Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘHΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ

Ἐνοριακό φυλλάδιο πνευματικῆς οἰκοδομῆς

Εκδίδεται ὑπό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς &  Ἀχαρνῶν

ΤΕΥΧΟΣ 13ΟΝ     ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2021

 

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο

της Κυριακής μετά τα Φώτα

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Ἐφεσ. δ΄ 7-13)

Αδελφοί, ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Διὸ λέγει· «Ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις». Τὸ δὲ «ἀνέβη» τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.

Μετάφραση

Αδελφοί, στόν καθένα μας ἔχει δοθεῖ κάποιο ἰδιαίτερο χάρισμα, σύμφωνα μέ τό μέτρο πού δωρίζει ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό λέει ἡ Γραφή: Ἀνέβηκε ψηλά, πῆρε μαζί του αἰχμαλώτους, ἔδωσε δῶρα στούς ἀνθρώπους. Τό ἀνέβηκε ὅμως, τί ἄλλο σημαίνει παρά πώς προηγουμένως εἶχε κατέβει ἐδῶ στή γῆ; Αὐτός πού κατέβηκε εἶναι ὁ ἴδιος πού ἀνέβηκε πάνω ἄπ΄ ὅλους τούς οὐρανούς, γιά νά γεμίσει μέ τήν παρουσία του τό σύμπαν. Αὐτός, λοιπόν, σέ ἄλλους ἔδωσε τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου, σέ ἄλλους τοῦ προφήτη, σέ ἄλλους τοῦ εὐαγγελιστῆ καί σ΄ ἄλλους τοῦ ποιμένα καί δασκάλου, γιά νά καταρτίζουν τούς πιστούς γιά τό ἔργο τῆς διακονίας, ὥστε νά οἰκοδομεῖται τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι θά καταλήξουμε ὅλοι στήν ἑνότητα πού δίνει ἡ πίστη καί ἡ βαθιά γνώση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, θά γίνουμε ὥριμοι καί θά φτάσουμε στήν τελειότητα πού μέ-τρο της εἶναι ὁ Χριστός.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (Ματθ. δ΄ 12-17)

Tῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἠσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει φῶς εἶδεν μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· Μετανοεῖτε· ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Μετάφραση

Εκεῖνο τόν καιρό, ὃταν ἔμαθε ὁ Ἰησοῦς πώς συνέλαβαν τόν Ἰωάννη, ἔφυγε γιά τή Γαλιλαία. Ἐγκατέλειψε ὅμως τή Ναζαρέτ καί πῆγε κι ἔμεινε στήν Καπερναούμ, πόλη πού βρίσκεται στίς ὄχθες τῆς λίμνης, στήν περιοχή τῶν φυλῶν Ζαβουλῶν καί Νεφθαλείμ. Ἔτσι πραγματοποιήθηκε ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐα πού λέει: Ἡ χώρα τοῦ Ζαβουλῶν καί ἡ χώρα τοῦ Νεφθαλείμ, ἐκεῖ πού ὁ δρόμος πάει γιά τή θάλασσα καί πέρα ἀπό τόν Ἰορδάνη, ἡ Γαλιλαία πού τήν κατοικοῦν εἰδωλολάτρες, ἐκεῖ αὐτοί πού κατοικοῦνε στό σκοτάδι εἶδαν φῶς δυνατό. Καί γιά ὅσους μένουν στή χώρα πού τή σκιάζει ὁ θάνατος ἀνέτειλε ἕνα φῶς γιά χάρη τους. Ἀπό τότε ἄρχισε κι ὁ Ἰησοῦς νά κηρύττει καί νά λέει: «Μετανοεῖτε γιατί ἔφτασε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

 

«Μετανοεῖτε»

Ἀκούσαμε στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα, ὅτι ὁ Κύριος μετὰ τὴ φυλάκιση τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἄρχισε νὰ κηρύττει συστηματικά. Καὶ τί ἔλεγε; «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Καλοῦσε σὲ μετάνοια· διότι, ἔλεγε ὁ Κύριος, ἔχουν πλησιάσει οἱ ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχουν οἱ ἄνθρωποι στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθά της. Τὸ κήρυγμα λοιπὸν τοῦ Κυρίου ἦταν κήρυγμα μετανοίας. Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας διαμέσου τῶν αἰώνων εἶναι κήρυγμα μετανοίας. Γιατί ὅμως; Ἂς δοῦμε πολὺ σύντομα γιατί εἶναι τόσο σπουδαία ἡ μετάνοια καὶ πῶς θὰ τὴν κατορθώσουμε.

1. Ἡ σπουδαιότητα τῆς μετανοίας

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἄν­θρωπος εἶναι εὐτυχισμένος μόνο ὅταν βρίσκεται σὲ κοινωνία μαζί Του. Καὶ ἀντίστροφα, εἶναι δυστυχισμένος ὅταν χάνει τὸν Θεό, ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπὸ Αὐτόν.

Τί χωρίζει ὅμως τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό; Δὲν τὸν χωρίζουν οὔτε ἡ νιότη του, οὔτε τὰ γηρατειά του, οὔτε ὁ πλοῦτος ἢ ἡ φτώχεια του, οὔτε ἡ ὑγεία ἢ ἡ ἀρρώστια του, οὔτε ὁ ἔπαινος ἢ ἡ καταφρόνηση τῶν ἀνθρώπων· τὸν χωρίζει ἡ ἁμαρτία, ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιλέγει ἐλεύθερα. Τὸ δηλώνει ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν διιστῶσιν ἀναμέσον ὑμῶν καὶ ἀναμέσον τοῦ Θεοῦ» (Ἡσ. νθ´ [59] 2). Τὰ ἁμαρτήματά σας δημιουργοῦν χωρισμὸ καὶ διάσταση ἀνάμεσα σ᾿ ἐ­­σᾶς καὶ στὸ Θεό.

Μάλιστα ὅσο πιὸ πολὺ ἁμαρτάνει καν­­είς, τόσο πιὸ πολὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ τὸ φοβερότερο: Ἁ­­μαρτάνουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ ἄνθρωποι κάθε μέρα τῆς ζωῆς τους. «Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες», σημειώνει ὁ ἅ­­γιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος (Ἰακ. γ´ 2).

Μπορεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς νὰ ξαναβρεῖ τὸν Θεό;
Ναί! Π
ῶς; Διὰ τῆς μετανοίας· ἂν μετανοήσει. Γι᾿ αὐτὸ ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου· διότι εἶναι τὸ μοναδικὸ φάρμακο γιὰ τὴν πιὸ μεγάλη ἀρρώστια τοῦ ἀν­θρώπου, τὴν ἁμαρτία του. Εἶναι τὸ μό­νο μέσο γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς εὐτυχίας του.

Ἀλλὰ πῶς θὰ κατορθώσουμε τὴ μετάνοια;

2. Πῶς θὰ μετανοήσουμε

Ἡ μετάνοια εἶναι ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα πνευματικὸ θαῦμα, θαυμαστὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καὶ ἐπιστροφή του στὸ Θεό. Γιὰ νὰ ζήσουμε λοιπὸν τὴ μετάνοια, πρέπει νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς τὴ χαρίσει.
Δ
ὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνο αὐτό. Ἡ μετάνοια εἶναι ἐπίσκεψη τῆς θείας Χάριτος στοὺς ἀξίους, σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται νὰ μετανοοῦν. Σὲ τί ὅμως συνίσταται ἡ ἀληθινὴ μετάνοια, ποιὰ εἶναι τὰ βασικὰ γνωρίσματά της, ὥστε νὰ τὰ καλλιεργήσουμε;

Πρῶτα-πρῶτα αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ, ἀ­­­ναγνωρίζει τὴν ἁμαρτωλότητά του καὶ συναισθάνεται τὴν ἐνοχή του. Παραδέχεται ὅτι ἁμάρτησε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι πρόδωσε τὴν ἀγάπη Του.
Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος συνοδεύεται ἀπὸ τὴ συντριβή, τὸ κύριο γνώρισμα τῆς μετανοίας. Ὅποιος μετανοεῖ, συντρίβεται, δηλαδὴ πονάει ψυχικά. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ πόνος δὲν εἶναι ἡ ταραχὴ ἀπὸ τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως, οὔτε ἡ ἀπελπισία καὶ βαθιὰ μελαγχολία, ποὺ παραλύουν καὶ ἀχρηστεύουν τὸν ἄνθρωπο. Ὁ πόνος τῆς μετανοίας εἶναι βαθὺς μέν, ἀλλὰ ἥσυχος καὶ εἰρηνικός· ἀναμεμιγμένος μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ συντριβὴ ἐκδηλώνεται μὲ πολλὲς καὶ θερμὲς προσευχὲς στὸ Θεὸ γιὰ τὴν ἄφεση καὶ μὲ τὴν εἰλικρινὴ καὶ ταπεινὴ ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
Τέλος, α
ὐτὸς ποὺ μετανοεῖ, ἐγκαταλείπει τὴν προηγούμενη ζωή του μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, μισεῖ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀποφασίζει σταθερὰ νὰ ζήσει καινούργια ζωή, σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ μετανοεῖ ἀληθινὰ καὶ ὁριστικά, ἀγωνίζεται νὰ μὴν ξανακάνει τὴν ἁμαρτία γιὰ τὴν ὁποία μετανόησε, νὰ καρποφορήσει «καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας» (Ματθ. γ´ 8).

* * *

Ἀνέτειλε τὸ νέο ἔτος καὶ τὸ ὑποδεχθήκαμε μὲ πολλὲς εὐχές. Γιὰ νὰ ἀνατείλει ὅμως στὴν καρδιά μας ὁ νοητὸς Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δὲν ἀρκοῦν οἱ εὐχὲς ποὺ ἀνταλλάξαμε καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς χρονολογίας, ἀλλὰ χρειάζεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ νοῦ καὶ ὁ προσωπικός μας ἀγώνας. Ἀπαιτεῖται ἀ­πόφαση μετανοίας. Αὐτὸ ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε στὴ νέα χρονιά, αὐτὸ ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Κύριό μας. Καὶ τότε ὄντως θὰ ζήσουμε νέο ἔτος, θὰ βάλουμε πραγματικὰ καινούργια ἀρχὴ στὴ ζωή μας, θὰ ζοῦμε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

1. ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΔΥΣΕ

Μόλις ἐπληροφορήθηκε ὁ Κύριός μας ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος συνελήφθη καί κρατεῖται στήν φυ­λακή, ἀνεχώρησε στήν Γαλιλαία γιά νά ἀρχίσῃ συ­στη­μα­τι­κῶς πλέον τό δημόσιο ἔργο του. Ἐφόσον τό ἅγιο στόμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ἐσίγησε, ἐφόσον ἡ φωνή τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐ­ρή­μῳ δέν θά ἀκούγεται πλέον, ὁ Κύ­­ρι­ος ἀρχίζει τήν δη­μό­σι­α διδασκαλία του. Τώρα πού ὁ Ἰ­ω­άννης ἐτελείωσε τήν προ­δρο­μι­κή του ἀποστολή, ξε­κινᾶ ὁ Κύ­ρι­ος τό σωτηριῶδες ἔργο του. Τό ἀστέρι δύει καί ἀ­να­τέλλει ὁ ἥλιος.

Ὁ ἔνσαρκος ἄγ­γε­λος προπορεύθηκε «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού»· ἑ­τοί­μασε τήν ὁδόν τοῦ Κυρίου, ἄ­νοιξε τό δρόμο. Τά πλήθη τῆς Ἰουδαίας καί ἡ περί­χω­ρος τοῦ Ἰ­ορ­δάνου δέν θά ἄκουγαν πλέον τήν φωνή του. Τό προδρομικό κή­ρυ­­γ­μα τῆς με­τανοίας πού προ­ε­­τοί­μα­σε τόν λαό νά ὑπο­δεχθῇ τόν Κύ­ρι­ο, ἀφοῦ ἐπέ­στρε­ψε πολλοὺς ἀπό τούς υἱούς Ἰσραὴλ «ἐπὶ Κύ­­­ριον τὸν Θε­ὸν αὐτῶν» τώρα λαμβάνει τέλος. Καί ὁ Κύριος περι­μέ­νει τήν ὥρα αὐτή, χω­ρίς νά βιάζεται. Περιμένει πρῶ­τα νά τελειώσῃ τήν ἀ­πο­στο­λή του ὁ Ἰωάννης. Δέν ἐκ­δη­λώνει πλήρως τήν θαυ­μα­­τουρ­γική του δρᾶσι, οὔτε δι­δάσκει ἐπισήμως στά πλή­­θη. Καί ἀρχίζει ἔτσι τό ἐπί­ση­μο δη­μό­σιο ἔργο του ὅταν ἔρχεται ἡ κατάλληλη στιγ­μή. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Χριστός: «μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε». Εἰσέδυσε φυ­σι­­ολογικά στήν ἱστορία καί στή ζωή μας. Τώ­ρα πλέ­ον ἡ Πα­λαιά Δια­θή­κη ­τε­λεί­ωσε, τώρα ἀρχίζει ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη. Ἰδού «ἤγ­γικεν ἡ βα­σι­λεία τοῦ Θεοῦ».

Πόσα ἔχει νά μᾶς διδάξῃ αὐτή ἡ μετάβασι τῶν δύο ἐποχῶν. Μία μετάβασι πού γίνεται τόσο ὁμαλά, ἁ­πα­λά, διακριτικά. Μέ σύ­νε­σι καί σοφία. Τά ὄν­τως μεγάλα καί ἱερά πράγ­ματα στήν πορεία τοῦ κό­σμου δέν γί­νο­ν­ται μέ ἐντάσεις, καί ἐντυπωσιασμούς, δι­α­δ­ηλώσεις καί ἐ­πανα­στά­σεις· γί­νο­νται μέ ἱερή σιγή. «Οὐκ ἔρ­χε­ται ἡ βασιλεία τοῦ Θε­οῦ μετὰ παρατηρήσεως». Ἀλλά φυ­σι­κά, ἀβίαστα καί ἀδιόρατα. Καί μαθαίνουμε ἀπό αὐτό νά εἴμαστε κι ἐμεῖς ἄνθρωποι τῆς διακρίσεως καί τῆς συνέσεως. Νά ἐπιδιώκουμε τό κάθετι νά γίνεται στήν ὥρα του μέ τόν κατάλληλο τρόπο.

2. ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

Ὁ Κύριος ἐγκαταστάθηκε πλέον στή δυτική ὄχθη τῆς λί­μνης τῆς Γαλιλαίας ὅπου ὁ πληθυσμός ἦταν πυ­κνός καί μι­κτός ἀπό Ἰουδαίους καί ἐθνικούς. Ἐγ­κα­τα­στά­θηκε σέ μία πόλι παραλίμνια, στή βο­ρει­οδυτική ἀ­κτή τῆς Γα­λι­λαίας, τήν Καπερναούμ, τήν ὁποία ἐπέλε­ξε ὡς κα­ταλληλότερο κέντρο γιά τήν δη­μό­σια δρᾶσι του. Ἡ πόλι αὐτή ἀξιώθηκε νά ἀκούσῃ ὑπέροχες δι­δα­σκαλίες, νά δῇ καταπληκτικά θαύματα, νά φιλο­ξε­νή­σῃ τόν Θε­ό τοῦ οὐρανοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος. Πόσο με­γάλη τιμή γιά τήν Καπερναούμ. Ὁ Κύ­ριος τήν ἐπέ­λεξε αὐτή μόνη ἀνά­με­σα σ’ ὅλες τίς πό­λεις τοῦ κό­σμου. Ὅμως οἱ κάτοικοί της δέν συναι­σθά­νθηκαν τήν ὑψηλή τιμή πού τούς ἔκανε ὁ Κύριος. Δέν μετε­νό­η­σαν. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός λέγει: «καὶ σὺ Καπερνα­ούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψω­θεῖ­σα, ἕως ᾅδου κατα­βι­βα­σθή­ση». Ἐσύ Καπερναούμ πού ἀξιώθηκες νά φθάσῃς μέ­χρι τά ὕψη του οὐρανοῦ, θά κατέβῃς ντρο­πι­ασμένη μέ­χρι τόν Ἅδη. Διότι, συνεχίζει ὁ Κύριος, ἐάν οἱ Σοδομίτες ἔ­βλε­παν τόσα θαύματα, ὅσα εἶδε ἡ Κα­περ­ναούμ, θά μετα­νο­οῦ­σαν καί δέν θά κα­ταστρέ­φο­ν­ταν. Γι’ αὐτό καί προ­λέγει ὅτι οἱ Σοδομίται θά ὑπο­φέ­ρουν λιγότερο στήν κόλασι ἀπ’ ὅτι οἱ κά­τοι­κοι τῆς Κα­περ­ναούμ. Ἀλλά ἡ Καπερ­να­ούμ, ἐπλήρωσε τήν περι­φρό­νησι πού ἔδειξε στόν Κύριο καί ἄμεσα. Μετά ἀπό λίγα χρόνια κα­τα­στρά­φη­κε ὁλο­σχε­ρῶς, ἐξα­φα­νίσθηκε ἀπό τόν χάρτη.

Αὐ­τή ἡ κα­τά­ληξις τῆς πό­λε­ως πρέπει νά προ­βλη­μα­τί­σῃ καί ὅλους ἐμᾶς, πού χρόνια πολλά ἀξι­ωνό­μα­στε νά δεχόμαστε τόσες εὐερ­γε­σίες ἀπό τόν Θε­ό. Τόσα ἀ­κοῦ­με, τόσα βλέπουμε, τόσα αἰ­σθα­νό­μα­στε. Καί τί κά­νου­με; Ἀνταποκρι­νό­μα­στε στίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ;  

3. ΦΩΣ ΜΕΓΑ

Ὁ Κύριος μόλις ἀρχίζει τήν δημοσία δράσι του ἀνα­τέλ­λει ὡς πνευματικός ἤλιος στό πυκνό σκοτάδι τῆς ἀνθρωπότητος. «Ὁ λα­ὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θα­νά­του φῶς ἀνέ­τειλεν αὐτοῖς». Διότι ἐπί αἰῶνες οἱ ἄν­θρω­ποι εἶχαν βυθισθεῖ μέσα στό πνευματικό σκοτάδι, τό σκο­τάδι τῆς πλάνης, τῆς ἀ­γνω­σίας καί τῆς ἀσέβειας. Οὔτε κἄν ἤλ­πι­ζαν νά ἀ­παλ­λαγοῦν ἀπό αὐ­τό. Μέσα στήν ἀτελείωτη νύχτα ἔχασαν καί τό φῶς τους, καί δέν ἤξεραν ποῦ νά βαδίσουν. Τώρα ὅμως ἀνέτειλε στήν ζω­ή τους φῶς μέγα, τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὁ Κύριος Ἰ­η­σοῦς Χριστός. Ἔλαμψε καί ἀκτινοβόλησε μέ­σα στό σκο­­­τάδι τῆς ἀγνωσίας. Καί διέλυσε τήν σκι­ά τοῦ θα­νά­του, τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτό ὅμως πού ἰδιαιτέρως θά πρέπει νά προ­σέ­ξου­με ἐδῶ εἶναι ὅτι ὁ λαός αὐτός δέν βρῆκε τό φῶς ἐπειδή τό ζή­τη­σε, ἀλλά ἐπειδή ὁ Θεός ἐφανέρωσε τό φῶς του. Δέν ζήτησαν πρῶτα οἱ ἄνθρωποι τό φῶς, οὔτε ἔ­τρε­ξαν πρός αὐτό, ἀλλά τό φῶς ἐπεφάνη σάν νά τούς κα­­τα­δι­ώ­κῃ. Μᾶς καταδιώκει λοιπόν τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἐ­μεῖς, δε­χόμαστε τό Φῶς τοῦ Χρι­στοῦ στή Ζωή μας; Ἀ­φήνουμε τό φῶς του νά ἔλθῃ στήν σκο­τει­νια­σμέ­νη καρ­διά μας, νά λάμψῃ καί νά ἀκτι­νο­βο­λήσῃ μεσα μας τό φῶς τῆς ἀ­λή­θειας καί τῆς ἐλ­πί­δος; «Τὸ φῶς ἐλή­λυ­θεν εἰς τὸν κόσμον» ἀλλά δυ­στυ­χῶς «ἠγά­πη­­σαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς». Εἶναι πραγ­μα­τικό τραγικό νά μᾶς προσφέρῃ ὁ Χριστός τό φῶς του καί μεῖς νά προτιμοῦμε νά ζοῦμε μέσα στό σκοτάδι μιᾶς ἀπέραντης νύκτας. Ἄς τρέξουμε λοιπόν πρός τό φῶς τό ἀληθινόν, τόν Φωτοδότη Κύριό μας, κι ἄς τόν πα­ρακαλοῦμε διαρκῶς νά μᾶς στέλνῃ τό φῶς τοῦ προ­σώ­που του, νά μᾶς φωτίζῃ καί νά μᾶς ἁγιάζῃ.