Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Η ΜΕΤΑ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΝΗ ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η μεταφλωρεντιανή πράξη της Εκκλησίας Ομολογία, μετάνοια και κανονική αποκατάσταση κατά την παράδοση του αγίου Μάρκου Ευγενικού και του Γενναδίου Σχολαρίου Μετά τη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας (1438–1439), η Εκκλησία βρέθηκε ενώπιον σοβαρού δογματικού και κανονικού ζητήματος: της επιστροφής των επισκόπων και κληρικών που είχαν υπογράψει την ένωση με τη Ρώμη στην ορθόδοξη εκκλησιαστική κοινότητα. Το ζήτημα αυτό δεν αντιμετωπίστηκε αποσπασματικά ή αυθαίρετα, αλλά στηρίχθηκε σε σαφές ιστορικό και θεολογικό προηγούμενο, το οποίο είχε ήδη διαμορφωθεί κατά την περίοδο της Εικονομαχίας (8ος–9ος αι.). Στα Πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου καθίσταται σαφές ότι η επανένταξη των πλανηθέντων στην Εκκλησία προϋποθέτει ρητή αποκήρυξη της πλάνης και συνειδητή ομολογία πίστεως. Η πράξη υποδοχής των μετανοούντων εικονομάχων συνοδεύεται από αποκήρυξη της αιρέσεως, αναθεματισμό αυτής και ομολογία της ορθοδόξου πίστεως, κατά τρόπο που αποκαθιστά την εκκλησιαστική κοινωνία επί τη βάσει της αλήθειας. Χαρακτηριστικό της μεταφλωρεντιανής πράξεως είναι το ερώτημα που τίθεται προς τον επιστρέφοντα στον σχετικό λίβελλο αποκήρυξης: «Ἀποβάλλῃ τὴν πλάνην εἰς ἣν ἠυτομόλησας ἢ ἐβιάσθης;» Όσοι επίσκοποι και κληρικοί επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία όφειλαν να προβούν σε δημόσια ή γραπτή ομολογία πίστεως, δηλώνοντας ρητώς ότι φρονούν και πιστεύουν σύμφωνα με την παραδεδομένη πίστη της Εκκλησίας. Στη μεταφλωρεντιανή πράξη της Εκκλησίας δεν μαρτυρείται καμία κανονική αποκατάσταση χωρίς ρητή ομολογία πίστεως ή λίβελλο μετανοίας, ούτε και στην εκκλησιαστική πράξη και τάξη· η σιωπή δεν θεωρήθηκε ποτέ επαρκής θεραπεία του δογματικού τραύματος. Κάθε απόπειρα ενδιάμεσης ή διφορούμενης εκκλησιαστικής καταστάσεως, χωρίς ρητή αποκήρυξη της πλάνης και σαφή ομολογία πίστεως, θεωρείται εκκλησιολογικώς ασύστατη και ξένη προς την πατερική συνείδηση της Εκκλησίας. Τέτοια «μεσότητα» απορρίπτεται ρητώς από τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ο οποίος τονίζει ότι «οὐδ’ ἔστιν ὅλως μεσότης ἱκανῶς ἀποδεδειχόσι, καὶ τὸ τοιαῦτα ζητεῖν ἀσεβὲς καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλότριον». Τέτοιες καταστάσεις δεν συνιστούν εκκλησιαστική ενότητα, αλλά τερατώδη σύμμειξη, την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «μιξόθηρας καὶ ἱπποκενταύρους». Ο αυστηρός αλλά πατερικά ακριβής αυτός χαρακτηρισμός δεν αποτελεί ρητορική υπερβολή, αλλά εκκλησιολογική διάγνωση της αθεράπευτης αμφισημίας, όταν απουσιάζει η καθαρή ομολογία. Χαρακτηριστική είναι η ομολογία του αγίου Μάρκου Ευγενικού, η οποία αποδίδει με ενάργεια το ομολογιακό του φρόνημα και αποκλείει κάθε μορφή διπλής γλώσσας ή σιωπηρής αποδοχής της πλάνης: «Οὐ γὰρ ἔστιν εἰρηνεύειν τῇ ἀληθείᾳ ψευδομένους». «Οὐδὲν καινὸν λέγομεν, ἀλλ’ ἃ παρέλαβεν ἡ Ἐκκλησία, ταῦτα φρονοῦμεν καὶ λέγομεν». Οι διατυπώσεις αυτές καθιστούν σαφές ότι η ομολογία του Αγίου Μάρκου δεν εκφράζει προσωπική θεολογική γνώμη, αλλά δημόσια εκκλησιαστική στάση. Γι’ αυτό και ορίζει ρητώς: «Ἐν τοῖς τῆς πίστεως οὐκ ἔστιν οἰκονομία». Στο ίδιο εκκλησιολογικό πλαίσιο διακηρύσσει και τη στάση του έναντι της Δύσεως: «...οὕκουν ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ἀπεστράφημεν, καὶ διὰ τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν» και «...αἱρετικοί εἰσιν καί ὡς αἱρετικοὺς ἀπεκόψαμεν» Η πράξη του Αγίου Μάρκου δεν έμεινε μεμονωμένη ούτε περιορίστηκε σε προσωπική στάση, αλλά επιβεβαιώθηκε ιστορικά και θεσμοποιήθηκε εκκλησιαστικά κατά την πατριαρχία του Γενναδίου Σχολαρίου. Στο ίδιο εκκλησιολογικό πλαίσιο εντάσσονται και τα ομολογιακά του κείμενα, τα οποία προϋποθέτουν ρητή αποκήρυξη της Ένωσης και επιστροφή στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η κατανόηση αυτή της εκκλησιαστικής πράξεως επιβεβαιώνεται και από τη μεταφλωρεντιανή πατριαρχική πράξη, όπως αυτή εκφράζεται στην Ομολογία Πίστεως του Γενναδίου Σχολαρίου. Εκεί απορρίπτεται ρητώς η λατινική θεολογία ως ξένη προς την πατερική παράδοση και διακηρύσσεται η πλήρης ταύτιση με το φρόνημα των αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων: «Ἃ φρονοῦσιν οἱ Λατίνοι περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ περὶ τῶν λοιπῶν δογμάτων, ξένα εἶναι τῆς παραδόσεως τῶν ἁγίων Πατέρων ὁμολογοῦμεν». «Ταῖς ἁγίαις καὶ οἰκουμενικαῖς συνόδοις καὶ τοῖς θεοφόροις Πατράσιν ἀκριβῶς ἀκολουθοῦμεν». Η διαδικασία αυτή δεν είχε τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά θεραπευτικό και βαθύτατα εκκλησιολογικό. Η Εκκλησία δεν επεδίωξε ούτε εκδίκηση ούτε θεσμικό αποκλεισμό, αλλά την αποκατάσταση της κοινωνίας επί τη βάσει της κοινής πίστεως, διασφαλίζοντας συγχρόνως την ενότητά της. Καθίσταται έτσι σαφές ότι η μεταφλωρεντιανή πράξη της Εκκλησίας δεν συνιστά ιστορική ιδιομορφία ούτε έκτακτη ποιμαντική παρέκκλιση, αλλά συνειδητή και συνεπή συνέχιση της πατερικής και συνοδικής παραδόσεως. Η Εκκλησία δεν επιχείρησε να θεραπεύσει το δογματικό τραύμα με σιωπή ή αμφισημία, αλλά με ομολογία αληθείας και έμπρακτη μετάνοια. Η απαίτηση για ρητή αποκήρυξη της πλάνης και σαφή ομολογία της αλήθειας δεν υπαγορεύεται από πνεύμα τιμωρίας, αλλά από τη μέριμνα να αποκατασταθεί η εκκλησιαστική κοινωνία εντός της αλήθειας. Η κανονική αποκατάσταση όσων είχαν προσχωρήσει στην Ένωση δεν νοήθηκε ως διοικητική πράξη ειρηνεύσεως, αλλά ως εκκλησιολογική θεραπεία, η οποία προϋπέθετε ρητή αποκήρυξη της πλάνης και πλήρη επιστροφή στην παραδεδομένη πίστη. Η διάκριση μεταξύ εξωτερικής ειρήνης και εκκλησιαστικής κοινωνίας διατηρήθηκε απαρέγκλιτα: η ειρήνη δεν προηγείται της αλήθειας, αλλά έπεται της ομολογίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η στάση του αγίου Μάρκου Ευγενικού και η πατριαρχική πράξη του Γενναδίου Σχολαρίου δεν εκφράζουν προσωπικές θεολογικές ευαισθησίες, αλλά τη ζώσα αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας. Εκεί όπου διακυβεύεται η πίστη, δεν υπάρχει χώρος για διπλή γλώσσα ή σιωπηρή αποδοχή· υπάρχει μόνο η πιστότητα στην αλήθεια, η οποία, κατά την πατερική παράδοση, αποτελεί τη μόνη ασφαλή βάση της εκκλησιαστικής ενότητας. Έτσι, η μεταφλωρεντιανή πράξη δεν αποτελεί απλώς ιστορικό προηγούμενο, αλλά διαρκές εκκλησιαστικό κριτήριο. Πηγές Πρακτικά Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi, Sacrorum Conciliorum Nova et Amplissima Collectio. Ιωάννης Καρμίρης, Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α΄. Patrologia Graeca, τόμ. 160 (Άγιος Μάρκος Ευγενικός – Γεννάδιος Σχολάριος).

1 σχόλιο:

  1. Η Εκκλησία δεν επιχείρησε να θεραπεύσει το δογματικό τραύμα με σιωπή ή αμφισημία, αλλά με ομολογία αληθείας και έμπρακτη μετάνοια. Η απαίτηση για ρητή αποκήρυξη της πλάνης και σαφή ομολογία της αλήθειας δεν υπαγορεύεται από πνεύμα τιμωρίας, αλλά από τη μέριμνα να αποκατασταθεί η εκκλησιαστική κοινωνία εντός της αλήθειας

    ΑπάντησηΔιαγραφή