Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ
‘’ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ’’
Ιεραποστολικον καί Αντιαιρετικον ενημερωτικόν Φυλλάδιον του «Συλλόγου των Ορθοδοξων» του Επισκοπείου – Ιερας Μονης Αγιας Αικατερινης Κορωπίου Αττικης, λειτουργουντος ως Παραρτηματος καί εις τα πλαίσα των σκοπων του ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ Ματθαιος ο Α. Διευθυνσις: 4ο χιλιομετρον Λεωφορου Κορωπίου Μαρκοπούλου, Τ.Θ. 54 Κορωπι 19401, Τηλ. 210 6020176, 60907162202, 6977290326
Αριθμ. Φυλλου 20 Ιανουαριος 2021
Αγιος αθανασιος και οι αγωνες του για την ορθοδοξια
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου ποὺ ἦταν τὸ μεγάλο σταυροδρόμι τῆς συνάντησης τῶν θρησκειῶν, τῶν πολιτισμῶν καὶ τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων του τότε γνωστοῦ κόσμου καὶ σὲ μία ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία μετασχηματίζονταν ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία ἀπὸ εἰδωλολατρικὴ σὲ χριστιανική. Οἱ πλούσιες πληροφορίες ποὺ διαθέτουμε γιὰ τὸ ἔργο καὶ τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου ἀπὸ σύγχρονους καὶ μεταγενέστερους θεολόγους καὶ ἱστορικούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ συγγράμματά του, δὲν καλύπτουν ἐπαρκῶς τὴν παιδικὴ καὶ νεανική του ἡλικία. Ἀπὸ ἕνα κοπτικὸ πανηγυρικὸ ἀντλοῦμε τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ἦταν 33 ἐτῶν ὅταν ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας τὸ ἔτος 328 καὶ συμπεραίνουμε ὅτι θὰ πρέπει νὰ γεννήθηκε τὸ 295. Ἡ ἀναφορὰ σὲ συγγενεῖς καὶ σὲ πατρικὸ τάφο μέσα στὸν ὁποῖο κρύφτηκε ἀργότερα γιὰ μερικοὺς μῆνες συνδέουν τὴν πατρώα καταγωγὴ τοῦ Ἀθανάσιου μὲ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ πληροφορία ποὺ καταγράφει ὁ Ρουφίνος στὴν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» τοῦ (10, 14) γιὰ τὸ παιχνίδι τοῦ μικροῦ Ἀθανασίου μὲ ἐθνικὸ συνομήλικό του, τὸν ὁποῖο βάπτισε τηρώντας μὲ ἀκρίβεια τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, τόσο ὥστε ὁ ἱεράρχης τῆς Ἀλεξάνδρειας Ἀλέξανδρος νὰ ἀναγνωρίσει ὡς ἔγκυρο τὸ βάπτισμα αὐτό, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι οἱ γονεῖς τοῦ ἦταν χριστιανοί.
Σὲ κάθε περίπτωση, ὅμως, ὁ Ἀθανάσιος ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλέξανδρου, γινόμενος ἄριστος γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ βαθιὰ γνώση τῆς Γραφῆς καὶ ἡ ὀρθὴ χρήση αὐτῆς στὴν διατύπωση τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος εἶναι τὸ κύριο χαρακτηριστικό του Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος ζώντας στὴν Ἀλεξάνδρεια εἶχε ἐπαρκῆ γνώση καὶ τῆς θύραθεν παιδείας, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἀπὸ τὴ νεανική του ἡλικία γνώρισε, ἐπίσης, τὸ μοναχισμὸ ἀπὸ τὸ Μεγάλο Ἀντώνιο τοῦ ὁποίου τὸν Βίο καὶ συνέγραψε ἀργότερα.
Σὲ ἡλικία μόλις 17 ἐτῶν χειροτονήθηκε ἀναγνώστης καὶ διορίσθηκε γραμματέας τοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, ἐνῶ μετὰ 7 ἔτη χειροτονήθηκε διάκονος. Ὡς βοηθὸς καὶ ἀρχιδιάκονος τοῦ Ἀλέξανδρου τὸν ἐπηρέασε καθοριστικὰ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ Ἀρείου. Σημεῖο σταθμὸς στὴν ἀντίκρουση τῶν ἀρειανικῶν θέσεων καὶ στὴ θεμελίωση τῆς ἀθανασιανῆς θεολογίας ἀποτελεῖ ἡ δεύτερη ἐπιστολὴ ποὺ συνέταξε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἀθανασίου ὁ Ἀλέξανδρος Ἀλεξανδρείας (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἀλέξανδρον Θεσσαλονίκης). Μὲ τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ἐγκαταλείπεται ἡ ὠριγενιστικὴ θεολογία καὶ τὸ σχῆμα Λόγος-Θεὸς τῆς πρώτης ἐπιστολῆς τοῦ Ἀλέξανδρου γιὰ τὴν ἀνασκευὴ τῶν ἀρειανικῶν κακοδοξιῶν καὶ κηρύττεται πλέον ὁ Υἱὸς ὡς «φύσει Υἱὸς» τοῦ Πατρὸς ἐξασφαλίζοντας τὴ θεότητα, τὴν ὁμοουσιότητα καὶ τὴν ἀϊδιότητα τοῦ Υἱοῦ, ἐνῶ δηλώνεται, ἐπίσης, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ κανένα «διάστημα» μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πατρός. Εἶναι ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γράφει τοὺς δύο πρώτους καὶ σημαντικότατους λόγους τοῦ «Κατὰ Ἑλλήνων» καὶ «Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς διὰ σώματος πρὸς ἠμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ». Οἱ θεολογικὲς θέσεις αὐτῆς τῆς δεύτερης ἐπιστολῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλέξανδρου ἐπιβλήθηκαν ἀπόλυτα στὴ Σύνοδο τῆς Ἀντιόχειας (ἀρχὲς 325) καὶ στὴν Ἃ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας (Ἰούνιος 325), στὴν ὁποία συμμετεῖχε καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὡς ἀρχιδιάκονος τοῦ Ἀλέξανδρου Ἀλεξανδρείας λαμβάνοντας μέρος στὶς προσυσκέψεις τῆς συνόδου καὶ στὶς παρασκηνιακὲς θεολογικὲς συζητήσεις ὅπου πρωτοστάτησε καὶ ἔγινε σὲ ὅλους γνωστός.
Σύντομα, ὅμως, ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Ἃ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν ἐπιμέλεια καὶ φροντίδα τοῦ μονοκράτορα ἀπὸ τὸ 324 Μεγάλου Κωνσταντίνου, θὰ ἀπειλοῦνταν μὲ πλήρη ἀνατροπὴ ἐξαιτίας αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πρωτόγνωρης ἐναγκάλισης τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ συστηματικὸ ἐπηρεασμὸ τοῦ ἴδιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ τῶν διαδόχων του ἀπὸ τοὺς Ἀρειανούς. Ἤδη ἀπὸ τὸ 327 ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀπαίτησε ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Ἀλεξανδρείας μὲ ἐπιστολή του νὰ ἀποκαταστήσει τὸν Ἄρειο ποὺ προσποιήθηκε ὅτι ἀποδέχτηκε τὸ σύμβολο τῆς Νίκαιας, γιατί ἡ διαφορὰ τοὺς κατὰ τὴν ἄποψή του βασίζονταν σὲ μία ἀσήμαντη διαφωνία σὲ βιβλικὸ χωρίο. Ἡ αὐτοκρατορικὴ ἀξίωση δὲν ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸ γηραλέο ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος σύντομα ἀπεβίωσε (+ 17 Ἀπριλίου 328) ἀφοῦ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ τὸν διαδεχθεῖ ὁ Ἀθανάσιος. Ὁ ταπεινόφρων Ἀθανάσιος προσπάθησε νὰ ἀποφύγει τὴν ἐκλογὴ τοῦ ἐγκαταλείποντας τὴν Ἀλεξάνδρεια, ἀλλὰ ἦταν τόσο ἔντονη ἡ ἐπιθυμία ὅλου του λαοῦ νὰ ἐκλεγεῖ ἐπίσκοπός τους ὁ Ἀθανάσιος, ὥστε τελικὰ χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας τὴν 8η Ἰουνίου τοῦ 328.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ξεκίνησε μία ἀπὸ τὶς ἠρωικότερες ἐπισκοπικὲς θητεῖες τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ δύο πρῶτα ἔτη τῆς ἀρχιερατείας τοῦ Ἀθανασίου ἦταν σχετικῶς ἤρεμα καὶ ἐργάσθηκε ἀόκνως γιὰ τὸ ποίμνιό του διατρέχοντας τὰ περισσότερα μέρη τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐπισκεπτόμενος καὶ τὸν Ἅγιο Παχώμιο τὸν ἱδρυτὴ τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ. Σύντομα, ὅμως, οἱ Ἀρειανοὶ συντάχθηκαν παραδόξως μὲ τοὺς αὐστηροὺς σχισματικοὺς Μελιτιανοὺς κατὰ τοῦ Ἀθανασίου, καθὼς τοὺς συνέδεε ἡ κοινὴ καταδίκη ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἡγέτη τῶν Ἀρειανῶν Εὐσέβιου Νικομηδείας, ὁ ὁποῖος ἦταν συγγενής της αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας καὶ ἐπίσκοπός της πρωτεύουσας τῆς αὐτοκρατορίας λίγο πρὶν τὰ ἐγκαίνια τῆς Κωνσταντινούπολης, ἔπεισαν τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο νὰ ζητήσει μὲ ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιο τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀρείου στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὁ Ἀθανάσιος ἀπάντησε ὅτι μόνο Οἰκουμενικὴ Σύνοδος μπορεῖ νὰ ἀπαλλάξει τὸν Ἄρειο ἀπὸ τὴν καταδίκη του.
Ἡ ἄρνηση τοῦ Ἀθανάσιου προκάλεσε τὸ μένος τῶν ἐχθρῶν του κι ἔτσι ἄρχισαν νὰ κατασκευάζουν ψευδεῖς κατηγορίες κατὰ τοῦ ἱεράρχη τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὅπως ὅτι ἐπέβαλε φόρους ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι χρηματοδότησε τὸν στασιαστὴ Φιλούμενο κι ὅτι ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Μακάριος διέκοψε τὴ Θεία Λειτουργία τοῦ πρεσβυτέρου Ἰσχύρα, ἀνέτρεψε τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ συνέτριψε τὸ ἅγιο ποτήριο. Μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, μεταβηκε ὁ Ἀθανάσιος στὸ ἀνάκτορο τῆς Νικομήδειας στὰ τέλη τοῦ 331 καὶ ἀνέτρεψε τὶς συκοφαντίες αὐτὲς κομίζοντας μαζί του κατὰ τὴν ἀποχώρησή του καὶ γράμμα τοῦ βασιλιᾶ μὲ τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζονταν ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
Νέες συκοφαντίες, ὅμως, κατασκεύασαν οἱ Μελιτιανοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίστηκαν ὅτι ὁ Ἀθανάσιος σκότωσε τὸν ἐπίσκοπο τῶν Ὑψηλοπολιτῶν Ἀρσένιο καὶ ἐπιτελοῦσε μάγια μὲ τὸ κομμένο δεξί του χέρι. Ὁ αὐτοκράτορας ὑποκύπτοντας στὶς πιέσεις τοῦ συγγενῆ του Εὐσεβίου Νικομηδείας καὶ τοῦ φίλου του Εὐσεβίου Καισαρείας διέταξε τὴ σύγκληση συνόδου στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, ἀλλὰ ὁ Ἀθανάσιος ἀρνήθηκε νὰ παραβρεθεῖ. Παρὰ ταῦτα δέχθηκε νὰ παραστεῖ σὲ σύνοδο στὸν οὐδέτερο χῶρο τῆς Τύρου τὸ 335, ὅπου ὁ Ἀθανάσιος προσῆλθε μὲ 48 ἐπισκόπους της Αἰγύπτου. Στὴ σύνοδο αὐτὴ μαζὶ μὲ τὶς παλιὲς ἀπαγγέλθηκαν καὶ νέες κατηγορίες κατὰ τοῦ Ἀθανάσιου, ὅπως ὅτι ἐκλέχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ἀπὸ μόνο 7 ἐπισκόπους, ὅτι διέφθειρε μία παρθένα γυναίκα κ.α. Ὁ Ἀθανάσιος μὲ εὐχέρεια κατέρριψε ὅλες τὶς ψευδεῖς κατηγορίες, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ αὐτοκράτορα διέβλεψαν τὸν κίνδυνο σωματικῆς κακοποίησής του ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του, τὸν φυγάδευσαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ Ἀθανάσιος συνάντησε τὸν Κωνσταντῖνο καὶ τὸν ἔπεισε ἀρχικὰ γιὰ τὴν ἀθωότητά του.
Οἱ πιέσεις καὶ οἱ συνεχεῖς δολοπλοκίες τῶν Ἀρειανῶν μὲ μία νέα κατηγορία ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ἀπείλησε νὰ διακόψει τὴν ἀποστολὴ σίτου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀνάγκασαν τελικὰ τὸ Μεγάλο Κωνσταντῖνο νὰ διατάξει τὴν πρώτη ἐξορία τοῦ Ἀθανάσιου στὰ Τρέβηρα τῆς Γαλλίας, τὸν Ἰούλιο τοῦ 335, χωρίς, ὅμως, καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσει ἀπὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας λόγω τῆς ἐκτίμησης ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος πρὸς τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, ἀλλὰ καὶ τῆς ἔντονης διαμαρτυρίας τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τοῦ ἴδιου του Μεγάλου Ἀντωνίου. Μάλιστα ἀπὸ τὰ Τρέβηρα ὁ Ἀθανάσιος προσπαθοῦσε νὰ ἐπικοινωνεῖ συχνὰ καὶ νὰ διαποιμάνει τὸ ἀκέφαλο ποίμνιό του, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὶς «Ἑορταστικὲς Ἐπιστολές» του. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ (336) πληροφορήθηκε ὁ Ἀθανάσιος καὶ τὸν αἰφνίδιο θάνατο τοῦ Ἀρείου ποὺ συνέβη τὴν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία θὰ γινόταν ἐπισήμως δεκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης, γεγονὸς ποὺ ἐξέλαβε ὁ Ἀθανάσιος ὡς Θεία ἐπέμβαση. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (+ 21 Μαΐου 337), ὁ υἱὸς καὶ διάδοχός του στὸ δυτικὸ τμῆμα τῆς Αὐτοκρατορίας Κωνσταντῖνος Β΄ ἐπέτρεψε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀθανάσιου στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ Νοέμβριο τοῦ 337.
Ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀθανάσιου στὴν Ἀλεξάνδρεια συνοδεύτηκε ἀπὸ νέες κατηγορίες τῶν Ἀρειανῶν γιὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῆς ἐπανόδου του μὲ αὐτοκρατορικὴ ἀπόφαση, ἐνῶ εἶχε καταδικαστεῖ μὲ συνοδικὴ ἀπόφαση, γιὰ τὴν πρόκληση φόνων καὶ ἐξοριῶν λαϊκῶν καὶ κληρικῶν κατὰ τὴν ἐπιστροφή του καὶ γιὰ τὴν οἰκειοποίηση τοῦ σίτου ποὺ προορίζονταν γιὰ τοὺς φτωχούς της Λιβύης καὶ τῆς Αἰγύπτου. Γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς συκοφαντίες αὐτὲς καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ὀρθὴ πίστη, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος συγκάλεσε σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸ 338 ἀποτελούμενη ἀπὸ 100 ἐπισκόπους της Αἰγύπτου, τῆς Λιβύης καὶ τῆς Πενταπόλεως, ἡ ὁποία καταδίκασε τὶς κακόβουλες ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ τόνισε τὴν ἐγκυρότητα τῶν ἀποφάσεων τῆς Νίκαιας καὶ τὴν κανονικότητα τῆς ἐπισκοπικῆς θέσης τοῦ Ἀθανάσιου.
Σὲ ἀπάντηση, οἱ Ἀρειανοὶ συγκρότησαν σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια τὸ 339 γιὰ νὰ καθαιρέσουν τὸν Ἀθανάσιο καὶ νὰ τοποθετήσουν στὴν θέση τοῦ τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, τὸν ὁποῖο προσπάθησε νὰ ἐγκαταστήσει μὲ τὴ βία στὴν Ἀλεξάνδρεια ὁ συμπατριώτης καὶ ὁμόφρονός του ἔπαρχος Φιλάγριος. Οἱ βιαιοπραγίες, οἱ φόνοι καὶ ἡ καύση ἑνὸς ἱεροῦ ναοῦ ποὺ ἐπιτελέστηκαν ἀπὸ τὸ στρατὸ τοῦ Φιλάγριου σὲ συνεργασία μὲ Ἰουδαίους καὶ Ἐθνικοὺς κατὰ τὴ Μ. Τεσσαρακοστή του 340, ἀνάγκασαν τὸν Ἀθανάσιο νὰ ἀναχωρήσει γιὰ τὴ Ρώμη μετὰ τὸ Πάσχα τοῦ ἴδιου ἔτους. Στὴ Ρώμη, ὁ Ἀθανάσιος ποὺ συνοδεύονταν ἀπὸ δύο Αἰγύπτιους μοναχούς, ἔγινε δεκτὸς μὲ χαρὰ ἀπὸ τὸν Πάπα Ἰούλιο καὶ κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονὴ τοῦ ἔγινε αἴτιος νὰ κατανοήσει ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία τὴν ἀθανασιανὴ θεολογία, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀξία τοῦ μοναχισμοῦ.
Ὁ Ρώμης Ἰούλιος ἔχοντας πεισθεῖ γιὰ τὴν ἀθωότητα τοῦ Ἀθανασίου ἔστειλε τὸ καλοκαίρι τοῦ 340 ἀπεσταλμένους στὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ προσκληθοῦν οἱ Εὐσεβιανοὶ Ἀρειανοὶ σὲ σύνοδο στὴ Ρώμη. Αὐτοί, ὅμως, ἀντὶ νὰ ἀπαντήσουν στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἰουλίου συγκρότησαν τὸ 341 σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια γιὰ τὴν ἐκ νέου καταδίκη του Ἀθανασίου καὶ τὴν ἀλλοίωση τῶν ἀποφάσεων τῆς Νίκαιας μὲ τὴν δημοσίευση τεσσάρων νέων ἐκθέσεων πίστης. Ὁ Ρώμης Ἰούλιος πραγματοποίησε καὶ αὐτὸς σύνοδο στὴ Ρώμη τὸ 341, ἡ ὁποία ἀθώωσε τὸ Μεγάλο Ἀθανάσιο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀντιαρειανιστὴ μὲ μοναρχιανικὲς δοξασίες Μάρκελλο Ἀγκύρας.
Ὁ Ἀθανάσιος παρέμεινε στὴ Ρώμη μέχρι τὸ καλοκαίρι τοῦ 343, ὅποτε μὲ πρόσκληση τοῦ μόνου πλέον αὐτοκράτορα στὴ Δύση, Κώνσταντος (ὁ Κωνσταντῖνος Β΄ κοιμήθηκε τὸ 340), μεταβηκε στὰ Μεδιόλανα γιὰ τὴν προετοιμασία νέας συνόδου σὲ συνεργασία μὲ τὸν ἀδελφό του Κώνσταντος καὶ αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολῆς Κωνστάντιο. Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἔλαβε χώρα τὸ 343 στὴ Σαρδικὴ (σημερινὴ Σόφια), ἡ ὁποία βρίσκονταν στὰ ὅρια Δύσης καὶ Ἀνατολῆς. Στὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς προσῆλθαν καὶ οἱ ἀρειανόφρονες ἐπίσκοποι μὲ προεξάρχοντα τὸν Στέφανο Ἀντιοχείας (ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας καὶ ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας κοιμήθηκαν τὸ 339 καὶ τὸ 342 ἀντίστοιχα), ἀλλὰ ἀποχώρησαν ὅταν διαπίστωσαν τὴν ὕπαρξη περισσοτέρων τῶν 170 ὀρθοδόξων ἐπισκόπων μὲ προεξάρχοντα τὸν Ὅσιο Κορδούης καὶ τὴν ἀπουσία βασιλικῆς ὑποστήριξης. Οἱ ἀρειανόφρονες ἐπίσκοποι συγκάλεσαν δική τους σύνοδο στὴ γειτονικὴ Φιλιππούπολη ὅπου ἀφόρισαν καὶ ἄλλους Ὀρθοδόξους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Ρώμης Ἰούλιο καὶ τὸν Ὅσιο Κορδούης. Στὴ Σαρδικὴ ταυτόχρονα ἀθωώθηκε ὁ Ἀθανάσιος καὶ καταδικάστηκαν οἱ ἡγέτες τῶν Ἀρειανῶν, ὅπως καὶ ὁ λαθρεπιβάτης τοῦ ἀλεξανδρινοῦ θρόνου Γρηγόριος. Μετὰ τὴ Σύνοδο τῆς Σαρδικῆς, ὁ Ἀθανάσιος ἐγκαταστάθηκε στὴ Ναϊσὸ τῆς Δακίας (σημερινὴ Νὶς) καὶ ἀργότερα στὴν Ἀκυληία τῆς Β. Ἰταλίας.
Ἔχοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Σαρδικῆς στὰ χέρια του, ὁ Κώνστας ζήτησε μὲ δύο ἐπιστολές του πρὸς τὸν ἀδελφό του Κωνστάντιο τὴν ἀποκατάσταση τοῦ Ἀθανασίου, τὴν ὁποία ἀποφάσισε τελικὰ ὁ Κωνστάντιος μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀρειανοῦ ἐπισκόπου Γρηγορίου στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Ἀθανάσιος πείστηκε νὰ ἐπιστρέψει μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἐπιστολὲς τοῦ Κωνστάντιου καὶ ἀνάλογες διαβεβαιώσεις, ἐνῶ κατὰ τὴν διαδρομή του πρὸς τὴν Ἀλεξάνδρεια πέρασε ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ τὰ Τρέβηρα γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἰούλιο καὶ τὸν Κώνσταντα ἀντίστοιχα, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Κωνστάντιο. Στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸν ὑποδέχθηκαν θριαμβευτικὰ στὶς 21 Ὀκτωβρίου τοῦ 346 γιὰ νὰ ξεκινήσει ἐπιτέλους μία περίοδος εἰρηνικῆς διαποίμανσης γιὰ τὸν ποιμενάρχη τῆς Ἀλεξάνδρειας.
Μὲ τὸ θάνατο τοῦ Κώνσταντος τὸ 350 ἀναπτερώθηκαν οἱ ἐλπίδες τῶν Ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτὴ τὴν φορὰ ἔδωσαν μεγάλη σημασία στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία καὶ προκάλεσαν τὴ διενέργεια δύο συνόδων, μίας στὴν Ἀρελάτη τὸ 353 καὶ μίας στὰ Μεδιόλανα τὸ 355, οἱ ὁποῖες διεξήχθησαν ὑπὸ τὶς ἀπειλὲς τοῦ Κωνστάντιου, τὸν ὁποῖο εἶχαν πάλι μεταστρέψει στὸν ἀρειανισμό. Ἡ ἄρνηση τοῦ Ρώμης Λιβέριου καὶ τοῦ Ὁσίου Κορδούης νὰ καταδικάσουν τὸν Ἀθανάσιο τοὺς ὁδήγησε στὴν ἐξορία. Ταυτόχρονα στὴν Ἀλεξάνδρεια στάλθηκε ὁ νοτάριος Διογένης καὶ τὴν ἑπόμενη χρονιὰ (356) ὁ στρατηγὸς Συριανός, γιὰ νὰ ἀπομακρύνουν βίαια τὸν Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴ θέση του καὶ νὰ ἐγκαταστήσουν τὸν Ἀρειανὸ Καππαδόκη Γεώργιο. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δραπέτευσε κρυπτόμενος στὰ περίχωρα τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ κυρίως στὴν ἔρημό της Αἰγύπτου φιλοξενούμενος ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους τοῦ μοναχούς, ὅπου συνέγραψε καὶ τὰ περισσότερα ἔργα του.
Παράλληλα, οἱ Ἀρειανοὶ καὶ Ἠμιαρειανοὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κωνστάντιου ἀνάγκασαν ἀκόμη καὶ τοὺς Ρώμης Λιβέριο καὶ Ὅσιο Κορδούης νὰ ὑπογράψουν ἕνα ἠμιαρειανικὸ σύμβολο πίστης καὶ νὰ ἀποκηρύξουν τὸ Μέγα Ἀθανάσιο στὴ Σύνοδο τοῦ Σιρμίου τὸ 357, ἐνῶ ἀλλεπάλληλες σύνοδοι στὴν Ἄγκυρα (358), στὸ Σίρμιο (359), στὸ Ρίμινι (359), στὴ Σελεύκεια (359) καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη (360) προσπάθησαν νὰ ὑποκαταστήσουν τὸ Σύμβολο Πίστης τῆς Νίκαιας μὲ ἀρειανικᾶ καὶ ἠμιαρειανικὰ σύμβολα. Ὁ θάνατος τοῦ Κωνστάντιου καὶ ἡ ἄνοδος στὸ θρόνο τοῦ νεοπαγανιστῆ Ἰουλιανοῦ τὸ Νοέμβριο τοῦ 361 ἔφεραν τὴν ἀμνήστευση στοὺς Ὀρθοδόξους καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀθανάσιου στὴν Ἀλεξάνδρεια στὶς 21 Φεβρουαρίου 362, ὅπου λίγους μῆνες νωρίτερα (24 Δεκεμβρίου 361) εἶχε φονευθεῖ ὁ Γεώργιος ἀπὸ ἐξαγριωμένους Ἐθνικούς.
Πρώτη προτεραιότητα γιὰ τὸ μεγάλο ἱεράρχη ἦταν ἡ σύγκληση συνόδου στὴν Ἀλεξάνδρεια (362) γιὰ τὴν ἀποσαφήνιση τοῦ ὀρθοῦ δόγματος. Τὸ νέο σημαντικὸ ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καὶ ὁ ἐκχριστιανισμὸς ἐπιφανῶν Ἐθνικῶν γυναικὼν τῆς Ἀλεξάνδρειας, προκάλεσε τὴν ὀργὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ ποὺ ἔδωσε διαταγὴ νὰ φονευτεῖ ὁ ἱεράρχης τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, διασώθηκε μὲ πλοῖο ποὺ κινήθηκε στὸ Νεῖλο μὲ κατεύθυνση τὴ Θηβαΐδα καὶ τελικὰ ἐπέστρεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια ξεγελώντας τοῦ διῶκτες του ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν. Στὴν τέταρτη ἐξορία τοῦ ὁ Ἀθανάσιος ἔμεινε γιὰ 10 μῆνες μὲ τοὺς Ταβεννησιῶτες μοναχούς της Θηβαΐδας καὶ τὸν ἡγούμενό τους Θεόδωρο. Ἡ ἀλλαγὴ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο μετὰ τὸν φόνο τοῦ Ἰουλιανοῦ (26 Ἰουνίου 363) καὶ τὴν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸ φιλορθόδοξο Ἰοβιανὸ ἔφερε πίσω στὴν Ἀλεξάνδρεια τὸν Ἀθανάσιο τὸν Φεβρουάριο τοῦ 364. Ἀλλὰ τὴν ἴδια ἐποχὴ ἀπεβίωσε καὶ ὁ Ἰοβιανὸς καὶ τὸν διαδέχτηκε ὁ Ἀρειανὸς αὐτοκράτορας Οὐάλης.
Ὁ Οὐάλης ὑπῆρξε ἀπηνὴς διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων καὶ δημοσίευσε διάταγμα (5 Μαΐου 365) γιὰ τὴν ἐξορία ὅσων εἶχαν ἐξοριστεῖ ἀπὸ τὸν Κωνστάντιο. Ὁ ἔπαρχος τῆς Αἰγύπτου προσπάθησε νὰ τὸ ἐφαρμόσει στὶς 5 Ὀκτωβρίου 365 γιὰ τὸν Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος, ἐντούτοις, διέφυγε τῆς σύλληψης κρυπτόμενος σὲ πατρικὸ τάφο στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ σθεναρὴ ἀντίσταση τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ ὁ κίνδυνος ἐπανάστασης ἀνάγκασαν τὸν Οὐάλη νὰ ἀλλάξει τὴν ἀπόφασή του καὶ νὰ ἐπανέλθει τελικὰ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος θριαμβευτικὰ στὰ ἐπισκοπικὰ καθήκοντά του τὴν 1η Φεβρουαρίου τοῦ 366.
Ἔκτοτε, ὁ μέγας ἱεράρχης τῆς Ἀλεξάνδρειας βίωσε μία σχεδὸν ἀδιατάρακτη ποιμαντορικὴ περίοδο, μὲ ἐξαίρεση λίγες ἡμέρες τοῦ Σεπτεμβρίου 367 ὅταν ἕνας ἀρειανὸς ἐπίσκοπος προσπάθησε νὰ τὸν ἐκθρονίσει. Ἀφιερώθηκε στὴν ἐξάπλωση τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στὴν ἐνίσχυση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου τοῦ Καππαδόκη, προετοιμάζοντας τὸν ὁριστικὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ ἐπιτελέστηκε τελικὰ στὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 381, λίγα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Μεγάλου Ἀλεξανδρινοῦ Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας στὶς 2 Μαΐου τοῦ 373. Ἀπὸ τὰ συνολικὰ 45 χρόνια της ἱεραρχείας του, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ἔζησε ἐξόριστος 16 χρόνια καὶ πολλὲς φορὲς κινδύνευσε ἡ ζωή του, ἀλλὰ ἡ Θεία Πρόνοια δὲν ἔφησε νὰ χαθεῖ αὐτὸς ποὺ μὲ τὸν ἡρωικὸ βίο τοῦ ἔγινε κυριολεκτικὰ Στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν πιὸ κρίσιμη μεταβατικὴ περίοδο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα καὶ μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων ἡ Ἐκκλησία ψάλλει:
«Στύλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων, τὴν Ἐκκλησίαν Ἱεράρχα Ἀθανάσιε• τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατησχυνας Ἄρειον• Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμίν, τὸ μέγα ἔλεος.»
Πηγές:
1) Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας τοῦ Μεγάλου Ἅπαντα τὰ Ἔργα, 1 Ἀπολογητικά, ΕΠΕ 6, Πατερικαὶ Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1973
2) Ἠλίας Δ. Μουτσούλας, Κίμων Παπαχριστόπουλος, Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος – 1600 ἔτη ἀπὸ τοῦ θανάτου του, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 1974
3) Στυλιανὸς Γ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, Τόμος Β΄, Ὁ τέταρτος αἰώνας (Ἀνατολὴ καὶ Δύση), Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 2012
4) Χρῆστος Ἄθ. Ἀραμπατζής, Θέματα Ἐκκλησιαστικῆς Γραμματολογίας & Πατερικῆς Ἑρμηνευτικῆς, Collecta Academica IV, Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2014
Διά τον «Αντιαιρετικόν Αγωνα Γνησιων Ορθοδόξων» (Ιεραποστολή καί Φιλανθρωπία) φυλλάδιον το οποίον εκδίδεται εις τα πλαίσια των σκοπων του ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο Α καί του Παραρτηματος αυτου «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ» της Ιεράς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας, Λαυρεωτικής καί Αχαρνων. Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης Ο Προεδρος του Μητροπολιτικου Φιλοπτωχου Ταμείου + Ο Μεσογαίας, Λαυρεωτικης καί Αχαρνων Κηρυκος.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου