Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΩΝ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαΐου 2021

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ Η ΕΥΧΗ: ''ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ''

 

 << Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με >> είναι και προσευχή και ευχή και ομολογία πίστεως.

- Είναι προσευχή, διότι μ' αυτήν ζητούμε παρακλητικά το θείο έλεος.
- Είναι ευχή επειδή παραδίδουμε τους εαυτούς μας στο Χριστό με το να Τον επικαλούμεθα.
- Είναι ομολογία, διότι μακαρίστηκε ο Πέτρος επειδή ομολόγησε αυτό το όνομα.
- Παρέχει το Πνεύμα διότι <<κανένας δεν λέει τον Ιησού Κύριο, παρά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος>>.
- Χορηγεί θείες δωρεές διότι γι' αυτήν λέει ο Χριστός στον Πέτρο <<θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών>>.
- Είναι κάθαρση καρδιάς διότι βλέπει το Θεό και Τον καλεί και καθαρίζει αυτόν που βλέπει.
- Διώχνει τους δαίμονες, διότι με το Όνομα του Ιησού Χριστού διώχθηκαν και διώκονται όλοι οι δαίμονες.
- Είναι και κατοίκηση Χριστού μέσα μας διότι με το να Τον φέρουμε στη μνήμη μας - Είναι μέσα μας και με την ενθύμηση κατοικεί και μας γεμίζει ευφροσύνη, όπως λέει, <<θυμήθηκα το Θεό και γέμισα ευφροσύνη>>.
- Είναι πηγή πνευματικών σκέψεων και λογισμών, διότι ο Χριστός είναι ο θησαυρός κάθε σοφίας και γνώσεως, και αυτά τα χορηγεί σ' εκείνους που μέσα τους κατοικεί.
- Είναι απολύτρωση των αμαρτιών, επειδή λέει γι' αυτήν <<Όσα λύσεις, θα είναι λυμένα στον ουρανό>>.
- Είναι θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων, επειδή λέει <<στο όνομα του Ιησού Χριστού, στον ουρανό>>.
- Χορηγεί το θείο φωτισμό, διότι ο Χριστός είναι το αληθινό φως και μεταδίδει σ' αυτούς που Τον επικαλούνται από τη λαμπρότητα και τη χάρη Του. <<Ας είναι, λέει, η λαμπρότητα του Κυρίου και Θεού μας σ' εμάς>>, και <<όποιος με ακολουθεί θα έχει το φως της ζωής>>.
- Είναι πηγή του θείου ελέους διότι ζητούμε το έλεος. Και ο Κύριος είναι ελεήμων και ελεεί όλους όσοι τον επικαλούνται, και κάνει γρήγορη εκδίκηση εκείνων που βοούν προς Αυτόν.
- Είναι η μόνη σωτηρία διότι, λέει ο Απόστολος <<με κανέναν άλλο δεν μπορούμε να σωθούμε>>, και <<Αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός>>. Γι' αυτό και κατά την εσχάτη ημέρα <<κάθε γλώσσα θα ομολογήσει>> και θα ανυμνήσει, θέλοντας και μη θέλοντας <<ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται ο Θεός Πατέρας>>.
 Αυτό είναι το σημάδι της πίστεώς μας, ότι είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί και δίνουμε μαρτυρία ότι είμαστε εκ Θεού. <<Όποιος ομολογεί πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός που ήλθε και έγινε άνθρωπος, αυτός είναι εκ του Θεού>> λέει όπως είπαμε και πριν, και όποιος δεν ομολογεί δεν είναι εκ του Θεού. Και αυτός που δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό είναι από τον Αντίχριστο.

Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

ΠΩΣ ΑΠΑΝΤΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΤΗ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;

 


Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Θεολογίας ΑΠΘ

Επανερχόμενοι στο θέμα των επιθέσεων, που δέχεται τον τελευταίο καιρό η Θ. Ευχαριστία, από κάποιους επιστήμονες, επαναλαμβάνουμε ότι δεν είναι επιστημονικά δεοντολογικό και επιτρεπτό να υπεισέρχονται σε ξένες, σε σχέση με την επιστήμη τους, περιοχές και, πολύ περισσότερο, να αποφαίνονται για ξένα προς αυτούς επιστημονικά αντικείμενα.

Ο Άγιος Νεκτάριος γράφει, σχετικά με παρόμοιες παρεισφρήσεις, που συνέβαιναν και στην εποχή του: «Πάσαι αι θεωρίαι των διαφόρων επιστημών δεν επιδέχονται τας αυτάς αποδείξεις, αλλ’ εκάστη έχει ιδίας αποδείξεις, αρμοδίας εις την εαυτής φύσιν. Άλλας αποδείξεις έχουσιν αι μαθηματικαί επιστήμαι, άλλας αι φυσικαί, άλλας η φιλοσοφία, άλλας η ιστορία και άλλας η θεολογία. Διό και ορθός παραλογισμός είναι η απαίτηση της εφαρμογής της μιας επί των λοιπών και των λοιπών επί της μιας. Πώς είναι, λόγου χάριν, δυνατή φυσική απόδειξις, λαμβανομένη από τας καταληπτάς ενεργείας των ορατών όντων των υλικών κτισμάτων, να εφαρμοστεί εις τας ακαταλήπτους βουλάς του Θεού του Αοράτου, του Πανσόφου και Παντοδυνάμου, του αοράτως ενεργούντος, του δι’ εμπνεύσεως αλλοιούντος τας αρχάς, τας πεποιθήσεις και τας πίστεις των ανθρώπων; Ως, άρα, εκάστη επιστήμη κέκτηται ιδίας αποδείξεις προς απόδειξιν των θεωρημάτων αυτών, ούτω και η θεολογία κέκτηται ιδίας αποδείξεις, οικείας τω θεωρητικώ αυτής χαρακτήρι. Αι αποδείξεις της θεολογίας, ας αύτη κέκτηται και ας ποιείται χρήσιν προς απόδειξιν της θειότητος της πίστεως ημών, είναι εκείναι, ας ο θεοδίδακτος Απόστολος Παύλος, εδίδαξεν ημάς. Ούτος, γράφων προς τους Κορινθίους περί του κηρύγματος αυτού, έλεγεν ότι δεν έγινε με πειστικούς λόγους της ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με απόδειξιν πνεύματος και δυνάμεως. Και τούτο, έλεγεν, ηυδόκησεν ο Θεός, ίνα μη λογισθεί η πίστις κατασκεύασμα ανθρωπίνης σοφίας, αλλ’ έργον και κατόρθωμα της δυνάμεως του υψίστου: ”ίνα η πίστις υμών μη ή εν σοφία ανθρώπου, αλλ’ εν δυνάμει Θεού”».

Κάποιοι επιστήμονες, συνεπώς, που, χωρίς διάκριση, παρεμβαίνουν, σοφιολογούν και αποφαίνονται για θέματα ανερμήνευτα, ακόμη και από θεολογικής πλευράς, όπως είναι τα θέματα της πίστεως και των Μυστηρίων της Εκκλησίας, αγνοούν, εν γνώσει ή εν αγνοία τους, ότι ο μόνος τρόπος προσεγγίσεως τέτοιων υπερλογικών θεμάτων δεν είναι η λογική και η γνώση, αλλά η πίστη. Όπως μαρτυρεί, μάλιστα, ο Άγιος Νεκτάριος, «η πίστις των Χριστιανών εμαρτυρήθη διά της ιστορίας, ως ασφαλής και βεβαία γνώσις. Η πίστις, καίτοι μη υπαγομένη εις κανόνας ερεύνης, ουχ ήττον έχει ασφαλή και βεβαίαν την πληροφορίαν. Μεταβαίνομεν εις την απόδειξιν της αληθείας της θείας ημών πίστεως εξ ιστορικών γεγονότων».

Πώς είναι δυνατόν, συνεπώς, τα υπέρ λόγον και έννοιαν θαύματα της Εκκλησίας, που η ίδια η επιστήμη της Θεολογίας ομολογεί ότι δεν προσεγγίζονται λογικά, να επιχειρούν κάποιοι επιστήμονες, άλλων επιστημών, να τα ερμηνεύουν με λογικές αποδείξεις, αμφισβητώντας, μάλιστα, την πνευματική τους οντολογία και, κατά συνέπεια, την μυστηριακώς και υπερφυσικώς θαυματουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσω της οποίας λειτουργούν;

Πώς τολμούν, παίζοντας «εν ου παικτοίς», να αναλύουν τα ακατάληπτα, με τη χρήση δήθεν επιστημονικών όρων και αποδείξεων, διασπείροντας το δηλητήριο της απιστίας, του φόβου και της αμφιβολίας και θέτοντας σε αμφισβήτηση την διά μέσου των αιώνων αποδεδειγμένη «γνώση της πίστεως», που βεβαιώνει τους πιστούς ότι η συμμετοχή τους στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας δεν μεταδίδει ιούς και ασθένειες;

Επ’ αυτού, ο Άγιος Νεκτάριος ο Θαυματουργός σημειώνει ότι «το παραδοθέν παρά του Κυρίου Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, είναι το ανώτερον όλων των Μυστηρίων, το θαυμασιώτερον των θαυμάτων, όσα η δύναμις του Θεού εξετέλεσεν, το υψηλότερον εξ όσων η σοφία του Θεού επενόησεν. Είναι δε και το τιμιώτερον όλων των χαρισμάτων, όσα η αγάπη του Θεού εχαρίσατο τοις ανθρώποις, διότι τούτο υπερέχει όλα τα άλλα, κατά την αριθμητικήν υπερβασίαν των όρων της φύσεως. Διότι πάντα μεν τα θαύματα προέρχονται εξ υπερβασίας νόμων τινών της φύσεως, το Μυστήριον όμως της Θείας Μεταλήψεως υπερέβη πάντας. Διό και δικαίως, θαύμα των θαυμάτων και Μυστήριον των Μυστηρίων δύναται να κληθεί και να θεωρηθεί… Θαύμα, διότι ο αυτός Ιησούς Χριστός είναι και εις τον ουρανόν και εις την γην και ο αυτός και εις το ιερόν ημών θυσιαστήριον. Θαύμα, διότι, ως σώμα Χριστού, είναι άφθαρτον και αθάνατον και ως αίμα Χριστού είναι πηγή ζωής αιωνίου. Είναι το μεγαλύτερον και υψηλότερον όλων των θαυμάτων, επειδή υπερβαίνει πάσαν κατάληψιν… και πάντας τους όρους της φυσικής γνώσεως».

Ο Άγιος Νεκτάριος, υπογραμμίζει ότι «ο επαξίως κοινωνήσας ευρίσκεται ενδεδυμένος την θείαν πανοπλίαν, ήτις προφυλάττει αυτόν από παντός κακού».

Για εκείνους, όμως, που αποφεύγουν να κοινωνούν, ο Άγιος διερωταται: «Εις ποίαν τάξιν χριστιανών κατατάξωμεν αυτούς; Άρα γε ούτοι εισίν αληθείς χριστιανοί; Τούτο ημίν άδηλον. Ό, τι δε ημείς δυνάμεθα να γινώσκωμεν είναι ότι οι τοιούτοι πελαγοδρομούσιν άνευ πυξίδος, άνευ πηδαλίου και άνευ κυβερνήτου. Ουαί δε αυτοίς τη ημέρα εκείνη. Έρημοι τότε και εστερημένοι της θείας παρηγορίας, θέλουσιν ατενίζει, με βλέμμα απελπισίας, τα ανοιγόμενα προ των ποδών των βάραθρα, τα απειλούντα καταποντισμόν και παντελή αφανισμόν».

Τονίζει, μάλιστα, «την εκ της θείας μεταλήψεως προσγενομένην ωφέλειαν, ψυχικήν τε και σωματικήν. Διότι η υγεία της ψυχής επιδρά και επί της υγείας του σώματος, ως γινώσκομεν ότι συμβαίνει τανάπαλιν».

Από θεολογικής πλευράς, οι «επιστήμονες» που κάνουν παράχρηση των αποδείξεων της επιστήμης τους, προσπαθώντας να τις εφαρμόσουν στην Ιερή Επιστήμη της Θεολογίας, οφείλουν να γνωρίζουν ότι γίνονται όργανα ψευδών και παραπλανητικών αποδείξεων, τις οποίες, επενδύοντάς τις με επιστημονικό μανδύα, τις χρησιμοποιούν για να αλλοιώσουν και να πολεμήσουν τον Λόγο του Θεού και του Ευαγγελίου του Χριστού και για να κλονίσουν την πίστη την οποία έχουν οι Χριστιανοί προς το πλέον ιερότερο Μυστήριο της πίστεώς τους, τη Θ. Ευχαριστία. Ισχυρίζονται, μάλιστα, ότι θέλουν να προστατέψουν και να σώσουν σωματικά τους Χριστιανούς από τον νοσογόνο ιό, ενώ, στην πραγματικότητα, τους μολύνουν με την πνευματική ίωση της απιστίας, που τους οδηγεί στον οντολογικό αιώνιο θάνατο, αφού ο Χριστός του Αγίου Ποτηρίου, από το οποίον θέλουν να απομακρύνουν τους πιστούς, είναι ο μόνος χορηγός της αιώνιας ζωής.

Η μετάληψη των Αχράντων μυστηρίων, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη (1749-1809), «προσφέρει αγιασμό στους μεταλαμβάνοντας τον Χριστό. Αποτελεί απαραίτητο συστατικό της ζωής της ψυχής, όπως είναι η αναπνοή και η τροφή για το σώμα. Ασυγκρίτως αναγκαιότερη είναι για τη ζωή της ψυχής η Αγία Μετάληψη, η ζωοποιός τροφή, χωρίς την οποία επαπειλείται κίνδυνος ψυχικού θανάτου».

Είναι ανάγκη, τονίζει ο Άγιος Νικόδημος, όχι μόνον να κοινωνούμε, αλλά να κοινωνούμε συχνά, «για να έχουμε πάντοτε εντός ημών την αληθινή ζωή, που είναι ο Ιησούς Χριστός και για να μη αποθάνουμε θάνατον ψυχικόν. Ο Χριστός είναι ζωή. Η θεία Κοινωνία είναι ο Χριστός. Άρα η Θ. Κοινωνία είναι χαρισματική μετοχή στη ζωή, τον Χριστό, η δε παύση της ζωοποιού τροφοδοσίας των Αγίων Μυστηρίων οδηγεί στον πνευματικό μαρασμό και τον ψυχικό θάνατο. Η θεία μετάληψη τρέφει τις αρετές ενδυναμώνει την εργασία των εντολών, τελειοποιεί την αγάπη, χωρίς την οποία είναι αδύνατη η σωτηρία, αφού οι αρετές του ηθικού βίου πηγάζουν από αυτήν».

Για τον λόγο αυτό, οι πιστοί, όπως τονίζει ο Άγιος Νικόδημος, είναι ανάγκη να υποτάσσονται στο θέλημα του Θεού, να μεταλαβαίνουν συχνά, αφού «εντολή τελειωτική και συστατική είναι η βρώση και η πόση του Αγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος του Χριστού.

Οι μη συμμετέχοντες στη Θ. Κοινωνία στερούνται τον αγιασμό και τη χάρη των Αγίων Μυστηρίων, χάνουν τη θεοείδεια, λιμοκτονούν πνευματικά, καταστρέφεται ο πνευματικός τους μεταβολισμός και οδηγούνται στην απώλεια της σωτηρίας. Το αυτό ακριβώς συμβαίνει με κάποιον που στερείται την υλική τροφή, με αποτέλεσμα να ασθενεί και να κινδυνεύει με σωματικό θάνατο».

Με βάση τις παραπάνω αγιοπνευματικές διδασκαλίες, οι Χριστιανοί οφείλουν να ακούν και να ακολουθούν τις αλήθειες των Αγίων της Εκκλησίας τους και να περιφρονούν τις συκοφαντίες των εχθρών της.

Αναδημοσίευση από:
http://thriskeftika.blogspot.com/2020/10/blog-post_24.html

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

 Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.

 1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.

 2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.

 3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

 4. Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.
  Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς.Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

 5. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο»» (Α´ Κορ. 12, 3).καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά»» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος»». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι»», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26). Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

 6. Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου»» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή»» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου»» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του»» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.

 Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.
  Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.