Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ 1954
ΕΠΙ ΕΠΙΚΑΙΡΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
Ἐκδίδεαι ἀπό τό Κέντρο Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη,
(Διεύθυνσις: Στρογγύλη 194.00 Κορωπί Τ.Θ. 54. Τηλ. 210 60 20 176)
Ὑπεύθυνος: Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος
ΑΡΙΘΜ. 187 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2008
________________________________________
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ – ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΟΠΩΣ ΔΙΕΤΥΠΩΘΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1954
Α.Π. 448
Ἐν τῶ ἱερῶ Ἐπισκοπείω τῆ 7/20 Σεπτ. 2007
(Τῶν ὁσίων 99 Πατέρων ἐν Κρήτη)
ΘΕΜΑ: Η ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ
Πρός Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τήν ἔκδοσιν τῆς εἰς συνεχείας δημοσιευθείσης ἱστορικῆς Ὁμολογιακῆς ἐν λόγω Ἐγκυκλίου, εἰς τό περιοδικόν «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν» εἰς ἕν τομίδιον.
Εἰσαγωγικά τινά.
Τήν ἀπό 15.9.1954 Ποιμαντορικήν Ἐγκύκλιον Ἐγκύκλιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, λόγω τοῦ ἱστορικοῦ Ὁμολογιακοῦ της χαρακτῆρος, τήν ἐπανατυπώσωμεν φωτοτυπικῶς ἐν ἔτει 2004, ἐπί τῆ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν (1954—2004) ἀπό τῆς ἐκδόσεώς της καί εἴχομεν σκοπόν νά τήν ἐκδώσωμεν καί κανονικῶς εἰς τήν σειράν τῶν Ἱεραποστολικῶν Ἐκδόσεων, διορθώνοντες συγχρόνως καί τά ὑπάρχοντα εἰς τήν ἔκδοσιν τοῦ 1954 τυπογραφικά λάθη. Ἐπειδή ὅμως τοῦτο ἦτο δύσκολον, τήν παραθέσαμεν εἰς συνεχείας εἰς τό περιοδικόν «ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ», διότι τήν θεωροῦμεν ὡς τήν πλέον ἐπίκαιρον άπάντησιν εἰς τάς συγχρόνους προκλήσεις τοῦ νεοημερολογιτικοῦ καί παλαιοημερολογιτικοῦ (φλωρινικοῦ) οἰκουμενισμοῦ, αἱ ὁποῖαι προκλήσεις δέν διαφέρουν καθόλου (ἤ μᾶλλον ἤλλαξαν ἐπί τό δολιώτερον) ἀπό τάς τότε προκλήσεις τῶν ἰδίων ὀργάνων τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ καί νεοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἡ Ἐγκύκλιος αὕτη περιλαμβάνει τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογιακήν — Ἐκκλησιολογικήν τοποθέτησιν τἡς τότε Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπερασπίζεται τήν δεινῶς διωκομένην Ἱεράν Μονήν καί ἀναλύει τούς δογματικούς καί Κανονικούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν καί ἐπέβαλον εἰς τόν Βρεσθένης Ματθαῖον νά χειροτονήσει μόνος του «ψήφω Κλήρου καί Λαοῦ» Ἐπίσκοπον καί μετ' αὐτοῦ ἄλλους Ἐπισκόπους.
Διά νά βοηθήσωμεν τόν ἀναγνώστην νά κατανοήση τήν ἱστορικήν καί ὁμολογιακήν σημασίαν τἠς Ἐγκυκλίου, παραθέτομεν ἐν εἴδει προλόγου ἀποσπάσματα ἀπό τά προλογικά σημειώματα τῆς φωτοτυπικῆς ἐκδόσεως τοῦ 2004, καί σχόλια ἐκ τοῦ «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν».
Εἰς τήν ἐπανέκδοσιν τοῦ 2004 ἐγράφομεν: «Ἡ «ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τὡν Γ.Ο.Χ. ἡ ὁποία ἐξεδόθη τήν 15.9.1954 ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τῆς ὁποίας μέλος ἦτο ὡς Μητροπολίτης Πατρῶν καί ὁ σημερινός Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀνδρέας, ὑπό τήν Προεδρίαν τοῦ τότε Τοποτηρητοῦ τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου ἀειμνήστου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Δημητρίου, εἶναι μία Ἐγκύκλιος μέ σαφῆ Ἐκκλησιολογικήν τοποθέτησιν καί Ὁμολογιακόν πνεῦμα, διά τῆς ὁποίας μέ ἀφορμήν τάς διώξεις τῶν τότε Καινοτόμων Νεοημερολογιτῶν κατά τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἐδόθη (ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), μία πράγματι ἠχηρά ἀπάντησις, ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἀείμνηστος π. Εὐγένιος, εἰς τούς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας οἰκουμενιστάς. Τήν ἀναδημοσιεύομεν, καί διότι εἶναι πολύ σημαντική καί ἀνταξία τῶν περιστάσεων, ἀλλά καί διά νά τήν ἐνθυμηθῆ καί ἡ Αὐτοῦ Μακαριότης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀνδρέας, (σ.σ. εὑρίσκετο ἐν ζωῆ ὁ Μακαριώτατος) καί νά διερωτηθῆ, ἄν καί ἡ σημερινή ὑπό τήν Προεδρίαν του Ἱερά Σύνοδος δίδει παρομοίας ἀπαντήσεις. Νά τήν ἐνθυμηθῆ, διότι φαίνεται ξέχασε μερικά πράγματα.
Ἰδού ἕνα παράδειγμα: Ὁ σημερινός σύμβουλός του, ἀλλά καί στέλεχος τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου, μοναχός Μάξιμος, ὁ ὁποῖος ἀποδεδειγμένως κατευθύνει ἐκ τῶν παρασκηνίων τά ἐκκλησιαστικά πράγματα, ἔχει δηλώσει καί προσπαθεῖ νά περάση τό μήνυμα, ὑποκινούμενος βέβαια ἀπό ξένα Κέντρα, ὅτι ὁ ἅγιος Πατέρας Ματθαῖος «βιάσθηκε τό 1937, ἐνῶ μποροῦσε νά ἀποφύγη τό σχῖσμα». Πέραν αὐτοῦ ἔχει καταγγελθεῖ πολλάκις ἐπί μειοδοσία εἰς θέματα ὀρθοδόξου Ὁμολογίας. Παρά ταῦτα ὁ Μακαριώτατος τόν ἐκάλυψε καί τόν καλύπτει προκλητικώτατα. Θά ἀνείχετο κάτι τέτοιο ὁ Μακαριώτατος ἐκείνη τήν ἐποχή; Πρέπει νά κατανοηθῆ ἀπό ὅλους, ὅτι ἡ σημερινή Ἱερά Σύνοδος, διά νά εἶναι ἐκείνης τῆς Συνόδου ἀκόλουθος, καί ἀσφαλῶς καί ὅλων τῶν προηγουμένων ἁγίων Ὀρθοδόξων Συνόδων, θά πρέπει νά ἐπανέλθη εἰς ἐκεῖνο τό ὀρθόδοξο ὁμολογιακό καί ἀγωνιστικό πνεῦμα, τό ὁποῖον ἐνῶ μέχρι πρό τινος τό διεκήρυσσε πεπαρρησιασμένως, ἐσχάτως τό ἀποφεύγει, «ἴνα μή ἀποσυνάγωγος γένηται», ἤτοι διότι φοβᾶται ὅτι θά ἀπομονωθῆ ἀπό τόν εὐρύτερο οἰκουμενιστικό (νεοημερολογιτικό καί παλαιοημερολογιτικό) χῶρο. Θά πρέπει νά ἐντερνισθεῖ τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν πνεῦμα ἐκείνης τῆς Ἐγκυκλίου, διότι αὐτό τό πνεῦμα μπορεῖ σήμερα νά ἀνατρέψη τόν ἐμφιλοχωρήσαντα ἀπό τήν δεκαετίαν τοῦ 1970 καί εὑρισκόμενον εἰς ἔξαρσιν σήμερον Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν, καθ' ὅν τό σχῖσμα τοῦ 1937 δέν ἔχει σχέσιν μέ Ἐκκλησιολογίες, ἀλλά μέ προσωπικές διενέξεις, ἤ κατ' ἄλλην «ἔκδοσιν», ἤτοι κατά τά Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα «αἱ χειροτονίαι τοῦ 1935 καί τοῦ 1948 εἶναι παράνομες, καί ἀπεκατεστάθησαν ὡς μυστήριο τό 1971 διά τῆς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας». Καιρός νά ἐμποτισθῶμεν ἀπό τό ὁμολογιακόν πνεῦμα τῶν τότε Ἀρχιερέων πού ὑπέγραψαν ἐκείνην τήν Ἐγκύκλιον καί νά ἀνανήψωμεν».
Ἐπίσης εἰς τό «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν ἐγράφομεν μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς: «... Αὐτήν τήν Ἐγκύκλιον, λόγω τοῦ ὁμολογιακοῦ της χαρακτῆρος ὀφείλουν νά ἀναγνώσουν καί οἱ πρώην ἐν Χριστῶ ἀδελφοί, οἱ περί τόν βλάσφημον ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον, ὥστε νά ἐνθυμηθοῦν τήν ἱστορίαν καί νά καταλάβουν πόσον ἐξέφυγον τῆς Ἀληθείας. Νά ἴδουν πῶς ἀντιμετώπιζε ἡ τότε πράγματι Ὀρθόδοξος Ἱερά Σύνοδος τάς τότε προκλήσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ καί Νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά ἴδουν καί τήν σημερινήν ἰδικήν τους παρέκκλισιν καί προδοσίαν καί τά ἐγκλήματά των κατά τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄν θέλουν νά ἀνανήψουν. Καί νά ἀνοίξουν τά μάτια των καί νά ἀντιληφθοῦν τούς λόγους διά τούς ὁποίους τούς ἀπεκηρύξαμεν καί διεγράψαμεν τά ὀνόματά των ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια σήμερον δέν ἔχομεν διώξεις, ὅπως τότε, οὔτε κλείσιμο Ναῶν, οὔτε φυλακίσεις, οὔτε τραυματισμούς μέ τόν ὑποκόπανο τοῦ χωροφύλακος ἀκόμη καί θανάτους, ὅπως εἴχομεν εἰς τό παρελθόν. Σήμερον ἔχομεν ἕναν ἄλλου εἴδους διωγμόν, ὕπουλον, δόλιον, καταχθόνιον, διά τοῦτο καί ὀλεθριώτερον. Σήμερον δέν ἀσχολοῦνται ἐμφανῶς οἱ διῶκται, ἀλλά βάζουν πράκτορες, διά νά μήν γίνωνται ἀντιληπτοί. Καί οἱ πράκτορες αὐτοί, μέ τήν παραχάραξιν καί ἀλλοίωσιν τῆς Ὁμολογίας καί τήν νόθευσιν τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, θέλουν νά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν Ἀληθινή Ἐκκλησία καί νά μᾶς ὑποτάξουν εἰς τόν εὐρύτερον Οἰκουμενισμόν. Θέλουν νά μᾶς ἐντάξουν, ἔστω καί παραμένοντας εἰς τό παλαιόν (δεκατριμερίτας) εἰς τήν παγκοσμιοποιημένην «ἐκκλησίαν» τοῦ νέου ἡμερολογίου. Σήμερον ἔχομεν διωγμόν ἐκ τῶν «ὁμοφύλων», ὅπως ἔλεγε ὁ Μ. Βασίλειος. Ἔχομεν βάρβαρον συμπεριφοράν τῶν ἀδελφῶν μας, παπιστικήν νοοτροπίαν τῶν συνεπισκόπων μας, καταλήψεις ναῶν κλπ. Καί δυστυχῶς αὐτός ὁ διωγμός ἀποδεικνύεται ὁ πιό «ἀποτελεσματικός». Τό βλέπομεν εἰς τό γεγονός, ὅτι ἡ προπαγάνδα τοῦ μ. Μαξίμου, ὅτι «βιάσθηκε ὁ ἅγιος Πατέρας καί ἔκανε σχῖσμα», ἤ τοῦ Κάτσουρα ὅτι «ὑπάρχουν στοιχεῖα διά τό τί ἔγινε εἰς Ἀμερικήν τό 1971», ἤ τοῦ Β. Σακκᾶ ὅτι «μετά τήν χειροθεσίαν δέν ὑπάρχει διαφορά εἰς τάς χειροτονίας Ματθαιϊκῶν καί Φλωρινικῶν», εἶχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα, οἱ πρώην συνεπίσκοποί μας, οἱ ὁποῖοι ἐπί 30 ἔτη ὡμολόγουν τήν «χειροθεσίαν» ὡς μίαν «ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν» ὑπό τάς γνωστάς προϋποθέσεις, τώρα (τήν τελευταίαν δεκαετίαν) ἐπιχειροῦν νά μεταποιήσουν αὐτήν εἰς «πραγματικήν ὡς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίαν», καί νά ὑποστηρίζουν ὅτι ὅλοι «εἴμεθα ἀπό χειροθετημένους», ὅπερ ἔχει σοβαράς ἐκκλησιολογικάς συνεπείας δι' αὐτούς, ἀφοῦ τούς καθιστᾶ διά τῆς ὑπαναχωρήσεώς των βλασφήμους καί ἀρνητάς τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, ὅπως τό 1976 κατέστησεν ἀρνητήν τῆς Ἀρχιερωσύνης του τό ἐν μέλος τῆς Ἐξαρχίας, τόν Κορινθίας Κάλλιστον, διό καί καθηρέθη».
Εἰς ἄλλο προλογικόν σημείωμα ὑπεγραμμίσαμεν: «... Ὅπως διεκήρυξεν ὁ ἅγιος πατήρ Ματθαῖος, ὅτι «λόγοι πίστεως καί οὐχί προσωπικαί διαφοραί μᾶς ἐχώρισαν ἀπό τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον», οὕτως ὁμολογεῖ καί διακηρύττει καί ἡ τότε τοῖς ἐκείνου βήματι καί ρήμασι πορευομένη Ἱερά Σύνοδος, ἡ ἐκ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948 προελθοῦσα ἀπό τήν ὁποίαν ἐλάβομεν καί ἡμεῖς τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Εἰς τήν παροῦσαν συνέχειαν, διατυπώνεται ἡ θέσις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅσον ἀφορᾶ τήν ὑφ' ἑνός χειροτονίαν, εἰς τήν ὁποίαν προέβη ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τό 1948, συνεπής πρός τήν καλήν Ὁμολογίαν τήν ὁποίαν ἐκήρυττε. Ἀπαντᾶ εἰς τά φληναφήματα τῶν Φλωρινικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν μέ μῖσος τήν ὑφ' ἑνός χειροτονίαν. Κάμνει διάκρισιν μεταξύ ἐκλογῆς καί τοῦ τελετουργικοῦ τῆς χειροτονίας, καί διασαφωνίζει ὅτι ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου τελεῖται ὑφ' ἑνός, ὅσοι δήποτε καί ἄν παρίστανται εἰς αὐτήν, οἱ δέ δύο ἤ τρεῖς παριστάμενοι, ὅταν ὑπάρχουν, εἶναι διά νά καταστήσουν βεβαιοτέραν τήν μαρτυρίαν καί ὄχι διά νά συμπληρώσουν τήν χάριν, ὡς ὑπεστήριξαν τινές ἀθεολόγητοι.
Ὅπως συμπερασματικῶς σημειώνεται εἰς τήν Ἐγκύκλιον «ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐξάγεται ὅτι δογματικῶς δέν δύναται νά στηριχθῆ τό ἀπαραίτητον πλειόνων τοῦ ἑνός Ἐπισκόπου κατά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου». Ἐκ τῶν πραγμάτων ἑπομένως προκύπτει ὅτι ἐφ' ὅσον δέν ὑπῆρχε ἄλλος ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος διά νά συμπράξη τό 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος πρός χειροτονίαν Ἐπισκόπου καί μετ' αὐτοῦ ἄλλων Ἐπισκόπων, δέν δυνάμεθα νά λέγωμεν ὅτι χειροτονήσας μόνος παρεβίασε τόν Κανόνα, ὁ ὁποῖος προβλέπει «ὑπό δύο ἤ τριῶν» νά χειροτονῆται ὁ Ἐπίσκοπος, ἀλλά ὅτι ὑπερέβη τόν Κανόνα, διότι ἐπεβάλλετο ὑπό τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν καί οὕτω ἀπεδείχθη καί συνεπής πρός τήν καλήν του Ὁμολογίαν. Καί αὐτή ἡ πρᾶξις του, διά τήν ὁποίαν τόσον ἐκατηγορήθη ὑπό τῶν πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας, αὐτή εἶναι πού τόν ἀναδεικνύει τήν μεγαλυτέραν ἐκκλησιαστικήν προσωπικότητα τοῦ προηγουμένου αἰῶνος, διότι διά τῆς πράξεώς του αὐτῆς καί τήν Ὁμολογίαν ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως ἐκράτυνεν καί τήν γνησίαν Ἀποστολικήν Διαδοχήν διεφύλαξε γνησίαν καί ἀνόθευτον»
Εἰς δέ τήν τελευταίαν συνέχειαν ἐγράφομεν: «... Εἰς αὐτήν τήν συνέχειαν παρατίθενται ὡρισμένα ἀκόμη στοιχεῖα περί τοῦ ὅτι ἐπιτρέπεται κατ' οἰκονομίαν ἐν καιρῶ ἀνάγκης ἡ ὑφ' ἑνός χειροτονία, καί γίνεται ἀναφορά καί εἰς τόν ρόλον τοῦ πρ. Φλωρίνης εἰς τόν διωγμόν κατά τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης. Ἐπίσης γίνεται ἀναφορά καί εἰς τήν ἐν γένει προδοτικήν στάσιν τοῦ πρ. Φλωρίνης ἔναντι τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, καί τήν πρόθεσίν του νά ὁδηγήση τούς Ὀρθοδόξους (Γ.Ο.Χ.) ὑπό τόν Σπυρίδωνα Βλάχον, ὅπως οἱ ὀπαδοί του σήμερον προσπαθοῦν νά μᾶς ὡδηγήσουν ὑπό τόν κ. Χριστόδουλον, καί νά μᾶς ἐντάξουν ὅλους ὑπ' αὐτόν ὡς δεκατριμερίτας οἰκουμενιστάς. Δηλαδή τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται. Οἱ πολέμιοι τῆς Ὀρθοδοξίας πάντοτε οἱ αὐτοί. Ὁ πόλεμος εἶναι ὁ ἴδιος. Τά πρόσωπα μόνον ἀλλάζουν».
Θεωροῦμεν ἐπάναγκες νά παραθέσωμεν καί τάς ὀλίγας μέν ἀλλά, νομίζομεν, σημαντικάς ὑποσημειώσεις τοῦ «Γνώσεσθε τήν Αλήθειαν ἐπί τῆς Ποιμαντορικῆς Ἐγκυκλίου».
1) Διά τό θέμα τῆς «χειροθεσίας τοῦ 1971». «...Δέον νά ληφθῆ ὑπ' ὄψιν ὅτι ὁ πρ. Φλωρίνης εἶναι ὁ ἀπό τό 1950 εἰσηγητής τῆς «χειροθεσίας» ἐπί τῶν Ἐπισκόπων τῶν χειροτονηθέντων τό ἔτος 1948 ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου. Καί αὐτή ἡ «χειροθεσία», ἡ ὁποία ἐπεδιώχθη ἀπό σκοτεινά οἰκουμενιστικά κέντρα τό 1971 εἰς Ἀμερικήν, εἶναι πού ἔφερε τόν παλαιοημερολογιτικόν οἰκουμενισμόν εἰς τόν χῶρον μας, καί ὡδήγησε εἰς τά 3 μεγάλα σχίσματα, τοῦ Καλλίστου (ἐν ἔτει 1976), τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν (τό 1995) καί τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου (τό 2005). Διότι, ἐνῶ, ἀπ' ἀρχῆς ἐδήλωσαν ὅτι εἰς Ἀμερικήν δέν ἀπεδέχθησαν «χειροθεσίαν ἐπί σχισματικῶν», ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, ἀλλά μίαν συγχωρητικήν εὐχήν, ὅπως τό ἐδήλωσεν καί ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, εἰς τήν συνέχεια ὑπανεχώρησαν καί ἐδήλωσαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς τήν ἐποχήν του (ὁ Κάλλιστος τό 1976, οἱ «πέντε» τό 1995 καί οἱ τοῦ Ἀνδρέου καί Νικολάου τό 2005) ὅτι εἶναι ὅλοι ἀπό χειροθετημένους. Τοῦτο ὅμως πρέπει νά γίνη σαφές, καί τό ἐπαναλαμβάνομεν διά μίαν ἀκόμη φοράν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἱερά Σύνοδος, ὁ Κλῆρος καί ὁ λαός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΠΕΔΕΧΘΗΣΑΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ ΕΠΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ, ἀλλά κατ' ἄκραν οἰκονομίαν καί διά συγκεκριμένους λόγους, ἤτοι διά νά ἑνωθοῦν μέ τήν Ἐκκλησία καί οἱ Φλωρινικοί καί νά μή προφασίζωνται, τό ὑφ' ἑνός, ἐδέχθησαν μίαν ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν.
Αὐτό δέχεται καί σήμερον καί αὐτή εἶναι ἡ ἀπ' ἀρχῆς καί πάντοτε ἡ Ὁμολογία τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Καί ὅσοι δέν ἀποδέχονται αὐτήν τήν Ὁμολογίαν, θέτουν τούς ἑαυτούς των ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τάς παλαιοημερολογιτικάς ὁμάδας καί παρατάξεις, αἱ ὁποῖαι κινοῦνται εἰς τόν χῶρον τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τάς ἰδίας συνεπείας μετά τοῦ νεοημερολογιτικοῦ τοιούτου. Ἀποκαλυπτικά αὐτῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐπιβολῆς καί προδοσίας εἶναι τά Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα τοῦ 1976 καί τοῦ 1991, ἡ «Διακήρυξις Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῶν Φλωρινικῶν Χρυσοστόμου Κιούση τό 1994, αἱ δηλώσεις καί αἱ παρά τῶ Μόσχα Ἀλεξίου ἐνέργειαι τοῦ κ. Χριστοδούλου τό 2001, ἡ παραίτησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου τό 2003 ὑπέρ τοῦ Νικολάου, ὡς ἔχοντος ὑπέρ αὐτοῦ τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα καί ἐν τέλει ἡ ὁμαδική ὑπαναχώρησις ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροθεσίας τῶν περί τόν Ἀρχ/πο Ἀνδρέα καί ψευδαρχιεπίσκοπο Νικόλαο Ἀρχιερέων κατά τό ἴδιον ἔτος, καί ἡ ἐπίμονος ἄρνησίς των νά ἀποδεχθοῦν νά συνομολογήσουν τήν καλήν Ὁμολογίαν, γεγονότα τά ὁποῖα τούς ἐξέβαλον ὁριστικῶς τῆς Ἐκκλησίας»
2) Ἐπί τοῦ Κανόνος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰς τήν ἄρνησιν τῆς Ἀρχιερωσύνης, ἡ ὁποία εἶναι βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Προσοχή, αὐτός ἀκριβῶς ὁ Κανών ἰσχύει καί διά τούς ἐν ἔτει 2003 ὑπαναχωρήσαντας εἰς τό περί «χειροθεσίας» θέμα Ἀρχιερεῖς (Νικόλαον, Παχώμιον καί Γαλακτίωνα), καί ἀρνηθέντας οὕτω τήν Ἀρχιερωσύνην των. Διότι ἡ δήλωσίς των, ὅτι «ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους» καί «ἀνεγνώσθησαν εὐχαί χειροτονίας καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα» σημαίνει, ἄρνησιν τῆς Ἀρχιερωσύνης καί βλασφημίαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
3) Ἐπί τῆς διατυπώσεως ἱδέα τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος: «Ἀτυχής, καθ' ἡμᾶς, ἔκφρασις. Δέν πρόκειται περί «ἰδέας τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου», ἀλλά περί τοῦ ἀγῶνος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ταυτιζομένη πρός αὐτήν».
4) Διά τάς ἱεράς Μονάς τοῦ ἀγῶνος, αἱ ὁποῖαι ἦσαν προπύργια τῆς Ὀρθοδοξίας ἐτέθησαν εἰς τό στόχαστρον τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων: «Ἐκεῖνο πού δέν ἐπέτυχον τότε αἱ σκοτειναί δυνάμεις διά τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, τό ἐπέτυχον εἰς τάς ἡμέρας μας διά τῶν πρακτόρων καί ὀργάνων τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ ἀδελφῶν Τσακίρογλου, Δημ. Κάτσουρα, Βασ. Σακκᾶ. Τί ἐπέτυχον; Νά μετατρέψουν τάς ἱστορικάς Μονάς τοῦ Ἀγῶνος μας, τά Κάστρα αὐτά τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς «προτεκτοράτα» καί Κέντρα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ καί νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί ὕστερα «ἀποροῦν» τινές, διατί τούς ἀπεκηρύξαμεν».
5) ‘Επί τῆς διατυπώσεως «αἱ ‘Εκκλησίαι μας»: Οὔτε αὐτή ἡ διατύπωσις εἶναι ὀρθή. Ὀρθοδόξως δέν δυνάμεθα νά εἴπωμεν «αἱ ἐκκλησίαι ἡμῶν», διότι δυνατόν νά ἐκληφθῆ προτεσταντικῶς, διότι «ΜΙΑ» εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος, οἱ δέ ἀποσκιρτήσαντες αὐτῆς δέν εἶναι Ἐκκλησίαι, ἀλλά σχίσματα, τά δέ σχίσματα εἶναι «συναγωγαί πονηρευομένων»
.
6) ‘Επί τοῦ ὅρου «παράταξις»; «Πολύ ἐχρησιμοποιεῖτο παλαιότερον ὁ ὅρος «παράταξις», ἀλλά οὗτος ἦτο τῆς γραφίδος τοῦ π. Εὐγενίου Τόμπρου. Εἰς τήν ἐπιστολήν μου τοῦ 1976 πρός τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστο, ἐκφράζω τήν διαφωνίαν μου εἰς τήν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ὅρου, ὡς μή ὀρθοῦ ἐκκλησιολογικῶς. Δέν πρόκειται περί παρατάξεων, ἀλλά περί τῆς Ἐκκλησίας ἀφ' ἑνός καί σχισμάτων ἀφ' ἑτέρου. Πᾶσα ἄλλη ἐκδοχή ἐκφράζει παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν καί «δεκατριμερισμόν».
Παραθέτομεν καί τήν προμετωπίδα τῆς Ἐγκυκλίου ἡ ὁποία ἐκφράζει τό ὁμολογιακόν φρόνημα τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου καί τήν ἀποφασιστικότητά των νά διαφυλάξουν «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» τούς θεσμούς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί νά καταδικάσουν καί ἀναθεματίσουν πᾶν ὅ,τι καταδικάζει καί ἀναθεματίζει ἡ ‘Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ:
Πρῶτον: Τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «…Ἡμεῖς τῆ ἀρχαία θεσμοθεσία της Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν, ἡμεῖς τούς θεσμούς τῶν Πατέρων φυλάττομεν, ἡμεῖς τούς προσθέτοντας τι ἤ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν» καί
Δεύτερον: Τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848: «Πρός τούς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους. Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας ἥν παρελάβομεν ἄδολον παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν, ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ Διαβόλου. Ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν κατελέγχει ἐλλιπῆ τήν κεκηρυγμένην Ὀρθόδοξον πίστιν, ἀλλ' αὕτη μή ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν, ἥν τινα οὗν καί ὁ τολμῶν ἤ πρᾶξαι ἤ συμβουλεῦσαι ἤ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα, διά τό βλασφημῆσαι εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καί Οἰκουμενικαῖς Συνόδοι ... Ἅπαντες οὗν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἱρέσει ἤ σχίσματι, ἑκουσίως ἐνεδύθησαν κατάραν ὡς ἱμάτιον, κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε λαϊκοί, κἄν τε κληρικοί, κἄν Ἅγγελος ἐξ οὐρανοῦ.
+ ΑΝΘΙΜΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Ἀρχεπίσκοπος Κων/λεως Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης. ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί πάσης γῆς Αἰγύπτου. ΜΕΘΟΔΙΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἀντιοχείας. ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καί αἱ περί αὐτούς Ἱεραί Σύνοδοι»
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Ἀκολουθεῖ ἡ Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος τοῦ 1954, τῆς ὁποίας τήν μελέτην συνιστῶμεν εἰς ἅπαντας τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς
:
ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΠΡΟΣ
Τό εὐσεβέστατον τῆς ἐν Ἑλλάδι καί ἀλλαχοῦ Πλήρωμα
τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν
Ἀθῆναι 15 Σεπτεμβρίου 1954
Πανοσιώτατοι Ἱερομόναχοι. Αἰδεσιμώτατοι Ἱερεῖς, ὁσιώτατοι Μοναχοί, εὐλαβέστατοι Ἐκκλησιαστικοί Ἐπίτροποι καί εὐσεβέστατοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.
Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά και περιπόθητα.
Χάρις Ὑμῖν καί εἰρήνη καί ἔλεος τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος, εἴη μεθ' ἁπάντων Ὑμῶν. Ἀμήν.
Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά,
Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἡμῶν διδάσκει: «Προσέχετε ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν, οἴτινες ἔρχονται πρός ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἶναι λύκοι ἅρπαγες. Ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς».
Ὁ κατά κλῆσιν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν οὐρανοβάμων Παῦλος φθέγγεται: «Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε ἐν πάση ἀγαθωσύνη καί δικαιοσύνη δοκιμάζοντες τί τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί εὐάρεστον» καί: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ' ὡς σοφοί ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί» καί: «Στήκετε και κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν» καί: «εἴ τις εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὄ παρελάβετε καί παρ' ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, κἄν ἡμεῖς, κἄν Ἅγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω».
Καί ἐξακολουθῶν τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κυρίου ὁ Θεῖος Παῦλος προφητεύει: «Ἐγένοντο δέ καί ψευδοπροφῆται ἐν τῶ λαῶ ὡς καί ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἴτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις, ἀπωλείας καί τόν ἀγοράσαντα αὐτούς Δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινήν ἀπώλειαν· καί πολλοί ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀπωλείαις, δι' οὕς ἡ ὁδός τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται».
Και αὖθις ὁ Κύριος καί Διδάσκαλος ἡμῶν ἐπιτονίζει: «Βλέπετε, μή πλανηθῆτε, πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῶ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, μή οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν, ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς».
Εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀναγινώσκομεν: «Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν».
Καί ἐν τῶ Ἱερῶ Εὐαγγελίω γέγραπται: «Οἱ ψευδοδιδάσκαλοι οὗτοι ἐξ ἡμῶν μέν ἦλθον, ἀλλ' οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, εἰ γάρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν μεμενήκασιν ἄν μεθ' ἡμῶν».
Οἱ οὐράνιοι λόγοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου καί τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά, δέν ἐλέχθησαν, δέν ἐγράφησαν περιστατικῶς διά τήν ἐποχήν ἐκείνην. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι κήρυγμα προφητικόν καί διδακτικόν διά τούς αἰῶνας, δι' ὅλον τόν βίον τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας. Ψευδοπροφῆται καί ψευδοδιδάσκαλοι ὑπάρχουσι πάντοτε.
Ποθοῦντες τήν κάλυψιν τῶν ρηγμάτων, τήν ἄρσιν τῶν σχισμάτων, καί ἐπιδιώκοντες τήν εἰρήνευσιν καί τήν ἕνωσιν τῶν διασπασθέντων Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἴνα ἡνωμένοι καί ἀδελφωμένοι ἀντιμετωπίσωμεν τόν ἀναμολόγητον διωγμόν, ἐξαπελύσαμεν τήν ἀπό 1ης Ἰουνίου 1954 Ἐγκύκλιον, διά τῆς ὁποίας παρεκαλοῦμεν τόν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον νά πράξη κατά τό Ἱερόν καθῆκον Του καί κατά τά ἐντάλματα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων πρός ἀποκατάστασιν τῆς Ἑνότητος ἐν τῆ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τῆ βαλλομένη πανταχόθεν ὑπό τῶν ποικιλωνύμων ἐχθρῶν Αὐτῆς, ἅμα δέ καί τῆς Ἑνότητος ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου τοῦ ἀνά τήν Οἰκουμένην, ἐπί τῶ ἁγίω τέλει τῆς ἐξαλείψεως τοῦ σχίσματος ἐκ τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ὅπερ καί σοβαράς ζημίας εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα ἐπέφερε καί σάλον μέγαν εἰς τάς τάξεις τῶν Ὀρθοδόξων ἥγειρε καί καταστροφήν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπήνεγκεν, ἀνασταλείσης τῆς προόδου καί συσσωρευθέντων συντριμμάτων καί ἐρειπίων.
Ἀλλά, τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα, εἰς μάτην αἱ προσπάθειαι ἡμῶν. Τό πνεῦμα τοῦ Ἑωσφόρου ἐπεκράτησεν. Καί ὁ πρ. Φλωρίνης Κύριος Χρυσοστόμος ἀπήντησε διά τῆς ἀπό 15 Ἰουλίου 1954 ἐγκυκλίου Του κρατῶν τήν θρυαλλίδα, ἀφρίζων καί μαινόμενος, κηρύττων τόν πόλεμον, τόν διχασμόν καί τό ἀγεφύρωτον τοῦ χάσματος. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη διέλυσε πλέον πᾶσαν ἐλπίδα ἡμῶν. Ἡμεῖς εὐχόμενοι ὅπως ὁ Κύριος γένηται ἴλεως τῶ ἐμπρηστῆ πρ. Φλωρίνης, συνέχοντες τήν ὀδύνην τῆς ψυχῆς ἡμῶν, προχωροῦμεν πλέον μέ τά ὅπλα τῆς Πίστεως ἀκλόνητοι καί ἀτρόμητοι εἰς τόν Ἀγῶνα ἀντιμετωπίζοντες συγχρόνως καί τήν Σχισματικήν Ἐκκλησίαν τοῦ Σπυρίδωνος καί τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον.
Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά,
Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά κατά τήν ὁποίαν ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποκρούει τήν τεινομένην χεῖρα τῆς Ἑνώσεως πρός δόξαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί πρό ἐτῶν δεκαεπτά, κατά τό 1937 παρεκαλέσαμεν τόν πρ. Φλωρίνης νά δεχθῆ τούς ὅρους τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐπέλθη ἡ ποθητή Ἕνωσις πρός δόξαν Θεοῦ, σωτηρίαν τῶν πιστῶν καί πρόοδον καί ἐπικράτησιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος. Ἀλλ' ὁ Ἀρχιερεύς οὗτος, ἀτυχῶς ἐκπεσών, ἠρνήθη, ἠρνεῖτο πάντοτε καί ἀρνεῖται πεισμόνως, ἀλλά καί ἐν ἐπιγνώσει διά λόγους μυχίους, οὕς οἷδε Κύριος. Ἀρνεῖται νά προσέλθη εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, δέν ἔχει σκοπόν, δέν θέλει τήν καταπολέμησιν τοῦ σχίσματος τοῦ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου προελθόντος, ἀλλ' εἶναι τεταγμένος πρός διάλυσιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος, ὠθούμενος ἀπό ταπεινά πάθη καί δέσμιος τῆς προσπαθείας του πρός ἱκανοποίησιν προσωπικῶν πόθων. Καί προχωροῦντες πλέον εἰς ἀνοικτόν ἀγῶνα ἔχομεν καθῆκον νά σχίσωμεν τήν προσωπίδα καί νά ἀποκαλύψωμεν τόν ἄνδρα ἐπί τῆ βάσει κειμένων καί ἱστορικῶν γεγονότων. Εἶναι ἐπιτακτικόν τό καθῆκον ἡμῶν τοῦτο, καίτοι λυπούμεθα ἀπό βάθους ψυχῆς, διότι πρέπει νά διαφωτίσωμεν ἴνα μή πλανηθῆ κανείς ἐκ τῶν διαφόρων ψευδῶν, τῶν ἀπατηλῶν τεχνασμάτων, πανούργων σοφιστειῶν καί στρεψοδίκων δικαιολογιῶν.
ΛΟΙΠΟΝ «ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ»
Οἱ ὑπογεγραμμένοι Ἀρχιερεῖς, παρακαλοῦμεν πάντας ὅπως διεξέλθωσι μετά προσοχῆς καί ὑπομονῆς τήν Ποιμαντορικήν καί Πατρικήν ταύτην ἐγκύκλιον ἡμῶν, ἴνα πάντες ἐννοήσωσι καλῶς:
1) Ποῖα τά ἐλατήρια τά παρακινήσαντα τόν πρ. Φλωρίνης Κύριον Χρυσοστόμον Καβουρίδην νά προσέλθη εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα.
2) Διά τίνας λόγους ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποπτύσας πάντα χαλινόν ἠθικοῦ συναισθήματος κατ' ἐξακολούθησιν ἐπιρρίπτει εἰς Ἡμᾶς τήν εὐθύνην τοῦ Σχίσματος τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας μέ τήν μοναδικήν δικαιολογίαν ὅτι ἡμεῖς διεπράξαμεν τό τρομερόν ἔγκλημα ὅτι πρός προαγωγήν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος προέβημεν εἰς χειροτονίας νέων Ἐπισκόπων.
3) Διά τίνας λόγους καί ποίους σκοπούς ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποκρούει μετά πείσματος ἑωσφορικοῦ τήν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν, διά νά θολώνη δέ τά νερά καί νά παραπλανᾶ τόν λαόν ἀντιστρέφει καί διαστρέφει τά γεγονότα καί κρατῶν κλάδον ἐλαίας πρός εἰρήνευσιν λέγει καί γράφει ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τοῦ διχασμοῦ καί οὐχί αὐτός!!! Ἀλλ' ἐπί τέλους τυφλωθείς ὑπό τοῦ πάθους ἀπέσπασε μόνος τό προσωπεῖον, κατέπεσεν ἡ Αὐλαία καί ἐνεφανίσθη ὁ πρ. Φλωρίνης οἷος πράγματι εἶναι! Καί θά ἀφήσωμεν πλέον τά γεγονότα νά ὁμιλήσωσι καταβοῶντα, ἀποκαλύπτοντα καί καταδικάζοντα.
Α´. ΠΩΣ ΕΞΗΛΘΕΝ Ο πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ
Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἐξῆλθεν εἰς τόν Ἱερόν Ἀγῶνα ὑπέρ τῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας, οὐχί πυρπολούμενος ἀπό Πίστεως, ἀλλά ἕνεκα λόγων ἐμπαθείας, φθόνου καί ἐκδικήσεως πρός τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη νά τόν προαγάγη εἰς Πρόεδρον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἤ Ἀρχιεπίσκοπον Πειραιῶς ὅπως ἐπιμόνως καί ἐκβιαστικῶς ἀπήτει καί ἐπεδίωκεν. Καί πράγματι ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ὁ ἐμφανιζόμενος ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀρχιερεύς ὑπάρχων τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί Συνοδικός, ἐκάθηρεν Ὀρθοδόξους ἱερεῖς, ἀποκαλέσας τόν παλαιοημερολογιτισμόν καρκίνωμα καί χαίνουσαν πληγήν (καταβοῶσι τά πρακτικά τῆς κακοδόξου Συνόδου). Καί τέλος ἀπεφάσισε καί ἐξῆλθεν εἰς τόν ἱερόν Ἀγῶνα παραπλανηθείς καί πιστεύσας ὅτι ἐπίκειται ἡ πτῶσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου καί θά ἀνέλθη εἰς τήν θέσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐτός, παροτρυνόμενος ὑπό διαφόρων πολιτικῶν προσώπων καί ὑπό τοῦ τότε Συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος.
Β´ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ 1935, ΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ
Κατά τό ἱστορικόν διά τήν Ὀρθοδοξίαν ἔτος 1935 οἱ Ἀρχιερεῖς Δημητριάδος Γερμανός, Φλωρίνης Χρυσοστόμος καί Ζακύνθου Χρυσόστομος, Ἀρχιερεῖς τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας λαβόντες τήν Ἀρχιερωσύνην κατά τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον, ὑψώνουσι τήν σημαίαν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκηρύσσοντες τήν ἀποστάτιδα Ἐκκλησίαν. Καί εἰς τόν ἱερόν ναόν Ἁγίου Κωνσταντίνου Κολωνοῦ ἐνώπιον χιλιάδων πιστοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ποιοῦνται τήν ὁμολογίαν των καί βροντοφωνοῦσι τό Διάγγελμά των πρός τόν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικόν Λαόν καί Κλῆρον. Διά τῆς ὁμολογίας καί τοῦ διαγγέλματός των οἱ τρεῖς οὗτοι Ἀρχιερεῖς κατέστησαν ἑαυτούς Κανονικούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν συμφώνως πρός τάς διατάξεις τῶν ἱερῶν Κανόνων περί Σχίσματος, καθόσον εἶχον τήν Ἀρχιερωσύνην ἀπό τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Καί μετά τό κίνημα τοῦτο τῆς συμπήξεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἀνῆλθον οἱ Ἀρχιερεῖς εἰς τήν ἱεράν Μονήν Κερατέας καί ἡ πρώτη πρᾶξις Των ὡς ἀνεξαρτήτου Ἐκκλησίας ἦτο ἀφ' ἑνός μέν ἡ ὑπό τῶν δύο χειροθεσία τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθῆ ὑπό τό κράτος τοῦ νέου ἑορτολογίου καί ἀφ' ἑτέρου αἱ χειροτονίαι τεσσάρων νέων ἐπισκόπων τῶν Μεγαρίδος Χριστοφόρου Χατζῆ, Διαυλείας Πολυκάρκου Λιώση, Κυκλάδων Γερμανοῦ Βαρυκοπούλου καί Βρεσθένης Ματθαίου Καρπαθάκη.
Μετά τάς χειροτονίας ἤρχισαν αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ἀπομονώσεις καί ὁ διωγμός. Δέν ὑπῆρχε ἀπόθεμα πίστεως, ἐπῆλθε κλονισμός καί αἱ ἀρνήσεις τῆς ἱστορικῆς ὁμολογίας. Ἔναντι τῆς προδοσίας καί τῆς ἀρνήσεως ἐστάθησαν ὄρθιοι, ἀκέραιοι καί εὐθυτενεῖς καί ἀπεκήρυξαν καί τήν προδοσίαν καί τούς προδότας: 1) Ἡ Ἑλληνική Θρησκευτική Κοινότης, ἡ ὁποία ἐστάθη στῦλος ἀκλόνητος τῆς Ὀρθοδοξίας καί εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει πᾶσα δόξα καί τιμή. Εἴη εὐλογημένον τό ὄνομα τῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων, καί 2) Οἱ δύο ἐπίσκοποι Κυκλάδων Γερμανός καί Βρεσθένης Ματθαῖος κατά τό ἔτος 1937.
Οἱ ἀρνηταί τῆς ὁμολογίας των ἐν τῆ ἀρνήσει των διεκήρυξαν ὅτι τά Μυστήρια τῆς κακοδόξου ἐκκλησίας δέν εἶναι ἄκυρα μέχρις ὅτου συνέλθη μία Σύνοδος καί τήν κηρύξη Σχισματικήν, κατ' ἀκολουθίαν μέχρι τότε αἱ ἀποφάσεις τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι κανονικαί. Τά συμπεράσματα τῆς γνώμης ταύτης εἶναι ὁλοφάνερα: α) Εἶναι περιττός καί μάταιος ὁ ἀγών, β) Αἱ καθαιρέσεις αἱ γενόμεναι ὑπό τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἐγκυρόταται και κανονικώταται, γ) Ἀθετοῦνται αἱ τέσσαρες Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, αἴτινες κατεδίκασαν τό Παπικόν ἑορτολόγιον, καί τάς ὁποίας Συνόδους οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς εἶχον ἐπικαλεσθῆ εἰς τό Διάγγελμά των τοῦ 1935.
Γ´ ΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΑΡΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΙ
Ἡ σειρά ἀρνήσεων, ἀσυνεπειῶν καί κακοδοξιῶν ἐκτίθενται μέ ἀντικειμενικότητα καί σαφήνειαν εἰς τήν ἱστορικήν Ἐγκύκλιον τοῦ Κυροῦ Βρεσθένης Ματθαίου τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1947 καί παραθέτομεν ἐνταῦθα πιστήν ἀντιγραφήν. Ἐν αὐτῆ διακηρύσσει ὁ ἀοίδιμος κυρός Ματθαῖος τούς λόγους τούς ἐπιβαλόντας τόν χωρισμόν:
«Καθαρῶς λόγοι πίστεως, προσφιλῆ ἐν Χριστῶ, τέκνα καί ἀδελφοί, μᾶς ἐπέβαλον νά χωρισθῶμεν ἀπό τούτων καί οὐχί ἄλλοι, προσωπικοί ἤ συμφέροντος, ὡς καθ' ἡμῶν κατηγοροῦσιν. Διά μέν τόν θανόντα Δημητριάδος, δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἀναγραφῶσι, διότι ὁ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπό τῆς ἁμαρτίας.
Ὅμως, τονίζομεν, ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι καί οἱ φόβοι μας δι' αὐτόν ἐπηλήθευσαν ὡς τοὐλάχιστον ἀπέδειξε καί ἡ τελευτή του, ἥτις συνέβη κακοδόξως, τῆς κηδείας του τελεσθείσης ὑπό τῆς κακοδόξου Μητροπόλεως Ἀθηνῶν καί διά κακοδόξων ἱερέων. Ὡς πρός τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ριζικωτέρα εἶναι ἡ διαφορά. Κατά τό θέρος τοῦ 1937, εἰς ἀπάντησίν του πρός τόν ὁσιώτατον μοναχόν Μᾶρκον Χανιώτην, ἔγραφεν ὅτι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν εἶναι σχισματική, ὅτι δέν ἔχει τό δικαίωμα νά τήν κηρύξη τοιαύτην καί, ὅτι τό μῦρον τό παρά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τελεσθέν μετά τήν καινοτομίαν, δηλαδή, μετά τήν ἐφαρμογήν τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἔχει τήν ἁγιαστικήν χάριν, τά δέ παιδία τῶν νεοημερολογιτῶν δέν πρέπει νά μυρώνωνται, ἀκόμη δέ ὅτι δέν δύναται νά ἔλθη εἰς ἀντίθεσιν μέ τάς ἄλλας νεοημερολογιτικάς καί παλαιοημερολογιτικάς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζουσι τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ὡς κανονικήν, ἐπί πλέον δέ ὅτι μετά τό Σχῖσμα κατ' οὐδέν ἐμειώθη ἡ ἁγιαστική χάρις τοῦ μύρου τοῦ τελεσθέντος παρά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Τά αὐτά περίπου ὁ ἴδιος ἔγραφε κατά τήν 17ην Ὀκτωβρίου 1937 πρός τό Διοικητικόν Συμβούλιον τῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι δηλαδή θεωρεῖ καταφρόνησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐάν κηρύξη τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν καταδικάζων οὕτω εἰς τόν πνευματικόν θάνατον 5 ἑκατομμύρια Ἕλληνας ἀδελφούς του, οἴτινες, καλῆ τῆ πίστει, ἀκολουθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, καί νά ἔλθη οὕτως εἰς ἀντίθεσιν μέ τάς ἄλλας Ἐκκλησίας».
Τήν 15 Ἰανουαρίου 1938 ἔγραφε πρός τόν τότε Ὑπουργόν τῶν Θρησκευμάτων κ. Γεωργακόπουλον, ὑποβάλλων ἐπί τούτω ἔγγραφον:
«Νά ἀναγνωρισθῶσιν αἱ χειροτονίαι τῶν ἐπισκόπων Χατζῆ καί Λιώση ὡς ἔγκυροι καί νά τεθῶσιν οὗτοι εἰς τήν διάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δέ Γερμανός Βαρυκόπουλος καί ὁ Ματθαῖος Ἁγιορείτης νά καταστῶσιν ὑπόδικοι ἐνώπιον τῆς Δ. Συνόδου τῆς ἐπισήμου (κακοδόξου) Ἐκκλησίας δι' ὅσα ἔγραψαν καί ἐδημοσίευσαν ἐξ ἀκρισίας, τόσον ἐναντίον Αὐτῆς, ὅσον καί αὐτῶν»
.
Συνεχίζων γράφει
:
«Νά καταστῆ ὑποχρεωτική δι' ἡμᾶς καί τήν Ἱεραρχίαν ὅλην ἡ περί ἡμερολογίου ἀπόφασις τῆς Προσυνόδου, οἱαδήποτε καί ἄν εἶναι αὕτη, καί νά τεθῆ ἀμέσως εἰς ἐφαρμογήν, δηλαδή, ἄν ἀποφασίση ἡ Προσύνοδος νά ἀκολουθήσωμεν τό νέον ἡμερολόγιον νά τό ἀκολουθήσωμεν» (βλέπε βιβλίον «Νομοκανονικαί Ἐνασχολήσεις» Δημητρίου Πετρακάκου Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου τῆς κακοδόξου Συνόδου, σελίς 285)
.
Ἐν ἔτει 1940, ἐνώπιον τεσσαράκοντα προσώπων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν παρατάξεων, εἰς τήν ἐν Ψυχικῶ οἰκίαν τοῦ κ. Βασιλείου Κηρύκου, ὡμολόγησεν, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐφ' ὅσον δέν συνῆλθεν Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξος Σύνοδος, ἴνα τήν κηρύξη σχισματικήν, δέν δυνάμεθα νά τήν εἴπωμεν σχισματικήν. Τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα. Τό μύρον της ἔχει ἁγιαστικήν χάριν καί ὅτι τά παιδία τῶν νεοημερολογιτῶν δέν πρέπει νά μυρώνωνται. Τό αὐτό ἔτος ἐφεῦρε τό δυνάμει καί ἐνεργεία, δηλαδή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι δυνάμει μόνον σχισματική, οὐχί δέ καί ἐνεργεία».
Τήν σοφιστείαν ταύτην, ἐφεῦρε διότι προσκληθείς ὑπό τοῦ τότε Ἀστυνομικοῦ Διευθυντοῦ κ. Ι. Βαβούρη, ἤκουσε παρά τούτου ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία ἦτο ἀποφασισμένη καί ἐπέμενεν, ἐφαρμόζουσα τήν ἀπόφασίν της, νά στείλη εἰς ἐξορίαν ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς. Δειλιάσας τότε ὑπανεχώρησε, μέ μόνον σκοπόν ὅπως ἱκανοποιήση τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἐπηρεάση ταύτην, ἴνα ἀναστείλη τήν περί ἐξορίας τῶν Ἀρχιερέων ἀπόφασιν. Διά τῆς τοιαύτης ὅμως συμπεριφορᾶς ἠγνόησε καί ἠρνήθη τά μόλις πρό ὀλίγου ὁμολογηθέντα.
Τήν 1ην Ἰουνίου 1944 εἰς τήν Ποιμαντορικήν ἐγκύκλιόν του πρός ἅπαν τό Χριστεπώνυμον πλήρωμα, γράφει:
«Ταμιοῦχος τῆς Θείας χάριτος εἶναι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς προικισθεῖσα ἀπό τήν ὅλην Ἐκκλησίαν, καί ὄχι ὡρισμένος ἀριθμός Κληρικῶν καί λαϊκῶν ἀποσπώμενος διά λόγους διαφωνίας, δι' ἰάσιμόν τι ἐκκλησιαστικόν ζήτημα (ὡς τό ἡμερολόγιον) καί ὅτι οἱ τοιαῦτα πράττοντες εἶναι Προτεστάνται ἤ παρασυνάγωγοι. Ὅτι ἡμεῖς ἀσεβοῦμεν καί εἴμεθα ἱερόσυλοι ὄχι μόνον πρός αὐτήν τήν θείαν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί πρός τήν ἱερότητα τῶν Μυστηρίων, ἐπειδή ἀποκαλοῦμεν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν σχισματικήν καί μή ἔχουσαν οὐδεμίαν χάριν».
Περαιτέρω γνωματεύει, ὅτι «ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, δέν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καί ἀνεξάρτητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι, διότι οὐδεμία Ἐκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην, ἀλλ' εἴμεθα ἐντός τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς μία φρουρά, ἥτις φρουρεῖ τον θεσμόν τοῦ Ὀρθοδόξου ἑορτολογίου. Καί ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη καί ἀντικανονική ἡ ἰδέα, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα Ἐκκλησία». Ἐνῶ εἰς τήν ἐγκύκλιόν του γράφει «Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» (Βλέπε ἐγκύκλιον 1954).
Συνεχίζων ἐκθέτει ὅτι, «κατά ταῦτα, ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι ὅσω καί ἄν παρουσιαζώμεθα κατά τό φαινόμενον ὅτι εἴμεθα Ἐκκλησία κλπ., ἀποτελοῦμεν ἐν τῆ Κανονικότητι, οὐχί ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, μεθ' ἧς διεκόψαμεν, προσωρινῶς, διά λόγους Κανονικούς τήν Ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν, ἀλλά τήν ἀνύστακτον φρουράν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας συνεχίζομεν τήν ἱστορίαν αὐτῆς καί ὅστις φρονεἱ ἀντιθέτως εἶναι παρασυνάγωγος καί Προτεστάντης».
Ὁμοίως, ὅτι «ἡμεῖς δέν ἔχομεν τό δικαίωμα νά μεταδώσωμεν Ὀρθόδοξον χάριν τήν ὁποίαν ὑστερούμεθα· ἐπειδή δέν ἀνήκομεν εἰς τήν Κανονικήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τήν μόνην ταμιοῦχον τῆς Θείας χάριτος, κατά τήν Ὀρθόδοξον ἀντίληψιν».
Ἐπίσης τήν 18ην Ἰανουαρίου 1945 εἰς τήν διασάφησιν τῆς ἀνωτέρω ἐγκυκλίου γράφει:
«Εἰς περίπτωσιν καθ' ἥν μία μερίς Κληρικῶν καί λαϊκῶν, διά λόγους ἐκκλησιαστικούς καί Κανονικούς, διακόπτει τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετά τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἀποχωριζομένη διά λόγους θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας, πηγνύει ἴδιον θυσιαστήριον ὅσω καί ἄν διά τῆς χωριστικῆς λατρείας καί τῶν ἰδίων εὐκτηρίων οἴκων καί ἰδίων λειτουργῶν φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, ἐξ ἧς ἐχωρίσθη, δέν παύει ὅμως, Κανονικῶς νά ἀνήκη αὕτη εἰς τήν αὐτήν, τήν μίαν καί ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν κλπ. (βλέπε σελ. 8).
Εἰς δέ τήν σελίδα 11, γράφει ἐπίσης: Τό σφαλερόν τοῦ διϊσχυρισμοῦ τούτου, δηλαδή, τό ὅτι ἡμεῖς λέγομεν ἄκυρα τά μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν, ἔγκειται εἰς τήν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, ὅτι οἱ παλαιοημερολογῖται ἔμειναν εἰς τάς Πατρίους παραδόσεις, διότι ἡ ἐκκλησία τῶν νεοημερολογιτῶν ἀπό τοῦδε ἐστερήθη τῆς Θείας χάριτος ὡς λέγουσιν οἱ παρασυνάγωγοι ἐπίσκοποι. Τοῦτο ἴσως νά συμβαίνη διά τούς ἀκολουθοῦντας τήν παρασυναγωγήν. Οἱ ἐν ἐπιγνώσει ὅμως παλαιομερολογῖται τῆς Ὀρθοδόξου παρατάξεως ἡμῶν γινώσκουσι καλῶς, ὅτι ἡ παρακολούθησις τοῦ παλαιοῦ ἑορτολογίου δέν εἶναι ἀπόρροια τοῦ ἐγκύρου ἤ ἀκύρου τῶν μυστηρίων τῶν νεοημερολογιτῶν» κλπ.
Εἰς δέ τάς σελίδας 14 καί 15 τῆς αὐτῆς διασαφήσεώς του γράφει, ὅτι «πρέπει ἡμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι νά ἐκφράσωμεν τήν λύπην μας δι' ὅσα ἐγράψαμεν τόσον ἐναντίον αὐτῶν, ὅσον καί κατά τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, καί νά μετανοήσωμεν διότι ἐκηρύξαμεν σχισματικήν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἄκυρα τά μυστήριά της».
Ὁμοίως εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» τῆς 14 Νοεμβρίου 1945 δημοσιεύει, ὅτι «οὐδέποτε θά προβῆ εἰς ἐπαναστατικάς πράξεις, ὡς τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, δηλαδή, οὐδέποτε θά χειροτονήση ἐπισκόπους, διότι δέν εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά φρουρά, καί διαβεβαιοῖ, ὡς πρός τοῦτο, τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί τήν Κυβέρνησιν, ὅτι κατ' οὐδένα λόγον καί ἐν οὐδεμιᾶ περιπτώσει θά προβῆ εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν». Καί τοῦτο διότι, διεμηνύθη εἰς αὐτούς παρά τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας διά τοῦ κ. Γεωργίου Μπόγρη, τότε μοιράρχου τῆς Χωροφυλακῆς καί ὑπασπιστοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἀσφαλείας κατά τό ἔτος 1939, δηλαδή, νά μή χειροτονήσουν ἀρχιερεῖς διότι θά σταλοῦν εἰς ἐξορίαν, τοῦθ' ὅπερ καί ἀποδεχθέντες, διεβεβαίωσαν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν διά τοῦ ἀνωτέρω κ. Μπόγρη ὅτι οὐδέποτε θά προβοῦν εἰς χειροτονίας ἀρχιερέων καί ἐν οὐδεμιᾶ περιπτώσει.
Ὡσαύτως, εἰς τό ὑπόμνημά του διά τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ ἔτους 1945 παραθέτει:
«Ὁ θρίαμβος δέ οὗτος τῆς Ἐκκλησίας ἐπετεύχθη διά τῆς Πανσθενουργοῦ δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέσου καί ὀργάνου χρησιμεύσαντος τοῦ Ἐξοχωτάτου Στρατάρχου Στάλιν καί τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ συνεργατῶν πολιτικῶν τε και στρατιωτικῶν, οἴτινες μετά τοῦ Πρωθιεράρχου καί τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησαν τό σύμφωνον τῆς Πολιτείας μετά τῆς Ἐκκλησίας… «Καί αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». Εἰς τάς σελίδας 21, 22 καί 35 τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἀποκαλεῖ τόν σχισματικόν Ἀρχιεπίσκοπον Παπαδόπουλον, ἀοίδιμον καί μακάριον, αὐτόν τόν σχίσαντα τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ καί ἀναθεματισμένον ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρας, προσθέτων εἰς τάς σελίδας 22 καί 26, ὅτι εἶναι ὀρθόδοξον τέκνον τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί ὅτι κακῶς ἐφέρθη ἡ Μήτηρ του καί ἡ σκληρόκαρδος μητριά του Ἐκκλησία πρός αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀρχιερεῖς πού τούς ἐκάθηρεν, καί περαιτέρω, ὅτι καί μετά τήν ἀπόσχισιν αὐτοῦ ἐκ τῆς Διαρκοῦς Συνόδου ἄφησε τήν θύραν ἀνοικτήν τῆς συνεννοήσεως μετά τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί συνεχίζων ἱστορεῖ ὅτι οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι τότε Δημητριάδος, Ζακύνθου καί Φλωρίνης, κατήρτισαν Διοικητικόν Συμβούλιον καί ὄχι Ἐκκλησίαν παρ' ὅλον ὅτι ἔγραφον καί εἰς τάς ἐγκυκλίους των, τά ἔγγραφά των, καί εἰς τήν ἐφημερίδα των ὅτι εἶναι Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέχρι σήμερον.
Ὥστε ἄλλα λέγουν καί ἄλλα πράττουν.
Εἰς δέ τήν σελίδα 31 ἀποκαλεῖ τήν Ἱ. Σύνοδον, ἀρχιερατικόν συμβούλιον, καί τόν ἀποθανόντα κακοδόξως πρόεδρόν του Δημητριάδος ἀοίδιμον καί τοῦτον, ὡς ἄν ὅλοι οἱ κακόδοξοι νά εἶναι ἀοίδιμοι. Καί κατωτέρω, εἰς τήν αὐτήν σελίδα, παραπονεῖται πρός τήν Μητέρα του κακόδοξον Ἐκκλησίαν, διότι δέν ἔπρεπε νά τόν τιμωρήση τόσον σκληρῶς, ἀλλά τοὐλάχιστον ἔπρεπε νά τόν ὑστερήση τῆς εὐλογίας καί τῆς Μυστηριακῆς ἐπικοινωνίας της, ἀποκαλῶν αὐτήν ἐπίσημον καί προϊσταμένην του ἐκκλησιαστικήν ἀρχήν, καί εἰς τήν σελ. 46 ἀποκαλεῖ ταύτην κανονικήν ἐκκλησιαστικήν του ἀρχήν ἐναντίον τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐπανεστάτησε. Καί τέλος, εἰς τάς σελ. 50 καί 51 γράφει, ὅτι τό κίνημα τό ὁποῖον ἔκαμε τό 1935 δέν στρέφεται ἐναντίον τῆς Μητρός του Ἐκκλησίας τῆς γαλουχησάσης αὐτόν, ἀλλά ἐναντίον προσώπων τινῶν κληρικῶν καί ὅτι δέν δύναταί τις νά διϊσχυρισθῆ ὅτι τό διάβημά του στρέφεται κατά τῆς ἐννοίας καί τοῦ κύρους τῆς Μητρός του Ἐκκλησίας, ἀλλά κατά προσώπων, οὔτε δύναται δέ νά τεθῆ ἐν ἀμφιβόλω τό κῦρος τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας.
Εις τήν ἐφημερίδα του «Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας» κατά τήν 29ην Ἰουλίου τοῦ 1946, ὑπό τόν τίτλον «Μία παρά τήν θέλησίν μας ἀπάντησις εἰς τόν κ. Εὐγένιον Τόμπρον» ἐννοῶν τόν ἡμέτερον Πρωτοσύγκελον, ἔγραφε: «Ἅν τά μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι ἄκυρα, τότε τόσον ἡ χειροτονία του, ὅσον καί ὁ γάμος του εἶναι ἀνύπαρκτα».
Ὑποστηρίζει δηλαδή, ὅτι εἶναι ἔγκυρα τά μυστήρια τῶν κακοδόξων νεοημερολογιτῶν, διά μίαν ἀκόμη φοράν. Ἐνῶ ἡμεῖς τότε εἰς τό ὑπ' ἀριθ. 24 φύλλον τῆς ἐφημερίδος μας «Κῆρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων» ἀπεδείξαμεν ὅτι εἶναι ἄκυρα τά μυστήρια τῶν σχισματικῶν νεοημερολογιτῶν παραμενόντων ἐν τῶ Σχίσματι, καί καθίστανται ἔγκυρα διά τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί τῆς παραδοχῆς ἐκ μέρους τῶν πιστῶν, ὡρισμένων ὅρων τούς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία, ἥτις καί σαφέστατα ὁμιλεῖ πῶς πρέπει νά δεχώμεθα καί διορθώνωμεν τούς ἐρχομένους εἰς τήν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν σχισματικούς.
Αὐτά ἔγραφε καί ἐλάλει ὁ πρώην Φλωρίνης καί αὐτά πιστεύει ἀκόμη. Πιστεύει δηλαδή, ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι σχισματική, τά μυστήριά της δέν εἶναι ἄκυρα, τό μῦρον της ἔχει τήν χάριν, τά παιδία τῶν κακοδόξων δέν πρέπει νά μυρώνωνται, ὅτι εἶναι ταμιοῦχος τῆς Θείας χάριτος, ὅτι ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι δέν εἴμεθα Ἐκκλησία ἀλλά μόνον φρουρά, ὅτι εἴμεθα τέκνα τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία εἶναι Μήτηρ καί Μητρυιά μας, ὅτι εἶναι προϊσταμένη μας Ἀρχή, καί ἐν τέλει, ὅτι εἴμεθα παρασυνάγωγοι, ἱερόσυλοι καί Προτεστάνται, μόνον ἐπειδή δέν ἀναγνωρίζομεν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς ἔχουσαν χάριν, νόμιμον καί κανονικήν.
Τοιουτοτρόπως, ὁ πρώην Φλωρίνης μᾶς παρουσιάζει ὡς τελείως κακοδόξους νεοημερολογίτας λαμβάνοντας τήν χάριν ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀθετῶν οὕτω τάς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β´ τοῦ Τρανοῦ, τοῦ 1583, 1587, 1593 καί τοῦ Ἀνθίμου τοῦ 1848, αἴτινες κατεδίκασαν τό νέον ἡμερολόγιον, ὡς πολλάκις καί ὁ ἴδιος διεκήρυξεν καί δή ἐν τῆ ὁμολογία του τοῦ 1935.
Αὐτοί λοιπόν εἶναι οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους ἐχωρίσθημεν ἀπό τόν πρώην Φλωρίνης, λόγοι καθαρῶς Πίστεως καί οὐχί προσωπικοί ὡς μᾶς κατηγοροῦσιν.
Ὡς πρός τούς ἐκπεσόντας ἐπισκόπους Χριστόφορον Χατζῆν καί Πολύκαρπον Λιώσην δέν εὑρίσκομεν σκόπιμον νά μακρηγορήσωμεν. Τοῦτο μόνον ἀρκεῖ νά γνωρίζη πᾶς τις, ὅτι ἐπί μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν ἀφ' ἧς ἡμέρας ἐξέπεσαν οὗτοι τῆς πρώτης των ὁμολογίας παρέμειναν καί ἐνέμειναν εἰς τήν κακοδοξίαν, ἀναγνωρίσαντες τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀσπασθέντες τήν ἀπόφασιν αὐτῆς, δι' ἧς καθήροντο, ἠρνήθησαν δέ ἐγγράφως καί ἐμπράκτως τήν Ὀρθοδοξίαν.
Διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων ἀρνήσεων, ἅς ἐποιήσαντο ἐνώπιον τοῦ κακοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου προφορικῶς καί ἐγγράφως, ἐποιήσαντο ἄρνησιν την ὁποίαν ἐδημοσίευσε τό περιοδικόν «Ἐκκλησία», ὄργανον τῆς σχισματικῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, εἰς τό φύλλον τῆς 9ης Νοεμβρίου 1935 ὑπ' ἀριθμ. 45. Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Δήλωσις: Ὁ ὑποφαινόμενος Χριστόφορος Χατζῆς δηλῶ διά τῆς ἐνυπογράφου ταύτης δηλώσεώς μου, ὅτι παρασυρθείς καί πλανηθείς εἰς πράξεις κατακριτέας κατά τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί μετανοῶν εἰλικρινῶς, ἀποκυρύσσω πᾶν τό φέρον τήν ὑπογραφήν μου ἔντυπον, ἤ προφορικά κηρύγματά μου καί τά κοινοποιηθέντα διά δικαστικοῦ κλητῆρος ἐν τῆ Ἱερᾶ Συνόδω σχετικῶς πρός τε τόν Κανονικόν καί νόμιμον καταρτισμόν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος καί τήν ἁρμοδιότητα τῶν Συνοδικῶν δικαστηρίων.
Ὡσαύτως ἀποκηρύσσω τάς περί διορθωμένου ἡμερολογίου δοξασίας τῶν λεγομένων παλαιοημερολογιτῶν, πιστεύων, ὅτι καί μετά τήν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας γενομένην διόρθωσιν τοῦ ἡμερολογίου δέν διεσπάσθη ἡ ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Δηλῶ δέ ἀνεπιφυλάκτως ὅτι, ὡς καί πρότερον, οὕτω καί ἐφεξῆς, θά ἐπιτελέσω πλήρως τό καθῆκον μου πρός τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν καί συμφώνως πάντοτε πρός τε τάς ἀποφάσεις καί τά κελεύσματα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐπισήμου Ἐκκλησίας.
Προσεπιδηλῶ δέ ὅτι, διά τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου οὐδόλως ἐθίγησαν τά δόγματα καί ἡ Ἱερά Παράδοσις τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας.
Ὡς πρός δέ τόν χαρακτηρισμόν Σχίσματος ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου δηλῶ καί αὖθις ἀνεπιφυλάκτως ὅτι Σχῖσμα δέν ὑφίσταται ἐν τῆ Ἐκκλησία ἡμῶν.
Ἐν Ἀθήναις τῆ 18η Ἰουλίου 1935
Ὁ δηλῶν ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣ»
Πανομοιότυπον τῆς τοιαύτης δήλωσιν, ὑπέγραψε καί ὁ Πολύκαρπος Λιώσης.
Διά τήν ἀκρίβειαν τῶν ἀνωτέρω Ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ.
Εἰς δέ τήν ἐκδοθεῖσαν μελέτην τοῦ Δικηγόρου Ἀθηνῶν, Τίτου Α. Πετροπούλου ἐπιγραφομένην «Τό ἔγκυρον τῆς εἰς Ἐπισκόπους χειροτονίας τῶν Θεοφιλεστάτων Χριστοφόρου Χατζῆ καί Πολυκάρπου Λιώση. Συμβολή εἰς τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» καί εἰς τήν σελίδα 24, εἰς ὑπόμνημά του πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν γράφει ὁ Χριστόφορος Χατζῆς:
«Ὑπόμνημα τοῦ Θεοφ. Χριστοφόρου Χατζῆ.
Ἐν Πειραιεῖ τῆ 11η Ἰανουαρίου 1936
Πρός τόν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Κύριον Χρυσόστομον, ὡς Πρόεδρον τῆς Ἱ. Συνόδου. Ἀθήνας
Ἐπισταμένη καί ἐμβριθής μελέτη τῶν ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων μέ ἤγαγεν εἰς τά κάτωθι συμπεράσματα:
Παραδέχομαι ἐξ ὁλοκλήρου, ὅτι ἡ χειροτονία μου οὗσα ὑπερόριος καί ἀπολελυμένη, καλῶς ὑπό τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐκηρύχθη ἄκυρος, ἐξ οὗ καί οὐδέποτε ἠξίωσα ὅτι εἶμαι Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος…» καί ἐξακολουθῶν ἀποδεικνύει, ὅτι τό ἄκυρον δέν εἶναι καί ἀνύπαρκτον. Καί τοῦτο παρά τό δημοσίευμά του εἰς τήν «Φωνήν τῆς Ὀρθοδοξίας» τῆς 29 Ἰουλίου τοῦ 1946, ὅπου ἀποτεινόμενος πρός τόν ἡμέτερον Πρωτοσύγκελον, προσεπάθει νά ἀποδείξη ὅτι τό ἄκυρον εἶναι καί ἀνύπαρκτον.
Ἐν συμπεράσματι, ἀρνοῦνται, ἐπαναρνοῦνται, φάσκουν καί ἀντιφάσκουν, ἐνῶ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι Ἀρχιερεῖς Ὀρθόδοξοι χωρίς ν' ἀποκηρύξουν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν, χωρίς καμμίαν ὁμολογίαν πραγματικήν, χωρίς κανένα Κανόνα, χωρίς καμμίαν τιμωρίαν συμφώνως τοῖς Θείοις καί ἱεροῖς Κανόσιν.
Ἅν δέ λάβωμεν ὑπ' ὄψιν τούς Θείους καί ἱερούς κανόνας, καί δή τόν ΞΒ´ (62) Ἀποστολικόν, οἱ ἀνωτέρω ἐκπεσόντες Ἀρχιερεῖς, δέν ἠμποροῦν πλέον νά εἶναι Ἀρχιερεῖς, κατά τόν Κανόνα τοῦτον ὅστις λέγει ἐπί λέξει: «Εἴ τις Κληρικός διά φόβον ἀνθρώπινον, Ἰουδαίου ἤ Ἕλληνος, ἤ Αἱρετικοῦ, ἀρνήσηται, εἰ μέν τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποβαλλέσθω, εἰ δέ τό ὄνομα τοῦ Κληρικοῦ, καθαιρείσθω. Μετανοήσας δέ, ὡς Λαϊκός δεχθήτω» καί ὅστις κανών ἑρμηνευόμενος προστάζει, ὅτι ὅποιος Κληρικός διά φόβον ἀνθρωπίνων κολάσεων, Ἰουδαίων δηλ. ἤ Ἑλλήνων, ἤ Αἱρετικῶν, ἤθελεν ἀρνηθῆ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁ τοιοῦτος ἀφοῦ μετανοήσει, ὄχι μόνον ἄς ἐκβάλληται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, ἀλλά καί νά στέκηται εἰς τήν τάξιν τῶν μετανοησάντων. Εἰ δέ διά φόβον ἀνθρώπινον ἤθελεν ἀρνηθῆ τό ὄνομα τοῦ Κλήρου του, ταὐτόν εἰπεῖν, πώς εἶναι ὁ δεῖνα κληρικός ἤ ἀναγνώστης δηλ. ἤ ψάλτης, ἤ ἄλλο τι, ἄς καθαίρεται μόνον ἀπό τό κληρικάτον του. Δίκαιον γάρ εἶναι νά στερηθῆ ἐκεῖνο ὅπου ἠρνήθη, καί δέν ἠθέλησε νά εἰπῆ πῶς τό ἔχει. Αφ' οὗ δέ ὁ τοιοῦτος μετανοήση, ἄς δέχηται εἰς κοινωνίαν μετά τῶν πιστῶν ὡσάν λαϊκός, ἤτοι, ἄς συμπροσεύχεται μέ τούς πιστούς.(*)
Ὁ ΙΕ´ Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει: «Εἴτις πρεσβύτερος ἤ διάκονος, ἤ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τήν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθη, καί παντελῶς μεταστάς, διατρίβει ἐν ἄλλη, παρά γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν. Εἰ μάλιστα, προσκαλουμένου αὐτόν τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐπιμένων τῆ ἀταξία ὡς λαϊκός μέντοι ἐκεῖσε κοινωνείτω».
Ὁ ΙΣΤ´ Κανών διακελεύει: «Εἰ δέ ὁ ἐπίσκοπος παρ' ὦ τυγχάνουσι, παρ' οὐδέν λογισάμενος τήν καθ' αὐτῶν ὁρισθεῖσαν ἀργίαν, δέξηται αὐτούς ὡς Κληρικούς, ἀφοριζέσθω, ὡς διδάσκαλος ἀταξίας».
Ὁ πρ. Φλωρίνης δεξάμενος τούς ἀποστάτας μοναχούς καί καθηρημένους κληρικούς κατέστη ἔνοχος καί καθηρημένος καί ἀφωρισμένος σύμφωνα πρός τάς Ἀποστολικάς Διαταγάς.
Ἐν συνεχεία καταπροδίδεται ὁ ἱερός ἀγών τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί ἐν τῆ ποιμαντορικῆ ἐγκυκλίω ἡμῶν (τῆς 8ης Νοεμβρίου 1952, σελ. 3) βροντοφωνοῦμεν: «Ἀλλά καί ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος παραπαίει. Συμπράττει μετά προδοτῶν. Καί αὐτός ὁ ἀγωνιστής, ὡς θέλει νά πιστεύη καί νά ἰσχυρίζηται, δέν ἐδίστασεν εἰς Μυτιλήνην νά συμπροσευχθῆ μετά κακοδόξων Κληρικῶν. Καί ὅμως ὅταν ἀποκαλύπτηται ἡ προδοσία δέν ἐδίστασαν καί δέν ἠσχύνθησαν νά προβῶσιν εἰς διάψευσιν».
Ἡ τραγική κωμωδία, ὁ ἐμπαιγμός τῶν θείων καί ἡ διακωμώδησις τῆς Ὀρθοδοξίας συνεχίζεται, καί αἴφνης ὁ πρ. Φλωρίνης ἐν συμφωνία μετά τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων του, παραιτεῖται τῶν ποιμαντορικῶν των καθηκόντων!!! Καί ἀναγινώσκει ὁ λαός εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἐλεύθερος Λόγος» (9 Νοεμβρ. 1952) ταῦτα τά ὡραῖα καί καταπληκτικά: Οἱ Μητροπολῖται τῶν Παλαιοημερολογιτῶν πρώην Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος, Χριστιανουπόλεως κ. Χριστόφορος καί Διαυλείας κ. Πολύκαρπος, ἐξέδωκαν ἀνακοίνωσιν διά τῆς ὁποίας τονίζουν τά ἑξῆς: Μετά κοινήν σύσκεψιν καί ὁμώνυμον γνώμην τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ὑπέβαλον τήν παραίτησίν των ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν ποιμαντορικῶν των καθηκόντων, τήν ὁποίαν καί ἐγνώρισαν καί εἰς τούς ἁρμοδίους ὑπουργούς, θά ἐξακολουθήσουν δέ ἐμμένοντες εἰς τάς ἐπί τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ ὡς ἄτομα καί ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης ὑπέρ τρίτων».
Ὑπάρχει καί ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1950 τοῦ πρ. Φλωρίνης περί δῆθεν ὁμολογίας του. Τό ἔτος 1950 ἐξαπέλυσεν ἐγκύκλιον διά τῆς ὁποίας ἀποκαλεῖ τά Μυστήρια τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας ἄμοιρα θείας χάριτος. Ἐάν τό ἐπίστευεν αὐτό! Ἀλλά δέν τό πιστεύει, ἀλλά τό εἶπε καί τό ἔπραξε πρός τόν ἀποκλειστικόν σκοπόν νά ἀποσπάση ἀφ' ἡμῶν Κληρικούς καί Παραρτήματα ἡμῶν καί διά νά ἐπιφέρη σάλον εἰς τάς Μονάς ἡμῶν: Ἐάν πράγματι πιστεύη εἰς ὅσα λέγει εἰς τήν ἐγκύκλιον τοῦ 1950 ὅτι τά Μυστήρια τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἄμοιρα θείας χάριτος, τότε εἶναι ἔνοχος ἀπό τοῦ 1937 ὅπου ἠρνήθη τό τοιοῦτον φρόνημα. Ἀλλά τότε ποῦ εἶναι ἡ μετάνοιά του καί ἐνώπιον τίνων ἐκρίθη διά τό ἁμάρτημα τοῦ 1937 ἕως καί 1950; Καί πότε θά πιστεύσωμεν ὅτι εἰλικρινῶς ἐφρόνει, τό 1937 ἤ τό 1950;
Δ´ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΦΡΟΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ
Ὁ πρ. Φλωρίνης διατείνεται ὅτι δέν ἀναμειγνύεται εἰς τήν πολιτικήν. Ἀλλά αἱ πράξεις του διαψεύδουσι τόν ἰσχυρισμόν του αὐτόν, καί ἰδού:
1) Ἐξυμνεῖ τόν Στάλιν εἰς τό ὑπόμνημά του πρός τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ ἔτους 1945. Γράφει λοιπόν ὁ πρ. Φλωρίνης: «Ὁ θρίαμβος δέ οὗτος τῆς ἐκκλησίας ἐπετεύχθη διά τῆς Πανσθενουργοῦ δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέσου καί ὀργάνου χρησιμεύσαντος τοῦ ἐξοχωτάτου Στρατάρχου Στάλιν καί τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ συνεργατῶν πολιτικῶν καί στρατιωτικῶν, οἴτινες μετά τοῦ Πρωθιεράρχου καί τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησαν τό σύμφωνον τῆς Πολιτείας μετά τῆς ἐκκλησίας… καί αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου.
2) Εἴκοσιν ἡμέρας πρό τῶν ἐκλογῶν ἐκάλεσε τόν Κλῆρον του καί τό Συμβούλιόν του καί ἠγόρευσε καί ἠγωνίσθη νά τούς πείση νά ψηφίσουν τό ἀριστερίζον κόμμα τῆς ΕΠΕΚ. Ἀντέστη ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος Παπαβλάχος διαμαρτυρόμενος ὅτι δέν δύνανται νά γίνουν κομμουνισταί καί ὅτι εἶναι ἀπρεπές νά ψηφίσουν τόν Πλαστήραν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε καί ἐπέβαλε τό Παπικόν ἡμερολόγιον. Καί ὁ διαμαρτυρηθείς Παπαβλάχος ἐξεδιώχθη κακήν κακῶς ἐκ τῆς αἰθούσης.
3) Καί τώρα ὁ ἀδίστακτος καί «μή… ἀναμιγνυόμενος εἰς τήν Πολιτικήν» πρ. Φλωρίνης ἔγινε Συναγερμικός καί ὑμνεῖ εἰς ὅλους τούς τόνους τόν Στρατάρχην Πρωθυπουργόν Παπάγον. Καί τόν ἐξυμνεῖ ὡς ἔνδοξον καί δαφνοστεφνῆ. Καί ὅμως ἐπί Κυβερνήσεως Παπάγου ὁ διωγμός ἐξακολουθεῖ. Ὁποία ἀπροσμέτητος ὑπόκρισις!
Ε´ Ο ΦΘΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΜΠΑΘΕΙΑ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΚΕΡΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ
Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος κατακαίεται καί πυρπολεῖται ἀπό τό μῖσος, τόν φθόνον καί τό πάθος του πρός τήν Μονήν Κερατέας καί πρός ἡμᾶς. Ὅταν ἡμεῖς καί ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή τῆς Κερατέας εἴμεθα ἐμπερίστατοι διωκόμενοι, συκοφαντούμενοι, δικαζόμενοι, καταδικαζόμενοι, φυλακιζόμενοι ὁ πρώην Φλωρίνης ἐξέσχισε τό προσωπεῖον καί ἐνεφανίσθη πλήρης πάθους. Γέμουσιν αἱ Ἀθηναϊκαί ἐφημερίδες (16.11.1950) καί τά περιοδικά του ἀπό τούς ἀφρούς τῆς λύσσης του ἐναντίον ἡμῶν καί τῆς Μονῆς Κερατέας. Καί ἐκινεῖτο δραστηρίως γράφων εἰς τά παραρτήματα νά ἀποκηρύξουν τήν Κερατέαν καί τά ἐγκλήματά της. Καί δέν ἡσύχαζε καί κατ' εἰσήγησίν του ὁ Ἀρσένιος Σάλτας ἐπίσκοπος Νέας Ὑόρκης δημοσιεύει εἰς «Ἀτλαντίδα» (5.1.1951) ἐναντίον ἡμῶν.
Ἀλλά τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν τά πάντα εἰς ἀγαθόν συνεργεῖ. Καί εἰς τόν ψευδόλογον κατάπτυστον λίβελλον τοῦ ἐπισκόπου Ἀρσενίου, ἀτυχοῦς θύματος τοῦ ἀμετανοήτου, τοῦ ἐμπαθοῦς καί φθονεροῦ πρ. Φλωρίνης, ἀπαντᾶ φωτισμένα καί συντριπτικά, ἀποκαθιστῶν τήν ἀλήθειαν, ὁ Ἀλέξανδρος Δουρδούφης εἰς τόν «Ἐθνικόν Κήρυκα» Νέας Ὑόρκης (30 Σεπτεμβρίου 1951).
Ἰδού ἡ ἀπάντησις.
«Σεβασμιώτατε. Ἔστω καί ἀργά ἀνέγνωσα εἰς τήν «Ἀτλαντίδα» τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1951 διατριβήν σας, ὑπό τόν τίτλον «Τό Παλαιοημερολογιακόν Ζήτημα καί ἡ Μονή Κερατέας», δι' ἧς καταφέρεσθε ἀφ' ἑνός τόσον ἐναντίον τῆς Μονῆς Κερατέας, ὅσον καί τῶν ἰθυνόντων ταύτην, καθώς καί μερικῶν ἄλλων ἀγωνιστῶν τῆς ἰδέας τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου.(*) Ἐπειδή πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ζῶμεν εἰς τόν κόσμον αὐτόν ἴνα ἐφαρμόσωμεν τήν κληρονομηθεῖσαν παρά τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἀλήθειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατος ἡ ψυχική μας σωτηρία, διά τοῦτο, καί ἐπειδή διά τοῦ δημοσιεύματός σας τούτου καταπατεῖται καί στραγγαλίζεται ἡ ἀλήθεια αὕτη πρός μεγίστην ψυχικήν ζημίαν πολλῶν Χριστιανῶν, διά τοῦτο λέγω θά σᾶς ὁμιλήσω σήμερον διά τῆς παρούσης μου ἐπιστολῆς ἐπί ὅλων τῶν ζητημάτων ἅτινα ἀναφέρετε ἐν τῆ διατριβῆ σας.
Σεβασμιώτατε· ἐγνωρίσατε ὑμεῖς τήν Μονήν Κερατέας; Τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ματθαῖον; Τόν Πρωτοσύγκελον Εὐγένιον Τόμπρον; Τήν Ὁσιωτάτην Καθηγουμένην τῆ Μονῆς Κερατέας Μαριάμ; ἤ καί ἄλλα ἀκόμη πρόσωπα, ἅτινα κοσμοῦν τό περιβάλλον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Ματθαίου; Ἀσφαλῶς ὄχι. Τότε λοιπόν πῶς τά κατηγορεῖτε; Ἀσφαλῶς τά κατηγορεῖτε κατ' εἰσήγησιν τῶν ἐν Ἑλλάδι συνεργατῶν σας, δεικνύων οὕτω ἀπεριόριστον ἄγνοιαν.
Σεβασμιώτατε. Ἡ Μονή Κερατέας εἶναι ἡ Ἀκρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας, καί ἐκεῖ ἐτηρήθη καί κρατεῖται ἡ ἀκρίβεια ταύτης. Ἐάν ἐν Ἑλλάδι γίνωνται ὁλονυκτίαι, δεήσεις, παρακλήσεις μετά εἰλικρινῶν δακρύων καί ἐφαρμόζονται οἱ ἱεροί Κανόνες, τηρῆται ἡ ἐξομολόγησις, τηροῦνται αἱ νηστεῖαι καί ἐν γένει ἡ ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπό τήν Μονήν Κερατέας τηροῦνται πάντα ταῦτα καί διαδίδονται.
Ἐάν ὁ ἐν Μακαριστοῖς Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος, ἐχειροτονήθη κατ' ἀπαίτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος καί ἑπομένως ἦτο δημόκλητος, διότι οὗτος οὔτε μίαν ἡμέραν δέν παρέμεινεν εἰς τήν κακοδοξίαν μετά τό Σχῖσμα τοῦ Ἡμερολογίου. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι οἱ ἐκπεσόντες Ἀρχιερεῖς, πρώην Φλωρίνης κλπ. ἦλθον ὅλοι των ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὅπου ἐπί ἑνδεκαετίαν παρέμειναν καί ἐδίκασαν πολλάκις τούς παλαιοημερολογίτας ἀγωνιστάς Ἱερεῖς εἰς καθαίρεσιν. ἦλθον οὗτοι νά ἐκδικηθοῦν τόν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν τότε Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ μέν Δημητριάδος Γερμανός διότι τοῦ κατεπάτησε τήν σειράν προτεραιότητος τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου Ἀθηνῶν, οἱ δέ πρώην Φλωρίνης καί Ζακύνθου, ὁ μέν διότι δέν τόν διώρισεν πρόεδρον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἤ Ἀρχιεπίσκοπον Πειραιῶς, ὁ δέ διότι δέν τόν ἐψήφισε εἰς τήν Σύνοδον νά γίνη Ἀρχιερεύς. Οἱ δέ Κυκλάδων καί Μεγαρίδος Χριστοφόρος καί ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος, ἦλθον εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν μέ σκοπόν μόνον καί μόνον νά λάβουν τήν Πατερίτσαν. Τοῦτο δέ τό ἀπέδειξαν εὐθύς ἀμέσως, ὅτε μετά τάς ἐναντίον των ἀνακρίσεις ἐπέστρεψαν εἰς τά ἴδια, ἀφοῦ πρωτίστως ἠρνήθησαν τήν Ἀρχιερωσύνην των καί ἀπεκήρυξαν τούς Παλαιοημερολογίτας καί τάς δοξασίας των (βλέπε περιοδικόν «Ἐκκλησία» ἐπίσημον δελτίον τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 9ης Νοεμβρίου 1935 ἀριθμ. 45).
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος λοιπόν Ματθαῖος εἶναι ὁ μόνος, ὅστις ἐχειροτονήθη ἐπαξίως, παραμείνας ἀκριβής φύλαξ τῶν Ἱ. Παραδόσεων. Ἐάν δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος ἀπεκήρυξε πάντας τούς ἀνωτέρω ἐκπεσόντας Ἐπισκόπους, τούς ἀπεκήρυξε διά τά ἀντορθόδοξα φρονήματά των καί οὐχί ὡς συκοφαντικῶς διατείνονται οὗτοι, ἐπειδή τόν παρετήρουν δῆθεν διά τάς παρανόμους πράξεις του καί ἀπειθείας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος τούς ἀπεκήρυξε κατά τό ἔτος 1937 διότι ἀνήρεσαν τήν πρώτην των ὁμολογίαν τοῦ 1935 κηρύξαντες καί γράψαντες καί πάλιν ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία εἶναι κανονική καί τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα.
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος τούς ἀπεκήρυξε διότι εἰς τάς ἐγκυκλίους των ἐθεώρησαν τήν διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος δυνάμει Σχισματικήν, οὐχί δέ καί ἐνεργεία. Τούς ἀπεκήρυξε διότι ἀπεκάλεσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν φρουράν, καί οὐχί κανονικήν Ἐκκλησίαν. Τούς ἀπεκήρυξε διότι ἠθέτησαν τάς τέσαρας Πανορθοδόξους Συνόδους 1583-87-93 καί 1848, αἴτινες κατεδίκασαν τό Παπικόν (νέον ἡμερολόγιον). Τούς ἀπεκήρυξε διότι καί τόν ἀρχιδολοφόνον τῆς Οἰκουμένης Στάλιν ἀκόμη ἐξύμνησε (βλέπε ὑπόμνημα τοῦ πρώην Φλωρίνης, διά τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ 1945) ὅτι ἐστάλη παρά τοῦ Θεοῦ ἴνα διορθώση τήν Ἐκκλησίαν. Τούς ἀπεκήρυξε διότι καί κομμουνιστικούς ἐράνους ἀκόμη ἐνήργησαν, δυνάμει τῶν ὁποίων κατεδικάσθησαν ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός εἰς 18μηνον φυλάκισιν παρά τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Τούς ἀπεκήρυξε διότι ἔδωσαν ὑπόσχεσιν εἰς τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὅτι οὐδέποτε θά χειροτονήσουν Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς (βλέπε ἐφημερίδα «Ἐλευθερίαν», τῆς 14ης Νοεμβρίου 1947). Ἐν τέλει τούς ἀπεκήρυξε διά σωρείαν κακοδοξιῶν, καί κακοδόξων φρονημάτων.
Δι' αὐτά, λοιπόν, τούς ἀπεκήρυξε καί οὐχί ἀπεκήρυξαν ἤ ἐπαρατήρησαν αὐτοί Αὐτόν, ποτέ! Ἐπειδή δέ ὅλα τά σαπρά των φρονήματα ἐδημοσιεύθησαν διά τοῦ Κήρυκος Γνησίων Ὀρθοδόξων καί νῦν Κήρυκος Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων, τοῦ ὁποίου Διευθυντής τυγχάνει ὁ Πρωτοσύγκελος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος καί ἐπειδή οὗτος ἔψεξε πολλάκις διά πολλῶν ἄρθρων του τά ἀντορθόδοξα ταῦτα φρονήματά των, διά τοῦτο μένεα πνέοντες ἐναντίον του ζητοῦσαν εἰ δυνατόν τήν κεφαλήν του ἐπί πίνακι.
Ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος ἐχειροτονήθη κανονικώτατα και δι' ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας Ἀλεξάνδρου τό 1934 καί κατά τό 1937 ἀποκηρύξας τήν κακοδοξίαν προσῆλθεν εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν χειροθετηθείς κατά τόν Ζ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου παρά τοῦ τότε Ἐπισκόπου Βρεσθένης κ.κ. Ματθαίου. Τό 1938 καθηρέθη παρά τῆς κακοδόξου Συνόδου, κατά τό αὐτό δέ ἔτος διαμαρτυρηθέντος αὐτοῦ τε καί τοῦ Ὀρθοδόξου Κερκυραϊκοῦ λαοῦ εἰς τόν παραθερίζοντα ἐν Κερκύρα τότε Βασιλέα Γεώργιον τόν Β´, τῶ ἀπενεμήθη Βασιλική χάρις διά Βασιλικοῦ Διατάγματος τήν 7ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1938, ὁπότε ἀναχωρήσας ἐκ Κερκύρας καί παραλαβών τήν διεύθυνσιν τῆς Πρωτοσυγκελίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἐν Ἀθήναις, δέν ἠνωχλήθη μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους 1950, ὁπότε ἐπανήρχισαν ἐκ μέρους τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας αἱ ἀνακρίσεις ἐναντίον του καί κατά τήν 1ην Μαρτίου 1951 καθηρέθη καί πάλιν δι' ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 21 ἀποφάσεως αὐτοῦ. Κατά δέ τήν 8ην Ἰουλίου 1951 καθηρέθη καί αὗθις τελεσιδίκως ὑπό τοῦ δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 8 ἀποφάσεως αὐτοῦ.
Ποῦ εἶναι λοιπόν ἡ ὕποπτος προέλευσις καί αἱ πανουργίαι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δηλαδή τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου; Δύνασθε νά μοῦ εἰπῆτε ἀπό ποίους ἐχειροτονήθη ἡ Σεβασμιότης σας; Ποῖος Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς σᾶς ἐχειροθέτησε κατά τόν Ζ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; (βλέπε ἑρμηνείαν αὐτοῦ ὑποσημείωσιν 3 κτλ. σχετικούς Κανόνας). Εἰς ποῖον ἐδώσατε λίβελλον ἐναντίον τῆς κακοδοξίας καί εἰς ποῖον Ἀρχιερέα ὡμολογήσατε τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν σας Ἔστω καί γραπτῶς ἀκόμη; Πῶς λοιπόν λέγεσθε Ὀρθόδοξος; Ἐνῶ εἶναι γνωστόν ὅτι ἐχειροτονήθητε Ἐπίσκοπος παρά τῶν κακοδόξων Ἐπισκόπων Θεοφάνους Νόλη (Ἀλβανιστί Φάν Νόλη) καί τοῦ ἐπίσης χειροτονηθέντος παρ' αὐτοῦ Χριστοφόρου Κοντογιώργου καί τινος Σύρου Σωφρονίου ὀνομαζομένου, ἁπάντων γνωστῶν κακοδόξων καί καθηρημένων.
Ὅσον ἀφορᾶ διά τόν διωγμόν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ἐν Ἑλλάδι ἀπολύτως ὑπεύθυνος εἶναι ὁ πρώην Φλωρίνης καί οἱ ὑπ' αὐτόν, οἴτινες ἐξ ἐμπαθείας καί φθόνου κινούμενοι πρός τήν μονήν Κερατέας καί τήν ὑπό τόν Ματθαῖον Ἱεράν Σύνοδον διά τάς προόδους αὐτῶν, ἀφοῦ ἀφώρισαν τόν Μασονισμόν ἐν μέσαις Ἀθήναις τήν
25ην Νοεμβρίου 1949, ἐνῶ αὐτοί (οἱ περί τόν Φλωρίνης) ἐσιώπησαν, ὅπου ἐτέλεσαν 35 ἐγκαίνια ἱερῶν ναῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἐχειροτόνησαν πλέον τῶν 50 ἱερέων καί ἱεροδιακόνων καί λοιπάς ὀρθοδόξους πράξεις. Μετά τήν κοίμησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου ἐνηγκαλίσθησαν καί περιέθαλψαν τούς ὀλιγίστους ἀνυποτάκτους μοναχούς, τούς ὁποίους ἡ Σύνοδός των διά τήν φιλοδοξίαν καί καταχρήσεις καί ἀνταρσίαν των ἠθέλησε νά θέση εἰς τήν θέσιν των. Εἰσῆλθον εἰς τήν ἀνδρικήν Μονήν, ἐδίχασαν τούς Μοναχούς, τούς ὡδήγησαν εἰς τά δικαστήρια καί ἔφερον ὅλον αὐτόν τόν σάλον νομίσαντες πρός στιγμήν ὅτι θά γίνουν κυρίαρχοι τῶν Ἱερῶν Μονῶν καί θά τάς ἐχρησιμοποίουν ὡς ἐξοχικά των κέντρα.(*) Ἀλλά λάκκον ἔσκαψαν, καί ἔπεσαν μέσα, κατά τόν Προφητάνακτα.
Αὐτοί λοιπόν ἐκίνησαν τόν διωγμόν, διότι 'ώθησαν τούς ἀντάρτας μοναχούς νά δημοσιεύσουν ἀνύπαρκτα ἐγκλήματα τῆς Μαριάμ δῆθεν, τά ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία, ἡ Μασονία καί ἡ ὑλιστική Ἑλληνική Κυβέρνησις καί ἔγινε ὅ,τι ἔγινε εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Τώρα τό κατά πόσον ἡ Μαριάμ καί αἱ Μοναί εἶναι ἔνοχοι, τό ἀποδεικνύουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ὅπου ἐκ τῶν δύο δικῶν αἴτινες ἐξεδικάσθησαν, μία τόν Δεκέμβριον 1950 καί ἡ ἄλλη προσφάτως τήν 10 Αὐγούστου 1951, ἠθωώθησαν ἅπαντες. Ποῦ εἶναι λοιπόν τά ἐγκλήματά των; Καί ἄν πρός στιγμήν κατεδικάζοντο εἰς μετρίας καί μικροποινάς παρά τῶν ὑλιστῶν διαβολέων θά ἦσαν ἔνοχοι; Τότε θά ἦτο ἔνοχος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Πάντες; Ἀσφαλῶς ὄχι. Οὔτω λοιπόν καί οἱ ἀκριβεῖς αὐτοί ἀγωνισταί, ἐφ' ὅσον ἀγωνίζονται, ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ διωχθήσονται.
Αὐτός λοιπόν εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος, ὅστις ἐμυροβόλησεν ἀπό τά θεάρεστα ἔργα του καί καθημερινῶς χιλιάδες πιστῶν σώζονται ἀπό τά συγγράμματά του καί Ὀρθόδοξα ἔργα του ἀνά τήν ὑφήλιον. Αὐτός εἶναι ὁ Πρωτοσύγκελλος Εὐγένιος Τόμπρος, ὅστις ἀγωνίζεται σθεναρώτατα ἐπί 16 συνεχῆ ἔτη. Αὐτή εἶναι ἡ Καθηγουμένη Μαριάμ Πνευματική Μήτηρ 400 μοναζουσῶν τόν 8ον Αἰώνα πού βασιλεύει ἡ ἀνηθικότης, ἡ ἀκολασία καί ἡ ἀσέβεια.
Ἀτενίσατε, λοιπόν, Σεβασμιώτατε, εἰς τήν ἰδικήν σας πνευματικήν κατάστασιν καί μή καταφέρεσθε παρασυρόμενος ἀπό κακοδόξους συνεργάτας σας ἐν Ἑλλάδι καί ἀδικεῖτε τούς πραγματικούς ἠθικούς καί τιμίους ἀγωνιστάς. Γίνετε πρῶτον ὑμεῖς Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς καί κατόπιν κρίνετε τούς Ὀρθοδόξους.
Μετά τιμῆς Ἀλέξανδρος Δουρδούφης
Καί ἐξακολουθεῖ ἀκοίμητος ἡ ἐμπαθής δραστηριότης τοῦ πρ. Φλωρίνης. Διά νά σπείρη ζιζάνια στέλλει εἰς Κύπρον τόν ἱεροδιάκονον Σπυρίδωνα Ἑρμογένους, μέ ὑπόσχεσιν ὅτι δῆθεν θά τόν χειροτονήση ἐπίσκοπον. Ἐκφράζεται ἐναντίον τῶν Μονῶν μας καλῶν ταύτας ψυχοφθόρα κέντρα (εἰς ἰατρόν Ἰορδάνην Τσακίρην). Στέλλει γράμματα εἰς τά παρορτήματα ν' ἀποκηρύξουν τήν Μονήν μας καί τά «ἐγκλήματα» Αὐτῆς. Εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν του τῆς 15.7.1954 ὁμιλεῖ περί ἐγκλημάτων. Ποῖα τά ἐγκλήματα ἡμῶν; Οὐδέν κατονομάζει. Ἁπλῶς ὁμιλεῖ περί ἐγκλημάτων ὑβρίζων καί συκοφαντῶν.
ΣΤ´ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
1) Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ πρ. Φλωρίνης εἶναι μία ἀτελεύτητος σειρά παλινωδιῶν. Κηρύσσει τά Μυστήρια τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας πότε ἔγκυρα καί πότε ἄκυρα, πότε δυνάμει, πότε ἐνεργεία. Ἐπί τέλους τί εἶναι; Ἔγκυρα ἤ ἄκυρα; Δυνάμει ἤ ἐνεργεία; Ἡ τελευταία ἐκδοχή τοῦ πολυμηχάνου πρ. Φλωρίνης τά ἀποδέχεται ἔγκυρα. Καί περιπίπτει εἰς ἀδόκιμον νοῦν ὁ κοθορνίζων πρ. Φλωρίνης. Διότι πράγματι ἄν εἶναι ἔγκυρα καί ἡ Ἐκκλησία ἡ κακόδοξος εἶναι κανονική, ἔστω καί ὑπόδικος, τότε ἡ ἀπαγγελθεῖσα καθαίρεσις εἶναι ἐγκυροτάτη καί ὁ πρ. Φλωρίνης κανονικώτατα εἶναι καθηρεμένος, δέν εἶναι Ἀρχιερεύς ὡς καθαιρεθείς ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τάς πράξεις ἀναγνωρίζει ὡς ἐγκύρους. Ἀλλά τότε πῶς παριστάνει τόν Ἀρχιερέα; Τά πάντα μυκτηρίζει ὁ πρ. Φλωρίνης, ἀλλά «Θεός οὐ μυκτηρίζεται».
2) Μέ τόν σκοπόν νά διαλύση τόν ἀγῶνα δέν χειροτονεῖ ἐπισκόπους. Καί ἔδωκε τόν λόγον του πρός τάς ἀρχάς πολιτικάς καί ἐκκλησιαστικάς ὅτι οὐδέποτε θά χειροτονήσει ἐπισκόπους (βλέπε εἰς ἐφημερίδα «Ἐλευθερίαν» τῆς 14.11.1947, βλέπε καί ἐγκύκλιον 1.10.1947 σελ. 5). Ἀλλά καί εἰς ἐγκύκλιόν του τῆς 1.6.1944 δικαιολογεῖ τήν μή χειροτονίαν ἐπισκόπων μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν εἶχε τά κανονικά στοιχεῖα πρός τοῦτο. Ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμός εἶναι ἀναληθέστατος, εἶναι αὐτόχρημα ψευδής. Διότι εἶχεν ἐπισκόπους, πρό τοῦ 1949, εἶχε τόν Γερμανόν Δημητριάδος, καί μετά τό 1949 εἶχε τόν Κυκλάδων Γερμανόν, τόν Χριστιανουπόλεως Χριστοφόρον, τόν Διαυλείας Πολύκαρπον. Διατί λοιπόν δέν ἐχειροτόνησε; Διατί καί τώρα δέν χειροτονεῖ; Ὁ λαός ἐζήτει ἐπισκόπους. Ὁ λαός ἐξακολουθητικῶς ζητεῖ ἐπισκόπους, ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης δέν ἐχειροτόνησε, δέν χειροτονεῖ καί τό κραυγάζομεν, οὔτε θά χειροτονήση. Ὁ λαός ἐζήτει, αὐτός ἠρνεῖτο. Ὁ λαός ζητεῖ, αὐτός πεισμόνως ἀρνεῖται. Καί ἐγείρεται ἕν μέγα ἐρωτηματικόν. Διατί δέν χειροτονεῖ; Ράβδος ἐν γωνία, ἄρα βρέχει. Ὁ πρ. Φλωρίνης δέν χειροτονεῖ διότι ἔχει καταπροδώσει τήν Ὀρθοδοξίαν, διότι ἡ ἀποστολή του εἶναι νά διαλύση τόν Ἀγῶνα, διότι πιστεύει ὅτι μετά τόν θάνατόν του μή ὑπαρχόντων Ἐπισκόπων θά διαλυθῆ ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ.
Καί ὁ πρ. Φλωρίνης, αὐτός ὁ θέλων νά φαίνεται ἀγωνιστής ὑπέρ τῶν πατρίων, εἰσάγει Προτεσταντικάς ἀρχάς εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν διευθύνων τήν Ἐκκλησίαν ὄχι μέ ἐπισκόπους, ἀλλ' ἔχων καταστήση λαϊκούς, ὅπως διευθύνουν τήν Ἐκκλησίαν. Τοιουτοτρόπως πολιτεύεται ἐναντίον τοῦ Η´ Κανόνος τῆς Δ´ Οιἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζοντος: «Οἱ κληρικοί τῶν Πτωχείων καί Μοναστηρίων καί μαρτυρίων, ὑπό τήν ἐξουσίαν τῶν ἐν ἑκάστη πόλει Ἐπισκόπων, κατά τήν τῶν ἁγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν, καί μή κατά αὐθάδειαν ἀφηνιάτωσαν τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου. Οἱ δέ τολμῶντες ἀνατρέπειν τήν τοιαύτην διατύπωσιν, καθ' οἱονδήποτε τρόπον, καί μή ὑποταττόμενοι τῶ ἰδίω ἐπισκόπω, εἰ μέν εἶεν κληρικοί, τοῖς τῶν κανόνων ὑποκείσθωσαν ἐπιτιμίοις, εἰ δέ μονάζοντες ἤ λαϊκοί, ἔστωσαν ἀκοινώνητοι». Συνεπεία τοῦ Κανόνος τούτου καί ἐν τῆ δεκάτη πράξει τῆς ἐπί Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος γενομένης Συνόδου ὀρθότατα γέγραπται: «Δέν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς κανέναν οἱονδήποτε λαϊκόν, ἤ νά κινῆ λόγον διά ἐκκλησιαστικάς ὑποθέσεις, ἤ νά ἀντιστέκεται εἰς ὁλόκληρον ἐκκλησίαν, ἤ Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Διότι τό νά ἀνιχνεύη καί νά ἐξετάζη τινάς τά τοιαῦτα, τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν Πατριαρχῶν καί ἱερέων καί διδασκάλων… ὁ γάρ λαϊκός, κἄν καί εἶναι γεμᾶτος ἀπό κάθε σοφίαν καί εὐλάβειαν, ὅμως λαϊκός πάλιν εἶναι, καί πρόβατον, ἀλλ' ὄχι καί ποιμήν…». (Βλέπε Πηδάλιον σελ. 191). Καί ὁ πρ. Φλωρίνης ἀσεβῶν πρός τόν Κανόνα, οὐδόλως ὑπολογίζων τά ἀπειλούμενα ἐπιτίμια, κατά προτεσταντικόν τρόπον διευθύνει τήν Ἐκκλησίαν διά λαϊκῶν, ἀγνοῶν τόν Κλῆρον, τόν ὁποῖον θέτει ὑπό τούς λαϊκούς.
Ζ´ ΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙ ΗΜΩΝ(*) ΠΡΟΣ ΕΝΩΣΙΝ
ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
Ἀπό τοῦ 1937 καί μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1948 διαρκῶς παρακαλοῦμεν ἴνα ἐπιτευχθῆ ἡ σωτήρια διά τόν Ἀγῶνα Ἕνωσις. Ἐπίσης διαρκῶς καί ἐν συνεχεία παρεκαλοῦμεν δι' ἐπιτροπῶν, διά προσωπικῶν συναντήσεων, δι' ἐγκυκλίων πρός ἕνωσιν καί πρός χειροτονίαν ἐπισκόπων. Ὁ λαός ἐπόθει νά βλέπη Ποιμένας, ὑπῆρχον δέ καί μεγάλαι ἀνάγκαι (ἐγκαίνια, χειροτονίαι, συγχωρητικαί εὐχαί κ.λπ.). Ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης ἴστατο ἄκαμπτος, οὔτε ἕνωσιν, οὔτε χειροτονίας. Ἀπαυδήσαντες πλέον ἐστράφημεν καί εἰς ἄλλας «ἐκκκλησίας» καί εἰς ἄλλους Ἐπισκόπους. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ ἄρνησις. Καί ὁ λαός τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξεγείρετο καί μᾶς ἐπίεζε δι' ἀναφορῶν, δι' ἐπιστολῶν, δι' ἐπιτροπῶν ζητῶν ἐπιμόνως καί ἀπαιτητικῶς χειροτονίας ἐπισκόπων, ἐζήτει Ποιμένας. Καί τότε καί ὑπό τοιαύτας συνθήκας ἀνάγκης ἀπεφασίσαμεν τάς χειροτονίας.
Καί παρ' ὅλα ταῦτα, πάντοτε συγχωροῦμεν καί πάντοτε ἐπιδιώκομεν τήν ἕνωσιν. Ἰδού τί ἐγράφομεν εἰς τήν τελευταίαν πρόσφατον (ἀπό 1ης Ἰουνίου 1954), Ἐγκύκλιον ἡμῶν!
«…Ἐπειδή δέ ἐπιθυμοῦντες πολλοί τήν ἕνωσιν ἡμῶν μετά τοῦ Σεβασμιωτάτου πρ. Φλωρίνης Κυρίου Χρυσοστόμου, μᾶς ἐρωτοῦν διατί δέν πραγματοποιεῖται, γνωρίζομεν εἰς αὐτούς ἅπαξ διά παντός καθαρά καί ἄνευ περιστροφῶν τά ἑξῆς:
Ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ἐπιθυμήσαμεν μίαν τοιαύτην ἕνωσιν πρός ἑνότητα ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, ἐν τῶ πλαισίω πάντοτε τῶν νόμων καί κανόνων τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἀντίθετος παράταξις(*) οὐδέποτε τήν ἐπεθύμησε, καίτοι τινές ἐκ τούτων Κληρικοί καί λαϊκοί, καί τοῦτο ἔστω πρός ἔπαινόν των, ἐπιθυμοῦν τοιαύτην ἕνωσιν καί ἐνεργοῦν καί κοπιάζουν πρός ἐπίτευξιν αὐτῆς. Τό ὅτι δέ οἱ ἡγούμενοι τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως δέν ἐπιθυμοῦσιν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν, δυνάμεθα ν' ἀποδείξωμεν δι' ἀξιοπίστων προσώπων, ἐάν τοῦτο ζητηθῆ παρ' ἡμῶν. Ἵνα μή δέ τόσον οἱ ἀντιδικοῦντες πρός ἡμᾶς κληρικοί καί λαϊκοί, ὅσον καί οἱ ἡμέτεροι ἀποδίδουν εἰς ἡμᾶς εὐθύνας διά τήν μή πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως, δηλοῦμεν διά τῆς παρούσης ἐγκυκλίου τά ἑξῆς:
Παρακαλοῦμεν τόν Σεβασμιώτατον πρ. Φλωρίνης Κύριον Χρυσόστομον ἐάν πράγματι ἐπιθυμῆ τήν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν:
1) Νά ἐξαπολύση φιλάδελφον ἔγγραφον σχετικόν, ὑπογεγραμμένον παρ' Αὐτοῦ καί ἐσφραγισμένον κανονικῶς.
2) Ὡς κυρίους ὅρους τῆς ἑνώσεως ἀποδεχόμεθα:
α) Κανονικήν ὁμολογίαν ἁπάντων τῶν Ἀρχιερέων δι' Ἐγκυκλίου πρός τόν Ὀρθ. Ἑλλ. Λαόν καί Κλῆρον ἤτοι, (τήν ἀποδοχήν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος διά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ ἑορτολογίου κατέστη τελεσιδίκως Σχισματική συμφώνως τῶν τεσσάρων Πανορθοδόξων Συνόδων, καί ἑπομένως τά μυστήριά της ἄκυρα), καί τήν πιστήν ἐφαρμογήν τοῦ ὅρου τούτου.
β) Τήν ὁλοκλήρωσιν κανονικῆς δωδεκαμελοῦς Συνόδου χειροτονουμένων καί νέων Ἐπισκόπων,
γ) Τήν ἐκκαθάρισιν τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου κλήρου ἀπό τῶν σαπροφύτων καί
δ) Τήν εἰς τό ἀκέραιον ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν καθηκόντων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων, τά ὁποῖα θά διακανονισθῶσι καί ἀποφασισθῶσι ἐν Συνόδω.
Αὐτά φρονοῦμεν καί ἐπιζητοῦμεν ὡς ἐλάχιστοι τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας Ποιμένες, ἅτινα ἐπιβάλλει τό ποιμαντορικόν ἡμῶν καθῆκον. Τούτων τῶν ὅρων ἐφαρμοζομένων οὐδεμία διαίρεσις, οὐδεμία διαφωνία μᾶς χωρίζει καί ἡ ἕνωσις ἐπέρχεται αὐτομάτως. Ἅν ὅμως ἡ εὐθεῖα καί ὀρθή αὕτη κατεύθυνσις ἀποκρουσθῆ, ὅπερ καί ἀπευχόμεθα, τότε οἱ ὑπαίτιοι τοῦ ναυαγίου τῆς Ἑνώσεως Κληρικοί τε καί λαϊκοί καί οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτούς ἄς διακανονίσουν τήν θέσιν των ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἴνα μή ἀδικοῦν πρῶτον τήν ἀθάνατον ψυχήν των καί ἀπολέσουν τούς μόχθους καί κόπους των καί δεύτερον μή ἀδικοῦν καί ἡμᾶς, οἴτινες καί τήν ἕνωσιν πάντοτε ἐπιθυμοῦμεν καί ἀγῶνα μαρτυρικόν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας κηρύσσομεν.
Εὐχόμενοι τόν Ἅνωθεν φωτισμόν πάντων τῶν ἁρμοδίων πρός ταχυτέραν ἕνωσιν ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.
Διατελοῦμεν διάπυροι πρός Κύριιον εὐχέται
Ἡ Ἱερά Σύνοδος
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ +Ὁ Θεσσαλονίκης ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ +Ὁ Τριμυθοῦντος ΣΠΥΡΙΔΩΝ +Ὁ Πατρῶν ΑΝΔΡΕΑΣ +Ὁ Κορινθίας ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ +Ὁ Μεσσηνίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ +Ὁ Τρίκης καί Σταγῶν ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ +Ὁ Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος ΜΕΛΕΤΙΟΣ +Ὁ Θηβῶν καί Λεβαδείας ΙΩΑΝΝΗΣ Ὁ Βρεσθένης ΜΑΤΘΑΙΟΣ
Η´ ΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΑΥΤΩΝ
Ὁ πρ. Φλωρίνης κατιδών ὅτι διά τῶν γενομένων ὑφ' ἡμῶν χειροτονιῶν ἐπισκόπων ἀνατρέπεται τό σχέδιόν του τῆς διαλύσεως τοῦ Ἀγῶνος διά τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ λαοῦ ἀκεφάλου καί ἄνευ ποιμένος, ἠρνήθη τό κῦρος τῶν χειροτονιῶν βάλλων κατά τῶν Ἐπισκόπων ὡς λυσσόδηκτος.
Χάριν τῆς ἱστορίας καί τῆς διαφωτίσεως τοῦ λαοῦ ἐγράφη καί ἐδημοσιεύθη τό ἔργον ἡμῶν «Ἡ χειροτονία ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός ἐπισκόπου». Τοῦτο τό μνημειῶδες καί ἱστορικόν ἔργον ἀναδημοσιεύομεν ἐνταῦθα αὖθις πρός φωτισμόν καί πέρας πάσης ἀντιλογίας.
Θ´ Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΥΦ' ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
.... κατά τούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας νόμιμον τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου
Ἅν καί εἶναι σαφεῖς οἱ ὅροι, ἐκλογή, χειροτονία, ἀνάδειξις Ἐπισκόπου ἐν τῆ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία, ἐν τούτοις πλειστάκις συγχέονται ἤ συμπλέκονται ὥστε, ὅλοι οἱ ὅροι οὗτοι νά ταυτίζωνται πρός τήν πραγματικήν ἔννοιαν τῆς ἐγκαταστάσεως Ἐπισκόπου. Ἵνα δέ γίνη ἡ ἐγκατάστασις αὕτη, ὅρος ἀπαράβατος εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας. Πολλαπλαῖ εἶναι αἱ πηγαί τῆς ἀνάγκης ταύτης.
Πρώτη καί σοβαρωτέρα ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως Ἱεραρχίας ἐν τῆ Ἐκκλησία διά τήν ὅσον τό δυνατόν πληρεστέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τῶν Ὀρθοδόξων. Αὕτη ἡ ἀνάγκη κυρίως ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς τήν ἐνέργειαν τῶν χειροτονιῶν.
Εἰς τήν τοιαύτην συνεπῶς περίπτωσιν δεδικαιολογημένη, ἐπιβεβλημένη καί ἀναγκαία, συνεπῶς νόμιμος, εἶναι ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου, ὅταν μάλιστα ὑπάρχη ὁ τούτου προϊστάμενος, ὁ ἀποδεχόμενος καί ἐγκρίνων τόν προτεινόμενον ὡς Ἐπίσκοπον, ἤ ὅταν οὗτος ἐκλέγει τοῦτον ἤ διορίζει ἤ χειροτονεῖ (ταῦτα φαίνονται ταυτόσημα) τῆ ἐγκρίσει τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἅς ἴδωμεν ὅμως τί ἐπί τοῦ προκειμένου θέματος διαγορεύει τό Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς διεμορφώθη τοῦτο καί ὡς ἐδιδάχθη εἰς ἁπάσας τάς Ὀρθοδόξους θεολογικάς Σχολάς ἀπό τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀκόμη δέ ὡς τοῦτο καί σήμερον διδάσκεται ἐν τῆ Θεολογικῆ Σχολῆ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.
ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ
ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΡΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΝ
«Εἴπομεν ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἔλαβον τήν ἱερωσύνην ἀμέσως καί διαδοχικῶς παρά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί ὅτι ἔχουσι ταύτην, οὐ μόνον πᾶσαν, ἀλλά καί ὡς σύνολον καί διά τοῦτο δύνανται νά μεταβιβάζωσιν αὐτήν εἰς ἄλλους ὁ Ἐπίσκοπος ἄρα μόνος ἔχει τήν ἐξουσίαν νά χειροτονῆ οὐ μόνον Πρεσβυτέρους, Διακόνους καί λοιπούς Κληρικούς, ἀλλά καί ἄλλους Ἐπισκόπους. Καί περί τούτου οὐδέποτε ἠγέρθη ἀντίρρησις.
Ἐκ τοῦ πρώτου Ἀποστολικοῦ κανόνος διαγορεύοντος, ὅτι «Ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ὑπό δύο ἤ τριῶν Ἐπισκόπων», γίνεται δῆλον, ὅτι εἷς καί μόνος Ἐπίσκοπος δέν πρέπει νά χειροτονήση ἄλλον καίτοι κέκτηται τό δικαίωμα πρός μετάδοσιν τῆς ἱερωσύνης. Πῶς ὅμως καί διά τίνα λόγον εἷς καί μόνος Ἐπίσκοπος δέν δύναται νά χειροτονήση ἄλλον δέν λέγεται.
Ἐν ταῖς Ἀποστολικαῖς Διαταγαῖς ἐν αἶς λέγεται ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος δέον, ὑπό δύο ἤ τριῶν Ἐπισκόπων νά χειροτονῆται προστίθεται καί ὁ λόγος «ἡ γάρ τῶν δύο καί τριῶν μαρτυρία βεβαιοτέρα καί ἀσφαλής». Ἀλλ' ὅμως καί ὁ λόγος οὗτος δέν φαίνεται ἀποχρῶν, διότι μαρτυρίαν ἐκτός τοῦ χειροτονοῦντος ἠδύναντο καί ἄλλοι νά δώσωσιν. Ἐάν δέ καί ἡ αἰτιολογία τῶν ἐκδοτῶν τοῦ Πηδαλίου φαίνεται ὀρθοτέρα, ἀλλά καί αὕτη δέν εἶναι τελείως ἀποχρῶσα. Αὕτη ἔχει οὕτω «πιθανόν ἔστιν, ὅτι τοῦτο νά εἶναι τό ἐσωτερικόν καί μᾶλλον ἐγγύτερον αἴτιον. Ἐπειδή γάρ κατά τόν Ἀπόστολον τό ἔλαττον ὑπό τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται (Ἑβρ. Ζ´ 7, ὅπερ ἰδία περί τῆς ἱερωσύνης εἴρηται), εἰς μέν τήν τοῦ πρεσβυτέρου, ἐλάττονος ὄντος, χειροτονίαν ἀρκεῖ εἷς καί μόνος Ἐπίσκοπος ὡς κρείττων καί ὑπερβάθμιος ἐκείνου 'ών. Εἰς δέ τήν τοῦ Ἐπισκόπου, ὁμοταγοῦς καί ὁμοβαθμίου ὄντος καί οὐχί ἐλάττονος οὐκ ἀρκεῖ εἷς μόνος Ἐπίσκοπος ὡς ὁμοβάθμιος καί μή κρείττων ἐκείνου ὤν. Ἐπειδή ὁμολογουμένως ἀγαθοί, ἤτοι κρείσσονες οἱ δύο ὑπέρ τόν ἕνα εἰσίν, ὡς λέγει Σολομών. Ἐκκλησ. δ´».
Δῆλον δέ ὅτι τό λεχθέν, δύο ἤ τρεῖς χειροτονοῦσι τόν Ἐπίσκοπον, δέν ἀντιφάσκει οὔτε πρός τόν 4ο κανόνα τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς, οὔτε πρός τόν 13ον τῆς ἐν Καρθαγένη, οἴτινες ὁρίζουσιν, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος τουλάχιστον ὑπό τριῶν Ἐπισκόπων πρέπει νά χειροτονῆται, διότι ἐν αὐτοῖς δέν πρόκειται περί χειροτονίας, ἀλλά περί ἐκλογῆς ὡς σαφῶς ὁ Ζωναρᾶς καί ὁ Βαλσαμών ἑρμηνεύουσιν.
Ὁ ἀνωτέρω παρατεθείς κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει, ὅτι δέον νά χειροτονῆται ὁ Ἐπίσκοπος ὑπό δύο ἤ τριῶν ἄλλων Ἐπισκόπων. Ἐάν ὅμως χειροτονηθῆ τις ὑφ' ἑνός μόνον, δέν ὁρίζει καί τάς συνεπείας τῆς παραβάσεως. Ἀναντιρρήτως ἡ διάταξις καί μόνη ἔπρεπε νά ἔχη ὡς συνέπειαν τό ἄκυρον τῆς τοιαύτης χειροτονίας. Ἀλλ' ὅμως ἀπαντῶσι παραδείγματα ὅτι ἐγένοντο τοιαῦται χειροτονίαι καί δέν ἠκυρώθησαν. Οὕτως ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Σιδήριός τις ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου τοῦ Φίλωνος καί ἡ χειροτονία αὕτη οὐ μόνον δέν ἠκυρώθη, ἀλλά καί ἀνεγνωρίσθη, ὑπό δέ τοῦ Μ. Ἀθανασίου προήχθη οὗτος εἰς Μητροπολίτην Πτολεμα?δος. Ὡσαύτως καί ὁ Εὐάγριος, ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου τοῦ Παυλίνου καί ἡ χειροτονία αὐτοῦ ὁμοίως δέν ἠκυρώθη οὔτε κατεκρίθη.
Ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας εἶναι ἀναμφίβολον διότι ἄλλως ἡ διάταξις τοῦ κανόνος ἐτηρήθη πάντοτε ἀκριβῶς καί ὁ Ἐπίσκοπος ἐχειροτονεῖτο ὑπό δύο τοὐλάχιστον Ἐπισκόπων, τοῦθ' ὅπερ καί σήμερον κρατεῖ…».
Ἀλλ' ἄς δώσωμεν τόν λόγον ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑπό ἑνός Ἐπισκόπου καί εἰς ἐπισήμους ἀπόψεις ἐγκύρων μελετητῶν τοῦ ζητήματος, διότι δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά καθ' ἥν εἰς τήν μακραίωνα ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος ὑπό ἑνός Ἐπισκόπου, οὐδέ τώρα, ἐπ' εὐκαιρία τοῦ γεγονότος τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου ἀνοίγεται τό πρῶτον τοιοῦτον θέμα πρός ἀνάπτυξιν.
Ἰδού τί ἀναφέρει εἰς εἰδικήν μελέτην ὁ Μητροπολίτης Ἡλιουπόλεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Γεννάδιος, ἐν τῶ ἠθικοθρησκευτικῶ Περιοδικῶ «Ὀρθοδοξία», Τεῦχος 43 Ἰουλίου 1929.
Η ΥΠΟ ΠΛΕΙΟΝΩΝ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
«Ὅτι ὁ Ἐπισκοπικός βαθμός, τό Ἐπισκοπικόν ἀξίωμα, ἔχει τήν ἐξουσίαν τοῦ χειροτονεῖν τούς Κληρικούς παντός βαθμοῦ εἶναι ζήτημα ὑπό πᾶσαν ἄποψιν λελυμένον διά τήν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν. Ἐάν ὁ Ἐπίσκοπος χειροτονῆ Διάκονον καί Πρεσβύτερον κατά μείζονα λόγον ὁ αὐτός λειτουργός τοῦ Ὑψίστου θά ἀναδείξη καί Ἐπίσκοπον…
Ἡ δικαιολογία τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, ὡς οἴκοθεν ἐννοεῖται, δέν δύναται νά φέρη δογματικόν χαρακτῆρα ἤτοι νά λογισθῆ ἐκ τῶν ὦν οὐκ ἄνευ ὁρατῶν στοιχείων τῆς μεταδόσεως τοῦ χαρίσματος τῆς Ἱερωσύνης ἐν τῶ ἀνωτάτω βαθμῶ (τῶ τοῦ Ἐπισκόπου) ἡ κατά τήν χειροτονίαν παρουσία τριῶν ἤ δύο Ἐπισκόπων, οὕτως ὥστε ἡ παράλειψις αὐτοῦ νά ἐλέγχη δογματικῶς ἐλαττωματικήν καί ἄκυρον τήν πρᾶξιν, δι' ἧς οὕτω πῶς τις προχειρίζεται εἰς τό ἐπισκοπικόν ἀξίωμα. Ἡ ἀσφαλής μαρτυρία δύναται νά ἐξασφαλισθῆ διά τῆς παρουσίας καί ἄλλου βαθμοῦ Κληρικῶν ἡ καί λαϊκῶν…
Ὁ Ἐπίσκοπος κέκτηται τό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης ὡς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ἑπομένως καί τό χάρισμα τοῦ χειροτονεῖν Διακόνους, Πρεσβυτέρους καί Ἐπισκόπους. Ἐάν δέ στερῆται τοῦ κυρίως ἀποστολικοῦ ἀξιώματος, προνομίου μόνον ὡρισμένων τινῶν Μαθητῶν τοῦ Κυρίου, δέν δύναται σοβαρῶς νά προβληθῆ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι εἰς τό κατ' ἐξοχήν καί ἰδιάζον ἀποστολικόν τοῦτο ἀξίωμα συμπεριλαμβάνεται καί τό δικαίωμα τῆς χειροτονίας. Ἐάν ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι πραγματικόν στοιχεῖον τοῦ ἰδιάζοντος ἀποστολικοῦ ἀξιώματος τῆς κατ' ἐξοχήν ἀποστολικότητος καί πέντε καί πλείονες Ἐπίσκοποι συμμετέχοντες εἰς χειροτονίαν Ἐπισκόπου δέν θά ἀνέκτων ὡς ὁμάς ὅ,τι εἷς ἕκαστος θά ἐστερεῖτο ὡς μονάς. Μή λησμονῶμεν πῶς ἰδιαιτέρως τονίζουσι τήν ἐπισκοπικήν ἐν γένει ἐξουσίαν τοῦ χειροτονεῖν ἄνδρες ἐκκλησιαστικοί, οἷοι π.χ. ὁ Ἱερός Χρυσοστόμος καί ὁ Ἱερώνυμος «Ἅ καί περί Ἐπισκόπων εἶπε ταῦτα καί πρεσβυτέροις ἁρμόττει. Τῆ γάρ χειροτονία μόνη, λέγει ὁ Θεῖος Χρυσόστομος ὑπερβεβήκασι καί τούτω μόνω δοκοῦσιν ὑπερτερεῖν τοῖς πρεσβυτέροις». Ὁ δέ Ἱερώνυμος λέγει, «ἐξαιρουμένης τῆς χειροτονίας τί ἄλλο παρά τόν πρεσβύτερον κάμνει ὁ Ἐπίσκοπος»;
«Ἐν τῆ ἀρχαία Ἐκκλησία ἀπαντῶσι παραδείγματα χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑπό ἑνός καί μόνου Ἐπισκόπου. Ὁ Μελήτιος ἤ Μελέτιος Λυκοπόλεως Ἐπίσκοπος (ἀρχαί Δ´ ἑκατονταετηρίδος), κατά τούς διωγμούς καταδικασθείς εἰς ἐξορίαν, κατά τήν ὁδοιπορίαν, «καθ' ἑκάστην χώραν καί καθ' ἕκαστον τόπον διερχόμενος καθίστα Κληρικούς Ἐπισκόπους τε καί πρεσβυτέρους». Ἡ δέ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος «φιλανθρωπότερον κινουμένη» ἐπέτρεψε τήν μετ' αὐτῶν κοινωνίαν καί λειτουργίαν, δηλαδή ἀνεγνώρισε τήν χειροτονίαν τῶν Ἐπισκόπων.
Ἅλλως τε ἡ παρανομία τῶν χειροτονιῶν τοῦ Μελετίου κατά τήν Α´ Οἰκουμενικήν Σύνοδον, ὡς τοῦτο καταφαίνεται ἐκ τῆς πρός τήν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίαν ἐπιστολῆς τῆς Συνόδου ταύτης, δέν συνίστατο εἰς τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπων ὡς γενομένην ὑπό μόνου τοῦ Μελετίου, ἀλλ' ὡς γενομένην παρ' ἐνορίαν.
Ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Δ´ Οἰκ. Συνόδου γίνεται λόγος περί χειροτονίας Ἐπισκόπων τελεσθείσης ὑπό τοῦ Ἀγκύρας Εὐσεβίου, «Ἐχειροτόνησα αὐτόν (τόν Γαγγρῶν Καλλίνικον)… ἀπῆλθον εἰς Γάγγραν, ἐνεθρόνισα τόν Ἐπίσκοπον. Καταφαίνεται ὅθεν ἐκ τούτου ὅτι ἡ Δ´ Οἰκουμενική Σύνοδος, δέν ἀσχολεῖται οὐδόλως διά τό ζήτημα τῆς ὑπό ἑνός Ἐπισκόπου Χειροτονίας Ἐπισκόπου ἀλλά περί χειροτονίας Ἐπισκόπου, τοῦ ὁποίου ἡ χειροτονία ἀνῆκεν εἰς τόν Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως. Ἐν τούτοις φαίνεται ὅτι εἷς καί μόνον ἦτο ὁ χειροτονήσας Ἐπίσκοπον Ἀρχιερεύς.
Ἡ παρουσία πλειόνων τοῦ ἑνός Ἐπισκόπων κατά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου προῆλθε πρῶτον μέν ἐκ τῆς συγχύσεως ἥτις ἐπεκράτησεν ὡς πρός τάς δύο πράξεις, ἤτοι τήν ἐκλογήν καί τήν χειροτονίαν. Ἡ τῶν λέξεων χειροτονία, ἐκλογή, σύγχυσις, ἐπήνεγκε καί τήν ἐν τοῖς πράξεσι σύγχυσιν.
Ἅλλωστε καί ἄλλα στοιχεῖα τῆς μιᾶς πράξεως μετεπήδησαν εἰς τήν ἄλλην. Οὕτω π.χ. ἐπί τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου «τό Εὐαγγέλιον ἀνοίγνυται καί ἐπί κεφαλῆς ἀνεωγμένον καί τοῦ τραχήλου τίθεται, ὡς ἀναφέρει ὁ Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης κεφ. στ´ συμφώνως πρός τά ἐν ταῖς Ἀποστολικαῖς Διαταγαῖς ἀναγραφόμενα. Κατά τήν ρκγ´ (123) Νεαράν τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ἡ ἐκλογή Ἐπισκόπου ἐγίνετο προκειμένων τῶν Ἁγίων Εὐαγγελίων. Ἔπειτα δέ προῆλθε καί ἐκ τῆς πρός Τιμόθ. Α´ δ. 14 φράσεως «ὅ σοί ἐδόθη διά τῶν χειρῶν τοῦ Πρεσβυτερίου». Ὡς γνωστόν ἡ λέξις αὕτη ἔχει περιληπτικήν ἔννοιαν, ἡρμηνεύθη δέ ὑπό μέν τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί ἄλλων ὡς σημαίνουσα τούς Ἐπισκόπους, ὑπό δέ τῶν νεωτέρων καί συγχρόνων προτεσταντῶν ὡς δηλοῦσα τό ἄθροισμα πρεσβυτέρων, ἱερέων δηλαδή. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅμως διεσαφήνισεν ὁ ἴδιος τήν ἐπί τοῦ προκειμένου σκέψιν του, γράψας ἐν Β´ Τιμοθ. α´ «ὅ σοί ἐδόθη διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου». Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὡς καί ἄλλοι Ἀπόστολοι μόνος του ἐχειροτόνησεν Ἐπισκόπους ἐν Κρήτη καί ἀλλαχοῦ.
Ἐν τῆ σημερινῆ ἱεροτελεστία τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου παρίστανται τρεῖς μέν Ἐπίσκοποι ἤ καί ἐν ἀνάγκη δύο Ἀρχιερεῖς, ἀλλ' «ἡ πρώτη σφραγίς καί ἀπαρχή τῆς χειροτονίας παρά τοῦ πρώτου Ἀρχιερέως τῆ κεφαλῆ τοῦ χειροτονουμένου γίνεται, (Συμεών Θεσσαλονίκης ὡς ἀνωτέρω Κεφ. ΣΕ´) τῶν λοιπῶν Ἐπισκόπων κυκλούντων τόν χειροτονούμενον καί ἁπτομένων αὐτοῦ ὡς συγχειροτονούντων τῶ πρώτω». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐξάγεται ὅτι δογματικῶς δέν δύναται νά στηριχθῆ τό ἀπαραίτητον πλειόνων τοῦ ἑνός Ἐπισκόπου κατά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου.
Ἅλλη ὅμως εἶναι ἡ κανονική ἄποψις τοῦ ζητήματος, ἥτις ὡς ἐπί τοῦ προκειμένου οὕτω καί γενικώτερον δέν συνταυτίζεται μετά τῆς δογματικῆς ἀπόψεως. Ἐν τῶ πρώτω τόμω τοῦ Migne ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προμνημονευθέντος ἐν τῆ παρούση μελέτη χωρίου τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν σημειοῦται ὑπό τινος τῶν ὑπομνηματιστῶν (τόμ. Α´ στήλη 804 σημ. 11) «επισψοπορωμ νωμερωσ επισψοπωμ ορδιναντιωμ, ρεσ εστ εψψλισσαστιψι ξωρισ, qωαε εαπροπτερ θαριετατεμ δισσψιπλιναε αδμιττιτ«. (Ὁ ἀριθμός τῶν Ἐπισκόπων τῶν χειροτονούντων Ἐπίσκοπον εἶναι ζήτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, τό ὁποῖον ὡς ἐκ τούτου ποικιλίαν τάξεως ἐπιδέχεται)…
Ὥστε αἱ ἀρχαῖαι αὗται παρατηρήσεις συμπίπτουσι πρός τό προειρημένον σχόλιον τοῦ ὑπομνηματιστοῦ τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν. Ἀμφοτέρωθεν δηλαδή διαπιστοῦται ὅτι ὁ ἀριθμός τῶν Ἐπισκόπων χειροτονούντων Ἐπίσκοπον τυγχάνει ζήτημα κανονικόν. Καί τό ὑπό τοῦ Μαλαξοῦ ἐν τῆ Πατριαρχικῆ Ἱστορία Κ. Π. ἀναφερόμενον (ἔκδοσις Βόννης σελ. 143) ἐξ ἀφορμῆς τῆς χειροτονίας τοῦ Μονεμβασίας Ἀρσενίου γενομένης ὑπό μόνον τοῦ Ἐπισκόπου Ἕλους καί δύο Ἱερέων ἀνήκει εἰς τό διοικητικόν μέρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ἤ, ὡς θά ἐλέγομεν σήμερον, εἶναι ζήτημα ἁρμοδιότητος λόγω προσώπων καί τόπου (δικαιοδοσίας)…
Ταῦτα γνωματεύει ὁ Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος, ἀντλῶν ἐκ τῶν πηγῶν καί ἀντικειμενικῶς ἐξετάζων τό ὅλον ζήτημα.
Ἐπί τῆς μελέτης ταύτης τοῦ Ἡλιουπόλεως Γενναδίου ἀπήντησεν ὁ Θεσσαλιώτιδος καί Φαναριοφαρσάλων κ. Ἱεζεκιήλ διά τοῦ Περιοδικοῦ «Ἅγιος Σπυρίδων» ἐν Κερκύρα ἐκδιδομένου ἀριθ. τεύχους 57 σελ. 110) ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος, μή διαβλέπων δογματικόν ἐμπόδιον παραβλέπει τό κανονικόν. Καί ἐπί τούτου δευτέραν μελέτην δημοσιεύει ὁ Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος ἐν τῶ Περιοδικῶ «Ὀρθοδοξία», τεῦχος 51, 1930. Δημοσιεύομεν ἀπόσπασμα τῆς ἀπαντήσεως ταύτης διά τήν ἐπιστημονικήν σαφήνειαν μεθ' ἧς ὑποστηρίζει τό νόμιμον, καί δογματικῶς καί κανονικῶς, τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑπό ἑνός Ἐπισκόπου.
Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΧΕΙΡΟΤΟΝΟΥΝΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ
«Δέν παρέλκει ἡ ἔρευνα τῶν αἰτίων τῆς δημιουργίας τοῦ α´ ἤ β´ κανόνος· τοὐναντίον ἐπιβάλλεται. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ κανόνες δέν συνετάχθησαν οὔτε συγχρόνως οὔτε ἐπί τῆ βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου. Δι' ἕκαστον κανόνα παρουσιάσθη ὡρισμένη τις ἀφορμή ὡς δημιουργός αἰτία. Διά τόν λόγον τοῦτον ἀκριβῶς ἀρκετοί κανόνες περιῆλθον εἰς ἀνεφάρμοστον κατάστασιν, ἐκλειψάσης τῆς δημιουργοῦ αἰτίας, ἀντικατασταθέντες μάλιστα ὑπό ἀντιθέτων διατάξεων. Ἐν τῶ σημείω τούτω ὡς πρός τινας κανόνας ἐτηρήθη ἡ ἀρχή cessante ratione legis cessat lex ipsa”. Διά μακρῶν ἐξήτασα τό ζήτημα τοῦτο εἰς ἔργον μου πραγματευόμενον περί τῶν ἐν τῆ Ἐκκλησία μεταβολῶν δημοσιευθέν δέ τῶ 1918.
Ἐν τῆ ἐξετάσει τῶν δογμάτων προέχει ἡ τελειοτέρα διατύπωσις αὐτῶν πρός πληρεστέραν παράστασιν καί τήν κατά τό δυνατόν ἀντίληψιν αὐτῶν. Πρός τοῦτο προστρέχομεν καί εἰς τούς ὅρους τῆς φιλοσοφίας, ἀκολουθοῦντες ἐν τούτω τήν ἀνάπτυξιν καί πρόοδον ὅλου τοῦ ὑψηλοῦ διανοητικοῦ περιεχομένου μιᾶς ἑκάστης ἐποχῆς καί τήν ἀνάλογον ἔκφρασιν καί ἀπεικόνισιν αὐτοῦ. Ἡ ζήτησις αἰτίων καί ἐν τῶ δογματικῶ πεδίω δέν ἀποκλείεται ὑπό τοῦ ἐρευνητικοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, ἀλλ' ἡ ἔρευνα αὕτη δέν πρέπει νά ὑπερβαίνη ὅρια τινά, καθότι τό δόγμα ἐν τῆ οὐσία αὐτοῦ εἶναι πολλάκις ἀνώτερον τῆς πεπερασμένης ἀντιλήψεως.
Ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου καί γενικῶς ἡ χειροτονία ἐνέχει μυστηριακόν χαρακτῆρα. Ἡ ἔρευνα τῶν μυστηριακῶν στοιχείων τῆς χειροτονίας, δηλαδή τοῦ δογματικοῦ μέρους καί ἡ δυνατή διάκρισις αὐτοῦ ἀπό τοῦ καθαρῶς κανονικοῦ, εἶναι ἔργον τῆς Δογματικῆς· ὁ δέ καθορισμός τῶν κανονικῶν στοιχείων εἶναι ἔργον τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Ἐν τῶ δευτέρω τούτω σημείω οὐ μόνον ἐπιτρέπεται ἀλλά καί ἐπιβάλλεται ἡ ἔρευνα τῶν αἰτίων, διότι τό Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον τότε μόνον ἐμφανίζεται ἐν τῆ ἱστορικῆ αὐτοῦ ἐκθέσει σχετικῶς τελειότερον ὅταν ἀφιερώνωνται σελίδες τινές καί διά τήν φιλοσοφίαν τῆς ἱστορίας τῶν κανόνων.
Ἡ παρουσία τριῶν ἤ δύο Ἐπισκόπων δηλαδή ὁ ἀριθμός τῶν Ἐπισκόπων τῶν συμμετεχόντων εἰς τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου, ὡς καί ἄλλοτε ἔγραψα, δέν εἶναι ζήτημα δογματικόν ἀλλά κανονικόν. Αὐταί αἱ Ἀποστολικαί Διαταγαί αἱ θεσπίζουσαι τόν ἀριθμόν δύο ἤ τρεῖς, ἀλλαχοῦ παραδέχονται ὑπό τινας ὅρους ὡς ἔγκυρον τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου, γινομένην ὑπό ἑνός καί μόνον Ἐπισκόπου «Ἐπίσκοπος ὑπό τριῶν ἤ δύο Ἐπισκόπων χειροτονείσθω. Ἐάν τις ὑπό ἑνός χειροτονηθῆ Ἐπισκόπου καθαιρείσθω καί αὐτός καί ὁ χειροτονήσας αὐτόν. Ἐάν δέ ἀνάγκη καταλάβη ὑπό ἑνός χειροτονηθῆναι, διά τό μή δύνασθαι πλείονας παραγενέσθαι διωγμοῦ ὄντος ἤ ἄλλης τοιαύτης αἰτίας, ψήφισμα κομιζέσθω τῆς ἐπιτροπῆς πλειόνων Ἐπισκόπων» (Migne, τόμ. Α´ στ. 1124). Οἱ λόγοι οἱ ἐπιβάλλοντες τήν οἰκονομίαν ἐπί τοῦ προκειμένου δέν εἶναι μόνον οἱ διωγμοί, ἀλλά καί ἄλλα γεγονότα.
Γενικῶς δύναται νά λεχθῆ, ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τήν χρῆσιν τῆς οἰκονομίας ἐν τῆ Ἐκκλησία εἶναι πολλοί καί ποικίλοι.
Αἱ Ἀποστολικαί Διαταγαί ἐν τῶ τέλει τοῦ μνημονευθέντος χωρίου ἀναφέρουσι συμπληρωματικῶς καί τό σύμψηφον, δηλαδή τήν γνώμην καί ἄλλων Ἐπισκόπων. Τό τελευταῖον τοῦτο δέν ἔχει σχέσιν μέ τήν χειροτονίαν, ἀλλά μέ τήν ἐκλογήν καί ἑπομένως δέν ἀνατρέπει τό γεγονός, ὅτι κατ' ἀρχήν αἱ Ἀποστολικαί Διαταγαί παραδέχονται τό ἔγκυρον τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας γινομένης ὑπό ἑνός Ἐπισκόπου.
Ὑπάρχουσι καί ἄλλα παραδείγματα ἐγκύρου ἐπισκοπικῆς χειροτονίας τελεσθείσης ὑπό ἑνός καί μόνο Ἐπισκόπου. Ὡς θά ἴδη ὁ ἀναγνώστης, ἀναφέρονται τά παραδείγματα τοῦ Ἐπισκόπου Σιδερίου χειροτονηθέντος ὑπό μόνου τοῦ Ἐπισκόπου Φίλωνος, τό τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ἀγγλίας Αὐγουστίνου λαβόντος παρά τοῦ Πάπα Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου τήν ἄδειαν, ὅπως χειροτονήση μόνος Ἐπίσκοπον καί ἄλλα.
Ὡς πρός τό παράδειγμα τῶν Μελετιανῶν χειροτονιῶν οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μόνος ὁ Μελέτιος ἐχειροτόνησεν Ἐπισκόπους τῶν συνεπισκόπων αὐτοῦ ὄντων ἐγκαθείρκτων. Ἡ Α´ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀνεγνώρισε τούς ὑπό τοῦ Μελετίου χειροτονηθέντας Ἐπισκόπους, ἀφοῦ διέταξε νά συμπληρωθῶσιν ἐλλείψεις τινές ὡς λ.χ. ἡ ἔγκρισις τοῦ κυριάρχου Μητροπολίτου, ἡ συγκατάθεσις τοῦ ποιμνίου κ.ἄ. Δέν δύναται δέ νά ὑποστηριχθῆ, ὅτι ἡ φράσις «μυστικωτέρα χειροτονία βεβαιωθέντας» σημαίνει ἀναχειροτονίαν, ὄχι μόνον διότι ὁ Πατριάρχης Ταράσιος ἐν τῆ Ζ´ Οἰκουμενικῆ Συνόδω καί ἄλλοι νεώτεροι ἀποκλείουσι τήν ἑρμηνείαν ταύτην, ἀλλά καί διότι, ἐάν ἐπρόκειτο περί πραγματικῆς ἀναχειροτονίας, περιττά θά ἦσαν τά «φιλανθρωπότερον κινουμένη ἐπέτρεψε τήν μετ' αὐτῶν κοινωνίαν καί λειτουργίαν» καί ὅλα τά ἄλλα τά ἀναφερόμενα ἐν τῆ πρός τήν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίαν ἐπιστολῆ τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί δηλοῦντα τήν κατ' οἰκονομίαν ἀναγνώρισιν τῶν χειροτονιῶν τοῦ Μελετίου ὡς ἐγκύρων.
Τό ἐπιχείρημα ὅτι τιμωροῦμεν τούς παραβαίνοντας τήν κανονικήν ἐκτέλεσιν μιᾶς πράξεως, καίτοι ἀναγνωρίζομεν αὐτήν ὡς ἔγκυρον, ὄχι μόνον εἶναι ἕτερον ζήτημα, ἀλλά καί δύναται νά χρησιμοποιηθῆ ὑπέρ τῆς ἐνταῦθα ἀναπτυσσομένης ἀρχῆς ἀναφορικῶς τῆς ἐπισκοπικῆς χειροτονίας. Τό Ἐκκλησιαστικόν Δίκαιον, ὡς καί πᾶν δίκαιον, ἔχει καί τάς ποινικάς του διατάξεις. Αἱ ἐκκλησιαστικαί ὅμως ποιναί ἀποσκοποῦσι εἰς τήν τήρησιν τῆς τάξεως καί τῆς πειθαρχίας, χωρίς νά ἔχωσιν οὐδεμίαν σχέσιν πρός τά δογματικά στοιχεῖα μιᾶς πράξεως». Ταῦτα γράφει ἐν τῆ περισπουδάστω μελέτη του ὁ Ἡλιουπόλεως Γεννάδιος.
Ἅς ἴδωμεν ὅμως καί τάς κατά τήν αἰωνόβιον πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας λαβούσας χώραν χειροτονίας Ἐπισκόπων ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου.
ΑΛΛΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΥΦ' ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
Ἐκτός τῶν ἐν τῶ Ἐκκλησιαστικῶ Δικαίω καί τῆ μελέτη τοῦ Ἡλιουπόλεως Γενναδίου ἀναφερομένων χειροτονιῶν πλεῖσται ἄλλαι τοιαῦται ἔλαβον χώραν κατά διαφόρους περιόδους καί ὁσάκις ἡ ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας ἀπήτει τοῦτο. Διότι οὐδέποτε ἐσκέφθη τις νά κατηγορήση τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου, εἰς περίπτωσιν μάλιστα καί ἥν δέν ὑπῆρχον ἕτεροι Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι, διότι τότε ἀκριβῶς παρίσταται ἡ μεγαλυτέρα καί ἔτι μᾶλλον ἐπιβαλλομένη ἀνάγκη εἰς τήν Ἐκκλησίαν νά χειροτονηθῆ ἕτερος Ἐπίσκοπος, ὅταν μάλιστα ἔχει ἀπομείνει ἐν τῆ Ὀρθοδοξία εἷς καί μόνος τοιοῦτος. Οὕτω πώς ἐχειροτονήθη περί τό ἔτος 243 διά τήν τότε ἀνάγκην τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Νεοκαισαρείας ὁ θαυματουργός ὑπό μόνου τοῦ Ἐπισκόπου Φαιδίμου τοῦ Ἀμασείας, χωρίς οὐδέποτε νά κατηγορηθῶσι διά τοῦτο. (Βλέπε Συναξάριον κατά τήν 17ην Νοεμβρίου). Ὁ δέ Παυλῖνος ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας ὑπό μόνου τοῦ Λούτσιφερ. Καί κατ' αὐτόν τόν τρόπον ἐχειροτονήθη καί ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ Ὁμολογητής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὑπό μόνου τοῦ Ἐπισκόπου Συρακουσῶν Γρηγορίου τοῦ Ἀσβεστᾶ ἐν ἔτει 857-858 τελοῦντος μάλιστα ἐν ἐπιτιμίω. (Βλέπε Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν τοῦ Μελετίου, Τόμ. Β´ σελ. 274 καί Συναξάριον κατά τήν 6ην Φεβρουαρίου). Ὁ δέ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἡλιόδωρος Ἐπίσκοπος Περσίας ἐχειροτόνησε μόνος του Ἐπίσκοπον τόν ἐπίσης Ἅγιον Ἱερομάρτυρα Δησάν. (Βλέπε Συναξάριον κατά τήν 9ην Ἀπριλίου).
Πλεῖστα δέ ὅσα τοιαῦτα παραδείγματα χειροτονιῶν τό πάλαι γενομένων θά ἠδυνάμεθα νά ἀπαριθμήσωμεν.
Ἐκτός ὅμως τῶν γενομένων κατά τό ἀπώτερον παρελθόν χειροτονιῶν Ἐπισκόπου παρ' ἑνός Ἐπισκόπου ἐγένοντο τοιαῦται καί κατά τό πρόσφατον παρελθόν ἤτοι κατά τόν παρελθόντα αἰῶνα ὁπότε ἐπί τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἐν ἔτει 1825 ὁ Ἐπίσκοπος Ζαρνάτας Γαβριήλ ἐχειροτόνησε μόνος του τρεῖς Ἐπισκόπους τούς Μηλέας, Μα?νης καί Πλάτζης, τό δέ 1832 ἐχειροτόνησε καί τέταρτον τόν Ἀνδρουβίτσης Προκόπιον καίτοι ἐπί τῆς ἐποχῆς ταύτης ὑπῆρχον καί ἕτεροι Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι τῶν ὁποίων οὐδέ κἄν τήν γνώμην ἐζήτησεν ὁ Γαβριήλ.
Ὅτε δέ μετά ταῦτα ἀπεκατεστάθη τό Ἑλληνικόν Ἔθνος καί ἀφίχθη ἐν Ἑλλάδι ὁ Βασιλεύς τῶν Ἑλλήνων Ὅθων, τότε ἐξητάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὑπόθεσις αὕτη καί ἀνεγνωρίσθη οὐχί μόνον τό ἔγκυρον τῶν χειροτονιῶν περί τοῦ ὁποίου οὐδέ κἄν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις, ἀλλά καί ἐδικαιώθησαν οἱ ἐπί τοῦ πολέμιου χειροτονηθέντες.
Ἔχει δέ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου οὕτως:
Ἀριθμ. Πρωτ. 257/276.
Η ΣΥΝΟΔΟΣ
Συγκειμένη παρά τοῦ Προέδρου Κορινθίας καί τῶν μελῶν, Θήρας, Ἀργολίδος, Μεσσήνης καί Κυκλάδων.
Συνελθοῦσα ἴνα δικάση τήν πρᾶξιν τοῦ Ἐπισκόπου Ζαρνάτας Γαβριήλ περί τῆς παρ' αὐτοῦ κατά τήν Σπάρτην ἐπί τοῦ πολέμου γενομένης χειροτονίας τῶν Ἐπισκόπων, Μηλέας, Μα?νης καί Πλάτζης καθώς καί τῆς κατά τό παρελθόν ἔτος 1832 περί τόν Νοέμβριον γενομένης χειροτονίας τοῦ Ἀνδρουβίτσης.
Θεωρήσασα τήν πρᾶξιν ταύτην, ἀναγνώσασα τήν περί ταύτης ἀπολογίαν ἀπό 27 τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου τοῦ Ἐπισκόπου Ζαρνάτας.
Λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν καί τά ἔγγραφα, τά ἀφορῶντα τήν ὑπόθεσιν ταύτην.
……………………………
ΣΚΕΦΘΕΙΣΑ
Ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Ζαρνάτας Γαβριήλ οὔτε διά τῆς ἀπό 27 τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου πρός τό ἱερόν τοῦτο βῆμα ἀπολογίας του δέν ἠρνήθη τήν περί χειροτονίας τῶν ρηθέντων Ἐπισκόπων πρᾶξιν του.
…………………………….
Ὅτι οἱ περί τοῦ πολέμου χειροτονηθέντες Ἐπίσκοποι Μηλέας, Μα?νης καί Πλάτζης ὑπόκεινται μέν εἰς τήν αὐτήν κατηγορίαν μέ τόν χειροτονήσαντα αὐτούς Ἐπίσκοπον Ζαρνάτας ἀλλά δι' οὕς λόγους ἠδύνατο και ὁ χειροτονήσας νά δικαιωθῆ συγκατανευούσης τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀνωτέρω, ἐλαφρύνεται εἰς αὐτούς τό βάρος…
………………………………….
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ
Οἱ τρεῖς χειροτονηθέντες ἐπί τοῦ πολέμου Ἐπίσκοποι Μηλέας, Μα?νης καί Πλάτζης καταδικάζονται εἰς τριῶν μηνῶν ἀπό σήμερον, ἐκκλησιαστικήν ἀργίαν καί καθυποβάλλονται εἰς πρόστιμον ἀνά 480 δραχμάς διανεμηθησομένας εἰς χήρας καί ὀρφανά Σπαρτιατῶν εἰς τόν ὑπέρ ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος πόλεμον. ***
Ἡ παροῦσα ἀπόφασις θέλει ἀναγνωσθῆ εἰς τάς Ἐκκλησίας τῆς καθέδρας τῆς κυβερνήσεως καί τῶν ποτέ Ἐπισκοπῶν Ζαρνάτας καί Ἀνδρουβίτσης.
Ἐξεδόθη τῆ 10 Φεβρουαρίου 1834 ἐν Ναυπλίω.
Τά μέλη + Ὁ Κορίνθου ΚΥΡΙΛΛΟΣ Πρόεδρος
Οὐχί δέ μόνον τούς τρεῖς ἐπί πολέμου χειροτονηθέντας ἀνεγνώρισεν ἡ Ἱ. Σύνοδος ἀλλά καί τόν Γαβριήλ, μετά διετίαν, ἐσυγχώρησε καί τόν Προκόπιον ἀπεκατέστησε. Περί τούτου γράφων ὁ καθηγητής τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ἐν τῶ Πανεπιστημίω Ἀθηνῶν Δ. Πετρακάκος ἐν τῶ βιβλίω αὐτοῦ Νομοκανονικαί Ἐνασχολήσεις, σελίς 101 λέγει τά ἑξῆς:
…Μετά διετίαν τέλος ἀπενεμήθη καί τούτω χάρις, ἐν τῶ ΒΔ τῆς ὁποίας ρητῶς γίνεται λόγος περί τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ πρ. Ἀνδρουβίστης Προκοπίου «ἀπό τῆς ἐπιβληθείσης εἰς αὐτόν ἐκκλησιαστικῆς ποινῆς τῆς καθαιρέσεως ὡς καί ἀπό τοῦ μέχρι τοῦδε περιορισμοῦ του». Καί ἡ Ἱερά Σύνοδος κοινοποιοῦσα διά τοῦ Μεσσηνίας ἀπό τῆς 16 Δεκεμβρίου 1838, ἔγραφε.
«Εὑρίσκετε ἐνταῦθα ἔγκλειστον πρᾶξιν τῆς Συνόδου περί τῆς ἀθωώσεως τοῦ ὑπό Ἐκκλησιαστικήν ποινήν καθαιρέσεως ὑποβληθέντος καί ἐν τῆ κατά τάς Καλάμας Μονῆ τῆς Βελανιδίας περιωρισμένου Σεβ. Ἐπισκόπου πρώην Ἀνδρουβίστης κυρίου Προκοπίου καί προσκαλεῖσθε νά διατάξητε ν' ἀναγνωσθῆ αὕτη εἰς τάς Ἐκκλησίας τῆς καθέδρας τῆς Ἐπισκοπῆς σας καί εἰς τήν τῆς Μονῆς τῆς Βελανιδίας κατά τήν τάξιν.
Ἑπομένως δέ προσκαλεῖσθε νά ἐχγειρίσητε πρός τόν ἴδιον καί τό ἐμπερικλειόμενον Συνοδικόν ἔγγραφον. Καί ταῦτα κατ' ἔγκρισιν + Ὁ Κυνουρίας Διονύσιος Πρόεδρος + Ὁ Ὕδρας Γεράσιμος, + Ὁ Σελλασίας Θεοδώρητος + Ὁ πρώην Ἠλείας Ἰωνᾶς, + Ὁ Ἀττικῆς Νεόφυτος
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΕΙΣΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ
ΤΟΥ ΣΕΒ. ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ κ.κ. ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Τό κανονικόν τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπων
Ἀλλά καί ὁ Ὁσιολογιώτατος Μοναχός Κυπριανός Λαχανᾶς, Καθηγητής θεολογίας εἰς ἄρθρον του, ὑπό τόν ὡς ἄνω τίτλον ἁπαντῶν εἰς τόν ἐγερθέντα ὑπό τοῦ πρώην Φλωρίνης θόρυβον ἐξετάζει τό ζήτημα ἀπό τῆς πλευρᾶς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἐν τῶ πλαισίω τοῦ νῦν διεξαγομένου Ἱεροῦ ἀγῶνος. Εἶναι πράγματι μία ἔρευνα ἀντικειμενικῶς καί ἄνευ συμπαθειῶν ἤ ἀντιπαθειῶν ἀναλύουσα τό ζήτημα καί θέτουσα τήν σφραγῖδα τῆς ψυχραίμου ἐξετάσεως. Οὗτος μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει.
Ὁ ἀρθρογραφήσας ἐσχάτως πρώην Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος διά τοῦ πρός τήν Κυβέρνησιν ὑπομνήματός του, δημοσιευθέντος εἰς τόν ἡμερήσιον τύπον τῆς 29/11 Μαρτίου ἐ.ἔ., ἀποβλέπων ὅπως, πάση θυσία, οἰκειοποιηθῆ τόν τίτλον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Πάσης Ἑλλάδος, τάς ὑπό τοῦ Σεβ/τάτου Ἐπισκόπου Βρεσθένης κ.κ. Ματθαίου χειροτονίας τῶν ὑπ' αὐτοῦ χειροτονηθέντων νεωστί Ἐπισκόπων ὀνομάζει «ἀντικανονικάς καί ἐκνόμους», χαρακτηρίζων συνάμα τούτους ὡς θεολογικῶς ἀσυγκροτίστους» κλπ. Ἐπί τούτοις ὑπομιμνήσκομεν εἰς τόν ἐν λόγω πρώην Φλωρίνης ὅτι:
I. Διά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου οὐδαμόθεν εὕρηται νενομοθετημένον καί δή διά τήν τελείωσιν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ τέλεσις τούτου ὑπό τριῶν Ἐπισκόπων ἤ ὑπό δύο ἤ ὑφ' ἑνός. Ἡ διάταξις τοῦ Α´ Ἀποστ. Κανόνος ἡ ὁρίζουσα «Ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ὑπό Ἐπισκόπων δύο ἤ τριῶν» οὐδέν διαγορεύει τό ἀπαγορευτέον χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός τοιούτου καί δή καθ' ἥν ἐποχήν κέκτηται οὗτος τό δικαίωμα πρός μετάδοσιν τῆς ἱερωσύνης, οὔτε ἐξηγεῖ τόν λόγον τῆς ἐννοίας «δύο ἤ τριῶν», οὔτε δέ κυρώσεις ἀπαγγέλλει κανονικάς διά τήν μή τήρησιν τῆς διατάξεως.
Αἱ Ἀποστολικαί Διαταγαί Βιβλ. Γ´ 20 τό αὐτό διαγορεύουσιν ἄνευ πάλιν καταστρώσεως διατάξεως περιεχούσης κύρωσίν τινα διά τήν μή τήρησιν τῆς διαταγῆς, ἄνευ καί ἀπαγορεύσεως τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός μόνον τοιούτου. Ἀντιθέτως μάλιστα «διά τό ἀπαρρησίαστον τῶν Ἐπισκόπων τοῖς καιροῖς ἐκείνοις» καί κατά φυσικήν συνέπειαν καί ἐν τοῖς ἐφ' ἑξῆς, ἐφ' ὅσον διακριβοῦται τοῦτο ὑπάρχειν, ὥρισται τελείως διαφόρως (Ἀποστ. Δ/γαί Βιβλ. Η´ κεφ. 27), ὅτι ἐν περιπτώσει διωγμοῦ ἤ ἄλλης αἰτίας μή δυναμένων συναχθῆναι τῶν Ἐπισκόπων, χειροτονείσθω Ἐπίσκοπον ἀπό ἕνα τοιοῦτον. Οὕτως ἐχειροτονήθη ὁ Σιδήριος Ἐπίσκοπος Παλαιβίσκης ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Φίλωνος, τῆς χειροτονίας του μηδαμῶς ἀμφισβητηθείσης ὡς ἀκύρου ἤ ἀντικανονικῆς, ἀλλά τοὐναντίον ὑπό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου χαρακτηρισθείσης ὡς τελείως νομίμου καί κανονικῆς, διότι προήγαγε τοῦτον εἰς Μητροπολίτην Πτολεμα?δος. Ὡσαύτως κατά τόν Θεοδώρητον (Ἐκκλ. Ἱστορ. Ε´ κγ´) ὁ Ἐπίσκοπος Παυλῖνος ἐχειροτόνησεν εἰς Ἀντιοχείας Ἐπίσκοπον τόν Εὐάγριον, οὕτινος ἡ χειροτονία μηδέποτε ἠμφισβητήθη.
Ἡ πράξις αὕτη τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, συνδυαζομένη ταῖς κανονικαῖς διατάξεσιν, ἄγει εἰς ὀρθόν συμπέρασμα, ὅτι ὁ παρ' ἑνός Ἐπισκόπου χειροτονηθείς, δι' αὐτό καί μόνον δέν θεωρεῖται ὡς ἀκύρως χειροτονηθείς. Ἡ ἀπειλή τῆς ἀντικανονικότητος κατά συγκατάβασιν καί οἰκονομίαν αἴρεται ἐν τοῖς κατόπιν καί δή ἐφ' ὅσον ἀποδειχθῆ «περίπτωσις διωγμοῦ» ἤ καί «ἀπαρρησίαστον τῶν Ἐπισκόπων». Ἐφ' ὅσον λοιπόν ἐν Μιᾶ Ἐκκλησία καί δή ὀρθοτομούση τόν Λόγον τῆς θείας Ἀληθείας λάβη χώραν χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός τοιούτου, ἡ τοιαύτη χειροτονία εἶναι ἔγκυρος καί κανονική. Πολλῶ μᾶλλον ἐφ' ὅσον ἡ Ἐκκλησία αὕτη τελεῖ «ἐν διωγμῶ» ἤ συντρέχει «ἀπαρρησίαστον Ἐπισκόπων».
ΙΙ. Αἰτιᾶται ὁ πρώην Φλωρίνης, ὅτι αἱ ὑπό τοῦ Ἁγίου Βρεσθένης χειροτονίαι Ἐπισκόπων ἐτελέσθησαν «ἐν κρυπτῶ καί παραβύστω». Μήπως ἡ Σεβασμιότης του ἐπεθύμει νά προειδοποιεῖτο, ἴνα ἐπισφραγίση ταύτα διά τῆς ἐλλειπούσης ἀπό αὐτόν χάριτος λόγω τῆς ἀντορθοδόξου πορείας του! Διότι γνωστόν τοῖς πάσι τυγχάνει, ὅτι οὗτος δέν ἴσταται ἐν τῶ ἐπιπέδω τῆς Ὀρθοδοξίας, καταπεσών οἰκτρῶς, ἀφ' ἧς ἐφήρμοσε τό πρόσχημα τοῦ «δυνάμει καί ἐνεργεία», ὅπερ οὐδόλως τόν δικαιολογεῖ, καθ' ὅσον ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο σχισματική καί «δυνάμει» (οὐσία), ἀλλά καί ἐνεργεία (τύποις), ἐπειδή τήν ἡμερολογιακήν καινοτομίαν τήν κατεδίκασαν αἱ κατά τά ἔτη 1583, 1587 καί 1593 Πανορθόδοξοι Σύνοδοι τῶν Ἁγίων Πατριαρχῶν ἐπί Οἰκουμενικοῦ Ἱερεμίου Β´ τοῦ Τρανοῦ, χαρακτηρίσαντος τό νέον ἡμερολόγιον ὡς μίαν καινοτομίαν τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, ὡς παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον καταπάτησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Καί ἐξ ἄλλου ἡ λογική προσέχει πάντοτε εἰς τήν οὐσίαν (εἰς τό Δυνάμει) ὅπερ εἶναι πραγματικότης καί πολύ ὀλίγον ἤ καθ' ὁλοκληρίαν εἰς τόν τύπον (εἰς τό Ἐνεργεία) καί συνεπῶς δέον νά ὑποτάσσωμεν τόν τύπον εἰς τήν οὐσίαν καί οὐχί τήν οὐσίαν εἰς τόν τύπον.
Τό ὡς ἄνω πρόσχημα τοῦ «δυνάμει καί ἐνεργεία» ἀποδεικνύουν μάλιστα αὐτόν ἄνδρα ἀσταθῆ καί ἐπιπόλαιον εἰς τάς θρησκευτικάς αὐτοῦ πεποιθήσεις, ὡς τόν ἀπέδειξαν καί προγενέστεραι δηλώσεις του ἐπί διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, παραδεχόμενον ἄλλοτε μέν ὅτι μόνος του ἀποτελεῖ ἴδιον θυσιαστήριον καί ἄλλοτε ὅτι ἀποτελεῖ ἕν καί τό αὐτό θυσιαστήριον μετά τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας καί ἀποκαλῶν τά μυστήρια ταύτης ἄλλοτε μέν ἄκυρα, ἄλλοτε ἔγκυρα καί ἄλλοτε κυρώσιμα καί τά τοιαῦτα.
ΙΙΙ. Ὅσον δ' ἀφορᾶ διά τό «θεολογικῶς ἀσυγκροτίστους κλπ.» ἔχομεν νά παρατηρήσωμεν, ὅτι ἀνά τούς αἰῶνας στυλοβάται τῆς Ὀρθοδοξίας ἀνεφάνησαν οὐχί οἱ πολυμαθεῖς καί πεφυσιωμένοι δοκησίσοφοι, ἀλλ' οἱ σταθεροί τήν γνώμην καί θεοφοβούμενοι. Πρός τούτοις ἄς μή διαφεύγη τόν πρώην Φλωρίνης τό τοῦ Οὐρανοβάμονος Παύλου «τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἴνα τούς σοφούς καταισχύνη» καί τό τοῦ Μ. Ἀντωνίου «ἡ σοφία ἔκαμε τά γράμματα καί οὐχί τά γράμματα τήν σοφίαν» καί ἄς μή ἐναβρύνηται διαρκῶς ὁμιλῶν περί θεολογικῆς μορφώσεως καί Θεολογικῶν Σχολῶν, τῶν ὁποίων τήν «κατάντια» διεκτραγωδῶν ἐσχάτως ὁ Γρεβενῶν ἱεροκῆρυξ πανοσιολογιώτατος κ. Αὐγουστῖνος Καντιώτης γράφει: «Ἡ δέ Θεολογική Σχολή μας; Ἀλλ' ἄς μή προχωρήσωμεν πρός τά ἐκεῖ. Ἐλπίζομεν, ὅτι ἐγγίζει ἡ ἡμέρα, κατά τήν ὁποίαν ὁ φωτεινός προβολεύς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως θά ριφθῆ καί πρός τά ἐκεῖ καί θά φωτίση τά σκοτεινά ἄδυτα τῆς Σχολῆς ταύτης καί τότε ἔκπληκτος ὁ εὐσεβής λαός μας θά ἴδη ὁποίας ἐχίδνας ἀπιστίας ἐξέθρεψε καί ἐκτρέφει ἡ Μεγαλώνυμος αὕτη Σχολή». (Τρεῖς Ἱεράρχαι» ἀριθμ. 996) 1946.
ΙV. Ἅς ἔχη δ' ὑπ' ὄψιν του ὁ πρώην Φλωρίνης, ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος Βρεσθένης ἀποτελεῖ τό καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν μόνην ἐναπολειφθεῖσαν Κεφαλήν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων τῆς Ἑλλάδος, κλεϊζομένην διά τῶν πολυχρονίων καί ἀτρύτων ἀγώνων, οὕς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως διεξήγαγε καί διεξάγει, παρά τό ὑπερσεβάσμιον τῆς πολιᾶς ἡλικίας του, γνωστόν δέ ὄχι μόνον ἀνά τό Πανελλήνιον ἀλλά καί ἀνά τήν Ἀλλοδαπήν.
Ὅθεν ἀπόκειται αὐτῶ τε καί τοῖς συμβούλοις αὐτοῦ, Κληρικοῖς τε καί λαϊκοῖς, ἄφθαρτος στέφανος καί ἄληστος μνήμη ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία, ἦς τάς σελίδας θέλουσι λαμπρύνει, πρός αἶσχος τῶν δειλιώντων καί ἀδρανούντων πρό τῆς προόδου τοῦ ὑπέρ Ὀρθοδοξίας Ἱεροῦ καί ἐνδόξου Ἀγῶνος. Τοὐναντίον δέ, ὁ πρώην Φλωρίνης, διαστάς τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου φρονήματος, ἔπαθε τό τοῦ Λιβερίου Πάπα Ρώμης, ὅστις ἐπανελθών ἐκ τῆς ἐξορίας εἰς ἥν ὑπό τοῦ Κωνσταντίνου εἶχε καταδικασθῆ, μετεμελήθη εἶτα καί ἠσπάσθη τόν Ἀρειανισμόν, ἀποκηρυχθείς ἀπό τόν πρεσβύτερον αὐτοῦ Εὐσέβιον, μή ὑπαρχούσης ἑτέρας ἐκκλησιαστικῆς κεφαλῆς ἐν τῆ Ρώμη, εἰπόντα εἰς αὐτόν (τόν Λιβέριον), ὅτι θά ἦτο ὀρθόδοξος καί κατά συνέπειαν διάδοχος τοῦ Ἰουλίου, «εἰ διέμενεν ἄν ἐν τῆ πίστει ἥν πρώην ἐν τῶ διωγμῶ ἐφάνη κρατῶν». (Πρβλ. καί Βησσαρίωνα — Εὐγενικόν).
V. Αὐτοτιτλοφοροῦνται, τέλος, ὁ πρώην Φλωρίνης καί οἱ σύν αὐτῶ μέ τόν τίτλον «Κανονικοί» «Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.» κλπ. διά τά ὁποῖα πλεῖστα θά εἴχομεν νά ἐκθέσωμεν πρός ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου, πλήν ὁ χῶρος οὗτος τυγχάνει ἀνεπαρκής πρός τοῦτο. Περιοριζόμεθα μόνον εἰς τό νά εἴπωμεν, ὅτι ἡ «κανονικότης» εἶναι μέ τό μέρος τῶν Ἐπισκόπων ἐκείνων, οἴτινες πορεύονται αὐστηρῶς συμφώνως τοῖς κανόσι καί διατάξεσι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἕπονται τοῖς ἴχνεσι τῶν ἐν αὐταῖς δογματισάντων Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν».
Ἐν τῆ συνεχεία δέ τῆς μελέτης ταύτης, παραθέτομεν αὐτολεξεί πραγματείαν ἐπί τοῦ ἐπικαίρου τούτου θέματος γραφεῖσαν παρ' εἰδικοῦ Κανονολόγου, ἀνωτάτην κατέχοντος θέσιν ἐν τῆ Ἑλληνικῆ Πολιτεία θεωρουμένου δέ γενικῶς ὡς αὐθεντίας προκειμένου τοιούτου ζητήματος.
Διά τῆς πραγματείας ταύτης τό θέμα ἐξαντλεῖται, δογματικῶς καί νομοκανονικῶς.
Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΥΦ' ΕΝΟΣ ΜΟΝΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ι. Οἱ κατά τούς Ἀποστολικούς χρόνους μετερχόμενοι τήν ἱερατικήν ἐξουσίαν ἐκαλοῦντο προϊστάμενοι (Α´ Θεσσαλ. ε´ 12 Ρωμ. ιβ´ 8), πρεσβύτεροι, Ἐπίσκοποι, (Φιλιππησ. Α. Ι.) ποιμένες (Ἐφεσ. Δ. ΙΙ.), Ἡγούμενοι (Ἑβρ. ΙΓ. 7, 12, 24) μετά δέ τήν τελείωσιν τῆς διακρίσεως ἐν τῆ Ἐκκλησία μεταξύ Κληρικῶν καί λαϊκῶν, οἱ βαθμοί τοῦ ἱερατείου διακρίνονται εἰς Ἐπισκόπους, Πρεσβυτέρους, Διακόνους, ὑποδιακόνους, ἀναγνώστας καί ψάλτας καί εἰς ἐξορκιστάς, ἀκολούθους καί πυλωρούς, ὦν πάντων μόνον οἱ τρεῖς πρῶτοι ἀπετέλεσαν ἀνέκαθεν τόν ἀνώτερον ἐν τῆ Ἱεραρχία κλῆρον, καθ' ὅ μόνον οὗτοι μεταλαμβάνουσι τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης διά τῆς χειροτονίας «ἐντός βήματος» καλούμενοι (Οὕτω καί Β, ΞΘ, ΜΓ Ἀποστ. Κανόνες, καν. ΚΔ. Λαοδικείας, Καν. ΙΣΤ Καρθαγένης, Νεαρά ΡΚΓ, Φωτίου Νομοκάνων ΛΑ´ κ.ἑ.).
Γνωστόν δέ ὅτι διά τῆς χειροτονίας, τῆς θεοσυστάτου ταύτης τελετῆς, ἐν ἧ δι' εὐχῆς καί ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου ἐπέρχεται ἡ Θεία χάρις, προχειριζομένη τόν ὑποψήφιον εἰς ἕνα τῶν ἱερατικῶν βαθμῶν, συνιστᾶται ἡ ἔννοια καί ἡ οὐσία τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης ἄνευ τῆς ὁποίας «οὐδέν ἐν τῆ Ἐκκλησία ἐστίν Ἅγιον (Ἱερεμίου, Ἀπόκρισις Β´) καί οὐδέν δύναται νά ὑπάρξη οὔτε κήρυγμα ἀλάθητον θείου λόγου, οὔτε ἱερούργημα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, οὔτε κυβέρνησις τῆς Χριστιανικῆς Κοινότητος ἐν Πνεύματι Ἁγίω». Διά τόν λόγον τοῦτον καί κατά τήν αὐθεντικήν ἔννοιαν τοῦ περιεχομένου τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης, συνωδά τῆ περί μυστηρίων δογματικῆ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὀρθοτομούσης τόν λόγον τῆς Ἀληθείας, ἡ τοιαύτη διά τούτου ἐπερχομένη δι' ἐπιφοιτήσεως τῆς Θείας Χάριτος πλήρωσις εἶναι μεγίστη, ὁλοκληρωτική καί ἀπέραντος, διαρκής καί ἀμετάβλητος, ἀνεξάλειπτος καί ἀναφαίρετος (οὕτω καί Ἀνδροῦτσος, Δογματική, σ. 293, Μεσολωρᾶς, Συμβολική, 11α, σ. 331, Πετρακᾶκος, Συμβολαί, 71, Παναγιωτᾶκος, Περί τοῦ Γάμου τῶν κληρικῶν, σ. 78 κ. ἐ.).
ΙΙ. Εἰδικώτερον περί τῆς χειροτονίας τῶν Ἐπισκόπων ὀρθῶς διδάσκεται ἐν τῶ Κανονικῶ Δικαίω τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι κατ' ἀρχήν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός κατά τήν ἐπί γῆς προφορικήν διδασκαλίαν Του οὐδέν διέταξε περί τῆς ἐκλογῆς καί χειροτονίας τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀλλά καί οἱ Ἀπόστολοι διαφοροτρόπως ἐνήργουν τά περί τούτου. Γνωστόν ὅτι οἱ Ἀπόστολοι εἰς τήν θέσιν τοῦ Ἰούδα ἐξέλεξαν τόν Ματθίαν (Πραξ. Α 15-26). Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Ἰωάννης ἐγκατέστησαν Ἐπίσκοπον Ἱεροσολύμων Ἰάκωβον τόν δίκαιον (Εὐσέβιος, Ἐκκλ. Ἱστ. Β´ 2). Καθόλου δ' εἰπεῖν οἱ Ἀπόστολοι ἐγκαθίστων Ἐπισκόπους ἐν ταῖς ὑπ' αὐτῶν ἱδρυομέναις Ἐκκλησίαις, ἕκαστος ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων Ἀποστόλων καί ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως μεταξύ των ἤ μετά τῆς Κοινότητος (Τιμοθ. Δ 14, Τίτ. Α. 5, Εὐσέβιος, Ἐκκλησ. Ἱστορ. Γ´, Δ´, Χρυσ. ἐν Α´ Τιμοθ. Α´ 18).
ΙΙΙ. Κατά τούς πρώτους Ἀποστολικούς χρόνους καί πρός τούς Μεταποστολικούς καί πρό τῶν Συνόδων, ὅτε τοὐτέστιν ἐλαμπρύνετο ἡ ἰδεώδης Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, ἡ θαυμασθεῖσα ἀνά τούς αἰῶνας, σταθερόν καθεστώς τρόπου χειροτονίας τῶν Ἐπισκόπων καί δή ἐξουσίας πρός χειροτονίαν δέν παρατηρεῖται, οὔτε δέ φυσικῶ τῶ λόγω ἐξαγγέλλονται κυρώσεις ἐπαπειλοῦσαι τι.
Εὕρηται οὕτω διάταξις τοῦ Α´ Ἀποστολικοῦ Κανόνος, ὁρίζουσα τό γνωστόν ὅτι «Ἐπίσκοπος χειροτονήσθω ὑπό Ἐπισκόπων δύο ἤ τριῶν» πλήν οὐδέν διαγορεύει τό ἀπαγορευτέον χειροτονίαν Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός τοιούτου, ἐφ' ὅσον μάλιστα κέκτηται οὗτος τό δικαίωμα πρός μετάδοσιν τῆς ἱερωσύνης, οὔτε ἐξηγεῖ τόν λόγον τῆς ἐννοίας, «δύο ἤ τριῶν», οὔτε δέ κυρώσεις ἀπαγγέλλει κανονικάς διά τήν μή τήρησιν τῆς διατάξεως.
Ἴσως διά τόν λόγον τοῦτον ὁ σχολιαστής τοῦ Πηδαλίου πειρᾶται αὐτόθι (σχόλιον εἰς Α´ Ἀποστ. Κανόνα) εἰς φιλοσοφικήν καί ἱστορικήν μᾶλλον ἐξήγησιν τοῦ περιεχομένου τῆς διατάξεως, οὐχί ὅμως κανονικήν τοιαύτην.
Οὐδεμία δέ ἐν τοῖς Θείοις καί Ἱεροῖς Κανόσι καί ἐν ταῖς Ἀποστολικαῖς Διαταγαῖς καταστροῦται διάταξις προβλέπουσα κύρωσίν τινα λόγω μή τηρήσεως τῆς Διαταγῆς, οὐδέ ἀπαγόρευσις ὑπάρχει διά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός μόνον Ἐπισκόπου. Ἀντιθέτως μάλιστα. Διά τό ἀπαρρησίαστον τῶν Ἐπισκόπων τοῖς καιροῖς ἐκείνοις ὡς εἶναι δέ ἑπόμενον καί διά τούς μετέπειτα καιρούς, ἐφ' ὅσον πλέον διαπιστοῦται ὅτι τοῦτο ὑπάρχει, καθ' ὅλως διάφορον τρόπον ὁρίζεται, ἐν Ἀποστολικαῖς Διαταγαῖς, Βιβλ. Η´ κεφ. 27, ὅτι, δηλαδή, ἐάν πλείονες τοῦ ἑνός Ἐπισκόπου δέν δύνανται νά συναχθῶσι λόγω διωγμοῦ ἤ ἄλλης αἰτίας ἐπιβάλλεται νά χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου πρός ἐξασφάλισιν τῆς διαδοχῆς καί κανονικῆς λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας.
Κατ' αὐτήν τήν οἰκονομίαν ἐχειροτονήθη ὁ Σιδήριος Ἐπίσκοπος Παλαιβίσκης ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Φίλωνος, οὗτινος οὐδόλως ἠμφισβητήθη ἡ χειροτονία, ὡς ἄκυρος ἤ ἀντικανονική, ἀλλά τοὐναντίον ἐπεσφραγίσθη ὑπό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὡς τελείως νόμιμος καί κανονική, διότι ὁ Μέγας οὗτος Ἱεράρχης προήγαγε τοῦτον εἰς Μητροπολίτην Πτολεμα?δος διά τό εἶναι αὐτόν (τόν Σιδήριον) μείζοσι πράγμασιν ἐπιτήδειον, ὡς ἐν Συνεσίω, ἐπιστολή ξζ´. Προσέτι δέ ὡς ἀληθέστατα βεβαιοῖ ὁ Θεοδώρητος (ἐν Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία, Ε´ κγ,) ὁ Εὐάγριος ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Παυλίνου, ἡ δέ χειροτονία αὕτη οὐδόλως ἠμφισβητήθη, ταῦτα δέ ἀναφέρομεν ὡς ἁδρά ἱστορικά γεγονότα πρός ἀπόδειξιν τοῦ κανονικῶς νομίμου τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου.
Αἱ πράξεις αὗται ἐν τῆ Ἀρχαία Ἐκκλησία, ἐναρμονιζόμεναι πρός τάς Κανονικάς Διατάξεις ὁδηγοῦν εἰς τό ἀσφαλές συμπέρασμα ὅτι ἡ παρ' ἑνός Ἐπισκόπου, χειροτονία Ἐπισκόπου εἶναι κανονική και ἐπιβεβλημένη, ἑπομένως ὁ οὕτω πως χειροτονηθείς Ἐπίσκοπος δέν δύναται νά θεωρηθῆ ὡς ἀντικανονικῶς καί συνεπῶς ἀκύρως χειροτονηθείς. Ἐκτός βεβαίως ἐάν συντρέχουσιν ἄλλοι λόγοι ἀκυρότητος τῆς χειροτονίας, ὡς λόγου χάριν ἡ ἐκτός τοῦ Ναοῦ χειροτονία κ.ἄ. Κατά δέ συγκατάβασιν καί οἰκονομίαν, μετά ταῦτα, αἴρεται καί τῆς ἀντικανονικότητος τό ἀμφίβολον καί μάλιστα ἐφ' ὅσον ἀποδειχθῆ περίπτωσις διωγμοῦ ἤ καί ἀπαρρησίαστον τῶν Ἐπισκόπων, ὡς ἐλέχθη.
ΙΘ. Ἅλλωστε ὁ κυριώδης λόγος τῆς ἐν τοῖς κατόπιν καί δή ὑπό τῶν Συνόδων ἀπαγορεύσεως ἑνί Ἐπισκόπω ποιεῖσθαι χειροτονίαν Ἐπισκόπου ἔγκειται εἰς τό ὅτι 1) διά τῆς πράξεως αὐτῆς ἀπαγορεύεται εἰς Ἐπίσκοπον τοῦ νά χειροτονῆ ποιμένα εἰς Ἐκκλησίαν, μή ὑπαγομένην εἰς τήν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ καί μόνον καί 2) ἐν κοινωνία μετ' ἄλλων δύναται νά ἐνεργῆ νομίμως τι καί ἔξω τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, χωρίς οὕτω νά κινδυνεύη νά παραβλάψη δικαιώματα ἄλλων καί νά ὑπερβῆ τά ὑπό τῶν Κανόνων τεθειμένα ὅρια τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ.
Διά τόν Κανονικόν τοῦτον λόγον κατά τούς τρεῖς πρώτους τῆς Ἐκκλησίας αἰῶνας, ὅτε αὕτη καί ὡς «ἀπηγορευμένον ἐθωρεῖτο σωματεῖον», ὑπό τῆς Πολιτείας καί «ἐν διωγμῶ ἐτέλει», τόσον ὑπό τῶν Ἀποστόλων ὅσον καί ὑπό τῶν διαδόχων αὐτῶν ἐσυνηθίζοντο, ὡς ἐπί περιπτώσεων Σιδηρίου καί Εὐαγρίου, Πελαγίου κ.ἄ., ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός μόνον τοιούτου, διότι ἡ Ἐκκλησία ἦτο μία καί τά διοικητικά ὅρια τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν Ἐπισκοπῶν δέν εἶχον εἰσέτι καθορισθῆ. Μετά δέ τήν ἀναγνώρισιν τῆς Ἐκκλησίας ὑπό τοῦ Κράτους (Μ. Θεοδόσιος κ.ἐ.) ὡς νομίμου, καθωρίσθησαν κανονικώτερον καί τά ὅρια τῶν Ἐπισκοπῶν, κατά τά ἐν Νικαία ἀρχικῶς ἀποφασισθέντα, μέ βάσιν τά τῆς Λαοδικείας καί Καρθαγένης, ὥστε ἡ καθιέρωσις τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑπό τριῶν Ἐπισκόπων νά προβάλη ὡς μόνον ἔχουσα ἔρεισμα τήν περίπτωσιν τῆς πάση θυσία ἀποφυγῆς συγχύσεως ὁρίων καί ἀναμίξεως εἰς ξένην δικαιοδοσίαν.
Τοῦτο δέ διότι, ἐκ τῶν πηγῶν, οὐδαμόθεν εὕρηται νενομοθετημένον, ὅτι διά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου καί μάλιστα διά τήν τελείωσιν τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης ἀπαιτεῖται ἡ τέλεσις χειροτονίας ὑπό τριῶν Ἐπισκόπων ἤ ὑπό δύο ἤ ὑφ' ἑνός. Οἱ ἀλήστου μνήμης Κανονολόγοι Ζωναρᾶς καί Βαλσαμών ἑρμηνεύοντες τόν δ´ Κανόνα τῆς Α´ ἐν Νικαία καί τόν ιγ´ τῆς Καρθαγένης περί χειροτονίας Ἐπισκόπων (Σύνταγμα Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων ὑπό Ράλλη Ποτλῆ, τόμ. Β´ σ. 122, τόμ. Γ´ σ. 325) ὀρθῶς διαγορεύουσιν ὅτι «περί ἐκλογῆς πρόκειται» καί οὐχί «περί χειροτονίας», διότι ὡς ὀρθῶς σήμερον διδάσκει ὁ Παναγιωτᾶκος, «περί τοῦ Γάμου τῶν Κληρικῶν», (σελ. 77, κ. ἐ. 1940) ἑρμηνεύων τό κανονικόν περιεχόμενον τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης λέγει ἡ Θεία Χάρις τελειουμένου τοῦ μυστηρίου «ἅπαξ δίδεται» διά τῆς εἰσόδου τοῦ λαϊκοῦ εἰς τήν τάξιν τῶν Κληρικῶν καί ἐν οἱωδήποτε βαθμῶ, ἤτοι Διακόνου ἤ Πρεσβυτέρου ἤ Ἐπισκόπου. Τό μυστήριον τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἕνα καί ἡ λῆψις βαθμῶν ἐν τῆ ἱερατικῆ ἐξουσία συνιστᾶ ἁπλῶς ἐν ἀρχῆ εἴσοδον καί ἐν τοῖς κατόπιν προαγωγήν.
Τούτων οὕτως ἐχόντων δῆλον γίνεται ὅτι ὅταν λόγω ἀνάγκης τελεσθῆ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου εἰς μίαν Ἐκκλησίαν, μάλιστα τήν ὀρθοτομοῦσαν τόν Λόγον τῆς Θείας ἀληθείας ὅπως εἶναι μόνη ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία καί ἐφ' ὅσον εἰς τήν τοιαύτην ἀνάδειξιν δέν ἀντίκεινται ἄλλαι θεμελιώδεις διατάξεις ὡς π.χ. παρέκκλισις ἀπό τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἐπιλήψιμος βίος κτλ., ἡ χειροτονία αὕτη εἶναι ἔγκυρος καί κανονική. Εἶναι βεβαίως τώρα εὐνόητον ὅτι πολύ περισσότερον εἶναι ἔγκυρος καί κανονική ἡ τοιαύτη χειροτονία ὅταν ἡ Ἐκκλησία τελεῖ ἐν διωγμῶ ἤ συντρέχει ἀπαρρησίαστον Ἐπισκόπων, ἀκόμη δέ περισσότερον ἐφ' ὅσον δέν ὑπάρχει περίπτωσις ἐπεμβάσεως εἰς διοικητικά ὅρια ἄλλου Ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας ταύτης, ἤτοι κίνδυνος συγχύσεως τῶν ὁρίων μιᾶς Ἐπισκοπῆς μετ' ἄλλης. Ἀλλά καί τό τελευταῖον τοῦτο ἐκ τῶν ὑστέρων κατά συγκατάβασιν δύναται νά συγχωρηθῆ, ἐφ' ὅσον ὑπό τῶν ἑτέρων Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας ταύτης δέν ἀμφισβητηθῆ ἡ γενομένη χειροτονία.
Τά παραδείγματα Σιδηρίου καί Εὐαγρίου πλήρως πείθουσιν ὅτι ἐν τῆ ἀρχαία Ἐκκλησία ἡ τυχόν ἀπειλή ἀκυρότητος κατά χειροτονίας Ἐπισκόπου, ὑφ' ἑνός μόνον τοιούτου ἐπαγγελλομένη δέν ἐπέφερεν ἀκυρότητα τῆς τοιαύτης χειροτονίας αὐτοδικαίως, ἀλλά τοὐναντίον ἡ ἐν τοῖς κατόπιν καί σιωπηλή ἔστω ἐπιδοκιμασία ἤρκει νά ἄρη τήν ἀπειλήν ταύτην τῆς ἀκυρότητος, ὁπότε ἡ χειροτονία ἐθεωρεῖτο καί ντέ φάκτο κατά πάντα ἔγκυρος.
Η ΚΑΤ' ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ ΤΕΛΕΣΙΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ
Ἤδη, ἐκτός τῶν παραταχθεισῶν Κανονικῶν Διατάξεων ἐπί τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου ὡς καί τῶν ἐπ' αὐτῶν παρατηρήσεων τῶν ἀναφερθέντων διαπρεπῶν εἰδημόνων, θεολόγων καί μή, ἄς ἐξετάσωμεν εἰδικώτερον καί τήν κατ' οἰκονομίαν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου. Διότι ἡ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος ἀναδείξασα Ἐπισκόπους χειροτονηθέντας κανονικῶς καί νομίμως, τοῦ μέν πρώτου κατ' ἐπιβεβλημένην Ἐκκλησιαστικήν οἰκονομίαν ὑπό μόνου τοῦ Ποιμενάρχου αὐτῆς Σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Βρεσθένης κ.κ. Ματθαίου, τῶν δέ λοιπῶν ὁμοῦ μετά τῶν ὑπ' αὐτόν Ἐπισκόπων, ἐνήργησε συμφώνως πρός τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας, τάς Ἀποστολικάς Διαταγάς, τήν πρᾶξιν καί παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀνάγκην αὐτῆς καί τήν κοινήν λογικήν διότι, ὡς ἐλέχθη, εὑρεθεῖσα ἐν διωγμῶ, στερουμένη ἄλλων Ὀρθοδόξων ποιμένων, ἤτοι ἔχουσα ὑπέρ αὐτῆς ὑπερβαλόντως τό «ἀπαρρησίαστον Ἐπισκόπων» ἐχρησιμοποίησε διά τήν τοῦ πρώτου χειροτονίαν, μοναδικῶς, τελεσθεῖσαν, τήν οἰκονομίαν, τήν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἡ Ἐκκλησία, ὅτε καί ἄλλοτε εὑρέθη εἰς παρομοίας περιπτώσεις. Γνωστόν ἄλλωστε τυγχάνει, ὅτι ἡ οἰκονομία δέν εἶναι νόμος, ἀλλά συγκατάβασις διά τάς περιστάσεις.
Διότι ὡς λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος «Ὥστε τό αὐτό κατά τι μέν καί κατά καιρούς οὐκ ἔξεστι, κατά τι δέ καί εὐκαίρως ἀφίεται καί συγκεχώρηται» (Ἐπιστ. πρός Ἀμούν P. G. 26 ψολ. 1173).
Εἶναι δέ οἰκονομία οὐχί ἀνατροπή τῶν Κανόνων, ἀλλά συγκατάβασις πρός ἐξυπηρέτησιν τοῦ λαοῦ καί τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν, ὅπως ὁ ΙΒ´ Κανών τῆς ἐν Τρούλλω Ἁγίας Συνόδου, ὁρίζει: «…Τοῦτο δέ φαμέν οὐκ ἐπ' ἀθετήσει ἤ ἀνατροπῆ τῶν ἀποστολικῶς νομοθετημένων, ἀλλά τῆς σωτηρίας καί τῆς ἐπί τό κρεῖττον προκοπῆς τῶν λαῶν προμηθούμενοι καί τοῦ μή δοῦναι μῶμόν τινα κατά τῆς Ἱερατικῆς καταστάσεως».
Ἅς ἴδωμεν τώρα τίνα ἀνάλυσιν τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ ὅρου οἰκονομία ἐν τῆ Ἐκκλησία κάμνει ὁ κ. Ἀμίλκας Ἀλιβιζᾶτος, καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῶ Πανεπιστημίω Ἀθηνῶν, ἐν τῶ συγγράμματί του τῶ ἐπιγραφομένω «Ἡ Οἰκονομία κατά τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἀθῆναι 1949».
Ὁ εἰδικός οὗτος ἐπιστήμων ἀναλύων ἐν σελίδι 23 τήν ἔννοιαν τῆς λέξεως οἰκονομία ἐν τῆ 3η μεταφορικῆ ταύτης ἐννοία διατυπώνει οὕτω:
«Ἡ κατά τάς καιρικάς ἀνάγκας διευθέτησις καί ρύθμισις τῶν συνθηκῶν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τάξεως καί τῆς καθόλου διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τε ἀκριβεῖ τηρήσει τῶν ταύτας ρυθμιζουσῶν ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ἔστι δ' ὅτε καί ἐπί συγκαταβατικῆ παρεκκλίσει ἀπ' αὐτῶν, ἐφ' ὅσον, οὕτως ἤ ἄλλως, ἐπιδιώκεται ἡ εὐόδωσις τοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἀπωτέρου σκοποῦ, (διατί ὄχι τοῦ κυρίως σκοποῦ;) ὅστις οὐδείς ἄλλος εἶναι ἤ ἡ ἀπεργασία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου».
Περαίνων τό κεφάλαιον «Ἡ οἰκονομία γενικῶς» ὁ βαθύς ὡς ἀνωτέρω μελετητής καί ἑρμηνευτής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καταλήγει ἐπί λέξει: «Τό πολύ θά ἠδυνάμεθα νά καθορίσωμεν τήν οἰκονομίαν ἐπί τῆ βάσει τῆς Ἐκκλησιαστικῆς πράξεως ὡς κατωτέρω θά ἀναπτυχθῆ εὐρύτερον, εἰς οἰκονομίαν προληπτικήν, διά τά κατά παράβασιν τῶν κανονικῶν διατάξεων γενησόμενα καί εἰς οἰκονομίαν ἀναδρομικήν ἤ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπικυρωτικήν τῶν κατά παρέκκλισιν καί παράβασιν γενομένων, ἴνα ταῦτα ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων καί μονομερῶς διά τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ κύρους περιβληθῶσι. Οὕτω ἡ πρᾶξις ἡ Ἐκκλησιαστική δεικνύει, ὅτι οὐχί σπανίως ἐπικυροῦνται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῶν ὑστέρων πάντοτε πράξεις ἐκκλησιαστικαί κατ' ἀκρίβειαν ἀντικανονικαί ἤ καί παρέχεται ἡ ἄδεια τῆς κατά παράβασιν -ὡς πρός τήν ἀπόλυτον, ἀκρίβειαν- τελέσεως πάσης φύσεως ἐκκλησιαστικῶν πράξεων, αἴτινες, εἴτε εἰς τήν πρώτην εἴτε εἰς τήν δευτέραν περίπτωσιν, διά τοῦ αὐστηροῦ κανονικοῦ μέτρου μετρούμεναι οὐδέποτε θά συνεχωροῦντο καθ' ὅσον θά ἦσαν ἀντικανονικαί. (Βλέπε σελίδα 43-44).
Περαιτέρω ὁ κ. καθηγητής ἐντοπίζει τήν μελέτην του εἰς εἰδικόν κεφάλαιον ἐπιγραφόμενον «Ἡ οἰκονομία εἰδικῶς ἐπί τῶν μυστηρίων», ἐξ οὗ παραλαμβάνομεν τά κάτωθι ἀποσπάσματα διά τό σύντομον τοῦ λόγου.
«Ἐκεῖ ὅπου καθ' ὅλως ἰδιάζοντα τρόπον χωρεῖ, ἐφαρμόζεται καί σαφῶς ἐκφαίνεται ἡ οἰκονομία καί ἡ ταύτην διέπουσα ἐκκλησιαστική διάθεσις εἶναι ἐν τῆ τελέσει τῶν μυστηρίων καί τῆ ἀποδοχῆ ὡς ἐγκύρων τῶν ἐκ τούτων προερχομένων συνεπειῶν καί ἐπακολουθημάτων, ἔστω καί ἄν ἀμφισβήτησίς τις ὑπάρχη περί τό ἔγκυρον αὐτῶν, ὡς πρός τήν ἀκριβῆ τούτων κατά τήν κρατοῦσαν ἐν τῆ Ἐκκλησία τάξιν τέλεσιν αὐτῶν ἤ, ἔτι σημαντικώτερον, περί τό ἔγκυρον καί κανονικῶς ἱκανόν τῶν τά μυστήρια ταῦτα τελεσάντων.
Οὐχί σπανίως ἡ κατ' ἀπόλυτον ἀκρίβειαν τήρησις τῶν προϋποθέσεων τῆς τελέσεως μυστηρίου τινός καί αὐτῆς τῆς ἀκριβοῦς τελετουργίας αὐτοῦ κατέστη ἀδύνατος, λόγω κρατουσῶν καιρικῶν περιστάσεων καί συνθηκῶν, εἴτε παρεβιάσθη ἐκ λόγων ἀνάγκης. Εἰς πάσας ταύτας τάς περιπτώσεις ἀναγνωρίζεται κατ' οἰκονομίαν τό οὕτως ἀντικανονικῶς γενόμενον μυστήριον: Ἐξ ἄλλου λόγω παρομοίων συνθηκῶν βίας καί ἀνάγκης ὑφισταμένων γεννᾶται ζήτημα ἀνάγκης τελέσεως μυστηρίου τινός κατά παρέκλισιν τῶν αὐστηρῶν κανονικῶν διατάξεων καί τῆς ἀκριβοῦς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως.
Ἐνδεικτικός τοῦ ἐν προκειμένω περί τήν οἰκονομίαν κρατοῦντος πνεύματος ἐν τῆ Ἐκκλησία ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων εἶναι καί ὁ θρῦλος ὁ ὑπό τοῦ Ρουφίνου ἀναφερόμενος (Ε. Ι. 10, 14) περί ἀναγνωρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας Ἀλεξάνδρου, ὡς ἐγκύρου, τοῦ ὑπό τοῦ παιδός Μ. Ἀθανασίου τελεσθέντος βαπτίσματος ἀβαπτίστων συνηλικιωτῶν του διά τήν ἀκρίβειαν τῆς τηρηθείσης ἐκκλησιαστικῆς τάξεως κατά τήν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου ὑπό τοῦ ὑποδυθέντος τό πρόσωπον τοῦ Κληρικοῦ παιδός Μεγάλου Ἀθανασίου.
Οὕτω, βάπτισμα τελεσθέν διά τόν ἀμέσως ἐπαπειλούμενον κίνδυνον θανάτου, ὑπό λαϊκοῦ καί γυναικός ἀκόμη ἤ ὑπό ἑτεροδόξου Ἱερέως ἤ διά ραντισμοῦ (βάπτισμα κλινικῶν εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν) ἤ ἐν τῶ ἀέρι,…, κλπ. ἀναγνωρίζεται κατ' οἰκονομίαν ὡς καλῶς γενόμενον, τά δέ ἀποτελέσματα τοῦ οὕτως ἀντικανονικῶς καί ἀνωμάλως γενομένου μυστηρίου θεωροῦνται κανονικῶς ὑφιστάμενα παρά τήν οἱονεί ἀντικανονικήν αὐτῶν βάσιν.
Αὐτή ἡ διά μόνου τοῦ χρίσματος ἀποδοχή Χριστιανῶν ἐξ ἑτέρας Ἐκκλησίας εἰς τήν ὀρθόδοξον προσερχομένων, ἀποτελεῖ κατ' οἰκονομίαν ἀναγνώρισιν τοῦ ἐν τῆ ἑτεροδόξω Ἐκκλησία γενομένου βαπτίσματος. Θεία εὐχαριστία κατ' οἰκονομίαν ἐπιτελεῖται ἐπί μή ἐγκαινιασθείσης ἁγίας τραπέζης. Τό εὐχέλαιον κατ' οἰκονομίαν τελεῖται δι' ἑνός μόνον Ἱερέως ἀντί δι' ἑπτά.
Ἡ δέ λεγομένη ἰσχυρά (ἀλλ' ἀντικανονική) χειροτονία (ἡ γενομένη εἴτε ὑπό κανονικῶς μέν κεχειροτονημένου καί κατεστημένου Ἐπισκόπου ἀλλά μή διοικητικῶς ἱκανοῦ πρός τό χειροτονεῖν ἤ ὑπό καθηρημένου) κατ' οἰκονομίαν ἀναγνωρίζεται ὡς καλῶς γενομένη καί οὕτω ἐπιτρέπεται εἰς τόν οὕτω χειροτονηθέντα ἡ ἐξάσκησις τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας».
Προχωρῶν ἐν τῶ συγγράματί του ὁ κ. καθηγητής ἐξαντλεῖ πλήρως τό θέμα τῆς οἰκονομίας ἐν τῆ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία. Ὅμως ἐκ τῶν χωρίων τά ὁποῖα ὡς ἄνω παρελάβομεν, σαφῶς νοεῖται, ὅτι ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑφ' ἑνός Ἐπισκόπου εἶναι ἐκ τῶν περιστάσεων ἐπιτρεπτέα καί συνεπῶς νόμιμος, διότι δέν ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τά ὁποῖα προεῖδεν ἡ ἐν τῆ Ἐκκλησία οἰκονομία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ταῦτα τά ἱστορικά δεδομένα ἐν τῆ πορεία τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας συμπληροῦντες, δυνάμεθα νά εἴπωμεν ἀνεπιφυλάκτως ὅτι οὐχί παράτυποι, οὐδέ αὐθαίρετοι, οὐδέ, πρό παντός, ἀντικανονικαί ὑπῆρξαν αἱ τελεσθεῖσαι χειροτονίαι, ἀλλ' ἐντός τοῦ πλαισίου τῶν παρά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ διατεταγμένων.
Ἐξ ἄλλου οἱ ἀναδειχθέντες Ἐπίσκοποι, τῆ ἐπιμόνω παρακλήσει Κλήρου καί λαοῦ, οἴτινες ἀνάγκην ἔχουσι νά ποιμαίνωνται, νομοτύπως καί κατ' ἀξίαν ἐπροτάθησαν. Διότι οὐδέ τῶν πολλαπλῶν ἀρετῶν στεροῦνται, σημαντικώτατος δέ εἶναι ὁ βαθμός τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν πρός τήν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος. Μετά δέ δοκιμασίαν ἀπεδείχθησαν ἄριστοι εἰς τό διοικεῖν καί ποιμαίνειν, ἡ δέ πνευματική αὐτῶν κατάρτισις πρός τό καθοδηγεῖν ἠλέχθη αὐστηρῶς. Οὐδέ ἠδύνατό τις νά ἀρνηθῆ νά ἱκανοποιήση ἀπαίτησιν πνευματικήν τῶν πιστῶν τοῦ νά καθοδηγοῦνται πνευματικῶς.
Ταῦτα πάντα ἠλέγχθησαν καί προηγήθησαν τῆς χειροτονίας. Τό δέ γεγονός τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν πράγματι Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται ὑπό διωγμόν δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐπαναληφθῆ. Θεία δέ χάριτι πληθύνεται αὕτη καί ὁσημέραι αὐξάνουν οἱ πρός ταύτην ἐπανερχόμενοι. Ἔχει λοιπόν ἀνάγκην στελεχῶν ἡ Ἐκκλησία διά τήν κανονικήν συγκρότησιν καί λειτουργίαν αὐτῆς.
Διά τούτους τούς λόγους ὁ Σεβασμιώτατος Βρεσθένης κ.κ. Ματθαῖος ἐπελήφθη τῆς χειροτονίας Ἐπισκόπου καί οὐχί δι' ὑπερηφάνειαν ἤ προσβολήν ἤ ἰδιοποίησιν οὐδενός ἀξιώματος ὡς ἐξετόξευσαν καθ' ἡμῶν οἱ κατήγοροι ἡμῶν, ἀλλ' ἐκ σεμνοῦ καθήκοντος ἀπορρέοντος ἐκ τῆς μακροχρονίου αὐτοῦ ἀφοσιώσεως εἰς τήν Γνησίαν καί Ὀρθόδοξον τοῦ Χριστοῦ πίστιν.
Ἀκόμη δέ διότι, ἀπό ἐσωτερικῆς ἀπόψεως, ἐν τῆ διαρθρώσει τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος, οὕτως ἐκινήθησαν οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί λαϊκοί Κληρικοί καί διά τούτους τούς λόγους τούς ὁποίους οἱ ἴδιοι ἑκάστοτε ἐπεκαλοῦντο ἔπεισαν ἡμᾶς τούς περί τόν Σεβασμιώτατον Βρεσθένης κ.κ. Ματθαῖον νά εἰσηγηθῶμεν τήν χειροτονίαν.
Περατοῦται ὅθεν τό θέμα ἀποδειχθέντος τρανώτατα καί ἀναμφισβητήτως τοῦ νομίμου τῶν χειροτονιῶν καί ἀπό δογματικῆς πλευρᾶς καί ἀπό Κανονικῆς καί ἀπό ἀπόψεως Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου.
Ἀλλ' εἴθε ὁ Κύριος νά εὐδοκήση ἴνα ἐπαναφέρει τήν γαλήνην ἐν τῆ Ὀρθοδόξω τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία καί μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὥστε πρό τοιούτου αἰωνίου καί ἀκλονήτου θείου προμαχῶνος νά κατασυντριβῆ πᾶς ἐχθρός καί πολέμιος καθ' οἴον δήποτε τρόπον πολεμῶν καί ἐπιβουλευόμενος, εἰς δόξαν τοῦ Διδασκάλου καί Ἱδρυτοῦ Αὐτῆς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ. Γένοιτο! Ἀμήν.
Ι´ Η ΜΟΝΗ ΚΕΡΑΤΕΑΣ ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΣΤΑΤΑΙ ΨΕΥΔΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ
Ἡ Μονή Κερατέας εἶναι ὁ τηλαυγής Φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Μονή Κερατέας μέ τήν πίστιν Της, μέ τά ἔργα Της, μέ τήν αὐστηράν καί ἀπαρέγκλιτον ἐφαρμογήν τῶν Ἱ. Κανόνων τοῦ Μοναστικοῦ καί ἀσκητικοῦ βίου μέ τόν ἀμείλικτον πόλεμον κατά τῆς Μασονίας, μέ τάς χειροτονίας της μέ τό ἀγωνιστικόν της θάρρος ἀνεστήλωσε τήν Ὀρθοδοξίαν.
Ἡ Μονή Κερατέας κατέστη κάρφος εἰς τούς ὀφθαλμούς τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν προδοτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί συνεπτύχθη ἡ ἱερά Συμμαχία «ἐπισήμου» καί Προδοτῶν. Καί ἐδιώχθη ἡ Κερατέα, τό μυροβόλον ἄνθος τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ διωγμός αὐτός καί ἡ καταδίκη εἶναι ἡ τιμή καί ἡ δόξα τῆς Μονῆς Κερατέας.
Ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης καί οἱ ὀπαδοί του καί μάλιστα ὡρισμένοι λαϊκοί τετυφλωμένοι ἐκ τοῦ πάθους, δέν βλέπουσι τήν λάμψιν τῆς δόξης τῆς Μονῆς Κερατέας, ἀλλά γίνονται ἀλληλέγγυοι τῶν διωκτῶν. Οἱ λαϊκοί αὐτοί τοῦ πρ. Φλωρίνης δέν θέλουσι τήν Ἕνωσιν (βλέπε Ἐγκύκλιον πρ. Φλωρίνης τοῦ 1954 σελ. 6).
Διατί δέν τήν θέλουσι τήν Ἕνωσιν οἱ λαϊκοί τοῦ πρ. Φλωρίνης; Ἡ ἀπάντησις ἐξάγεται εὐκόλως. Τήν ἀπάντησιν τήν δίδει τό περιοδικόν «Ἡ Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας» ὅπου ἐπ' ἐσχάτων ἀναγράφεται ὅτι «τά ἐμβάσματα κλπ. νά ἀπευθύνωνται ἀπ' ευθείας εἰς τόν Πανιερώτατον Πρόεδρον κ. Χρυσόστομον πρ. Φλωρίνης». Ὥστε ὁ πρ. Φλωρίνης, ὁ ποιμήν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, γίνεται καί ταμίας. Ὁποία ὁμολογία! Ὁ πρ. Φλωρίνης δέν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς κανένα λαϊκόν καί γίνεται αὐτός ταμίας. Σταματῶμεν…
ΙΑ´ ΣΧΕΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΗΜΩΝ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΗΣ ΚΕΡΑΤΕΑΣ
Ἡ Ἱερά ἡμῶν Σύνοδος εἶναι ἡ προϊσταμένη Ἀρχή, ἡ Κεφαλή δι' ὅλα τά παραρτήματα καί οὐχί μόνον διά τάς Μονάς. Ἐπίσκοποι ἐχειροτονήθησαν ὄχι μόνον ἀπό τήν Μονήν Κερατέας, ἀλλά καί ἀπό ἄλλα Μοναστήρια. Οἱ ἐπίσκοποι, ὅπως ἐπιστατοῦν ὅλα πνευματικῶς, ἐπιστατοῦν καί τά Μοναστήρια. Καί ὁ πρ. Φλωρίνης ἔχει Μονάς, ἐπιστατεῖ πνευματικῶς, καί ἄν εἰς μίαν τῶν Μονῶν του συμβῆ τι ἄτοπον, ἔστω παράνομον, δύναται κατά τήν λογικήν καί ἠθικήν νά ὑποστηριχθῆ ὅτι εἶναι ὑπεύθυνος αὐτός;
Εἰς μίαν τεραστίαν διοίκησιν ὅπως τῆς Μονῆς Κερατέας, ἔστω ὅτι συνέβησαν σφάλματα διοικητικά, ἀλλά τό διοικεῖν εἶναι παραδεδεγμένον ὅτι εἶναι σειρά σφαλμάτων καί καλλιτέρα διοίκησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θά κάμη τά ὀλιγώτερα σφάλματα. Ἔστω λοιπόν ὅτι ἐγένοντο σφάλματα διοικητικά ἐν τῆ Μονῆ, κατά τί εὐθύνεται ἡ Ἱερά Σύνοδος; Ὅχι! Ὁ διωγμός τῆς Κερατέας εἶναι διωγμός τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ καταδίκη τῆς Κερατέας εἶναι καταδίκη τῆς Ὀρθοδοξίας.
ΙΒ´ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ ΦΛΗΝΑΦΗΜΑΤΑ ΤΟΥ πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ
1) «Ὁ κυρός Ματθαῖος δέν ἦτο κανονικός Μητροπολίτης, ἀλλά τιτουλάριος»! Ἀλλά καί οἱ Κυκλάδων Χριστιανουπόλεως καί Διαυλείας τί ἦσαν; Δέν ἦσαν καί αὐτοί τιτουλάριοι; Καί ὅμως μετά τῶν τιτουλαρίων αὐτῶν ἀπετέλεσεν Σύνοδον ὁ πρ. Φλωρίνης. Ἡ ἀκριβής ἐφαρμογή τῶν Κανόνων περί ἐπισκόπων καί ἐπισκοπῶν πρόκειται ἐν εἰρηνικῆ περιόδω, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν τυγχάνει ἐμπερίστατος καί διωκομένη.
Ἐπίσης ὁ πρ. Φλωρίνης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἀοίδιμος Ἐπίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος ὑπέγραψε Πρακτικόν, ὅτι θά ἐγκαταβιοῖ πάντοτε ἐν τῆ Ἱερᾶ Μονῆ του. Τοῦτο εἶναι ἀναληθές, καί προκαλεῖται ὁ πρ. Φλωρίνης νά ἀποδείξη τήν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του δημοσιεύων ἐν φωτοτυπία τό Πρακτικόν. Ἀλλά παράδοσις τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας ὑπάρχει, ὅτι ἐν καιρῶ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, οὐχί μόνον οἱ Ἐπίσκοποι πρέπει νά ἐξέρχωνται τῆς ἡσυχίας των, ἀλλά καί οἱ Ἱερομόναχοι καί μοναχοί. Ὥστε καί ἄν ἠλήθευεν τό Πρακτικόν ὁ ἀοίδιμος Ματθαῖος θά εἶναι ἐν τάξει καί σύμφωνος μέ τήν Ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν.
2) Ὁ πρ. Φλωρίνης ζητεῖ ἀπαραιτήτως πτυχία θεολογίας διά τούς Ἐπισκόπους. Διακρίνει τούς ἐπισκόπους εἰς μορφωμένους καί ἀμορφώτους. Καί ὁ πρ. Φλωρίνης θέλει μορφωμένους. Ἡ παλαιά ἐκκλησιαστική ἱστορία καί ἡ σύγχρονος πολλά διδάσκει περί μορφωμένων καί ἀμορφώτων. Καλή ἡ σοφία, καλά τά πτυχία, ἀλλά τό κύριον εἶναι ἡ πίστις καί ἡ ἀρετή. Καί σήμερον ἔχομεν πολλά πτυχία, πολλούς ρήτορας, πολλούς σοφούς, ἀλλ' ἐλαχίστους ζηλωτάς τῆς πίστεως καί τῆς ἀρετῆς. Τό ἐλλεῖπον εἶναι ὄχι τά διπλώματα, ἀλλά τά ἔργα πίστεως καί ἀρετῆς. Καί προτιμῶμεν τούς ἐπισκόπους τῆς πίστεως, τῶν ἔργων καί τῆς ἀρετῆς. Καί καυχώμεθα ἐν Κυρίω ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν τῶν Γ.Ο.Χ. ἔχει ἐπισκόπους κοινῆ
ΙΓ´ ΟΥΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩΝ Ο ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΡΚΩΣ ΠΑΛΙΝΩΔΕΙ
Λέγομεν ὅτι ὁ πρ. Φλωρίνης δέν πιστεύει τίποτε, δέν πιστεύει οὔτε εἰς τό Παλαιόν, οὔτε εἰς τό νέον, δέν πιστεύει εἰς τίποτε. Αὐτό ἀναπηδᾶ μόνον του, ἀφ' ἑαυτοῦ ὅταν ἀναγνώση τις τάς κατηγορηματικάς δηλώσεις τοῦ κ. Νικ. Μπακοπούλου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀντλοῦμεν ἀπό τάς μακροτάτας δηλώσεις του καί ἀναδημοσιεύομεν χαρακτηριστικά τινα ἀποσπάσματα:
«…Κατά τάς συζητήσεις τάς ὁποίας εἶχεν ἐν συνεχεία ὁ Ἀρχιεπίσκοπος (Σπυρίδων) μέ τόν πρ. Φλωρίνης, ὁ τελευταῖος αὐτός ἀνεγνώρισε πλήρως τήν ἀνάγκην τοῦ τερματισμοῦ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως τοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ καί ὑπεσχέθη νά ἐξαντλήση ὅλην τήν ἐπιρροήν του διά τήν ἐπάνοδον τῶν Χριστιανῶν εἰς τούς κόλπους τῆς ἐκκλησίας, παρεκάλεσε δέ ὅπως τοῦ ἐπιτραπῆ ἐλευθέρα ἐπαφή μέ τούς ἄλλους ἐπισκόπους τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί τούς ἰθύνοντας τήν κίνησίν των λαϊκούς παράγοντας, εἰς τρόπον ὥστε ἡ διευθέτησις τοῦ ζητήματος νά μή προέρχεται μόνον ἀπ' αὐτόν ἀλλά ἀπό ὅλους τούς ἡγουμένους τοῦ Παλαιοημερολογιτισμοῦ…
Αἱ διεξαχθεῖσαι διαπραγματεύσεις μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπον Σπυρίδωνα εὐωδοῦντο καί ἔφθασαν εἰς σημεῖον νά καταλήξουν εἰς πλήρη ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους τοῦ πρ. Φλωρίνης τῆς πλάνης του. Δυστυχῶς οἱ ἡγούμενοι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν παλινώδησαν… Ὅλα τά ἀπεδέχθησαν τόσον ὁ πρ. Φλωρίνης ὅσον καί οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι τῶν Παλαιοημερολογιτῶν… Δυστυχῶς ὅμως τήν τελευταίαν στιγμήν παρενέβησαν ἀνεύθυνοι παράγοντες τῶν λαϊκῶν τάξεων, μόνον σκοπόν ἔχοντες τήν ἀνίερον ἐκμετάλλευσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τῶν ἀφελῶν Χριστιανῶν πρός ἴδιον ὄφελος οἰκονομικόν καί ἐπηρέασαν τόν ἀσθενῆ ὡς ἀπεδείχθη χαρακτῆρα τοῦ πρ. Φλωρίνης ὅστις παλινωδῶν ἐδήλωσεν ὅτι δέν τηρεῖ τά ὅσα ὑπεσχέθη…. Χαρακτηριστικῶς ἀναφέρω ὅτι ὅταν ὁ πρ. Φλωρίνης ἐξήρχετο ἀπό τό Νοσοκομεῖον τῆς Βούλας ἐζήτησεν ὁ ἴδιος νά εἰσέλθη καί νά προσευχηθῆ εἰς ἐκεῖ παρακειμένην ἐκκλησίαν. Μετά τήν προσευχήν του ἐν καταφανεῖ συγκινήσει καί κάτωχρος εἶπεν εἰς ἐπήκοον τῶν παρισταμένων ὅτι δέν εἶναι ἐπιτετραμένον νά ἐξακολουθῆ ἡ κατάστασις αὐτή καί ὅτι ἐπανερχόμενος εἰς τάς Ἀθήνας θά ἐπιδιώξη νά τερματίση τό ζήτημα…
Πῶς δικαιολογεῖται ὁ πρ. Φλωρίνης ἐνῶ προσηυχήθη εἰς Κανονικόν Ναόν, νά διδάσκη εἰς τούς ὀπαδούς του τό ἀντίθετον;». Καί μετά ταῦτα ἐπηκολούθησε τό ἀνακοινωθέν τῆς Πανελληνίου θρησκευτικῆς Κοινωνίας ἐπί τοῦ ναυαγίου τῶν διαπραγαματεύσεων, διά τοῦ ὁποίου διακηρύσσεται ἡ ἐμμονή εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν (βλέπε «Ἐμπρός» 9 Μαρτίου 1951).
Ἀπό τάς δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Ν. Μπακοπούλου καί τό πολεμικόν ἀνακοινωθέν τῶν Λαϊκῶν ἀναπηδῶσιν ὁλοζώντανα τά ἑξῆς: 1) Ὁ πρ. Φλωρίνης ἐπρόδωσεν ἄλλην μίαν φορά τόν Ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας. 2) Ὁ πρ. Φλωρίνης μή πιστεύων εἰς τίποτε ὑπονομεύει τήν Ὀρθοδοξίαν καί σκοπός του εἶναι νά παραδώση τούς Γνησίους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, χειροδεσμίους καί κατησχυμμένους εἰς τήν Σχισματικήν Ἐκκλησίαν τοῦ Σπυρίδωνος. 3) Ὅτι πρό τῆς ἀντιστάσεως τῶν «ἐκμεταλλευτῶν» κατά τόν Ὑπουργόν ἤ κατ' ἀλήθειαν πρό τῆς ἐξεγέρσεως τῶν πιστῶν, ἤ «ἀφελῶν Χριστιανῶν» κατά τόν Ὑπουργόν, ὁ πρ. Φλωρίνης ἐπαλινώδησε καί περιεβλήθη ὑποκριτικῶς τήν πανοπλίαν τοῦ Ἀγωνιστοῦ ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτός εἶναι ὁ πρ. Φλωρίνης, αὐτό εἶναι τό ἔργον του, αὐτός ὁ σκοπός του.
Προσέχετε, ἀγαπητά ἡμῶν τέκνα ἐν Κυρίω, Προσέχετε, προσέχετε. Προσέχετε, ὑπό τά χρυσούφαντα κρύπτεται ἰσχυρόν τριφασικόν ρεῦμα. Κίνδυνος θάνατος. Προσέχετε… ὁ κίνδυνος δέν εἶναι ἡ «Ἐπίσημος Ἐκκλησία», δέν εἶναι ὁ Σπυρίδων μόνον… ὁ κίνδυνος εἶναι ἡ κακόδοξος παρασυναγωγή τῶν ὑπό τόν πρ. Φλωρίνης, ὁ κίνδυνος εἶναι ὁ πρ. Φλωρίνης.
ΙΔ´ ΑΙΜΑΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟ ΑΘΩΟΝ ΑΙΜΑ ΕΠΙ ΤΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ ΑΝΝΑ ΚΑΙ ΚΑ·Ι·ΑΦΑ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΙ πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Τό αἷμα τῶν πιστῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν χύνεται. Πρέπει ἡμεῖς οἱ Ποιμένες νά χύσωμεν τό αἷμα μας. Δέν δύναται νά γίνη διαφορετικά. Πρέπει νά πέσωμεν ἡμεῖς. Ὁ Μάρτυς τοῦ Γολγοθᾶ Κύριος ἡμῶν ἐπιτάσσει: «Ὁ ποιμήν ὁ καλός τίθησι τήν ψυχήν αὐτοῦ ὑπέρ τῶν προβάτων». Δέν τό εἶπε μόνον ὁ Διδάσκαλος ἡμῶν, ἀλλά καί τό ἐπραγματοποίησε καί ἐξέτεινε τάς χεῖρας Του ἐπί τοῦ Σταυτοῦ χύσας τό Πανάχραντον αἷμα Του.
Δραματικά γεγονότα διαδραματίζονται. Ὅχι οἱ ἄθεοι κόκκινοι συμμορίται, ἀλλά τά ἔνοπλα κρατικά ὄργανα, τά τεταγμένα νά φρουρῶσι καί νά ὑπερασπίζωσι τήν τιμήν, τήν ζωήν, τήν περιουσίαν καί τήν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, αὐτά τά ὄργανα τά φέροντα ἐπί τῆς κεφαλῆς τόν Τίμιον Σταυρόν καί τό ἔνδοξον ἑλληνικόν στέμμα μεταβάλλονται εἰς ληστοπειρατάς. Αἱ ἀνατριχιαστικαί συμμορίαι τῶν Βασιβουζούκων καί αὐταί ὠχριῶσιν… Δέν ἐφόνευον ἀθώους ἐκκλησιαζομένους κατά τήν ὥραν τῆς θείας λειτουργίας!
Μάλιστα!.. Τήν 21ην Σεπτεμβρίου χριστιανοί προσεύχονται ἐντός παρεκκλησίου εἰς τό Ἁρματωλικόν τῆς Καρδίτσης. Τί κακόν πράττουσιν; Καί ὅμως ὁ Σπυρίδων Βλάχος τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἄγρυπνος… καί οἱ κέρβεροι τοῦ Συντάγματος καί τῶν νόμων, οἱ φρουροί τῆς τάξεως περικυκλώνουσι τόν ἱερόν τόπον καί οἱ χωροφύλακες ἄνευ ἑτέρου, ἄνευ ἄλλης διαδικασίας πυροβολοῦσι μέ τά αὐτόματά των κατ' εὐθεῖαν εἰς τόν σωρόν καί «ρίπτονται ριπαί εἰς τό ψαχνό». Τραυματίζεται εἰς τό στῆθος ἡ Κωνσταντινιά Τσαρούχα, μάρτυς τῆς Ὀρθοδοξίας, καί παλαίει πρός τόν θάνατον εἰς τό νοσοκομεῖον Τρικάλων φέρουσα δύο τραύματα (σφαῖρες) εἰς τό στῆθος. Ἕτεροι αἱματοκυλίονται καί τραυματίζονται… ὁ λειτουργός τοῦ Ὑψίστου ἱερεύς Χρύσανθος Τσιανάκας συλλαμβάνεται ὡς λήσταρχος, καταξεσχίζεται, ξυρίζεται καί ἀποσχηματίζεται!
Ἐπίσης εἰς τάς Καλάμας καί εἰς τό ἱερόν Ἀσκητήριον Παναγουλάκη κατά τήν Μ. Παρασκευήν ἔ.ἔ. καί κατά τήν φρικτήν στιγμήν, καθ' ἥν ἐψάλλοντο τά ἐγκώμια τοῦ ἐπιταφίου, ὥρμησαν ἐντός τοῦ Ναοῦ ὡς λέοντες ὠρυόμενοι περί τούς 65 χωροφύλακες καί στρατιῶται, διέλυσαν βιαίως τούς 1500 προσευχομένους, ἥρπασαν τόν ἐπιτάφιον, τόν ἔρριψαν κατά γῆς, τόν ἐποδοπάτησαν, κατεξέσχισαν μέ τάς λόγχας των τήν ὡραίαν πύλην, ἤτοι τόν Δεσπότην Χριστόν καί ἔσυραν τούς ἱερεῖς ὡς ληστάς εἰς τά κρατητήρια!
Μάλιστα!.. Καί τό Κράτος πού σκοτώνει χριστιανούς προσευχομένους λέγεται Δημοκρατία. Καί τό Κράτος αὐτό τό Ἑλληνικόν μετέχει τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τά ὁποῖα ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας τῶν Λαῶν καί τῆς Δημοκρατίας καί ὑπογράφουσι Σύμφωνα καί παρασκευάζονται νά ἐλευθερώσωσι λαούς τυραννουμένους ὑπό τό πέλμα τοῦ κόκκινου ἀθέου Κομμουνισμοῦ τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος. Ὅμως μέχρι τῆς στιγμῆς δέν ἀνεγνώσαμεν εἰς τάς ἐφημερίδας ὅτι οἱ ἄθεοι κόκκινοι σκοτώνουσιν ἐντός τῶν Ναῶν τούς προσευχομένους. Ἀλλ' αὐτό γίνεται εἰς τήν χριστιανικήν, τήν ἐλευθέραν δημοκρατικήν Ἑλλάδα.
Μάλιστα εἰς τήν Ἑλλάδα… εἰς τήν Ἑλλάδα ἡ ὁποία ἰδιαιτέρως καυχᾶται ὅτι εἶναι ἡ κοιτίς τοῦ Πολιτισμοῦ καί τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά καταπροδίδει τήν ἱστορίαν της διά νά εὐχαριστήση τόν κακόδοξον Σπυρίδωνα Βλάχον. Μήπως εἶναι ὅλα ψεύδη, ὅλα τά ἰδεώδη; Κλονιζόμεθα καί ἀμφιταλαντευόμεθα, διστάζομεν ὅμως νά τό πιστεύσωμεν ὁριστικά.
Προσδοκῶμεν τήν ἄμεσον καί ἀποτελεσματικήν ἐπέμβασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πρωθυπουργοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν ἔνδοξον ἱστορίαν, τήν ὁποίαν ἀμαυρώνει ὁ ἀντιχριστιανικός Νερώνειος διωγμός. Ἀρκετά! Νά σταματήση τό αἶσχος! Πρέπει νά παύση πλέον ὁ ἀνόσιος διασυρμός τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ διαπόμπευσις τῆς ἑλληνικῆς Δημοκρατίας καί ὁ κατεξευτελισμός τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος.
Ἐπαναλαμβάνομεν ἀρκετά. Ἡμεῖς, καί τό διακηρρύσσομεν δημοσία καί μέ ὅλην τήν δύναμιν τῶν πνευμόνων μας καί μέ πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν εὐθυνῶν μας, ἡμεῖς ἐλάβομεν τήν ἀπόφασίν μας. Ἡ Ἑλλάς ἔχει πάντοτε τό Μεσολόγγι της, τό Σοῦλι της μέ τόν Σαμουήλ, ἔχει πάντοτε Πατριάρχας Γρηγορίους, καί Ἡγουμένους Γαβριήλ μέ τό Ἀρκάδι. Θά τεθῶμεν ἐπί κεφαλῆς τοῦ πιστοῦ λαοῦ εἰς τόν ἀγῶνα του διά τά δικαιώματά του ὡς συνταγματικοῦ πολίτου διά τήν συνείδησίν του, διά τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδοξίας, διά τό στοιχειῶδες δικαίωμα τῆς ἀμύνης ὑπέρ τῆς δημοκρατικῆς ἐλευθερίας του, ὑπέρ τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεώς του, ὑπέρ τῶν πατρίων ὀρθοδόξων παραδόσεων, ὑπέρ τῆς ζωῆς του κινδυνευούσης καί κατά τάς ἱεράς στιγμάς τῆς προσευχῆς του ἐντός τῶν Ναῶν. Καί τό Σύνταγμα, καί ἡ ἠθική καί ἰδιαιτέρως ὁ Ποινικός νόμος ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἱερόν καί ἐπιβεβλημένον τό δικαίωμα τῆς νομίμου ἀμύνης. Κατά τῆς καταπατήσεως τῶν στοιχειωδῶν καί συνταγματικῶν δικαιωμάτων μας θά ἀμυνθῶμεν ἀποκρούοντες τήν ἐπίθεσιν καί τήν παρανομίαν. Ἅς ὄψονται οἱ ὑπαίτιοι.
Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα εἰρηνεύετε, χαίρετε, ἐν Κυρίω ἀεί χαίρετε.
Ὡμιλήσαμεν ἔχοντες ὁδηγόν τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὡμιλήσαμεν ἄνευ περιστροφῶν. Οἱ λόγοι ἐτελείωσαν πλέον. Ἡ ἀπόφασις ἡμῶν, ἐπευλογημένη ἀπό τόν Οὐρανόν, μετά προσευχήν ἐλήφθη. Ἀπόφασις ἀμετάκλητος. Θά ἀντιμετωπίσωμεν τούς πάντας καί τά πάντα. Ἡ ἀπόφασίς μας εἶναι ὁ ἀγών ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγών μέχρι θανάτου. Οὐδέν μᾶς φοβίζει. Ἡ ζωή μας δέν μᾶς ἀνήκει. Ἡ ζωή μας ἀνήκει εἰς τόν Κύριον. Ἡ ζωή μας ἀνήκει εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν. Καί θά βαδίσωμεν πρός τόν θάνατον ἀγωνιζόμενοι διά τήν Ὀρθοδοξίαν.
Θά βαδίσωμεν πρός τόν θάνατον μή πτοούμενοι ἀπό τάς λόγχας καί τά αὐτόματα ὅπλα τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας. Θά ἀντιμετωπίσωμεν σκληρά πλέον καί τούς ἐσωτερικούς ἐχθρούς, τούς προδότας, τούς ὑπούλους, τούς ὑπονομευτάς τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, τούς δολίους, τούς ὑποκριτάς, τούς ἐχθρούς τῆς Ἑνώσεως, τούς ὑπό τόν πρ. Φλωρίνης κατασκόπους τῆς «Ἐπισήμου Ἐκκλησίας».
Κρατοῦντες στερεά τήν Σημαίαν τῆς ἀναστηλώσεως τῆς Ὀρθδοξίας καί διά νά μή πλανηθῆ κανείς βροντοφωνοῦμεν διά νά ἀκούσωσι πάντες, οὐδεμίαν πρᾶξιν τοῦ πρ. Φλωρίνης ἐκκλησιαστικήν ἤ οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως ἀναγνωρίζομεν, οὐδέν κῦρος ἔχει δι' ἡμᾶς οἱαδήποτε πρᾶξις του, οἱαδήποτε διαπραγμάτευσις, οἱαδήποτε συμφωνία του πρός τό Κράτος, πρός τάς ἀρχάς, πρός τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν. Καί οὐδέν ἀναγνωρίζομεν, διότι τόν πρ. Φλωρίνης δέν τόν διέπει οὐδεμία ἠθική βάσις, διότι ὁ πρ. Φλωρίνης δέν ἐκπροσωπεῖ πιστόν ὀρθόδοξον λαόν, ἀλλ' εἶναι ἀντιπρόσωπος ὡρισμένων ἐκμεταλλευτῶν τοῦ ἀγῶνος, τοῦ πιστοῦ ἀγνοοῦντος καί ἀπατωμένου. Διότι ὁ πρ. Φλωρίνης ἄλλα σκέπτεται, ἄλλα λέγει, ἄλλα πράττει, ἄλλα ἐπιθυμεῖ, ἄλλα ἐπιδιώκει. Εἶναι ἕν ἄθυρμα τῆς μωροδόξου φιλαυτίας του, τοῦ πάθους του, τοῦ φθόνου.
Ὅ,τι λέγομεν εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἀμφιβάλλετε; Παραιτεῖται τῶν ποιμαντορικῶν του καθηκόντων (βλέπε ἀνωτέρω «Ἐλεύθερον Λόγον» τῆς 8.11.1952) καί μετά τάς ἐκλογάς, μετά εἴκοσιν ἡμέρας φρέσκος φρέσκος καί φιλομειδής -ἀλλά καί χωρίς ἐντροπήν- ἀναλαμβάνει τά ποιμαντορικά του καθήκοντα. Μεγαλομεγέθης ἐμπαιγμός! Παχύδερμος ἀναισχυντία! Ἀλλά «Θεός οὐ μυκτηρίζεται».
Συνεχίζομεν. Ὁ πρ. Φλωρίνης μαινόμενος κατηγορεῖ ὅτι αἱ χειροτονίαι μας εἶναι παράνομοι. Καί ὅμως ἀναγνωρίζει τούς κληρικούς τούς χειροτονηθέντας παρ' ἡμῶν ὅταν ἀποστατοῦντες προσέρχωνται εἰς Αὐτόν! Ὥστε ἡ ἄκυρος χειροτονία ἡ παρ' ἡμῶν γενομένη καθίσταται ἔγκυρος ὅταν λάβη χώραν μετάστασις! Πραγματικαί ταχυδακτυλουργικαί ἀπάται ἀντάξιαι ταχυδακτυλουργῶν ὁλκῆς καλλιόστρο… ὅστις κατώρθωσε νά πείση τό ἀκροατήριόν του ὅτι ἦτο ζῶν -πρό 1500 ἐτῶν- καί παρέστη εἰς τήν σταύρωσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί πράγματι τόν χειροτονηθέντα παρ' ἡμῶν ἱεροδιάκονον Ματθαῖον Λαγγῆν τόν ἐδέχθη καί τόν ἐχειροτόνησεν ἱερέα. Καί τόν ἱερέα Σίλβεστρον Σάμιον, κεχειροτονημένον ὑφ' ἡμῶν τόν ἐδέχθη καί τόν ἐχειροθέτησε πνευματικόν, ἄρα ἐδέχθη ἔγκυρον τήν ἱερωσύνην του. Ἐπίσης ἐδέχθη τόν Ἱερομόναχον Ἰωνᾶν Μιχαηλίδην χειροτονηθέντα παρ' ἡμῶν καί καθαιρεθέντα, διότι ἐγκαταλείψας τήν Μονήν τῆς Μετανοίας του ἔκτισε παρανόμως ἡσυχαστήριον μετά τινος νεάνιδος παρά τούς θείους καί ἱερούς Κανόνας. Καί ὅμως ὁ πρ. Φλωρίνης τόν ἐδέχθη κεχειροτονημένον παρ' ἡμῶν καί καθαιρεθέντα κανονικῶς.
Ἐδέχθη ὁ πρ. Φλωρίνης καί ἄλλους… καί ἄλλους! Ἐνίσχυσεν οἰκονομικῶς τούς ἀποστάτας Μοναχούς διά νά γράψωσιν ἐναντίον τῆς Μονῆς Κερατέας, τό κάρφος τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἐδίχασε τήν ἀνδρικήν Μονήν Μεταμορφώσεως λίαν ἐπικινδύνως, ἐπικινδυνότατα μέχρι συμπλοκῶν καί μέχρις αἱματηρῶν συγκρούσεων, καί ἀπεφεύχθησαν τραγικώτερα τῆ μεσολαβήσει τῶν ψυχραιμοτέρων μοναχῶν καί τῆ ἐπεμβάσει τῆς Ἀστυνομίας.
Αὐτός εἶναι ὁ πρ. Φλωρίνης! Αὐτά εἶναι τά ἔργα του. Καί διατί πάντα ταῦτα; Διότι διψᾶ ἐκδίκησιν, διότι μισεῖ, διότι φθονεῖ ἡμᾶς καί τάς Μονάς μας. Διότι ὀρέγεται τάς Μονάς μας θέλων νά καρπωθῆ τάς περιουσίας των καί νά τάς χρησιμοποιῆ ὡς ἄνετα ἀναπαυτήριά του.
Αὐτός εἶναι ὁ πρ. Φλωρίνης! Καί βαίνων πρός τούς ἐμπαθεῖς καί ἰδιοτελεῖς σκοπούς του δέν ἐδειλίασε πρό τῆς ἐκλογῆς τῶν μέσων τῆς ἐπικρατήσεως, δέν ἐδειλίασε πρό οὐδενός. Καί ἐνέσπειρε τήν κακίαν, τόν φθόνον, τήν ἐμπάθειαν, τό μῖσος εἰς τάς ψυχάς τῶν ὀπαδῶν του ἐναντίον ἡμῶν, ἐναντίον τῶν Μονῶν μας, ἐναντίον τῆς ἀκραιφνοῦς Ὀρθοδοξίας! Καί ὥπλισε τήν χεῖρα τοῦ κακόδοξου Σπυρίδωνος νά σκοτώνη ἐντός τῶν ἱερῶν Ναῶν. Ἴδε ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, εἶναι ὁ «ἀναστηλωτής τῆς Ὀρθοδοξίας»!
Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα, Στῆτε ἐν προσοχῆ καί προσευχῆ! Προσέχετε ἀπό τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Καί ἡ μορφή του, καί τό μειδίαμά του, καί ἡ χειραψία του καί ἡ εὐλογία του καί ὁ λόγος του εἶναι δηλητήριον, διότι αὐτός οὗτος εἶναι ὅλος δηλητήριον. Εἶναι ὁ πρ. Φλωρίνης ὁ ὑπονομευτής τοῦ Ἀγῶνος, ὁ κατάσκοπος τῆς Κακοδοξίας! Προσέχετε, κίνδυνος, θάνατος.
ΔΙΑΠΥΡΟΙ ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ ΕΥΧΕΤΑΙ
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
+ Ο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Πρόεδρος
+ Ο ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
+ Ο ΠΑΤΡΩΝ ΑΝΔΡΕΑΣ
+ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ
+ Ο ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
+ Ο ΤΡΙΚΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΓΩΝ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ
+ Ο ΘΗΒΩΝ ΚΑΙ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
+ Ο ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ
+ Ο ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ
________________________________________
Ἀντί Ἐπιλόγου
Αὕτη ἐστίν ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ πνευματικά ἡ Ὁμολογία Ὀρθοδόξου Πίστεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς τότε (1954) Προεδρευομένης ὑπό τοῦ Τοποτηρητοῦ τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου Θεσσαλονίκης Δημητρίου.
Ἐπ’ αὐτῆς τῆς Ὁμολογίας ἐσυνέχισαν τόν ἱερόν ‘Αγῶνα οἱ ὑπογράψαντες αὐτήν Ἀρχιερεῖς καί μέ αὐτήν ἐξεδήμησαν ἅπαντες πρός Κύριον, πλήν τοῦ ἐν ἔτει 1977 καθαιρεθέντος Κορινθίας Καλλίστου, ὁ ὁποῖος κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Κύριος τήν κατεπρόδωσεν, μέ τήν ἐκ τῶν ὑστέρων δήλωσίν του, ὅτι «ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς πρώην σχισματικός», καί τοῦ τότε Πατρῶν καί μετέπειτα Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος τό 2003 ὑπανεχώρησεν ἐπί τοῦ θέματος τῆς «χειροθεσίας τοῦ 1971» καί παρητήθη ἱεροσύλως καί «ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως», ἤτοι πρός χάριν τοῦ «χειροθετηθέντος» ὡς πρώην σχισματικοῦ, κατά τό Βούλευμα, Πειραιῶς Νικολάου.
Ἐπ’ αὐτῆς τῆς Ὁμολογίας, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τῆς Ὁμολογίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὀφείλομεν καί ἡμεῖς νά βαδίσωμεν, ἐάν θέλωμεν νά εἴμεθα γνήσιοι ἐκείνων διάδοχοι. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος διά τόν ὁποῖον «ἐξήλθομεν ἐκ μέσου αὐτῶν». Ἐπ’ αὐτῆς τῆς Ὁμολογίας καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς τήν ὁποίαν ἐκεῖνοι διεφύλαξαν καί μᾶς παρέδωκαν ὀφείλομεν νά βαδίσωμεν ὅλοι μας Κλῆρος καί Λαός, ἐάν θέλωμεν νά κερδίσωμεν τήν αἰωνιότητα.
ΠΡΟΣ ΚΥΡΙΟΝ ΕΥΧΕΤΗΣ
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΚΟΣ
Η ΒΑΣΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΑΣ ΤΟ 2019 ΗΤΟ Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΣ
Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων
·
Η Συνοδικη καταδικη του Παλαιοημερολογιτικου Οικουμενισμου υπό των Αρχιερεων της Γνησιας Ορθοδοξου Εκκλησιας, δεν αφορα μόνον εις την κατα Σεπτεμβριον του 1971 ενωσιν των δυο Αρχιερεων της Εξαρχιας μας μετα των κακοδοξων Ρωσων της Διασπορας, αλλα καί ολας τας από του 1920 εκφανσεις της παναιρεσεως του Οικουμενισμου ητοι την παναιρετικήν Εγκυκλιον του Πατριαρχειου Κων/λεως 1920, το ψευδοπανορθοδοξον Συνεδριον του 1923, καί την αυθαιρετον εισαγωγην της καταδεδικασμενης υπό των Πανορθοδοξων Συνοδων Παπικης Γρηγοριανης Καινοτομίας κλπ. Αφορα καί τας μετεπειτα εκφανσεις του παλαιοημερολογιτικου Οικουμενισμου.... μεχρι καί σημερον. Αυτη, λοιπον, η Συνοδικη Καταδικη μαζι καί με τας λοιπας Ομολογιας της Πιστεως μας, οι οποιες αναφερονται καί εις τόν Τομον Ενωσεως του 2019, καί εις εντυπον φυλλαδιον, υπηρξεν η βασις της εν ετει 2019 "Ενωσεως μας", μετα των τοτε Αργολίδος Παχωμιου καί Πατρων Ευσταθιου, η οποία ομως απεδειχθη ψευδενωσις, αφου αλλα συνεφωνησαμεν εις τα θεματα της πιστεως καί αλλα απεκαλυφθησαν εις την συνεχειαν....
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1983 ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Διευκρίνισις του Μητροπολιτου Κηρυκου γραφεισα και δημοσιευθεισα μετα την ενωσιν της 27 Ιαν. 2019 αφορωσα την «Απόφασιν της Ιερας Συνοδου υπ αριθμ. 6/13.7.1983:
Η Απόφανσις - Απόφασις της Ιεράς Συνόδου τού 1983 "Περί καταδίκης τού Παλαιοημερολογιτικου Οικουμενισμού" (υπ αριθ, 6/13.7.1983) εξεδόθη υπό της Ιερας Συνόδου, ως αναγκαία συμπλήρωσις - διόρθωσις των Πρακτικων της Ι.Σ. του 1981, διότι εις αυτά (τά πρακτικά τού 1981) δεν απεδόθησαν ορθως τα περί "χειροθεσίας - συγχωρητικης ευχης" τού 1971, καί ουτω αφήνεται νά εννοηθη οτι η Εκκλησία καί ουχί ατομα τινά (ως κατεθέσαμεν ημείς), εδέχθη την συγχωρητικήν ευχήν καί δι αυτης την δηθεν αναγνωρισιν των χειροτονιων μας παρά των Ρωσων της Διασποράς, θέσις η οποία εις την συνέχειαν ωδηγησεν αλλους (τούς πέντε πρώην Μητροπολιτας) νά υιοθετησουν την βλάσφημον διατυπωσιν (τού Ιερομονάχου Ευθυμίου Επιφανίου) οτι "μάς περιρρέει η ανομία της χειροθεσίας, επταίσαμεν ως Εκκλησία καί ουχί ως ατομα καί εξεφύγομεν της γραμμης πλεύσεως τού αγίου Πατρός Ματθαίου". Αυτός ειναι ο λόγος, διά τόν οποίον, εις τό διατακτικόν της Αποφάσεως αυτης (τού 1983) «Περί Καταδίκης τού Παλαιοημερολογιτικου Οικουμενισμου», αναγράφεται καί η εξής απόφανσις - απόφασις: "Ομοφώνως ἀποδοκιμάζομεν καί αἵρομεν ἐκφράσεις ἤ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσχέτως ὑπό ποίας συνθήκας, ἤ ὑπό ποίων ἐγράφησαν, εἶναι ἀπαράδεκτοι ἐξ ὀρθοδόξου ἀπόψεως καί ξέναι πρός τήν ᾿Ορθόδοξον ῾Ομολογίαν καί ᾿Εκκλησιολογίαν, καί ὁρίζομεν, ὅπως τοῦ λοιποῦ, ἅτε παρεισφρύσασαι, εἴτε ἐξ ἀπροσεξίας, εἴτε διά τήν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, θεωροῦνται μή γεγραμμέναι". Διευκρινίζομεν ενταυθα, οτι προυπόθεσις διά τήν εναρξιν τού διαλόγου "εν αγάπη καί αληθεία" μετα των Σεβασμιωτάτων Παχωμίου καί Ευσταθίου ετέθη καί η αποδοχή καί υπογραφή υφ απάντων των διαλεγομένων της ανωτερω καταδικαστικής κατά τού Παλαιοημερολογιτικου Οικουμενισμου Αποφάσεως - Αποφάνσεως, οπερ καί εγένετο. Ας παύσουν λοιπόν νά κατηγορούν τινες την ενωσιν μας οικουμενιστικήν καί τόν "Τόμον της Ενωσεως" αιρετικὀν καί ας ψάξουν νά ευρουν πού πράγματι ευρίσκονται τά αιτια τού νέου σχίσματος, το οποίον ηρξατο, ως μη ωφειλεν, κυοφορούμενον από το ετος 2015. Ευχόμεθα νά μή χρειασθεί νά δωσωμεν δημοσίως περισσοτέρας διευκρινίσεις.
ΚΑΙ ΕΝ ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ
Είναι δυνατόν να μιλάμε σήμερα για «Σωτηρες της Εκκλησίας» και «νεους Μάρκους Ευγενικούς»;
ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΗΤΟΙ
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Α ΕΚΔΟΣΙΣ «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΑΘΗΝΑΙ 1932
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ
ΑΧΑΡΝΑΙ 2007
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ»
τοῦ «Κέντρου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀχαρνῶν» (Μητροπολίτου Χρυσάνθου 10, Περιοχή Ἁγίου Ἀθανασίου). Τηλ. 210. 2466057
Εἰσαγωγικά τινά εἰς τό θέμα.
Ἡ ἀπολογητική ὑπέρ τῆς Ἀληθείας μελέτη, ἡ ὁποία δημοσιεύεται εἰς τό παρόν τεῦχος, εἶχεν δημοσιευθεῖ εἰς βιβλίδιον τό 1932 ὑπό τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ ‘Αρσενίου Κοττέα ἀπό τάς Ἐκδόσεις τῆς τότε ἐκδιδομένης ‘Εφημερίδος «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ». Πρόκειται, ὅπως γράφει καί ὁ τίτλος, περί μιᾶς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγω Μοναχοῦ, εἰς τόν καινοτόμον Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί εἰδικώτερα μία ἀπάντησις εἰς τό ψευδές καί ἐκ τῶν ὑστέρων διατυπωθέν ἐπιχείρημά του, καθ’ ὅ δῆθεν δέν ὑπάρχει καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλά μόνον τοῦ Πασχαλίου.
Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση.
Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας.
Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ, ΟΤΙ ΑΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤ ΑΙΩΝΟΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕΤ’ ΑΝΑΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΤΕ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ, τά ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἀλληλένδετα.
Πρέπει νά τό γνωρίζουν καί δι’ ἕναν ἄλλον λόγον. Διότι τό δόλιον τοῦτο ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου κατέφαγεν οὐχί μόνον τόν ἐφευρέτην αὐτοῦ Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας καί Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἕνεκα τοῦ ὅτι παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους αὐτοῦ παρέμειναν μέν εἰς τό παλαιόν, δέν διέκοψαν ὅμως κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγε καί παρέσυρε καί αὐτούς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί παρέμειναν μέ τό παλαιόν, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὅπως μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης των Λαῦρος, εἰς μίαν συζήτησιν τήν ὁποίαν εἴχομεν μαζί του, ὅταν ὅλως τυχαίως συνηντήθημεν εἰς τόν Ἅγιον Νεκτάριον Αἰγίνης.
Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγεν ἐπίσης καί πολλούς κατά τά ἄλλα «συντηρητικούς» Νεοημερολογίτας, ἀλλά καί αὐτούς τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς τούς πρός καιρόν ὁμολογητάς, ἤτοι τόν Δημητριάδος Γερμανόν, τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον καί τόν Ζακύνθου Χρυσόστομον, οἱ ὁποῖοι μετά τήν καλήν Ὁμολογίαν των ἐν ἔτει 1935 καί τήν μετάδοσιν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τήν Καινοτομίαν. Ὁ δέ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διά σκοπιμότητα παρέμεινεν εἰς τό παλαιόν, προκειμένου νά δικαιολογήση τήν βλάσφημον περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος», θεωρίαν του, τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου περί μή καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπεκαλέσθη, διό καί παρέπεμψε τό θέμα εἰς τήν ... μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον.
Τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου «περί μή καταδίκης κλπ» κατέφαγε καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, (ὅσον καί ἄν φαίνεται τοῦ παράδοξον), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε ἐν ἔτει 1973 τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ» τῆς «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ἡ ὁποία, κατά τόν ἱδρυτήν της, τότε Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, «ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ», ἀλλά μόνον «ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΝ ΕΥΘΥΝΩΝ» ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ ΜΙΑ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. καταδικάσει τήν καινοτομίαν. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κάλυψις τήν ὁποίαν παρέσχε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἱκουμενισμόν τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, κατά τόν ὁποῖον μετά τό 1971 καί συνεπείᾳ τῆς «χειροθεσίας» δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ματθαϊικῶν καί Φλωρινικῶν...
Αὐτήν, λοιπόν, τήν ΑΝΕΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ΨΕΥΔΟΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διέρχεται μέσα ἀπό τήν «περί δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ» θεωρίαν τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί τήν ψευδένωσιν μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τήν συναφῆ πρός αὐτήν «χειροθεσίαν» τοῦ 1971, προσεπάθησαν τά ξένα Κέντρα νά ἐπιβάλλουν ἀπό τό 1997 καί εἰς ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεβλήθη μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τήν προπαγάνδα του καί ἠρνήθησαν πεισμόνως νά καταδικάσουν συγκεκριμένας ἐκδηλώσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἔφθασαν καί μέχρι τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεώς του (τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου) ὑπέρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου κατά τό 54/76 Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ἐπίσης στηρίζεται ἐπί τοῦ ἰδίου ψεύδους.
Καί διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά; Διότι, πιστεύουν οἱ οἰκουμενισταί ὅτι ἐάν δεχθῶμεν, ἔστω καί σωπηλῶς, μίαν τοιαύτην Ὁμολογίαν «περί μή καταδίκης τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου», ὅπερ ταυτόν μέ τό «μακράν ἀπό ἐκκλησιολογίες καί ἀποστολικές διαδοχές», «ἀναγνωριζόμεθα», ἔστω καί ὡς δεκατριμερῖτες, ὡς μία δευτέρα Ἐκκλησία, καί «εἴμεθα δεκτοί» εἰς τήν οἰκουμενιστικήν Ἐκκλησίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, καί εἰς αὐτό τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅπως συμβαίνει μέ τάς Ἐκκλησίας καί τά Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον, ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ τό νεοημερολογιτισμό.
Ὁ ἐλάχιστος Ἐπίσκοπος
τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Ἀρσενίου Κοττέα Ἁγιορείτου Μοναχοῦ
ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ
ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
«Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε ...(Ματθ., κεφ. Ζ, 1)
«Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῶ ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ΙΗ, 12).
Εἰς δύο συνεχῆ φύλλα τοῦ ἑβδομαδιαίου φύλλου «Ἐκκλησία», ἐπισήμου Δελτίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τόν τίτλον «Ἔλεγχος παραποιήσεως Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων» ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν έδημοσίευσε μακράν πραγματείαν ἀναφερομένην εἰς τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, ἐν τῆ ὁποία ἔχων πάντοτε ὡς σκοπόν νά δικαιολογήση ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἐπόψεως τήν ἐναντίον τῶν Παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας καί ὡρισμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων διαπραχθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν διά τῆς παραδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, παρά τήν ἐμμονήν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τό πατροπαράδοτον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον καί παρά τήν ἔνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν διαίρεσιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, προβαίνει, ὡς λέγει, εἰς τόν ἔλεγχον «θρασείας παραποιήσεως Συνοδικῶν τινων Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων τοῦ ιστ΄ καί ιζ΄ αἰῶνος» περιλαμβανόντων ἀναθεματισμούς, ἵνα προφυλάξη, ὡς λέγει, τά εὐσεβῆ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τινά τῶν ὁποίων «ἐξ’ ἀγνοίας καί ἁπλοϊκότητος παρασύρονται εἰς ἀπείθειαν πρός τήν Ἐκκλησίαν διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν».
Χαίρομεν, διότι πρώτην φοράν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν προβάλλει ἐπισήμως καί ἐνυπογράφως ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀντικανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας ἐν τῶ ἡμερολογιακῶ ζητήματι καί ἐπικρίνων τά κατ’ αὐτῆς δημοσιευθέντα, ἐνῶ μέχρι τοῦδε, ἀπήντα εἰς αὐτά δι’ ἀνωνύμων καί ἀνευθύνων φυλλαδίων, ἐν οἷς αἱ ὕβρεις κατά τῶν ἐπικριτῶν του ἠμιλλῶντο πρός τάς τολμηροτέρας ἀντορθοδόξους δοξασίας καί τάς πλέον ἀνιέρους συστάσεις καί συμβουλάς, τινές τῶν ὁποίων μετεφέροντο καί εἰς ἐμπιστευτικά αὐτοῦ ἔγγραφα πρός διαφόρους ἀρχάς, παρ’ ὧν ἐζήτει τήν «ῥαγδαίως καί ἀθορύβως» ἐξόντωσιν τῶν ἐχόντων τό θάρρος νά ψέξωσι δριμύτατα τήν ἐναντίον τῶν Κανόνων καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας πολιτείαν αὐτοῦ.
Δέν γνωρίζομεν ὅμως ποῦ νά ἀποδώσωμεν τήν τόσον κοπιώδη ἐκδρομήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἰς ἀρχαῖα δύσβατα καί ἐρεβώδη ἱστορικά πεδία, διά νά καταγγείλη ὡς παραποιημένα δῆθεν καί πλαστά κείμενα ὡρισμένων Συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἀπαγγελόντων ἀναθεματισμούς κατά τῶν ἀποδεχομένων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον. Ὡς ἐάν οἱ ἀναθεματισμοί καί μόνον αὐτοί καθίστων ἀπαράδεκτον καί καταδικαστέον τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί ὡς νά μή προσέκρουε τοῦτο εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐκκλησιαστικήν διάταξιν καί εἰς οὐδεμίαν παράδοσιν καί ἐπομένως ὡς νά ἔπρεπε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ν’ ἀσπασθῶσιν ἀσμένως τήν καινοτομίαν τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή τάχα ἡ τήρησις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου δέν κατωχυροῦτο δι’ ἀναθεματισμοῦ! Καί φαίνεται πιστεύων ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφεύς καί πρώην Καθηγητής τῆς Θεολογίας, ὠς ρητῶς γράφει ἐν τῶ προλόγω τῆς πραγματείας του, ὅτι «τινά τῶν εὐσεβῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐάν ἀπειθῶσι πρός τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν καί δέν ἐδέχθησαν μέχρι σήμερον τήν εἰσαγωγήν τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐμμένοντα εἰς τό παλαιόν Ἰουλιανόν ἠμερολόγιον πράττουσι τοῦτο «ἐξ’ ἀγνοίας» δῆθεν καί «ἁπλοϊκότητος διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν».
Ἀλλ’ ἐάν ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν, ὡς εἶναι βέβαιον, καί, ὡς θά ἀποδείξωμεν, γενική, ρητή καί ἀναντίρρητος, καί ἄν αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διηνεκής πρᾶξις αὐτῆς ἐπί εἴκοσιν αἰῶνας τήν ἐπεσφράγισαν καί τήν κατέστησαν ἀναλλοίωτον τῆς Ὀρθοδοξίας θεσμόν καί τό ἐμφανέστερον ἐξωτερικόν γνώρισμα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τί δύναται νά ὠφελήση ἡ ἀποκάλυψις δῆθεν τῆς πλαστότητος τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ὅν ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν ἀπό τόσων αἰώνων εἰς κείμενα Πατριαρχικῶν ἐγγράφων καί Συνοδικῶν ἀποφάσεων;
Μήτοι αἱ ἱεραί Παραδόσεις καί αἱ διατάξεις τῆς ‘Εκκλησίας διά νά εἶναι σεβασταί καί νά τηρῶνται αὐστηρῶς πρέπει ἀπαραιτήτως νά περιφρουρῶνται δι’ ἀναθεματισμῶν; Καί ἀν δέν συνοδεύωνται ὑπό ἀναθεματισμῶν ἔχει ἄρα γε πᾶς τις τό δικαίωμα νά τάς ἀθετῆ καί τάς ποδοπατῆ;
Ματαία καί ἄσκοπος προσπάθεια
Διά νά ἀπαντήση τό πρῶτον ἤδη ἐνυπογράφως ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἀπό ἑπταετίας περί ‘Ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς γραφέντα ὑπό τῶν «Ζηλωτῶν Μοναχῶν» Ἁγιορειτῶν καί ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καί ὑπό ἄλλων τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, καί ἵνα συγκροτήση τήν μετά τόσου στόμφου ἐξαγγελλομένην ἀποκάλυψίν του περί δῆθεν πλαστὀτητος τῶν σχετικῶν Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐχρειάσθη μἰαν τριετίαν, ἀναβαλών, ὡς γράφει, τόν ἔλεγχόν του, λόγω τῶν ἀσχολιῶν αὐτοῦ.
Θά ἐχρειαζόμεθα ἴσως ἀνάλογον χρόνον, ἵνα ἀναδιφήσωμεν ἀρχεῖα καί κειμήλια ἐκκλησιαστικά αἰώνων ὁλοκλήρων πολλαχοῦ ἐγκατεσπαρμένα καί ἴνα παρακολουθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν εἰς τάς ἱστορικάς ἐκστρατείας του. Ἀλλά θά προσπαθήσωμεν σήμερον ἐκ τῶν ἑνόντων καί ἐκ τῶν προσιτῶν εἰς ἡμᾶς πηγῶν ν’ ἀποδείξωμεν ἀβάσιμον τήν κατηγορίαν του, καί ἄν ὄχι ἄλλο, ματαίαν, ἄσκοπον, ἀλλά καί ἔνοχον τήν προσπάθειαν του νά ἐπιρριφθῆ ὁ μῶμος τῆς πλαστότητος εἰς ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀφοῦ ὄχι ἁπλῶς ἡ πλαστότης δῆθεν αὐτῶν, ἀλλά καί ἡ παντελής ἔλλειψίς των οὐδαμῶς θά καθίστων συγγνωστήν τήν τολμηράν καί ἀντικανονικήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἰουλιανοιῦ Ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ.
Ἐπιφυλάσσομαι δέ νά ἀπαντήσω εὐρύτερον εἰς τά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀποδεικνύων καί διά φωτογραφιῶν διαφόρων σχετικῶν κειμένων τήν ἀστήρικτον κατηγορίαν αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν εὐλαβῆ αὐτῶν πρόθεσιν, ὄχι νά πλαστογραφήσωσιν, ἀλλά νά συλλέξωσι μετ’ ἐπιμελείας καί ἐξάρωσι τά περί καταδίκης τοῦ Παπικοῦ «καλενδαρίου» σχετικά κείμενα.
Ἀφοῦ δέ οὐδόλως συντείνει εἰς τήν κανονικοποίησιν τῆς ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας τῆς πλαστότητος ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἐγγράφων, πρός τί ἆραγε ὁ σκανδαλισμός τῶν συνειδήσεων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ὁ κλονισμός τῆς πίστεως αὐτῶν δι’ ὅλας τάς Συνοδικάς Πράξεις καί τά Πατριαρχικά ἔγγραφα, δι’ ἅ, ἅπαντα εὐλόγως δύναται νά ἐγερθῆ ἡ ἀμφιβολία εἰς ψυχάς ἁπλοϊκῶν καί ἀμορφώτων περί τῆς ἀληθείας καί γνησιότητος αὐτῶν;
Ὁ ἀθεϊσμός (καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου) διά νά ἐπιτύχωσι τό σκοπούμενον ἐσκέφθησαν νά ρίψουν τόν σπόρον τῆς πλαστότητος καί τοῦ ψεύδους παντός ἱεροῦ κειμηλίου καί πάσης ἐγγράφου καί ἀγράφου παραδόσεως τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Καί ἠμεῖς σήμερον ἐν καιρῶ τόσης ἐγκληματικῆς δράσεως τῶν μαινομένων τούτων ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀντί ἄλλου τινός ἐποικοδομητικοῦ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καί θρησκείας, ἀγωνιζόμεθα διά τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας νά ἐξαγάγωμεν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἱστορίας βεβιασμένα συμπεράσματα καί ἐξεζητημένας γνώμας περί πλαστότητος Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, χωρίς νά σκεπτώμεθα ὅτι κλονίζομεν τήν ἐπ’ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ, σκανδαλίζοντες τήν συνείδησιν αὐτοῦ.
Ὅτε ὁ ἀλαζών Γάλλος ἀστρονόμος Λαπλάς ἐνεχείρησε τήν Κοσμογονικήν θεωρίαν του, ἤτοι τήν γνωστήν «Ἔκθεσιν τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου» εἰς τόν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, οὗτος, ἀποβλέψας εἰς τό σκάνδαλον, ὅπερ θά ἐπήρχετο εἰς τόν λαόν του διά τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Λαπλάς, τόν ἠρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός εἰς τό σύστημά σας;», ὁ δέ ἄθεος ἐκεῖνος φιλόσοφος μεγαλαυχῶν ἀπήντησε: «Δέν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, Μεγαλειότατε». Ἀλλά βραδύτερον, κατιδών τήν ἀδυναμίαν του ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπέθανε φρενόπληκτος. Ἡ δέ ἀθεϊστική ἕνωσις ἐν Ρωσία θεμελιωθεῖσα καί ἐπί τῶν κηρυγμάτων τοῦ βλασφήμου Λαπλάς συντηρεῖ σήμερον, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὀ ‘Αγγλικός τύπος (“Morning Post” Ἰουνίου 1931) 80 περίπου ἀθειστικάς ‘Ακαδημίας, ἀριθμούσας πλέον τῶν 5.000.000 μελῶν.
Καί ὁ Μουσολίνι, ὅτε κατά τό 1912 εἰς τό Συνέδριον τῶν Σοσιαλιστῶν τῆς REGGIO – EMILIA ἐκήρυξεν: «Ἡμεῖς καί χωρίς τόν Θεόν θά νικήσωμεν. Θεός δέν ὑπάρχει», εἶχεν ἐμποτισθῆ ὑπό τῆς ἀθεϊστικῆς ἰδέας. Ἐν τούτοις καί αὐτός, ὅτε ἐπεχείρησε τό κατά τῆς Ρώμης ἐπιθετικόν του ἐγχείρημα, ἀποβλέψας εἰς τόν λαόν τοῦ ὁποίου τήν ψυχήν θά ἐσκανδάλιζεν ἡ ἀθεϊστική ἰδέα καί ἔχων ἀνάγκην ὅλης τῆς πίστεως αὐτοῦ, προσεκύνησε τήν θρησκείαν τοῦ Πάπα καί τόν Βασιλέα πρός στερέωσιν τῆς Δικτατορίας του.
Μετά τόν Εὐρωπαϊκόν πόλεμον αἱ καταχθόνιαι αὗται ἀθειστικαί βλέψεις, αἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρέσυρον τούς ἐν τῆ χριστιανικῆ πίστει ἀσθενεστέρους,, ἐγένοντο ἀφορμή ριζικῆς κοινωνικῆς ἀνατροπῆς καί ὡς ἐκ τούτου τινές ἀντίχριστοι ἠθέλησαν νά ἐπιβάλλωσιν εἰς τήν κοινωνίαν νέον ρυθμόν ζωῆς, ὅστις νά προσαρμόζηται εἰς τάς ὑλικάς ἀνάγκας.
Καί πρός ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπεδίωξαν εὐρείας μεταρρυθμίσεις καθ’ ὅλους τούς κλάδους, διοικητικούς οἰκονομικούς, ἐκπαιδευτικούς, δικαστικούς ὡς καί ἐκκλησιαστικούς. Συμμορφούμενοι δέ πρός τόν νέον τοῦτον ρυθμόν – μοντερνισμοῦ - οἱ σημερινοί νέοι ἐκκλησιαστικοί ‘Αλκιβιάδαι ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει καί πρός «παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησιν» (ὅρα Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὡς ἱστορικοῦ Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν Ἱερουσαλήμ, σελ. 842) σύν τοῖς ἄλλοις ἐξοβέλισαν καί τό ἡμερολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰσαγαγόντες τό Παπικόν καί βλασφημοῦντες τήν παράδοσιν τῆς ‘Εκκλησίας ὡς πεπλανημένην. Τούς δέ θεοπνεύστους Πατέρας πλαγίως ἀπεκάλεσαν ὄργανα «τῶν ψαράδων καί τῶν μπακάληδων» (ὅρα ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία» ἀριθμ. 28 τοῦ 1924 καί Συνοδικήν Ἐγκύκλιον ‘Ιουλ. 1924 Βουκουρεστίου).
Ἑπόμενον λοιπόν ἦτο νά ἀντιστῶσιν εἰς τήν ἔκνοον ταύτην ἀσέβειαν οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνον εἰς τήν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐφημερίς UNIVERSOYL 17 Ίανουαρίου 1932 ἀνακοινοῦσα ὅτι, ὁλόκληροι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Βουκοβίνας, Μολδαυϊας καί Βεσσαραβίας, δηλαδή τά ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρει ἐν τῶ πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθέντι τῶ 1929 ὑπομνήματι αὐτοῦ ὁ Σ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Εἰρηναῖος, παρ’ ὅλας τάς διώξεις ἑώρτασαν καί ἐφέτος τό Νέον ἔτος κατά τό ‘Ορθόδοξον Παλαιόν Ἡμερολόγιον.
Ὀρθῶς δέ εἰς τό ἀνωτέρω Ὑπόμνημά του ὁ μνησθείς ἐπιφανής Μητροπολίτης Κασσανδρείας (σελ. 14 καί 15) ἀποδίδει εἰς τούς Μασσόνους τό ἐπικρατοῦν σήμερον καταστρεπτικόν φρόνημα παρά τοῖς πλείστοις τῶν διανοουμένων λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ δῆθεν καί τῆς ἐπιστήμης διά τῶν συγχρονιστικῶν τάχα ἰδεῶν αὐτῶν ἀνυπολογίστως ἔβλαψαν καί παρέλυσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ σκανδαλώδης ἰδέα
Τήν σκανδαλώδη ἰδέαν περί παραποιήσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ καταδικάσαντος τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ἔρριψεν ἀορίστως τό πρῶτον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός καθησύχασιν τοῦ πατάγου, ὅν ἤγειρε τό ἀνωτέρω εἰρημένον πρός τήν Ἱεραρχίαν Ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τό ἐλέγξαν δριμύτατα τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί καθώς γνωρίζομεν, ὅπως ὑφαρπασθῶσιν αἱ ὑπογραφαί τότε 44 Ἀρχιερέων εἰς τό κατά τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου συνταχθέν ἀνακοινωθέν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐνήργησεν ἀκριβῶς ὅπως καί διά τήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Τότε παρεπλανήθη ἡ Ἰεραρχία ὅτι τήν μεταρρύθμισιν θά εἰσαγάγη ἡ ‘Εκκλησία ἡμῶν μετά συνεννόησιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐχί δέ μόνον μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (ὅρα «Πραγματικήν ‘Αλήθειαν περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ‘Ημερολογίου» κ. Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, σελ. 41). Κατά τό 1929 πρός ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τοῦ συγκλονίσαντος τούς Ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ὀ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πρός τήν Ἱεραρχίαν. «Σᾶς βεβαιῶ, ὡς ἱστορικός, ὅτι δέν εἶναι ἀληθῆ τά περί Πατριάρχου Ἱερεμίου λεγόμενα, περί καταδίκης τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ὡς ἰστορικός καί πάλιν, ρητῶς ἐβεβαίου σύν τοῖς ἄλλοις καί τοῦτο: «... Τῶ ἔτει 1584 συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἠμερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους ...» καί «τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄, ὅστις μεταβάς εἰς Κων/λιν ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπανῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα» (Βλέπε «Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου», σελ. 842). Εἰς δέ τόν «Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα» 1918 τονίζει πάλιν ὁ ἱστορικός κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐχαρακτηρίσθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου ὡς νεωτερισμός ἀντιβαίνων εἰς τούς Κανόνας καί Διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν μᾶς λέγει τίποτε περί τῆς άντιφάσεώς του ταύτης μεταξύ ἐκείνων τά ὁποῖα ἔγραψεν ὡς ἱστορικός ἐν τῆ ἐκκλησιαστικῆ του Ἱστορία καί ἐκείνων τά ὁποῖα γράφει σήμερον κηρύσσων ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει, ὅτι οὔτε ἀντικανονική εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησία, οὔτε κατεδικάσθη αὕτη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς δῆθεν καταδικασάσης τόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα νεωτερισμόν ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Τό ἐντελῶς ἀστήρικτον κατά βάσιν ἀνακοινωθέν τῶν 44 Ἀρχιερέων, τό βεβαιοῦν ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὡς ἱστορικοῦ, διδαχθέντων διά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἀνεσκεύασα τότε ἐγώ, ὡς ἐλάχιστος ἐν Μοναχοῖς Ἁγιορείταις κατά δύναμιν δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν μαρτυριῶν, τάς ὁποίας ἐδημοσίευσα ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ μου εἰς τήν ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τῆς 11ης Αὐγούστου 1927.
Ἱερά ὑποχρέωσις
Καί αἰσθάνομαι σήμερον ὑποχρέωσιν ἱεράν νά ἀνασκευάσω καί τά ἐν τῆ «Ἐκκλησία» οὐχί μετ’ εὐθύτητος καί ἱστορικῆς εἰλικρινείας ἀποτολμηθέντα δημοσιεύματα, καί νά ἀποδείξω, ὅτι καί ταῦτα πρός παραπλάνησιν τῶν πιστῶν ἐγράφησαν ἄνευ οὐδενός σοβαροῦ λόγου, μόνον καί μόνον ἵνα κλονίσωσι τήν ἐπί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί τάς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τῶν χριστιανῶν καί ἵνα παραστήσωσι δῆθεν, ὅτι ἡ καινοτομία τοῦ Ἡμερολογίου δέν κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον δῆθεν διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἀπηγγέλθησαν καταδῖκαι καί ἀναθέματα. Ὄχι δέ μόνον δι’ ἐμαυτόν προσωπικῶς αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσιν ὡς ἕλλην Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Κιβωτοῦ ταύτης τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί τῆς ἁγιωνύμου κορυφῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, περί τοῦ ὁποίου καί τῶν ἐν αὐτῶ Μοναχῶν μετά τόσης ἀνευλαβοῦς εἰρωνείας καί χλεύης ὁμιλεῖ εἰς τά περί ὧν πρόκειται ἄρθρα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλά καί διά τούς «Ζηλωτάς Ἁγιορείτας», κατά τῶν ὀποίων κυρίως βάλλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ σημαιοφόροι τοῦ τελευταίου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν ἱερῶν ἡμῶν παραδόσεων ἀγῶνος καί ὑπό τῶν ὁποίων μετά τόσου σθένους κατηγγέλθη ἡ παράτολμος καί ἀντικανονική τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καινοτομία, διεσώθη ἡ ἰδέα τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀνεκόπη ἡ ἀνίερος ὁρμή ὡρισμένων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχηγῶν πρός ἀνατροπήν καί κατάλυσιν παντός ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ θείου οἰκοδομήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συνεκρατήθη καί ἡδραιώθη ἡ πρός τάς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας πίστις καί εὐλάβεια μυριάδων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί συνεπήχθη τό Κέντρον τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», τό ἀναγνωρισθέν ὑπό τῆς Πολιτείας καί ἐκπροσωποῦν τήν θρησκευτικήν συνείδησιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων, τῶν μή ἀποδεξαμένων τήν ἀντικανονικήν καινοτομίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, κατά τῶν ὁποίων ἐπίσης καί κατά τοῦ δημοσιογραφικοῦ αὐτῶν ὀργάνου ὁ «Κήρυξ», τόσα βέλη ρίπτει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
Δέν ἦτο δυνατόν νά ἀφήσωμεν νά χλευάζεται ἀνιέρως ὁ Μοναχισμός τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐκεῖ ὅπου ἀνετράφημεν καί ἐξεπαιδεύθημεν ἱεροπρεπῶς καί ὑπό τήν ἱεράν σκιάν τοῦ ὁποίου γαλουχηθέντες μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνεπνεύσθημεν τό πρῶτον τήν πρός τήν ἀληθῆ θρησκείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πρός τάς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀκλόνητον πίστιν καί ἠσθάνθημεν τάς πρώτας συγκινήσεις τῆς θείας ἡμῶν λατρείας.
Τῶν «Ζηλωτῶν» τούτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἀγῶνα καί τήν σημασίαν αὐτοῦ ζητῶν νά μειώση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν τούς παρουσιάζει εἰς τό ἄρθρον του ὡς «ἐλαχίστους καί ὀλίγους τινάς Ἁγιορείτας». Ἀλλ’ ὁ Σ. Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Ἄνθιμος ὁ μέ εἰδικήν ἐντολήν μεταβάς εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἀσφαλῶς θά ἐπληροφόρησε τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν πόσοι καί ποῖοι εἶναι οἱ «Ζηλωταί» Ἁγιορεῖται. Καί ἀσφαλῶς θά ἀνέγνωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τήν ἐπίσημον Ἔκθεσιν τοῦ Μητροπολίτου Μαρωνείας πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τοῦ 1927 ἐν ἧ προκειμένου περί τῶν «Ζηλωτῶν», διαλαμβάνει καί τάς ἑξῆς: «Ἐάν θά προβῶμεν εἰς τόν διωγμόν τῶν Ζηλωτῶν θά προέλθη ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ καταστροφή αὐτοῦ».
Διέδωκαν, λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, οἱ «Ζηλωταί» διάφορα πλαστά κείμενα, περιέχοντα ἀναθέματα κατά τῶν παραδεχομένων τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Πάλιν καλά, ὅτι δέν λέγει «ἐπλαστογράφησαν» σήμερον τά κείμενα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι διέδωκαν προϋπάρχοντα δῆθεν πλαστά κείμενα. Ἐάν δέν ὑφιστάμην τούς ἀγρίους διωγμούς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἄλλοτε μέν καταγγέλλοντός με ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄλλοτε δέ ἀξιοῦντος διοικητικῶς τήν «ραγδαίως καί ἀθορύβως» ἀπέλασίν μου, καί πάντοτε παριστάνοντός με ὡς ἀλλοδαπόν πρός δυσφημισμόν μου, ἐάν λέγω δέν ὑφιστάμην τούς διωγμούς αὐτοῦ, θά ἠδυνάμην κατά πλάτος νά ἀπαντήσω εἰς τά τελευταῖα αὐτοῦ ἄρθρα περί τῶν δῆθεν «πλαστῶν» κειμένων καί νά δημοσιεύσω φωτογραφίας διαφόρων κειμένων δημοσιευθέντων εἰς διαφόρους γλώσσας σχετικῶς μέ τήν Συνοδικήν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης τοῦ Ἡμερολογίου. Τοῦτο θέλω πράξει ἐν καιρῶ, περιοριζόμενος σήμερον, ὡς ἐν ἀρχῆ εἶπον εἰς σύντομον ἀντέλεγχον τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐξ ὅσων πηγῶν εἶχον προχείρους.
Ἐν ἀρχῆ τῆς ἀρθρογραφικῆς πραγματείας αὐτοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν συκοφαντῶν τούς Ζηλωτάς ἁγίους Πατέρας ὅτι δι’ ἀνυπάρκτων δῆθεν ἀναθεματισμῶν κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐτρομοκράτησαν τούς ἁπλοϊκούς εὐσεβεῖς, λέγει σοφιστικώτατα ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (δηλαδή ὀ Μύρων καί ὁ Μεταξάκης) δέν παρεδέχθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἐπέφερε μόνον διόρθωσιν πανθομολογουμένου σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ἀντιφάσκων εὐθύς κατωτέρω εἰς τάς αὐτάς γραμμάς, ὁμιλεῖ περί συγχύσεως δῆθεν ἥτις θά ἐπήρχετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τό Κράτος τοῦ νέου πολιτικοῦ ἡμερολογίου, διότι «δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχωσι δύο ἡμερολόγια». Ὁμολογεῖ ἄρα ὅτι περί δύο ἡμερολογίων πρόκειται καί ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία ἀπεδέχθη τό νέον Πολιτικόν ἡμερολόγιον. Θέλων δέ νά κολάση τοῦτο προσθέτει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρκέσθη εἰς τήν διόρθωσιν «πανθομολογουμένου» δῆθεν σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλά τί εἶναι τοῦτο; Δέν εἶναι ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ἄν δέ δέν ἐτολμήθη ἀκόμη ἡ ἀλλαγή καί τοῦ Πασχαλίου ἐκ φόβου πρός τάς ρητάς ἀπαγορεύσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕπεται ἄρα γε ἐκ τούτου καί μόνον ὅτι δέν ἐγένετο ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἀνετράπη ὅλη ἡ ἡμερολογιακή τάξις ἐν τῆ Ἐκκλησία.
Ἡ προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἶναι νά πείση τούς ἁπλοϊκοτέρους καί τούς μή γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐάν ἀπέκρουσε πάντοτε τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἔπραξε τοῦτο διότι ἐζητεῖτο ἡ ἐπιβολή αὐτῆς πρός προσηλυτιστικούς σκοπούς καί τήν δι’ αὐτῆς ἀνατροπήν τῆς περί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄Οἱκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀποφεύγει νά εἴπη καί ζητεῖ νά ἀποκρύψη ὅτι ἀπό τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε εἰσήχθη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατεδίκασε τοῦτο διά πολλῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τονίζει μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι οὐδεμία Σύνοδος καί οὐδείς Πατριάρχης ἐξέδωκεν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός τό Ἡμερολόγιον!
Ἄν ὅμως ἀποδειχθῆ διά κειμένων αὐθεντικῶν ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐν τῶ συνόλῳ του κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τί ἄρα γε εἶναι ἡ ‘Εκκλησιαστική αὐτή καταδίκη; Δέν εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ; Ἐάν δέ ἀπηγορεύθη καί κατεδικάσθη ρητῶς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, νομίζει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ καταδίκη αὕτη δέν ἔχει σημασίαν καί δύναται νά παροραθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεδόθη τυχόν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός αὐτό; Ἡ καταδίκη καί ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδομαρτυρίας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τήν μή ἔκδοσιν ἀναθέματος ὡς πρός ταῦτα, δύναται ἄρα γε νά ὑπερπηδηθῆ καί νά συγχωρηθῆ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ παραβίασις τῶν θείων τούτων ἐντολῶν;
Ἀλλ’ ἡ καταδίκη ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐν γένει, αὐτή ἠμπόδιζεν ἐπί τόσους αἰῶνας τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ, διότι ἐσεβάσθη ἡ Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων χρόνων, τάς καταδικαστικάς διατάξεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι δέ ἁπλῶς ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀπόφασις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπετέλει πρόσκομμα εἰς τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀπετέλει πρόσκομμα ἡ καταδίκη καθόλου τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἀπέκρουσε λοιπόν ἁπλῶς ὡς θέλει νά πιστεύη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος - ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία – τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν, ἀλλά τήν κατεδίκασεν. Αὐτός δέ οὗτος ὁ ζητῶν σήμερον νά ἀποκρύψη τήν καταδίκην ταύτην Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, τήν διεκήρυξε ἄλλοτε, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ του Ἰστορίᾳ.
Αἱ ἀποδείξεις
Ἀποδείξεις καί κείμενα περί τῆς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἔχομεν πολλά:
Καί πρῶτον, αὐτό τοῦτο τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β, πρός τούς Ἀρμενίους, ἥν συνυπέγραψε καί ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος, βοᾶ περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου καί ἀποδεικνύει ὅτι κατά τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ Γρηγοριανή τοῦ ἡμερολογίου μεταρρύθμισις, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μόνον καί κυρίως διά τήν τολμηθεῖσαν ἀνατροπήν τῆς περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά διότι, ὡς λέγει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, «κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός». «Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ἡμερολόγιον καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον». Δέν ἀπεκρούσθη λοιπόν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἠμερολογίου μόνον διά τήν μετατροπήν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἀπεκρούσθη τό ὅλον ἡμερολόγιον (καλενδάριον ἤ ὠρολόγιον) διότι «ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον ἵνα φανῶσι μόνοι ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα». Ἐνῶ δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μετερρυθμίσθη «διά τό πανθομολογούμενον αὐτοῦ σφάλμα» ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας εἰς τήν περί περί ἧς πρόκειται ἀπάντησίν του πρός τούς Ἀρμενίους κραυγάζει: «Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους θείους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως».
Ἀλλά πάντα ταῦτα παρέτρεξεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν βιαζόμενος νά ἀνακαλύψη δῆθεν πλαστότητα εἰς τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου. Καί ἐνῶ διά νά ἀποδείξη τήν δῆθεν πλαστότητα αύτῆς παραθέτει ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων τό γνήσιον, ὡς λέγει κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου πρός τούς Ἀρμενίους, διαπράττει ὁ ἴδιος παράλειψιν καί παραποίησιν εἰς τό γνήσιον τοῦτο κείμενον παραλείπων ἐξ’ αὐτοῦ ὅσα ἀντιτίθενται πρός τούς μή ἀληθεῖς ἰσχυρισμούς του. Οὕτω παραλείπει ὁλόκληρον τόν τίτλον τοῦ κεφαλαίου καί τήν ἐπιγραφήν ἥν περιέχει ὁ «Τόμος Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου, εἰ ὅ μέρος ὑπάρχει τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου. Ἐκτός δέ τούτου παραλείπει τό μεγαλύτερον μέρος τοῦ κειμένου τούτου τό ἀναφερόμενον εἰς τήν κατάκρισιν τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραποίησιν τῆς ἀληθείας, τήν ὁποίαν ἀφήνομεν νά σχολιάσουν οἱ ἀναγνῶσται. Παραθέτομεν δέ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγἀπης» τοῦ Δοσιθέου, (σελ. 538 ) τό πλεῖστον μέρος τοῦ κειμένου τούτου, ἵνα καταδειχθῶσιν αἱ παραλειφθεῖσαι ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περικοπαί.
Ὁ τίτλος τοῦ ὅλου κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος εἰς ὅλας τάς σχετικάς σελίδας εἶναι «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου». Αὐτό καί μόνον θά ἤρκει ἵνα ἀποδείξη ὀρθήν τήν ἀντίληψιν, ὅτι τό ὅλον Καλενδάριον τῶν Λατίνων κατεκρίθη οὐχί δέ μόνον ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀνατροπή.
Ἔπειτα δέ τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἰερεμίου τό καταχωριζόμενον εἰς τόν Δοσίθεον φέρει ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου παρά τῶν Λατίνων ἐπιστολαί τινές» προφανῶς δηλοῦν ὅτι περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου ὑπάρχουσι καί ἄλλα κείμενα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καταχωρίζων πρός ἀντιπαραβολήν τά δύο κείμενα, τό γνήσιον, ὡς λέγει, καί τό πλαστόν, εἰς μέν τό γνήσιον οὐδεμίαν σημειώνει Ἐπιγραφήν, εἰς δέ τό ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομαζόμενον πλαστόν σημειώνει: «Σιγγίλιον Πατριαρχικόν καί Συνοδικόν. Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου πρό 12 ἡμέρας ἀρχίζειν τούς μῆνας». Καί οὕτω ἐνῶ ὁ Δοσίθεος σημειώνει ρητῶς ὡς ἐπιγραφήν «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου», ταύτην ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταχωρίζει εἰς τό δῆθεν πλαστόν κείμενον διά νά παραπλανήση τούς ἀναγινώσκοντας ὅτι τό «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου» εἶναι πλαστή προσθήκη μή περιεχομένη εἰς τό γνήσιον κείμενον. Ἀφοῦ δέ καταχωρίζει ὡς ἔχει, τόν πρόλογον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμία, ἔπειτα θέτων ὀλίγα ἀποσιωπητικά τελειώνει τήν ὅλην ἐπιστολήν μέ τόν ἐπίλογον «Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν κλπ».
Τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου
Ἀλλά τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου εἶναι μακρότατον, ὁλόκληρον δέ τό ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σκοπίμως παραλειφθέν μέρος, ὅπερ εἶναι σημαντικώτατον ἔχει ὡς ἑξῆς:
«...Δεύτερον καί ὑφηγούμεθα παντί χριστιανῶ Ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τό παρ’ ὑμῖν Πασχάλιον, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθον τοῖς ὁρισθεῖσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, μένει ὀρθόν καί εἰς αἰῶνας σταθερόν διαμενεῖ, ἕως οὗ φυλάττει τήν τάξιν ἥν ἔλαχεν ἀπαρασάλευτον, ἀρίστως ἐσκεμμένην τοῖς θείοις Πατράσιν, ὧν οὐδείς τῶν νῦν οὔτε τήν ἐπιστήμην οἶδε τῆς ἀστρονομίας κατ’ ἐκείνους τούς ἀρίστους, οὔτε τόν ἁγιασμόν ἔχει, πλήν εἰ μή που δοκήσει, τά δ’ ἄλλα ἐστίν ἀληθείας μακράν. Τεσσάρων γε ὄντων τῶν τοῦ Πάσχα διορισμῶν, ὁ πρῶτος ἐντέλλεται, ὅτι δεῖ μετά τήν ἰσημερίαν τήν Ἐαρινήν τό Πάσχα τελεῖν. Ὁ δεύτερος ὅτι μή τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς Ἰουδαϊκῆς τελετῆς. Ὁ τρίτος ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετά τήν ἰσημερίαν ἀλλά τήν πρώτην μετ’ ἰσημερίαν Πανσέληνον. Ὁ τέταρτος, ὅτι καί μετά τήν Πανσέληνον εὐθύς, τῆς ἑβδομάδος τῆ πρώτη. Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως. Χάριτι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου καί ἕως τοῦ νῦν ἀεί τό Πάσχα τό ἱερόν μετά τό νομικόν γίνεται καί ἐν Κυριακῆ, καί σύγχυσιν οὐκ ἔγνωμεν ἵνα εἰς διόρθωσιν ἀναστῶμεν.
Καλῶς γάρ διετυπώθη τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί αἰωνίως διαμένει ἄπταιστον, κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ὠρολόγιον, καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον. Εἴ γε δι’ ὅλων ρλδ ἐνιαυτῶν νυχθήμερον ἕν συνάγουσιν, εὔδηλον ὅτι ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου, ἡμέραι μόνον ἐννέα καί ὧραι παρά μισήν στιγμήν συνάγονται καί λείπεται. Εἰ καί δι’ ἑκατόν εἴκοσι χρόνων νυχθήμερον ἕν γενήσεται, ἔσονται ἡμέραι δέκα καί ὧραι δέκα, καί πλεονάζει. Τά τοιαῦτα καί ἐπισφαλῆ φαίνονται, ἀλλά καί κατά τούς τήν Ἐπιστήμην τά ἀστροθεάμονα δεινούς, τόν μέγαν Πτολεμαῖον καί ἄλλους, ἐσφαλμένα ταῦτα εὑρίσκονται.
Ἐν τριακοσίοις γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνοι καί μικρόν τι πρός, νυχθήμερον ἕν συνάγεσθαι ἀποφαίνονται, καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, ὁμαλήν γάρ ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαράκλιτον. Ἀλλά παρά τήν ἀπαρίθμησιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐναιυτοῦ καί κατά τούτους ἡμέραι τέσσαρες καί ὧραι πέντε καί στιγμαί ιβ ἀπό τῆς ἐν Νικαία καί δεῦρο γίνονται.
Καί τούτων οὕτως ἀναμετρουμένων καί τῆ Ἑλλήνων σοφία ἔτι ἀναδείκνυται, ὅτι ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον, ἵνα φανῶσι μόνον ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα, βέλτιον οὖν ἦν αὐτοῖς μή καινοτομεῖς καί ταῦτα μεταποιεῖν καί ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ στάσεως οὐ μετρίας γίνεσθαι πρόξενοι, ἤ κἄν βίαν μή ἐπάγειν ἕνεκα τούτων, ὅπερ τολμῶσιν, οὐκ εὔλογον λογίζηται ὡς τοῖς ἀντεχομένοις τά καλῶς ὁρισθέντα τοῖς Ἱεροαγίοις πατράσιν, οὐ μόνον λελογισμένον ἀλλά καί θεῖον.
Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν σημειωσάμενοι καί τό ἀληθές».
(ᾳφπγ΄ ἔτος τό ἀπό Θεανθρώπου.Νοεμβρίου κ. Ἰνδικτιῶνος ιβ).
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Ὁ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος
Ἐκτός ὅμως τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου, ἐπικαλεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος αὐτήν τήν Συνοδικήν πρᾶξιν τῆς ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, κατά τό ἔτος 1593 συνελθούσης Μεγάλης Συνόδου, ἥτις συνεκλήθη ὄχι μόνον πρός κύρωσιν τοῦ ἱδρυθέντος Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πρός ἀποβολήν τοῦ νέου Καλενδαρίου. Καί εἰς τήν καταχώρησιν τοῦ κειμένου τῆς πράξεως ταύτης, ἥν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του λέγει ὅτι ἀντέγραψεν ἀπό τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, ἐτἠρησε τήν αὐτήν τακτικήν τῶν ... ἀποσιωπητικῶν, παραλιπών ὅσα μέρη τῶ ἦσαν ἀσύμφορα, ἐνῶ παραθέτει ὡς πλαστόν δῆθεν κείμενον τῆς αὐτῆς πράξεως, τήν συλλογήν διαφόρων περικοπῶν αὐτῆς ὑπάρχουσαν εἰς κώδικας διαφόρων Μονῶν.
Ἡ πρᾶξις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἧς μετέσχον ἀφ’ ἑνός μέν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ἀντιπροσωπεύσας τόν Ἀντιοχείας ‘Ιωακείμ καί τόν Σωφρόνιον Ἱεροσολύμων, ἀφ’ ἑτέρου δέ 41 Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι δημοσιευμένη εἰς τόν «Τόμον Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου ἐν σελ. 541. Ἔχει δέ καί αὕτη ἐν τῶ Τόμῳ ἐπικεφαλίδα τήν ἑξῆς: «Πρᾶξις Συνοδική ἒν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα Λατίνων καινοτομίας»
Ἀκολουθεῖ εἶτα ὁ Πρόλογος, ὅν καταχωρίζει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἰς χωριστήν στήλην ὀνομάζων αὐτήν «γνήσιον κείμενον». Ἀλλά λησμονῶν ὅτι ὁμιλεῖ περί γνησιότητος παραλείπει εὐθύς ἀμέσως ἐξ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τήν ἀνωτέρω ἐπιγραφήν ἵνα ἀποφύγη τήν λέξιν «ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου».
Μετά δέ τόν Πρόλογον ὑπάρχει τό ἑξῆς ἐκτενές κείμενον, τό ὁποῖον πάλιν ὁλόκληρον παραλείπει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
«...... Μελέτιος ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας εἶπεν. Οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι χαρακτηριστικόν τῆς πρός τόν Σωτῆρα καί Θεόν ἡμῶν ἀγάπης ἡ ποιμαντική ἐστίν ἐπιμέλεια. Πέτρε γάρ φησί, φιλεῖς με, ποίμαινε τά πρόβατά μου, δι’ ἥν αἰτίαν καί ἡμεῖς πολλούς πολλάκις ἀγῶνάς τε καί κόπους καί κινδύνους ὑπεμείναμέν τε καί ὑπομένομεν, ὡς οἴδατε, καί νῦν γε ἐπειδή πρός ἡμᾶς γράμματα ἀπεστάλη, παρά τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ ἡμῶν καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων ἀξιοῦντα παραγενέσθαι ἡμᾶς εἰς Κωνσταντινούπολιν, τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀναγκῶν χάριν.
Ἐγώ γε καί τοῖς γράμμασι τοῖς ἀπό Μοσκοβίας τῆς ὀρθοδοξοτάτης παρά τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδώρου ἐντυχών, καί ἑκατέρου τῶν πραγμάτων ὑπερφροντίζων τῆς τε ἀνάγκης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς βασιλικῆς ἀξιώσεως, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν εὐλάβειαν ἀκριβῶς τά λεγόμενα παρ’ ἡμῶν σκεψαμένη συμψηφίσασθαι ἡμῖν περί τῶν λεχθησομένων, ὅπερ ἄν δίκαιον εἶναι φανῆ.
Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τά τῆς εὐσεβείας δόγματα τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσιν καί τρανωθεῖσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος διά τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων Ἁγίων, διαπρεψάντων ἐνταῦθα, ἐν τε τῆ Ἁγία Συνόδω τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ Συνόδοις, μέχρι τῆς Ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν Νικαίᾳ συναθροισθείσης ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἐπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδοις.
Ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, οὐ μόνον κατά τά τῆς θεογνωσίας καί εὐσεβείας δόγματα, ἀλλά καί κατά τήν ἱεράν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, δίκαιόν ἐστιν καί ἡμᾶς, πάντα νεωτερισμόν τῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων περιορίζειν, εἰδότες ὑπαιτίους γεγονέναι άεί τούς νεωτερισμούς τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν συγχύσεως τε καί διαστάσεως, ἀλλά τοῖς ὅροις ἕπεσθαι τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά παρ’ αὐτῶν δογματισθέντα ἀπαράτρωτα, δίχα προσθήκης ἥστινοσοῦν, καί χωρίς ἀφαιρέσεως ἐνστερνιζομένους κατά τόν πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου κανόνα οὕτως ἔχοντα. «Τοῖς τήν ἱερατικήν ἀξίαν κλπ κλπ».
Ὁμιλεῖ λοιπόν καί ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις ὄχι μόνον περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἐν γένει περί ἀποβολῆς παντός νεωτερισμοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἥτις πλέον, ὡς λέγει, ὑπάρχει κατηρτισμένη καί ἤτις «τό τέλειον εἴληφεν», δηλαδή ἔχει εἰς τήν τελειότητα καί τά δόγματά της καί τό ὅλον αὐτῆς καθεστώς ὡς πρός τήν τάξιν αὐτῆς, δηλαδή ὡς πρός τάς ἑορτάς της, τά τῆς νηστείας καί ἐν γένει τά τῆς θείας λατρείας. Νεωτερισμόν δέ ἀπόβλητον ἐννοεῖ προφανῶς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν, ἐξ’ αἰτίας τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις.
Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία
Ὅτι κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἡ ἀνατροπή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀπεκρούσθη οἱαδήποτε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου βεβαιοῖ κατηγορηματικῶς ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία διερμηνεύουσα τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν κοινήν συνείδησιν αὐτῆς. Ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία Μελετίου ἀρχαίου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Τόμῳ 3ω καί ἐν σελίδι 402 & 9 σημειοῦνται τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ αφπγ΄ (1583) ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων».
Τήν αὐτήν πληροφορίαν περί καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, ἐν Τόμῳ 3ω, (1453 – 1908) ἐν σελ. 124 -125 γράφουσα περί τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1583 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἥτις, ὡς λέγει ὁ Βαφείδης, ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου καί ἥτις κυρίως, λέγει ὁ Βαφείδης, καταδικάζει τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Παρακατιών δέ ὁ αὐτός ἱστορικός λέγει: «Ὁμοίως κατά τό 1587 συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει, ἐν ἧ παρόντων Ἱερεμίου τοῦ Β΄, Μελετίου τοῦ Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου κατεκρίθη τοῦ Ἡμερολογίου ἡ διόρθωσις ὡς ἐπισφαλής καί οὐκ ἀναγκαία, πρόξενος δέ μᾶλλον πολλῶν κινδύνων.
Αὐτός οὗτος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὠς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῆ «περί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» συγγραφῆ του (σελ. 482) ἀναφέρει περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γράφων ἐπί λέξει: «Ἕνεκα τῆς πάλης αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄ εἰς περιοδείαν τῶ 1584 πρός συλλογήν ἐράνων, μεταβάς δέ εἰς Κων/λιν τῶ ἔτει ἐκείνω συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου.... Τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα». Ὁ αὐτός δέ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν ἔτει 1918 δημοσιεύσας ἐν τῶ «Ἐκκλησιαστικῶ Κήρυκι» Ἀθηνῶν πραγματείαν του περί τοῦ Ἡμερολογίου καί σχολιάζων τήν γνωστήν πρός τόν Δαπόντε Δόγην τῆς Ἐνετίας ἐπιστολήν τοῦ Πατριάρχου (Ἱερεμίου τοῦ Β΄) χαρακτηρίζει ὡς ἄριστα τήν θέσιν ἥν εὐθύς κατέλαβεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Γρηγοριανῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Θεωρεῖται αὕτη ὑπ’ αὐτῆς ὡς μία τῶν «πολλῶν καινοτομιῶν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις».
Ὁ νεώτερος ‘Ιστορικός καί δεινός Κανονιολόγος Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας διά προτάσεώς του, ἥν ὑπέβαλεν εἰς τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τῶ 1929, ὑπογεγραμμένης καί ὑπό τῶν Δρυινουπόλεως καί Δημητριάδος, ὡς καί διά τοῦ ὑποβληθέντος είς αὐτήν μακροῦ ὑπομνήματός του, κατήγγειλε τό Νέον Ἡμερολόγιον ὡς ἔργον ἀσεβείας ἔναντι τῶν ἑπτά Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὡς ὑποσκάπτον τά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβεβαίουν δέ οἱ ἀνωτέρω τρεῖς Ἱεράρχαι εἰς τήν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν πρότασιν, ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν κοινῆ Συνόδῳ ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ καί λοιπῶν ἀπέκλεισαν δι’ ἀναθέματος τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ δέ Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας χαρακτηρίζει ἐν τῶ ὑπομνήματι του ἐκείνω τήν γενομένην ἡμερολογιακήν διόρθωσιν ὡς «παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν».
Ὁ Ρῶσος Ἀρχιμανδρίτης Πορφύριος Οὐσπένσκι, κατά τό ἔτος 1880 ἐδημοσίευσε εἰς τά Ρωσικά περιοδικά καί τά Πρακτικά τῆς Μεγάλης Συνόδου 1583-1593 καί τήν ἀπόφασιν ἤ Σιγγίλιον ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄. Ἀντέγραψε δέ ταῦτα οὐχί ἐκ τῶν κωδίκων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ἐκ τῆς Μεγάλης Βιβλιοθήκης τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἔνθα ὑπάρχουν ἐν χειρογράφω κώδικι τά ἄνω στοιχεῖα περί τῆς καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί πάντα ταῦτα ἐδημοσίευσεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρουμανίας εἰς τά ἐπίσημα περιοδικά αὐτῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ἀριθμ. 11/1880 καί «ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἀριθμ. 12/1881 ὑπό τόν τίτλον: «ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ».
Καί ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν Ρουμανίαν ἀκριβῶς καθ’ ἥν ἐποχήν στενοκέφαλοι τινές νεωτερισταί ἠθέλησαν νά κάμουν λόγον περί ἀλλαγῆς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡμερολογίου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν ἄνω ἐπισήμων ἐγγράφων περί καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐχαλιναγώγησε τάς καινοτομικάς ὁρμάς των. Ἐπί πλέον δέ ἡ Σύνοδος ἐπί τῆ βάσει τούτων καθαρά ἐδήλωσεν ὅτι «Οὐδεμία Ἐκκλησία δύναται νά μεταβάλη τό Ὀρθόδοξον Ἡμερολόγιον ἄνευ κινδύνου νά γίνη σχισματική ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας».
Παράτολμος αὐθαιρεσία
Ὅταν τοιαύτας ἀναμφισβητήτους ἱστορικάς μαρτυρίας καί ὁμολογίας καί ἀποφάνσεις ἔχομεν περί τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς καινοτομίας ἀντιβαινούσης εἰς τό πνεῦμα τῶν διατάξεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι αὐθαιρεσία παράτολμος καί ἀντίθετος πρός τήν ἱστορικήν ἀλήθειαν, ψευδής δέ διακήρυξις, τό γραφόμενον καί ἐπαναλαμβανόμενον στομφωδῶς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὅτι «οὐδέποτε κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας τό νέον ἡμερολόγιον» καί ὅτι δέν ἀπεκλείσθη ὑπ’ αὐτῆς πᾶσα διόρθωσις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ; Εἶναι βέβαιον καί ἀναμφισβήτητον ὅτι μεταβολή τοῦ Πασχαλίου ἐξυπονοεῖ μεταβολήν τοῦ Ἡμερολογίου, ἤτοι παντός τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος καί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἐνιαυσίου περιόδου καί τῶν κινητῶν ἐορτῶν΄ καί ἀντιθέτως μεταβολή τοῦ ἡμερολογίου, ἐξυπακούει ἀπαραιτήτως τήν μεταβολήν τοῦ Πασχαλίου, διότι τό Πασχάλιον τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρον εἶναι προσηρμοσμένον ἐπί τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὡς εἶναι προσηρμοσμένον ἐπ’ αὐτοῦ τό ἑορτολόγιον ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπίσης προκύπτει ἐξ’ ὅλων τῶν κειμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, ἐξ’ ὅλων τῶν λόγων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅτι ἡ ἀνατροπή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πασχαλίου καί ἠ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ταυτίζονται, διότι οἱ ὁμιλοῦντες περί μεταβολῆς τοῦ Πάσχα ὁμιλοῦσι περί τοῦ «νέου Καλενταρίου» καί «τἀνάπαλιν».
Τό ὅλον, τό κύριον θέμα, εἶναι τό ἡμερολόγιον καί τό μέρος, τό ἐξαρτώμενον ἀναποστάστως ἐκ τοῦ ἡμερολογίου, εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα. Οὐδείς ἐσκέφθη νά χωρίση τό Πάσχα ἀπό τόν ὅλον ἠμερολόγιον καί οὐδείς Πατήρ, οὐδεμία Σύνοδος, οὐδεμία Πατριαρχική Πρᾶξις διακρίνει ὡς πρός τήν καταδίκην τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Πασχαλίου ἀπό τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα ἐξαρτώμενα τό ἔν ἐκ τοῦ ἄλλου. Τό πνεῦμα δέ ὅλων τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τῶν συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων εἶναι ρητή κατάκρισις καί καταδίκη τοῦ Παπικοῦ νεωτερισμοῦ, ἤτοι τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ὡς ἀνατρέποντος τήν καθεστηκυίαν τάξιν καί συνήθειαν ἐν τῆ Ἐκκλησία.
Ὅταν ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα καί εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ὁρίζονται ἀναθεματισμοί καί ἀφορισμοί διά τήν μετατροπήν τοῦ Πασχαλίου, ἥτις γενικῶς κατεκρίθη καί κατεδικάσθη ἐκκλησιαστικῶς, δέν εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές ὅτι αἱ καταδῖκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συγχρόνως καταδῖκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ Ἱουλιανοῦ ἡμερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου κύκλου;
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁμιλεῖ περί «κεκρατηκυίας συνηθείας» ἐν τῆ Ἐκκλησία καί ἀναφωνεῖ: «Μή καινοτομίαν καί ἀφαίρεσιν ποιήσασθαι τῆς εὐσεβῶς ἐν ἡμῖν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία οὔτε προσθήκην, οὔτε μείωσιν ἐπιδέχεται, μεγίστη γάρ τόν προστιθέντα ἤ τόν ἀφαιροῦντα τιμωρία δεσμοῖ. Ἐπικατάρατος γάρ φησίν, ὅς μετατίθησιν ὅρια πατέρων αὐτοῦ». Δέν εἶναι τοῦτο φοβερά καταδίκη καί ἀναθεματισμός καί κατάρα κατά τῶν ἀποτολμώντων πᾶσαν καινοτομίαν εἰς τήν «κεκρατηκυίαν συνήθειαν» καί δή εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἡμερολόγιον;
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκτός τῶν Πρακτικῶν αὐτῆς ἐξέδωκε καί τόν Ὅρον αὐτῆς, ὅστις περιφρουρεῖ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν παράδοσιν αὐτῆς. Καί εἰς τόν Ὅρον τοῦτον περιλαμβάνεται καί ἡ ἑξῆς διάταξις: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ‘Εκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα». Τό δέ «Συνοδικόν» τοῦ Τριωδίου τό ἀναγινωσκόμενον ἐν τῆ Ἐκκλησία κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν ἀναθεμάτων περιλαμβάνει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν Ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα Ἀνάθεμα γ΄».
Δύναταί τις νά εἴπη σοβαρῶς, λελογισμένως καί ἐν καλῆ πίστει, ὅτι αἱ ἀνωτέρω τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Διατάξεις δέν ἐφαρμόζονται καί διά τήν ἀθέτησιν τῆς περί τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῆς Ἐκκλησίας συνηθείας καί παραδόσεως;
Ἀναφωνῶν ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ὅτι «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΣΤ αἰών, τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου, κατά τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει Μεγάλη Σύνοδος ἐπί τοῦ Ἱερεμίου» δέν διερμηνεύει τήν κρατοῦσαν τότε ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν, τό πνεῦμα καί τό νόημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, καθ’ ἅς καί ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καταδικασθεῖσα καί ἀναθεματισθεῖσα αἵρεσις καί ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον ὑπόκεινται εἰς τήν αὐτήν μετά τῶν αἱρετικῶν κατάκρισιν;
Δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἱστορικός συγγραφεύς δέν κατανοεῖ τά ἀνωτέρω, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἄλλοτε ἐδίδαξε καί ἐκήρυξε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μή ἔχη ὀρθήν ἀντίληψιν περί τῆς σοβαρότητος, τῆς καταδίκης καί τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι θεωρεῖ τό Ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον σοβαρώτατον ζήτημα δυνάμενον νά συνεπαγάγῃ τό ἀνάθεμα, ὥστε ὁ ἴδιος πρό τινων ἐτῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ι. Συνόδου ἀντιθέτως πρός ὅ,τι σήμερον κηρύσσει, ἀναθεμάτισε καί ἀφώρισε εὐσεβεστάτας μοναχάς τῆς Τήνου διότι εἶχον τό σθένος νά ἀκολουθῶσι τό ἐκ παραδόσεως αἰώνων ἐφαρμοζόμενον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον.
Εἶναι φαρισαϊκή προσήλωσις εἰς λέξεις καί γράμματα νά ἀποφαινώμεθα ὅτι διά τήν διόρθωσιν τοῦ Ἡμερολογίου δέν ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνάθεμα» εἰς τάς Πατριαρχικάς ἀποφάσεις. Διότι τί ἄλλο σημαίνουν αἱ ἀπαντώμεναι εἰς τάς ἀποφάσεις ταύτας ἐκφράσεις «ἀπέκρουσεν», «ἀπέβαλεν», «κατέκρινεν», «κατεδίκασεν» τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, εἰμή ἀποδοκιμασίαν καί ἀναθεματισμόν.
Ὁ ἀναγινώσκων τήν Ἀρθρογραφικήν ἐπίθεσιν τοῦ ΄Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί βλέπων μετά πόσης εὐκολίας καί ἀποφθεγματικότητος ὁμιλεῖ οὗτος περί πλαστότητος καί παραποιήσεως ἱερῶν κειμένων ὑπ’ αὐτῶν καί ὅτι παραθέτει εἰς ἀντιβολήν φωτοτυπημένα κείμενα γνήσια δῆθεν καί πλαστά νομίζει ὅτι πρόκειται περί ἀποκαλύψεως κανενός φοβεροῦ ἐγκλήματος, περί προσβολῆς τοῦ Ὁμοουσίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤ περί παραχαράξεως τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Καί ἀπορῶν ἐρωτᾶ: Ἀλλά τί ἔπραξαν τέλος πάντων οἱ Ζηλωταί Μοναχοί, ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης - ὁ κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτουργός τῆς Πλαστογραφίας, μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως – καί οἱ νεώτεροι ἁγιορεῖται Ζηλωταί; Ποῖον ἰδοτελῆ σκοπόν ἐπεδίωκον διά νά διαπράξουν τοιοῦτον ἔγκλημα; Ἦσαν τάχα ὄργανα προπαγάνδας ἀντιθρησκευτικῆς; Ἦσαν ἄπιστοι καί ἐμπαῖκται τῶν θείων Πατέρων; Ἤ ἦσαν λαοπλάνοι καί ἐκμεταλλευταί;
Τίποτε ἐξ’ αὐτῶν ἀπολύτως. Οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται δέν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο ἤ νά ἐπαναλάβουν καί νά διαδώσουν καί νά ἐξάρουν τάς Συνοδικάς πράξεις καί Πατριαρχικάς ἀποφάσεις, ἅς εὗρον εἰς Κώδικας καί βίβλους τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τῶν μετέπειτα. Καί αἱ ἀποφάσεις αὗται καί αἱ Συνοδικαί πράξεις - ἀναμφισβήτητα ἱστορικά κειμήλια – καταβοῶσι τῆς καινοτομίας τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, καί τήν καταδικάζουν καί ἀναθεματίζουν τούς ἀκολουθοῦντας αὐτήν. Ἄν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητιώτης καί οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται συλλέξαντες ἐπιμελῶς πάντα ταῦτα τά ἔγγραφα τά ἐπέγραψαν ὡς «Σιγγίλια», ἤ ὡς «πράξεις», ἤ ὡς «ἀποφάσεις», ἤ ὡς «Κανόνας», ἤ ἄν συνέταξαν περιλήψεις αὐτῶν, ἤ ἄν τάς ἐφωτοτύπησαν, ἤ ἄν τάς διένειμαν εἰς φυλλάδια διά τούς πιστούς, ὅμως δέν ἠλλοίωσαν οὔτε τήν οὐσίαν, οὔτε τό πνεῦμα καί τήν ἔννοιαν αὐτῶν, ὥστε νά κατηγορῶνται ὡς πλαστογράφοι.
Ποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης νά πλαστογραφήση τά περί τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου κείμενα ἀφοῦ τότε δέν εἶχεν ἀνακινηθῆ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα καί οὐδείς εἶχε σκεφθεῖ διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν τούτοις μέ ὅλην τήν κακήν προσπάθειάν του καί τάς φωτογραφικάς του πλάκας καί τάς κατά τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων συκοφαντίας του, δέν ἀπέδειξε διά τῶν ἄρθρων του τίποτα ἀπό ὅσα κατηγορεῖ, ἠδίκησε δέ μόνον ἑαυτόν καί διέψευσε τήν φήμην του ὡς ἱστορικοῦ, ἐπιπολαίως καί ἀβαθῶς ἁλιεύσας ἀποκόμματα ἐγγράφων, κατασπαράξας δέ ταῦτα ἵνα τά ἀποδείξῃ πλαστά.
Εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους
Προσεπάθησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του νά παραστήση ὅτι ἡ καινοτομία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ἀσήμαντον πράγμα ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἡμερολογιακήν διαφοράν 13 ἡμερῶν καί ψέγει τούς Ζηλωτάς Ἁγιορείτας ὅτι διά νά τρομοκρατήσουν τήν συνείδησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνεζήτησαν άναθέματα πάσης ἐποχῆς στρεφόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν καί κατά τῶν νεωτεριστῶν, καί ἐδημοσίευσαν ταῦτα ὡς ἔχοντα σχέσιν μέ τήν διαφοράν τῶν 13 ἡμερῶν! Τοῦτο εἶναι τουλάχιστον ἁπλοϊκότης΄ διότι ἀπεδείξαμεν ἀνωτέρω, ὅτι καί οἱ μεταρρυθμισταί τοῦ ἡμερολογίου κατεδικάσθησαν, καί πᾶς νεωτερισμός ὡς ἀθετῶν τήν Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί παράδοσιν ἀναθεματίσθη. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπινοεῖ διά τῶν ἄρθρων του καί ἄλλο ἀβάσιμον καί ἀβαθές ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἡ Ἐκκλησία, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα, ἐν τῆ μερίμνη περί τῶν πιστῶν καί διεκνύουσα τάχα ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν καί τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν οὐδαμῶς θίγουσα τά δόγματα αὐτῆς ἐκανόνισε μέν τά τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀσχέτως πρός οἱανδήποτε ἡμερομηνίαν, μετέθηκε δέ τήν ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων ἀπό τίς 6 Ἰανουαρίου εἰς τήν 25 Δεκεμβρίου, τήν ἑορτἠν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπό τήν 28 Δεκεμβρίου εἰς τήν 29 Ἰουνίου κλπ.
Λησμονεῖ ὅμως ἤ θέλει νά λησμονῆ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἥν ἐποχήν μετέθετε τάς ἀνωτέρω ἑορτάς δέν ἦτο ἀκόμη πλήρως κατηρτισμένη καί δέν εἶχεν ὁλοκληρώσει διά τῶν ἐπτά Οἱκουμενικῶν Συνόδων τό καθεστώς αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐθέσπισε τό καθεστώς αὐτῆς καί ἀφοῦ καταρτισθεῖσα πλήρως «τό τέλειον εἴληφεν» ὡς λέγει ἡ Συνοδική πρᾶξις τοῦ Ἱερεμίου, καί ἀφοῦ ὕψωσεν ὡσεί δόγμα τάς παραδόσεις καί τάς συνηθείας αὐτῆς καί ἀνεθεμάτισε πάντα νεωτερισμόν καί πᾶσαν παράβασιν αὐτῆς, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπέφερε μεταβολήν εἰς τάς ἑορτάς. Καί διά τοῦτο τό ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας προσηρμοσμένον εἰς τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον ἔμεινεν καί κατά τούς δ΄ καί ε΄ αἰῶνας ἀναλλοίωτον, διότι οὐδείς ἄνευ νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε τήν τόλμην νά κάμνη μεταθέσεις ἑορτῶν, ὑποπίπτων ὡς νεωτεριστής εἰς τάς ἀπαγορεύσεις καί τά ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Λέγει ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι ἀπό αἰῶνος, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἀνωτέρω μεταθέσεις ἑορτῶν τινῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἤν ἔληξαν καί αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι, οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη ὅτι ἀνετράπη ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Λέγει δέ τοῦτο, διότι οἵ τε Ζηλωταί Ἁγιορεῖται καί πάντες οἱ χριστιανοί οἱ μή δεχθέντες τήν καινοτομηθεῖσαν τελευταίως ἡμερολογιακήν ἀνατροπήν καί διά τοῦτο εὐλόγως καί δικαίως κληθέντες Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, κατήγγειλαν καί κατεδίκασαν τήν διά τῆς αὐθαιρέτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπελθοῦσαν διαίρεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί διάσπασιν τῆς ἑνότητος αὐτῶν. Ἀλλά καί ἐν τῶ κεφαλαίῳ τούτῳ δέν λέγει τήν ἀλήθειαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν σοφιστευόμενος καί παραπλανῶν τούς ἀναγνώστας του. Διότι ἀείποτε μέριμνα τῶν Πατέρων ἦτο νά μή ἀνατραπῆ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς δἐ διά τήν ἐνότητα ταύτην ἐμερίμνησε ἡ πρώτη ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδος, ἵνα ὡς διεκήρυξεν αὕτη: «Οἱ ἀνά πᾶσαν τήν Οἰκουμένην Χριστιανοί τόν αὐτόν ἑορτάζουσι χρόνον» καί διότι - ὡς γράφει εἰς τήν Συνοδικήν ἐπιστολήν του, ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας – εἶναι δεινόν καί ἀπρεπές «κατά τάς αὐτάς ἡμέρας ἐτέρους μέν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δέ συμπόσια συντελεῖν... ».
Πῶς λοιπόν λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν ὅτι ἀνετρέπετο ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς μεταθέσεως διαφόρων ἑορτῶν; Δέν διεμαρτύροντο οἱ Πατέρες ἀπό τοῦ τετάρτου ἀκόμη αἰῶνος διά τάς διαφοράς καί διαφωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἐν διαφόροις ἡμέραις τελουμένων ἑορτῶν καί νηστειῶν ὑπό ἐκάστης Ἐκκλησίας; Δέν διεμαρτύρετο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὀ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, ὀ Μακάριος Θεοδώρητος, ὁμιλοῦντες περί τῆς «χλεύης διά τήν ἐν τῆ Ἐκκλησία διαφωνίαν» περί τοῦ «ἐπικινδύνου καί ὀλεθρίου τῆς πρός τόν Θεόν άπειθείας ἐν τῆ πρός ἀλλήλους διαστάσει» καί περί τόσων ἄλλων ἐκδηλούντων διαμαρτυρίαν διά τήν καθημερινήν τότε ἀνατροπήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως δέ ἀφοῦ ἔληξαν αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι καί ἀφοῦ μετά τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τήν πλήρη κατάρτισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπαγιώθη ἠ Ἐκκλησιαστική ἑνότης ἐν τῆ Ὀρθοδοξίᾳ καί ἀπηγορεύθη δι’ ἀναθέματος πᾶσα καινοτομία, καί συνεπῶς πᾶσα μετάθεσις ἑορτῶν, οὐδεμία ἐδόθη πλέον ἀφορμή νά καταγγείλῃ τις τήν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλ’ ἀφοῦ μετά τόσων αἰώνων ἑνότητα ἡ νεωτεριστική μανία ἡ καταλαβοῦσα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί εἰσαγαγοῦσα ἄνευ κοινῆς συμφωνίας ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν διέσπασε τήν ἑνότητα ταύτην καί διήρεσε τούς Χριστιανούς εἰς τά τῆς λατρείας αὐτῶν, πῶς ἦτο δυνατόν οἱ γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι καί δή οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται νά μή διαμαρτυρηθῶσι καί νά μή καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῶν πιστῶν τήν διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί διαίρεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας.
Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται διά τήν αὐθαίρετον ἀντικανονικήν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ἀλλαγήν, εἶχον καθῆκον νά τό πράξουν. Τό ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς ἡ θρησκευτική των πίστις καί ἡ μοναχική καί ἐκκλησιαστική των συνείδησις. Τό ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτούς αὐτός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὡς καθηγητής καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἱστορίας ὡς ἱστορικός, διακηρύξας ὅτι «ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου εἶναι παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις, ἀντιβαίνουσα εἰς ἱερούς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀλιγώτερον λοιπόν παντός ἄλλου δικαιούμενος νά ἐξανίσταται καί διαμαρτύρεται σήμερον κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν εἶναι ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
Ἐάν ὑπάρχη τις, καθ’ οὗ πρέπει νά ἐξαναστῆ καί τόν ὁποῖον πρέπει νά κακίση, οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος, διότι πρίν μελετήση καλῶς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, προέβη μετά καταπλησσούσης εὐκολίας εἰς τήν ἀλλαγήν, διασκελίσας Ἱστορίαν, Κανόνας, Παραδόσεις, Διατάξεις, Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί συνήθειαν ὁλοκλήρων αἰώνων. Καί σήμερον, εὑρισκόμενος πρό ἀμηχανίας καί δικαίας ἐξεγέρσεως κατ’ αὐτοῦ, καταφεύγει εἰς ἀναληθεῖς, ἀτόπους καί σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις δῆθεν πλαστοτήτων καί παραποιήσεων κειμένων. Ἀλλά δυνάμεθα νά ἐρωτήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον: Ποῦ στηρίζει τήν γνώμην του περί πλαστότητος τοῦ κειμένου τῆς ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ἐκδοθείσης Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἤ τῆς πρός Ἀρμενίους ἀπαντήσεως Ἱερεμίου τοῦ Β΄; Πόθεν συνάγει καί πῶς ἀποφαίνεται ὅτι ἡ μόνη (;) ἀπόφασις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται μόνον εἰς τόν Πασχάλιον Κανόνα καί ὅτι δέν περιέχει δῆθεν αὕτη ἀναθεματισμόν κατά τῶν ἀκολουθησάντων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον; Οὐδέν ἄλλο μᾶς λέγει εἰς τά ἄρθρα του εἰ μή ὅτι ὁ Δοσίθεος ἐδημοσίευσε τό πρῶτον τήν ἀπάντησιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ πρός τούς Ἀρμενίους, συνυπογράψαντος καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, ὡς ἐπίσης καί τούς ὀκτώ κανόνας τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1593 ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου καί ὅτι εἰς ταύτας δέν καταδικάζεται ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία, οὔτε ἀναθέματα περιέχονται.
Ἀλλ’ ὁ Δοσίθεος δέν ἐδημοσίευσεν ὅλας τάς ἐπιστολάς καί ὄλας τάς Συνοδικάς ἀποφάσεις τάς σχετικάς μέ τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ ἄλλων Πατριαρχῶν. Εἰς τό κεφάλαιον «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλλενδαρίου», ἔνθα ὁ Δοσίθεος δημοσιεύει τά τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, ἔχει τίτλον «Ἐπιστολαί τινές». Δέν καταχωρίζονται λοιπόν εἰς τόν Δοσίθεον, τά ἅπαντα τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν περί τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἄλλας μαρτυρίας διαψευδούσας τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀρχαῖος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὡς εἴπομεν καί ἀνωτέρω, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν του (σελ. 402, & 9) βεβαιοῖ ὅτι πατριαρχεύοντος τοῦ Ἱερεμίου Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατέκρινε τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλλενδάριον. Ἔχομεν λοιπόν βεβαίωσιν ἱστορικοῦ ἀνδρός ἐπιφανοῦς, ὅτι τό 1583, ὅτε λέγει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἀπεστάλη ἡ πρός Ἀρμενίους ἀπάντησις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄, συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει κατακρίνασα τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Διατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποσιωπᾶ τοῦτο καί άναφέρει μόνον τήν κατά τό ἔτος αὐτό ἀπάντησιν πρός Ἀρμενίους τοῦ Ἱερεμίου; Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι φυσικόν ὅτι ἀπεστάλη κατόπιν τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καί διά τοῦτο ὑπεγράφη καί ἀπό τόν Σίλβεστρον, τόν συμμετασχόντα τῆς Συνόδου. Οὐδέ ἦτο δυνατόν ἐπί τόσω σοβαροῦ ἀντικειμένου νά ἀποσταλῆ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἐπιστολή ἀπαγορεύουσα τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἄνευ προηγουμένης συγκλήσεως Συνόδου ἀποφανθείσης ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καί ἐρωτῶμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον, ποῦ εἶναι τά Πρακτικά τῆς συγκροτηθείσης ταύτης Συνόδου; Δέν περιέχονται εἰς αὐτά ἀναθεματισμοί;
Καί ἄλλη βεβαίωσις
Ἀλλ’ ἔχομεν καί ἄλλην βεβαίωσιν. Ὁ γνωστότατος ἱστορικός συγγραφεύς Φιλάρετος Βαφείδης εἰς τόν Τόμον 3 τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας (σελ. 124-125) ὡς ἀνεφέραμεν καί ἀνωτέρω, γράφων περί τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου λέγει ὅτι «ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπεία τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου, ἥτις καταδικάζει τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Διατί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν ἐφρόντισεν ἐν τῆ ἱστορικῆ του ἐρεύνη ν’ ἀνεύρη τά πρακτικά καί τάς διατάξεις τῆς Συνόδου ταύτης τῆς καταδικασάσης τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλά ὁμιλεῖ περί μιᾶς μόνον Συνόδου ἐπί Ἱερεμίου, τῆς συνελθούσης, ὡς λέγει, κατά τό 1593, ὅτε δέν ὑπῆρχε πλέον ὁ Σίλβεστρος, ἀλλ’ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐν Ἀλεξανδρεία;
Καί ἐπειδή εἰς τόν Δοσίθεον δέν εὑρίσκει παρά τούς Κανόνας τῆς Συνόδου ταύτης μή περιέχοντας ἀνάθεμα ἀποφαίνεται ὅτι ἄρα καί ἀνάθεμα δέν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τήν προηγουμένην τοῦ 1583 Σύνοδον, τήν καταδικάσασαν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον. Ἀλλ’ ἐάν καί ἀφοῦ κατεδικάσθη καί δι’ ἀναθέματος κατά τήν πρώτην Σύνοδον τῶ 1583 ὑπό Ἱερεμίου τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ἐπαναληφθῆ ἠ καταδίκη ἤ τό ἀνάθεμα καί εἰς τήν Β΄ Σύνοδον, ἀλλά κατεχωρίσθη εἰς αὐτήν ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου «ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατρᾶσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα κλπ».
Καί ἐρωτῶμεν ἤδη, εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης διότι περισυνέλεξε, τίς οἶδε διά ποίων μόχθων καί ἐκ τίνων κειμένων πρακτικῶν καί ἀποφάσεων Συνοδικῶν, πάντα τά ἀφορῶντα τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τά ὁποῖα συνέπτυξε ἤ τά συνεχώνευσε καί ἀπετέλεσεν ἕν κείμενον περιλαμβάνον τά οὐσιώδη μέρη τῶν ἀληθῶν καί πραγματικῶν κειμένων τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου περί τοῦ Ἡμερολογίου καί τοῦ Πάσχα ἐκδοθεισῶν, ὡς καί τοῦ Τόμου τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ἔνοχος ἀποσιωπήσεως καί ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας περί τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἐκδοθεισῶν.
Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων.
Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων.
Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων.
Συμπέρασμα
Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὑπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων.
Καί θά ἀκούεται ἐσαεί ἐπικροτουμένη καί ἐπαναλαμβανομένη ὑπό μυριάδων στομάτων εὐσεβῶν χριστιανῶν, γνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ ἔντονος καί καυστική φωνή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας, ἡ ἐντός τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τό πρῶτον ὑψωθεῖσα καί κράζουσα: «Ἱερόν θεωρῶ καθῆκον ... νά χαρακτηρίσω ὡς παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν καί παιγνίδιον ἐν οὐ παικτοῖς τήν ἀλλαγήν, ἤ διόρθωσιν ἤ ὁπωσδήποτε ἄν ἀποκαλῶσι ταύτην τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ὅπερ περιφρουρεῖ ὡς ἄγγελος φύλαξ, τήν πίστιν, τάς παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῶν ἀνά τό πρόσωπον τῆς γῆς διεσπαρμένων, ὅτι ἑορτάζοντες κατ’ αὐτό ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν καί μόνην Πρεσβυγενῆ καί ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν»
ΤΕΛΟΣ
ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΠΗΡΕ ΤΗ ΡΕΒΑΝΣ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑΚΤΑ ΣΥΝΕΧΩΣ ΕΔΑΦΟΣ (ΕΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 2010)
ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΠΗΡΕ ΤΗ ΡΕΒΑΝΣ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑΚΤΑ ΣΥΝΕΧΩΣ ΕΔΑΦΟΣ
Ο, τι δέν πέτυχαν πέρυσι στην Πάφο στη συνάντηση της μικτής επιτροπής του Θεολογικού διαλόγου το πέτυχαν φέτος με την επίσκεψη του πάπα
του Θεολόγου κ. Παναγ. Σημάτη
Η διάβρωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τον Οικουμενισμό, παρουσιάστηκε σε όλη της την έκταση κατά την επίσκεψη του Πάπα στην Κύπρο. Τόσο καλή είναι η δουλειά, που δια του Οικουμενισμού γίνεται («ημών χασμωμένων, ρεγχόντων, ή και υπτίων απλώς κειμένων»), ώστε και αυτοί οι ίδιοι οι Παπικοί, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Απόρησαν και οι ίδιοι για το πόσο εύκολα, η αποτυχία του Οκτωβρίου στην Πάφο να περάσουν συνεσκιασμένα το Πρωτείο του Πάπα, μετατράπηκε μετά από 8 μήνες σε απόλυτη και μη αναμενόμενη επιτυχία, σε θρίαμβο.
Κατάφεραν, δηλαδή, να περάσουν την αναγνώριση του Πρωτείου, όχι βέβαια θεωρητικά, αλλά πρακτικά και σε επίπεδο εντυπώσεων και συμβολικών κινήσεων, αλλοιώνοντας ακόμα περισσότερο το ορθόδοξο αισθητήριο κλήρου και λαού! Αφού:
1. Tον Ρωμαίο Ποντίφηκα υποδέχτηκαν τιμητικά στην Κύπρο ο Αρχιεπίσκοπος και οι 11 Επίσκοποι που στις διάφορες εκδηλώσεις παρίσταντο.
Και τον υποδέχτηκαν, είτε αποσιωπώντας την αιρετική του ιδιότητα και αποκαλώντας τον ως «Αγιότατο Επίσκοπο Ρώμης», είτε –το χειρότερο, αφού αυτό αποτελεί κεντρική επιδίωξη της αιρέσεως του Οικουμενισμού– αφήνοντας να εννοηθεί ότι, παρά τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν και παρά το αμετανόητο του Πάπα και τη συνέχεια της δόλιας πολιτικής κατά της Ορθοδοξίας, οι Ορθόδοξοι μπορούμε να κοινωνούμε με τους αιρετικούς και να τους τιμούμε και να συμπροσευχόμαστε!
Το τραγελαφικό ήταν, πως μεταξύ των Επισκόπων που τίμησαν σε κάποια φάση τον Πάπα, περιλαμβανόταν και ο Επίσκοπος που ήταν επιφορτισμένος να διεξάγει τον αγώνα εναντίον των αιρέσεων (άρα και του Παπισμού) στην Κύπρο, όπως επίσης και εκείνος ο άλλος που προσέφερε κατά την υποδοχή-αποδοχή ανθοδέσμη στον Πάπα, τον προσκύνησε ως «Πρώτο» και ασπάστηκε συμβολικά την δεξιά του! («Η επίσκεψη του Πάπα …και το χειροφίλημα», aktines.blogspot.com/2010/06/blog-post_2925.html).
2. Επίσης, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και ο λαός τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό (όπως φρόντισαν να φανεί στα Μ.Μ.Ε.) ή με ευγένεια ως υψηλό και πολύτιμο φιλοξενούμενο για τα συμφέροντα της Κύπρου, λησμονώντας τον αρνητικό ιστορικό ρόλο του Βατικανού κατά του Κυπριακού λαού, και δείχνοντας –κατά το παράδειγμα των ιερωμένων– μια πνιγηρή αδιαφορία για τις διαφορές Πίστεως. (Η έλλειψη αυτού του ενδιαφέροντος για τη διαφύλαξη της Πίστεως, δεν είναι δείγμα ακηδίας και αδιαφορίας για τη σωτηρία μας;).
3. Κάθε ορθόδοξη αντίδραση κατεπνίγη με την ενεργή βοήθεια του Αρχιεπισκόπου και την συγκατάθεση των Επισκόπων. Βραχυκυκλώθηκαν ακόμη κι εκείνοι οι Επίσκοποι που δεν παρέστησαν στην υποδοχή του, ή εξέδωσαν κάποια ανακοίνωση, αφού η υποτονική αντίδρασή τους έγινε, όταν πλέον όλα είχαν κριθεί.
Τέλος σιώπησαν και όλα τα μοναστήρια. Ακόμα και το μοναστήρι του Σταυροβουνίου, που μας είχε δείξει το ηρωϊκό-αγωνιστικό πρόσωπό του τον παρελθόντα Οκτώβριο, εντάχθηκε (ποιος ξέρει ύστερα από πόσες πιέσεις) στον κύκλο της σιωπής, με μόνη αντίδραση μια αναποτελεσματική επιστολή στους Επισκόπους για την τιμή των όπλων.
4. Ο πανικός που κατέλαβε τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και τον οδήγησε να εκτοξεύσει πρωτοφανείς απειλές κατά συνεπισκόπων του κατέδειξαν:
α) πως η εργώδης προσπάθεια των Οικουμενιστών ήταν να κερδίσουν τις εντυπώσεις και εκμεταλλευόμενοι αυτές να προωθήσουν τα μυστικά σχέδιά τους,
β) πως η όλη επιχείρησή τους κρεμόταν σε μια κλωστή• αν υπήρχε οργανωμένη και έγκυρη αντίδραση θα έπεφτε στο κενό,
γ) πως οι ελάχιστες αντιδράσεις που έγιναν στο παρά πέντε της επισκέψεως του Πάπα, δεν επηρέασαν το αποτέλεσμα,
δ) πως ο Αρχιεπίσκοπος, παρά τις συμφωνίες που έκανε και τις δεσμεύσεις που απέσπασε από τους άλλους συνεπισκόπους του, όμως, φοβόταν κάποιους απρόβλεπτους παράγοντες• εν τούτοις αψήφησε κάθε πιθανότητα αποτυχίας και το ενδεχόμενο να διαιρέσει την Εκκλησία της Κύπρου, το έπαιξε κορώνα-γράμματα και προχώρησε στην υλοποίηση των Οικουμενιστικών-Παπικών σχεδίων.
Το παρακάτω δημοσίευμα του Φρ. Δαλίτης («Φιλελεύθερος» 12.6.2010) είναι εξόχως αποκαλυπτικό της αγωνιστικής άπνοιας που επεκράτησε και επέτρεψε στους παπικούς να θριαμβολογούν για την επιτυχία τους:
«Περίμεναν περισσότερες αντιδράσεις»
«Η ΟΛΗ επίσκεψη κύλησε ομαλά και αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε από τον ίδιο τον Πάπα, ούτε όμως και από την υπόλοιπη αντιπροσωπεία του Βατικανού. “Του έκανε φοβερή εντύπωση η υποδοχή που έτυχε”, αναφέρει ο Πάτερ Ουμπέρτο. “Εκείνος (εννοεί τον Πάπα) δεν εξέφρασε την άποψή του, αλλά πιστεύω ότι περίμεναν ότι θα υπήρχαν περισσότερες και πιο έντονες αντιδράσεις από την εδώ παρουσία του. Όμως, ευτυχώς δεν υπήρχε τίποτα”, πρόσθεσε ο Πάτερ Ουμπέρτο.
Ο Ποντίφικας όμως γενικότερα δεν έκρυβε την ευχαρίστησή του για την υποδοχή και για τη φιλοξενία που έτυχε. “Ήταν πολύ ευχαριστημένος από τη φιλοξενία και τον ενθουσιασμό με τον οποίο τον δέχτηκαν όλοι. Ο απλός κόσμος, αλλά και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος”, ανέφερε ο Πάτερ Ουμπέρτο» («Ο Πάπας που δεν είδαμε... Εντυπωσιάστηκε από την υποδοχή», «Φιλελεύθερος» 12/06/2010, Φρ. Δαλίτη).
Ο Οικουμενισμός, λοιπόν, κατακτά συνεχώς έδαφος.
Και ο Πάπας προελαύνει από τη μια Ορθόδοξη χώρα στην άλλη και γίνεται δεκτός με τιμές ο αιρετικός Ποντίφηκας. Επόμενος σταθμός του, κατά το 2013, η Σερβία.
Προς τούτο μάλιστα απηλλάγη από τώρα των καθηκόντων του, ο μόνος Επίσκοπος που ήταν εμπόδιο στην επίσκεψή του, ο Ράσκας Αρτέμιος!
Και ενώ το πλοίο της Εκκλησίας περιβάλλεται από άγρια κύματα και «η θάλασσα εξεγείρει μάλλον κλύδωνα», οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι κι εδώ στην Ελλάδα, ως ο Ιωνάς, αδρανούν.
Ή μάλλον, κάποιοι είναι άγρυπνοι, όχι για να κατατροπώσουν τους αιρετικούς, αλλά για να επιβάλλουν σιωπή στους Ορθοδόξους Επισκόπους που αντιδρούν.
Έτσι, μόλις ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ τόλμησε να καυτηριάσει τα της αθέσμου και προδοτικής υποδοχής του Πάπα στην Κύπρο, έσπευσαν συνεπίσκοποί του να τον ανακαλέσουν στην τάξη, ως επεμβαίνοντα τάχα στα εσωτερικά άλλης Εκκλησίας! (Για την ιστορία τα ονόματά τους: Νικόλαος Φθιώτιδος, Χρυσόστομος Ζακύνθου, Αλέξιος Νικαίας, Μεσσηνίας Χρυσόστομος).
«Ουδέποτε ανέγνωτε» εις την εκκλησιαστική ιστορία, Σεβασμιώτατοι, ότι όταν πρόκειται για θέματα Πίστεως, όχι μόνο δεν απαγορεύεται το ενδιαφέρον της μίας τοπικής Εκκλησίας για την άλλη, αλλά και επιβάλλεται, ιδιαίτερα μάλιστα των Επισκόπων;
* * *
Και βέβαια, «μη φοβού» ω «μικρόν ποίμνιον».
Ας φοβηθούμε, όμως, όσοι έπρεπε (πρέπει) να κάνουμε κάτι και δεν το κάνουμε, όσοι αφήνουμε στη μακαριότητα τους αδελφούς μας που αγνοούν, όσοι με τις πράξεις μας τους σκανδαλίζουμε.
Αναρτήθηκε από ΟΔΥΣΣΕΑΣ στις 7:20 μ.μ. 1 σχόλια Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση
Ετικέτες Οικουμενισμός
Η ΑΓΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΠΑΡΑ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΑΡΣΑΚΙΟ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 4ου-5ου ΑΙΩΝΟΣ)
ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΣ
ΕΠΙ ΕΠΙΚΑΙΡΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟΝ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ, ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 19400, ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ, Τ.Θ. 54, ΤΗΛ. 210 6020176, 210. 6021467
ΤΕΥΧΟΣ 17 (ΕΓΡΑΦΗ ΤΗΝ 25.6.2005)
᾿Από τήν ᾿Εκκλησιαστική ἱστορία τοῦ 4ου-5ου μ.Χ. αἰῶνος
Η ΑΓΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ
ΠΡΟΤΙΜΗΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ, ΠΑΡΑ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΗ
ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΑΙ ΜΟΙΧΟ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΑΡΣΑΚΙΟ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ
"ΕΞΕΛΕΞΑΝ" ΚΑΙ «ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ» ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟΝ
ΤΟΥ ΛΗΣΤΡΙΚΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ "ΚΑΘΑΙΡΕΘΕΝΤΟΣ"
ΚΑΙ ΑΔΙΚΩΣ ΕΞΟΡΙΣΘΕΝΤΟΣ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Εἰσαγωγικόν σημείωμα:
Τό παρόν 17ον τεῦχος τῆς "ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ" γράφεται ἐξ᾿ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος, ὅτι τά τελευταῖα τρία ἔτη μᾶς προέκυψε ἕνας "νέος ᾿Αρσάκιος" καί ἕνας νέος "προβατόσχημος λύκος", (ἔτσι ἀπεκάλει ὁ ἱερός Χρυσόστομος τόν ᾿Αρσάκιον), καί αὐτός εἶναι ὁ ψευδοαρχιεπίσκοπος κ. Νικόλαος, ὁ ὁποῖος δέν ἐδίστασε, ἔτι ζῶντος τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν κ. ᾿Ανδρέου νά πάρη τόν Θρόνον του, καί νά ἐπικαθήση ὡς μοιχός εἰς αὐτόν, διά νά ἐξυπηρετήση καλύτερον τόν παλαιοημερολογιτικόν οἰκουμενισμόν, ὁ ὁποῖος ἀπήτει τήν ἄμεσον οἰκουμενιστικήν ἕνωσιν μετά τῶν Φλωρινικῶν, ἤτοι βάσει τῆς χειροθεσίας τοῦ 1971, καί τήν ὑπαγωγήν ὑπό τόν Χριστόδουλον, ὡς δεκατριμεριτῶν ἤτοι ὡς Οὐνίαν τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ Νικόλαος ἦτο ὁ πλέον κατάλληλος νά ὑπηρετήση εἰς τό σημεῖον τοῦτο τά σχέδια τοῦ Παποοικουμενισμοῦ, ἀφοῦ εἶχεν ἐπιτύχει ὑπἐρ αὐτοῦ τό 54/76 ‘Απαλλακτικόν Βούλευμα, σύμφωνα μέ τό ὁποῖον ὁ «Πειραιῶς Νικόλαος ἀναγνωρίζεται ὡς Κανονικός Ἐπίσκοπος βάσει τῆς χειροθεσίας τοῦ 1971, ἡ ὁποία κατά τό Βούλευμα ἐπανέφερε τούς Ματθαιϊκούς Ἐπισκόπους ἀπό τό σχίσμα τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου τοῦ 1937 καί τάς ἀνόμους χειροτονίας τοῦ 1948 εἰς τήν Κανονικότητα»,
᾿Αλλά καί ἐνῶ μέχρι σήμερον Παρασκευήν 25.6.05 δέν ἐτόλμησαν νά μοῦ κοινοποιήσουν τήν ψευδοαπόφασίν των περί δῆθεν "ἐκπτώσεώς" καί "ἀργίας" μου, ἐνῶ τήν ἀνεκοίνωσαν εἰς τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης, μέ ὅλας τάς εἰς βάρος των νομοκανονικάς καί ἄλλας συνεπείας, ἔτρεξεν ὁ ψευδοαρχιεπίσκοπος κ. Νικόλαος, νά εἰσπηδήση, ὡς "κλέπτης καί ληστής" εἰς ἐνορίαν τῆς Μητροπόλεώς μου, ἤτοι τόν ῾Ιερό Ναό τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου εἰς Κερατέαν. ῾Ο Ναός οὗτος εἶναι μέν ἰδιόκτητος, ἐκκλησιαστικῶς ὅμως ἀνήκει εἰς τήν καθ᾿ ἡμᾶς ῾Ιεράν Μητρόπολιν. Τόν Ναόν τοῦτον ἐγκαινιάσαμεν ἡμεῖς, ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, ἐξυπηρετεῖ δέ ὡς ἐνορία τήν καθ᾿ ἡμᾶς ῾Ιεράν Μητρόπολιν ἐπί μίαν δεκαετίαν. Αὐτή ἡ πρᾶξις του εἶναι τό τρίτον κατά σειράν σχίσμα, τό ὀποῖον προεκάλεσεν εἰς ἐπίπεδον ἐνοριῶν - Μητροπόλεων, ὁ ἐν λόγῳ ψευδοαρχιεπίσκοπος.
Τό πρῶτον εἶναι τῆς ἐνορίας ῾Αγίας Τριάδος Κάτω ῾Ηλιουπόλεως, καί τό δεύτερο τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων Ραψάνης καί γενικώτερα τῆς ῾Ιερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου. Πρός ἐνημέρωσιν ὅσων δέν γνωρίζουν ποῖος ἦτο ὁ ᾿Αρσάκιος, λέγομεν, ὅτι μετά τήν παράνομον καθαίρεσιν τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἀπό τήν ληστρικήν ἐκείνην ψευδοσύνοδον, τήν ὁποίαν συνεκάλεσε καί τῆς ὁποίας προήδρευσεν ὁ γνωστός διά τάς πολλάς ραδιουργίας Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Θεόφιλος, εἷς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων διωκτῶν τοῦ ῾Ιεροῦ Χρυσοστόμου, "ἐξελέγη" ὁ ᾿Αρσάκιος ὡς ᾿Αρχιεπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν ἐβαρύνετο οὔτε μέ προδοσίας εἰς θέματα Πίστεως, οὔτε μέ ἱεροσυλίας καί βλασφημίας κατά τῆς ᾿Αποστολικῆς του Διαδοχῆς, οὔτε μέ συμπαιγνίας, καί βλασφημίας, ὅπως βαρύνεται ὁ ψευδοαρχιεπίσκοπος κ. Νικόλαος.
Παρά ταῦτα οἱ ὀρθόδοξοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, παρά τούς διωγμούς, τίς φυλακίσεις καί τίς ἐξορίες πού ὑπέστησαν, δέν ἐδέχθησαν νά ἐπικοινωνήσουν μαζί του).
῾Ο ἱερός Χρυσόστομος μετά τήν ἄδικον καί παράνομον
καθαίρεσίν του καί ἐνῶ κατευθύνεται εἰς τήν ἐξορίαν
δίδει τίς τελευταῖες συμβουλές
῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος μετά ἀπό ἐκείνας τάς ἀλλεπαλλήλους, τό τέλος περί τάς ἀρχάς τοῦ ἔτους 404, παρανόμους καί ληστρικάς "Συνόδους", ὑπό τοῦ ραδιούργου Πατριάρχου ᾿Αλεξανδρείας Θεοφίλου, καί τήν τελικήν καθαίρεσιν καί ἐξορίαν του (τό Πάσχα τοῦ 404), πρίν ἀναχωρήση .... κατευθύνθηκε μέ σταθερό βῆμα πρός τό βαπτιστήριο (τῆς ῾Αγίας Σοφίας), ὅπου ἦσαν συγκεντρωμένες οἱ διακόνισσές του, καί ἀφοῦ ἐκάλεσε κοντά του αὐτές πού ἀγαποῦσε περισσότερο, τήν ῾Ολυμπιάδα, τήν Πενταδία, τήν ῎Αμπρουκλα καί τήν Σαλβίνα, τίς εἶπε:
᾿Ελᾶτε, θυγατέρες μου, κι᾿ ἀκοῦστέ με προσεκτικά. Γιά μένα αἰσθάνομαι ὅτι ὅλα ἔχουν τελειώσει. ῾Ο δρόμος ἔφθασε στό τέλος κι᾿ ἴσως δέν θά ξαναδεῖτε πιά τό πρόσωπό μου. Σᾶς ἀφήνω μία παρακαταθήκη: Καμιά σας νά μήν παρεκλίνει ἀπό τό σεβασμό πού ὀφείλει πρός τήν ᾿Εκκλησία. ῾Οποιοσδήποτε ὁδηγηθεῖ στή χειροτονία μέ τήν συγκατάθεση ὅλων, χωρίς ραδιουργία καί χωρίς φιλοδοξία, καί γίνει διάδοχός μου, νά ὑποταχθεῖτε σ᾿ αὐτόν σάν σ᾿ ἐμένα. ῾Η ᾿Εκκλησία δέν μπορεῖ νά εἶναι χωρίς ᾿Επίσκοπο. ῎Ετσι νά ἑλκύετε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί νά μέ θυμᾶστε στίς προσευχές σας".
῞Ομως, ἐνῶ ὁ ἅγιος εὑρίσκετο εἰς τήν ὁδόν πρός τήν ἐξορίαν ἐξέλεξαν εἰς τήν θέσιν του τόν ᾿Αρσάκιον, εἰς τόν ὁποῖον οἱ ὀρθόδοξοι δέν ὑπήκουσαν. Δέν μάθαινε παρά μόνο ἀπό φῆμες, κατά τήν διάρκεια τῆς πορείας του, αὐτό πού πιό πολύ τόν ἐνδιέφερε, τήν τύχη τῆς ᾿Εκκλησίας του, τῶν ἀδελφῶν του καί τή δική του. Κι᾿ ὅταν πληροφορήθηκε τά γεγονότα ἀπό ἐπιστολές, ὅλα εἶχαν τελειώσει. ῞Ολα ἦσαν συντελεσμένα, ἀμετάκλητα κι᾿ ἔρχονταν αἰφνίδια νά τόν πλήξουν σάν κεραυνός. Γιά ἕνα τέτοιο πνεῦμα σάν τό δικό του, αὐτό ἰσοδυναμοῦσε μέ χίλιους θανάτους. Βρισκόνταν μεταξύ Χαλκηδόνας καί Νίκαιας, ὅταν ἔφθασε ἡ φήμη ὅτι στήν Κων/λη ἀσχολοῦνταν μέ τήν ἀντικατάστασή του. ῎Εσπευσε νά παραγγείλῃ στήν ᾿Ολυμπιάδα νά χρησιμοποιοιήση κάθε μέσο, γιά νά ἐμποδίση μία ἐκλογή, πού δέν μποροῦσε παρά νά εἶναι καταστροφική σ᾿ ἐκεῖνες τίς περιστάσεις.
"῎Αν γίνει αὐτή ἡ ἐκλογή, τῆς ἔγραφε, θά συμβοῦν δύο πράγματα πολύ θλιβερά γιά μένα, ὅσο καί καταστροφικά γιά τήν ᾿Εκκλησία. Κατ᾿ ἀρχήν ὁ διάδοχός μου θά ἐκλεγεῖ ἀπό ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν τό δικαίωμα καί τούς ὁποίους ἡ ᾿Εκκλησία ἀναγνωρίζει ἤδη ὡς διῶκτές της. ῎Επειτα εἶναι φανερό ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν σκοπεύουν νά κάνουν καλή ἐκλογή. ῾Επομένως ποιός μπορεῖ νά προβλέψη μέσα στήν ταραχή τῶν πνευμάτων τίς συνέπειες μιᾶς κακῆς ἐκλογῆς."
῾Ο προβατόσχημος λύκος ᾿Αρσάκιος ἐχρησιμοποίησε
τήν βία καί τήν ἀπάτη διά νά ἐπιβληθῇ.
῾Ο νέος ἀρχιεπίσκοπος (ὁ ᾿Αρσάκιος) κήρυξε τόν πόλεμο στά μοναστήρια, γιά νά τά ἐξαναγκάσει νά τόν ἀναγνωρίσουν. Χρησιμοποιήθηκαν ὅλα τά καταναγκαστικά μέσα, ἡ ἀπειλή, οἱ τιμωρίες, ἀκόμη καί ἡ πείνα. Κατακρατοῦσαν τίς προμήθειες τους, ἐλπίζοντας νά τούς κάμψουν μέ τήν πείνα. Πέτυχαν ἔτσι τήν συγκατάθεση πολλῶν μοναχῶν ἤ μοναζουσῶν. Τί μποροῦσαν νά κάνουν αὐτοί οἱ δυστυχεῖς; Γιά τόν ᾿Αρσάκιο ἡ ὑποταγή τους ἦτο τέτοια νίκη, πού ἡ ἐχθρική πρός τόν Χρυσόστομο μερίδα πανηγύριζε μέ κομπασμό.
῾Η ᾿Ολυμπιάδα εἶχε ἱδρύσει στήν Κων/λι γυναικεῖο μοναστήρι, στό ὁποῖο ἀφιέρωνε ὅλη της τή στοργή καί ὅλες της τίς φροντίδες. Κατά τήν διάρκεια ὅμως τῆς δίκης της, οἱ ταλαίπωρες μοναχές νόμισαν ὅτι ἐγκατελείφθηκαν καί ὑπεχώρησαν στίς ὑποσχέσεις, ἤ στόν φόβο, συνάπτοντας εἰρήνη μέ τόν παρείσακτο ᾿Αρσάκιο. ῾Η ᾿Ολυμπιάδα δέν τίς ξαναεῖδε ποτέ.
Οἱ ὀρθόδοξοι ἀρνοῦνται πᾶσαν ἐπικοινωνίαν
μετά τοῦ λήρου (φλυάρου) ᾿Αρσακίου.
῞Οταν λοιπόν ἐξελέγη καί ἀνερριχήθη εἰς τόν θρόνον ὁ ᾿Αρσάκιος, οἱ ὀρθόδοξοι (οἱ ᾿Ιωαννῖται, ὅπως τούς ἐχαρακτήριζαν) ἀρνήθηκαν πᾶσαν μετ᾿ αὐτοῦ κοινωνίαν καί προετίμησαν νά διωχθοῦν, νά ἐξορισθοῦν καί ἄλλα πολλά δεινά νά πάθουν παρά νά ὑποταχθοῦν εἰς τόν μοιχεπιβάτην ᾿Αρχιεπίσκοπον. Αὐτούς ἡ κρατική ἐξουσία τούς ἀντιμετώπισε ὡς ἀνυποτάκτους καί σχισματικούς. Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ ΟΜΟΛΟΓΙΑ τῆς ἁγίας ᾿Ολυμπιάδος ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ, εἰς τόν ὁποῖον ὡδηγήθη μέ τήν ψευδοακτηγορία ὅτι ἐπυρπόλησε τόν Ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας:
"῞Οταν ὁ δικαστής κάλεσε τήν διακόνισσα ᾿Ολυμπιάδα στό Δικαστήριο καί τήν ρώτησε γιατί ἔβαλε φωτιά στήν ἐκκλησία τῆς ῾Αγίας Σοφίας, ἐκείνη ἀπάντησε γαλήνια: ῾Ολόκληρη ἡ ζωή μου ἀρκεῖ, γιά νά ἀποκρούσει μιά τέτοια κατηγορία. ῾Υπῆρξα πλούσια στό παρελθόν κι᾿ εἶναι γνωστό ὅτι τά πλούτη μου δαπανήθηκαν γιά τήν ἀνοικοδόμησι καί τόν ἐξωραϊσμό τῶν ναῶν τοῦ Θεοῦ. Δέν μαθαίνει κανείς ἔτσι νά τούς καίει». «῏Ω γνωρίζω τή ζωή σου, ἀνέκραξε ὁ ἔπαρχος μέ ὀργή. Πῆρε τό λόγο ξανά ἡ ᾿Ολυμπιάδα κι᾿ ἀπάντησε μεγαλόπρεπα». «῎Ε λοιπόν, ἄν γνωρίζεις τή ζωή μου, κατέβα ἀπό τό βῆμα, ὅπου κάθεσαι ὡς κριτής καί ἔλα νά καθίσεις ἐδῶ ὡς κατήγορος. Κάποιος ἄλλος θά δικάσει ἀνάμεσά μας». ᾿Αλλά ἡ θέση τῶν κατηγόρων ἔμενε ἄδεια.
῎Εκπληκτος ὁ ἔπαρχος άπό τήν τόση ἑτοιμότητα καί παρρησία, προσποιήθηκε ὅτι ἀπατήθηκε καί δέν μίλησε πιά γιά τήν κατηγορία τῆς πυρκαϊᾶς. ᾿Αλλά δίνοντας στήν φωνή του ἕνα τόνο ὑποκριτικῆς συμπάθειας εἶπε: Θέλω νά ἀπευθύνω μιά συμβουλή σέ σένα καί σ᾿ ὅλες αὐτές πού σοῦ μοιάζουν. Εῖστε ἀνόητες πού μέ τήν στάση σας ἀπωθεῖτε τήν ἐπικοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπό σας, ὅταν οἱ θλίψεις καί οἱ τιμωρίες εἶναι ἡ ἀναπόφευκτη συνέπεια τῆς συμπεριφορᾶς σας. Πιστέψτε με καί μετανοῆστε, ὅσο εἶναι ἀκόμη καιρός. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ κατηγορία εἶχε ἀλλάξει ὄψη. ᾿Αντί γιά ἔγκλημα τῆς πυρκαιᾶς, πρόβαλε ἡ κατηγορία τῆς ἀνταρσίας καί τοῦ σχίσματος.
῾Ο ᾿Οπτάτος, αὐτό ἦταν τό ὄνομα τοῦ δικαστοῦ, προσπαθεῖ νά τήν ἀναγκάση νά ἔλθη σέ ἐπικοινωνία μέ τόν ᾿Αρσάκιο καί ἐκείνη ζητᾶ προθεσμία λέγοντάς του. ῎Αν παρά τήν δικαιοσύνη καί τούς νόμους εἶμαι ἀναγκασμένη νά ἐπικοινωνήσω μέ ἐκεῖνον, πού καθόλου δέν θά ἔπρεπε, θά ξέρω τουλάχιστον μέχρι ποιοῦ σημείου τό καθῆκον καί ἡ συνείδησις μέ παροτρύνουν. ᾿Αποκαμωμένος ὁ ῎Επαρχος τῆς ὥρισε προθεσμία. ῾
῞Υστερα ἀπό κάποιο χρονικό διάστημα ἐπέστρεψε ἄκαμπτη, ὅπως καί τήν πρώτη φορά. ῾Ο δικαστής τῆς ἐπέβαλε βαρύτατο πρόστιμο καί τήν καταδίκασε σέ ἐξορία. ῾Η ᾿Ολυμπιάδα προτίμησε τήν ἐξορία παρά νά ἐπικοινωνήσει μέ τόν ᾿Αρσάκιο. ῾Η ἐξορία της ὁρίστηκε ἀρχικά στήν Κύζικο κι᾿ ἔπειτα στήν Νικομήδεια...."
῾Ο ἱερός Χρυσόστομος ἀμέσως μόλις ἔμαθε τά γεγονότα ἔγραψε ἐπιστολήν εἰς τήν ἄλλην διακόνισσα, τήν Πενταδία, ἐπαινώντας την διά τήν ὁμολογιακήν της στάσιν, ἡ ὁποία καί αὐτή ἀντιμετώπισε μέ ὁμολογιακόν θάρρος τήν σκληρότητα τῶν δικαστῶν,:
"Χαῖρε καί εὐφραίνου," τῆς γράφει, καί συνεχίζει: ᾿Εκέρδισες εὔκολα τήν νίκη. Μέ μιά λέξη ἀποστόμωσες τήν ἀναισχυντία ἄγριων θηρίων καί φίμωσες τό γεμάτο λύσσα στόμα τους. ῾Η ἀλήθεια γιά τήν ὁποία ἀγωνίσθηκες καί ὑπέφερες, ἔχει πραγματικά αὐτή τήν δύναμη, ὥστε μιά λέξη ἀρκεῖ, γιά νά θριαμβεύσει ἐνάντια στούς συκοφάντες. ᾿Αντίθετα τό ψέμα μάταια περιβάλλεται μ᾿ ἔνα πέπλο τεχνασμάτων, καταρρέει καί σκορπίζεται στόν παραμικρό ἄνεμο κι᾿ εἶναι ἀσθενέστερο κι᾿ ἀπό τόν ἰστό τῆς ἀράχνης...
Ποιά παγίδα δέν σοῦ ἔστησαν; Καί τί δέν μηχανεύτηκαν, γιά νά κλονίσουν τήν ψυχή σου τήν τόσο δυνατή, τήν τόσο γενναία καί πιστή στόν Θεό; Σ᾿ ἔσυραν στήν ἀγορά, ἀπό τήν ἀγορά στό δικαστήριο, ἀπό τό δικαστήριο στή φυλακή, ἐσένα πού δέν γνώριζες τίποτε στόν κόσμο παρά μόνον τήν ἐκκλησία καί τό δωμάτιό σου. ᾿Ακόνισαν τίς γλῶσσες ψευδομαρτύρων, ἐπινόησαν ἄθλιες συκοφαντίες καί, γιά νά σέ τρομοκρατήσουν, διέπραξαν φόνους μπροστά στά μάτια σου.
Εἶδες ποτάμι νά κυλᾶ τό αἷμα, σώματα νέων ἀνθρώπων νά ξεσχίζονται ἀπό τά ξίφη,νά κατατρώγονται ἀπό τήν φωτιά, πολυάριθμα ἐπιφανῆ πρόσωπα καταπληγωμένα καί παραδομένα στά βασανιστήρια. Τέλος, δέν ὑπάρχει πέτρα, πού νά μή κίνησαν γιά νά σέ τρομάξουν...᾿Εσύ ὅμως ὅμοια μέ ἀετό, πού ὁρμᾶ πρός τόν οὐρανό, ἔσχισες τά δίχτυά τους, γιά νά φτάσεις στίς οὐράνιες σφαῖρες τῆς ἐλευθερίας, ὅπου ἀναπαύεται ἡ ἀρετή. ῎Οχι μόνον δέ μπόρεσαν νά σέ τυλίξουν στά πλοκάμια τους, ἀλλά οἱ ἴδιοι πιάστηκαν μέσα σ᾿ αὐτά".
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος τόν παράνομο ᾿Αρχιεπίσκοπο
᾿Αρσάκιο τόν ὠνόμασε «προβατόσχημο λύκο,
μοιχό κάτω ἀπό τήν μάσκα ἐπισκόπου». .
῾Η ἐκλογή τοῦ ᾿Αρσακίου, ὅταν ἀργότερα τήν πληροφορήθηκε ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τοῦ προκάλεσε βίαιη ἀγανάκτηση. Σέ μιά ἐπιστολή του πρός ἕνα ἀπό τούς ἔμπιστους ἐπισκόπους του, τόν Κυριακό Συνάδων, δίνει ἐξηγήσεις: "Μοῦ μετέφεραν τί συνέβη μ᾿ αὐτόν τόν ἀνόητο, πού ὑψώθηκε στόν ᾿Επισκοπικό μου θρόνο ἀπό τήν αὐτοκράτειρα. ῎Εμαθα τίς σκληρότητες, πού διαπράχθηκαν ἀπ᾿ αὐτόν τόν ἄτιμο ἐνάντια στούς ἀδελφούς μας, πού δέν θέλουν νά ἐπικοινωνήσουν μαζί του, καί πώς πολλοί ἀνάμεσά τους πέθαναν στήν φυλακή γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς ὑπόθεσής μου. Εἶναι ἕνας προβατόσχημος λύκος, ἕνας μοιχός κάτω ἀπό τήν μάσκα ἐπισκόπου. ῞Οπως ἡ γυναίκα θεωρεῖται μοιχαλίδα, ὄταν ἔχει σχέσεις μἐ ἄλλον ἄνδρα, ἐνῶ ζῇ ὁ σύζυγός της, ἔτσι ὁ ᾿Αρσάκιος εἶναι μοιχός, ὄχι κατά σάρκα, ἀλλά κατά πνεῦμα. ᾿Ενῶ ἀκόμη ζῶ, ἅρπαξε τήν ᾿Εκκλησία τῆς ὁποίας εἶμαι σύζυγος". ....
Δεχθῆτε τόν διάδοχόν μου ἄν ἐκλεγῇ
χωρίς ραδιουργία καί μέ εἰλικρινῆ ἐκλογή τοῦ λαοῦ.
Κατά βάθος ἡ καρδιά του ἦταν τραυματισμένη καί κάθε εἴδηση γιά λιποταξία μεταξύ τῶν πιστῶν του τόν ἔκαιγε σάν πυρακτωμένος σίδηρος. ᾿Από μακριά τούς προέτρεπε κι᾿ ἔπλεκε οὐράνια στεφάνια, ὅπως ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων στά παιδιά της. Κατά τόν ἀποχαιρετισμό του στό βαπτιστήριο τῆς ῾Αγίας Σοφίας εἶχε πεῖ στίς διακόνισσές του: "Δεχθεῖτε τόν διάδοχο πού θά ἐκλέξουν σάν νά ἤμουν ἐγώ ὁ ἴδιος, γιά νά μή διαιρεθεῖ ἠ ᾿Εκκλησία". ᾿Αλλά εἶχε προσθέσει: "῎Αν ὁ διάδοχος αὐτός ἀνεβεῖ στόν θρόνο μου χωρίς ραδιουργία καί μέ εἰλικρινῆ ἐκλογή τοῦ λαοῦ". Δέν εἶχε πεῖ ποτέ κι᾿ οὔτε μποροῦσε ποτέ νά πῆ: "Δεχθεῖτε σάν ἐμένα τόν ἐχθρό μου, τόν μηνυτή μου, ἤ ἕναν ἀπό τούς παράνομους δικαστές πού μέ καταδίκασαν". «Θά ἦταν, ὅπως σημειώνει ὁ συγγραφεύς, «σάν νά δικαιολογοῦσε κατά κάποιο τρόπο τήν καταδίκη του καί σάν νά ἀμφέβαλλε καί ν᾿ ἀρνιοῦνταν τό δίκιο του. Στά μάτια του, ὅμως, ὅπως καί στά μάτια τῶν ἀληθινῶν πιστῶν, ἡ ὑπόθεσή του ἦταν ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ».
Οἱ φρικαλεότητες στήν Κων/λι καί ἀλλοῦ κατά τῶν
ὀρθοδόξων («Ἰωαννιτῶν», ὅπως τούς ὠνόμασαν)
καί ὁ γενικός διωγμός κατ’ αὐτῶν προεκάλεσε
τήν ἀντίδρασι στούς λαϊκούς, τούς ὁποίους
ὁ Χρυσόστομος δέν δίστασε νά χαρακτηρίσει
μάρτυρας καί ὁμολογητάς.
Γράφει σχετικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος σέ ἄλλη του ἐπιστολή:
«Δέν θά μποροῦσα ν’ ἀρνηθῶ τόν τίτλο τοῦ μάρτυρα σέ ἀνθρώπους, πού ὄχι μόνον δέν ὑποχώρησαν στίς προσβολές, στίς ὕβρεις, στίς συκοφαντίες, ἄν καί μόνον αὐτό ἔχει ἤδη τήν ἀξία του, ἀλλά ἐπί πλέον ἀντιμετώπισαν ἀτρόμητα τίς φοβερές ἀπειλές, τήν ἐξουσία τοῦ αὐτοκράτορα, τό βλέμμα τοῦ παροργισμένου δικαστῆ καί τήν θέα τῶν βασανιστηρίων. Αὐτοί μέ μιά λέξη, ἦσαν ἕτοιμοι γιά ὅλα, προκειμένου νά μήν ἔλθουν σέ κοινωνία μέ τούς ἀνόσιους, συσσωρεύοντας ἔγκλημα πάνω στό ἔγκλημα. Τέτοιοι μάρτυρες πού σφραγίζουν μέ τό μαρτύριό τους τήν ὑπακοή στήν Ἐκκλησία, παρηγοροῦν τήν ἁγία αὐτή Μητέρα γιά τούς δειλούς πού τήν ἀπαρνοῦνται, ὅσο πολυάριθμοι καί ἄν εἶναι. Ἕνας μόνο ἄνθρωπος, πού ἐφαρμόζει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀξίζει περισσότερο ἀπό δέκα χιλιάδες, πούτό παραβιάζουν»
Ἐνθαρύννοντας τούς πιστούς ὁ Χρυσόστομος προσθέτει καί τά ἑξῆς ἀξιοσημείωτα λόγια, τά ὁποῖα εἶναι παρηγορητικά καί γιά μᾶς σήμερα πού μέ βάρβαρο τρόπο οἱ Νικολαῖτες κατέλαβαν καί κατακρατοῦν τούς Ναούς καί τά Ιδρύματα τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα ἀνηγέρθησαν μέ θυσίας ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ διά νά διακονήσουν τήν Ἐκκλησία καί ὄχι νά γίνουν κέντρα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ (ἐν προκειμένω τοῦ Νικολαϊτικοῦ) Οἰκουμενισμοῦ:
«Ἄν ὁ Ἐπίσκοπος δέν βρίσκεται ἀνάμεσα στό λαό του, γιά νά τόν καθοδηγεῖ, ἀς κάνουν τά πρόβατα μόνα τους τό ἔργο τοῦ ποιμένα. Οἱ δειλοί πού προβάλλουν αὐτή τήν πρόφαση, γιά νά ἀπέχουν ἀπό τίς συνάξεις (τίς συνάξεις τῶν ὀρθοδόξων πού συγκεντρώνοντο εἰς τήν ὕπαιθρον, ἐφ’ ὅσον τούς ἐξεδίωξαν ἀπό τούς Ναούς των) ἀθετοῦν καθῆκον τῆς πίστεως. Μήπως ὁ Δανιήλ καί οἱ αἰχμάλωτοι Ἰουδαῖοι στήν Βαβυλώνα χρειάζονταν θυσιαστήρια, ναό, ἀρχιερέα, γιά νά τηρήσουν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ;»
Ὅπως σχολιάζει ὁ συγγραφεύς:
«Μιά τέτοια γλῶσσα, φθάνοντας ἀπό τήν ἔρημο τῆς Κουκουσοῦ στά δάση ἤ στά βουνά τῆς Θράκης, στά κρησφύγετα ὅπου συναθροίζονταν οἱ ἰωαννῖτες, ἀναθέρμαινε τίς καρδιές τους καί προκαλοῦσε νέα κύματα ἐνθουσιασμοῦ καί ἀφοσίωσης»
Καί ἕν ἐπίκαιρον σχόλιον:
Παράνομος καί μοιχός ἦτο ὁ Ἀρσάκιος, ἐφ’ ὅσον ζῶντος τοῦ Χρυσοστόμου, ἤρπασε τόν θρόνον του καί ἐπεκάθησεν ἐπ’ αὐτοῦ ὡς τύραννος καί διώκτης τῶν ὀρθοδόξων. Παράνομος καί μοιχός καί ὁ νῦν ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος, διότι ζῶντος (ἐν ἔτει 2003) τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ληστρικῶς ἤρπασε τόν θρόνον του, καί ἐπεκάθησεν ἐπ’ αὐτοῦ ὡς τύραννος καί διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων, διά νά ἐξυπηρετηθοῦν καλύτερον τά προδοτικά σχέδια τῶν πρακτόρων τοῦ παποοικουμενισμοῦ, τούς ὁποίους ὥρισεν ὁ νεοημερολογίτης Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος προκειμένου νά ἐργασθοῦν ἔσωθεν διά νά παραδώσουν τούς Ὀρθοδόξους εἰς τάς χεῖράς του καί ἐκεῖνος νά τούς παραδώσει εἰς τόν Πάπαν, ἤτοι εἰς τήν ψευδοεκκλησίαν τοῦ ἀντιχρίστου.
Καί ὁ μέν Ἀρσάκιος, σύμφωνα μέ ὅσα γνωρίζομεν, ἐκατηγορήθη μόνον διά Κανονικῆς φύσεως θέματα, καί παρά ταῦτα οἱ Ὀρθόδοξοι τόν ἀπεστράφησαν. Ὀ Νικόλαος, ὅμως, δέν κατηγέλθη μόνον διά Κανονικῆς φύσεως θέματα, καί ληστρικάς ἐνεργείας κατά τῆς Κανονικῆς Τάξεως, ἀλλά καί διά αἱρετικά φρονήματα, βλασφημίας κατά τῆς Ἀποστολικῆς του Διαδοχῆς καί ἱεροσυλίας κατά συρροήν. Ἐρωτῶμεν τί πρέπει νά κάμουν οἱ σημερινοί Ὀρθόδοξοι. Νά ὑποκύψουν εἰς τάς πιέσεις ἤ νά παραμείνουν εἰς τήν καλήν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, ἀψηφοῦντες καί ἀπειλάς καί ψευδοκαθαιρέσεις καί ψευδοαφορισμούς καί δικαστήρια; Τήν ἀπάντησι ἀς τήν δώσει ἕκαστος κατά τήν ἐπιταγήν τῆς συνειδήσεώς του.
Τά στοιχεῖα ἐλήφθησαν ἀπό τό θαυμάσιο βιβλίο:
ANDREI ΤΗΙΕRRΥ, ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,
ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ»,
Μετάφρασις ἀπό τά Γαλλικά, ᾿Εκδόσεις
"Χριστιανική ᾿Ελπίς", Θεσσαλονίκη 2003.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)