Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 15 Απριλίου 2026
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΠΑΝΤΕΣ ΕΔΙΩΧΘΗΣΑΝ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΔΕ ΤΟΥΤΩΝ ΚΑΘΗΡΕΘΗΣΑΝ ΥΠΟ ΤΩΝ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πάντες ἐδιώχθησαν, πλεῖστοι δέ τούτων καθηρέθησαν ὑπό τῶν παρανόμων αἱρετικῶν διά τό ὀρθόδοξον φρόνημά των.
Οὕτω, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπανειλημμένως καθηρέθη καί ἀνεθεματίσθη καί ἐξωρίσθη ὑπό τῶν αἱρετικῶν ἀρειανῶν (Θ.Η.Ε. τόμ. 8, σελ. 927-929).
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ καί Πρόεδρος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθηρέθη ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου καί τῶν μετ' αὐτοῦ. (Πρακτικῶν ἀποστατικοῦ Μ, 1372 ἐπ.).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καθηρέθη παρά τῆς «ἐπί Δρῦν» συνόδου τῆς διωκτικῆς ἀνομίας (Παλλαδίου P.G. 47, 9-39).
Ὁ Μέγας Φώτιος ἀνεθεματίσθη, οἱ δέ ὑπ' αὐτοῦ χειροτονηθέντες «καθηρέθησαν» ὑπό τῆς παπόφρονος ψευδοσυνόδου τοῦ ἔτους 869, τήν ὁποίαν οἱ αἱρετικοί Παπικοί λέγουν «ὀγδόην οἰκουμενικήν»! (Β. Στεφανίδου, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 359).
Ταῦτα, βεβαίως, ἔπραττον καί πράττουν οἱ ἄδικοι καί αἱρετικοί, ὡς λέγει ἡ Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδος, «παρά θεσμούς καί κανόνας καί πᾶσαν ἀκολουθίαν ἐκκλησιαστικήν» (Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Μ. 4, 1328).
Ἡ ἀπάντησις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τάς τοιαύτας καθαιρέσεις καί λοιπά «ἐπιτίμια» εἶναι ὅτι εἰς οὐδέν λογίζονται ὑπ' Αὐτῆς, ὡς οὐδεμίαν ἐκκλησιαστικήν ἰσχύν ἔχουσαι.
Οὕτως, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καίτοι «καθαιρεθείς», οὐ «καθήρηται», ἔλεγον εἰς τόν Βασιλέα οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει τότε Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι (Παλλαδίου Ἐλενουπόλεως P.G. 47, 31).
Ὁ Ἰννοκέντιος Ρώμης, εἰς ἐπιστολήν του, ἥν ἀπηύθυνεν πρός τόν Θεόφιλον μετά τήν «καθαίρεσιν» ταύτην, ἔλεγεν «ἡμεῖς καί σέ ἶσμεν κοινωνόν καί τόν ἀδελφόν Ἰωάννην». (Ἰννοκεντίου Ρώμης P.G. 47, 12).
Ὁ ἵδιος ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος οὐδέποτε ἀνεγνώρισεν τήν «καθαίρεσίν» του, ἀποθανῶν δέ ἐν τῆ ἐξορία ἐτάφη φέρων τά ἀρχιερατικά του ἄμφια. ὡσαύτως ἡ ἀπόφασις, ἤ μᾶλλον ψευδαπόφασις περί τῆς «καθαιρέσεώς» του, χαρακτηρίζεται ὑπό τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἀλεξανδρείας «χαρτίον ἀσεβές καί παράνομον» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Μ. 4, 1308).
Ὁ ἵδιος ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ὁ γενόμενος καί Πρόεδρος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔγραφεν εἰς τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει πάσχοντας καί «καθηρημένους» ὑπό τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου «Τοῖς δέ τῶν κληρικῶν ἤτοι (ἤ) τῶν λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ' αὐτοῦ, κοινωνοῦμεν ἡμεῖς. Οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον».
Λέγει δέ ἀκόμη εἰς αὐτούς: «Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν Κυρίω μακάριοι, ὅτι τό τῆς Δυνάμεως καί τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα εἰς ὑμᾶς ἀναπέπαυται». (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας Μ. 4, 1096).
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου