κηρύξωμεν σχισματικήν, καί νά καθήρωμεν τούς ἀρχιερεῖς Αὐτῆς ὡς μᾶς κατηγορεῖτε; ἡμεῖς ἐφαρμόσαμεν ἁπλῶς τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τῶν Ἱερεμίου καί Ἀνθίμου καί τίποτε περισσότερον; Καί ἐφ' ὅσον αὗται μᾶς λέγουν ὅτι οἱ ἀκολουθοῦντες τήν καινοτομίαν ταύτην εἶναι σχισματικοί, Βλάσφημοι τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀφορισμένοι ἀπό τόν Θεόν, ἄμοιροι τῆς θείας χάριτος καί ὅτι ἤδη ἠρνήθησαν τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί ἡμεῖς αὐτό λέγωμεν καί αὐτό πράττομεν, καί τίποτε περισσότερον. Καί ὅπως καί ὑμεῖς λέγητε ὅτι εἰς αὐτούς δέν ὀφείλεται ὑπακοή ὡς ἀποστάτας, τοῦτο καί ἡμεῖς πράττομεν ἵνα μή εὑρεθῶμεν ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Διότι ποία ἐπικοινωνία φωτός μετά τοῦ σκότους; Καί ἄν, ὡς λέγετε, εἴμεθα παρασυνάγωγοι ἡμεῖς, τότε σεῖς εἶσθε πρῶτοι παρασυνάγωγοι, διότι σεῖς πρῶτοι ὡς ἐπίσκοποι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν καί μή ἔχουσαν χάριν, ὅταν ἐξήλθατε τό 1935. Διότι ἀπό τότε ὅπου ὅλοι μαζί ἀπεκαλέσαμεν τήν Ἐκκλησίαν ταύτην σχισματικήν οὐδέποτε ἔκτοτε μόνος μου ἤ μετ' ἄλλου τινός, ἀπέστειλα τοιαύτην πρᾶξιν. Καί βεβαίως ἀφοῦ σεῖς πρῶτοι ὡς ἐπίσκοποι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν, συμφώνως μέ τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, καί τώρα ἀφοῦ τήν φέρετε πάλιν ὑπόδικον καί λοιπά, τότε καί σεῖς εἶσθε ὅμοιοι ἐκείνης καί οὐχί μόνον σχισματικοί ἀλλά καί καθηρημένοι μάλιστα, διά τῆς ἰδίας σας ὑπογραφῆς. Μᾶς κατηγορεῖτε ὁσιώτατε ὅτι ἀγνοοῦμεν τό Κανονικόν δίκαιον, καί τό πνεῦμα τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων κ.τ.λ. Καί σᾶς ἀπαντῶμεν ὅτι δέν εἴδομεν μέχρι σήμερον, οὔτε εἰς τό Κανονικόν Δίκαιον οὔτε εἰς τούς θείους καί ἱερούς Κανόνας νά λέγωσι ὅτι οἱ αἱρετικοί ἤ οἱ σχισματικοί ἔχωσι χάριν καί τά μυστήριά των εἶναι ἔγκυρα, ἀλλά τοὐναντίον καθυποβάλλωσιν αὐτούς τῶ ἀναθέματι, τήν καθαίρεσιν, τόν ἀφορισμόν καί τάς ἀράς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί τόν χωρισμόν ἀπ' αὐτῶν τῶν πιστῶν. Ἑπομένως οὐχί μόνον δέν ἀσεβοῦμεν πρός τήν Θείαν Χάριν ἀλλά σεβώμεθα καί τιμῶμεν ταύτην ἐξ ὅλης ψυχῆς καρδίας ἰσχύος καί διανοίας. Καί ὅτι τά μυστήρια τῶν σχισματικῶν καί αὐτοί ἀκόμη οἱ ἱερεῖς κ.λπ. δέν ἔχουσι χάριν βλέπε τόν α’ κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου. (Βλέπε τοῦτον ἔμπροσθεν). Ὅσον ἀφορᾶ δέ διά τούς προσερχομένους σχισματικούς εἰς τήν Ὀρθοδο-ξίαν, τούς οἰκονομοῦμεν ὅπως μᾶς διατάσσει ἡ Ἐκκλησία, ἥτις μᾶς λέγει διά τοῦ α’ κανόνος τοῦ Μεγ. Βασιλείου. 1) Νά μυρώνωμεν τούς βαπτισθέντας εἰς τό ἐκείνου βάπτισμα. 2) Κατά τόν Η’ κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά δεχώμεθα αὐτούς διά λιβέλου. 3) Διά Ὁμολογίας πίστεως κατά τό Συνοδικόν τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 4) Διά χειροθεσίας κατά τόν αὐτόν Η’ κανόνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τούς Ἱερεῖς τούς χειροτονηθέντας ἀπό τούς σχισματικούς Ἀρχιερεῖς. Αὐτά μᾶς λέγει νά πράττωμεν καί αὐτά πράττομεν. Δέν μᾶς λέγει οὔτε νά ἀναβαπτίζωμεν, οὔτε νά χειροτονῶμεν πάλιν τούς ἱερεῖς των, οὔτε νά στεφανώνωμεν καί πάλιν γενικῶς νά ἐπαναλαμβάνωμεν ἐκ νέου τά μυστήρια καί τοῦτο διότι εἶναι σχισματικοί καί οὐχί Αἱρετικοί, διά τούς ὁποίους αἱρετικούς βεβαίως πρέπει νά τελεσθοῦν ἐξ ὑπ' ἀρχῆς τά μυστήρια. Καί βεβαίως οἱ σχισματικοί δέν ἔχουν τήν χάριν, ὅταν ὅμως μετανοήσουν καί Ὁμολογήσουν τήν Ὀρθοδοξίαν καί γίνουν ὅλα τ' ἀνωτέρω τότε ἐπανακτοῦν τήν ἀπωλεσθεῖσαν χάριν καί βλέπε πρός τοῦτο τήν ὑποσημείωσιν 1) τοῦ Η’ κανόνος τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί τοῦτο ἄλλωστε τό ὑπαγορεύει καί ἡ λογική, διότι ἐκτός τοῦ ὅτι ὁ Σχισματικός δέν εἶναι ἀσεβής ἤ αἱρετικός ἀλλά πλησιέστερον ἀπ' αὐτούς πρός τόν ὀρθόδοξον Χριστιανόν, ὁμοιάζει ὅμως πρός τόν ἁμαρτωλόν, ὅστις παραμέ¬νει ἐν τῆ ἁμαρτία, εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ διά τήν αἰώνιον κόλασιν, ὅταν ὅμως μετανοήση καί λάβη τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν του διά χειροθεσίας τοῦ Πνευματικοῦ του πατρός, τότε πλησιάζει πρός τόν Θεόν καί εἶναι ἄξιος τῆς αἰωνίου ζωῆς. Καί ὅπως ὁ αὐτός ἁμαρτωλός ὅταν παραμένη εἰς τήν ἀμετα¬νόητον θέσιν καθίσταται ὀλίγον κατ' ὀλίγον ἀσεβής, οὕτω καί ὁ Σχισματικός ὅταν παραμένη ἐν τῶ Σχίσματι καθίσταται Σχισματοαιρετικός καί κατόπιν τέλειος αἱρετικός, κατά τήν ὑποσημείωσιν τοῦ α’ κανόνος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πῶς λοιπόν ὁσιώτατε μᾶς ἀποκαλεῖτε ἱεροσύλους καί μή γνωρίζοντας τί πράττομεν; Ἤ μήπως ἐξ ἰδίων κρίνετε τά ἀλλότρια, ὅπου οὐδέποτε μυρώνετε τά κακόδοξα βρέφη, ἤ Ὁμολογῆτε τούς χριστιανούς; Ἤ τούς ὑποβάλλετε εἰς Λιβέλλους, ἤ χειροθετῆτε τούς κακοδόξους χειροτονηθέντας ἱερεῖς; Ἐάν δέ δέν μυρώνωμεν τούς γονεῖς τῶν κακοδόξων τέκνων τοῦτο, τό πράττομεν διότι αὐτοί ἔχουν βαπτισθῆ καί μυρωθῆ Ὀρθοδόξως καί πρίν τοῦ Σχίσματος καί οὐχί μόνον περιττεύει εἰς αὐτούς ἡ ἀναμύρωσις, ἀλλά εἶναι καί ἐφάμαρτον κατά τούς θείους καί ἱερούς κανόνας, καί ἀρκούμεθα μόνον εἰς τήν Ὁμολογίαν ἤ λίβελλον. Ἐάν δέ εὐδοκήση ὁ Κύριος καί ἐκλείψη τό ἡμερολογιακόν Σχίσμα καί ἑνωθοῦν ὅλαι αἱ τοπικαί Ἐκκλησίαι Ὀρθοδόξως τότε περιττεύουν καί τά μυρώματα - χειροθεσίαι, Ὁμολογίαι - λίβελλοι κ.λπ. διότι ἐκλείπει τελείως τό Σχίσμα καί δύναται ἡ Ὅλη Ἐκκλησία νά μετέλθη πᾶσαν οἰκονομίαν, ὡς ἔπραξεν ἡ ΣΤ’ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τούς Νεστοριανούς (Κανών 95). Καί τήν γνώμην τῆς ἀκυρώσεως τῶν μυστηρίων δέν ἔχομεν ἡμεῖς ἀλλ' αἱ Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, αἱ ἐπί Ἱερεμίου καί Ἀνθίμου, καταδικάσασαι τήν ἡμερολογιακήν Καινοτομίαν καί ἄν αὗται αἱ Σύνοδοι εἶναι ἱερόσυλοι τότε εἴμεθα καί ἡμεῖς. Προσπαθεῖτε, ὁσιώτατε, νά δικαιολογηθῆτε ὅτι ἐκηρύξατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματικήν ἀλλά δυνάμει μόνον καί οὐχί καί ἐνεργεία διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα μόνον Συνόδου. Καί σᾶς ἐρωτῶμεν, ὅταν ἐξήλθατε τό 1935 καί μέχρι τοῦ 1942 ἀκόμη, διατί εἰς κανένα δημοσίευμά σας δέν ἀναφέρετε ὅτι εἶναι μόνον δυνάμει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος Σχισματική, καί οὐχί ἐνεργεία, παρά τό λέγετε τώρα(35); Ἤ μήπως τώρα ὅπου δέν δύνασθε νά διαφύγετε τόν ἔλεγχον τοῦ κόσμου καί ἡμῶν, ὅταν πρό δύο μηνῶν ἐπρόκειτο νά ἐπιτευχθῆ συνάντησις μεταξύ ἡμῶν τε καί ὑμῶν διά τήν ἕνωσιν, ἥν οὐδόλως ποθῆτε; Ἀσφαλῶς καί αὐτό εἶναι, καί ὅτι οὐδέν κρυπτόν ὅ οὐ μή φανερόν γενήσεται. Ὁσιώτατε, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, εἰς τήν ὑποσημείωσιν τοῦ Γ’ κανόνος ὄντως, ρητῶς ἀναγράφεται τό περί δυνάμει καί ἐνεργεία, καί πάλιν, πολύ ὀρθῶς σημειώνει ὅτι δηλαδή μία Τοπική Ἐκκλησία ὑποπέσασα εἰς αἴρεσιν ἤ Σχίσμα πρέπει νά συνέλθη ἡ ἁρμοδία Σύνοδος διά νά τήν δικάση καί κηρύξη αἱρετικήν ἤ Σχισματικήν, διότι δέν δύναται ὁ καθείς νά δικάζη τόν ἄλλον ἀναρμοδίως καί πολύ μᾶλλον ὁλόκληρον Ἐκκλησίαν. Αὐτό ὅμως, ὁσιώτατε, εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν ἔγινε καί κατεδικάσθη τετράκις ὡς ἀνωτέρω εἴπωμεν ἡ καινοτομία τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ὑπό τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων, ὡς ὑμεῖς ἐγράψατε πολλάκις, ἑπομένως τί ἔτι χρείαν ἔχομεν καί ἄλλης Συνόδου; Ἐν τοιαύτη περιπτώσει πρέπει νά συνέλθη καί ἄλλη Σύνοδος νά καταδικάση τούς Ἀρειανούς, τούς Νεστοριανούς, τούς Μονοφυσίτας, τούς Μασόνους καί λοιπούς αἱρετικούς, οἴτινες κατεδικάσθησαν ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τοπικῶν καί Πανορθοδόξων τοιούτων; Ἤ μήπως σήμερον δέν ἔχωμεν τοιούτους αἱρετικούς; Ἐφ' ὅσον ὅμως οὗτοι ἅπαντες κατεδικάσθησαν, δέν χρειάζεται βεβαίως κατ' αὐτῶν καί νέα καταδίκη, κατά τό «οὐκ ἐκδικήσεις δίς ἐπί τό αὐτό» τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων. Οὕτω λοιπόν καί παρομοίως συμβαίνει καί μέ τήν ἡμερολογιακήν Καινοτομίαν, κατεδικάσθη (ἐν τῆς γενέσει της) τετράκις ὑπό Πανορθοδόξων Συνόδων καί εἶναι οὐχί μόνον δυνάμει σχισματική, ἀλλά καί ἐνεργεία. Μή παραπαίετε λοιπόν καί βλασφημῆτε σοφέ διδάσκαλε, ἐναντίον τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Διότι τό Πανάγιον Πνεῦμα ἤ καθαγιάζει ἤ βδελύττεται, μέσος ὅρος δέν χωρεῖ. Καί ἄν ἡ Ἐκκλησία αὕτη ἡ καταδικασθεῖσα ἔχει τήν χάριν, τότε δέν τήν ἔχομεν ἡμεῖς ἅπαντες, καί ἄν τήν ἔχωμεν ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τήν ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν δέν τήν ἔχει αὕτη, ἕν λοιπόν ἐκ τῶν δύο, καί οὐχί καί τά δύο. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι λοιπόν ὁμιλοῦν γενικῶς καί περί παντός ζητήματος ΝΕΟΥ τό ὁποῖον κατά καιρούς γεννᾶται εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί οὐχί περί δεδικασμένου ζητήματος ὡς ἀνωτέρω. Λέγετε, ὁσιώτατε, ὅτι δέν εἴχατε ὅλα τά Κανονικά στοιχεῖα διά νά δικάσητε τούς καινοτομήσαντας ἱεράρχας τῆς Ἑλλάδος διότι δέν εἶσθε Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη, καί ὅτι μόνον μία Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη δύναται νά δικάση τούς κληρικούς της ἐγκύρως. Καί σᾶς ἀπαντῶμεν εἰς τοῦτο ὅτι τά Κανονικά στοιχεῖα τά εἴχατε, ἀλλά δέν εἴχατε πίστιν νά τά ἐφαρμόσετε. Ποῖα δέ εἶναι ταῦτα. 1) Μετά τήν ἀπόσχισίν σας ἐκ τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας ἔπρεπε νά χειροτονήσετε Ἀρχιερεῖς ἀρκετούς 10, 20, 30 ἀπό τούς ὑπάρχοντας ἐν τῶ ἀγῶνι δεδοκιμασμένους Ἱερομονάχους, διά νά ἔχητε τόν ἀπαιτούμενον ἀριθμόν πρός συγκρότησιν κανονικοῦ Ἐκκλησια¬στικοῦ δικαστηρίου. 2) Νά διαμαρτυρηθῆτε εἰς ὅλα τά Πατριαρχεῖα καί Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας διά τήν καινοτομίαν ταύτην καί 3) Ἄν τά Πατριαρ¬χεῖα καί αἱ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι δέν ἐλάμβανον μέρος νά σᾶς βοηθήσουν καί νά κανονίσουν τήν θέσιν των ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τότε νά ἐκάμνατε σεῖς τό καθῆκον σας νά κηρύττατε τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος Σχισματική καί νά ἐκκαθήρατε τούς ἱεράρχας αὐτῆς κ.λπ., ὡς λέγετε ὅτι ἔπρεπε νά εἴχατε τά μέσα, ἰδού τά μέσα. Ἀλλά σεῖς δέν ἐπράξατε αὐτό, παρά πείρατε κακοδόξους ἱερομονάχους καί ἐχειροτονήσατε ἀρχιερεῖς ἔχοντας διπλώματα τῆς Θεολογίας καί οὐχί καί πίστιν μέ ἔργα ὡς ἀπεδείχθη, καί τώρα λέγετε διαφόρους δικαιολογίας. ἐάν λοιπόν νομίζητε ὅτι ἔπρεπε νά κηρύξητε τήν Ἐκκλησίαν ταύτην Σχισματικήν αὐτό ἔπρεπε νά πράξητε. Ἀλλά ἔχετε τήν γνώμην ὅτι μόνον Ἐκκλησία ἀνεγνωρισμένη ἔχει τό δικαίωμα νά δικάση ἐγκύρως τούς κληρικούς της, καί ὅτι ἡμεῖς ἅπαντες ἀποτελοῦμεν μίαν καί τήν αὐτήν Ἐκκλησίαν μέ τήν καινοτόμον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καί ἀφοῦ αὐτή εἶναι ἀνεγνωρισμένη Ἐκκλησία καί δικάζει ἐγκύρως, τότε ἡ καταδίκη σας εἶναι ἐγκυροτάτη καί ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν καί νῦν ἐπαναλαμβάνομεν, σεῖς εἶσθε πλέον καθηρημένος. Λοιπόν τί θέλετε τότε καί ἐκμεταλλεύεσθε τούς Ὀρθοδό¬ξους Χριστιανούς; Καί διατί δέν σέβεσθε τήν ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας σας; Εἶσθε λοιπόν ἀπειθής καί ἀντάρτης ἀπέναντι τῆς Ἐκκλησίας σας, καί εἶναι αἶσχος δι' ὑμᾶς νά λέγητε ὅτι εἶσθε ὀρθόδοξος Χριστιανός. ἡμεῖς χάριτι Χριστοῦ ἀνήκομεν εἰς τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, Ἀποστολικήν καί ἀνατολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καί ἐν ὀνόματι Αὐτῆς ἐλάβομεν τό ἐπισκοπικόν ἀξίωμα, καί οὐχί τῆς κακοδόξου Σχισματικῆς. Καί ἀποροῦμεν ὁσιώτατε οὐχί δι' ὑμᾶς, ἀλλά διά τούς ἀκολουθοῦντας ὀπαδούς σας καί πρό πάντων τούς κληρικούς, τί πώρωσιν ψυχικήν ἔπαθον, ἐνῶ βλέπουν ὅπου γράφετε ὅτι ἀνήκετε εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι αὕτη ἔχει τήν χάριν καί αἱ πράξεις της εἶναι ἔγκυροι καί σᾶς ἀκολουθοῦν ἀκόμη! Ἀλλά κατά τό Εὐαγγελικόν λόγιον «Καιρός κατά τόν ὁποῖον θά πλανηθῶσιν καί οἱ ἐκλεκτοί». Καί πάλιν «Πολλοί εἰσί κλητοί ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί». Καί κατόπιν τούτων ἁπάντων, ἔχετε ἀκόμη τό θράσος καί τήν ἀναίδειαν νά γράφετε εἰς τήν ἐγκύκλιόν σας, τῆς 1ης Ἰουνίου 1944, ἄς μήν εἴπη κανείς ὅτι δέν ἀξίζει τόν κόπον νά εἶναι παλαιοημερολογίτης καί νά ὑπόκειται εἰς διωγμούς, χλευασμούς κ.λπ. Δηλαδή ἀξίζει κανείς τόν κόπο νά εἶναι καί παλαιοημερολογίτης, ἀλλά καί νά παίρνη καί τήν χάριν ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, καί νά μήν ἔχη τάς ἀράς καί τά ἀναθέματα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Δηλαδή προσκυνήσατε τόν Θεόν, προσκυνήσατε καί τόν Σατανᾶν. Αὐτά εἶναι, ἀγαπητά ἐν Κυρίω τέκνα, τά χάλια πάντων τῶν ἐκ τῆς κακοδοξίας ἐλθόντων ἀρχιερέων, καί ὁ καθείς ἄς ἀνοίξη καλῶς τούς ψυχικούς του ὀφθαλμούς νά ἴδη ποῦ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Σεῖς δέ, τέκνα μου ἐν Κυρίω ἀγαπητά, νά ἐνεργήσητε σταθερά κατά τόν Γ’ κανόνα τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Κοινῶς δέ τούς τῆ Ὀρθοδόξω καί Οἰκουμενικῆ Συνόδω συμφρονοῦντας κληρικούς κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν ἤ ἀφισταμένοις ἐπισκόποις μηδ' ὅλως ὑποκεῖσθαι κατά μηδένα τρόπον». Κατά δέ τόν σοφόν Βριένιον, «ἀλλ' ὡς μή πιθανά τῆσι δόξω λέγειν καί οὐκ' ἀληθῆ ἐπί τά τῶν ἁγίων ἄπειμι, ταὐτόν δ' εἰπεῖν τοῦ Πνεύματος ἁγίου ρητά. «Εἴτις ἀκοινωνήτω κἄν ἐν οἴκω συνεύξηται, καί οὗτος ἀφοριζέσθω», (δέκατος τῶν ἀποστόλων κανών) «Μή εἶναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις,... μήτε κατ' οἴκοις εἰσιόντας συνεύχεσθαι», (δεύτερος τῆς ἐν ἀντιοχεία), «ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς, ἤ Σχισματικοῖς συνεύχεσθαι», (τρίτος καί τριακοστός ἐν Λαοδικεία): «ὧν τό φρόνημα ἀποστρεφόμεθα τούτων καί ἀπό τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν», (Φωνή Μεγάλου Βασιλείου). Ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Γερμανός ὁ Β’ γράφων πρός τούς Κυπρίους ἔλεγεν: «Ἐπισκήπτομαι πᾶσιν τῆς ἐν Κύπρω λαϊκοῖς, ὅσοι τῆς Καθολικῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλω ποδί ἀπό τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῆ Λατινικῆ ὑποταγῆ, μηδέ εἰς Ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθαι, μηδέ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν λαμβάνειν τήν τυχοῦσαν. Κρεῖσσον γάρ ἐστίν ὁ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῶ Θεῶ προσεύχεσθαι, κατά μόνας ἤ ἐπί Ἐκκλησίας συνάγεσθαι μετά τῶν λατινοφρό¬νων, εἰδ' ἄλλως οὖν τήν αὐτήν αὐτοῖς ὑφέξετε κόλασιν». Διότι πῶς νά ἔχη τις τάς χάριτας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν ἔχη κακόδοξα φρονήματα; ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι ὁ ὑποτακτικός τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἐπειδή ἀμφέβαλε καί εἶπεν μόνον τό -Ἴσως- ἐπέταξεν ἐξ αὐτοῦ ἡ χάρις τοῦ Βαπτίσματος καί ἀφοῦ τόν εἶδεν ὁ Ἅγιος Παΐσιος τόσον δυστυχῆ, δέν τόν ὠνόμασε πλέον υἱόν! ἀλλ' εἶπεν φύγε ἀπ' ἐμοῦ ἄνθρωπε! (βλέπε βίον Παϊσίου τοῦ Μεγάλου). Καί διά τοῦτο ἡ Σύνοδος τῆς ἀντιοχείας διά τοῦ Α’ Κανόνος αὐτῆς εἶπεν ὅτι οἱ ἔχοντες φρονήματα αἱρετικά, ἀπό τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὡς ξένους ἀποβλήτους τῆς Ἐκκλησίας κατεδίκασεν, ὡς διακε-λεύει καί ἡ ἀπόφασις τῆς Ὀρθοδόξου Συνόδου τοῦ Ἀνθίμου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρ-χου τό 1848, «ἤ πρᾶξαι, ἤ συμβουλεῦσαι, ἤ διανοηθῆναι ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα τοῦ βλασφημεῖν εἰς τό Πανάγιον Πνεῦμα, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς γραφαῖς καί Ἱεραῖς Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις». Ἀλλά «στήκετε καί κρατεῖτε τάς Παραδόσεις ἄς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου, εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν», κατά τόν Μακάριον Παῦλον. Διότι κατά τόν αὐτόν Ἀπόστολον «ἡ πίστις ἡμῶν μή ἐν σοφία ἀνθρώπων ἀλλ' ἐν δυνάμει Θεοῦ» (Α’ Κορινθ. Β’ 5). Μένετε πιστοί καί ἀκλόνητοι εἰς ὅσα ἐδιδάχθητε, ἠκούσατε, εἴδατε καί ἐμάθατε ἐν τῆ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, καί ὅσα εἴδατε ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα ἁγνά, ὅσα ἠθικά, ὅσα ἅγια καί δίκαια ταῦτα πράττετε εἰς ταῦτα ἐμείνατε, καί ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης καί Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἰησοῦ Χριστοῦ, καί ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Αὐτοῦ Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν ἀδελφοί. Ἀμήν. Ἐν τῆ Ἱερᾶ καί Σεβασμία Μονῆ τῆς Κυρίας Θεοτόκου Πευκοβουνογια-τρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς τῆ 21 Σεπτεμβρίου 1944. † Ὁ ἐν Ἐπισκόποις ἐλάχιστος Βρεσθένης Ματθαῖος» Διά τον «Αντιαιρετικόν Αγωνα Γνησιων Ορθοδόξων» και την Διαδικτυακήν Εφημερίδα «Ο Κηρυξ των Ορθοδόξων» της Ιεράς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης. + Ο Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας, Λαυρεωτικής και Αχαρνων. Μετά τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης Ἐλάχιστος ἀδελφός καί συλλειτουργός, + Ὁ Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς καί Αχαρνων Κήρυκος
Αναρτήθηκε από ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΤΟ ΕΝ ΚΑΡΕΑ ΙΕΡΟΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΤΟ ΕΝ ΚΑΡΕΑ ΙΕΡΟΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
«ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ»
Περιοδική ‘Ορθόδοξος ‘Εποικοδομητική Ἔκδοσις
τῆς Ἰερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἐκδότης: Ἐπίσκοπος Κήρυκος Στρογγύλη 194.00, Τ.Θ. 54. Κορωπί ‘Αττικῆς
ΤΗΛ. 210.6020176, 210.6021467.
Α.Π. 13 ‘Εν Κορωπίω τῆ 20.3.2006 (Δ΄ Κυριακή Νηστειῶν)
Πρός
τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς ‘Ενορίτας τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Καρέα
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά. Ἡ Χάρις καί ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν ‘Ιησοῦ Χριστοῦ, εἴη μετά πάντων ὑμῶν.
Ὅπως εἶναι γνωστόν εἰς ὅλους ὑμᾶς, ὁ μικρός οὗτος ναϊσκος τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ἐλειτουργεῖτο ἐπί μίαν περίπου 30ετίαν ὡς παρεκκλήσιον τοῦ Ι.Ν. Ἁγίας Τριάδος Κάτω Ἡλιουπόλεως, ὑπό τοῦ Ἱερέως Θωμᾶ Κοντογιάννη, ‘Εφημερίου τοῦ ἐν λόγω Ναοῦ. Μετά τήν ὑπό τοῦ παρανόμου καί βλασφήμου πρώην Πειραιῶς Νικολάου, αὐθαίρετον κατάληψιν τοῦ Ι.Ν. Ἁγίας Τριάδος καί τοῦ παρακειμένου Ἐκκλησιαστικοῦ ἱδρύματος, (διά τά ὁποῖα γνωρίζετε τούς κόπους καί τούς μόχθους διά τήν ἀνέγερσίν των), καί μετά τόν διωγμόν καί τοῦ ‘Εφημερίου καί ὑμῶν τῶν ἐνοριτῶν, ἐκ τοῦ ὡς ἄνω Ναοῦ, ἤτοι μετά τό σχίσμα τῆς ἀρνησαμένης τήν Ὁμολογίαν καί τήν γνησίαν ‘Αποστολικήν Διαδοχήν, τῆς ὑπό τόν κ. Νικόλαον ὁμάδος ‘Αρχιερέων, ὁ ναϊσκος οὗτος τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος ἔγινε τό καταφύγιο καί ἡ Κατακόμβη, τῶν διωκομένων Ὀρθοδόξων ὅλης τῆς ‘Αθήνας, ἔγινε τό Κέντρο τῆς Γνησίας ‘Ορθοδοξίας τῆς περιοχῆς.
Ἄς δοξάζουμε τόν Θεόν, διότι ἐν μέσω τοῦ χειμῶνος τῆς Ἐκκλησίας εὑρέθη οὗτος ὁ ναϊσκος, διά νά ἐξυπηρετεῖσθε εἰς τά λειτουργικά σας καθήκοντα. Ἀς τόν δοξάσουμε, διότι κατά τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας τῆς ‘Εκκλησίας ἔχομεν καί περιπτώσεις, καθ’ ἅς οἱ αἱρετικοί κατελάμβανον τούς Ναούς τῶν Ὀρθοδόξων, ἐδίωκον τούς Ὀρθοδόξους, διό καί οἱ ‘Ορθόδοξοι ἠναγκάζοντο νά κάμνουν τάς Συνάξεις των εἰς τήν ὕπαιθρον. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικόν ἐκεῖνο πού ἔλεγον τότε οἱ Ὀρθόδοξοι εἰς τούς αἱρετικούς: «Ἐσεῖς ἔχετε τούς οἴκους, δηλαδή τά κτίρια, ἡμεῖς ἔχομεν τόν ἔνοικον» δηλαδή τόν Χριστόν. Ἄς θυμηθῶμεν τόν ἅγιον Γρηγόριον τόν Θεολόγον, ὁ ὁποῖος ὅταν οἱ αἱρετικοί κατέλαβον τούς Ναούς τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τήν Κων/λιν ἐκεῖνος ἐλειτούργησε εἰς μίαν οἰκίαν, ἡ ὁποία μετετράπη εἰς Ναόν, τόν Ναόν τῆς Ἁγίας ‘Αναστασίας.
Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικόν πῶς ἐπαρηγόρει ὁ ἅγιος Βασίλειος τούς ὀρθοδόξους, ὅταν οἱ αἱρετικοί εἶχον καταλάβει τούς ναούς των. «Τίποτα δέν ἐπάθαμε λέγει... Οὔτε στήν φυλακή πήγαμε, οὔτε μαρτυρήσαμε, ὅπως οἱ πατέρες μας». «Τό ὅτι δέν ἔχουμε τούς Ναούς μας μή σᾶς ἀπελπίζει», τούς ἔλεγε. «Σκεφθεῖτε μόνον ὅτι οἱ σταυρωταί τοῦ Χριστοῦ, γιόρτασαν τό Πάσχα, εἰς τόν μεγάλον Ναόν (τοῦ Σολομῶντος), ἐνῶ οἱ μαθηταί τοῦ Σωτῆρος ἦσαν κλεισμένοι καί διωκόμενοι εἰς τό ὑπερῶον τῆς Πεντηκοστῆς.
‘Αφοῦ, λοιπόν, ἔχουμε τήν δυνατότητα νά ἔχωμεν αὐτόν τόν Ναόν, ὅσον μικρός καί ἄν εἶναι, ἔχομεν καί ἕνα χρέος. ‘Οφείλομεν νά τόν συντηρήσωμεν, νά τόν περιποιηθῶμεν, νά τόν ἀναμορφώσωμεν, νά φκιάξωμεν τάς ἀπαραιτήτους κτιριακάς ἐγκαταστάσεις, νά γίνη ἕνα στολίδι τῆς περιοχῆς, ἀφοῦ μέσα στήν λειτουργική προσευχή δέν παύει ὁ λειτουργός νά λέη: «Ἁγίασον Κύριε, τούς ἀγαπῶντας τήν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου».
Ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Διοίκησιν τῆς ὁποίας ὑπάγεται, μετά τό τελευταῖον σχίσμα, ὁ Ναός τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, πέραν τῶν μεγάλων καί δυσβαστάκτων ὑποχρεώσεων τῆς Ἱεραποστολῆς (γνωρίζουν ὅσοι παρακολουθοῦν τόν ‘Αγῶνα καί δέν χρειάζεται νά ἀναλύσωμεν τό θέμα) ἔχει καί τήν ὑποχρέωσιν, διό ἔλαβε καί τήν ἀπόφασιν, νά συντηρήση τόν Ναόν, (χρειάζεται ὑδροδότησις, ἡ ὁποία προχωρεῖ, χρειάζεται νά γίνη περίφραξις, πού καί αὐτή εὑρίσκεται εἰς τό σχέδιον, πρέπει νά γίνουν καί οἱ ἀπαραίτητοι χῶροι διά νά λειτουργήση ὡς Κέντρον Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἱεραποστολῆς καί ‘Αγῶνος, τά ὁποῖα ὅμως θά ἀπαιτήσουν πολλά ἔξοδα καί μεγάλας θυσίας. Βλέπετε, οἱ μεγάλοι Ναοί εἶναι κατειλημμένοι, ἡ Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, μόνη της ἐν μέσω τοσούτων κυμάτων, ξεκίνησε ἀπό τό μηδέν, καί ἔχει σήμερον νά ἀντιμετωπίση τεράστιες ὑποχρεώσεις πανταχοῦ τῆς γῆς. Παρά ταῦτα ἔχει καί τήν πρόθεσιν καί τήν ἀπόφασιν νά προχωρήση, σέ ὅλους τούς Τομεῖς.
Ἡ μόνη ἐλπίς, εἶναι ἡ ἰδική σας ἀγάπη, ἡ ὁποία μέχρι τώρα ἔκανε θαύματα, καί τά γνωρίζετε. ‘Ελπίζομε νά μήν ἀργήση ἡ στιγμή, νά ἐπαναληφθῆ ἐκεῖνο πού ἔγινε στήν Κων/λι. Οἱ ‘Ορθόδοξοι δέν εἶχαν κανέναν Ναό, διότι τούς κατεῖχαν οἱ αἱρετικοί. Καί σέ λίγο καιρό, μέ τόν ἀγῶνα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, εἰς τούς αἱρετικούς ἔμεινε μόνο ἕνας Ναός.
Ξεκινᾶμε, λοιπόν, τήν προσπάθεια καί ὁ Θεός ἔστω βοηθός. Ἡ ἐλπίδα μας μετά τόν Θεό, διά νά ἀχθῆ εἰς πέρας τό ἔργον, εἶσθε σεῖς οἱ ὀρθόδοξοι. ‘Ελπίζομεν διότι ἡ ἀγάπη σας πρός τά ἔργα Διακονίας καί Ἱεραποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δεδομένη καί ἀποδεδειγμένη. Δι’ αὐτό καί ξεκινᾶμε, καί ζητᾶμε νά γίνετε συνδρομητές καί ἀρωγοί αὐτοῦ τοῦ ‘Αγῶνος. ‘Από τήν πλευρά της ἡ Μητρόπολίς μας θά κάνη ὅ,τι μπορεῖ διά νά τακτοποιήση καί νομικῶς τόν Ναό. Καί νομικῶς λειτουργεῖ παρά τόν Ναόν Μετόχιον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, καί Παράρτημα τοῦ Νομικοῦ Προώπου τῆς Μητροπόλεως, εἰς τό ὁποῖον ὅλοι οἱ ‘Ενορῖτες μπορεῖτε νά ἐγγραφεῖτε Μέλη τακτικά ἤ ‘Αρωγά.
Ὁ ἐπιθυμῶν νά γίνη ‘Αρωγόν Μέλος καί νά συμβάλη εἰς τόν ἀνακαινισμόν τοῦ Ναοῦ, καί τῶν ἄλλων ἀπαραιτήτων ἐγκαταστάσεων μέσα εἰς τά πλαίσια πού καθώρισε ὁ δωρητής τοῦ Ναοῦ, μακαριστός Σπυρίδων Κόκκορης, δύναται νά ἀπευθύνεται εἰς τόν ‘Εφημέριον Ἱερέα Θωμᾶ Κοντογιάννη, ἤ ἀπ’ εὐθείας εἰς τήν Μητρόπολιν. Ἡ ὁποιαδήποτε συμβολή σας εἶναι συμβολή εἰς τόν ‘Αγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι βοήθεια εἰς τήν χειμαζομένην καί διωκομένην ‘Εκκλησίαν, ἀλλά καί ὁ ἐσωτερικός ἀγών καί ἡ προσευχή καί ἡ ἐμμονή εἰς τήν «Ομολογίαν καί τήν Ἀλήθειαν, θά ἀποδείξουν ὅτι δέν εἴμαστε ξένα μέλη, ἀλλά μέλη τοῦ ἑνός Σώματος, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς ‘Εκκλησίας.
Ὁ Χριστός νά σᾶς εὐλογῆ, νά σᾶς ἐνδυναμώμη εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν.
Μετ’ εὐχῶν διά καλόν ὑπόλοιπον τῆς Νηστείας καί μετά τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης
Ὁ ἐλάχιστος ἐν ‘Επισκόποις
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΚΟΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)