Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

 

Περικλέους Ἐπιτάφιος Λόγος: «ὅπου τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς εἶναι τὰ πιὸ μεγάλα, ἐκεῖ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ οἱ πιὸ ἐνάρετοι ἄνδρες!»‘
Δημοσίευση : Πέμπτη , 10 Ιουνίου 2021
(Θουκυδίδου, Ἱστοριῶν Β´, § 35-46)
[35] Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι.
Χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ᾿ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ὅσους ὡς τώρα ἔχουν μιλήσει ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ συνηθίζουν νὰ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος στὸν νόμο ποὺ διέπει τὴν ταφὴ τῶν νεκρῶν πρόσθεσε τὴν διάταξη αὐτὴ περὶ ἐπιταφίου λόγου, γιατὶ θεωροῦν ὅτι ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ἀπονέμεται μιὰ τέτοια τιμὴ στοὺς νεκροὺς τῶν πολέμων κατὰ τὸν ἐνταφιασμό τους.
Σὲ μένα ἐν τούτοις θὰ φαινόταν ὅτι εἶναι προτιμότερο, οἱ τιμὲς ποὺ ἀπονέμονται σὲ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀναδείχθηκαν γενναῖοι με τὰ ἔργα τους, νὰ ἐκδηλώνονται καὶ αὐτὲς μὲ ἔργα μόνο, ὅπως εἶναι π.χ. αὐτές, τὶς ὁποῖες τώρα βλέπετε γύρω ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό τους, ποὺ ἔγινε δημοσίᾳ δαπάνῃ, καὶ ὄχι νὰ ἐξαρτῶνται οἱ ἀρετὲς τῶν πολλῶν ἀπὸ τὴν ἱκανότητα ἢ τὴν ἀνικανότητα ἑνὸς ἀνθρώπου, νὰ κανονίζεται δηλαδὴ ἡ περὶ αὐτῶν ἐκτίμηση τῶν ἀκροατῶν ἀπὸ τὴν εὐφράδεια ἢ μὴ εὐφράδεια τοῦ ρήτορα.
Γιατὶ εἶναι δύσκολο πράγμα νὰ μιλήσει κανεὶς ἀντικειμενικὰ (χωρὶς δηλαδὴ νὰ πεῖ οὔτε λιγότερα οὔτε περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι πρέπει) γιὰ κάποιο θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι δύσκολο νὰ ἐξακριβωθεῖ καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ ἁπλὴ ἰδέα, ὅτι τὰ λεγόμενα ἀπὸ τὸν ρήτορα εἶναι ἀληθινά.
Γιατὶ ὁ ἀκροατής, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ πράγματα καὶ εἶναι εὐνοϊκὰ διατεθειμένος πρὸς αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔπραξαν, θὰ σχημάτιζε ἴσως τὴν ἰδέα, ὅτι αὐτὰ ἐκτέθηκαν κάπως κατώτερα ἀπὸ ὅ,τι αὐτὸς γνωρίζει καὶ ἐπιθυμεῖ, ἐνῶ ἀντίθετα, ὅποιος τὰ ἀγνοεῖ, θὰ σκεπτόταν ὅτι μερικὰ ἐκτέθηκαν ἀρκετὰ μεγαλοποιημένα, καὶ αὐτὸ ἀπὸ φθόνο, τὸν ὁποῖο δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀκούει κάτι τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὶς δικές του φυσικὲς δυνάμεις.
Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι ἀνέχονται τοὺς ἐπαίνους ποὺ λέγονται γιὰ ἄλλους μόνο ἐφόσον κάθε ἀκροατὴς ἔχει τὴ γνώμη, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ πράξει κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκούει.
Ἐνῶ γιὰ κάθε τί, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, αἰσθάνεται διὰ μιᾶς φθόνο καὶ δυσπιστία.
Ἐφόσον ὅμως οἱ πρόγονοί μας ἔκριναν ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο πρέπει νὰ γίνονται τὰ πράγματα αὐτά, πρέπει κι ἐγὼ νὰ ἀκολουθήσω τὸ ἔθιμο αὐτὸ καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν γνώμη τοῦ καθενός σας ὅσο μπορέσω περισσότερο.
[36] Ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶ αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι᾿ ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ Ἕλληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ βουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ᾿ αὐτὰ καὶ μεθ᾿ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν.
Θὰ μιλήσω πρῶτα πρῶτα γιὰ τοὺς προγόνους μας.
Διότι εἶναι δίκαιο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ πρέπον, σὲ μιὰ τέτοια περίσταση, κατὰ τὴν ὁποία θρηνοῦμε καὶ ἐγκωμιάζουμε τοὺς νεκρούς μας, νὰ τοὺς ἀπονέμεται ἡ τιμὴ αὐτὴ νὰ μνημονεύονται πρῶτοι.
Γιατὶ δὲν ὑπῆρξαν οὔτε μία στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία νὰ ἔπαυσαν νὰ κατοικοῦν τὴν χώρα αὐτή, καὶ χάρις στὴν ἀνδρεία τοὺς διαφύλατταν τὴν ἐλευθερία της ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας καὶ μᾶς τὴν παράδωσαν ἐλεύθερη. Καὶ ἐκεῖνοι λοιπὸν εἶναι ἄξιοι ἐπαίνου ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο οἱ πατέρες μας.
Γιατὶ ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κληρονόμησαν, ἀπέκτησαν μὲ πολλοὺς κόπους καὶ κληροδότησαν σὲ μᾶς τοὺς σημερινοὺς ὅλη αὐτὴ τὴν ἐπικράτεια ποὺ κατέχουμε σήμερα.
Τὸ δὲ ἔργο τῆς περαιτέρω βελτίωσης, τὸ ἐπιτελέσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ποὺ εἴμαστε συγκεντρωμένοι ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι βρισκόμαστε ἀκόμη σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἡλικία μας, καὶ ἐμεῖς ἐφοδιάσαμε τὴν πόλη μας μὲ ὅλα τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εἶναι αὐταρκέστατη καὶ γιὰ πόλεμο καὶ γιὰ εἰρήνη.
Ἀπὸ ὅλα δὲ αὐτὰ ἐγὼ ὅσα μὲν ἀναφέρονται σὲ πολεμικὰ κατορθώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε ἡ κάθε μιὰ κατάκτηση, ἢ ἀφοροῦν τὴν ἐνεργητικότητα, μὲ τὴν ὁποία ἀποκρούσαμε, εἴτε ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ εἴτε οἱ πρόγονοί μας, τοὺς ἑκάστοτε ἐπελθόντες ἐναντίον μας Βαρβάρους ἢ Ἕλληνες, ὅλα αὐτά, θὰ τὰ παραλείψω, γιατὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπεραντολογῶ ἐνώπιον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τὰ γνωρίζουν.
Ἀλλὰ μὲ ποιὸν τρόπο φθάσαμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς δύναμης ποὺ εἴμαστε σήμερα, καὶ μὲ ποιὰ μορφὴ πολιτεύματος καὶ μὲ ποιὲς συνήθειες ἔγινε μεγάλη ἡ δύναμή μας, ὅλα αὐτὰ θὰ ἀναπτύξω πρῶτα, καὶ ἔπειτα θὰ προχωρήσω στὸ ἐγκώμιο αὐτῶν ἐδῶ τῶν νεκρῶν, γιατὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάρμοστο νὰ λεχθοῦν αὐτὰ καὶ γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, καὶ δὲν εἶναι ἀνώφελο νὰ τὰ ἀκούσουν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, ἀστοὶ καὶ ξένοι.
[37] Χρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺς τῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλον αὐτοὶ ὄντες τισὶν ἢ μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ᾿ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται· μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴν ἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκ ἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ᾿ ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ᾿ αὖ κατὰ πενίαν, ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν, ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι᾿ ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ᾿ ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ᾿ ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
Ἔχουμε δηλαδὴ πολίτευμα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀντιγράφει τοὺς νόμους ἄλλων, μᾶλλον δὲ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε ὑπόδειγμα σὲ μερικοὺς παρὰ μιμούμαστε ἄλλους.
Καὶ ὀνομάζεται μὲν δημοκρατία, γιατὶ ἡ διοίκηση εἶναι στὰ χέρια τῶν πολλῶν καὶ ὄχι τῶν ὀλίγων, ἔναντι δὲ τῶν νόμων εἶναι ὅλοι ἴσοι στὶς ἰδιωτικές τους διαφορές, ἐνῶ ὡς πρὸς τὴν θέση τους στὸν δημόσιο βίο κάθε ἕνας προτιμᾶται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δημόσια ἀξιώματα ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπίδοση τὴν ὁποία σημειώνει σὲ αὐτά, δηλαδὴ ἡ δημόσιά του σταδιοδρομία ἐξαρτᾶται μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἀτομική του ἀξία καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ τάξη, ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται, οὔτε πάλι ἕνας, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν φτωχὸς ἔχει ὅμως τὴν ἱκανότητα νὰ παράσχει κάποια ὑπηρεσία στὴν πατρίδα του, ἐμποδίζεται σὲ αὐτὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι ἄγνωστος.
Ζοῦμε δὲ σὰν ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, καὶ σὰν πολίτες στὸν δημόσιο βίο καὶ σὰν ἄτομα στὸν ἰδιωτικό, στὶς ἐπιδιώξεις μας τῆς καθημερινῆς ζωῆς, κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν κοιτᾶμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον μὲ καχυποψία, δὲν θυμώνουμε μὲ τὸν γείτονά μας, ὅταν κάνει ὅ,τι τοῦ ἀρέσει, οὔτε παίρνουμε μία φυσιογνωμία σκυθρωπή, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ μὴν βλάπτει τὸν ἄλλο, πάντως ὅμως εἶναι δυσάρεστη.
Ἐνῶ δὲ στὴν ἰδιωτική μας ζωὴ συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρὶς νὰ ἐνοχλεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, στὴν δημόσιά μας ζωή, σὰν πολίτες, ἀπὸ σεβασμὸ πρὸ πάντων δὲν παραβαίνουμε τοὺς νόμους, ὑπακοῦμε δὲ στοὺς ἑκάστοτε κατέχοντες τὰ δημόσια ἀξιώματα καὶ στοὺς νόμους, πρὸ περισσότερο σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς νόμους, ποὺ ἔχουν θεσπιστεῖ γιὰ ὑποστήριξη τῶν ἀδικούμενων, καὶ σὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ ἄγραφοι, ἡ παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπὴ στοὺς παραβάτες.
[38] Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες, ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ᾿ ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει. ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ πνεῦμα μας ἔχουμε ἐφεύρει πλείστους ὅσους τρόπους νὰ τὸ ἀνακουφίζουμε ἀπὸ τοὺς κόπους, μὲ ἑορταστικοὺς ἀγῶνες καὶ θυσίες, τὶς ὁποῖες ἔχουμε καθιερώσει καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ ἔτους, καὶ μὲ εὐπρεπῆ ἰδιωτικὰ οἰκήματα, ἡ δὲ εὐχαρίστηση τὴν ὁποία καθημερινὰ ἀπολαμβάνουμε ἀπὸ ὅλα αὐτά, διώχνει τὴν μελαγχολία.
Λόγω δὲ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων τῆς πόλης μας εἰσάγονται σὲ αὐτὴν προϊόντα ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ συμβαίνει νὰ ἀπολαμβάνουμε ἔτσι τὰ προϊόντα τῶν ἄλλων χωρῶν μὲ ὅση οἰκειότητα καταναλώνουμε τὰ προϊόντα της Ἀττικῆς (σὰν νὰ εἶναι δηλαδὴ δικά μας).
[39] Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶν μελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρ πόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος, ὃ μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶν πολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐ ταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢ τῷ ἀφ᾿ ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲν ἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρ Λακεδαιμόνιοι καθ᾿ ἑαυτούς, μεθ᾿ ἁπάντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶν πέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶν οὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦ ναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέ που μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντές τέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαι καὶ νικηθέντες ὑφ᾿ ἁπάντων ἡσσῆσθαι. καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἢ πόνων μελέτῃ καὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον ἢ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶ μοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοις τὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτι ἐν ἄλλοις.
Ὑπερέχουμε δὲ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας καὶ στὴν πολεμικὴ προετοιμασία κατὰ τὰ ἑξῆς: Τὴν πόλη μας π.χ. τὴν παρέχουμε ἀνοιχτή σε ὅλον τὸν κόσμο, καὶ ποτὲ δὲν ἀποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τοὺς ξένους ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἀκρόαμα ἢ θέαμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο, ἂν δὲν τὸ κρατήσουμε μυστικὸ καὶ τὸ δεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθεῖ, καὶ αὐτὸ γιατὶ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη ὄχι τόσο στὶς πολεμικὲς προετοιμασίες καὶ τὰ στρατηγήματα ὅσο στὴν ἔμφυτη γενναιότητά μας ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἔργα.
Στὸ ζήτημα δὲ πάλι τῆς ἀγωγῆς, ἐνῶ ἐκεῖνοι ὑποβάλλονται ἀπὸ τὴν νεαρή τους ἀκόμα ἡλικία σὲ συνεχῆ καὶ ἐπίπονη ἄσκηση, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδιώκουν νὰ γίνουν γενναῖοι, ἐμεῖς ζοῦμε μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ ὅμως εἴμαστε ἐξ ἴσου πρόθυμοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζουν καὶ αὐτοί.
Καὶ νὰ ἡ ἀπόδειξη: ἐνῶ οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐκστρατεύουν κατὰ τῆς χώρας μας μὲ ὅλους τοὺς τοὺς συμμάχους καὶ ποτὲ μόνοι, ἐμεῖς ἐπερχόμαστε κατὰ τῶν ἄλλων ἐντελῶς μόνοι, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς νικᾶμε χωρὶς καμία δυσκολία τοὺς ἀντιπάλους μας, μολονότι ἐκεῖνοι μὲν μάχονται ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν, ἐμεῖς δὲ εἴμαστε σὲ ξένο ἔδαφος.
Καὶ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας δὲν ἀντιμετώπισε μέχρι σήμερα τὶς δυνάμεις μας ἑνωμένες, γιατὶ ἀφ᾿ ἑνὸς καταβάλλουμε πολλὲς φροντίδες ταυτόχρονα καὶ γιὰ τὸ ναυτικό μας, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου κατατέμνουμε τὶς δυνάμεις μας τοῦ πεζικοῦ καὶ τὶς στέλνουμε σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς ἐπικράτειάς μας.
Ἂν δὲ κάπου μὲ μέρος μόνο τῆς δύναμής μας συμπλακοῦν οἱ ἀντίπαλοί μας, τότε, ἂν μὲν νικήσουν, καυχῶνται ὅτι μᾶς νίκησαν ὅλους, ἂν δὲν νικηθοῦν, διακηρύσσουν ὅτι νικήθηκαν ἀπὸ ὅλους.
Καὶ βέβαια, ἂν ἐμεῖς ἀντιμετωπίζουμε μὲ πολλὴ προθυμία τοὺς κινδύνους, μᾶλλον μὲ μιὰ ἀφροντισιὰ καὶ ἄνεση παρὰ μετὰ ἀπὸ ἐπίπονη ἄσκηση, καὶ μὲ ἀνδρεία, ἡ ὁποία ὀφείλεται ὄχι τόσο στὴν ἐπιβολὴ τῶν νόμων ὅσο στὴν φυσική μας εὐψυχία, ἔχουμε τὸ πλεονέκτημα ὅτι δὲν καταπονούμεθα προκαταβολικὰ γιὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἀκόμα στὸ μέλλον, καὶ ὅτι, ὅταν φθάσει ἡ ὥρα τῶν δεινῶν αὐτῶν, ἀποδεικνυόμαστε ὅτι δὲν εἴμαστε λιγότερο τολμηροὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μοχθοῦν ἀδιάκοπα.
Δὲν εἶναι δὲ σὲ αὐτὰ μόνο ἀξιοθαύμαστη ἡ πόλη μας ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἀκόμη.
[40] Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ᾿ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· πλούτῳ τε ἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳ χρώμεθα, καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖν τινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳ αἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶ πολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργα τετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶς γνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾿ ἀχρεῖον νομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰ μὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι· ὃ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοι δ᾿ ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθα τοῖς πολλοῖς· οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι᾿ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν· ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ᾿ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.
Γιατὶ εἴμαστε λάτρεις τοῦ ὡραίου, ὅμως χωρὶς σπατάλη χρήματος, καὶ καλλιεργοῦμε τὸ πνεῦμα χωρὶς νὰ χάνουμε τὴν ἀνδρεία μας.
Καὶ μεταχειριζόμαστε τὸν πλοῦτο περισσότερο σὰν μία εὐκαιρία δράσης παρὰ σὰν ἀφορμὴ κομπορρημοσύνης, τὸ νὰ ὁμολογεῖ δὲ κανεὶς τὴν φτώχειά του δὲν εἶναι ντροπή, εἶναι ὅμως αἰσχρότερο τὸ νὰ μὴν προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀποφύγει μὲ τὴν ἐργασία.
Ἐπὶ πλέον, οἱ ἴδιοι ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε σὲ θέση νὰ φροντίζουμε ταυτόχρονα γιὰ τὶς ἰδιωτικές μας ὑποθέσεις καὶ γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς πόλης μας, καὶ ὅσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι απασχολημενοι μὲ ἰδιωτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ αὐτοὶ ἀκόμα κατέχουν τὰ πολιτικὰ ζητήματα στὴν ἐντέλεια.
Γιατὶ εἴμαστε ὁ μόνος λαὸς ποὺ τὸν μὴ ἀναμειγνυόμενο καθόλου στὰ κοινὰ δὲν τὸν θεωροῦμε φιλήσυχο ἀλλὰ ἄχρηστο, καὶ οἱ μόνοι ποὺ ὅποτε δὲν τὰ ἐπινοοῦμε καὶ δὲν τὰ προτείνουμε οἱ ἴδιοι πάντως ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ κρίνουμε σωστὰ τὰ λαμβανόμενα μέτρα, τοὺς δὲ λόγους δὲν τοὺς θεωροῦμε καθόλου ἐμπόδιο τῶν ἔργων, ἀλλὰ μᾶλλον θεωροῦμε σὰν ἐμπόδιο τὸ νὰ μὴν ἔχουμε κατατοπισθεῖ προφορικὰ σὲ ὅσα ἔχουμε νὰ κάνουμε, πρὶν καταπιαστοῦμε μὲ αὐτά.
Γιατὶ ὑπερέχουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἀκόμη, ὅτι δηλαδὴ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀποφασίζουμε γιὰ ὅσα πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσουμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τὰ ἐπιχειροῦμε.
Ἐνῶ ὡς πρὸς αὐτὸ οἱ ἄλλοι… σὲ αὐτοὺς ἡ μὲν ἀμάθεια τοὺς κάνει νὰ ἀποφασίζουν ἡ δὲ σκέψη τοὺς κάνει νὰ διστάζουν.
Πιὸ τολμηροὶ ὅμως ἀπὸ ὅλους εἶναι σωστὸ νὰ θεωροῦνται ὅσοι γνωρίζουν μὲ σαφήνεια ποιὲς εἶναι οἱ συμφορὲς καὶ ποιὰ τὰ εὐχάριστα, καὶ ὅμως ἡ γνώση αὐτὴ δὲν τοὺς κάνει νὰ ἀποφεύγουν τοὺς κινδύνους.
Ἀλλὰ καὶ στὰ ζητήματα τῆς καλωσύνης διαφέρουμε ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων.
Γιατὶ ἐμεῖς τοὺς φίλους τους ἀποκτᾶμε μᾶλλον εὐεργετώντας παρὰ εὐεργετούμενοι ἀπὸ αὐτούς. Σταθερότερος δὲ φίλος εἶναι ὁ εὐεργετῶν τὸν ἄλλον, γιατὶ εἶναι φυσικὸ νὰ προσπαθεῖ νὰ διατηρεῖ τὴν ἀνάμνηση τῆς εὐεργεσίας μὲ τὸ νὰ φέρεται πάντοτε καλὰ πρὸς τὸν εὐεργετούμενο.
Ἐνῶ ἀντιθέτως αὐτὸς ποὺ ὀφείλει τὴν εὐεργεσία εἶναι ψυχρότερος στὶς σχέσεις του, γιατὶ γνωρίζει, ὅτι πρόκειται νὰ ἀνταποδώσει τὴν καλωσύνη σὰν πληρωμὴ χρέους καὶ ὄχι γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ ἄλλου.
Καὶ εἴμαστε οἱ μόνοι ποὺ βοηθᾶμε τὸν ἄλλο χωρὶς τὴν ἐλάχιστη ἀνησυχία, καὶ αὐτὸ μᾶλλον ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ ἐμπνέει ἡ ἐλευθερία παρὰ ἀπὸ συμφεροντολογικοὺς ὑπολογισμούς.
[41] Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ᾿ ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ᾿ ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ᾿ ἂν εἴδη καὶ μετὰ χαρίτων μάλιστ᾿ ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκες παρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντι κόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣν ἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα, σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσων ἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷ πολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει ὑφ᾿ οἵων κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳ κατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ᾿ ἀξίων ἄρχεται. μετὰ μεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοι ἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειτα θαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοι οὔτε Ὁμήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσι μὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ᾿ ἔργων τὴν ὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀΐδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖν πόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν, καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸς ἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.
Ἀνακεφαλαιώνοντας λοιπὸν τὰ παραπάνω τονίζω, ὅτι ἡ ὅλη πόλη εἶναι σχολεῖο τῆς Ἑλλάδας καὶ ὅτι, κατὰ τὴ γνώμη μου, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ προσαρμοστεῖ πρὸς τὶς πλέον διαφορετικὲς μορφὲς δράσεως μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐστροφία καὶ χάρη.
Καὶ ὅτι αὐτὰ εἶναι μᾶλλον ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια καὶ ὄχι ἁπλὴ κομπορρημοσύνη, κατάλληλη γιὰ τὴν παροῦσα περίσταση, τὸ ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ δύναμη τῆς πόλης, τὴν ὁποία ἀποκτήσαμε μὲ τὶς ἱκανότητές μας αὐτές. Γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πόλη ἀπὸ τὶς σημερινὲς ποὺ ὅταν δοκιμάζεται ἀποδεικνύεται ἀνώτερή της φήμης της, καὶ ἡ μόνη, ἢ ὁποία οὔτε στὸν ἐχθρό, ποὺ τῆς ἐπιτίθεται, δίνει ἀφορμὴ νὰ ἀγανακτήσει μὲ ὅσα παθαίνει ἀπὸ τέτοιους ἀντιπάλους, οὔτε στοὺς ὑπηκόους της δίνει ἀφορμὴ γιὰ παράπονα, γιατὶ τάχα ἐξουσιάζονται ἀπὸ ἀνάξιους νὰ ἔχουν τὴν ἐξουσία.
Ἡ δύναμή μας δὲ αὐτὴ δὲν εἶναι βέβαια χωρὶς ἀποδείξεις, ἀλλὰ ὑπάρχουν μεγαλοπρεπῆ μνημεῖα αὐτῆς, γιὰ τὰ ὁποῖα μᾶς θαυμάζουν» οἱ σύγχρονοί μας καὶ θὰ μᾶς θαυμάζουν καὶ οἱ μελλοντικὲς γενιές, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ χρειαζόμαστε τοὺς ἐπαίνους οὔτε τοῦ Ὁμήρου οὔτε κανενὸς ἄλλου, τοῦ ὁποίου οἱ στίχοι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐχαριστήσουν πρὸς στιγμήν, θὰ ἔλθει ὅμως ἡ πραγματικότητα, ἡ ὁποία θὰ ἀποκαλύψει ψεύτικη τὴν ἰδέα ποὺ σχηματίστηκε γιὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ γιατὶ ὁλόκληρη τὴ θάλασσα καὶ τὴν ξηρὰ τὴν ἐξαναγκάσαμε νὰ γίνει προσιτὴ στὴν τόλμη μας, ἱδρύσαμε δὲ παντοῦ αἰώνια μνημεῖα καὶ τῆς φιλίας μας καὶ τῆς ἔχθρας μας. Ὑπὲρ αὐτῆς λοιπὸν τῆς πόλης καὶ αὐτοὶ ἐδῶ λοιπὸν πολέμησαν γενναία καὶ βρῆκαν τὸν θάνατο, γιατὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀνεχθοῦν τὴν στέρησή της, καὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀπομένοντες στὴν ζωὴ ὁ καθένας πρέπει νὰ ἔχει τὴν προθυμία νὰ μοχθήσει γι᾿ αὐτήν.
[42] Δι᾿ ὃ δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τῆς πόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδε μηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίαν ἅμα ἐφ᾿ οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοις καθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα· ἃ γὰρ τὴν πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶν τοιῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂν πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων ἰσόρροπος ὥσπερ τῶνδε ὁ λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέ μοι δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τε μηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα ἡ νῦν τῶνδε καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλα χείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι· ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶς μᾶλλον ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν. τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτι ἀπόλαυσιν προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτε πενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴν πλουτήσειεν, ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίαν ποθεινοτέραν αὐτῶν λαβόντες καὶ κινδύνων ἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντες ἐβουλήθησαν μετ᾿ αὐτοῦ τοὺς μὲν τιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν ἐπιτρέψαντες, ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφίσιν αὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἢ [τὸ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸ μὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ᾿ ἔργον τῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι᾿ ἐλαχίστου καιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢ τοῦ δέους ἀπηλλάγησαν.
Γι᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸ λόγο μακρηγόρησα γιὰ ὅσα ἀφοροῦν τὴν πόλη, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δηλαδὴ γιατὶ ἤθελα νὰ σᾶς δείξω, ὅτι ἐμεῖς δὲν ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀγωνίζονται ὅσοι δὲν ἔχουν κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα σὲ ἴσο βαθμὸ μὲ μᾶς, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου γιατὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἤθελα νὰ κάνω φανερό με ἀποδείξεις, ὅτι εἶναι δίκαιο τὸ ἐγκώμιο τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους μιλάω τώρα. Καὶ ἔχω ἤδη ἀναφέρει τὰ κυριότερα σημεῖα τούτου τοῦ ἐγκωμίου.
Γιατὶ ὅσα εἶπα γιὰ τὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν ἐξυμνήσω, εἶναι στολίδια, μὲ τὰ ὁποῖα τὴν στόλισαν οἱ ἀρετὲς αὐτῶν ἐδῶ καὶ ἄλλων ὁμοίων με αὐτούς, καὶ πολὺ λίγοι Ἕλληνες ὑπάρχουν, γιὰ τοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ λεχθεῖ, ὅ,τι μπορεῖ νὰ λεχθεῖ γι᾿ αὐτοὺς ἐδῶ, ὅτι δηλαδὴ φήμη τοὺς ἰσοσταθμίζει τὰ ἔργα τους.
Ἔχω δὲ τὴ γνώμη, ὅτι θάνατος σὰν αὐτὸν ἐδῶ τῶν προκείμενων νεκρῶν παρέχει τὸ ἀληθινὸ μέτρο τῆς ἀξίας ἑνὸς ἀνθρώπου, καὶ ἄλλοτε μὲν εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ τὴν προαναγγέλλει ἄλλοτε δὲ ὁ τελευταῖος ποὺ τὴν ἐπισφραγίζει.
Γιατὶ καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη ποὺ ὑστεροῦν κατὰ τὰ ἄλλα, δικαιοῦνται νὰ προβάλλουν γιὰ ὑπεράσπισή τους τὴν ἀνδραγαθία, τὴν ὁποία ἐπέδειξαν κατὰ τοὺς πολέμους, μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς πατρίδας.
Γιατὶ ἐξέλειψαν τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ, καὶ μὲ τὶς καλές τους ὑπηρεσίες σὰν ὑπερασπιστὲς τῆς πατρίδας τὴν ὠφέλησαν περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο τὴν ἔβλαψαν μὲ τὰ τυχὸν σφάλματά τους στὴν ἰδιωτική τους ζωή.
Ἀπὸ αὐτοὺς ὅμως ἐδῶ κανεὶς δὲν δείχθηκε δειλὸς μπροστὰ στὸν θάνατο ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου του, δὲν προτίμησε δηλαδὴ νὰ συνεχίσει τὴν ἀπόλαυσή του, οὔτε ἀπέφυγε τὸν κίνδυνο ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειάς του, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα δηλαδὴ ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν ἀποφύγει ἐπὶ τέλους κάποτε καὶ νὰ γίνει πλούσιος.
Ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθὰ πόθησαν τὴν τιμωρία τῶν ἐχθρῶν τους, καὶ συνάμα θεώρησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐνδοξότερος κίνδυνος ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ, καὶ γιὰ τοῦτο προθυμοποιήθηκαν νὰ ριφθοῦν σὲ αὐτόν, γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς ἐχθρούς τους ἀφ᾿ ἑνός, καὶ γιὰ νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν ἀφ᾿ ἑτέρου, τὴν μὲν ἀβεβαιότητα δηλαδὴ τῆς ἐπιτυχίας τὴν ἐμπιστεύθηκαν στὴν ἐλπίδα, ὡς πρὸς δὲ τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου ποὺ βρισκόταν μπροστὰ τοὺς κατὰ τὴν μάχη ἦταν ἀποφασισμένοι νὰ στηριχθοῦν στὸν ἑαυτό τους καὶ μόνο. Καὶ μέσα στὴ μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο νὰ ἀντισταθοῦν καὶ νὰ βροῦν τὸν θάνατο παρὰ νὰ σωθοῦν τρεπόμενοι σὲ φυγή, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπέφευγαν τὴν αἰσχρὴ φήμη τῆς δειλίας, καὶ ὑπέβαλαν τὰ σώματά τους σὲ ὅλα τὰ δεινά της μάχης, σὲ μιὰ δὲ κρίσιμη στιγμή, ποὺ ἦταν στὰ χέρια τῆς τύχης, στὸ ὕψος τῆς δόξας μᾶλλον παρὰ τοῦ τρόμου, βρῆκαν τὸν θάνατο.
[43] Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ᾿ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ᾿ ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ᾿ ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ᾿ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ᾿ οἷς ἡ ἐναντία μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ [ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος.
Καὶ αὐτοὶ μὲν ἐδῶ τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι ὑπῆρξαν, ἀντάξιοί της πατρίδας τους. Σεῖς δὲ οἱ ἐπιζῶντες πρέπει νὰ εὔχεσθε, τὸ γενναῖο σας φρόνημα ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς νὰ εἶναι περισσότερο τυχερὸ ἀπὸ αὐτὸ τῶν προηγούμενων νεκρῶν, μὲ κανέναν ὅμως τρόπο νὰ καταδέχεσθε νὰ εἶναι λιγότερο τολμηρό, καὶ νὰ μὴν κρίνετε τὴν ἀξία τοῦ φρονήματος αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους τοῦ ρήτορα μόνο, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ τὴν μεγαλοποιήσει ὅσο ἤθελε ἐνώπιόν σας (ἂν καὶ σεῖς τὰ ξέρετε τὸ ἴδιο καλὰ μὲ αὐτόν), ἀναφέροντας ὅλα τὰ καλὰ ποὺ ὑπάρχουν στὴν ἄμυνα ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ παρατηρεῖτε καθημερινὰ τὴ δύναμη τῆς πόλης, ὅπως αὐτὴ παρουσιάζεται μὲ ἔργα, καὶ νὰ κυριεύεσθε λίγο ἀπὸ ἔρωτα πρὸς αὐτήν, καὶ ὅταν σᾶς φανεῖ ὅτι εἶναι μεγάλη, νὰ συλλογίζεσθε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπέκτησαν ἄνθρωποι τολμηροὶ ποὺ εἶχαν συναίσθηση τοῦ καθήκοντός τους, καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς μάχης εἶχαν πάντοτε μπροστὰ στὰ μάτια τοὺς τὸν φόβο τοῦ ντροπιάσματος, ὅσες φορὲς δὲ ἀποτύγχαναν σὲ κάποια τοὺς προσπάθεια, δὲν νόμιζαν ὅτι γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἔπρεπε νὰ στερήσουν καὶ τὴν πόλη ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες τους, ἀλλὰ συνεισέφεραν ὑπὲρ αὐτῆς τὴν ὡραιότερη συνεισφορά.
Γιατὶ ἐνῶ ὅλοι μαζὶ ἀπὸ κοινοῦ πρόσφεραν στὴν ὑπηρεσία τῆς πατρίδας τὰ σώματά τους, ἀπελάμβαναν ἀτομικὰ κάθε ἕνας, σὰν ἀνταμοιβὴ τρόπον τινά, τὸν ἔπαινο, ὁ ὁποῖος δὲν γερνάει ποτέ, καὶ τὸν πιὸ ἐπίσημο τάφο, ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσει ἄνθρωπος, δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν τάφο, στὸν ὁποῖο ἔχουν ἐναποτεθεῖ τὰ λείψανά τους, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν τάφο, στὸν ὁποῖο ἀπομένει μετὰ θάνατον ἡ δόξα τους καὶ μνημονεύεται αἰωνίως σὲ κάθε παρουσιαζόμενη κάθε φορὰ εὐκαιρία εἴτε λόγου εἴτε ἔργου. Γιατὶ τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν τάφος εἶναι ἡ Γῆ ὁλόκληρη, καὶ τὴν ὕπαρξή τους δὲν τὴν φανερώνει μόνο ἡ ἐπιγραφὴ μιᾶς στήλης σὲ κάποιο μέρος τῆς πατρίδας τους, ἀλλὰ καὶ στὰ ξένα μέρη εἶναι ἐγκατεστημένη μία ἄγραφη ἀνάμνηση αὐτῶν σκαλισμένη ὄχι σὲ κάποιο ἔργο τέχνης ἀλλὰ μᾶλλον στὶς καρδιὲς ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων.
Αὐτοὺς λοιπόν, ἐσεῖς τώρα νὰ τοὺς μιμηθεῖτε, καὶ μὲ τὴ σκέψη ὅτι εὐδαιμονία εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἐλευθερία δὲ ἡ τόλμη, μὴν τρομοκρατεῖσθε ἀπὸ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου.
Γιατὶ δὲν θὰ ἦταν δικαιότερο νὰ ἀψηφοῦν τὴν ζωὴ τοὺς οἱ δυστυχοῦντες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλπίζουν νὰ ἀπολαύσουν κανέναν καλό, ἀλλὰ οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκεια ἀκόμη τῆς ζωῆς τοὺς διατρέχουν τὸν κίνδυνο νὰ δοῦν τὴν κατάστασή τους νὰ μεταβάλλεται στὴν ἀντίθετη, δηλαδὴ τὴν δυστυχία, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἦταν πολὺ σημαντικὴ ἡ διαφορά, ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι πάθαιναν κανένα ἀτύχημα. Γιατὶ προξενεῖ μεγαλύτερο πόνο, σὲ ἕναν βέβαια ποὺ ἔχει κάποια ὑψηλοφροσύνη, ἡ ἐξαθλίωση ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ἐκφυλισμό, παρὰ ὁ θάνατος ποὺ τοῦ ἔρχεται ξαφνικά, χωρὶς κἂν νὰ γίνει αἰσθητός, ἐπάνω στὴν ἀκμὴ τῆς σωματικῆς του δύναμης καὶ ἐπάνω στὶς ἐλπίδες ποὺ τρέφει καὶ ὁ κάθε θνητός.
[44] Δι᾿ ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢ παραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ᾿ εὐτυχές, ὃ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν, ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲ λύπης, καὶ οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε ὁ βίος ὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶ πολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ αὐτοὶ ἠγάλλεσθε· καὶ λύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενος ἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ᾿ οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθαι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ οἷόν τε ἴσον τι ἢ δίκαιον βουλεύεσθαι ὃ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ᾿ αὖ παρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺν ἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸ τιμᾶσθαι.
Γι᾿ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγο καὶ σᾶς τοὺς γονεῖς τῶν ἡρώων αὐτῶν, ὅσοι εἶσθε παρόντες, δὲν σᾶς κλαίω τὴν στιγμὴ αὐτή, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς παρηγορήσω.
Γιατί, ὅπως ὅλοι, γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ ὅτι μεγάλωσαν μέσα σὲ ποικίλες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, καὶ ὅτι εὐτυχισμένοι μπορεῖ νὰ θεωροῦνται μόνο ἐκεῖνοι, στοὺς ὁποίους ἔλαχε ἡ μεγίστη τιμή, εἴτε ἕνας ἔντιμος θάνατος εἶναι αὐτή, ὅπως αὐτῶν ἐδῶ, εἴτε μία ἔντιμη λύπη, ὅπως ἡ δική σας, καὶ ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς τοὺς κανονίστηκαν κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε τὸ τέρμα τῆς εὐτυχίας τους νὰ συμπέσει μὲ τὸ τέρμα τῆς ζωῆς τους.
Γνωρίζω βέβαια ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ σᾶς πείσω γι᾿ αὐτά, μιὰ τέτοια στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ εὐτυχία τῶν ἄλλων θὰ σᾶς κάνει νὰ θυμηθεῖτε πολλὲς φορὲς τὴν εὐτυχία, ποὺ κάποτε αἰσθανθήκατε καὶ σεῖς. Καὶ λύπη αἰσθάνεται κανεὶς ὄχι γιὰ τὴν ἔλλειψη τῶν ἀγαθῶν ποὺ δὲν δοκίμασε ποτὲ στὴν ζωή του, ἀλλὰ γιὰ τὴν στέρηση ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὶν τοῦ ἀφαιρεθοῦν ἀποτέλεσαν μέρος τῆς ζωῆς του.
Ὅσοι δὲ ἀπὸ ἐσᾶς εἶσθε σὲ ἡλικία ποὺ ἐπιτρέπει τὴν τεκνοποιία, πρέπει νὰ ὑποφέρετε τὸν πόνο σας μὲ περισσότερη ὑπομονή, γιατὶ ἐλπίζετε νὰ ἀποκτήσετε καὶ ἄλλα παιδιά.
Γιατὶ ὄχι μόνο γιὰ τὸν καθένα σας ἰδιαίτερα ἐκεῖνα ποὺ θὰ γεννηθοῦν θὰ σᾶς κάνουν νὰ λησμονήσετε σιγὰ σιγὰ αὐτὰ ποὺ χάσατε στὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πόλη τὸ κέρδος θὰ εἶναι διπλό, γιατὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀφ᾿ ἑνὸς ἀποφεύγεται ἡ ἀπειλούμενη ἐρήμωση ἀπὸ τὴν ἐλάττωση τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἐνισχύεται ἡ ἀσφάλειά της.
Γιατὶ τίποτε τὸ σωστὸ καὶ δίκαιο δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ σκεφθοῦν καὶ νὰ συμβουλεύσουν τὴν πόλη ὅσοι δὲν ἔχουν παιδιὰ νὰ τὰ ἐκθέσουν στὸν κίνδυνο ποὺ ἐκτίθενται τὰ παιδιὰ ὅλων τῶν ἄλλων. Ὅσοι δὲ πάλι ἔχετε προσπεράσει τὸ ὅριο αὐτὸ τῆς ἡλικίας, πρέπει νὰ θεωρεῖτε κέρδος τὸ ὅτι περάσατε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς σας εὐτυχισμένοι, ἡ δὲ περίοδος τῆς λυπημένης ζωῆς σας θὰ εἶναι σύντομη, καὶ νὰ ἀνακουφίζεσθε ἀπὸ τὴν δόξα αὐτῶν ἐδῶ τῶν ἡρωϊκῶς πεσόντων παιδιῶν σας.
Γιατὶ τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν γερνάει ποτὲ εἶναι ἡ φιλοδοξία, καὶ ἐκεῖνο ποὺ εὐχαριστεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν γεροντική του ἡλικία, ὅταν εἶναι ἄχρηστος πιά, δὲν εἶναι τὸ κέρδος, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ἀλλὰ ἡ ἀπόλαυση τιμῶν.
[45] παισὶ δ᾿ αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢ ἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλις ἂν καθ᾿ ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ᾿ ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼν ἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳ παραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρ ὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαι ὑμῖν μεγάλη ἡ δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ᾿ ἐλάχιστον ἀρετῆς πέρι ἢ ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ.
Ὡς πρὸς σᾶς δὲ ἐξ ἄλλου, τοὺς γιοὺς καὶ ἀδελφούς τους, ὅσοι εἶσθε παρόντες, βλέπω ὅτι ἡ προσπάθεια, τὴν ὁποία θὰ πρέπει νὰ καταβάλλετε, γιὰ νὰ τοὺς μιμεῖσθε, εἶναι τρομακτικὰ δύσκολη.
Γιατὶ ὅλοι συνηθίζουν νὰ ἐπαινοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ὑπάρχει πλέον, ὁσοδήποτε δὲ ὑπέροχη καὶ ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι εἶναι ἡ ἀρετή σας, μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ θεωρούσατε ὅτι εἶσθε, ὄχι ὅμοιοι, ἀλλὰ κατὰ τί κατώτεροι.
Γιατὶ καὶ μεταξὺ τῶν ζώντων ὑπάρχει φθόνος ἀμοιβαῖος ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε ἀντιζήλων, ὅποιος δὲ πεθαίνει καὶ δὲν εἶναι ἐμπόδιο σὲ κανέναν τιμᾶται μὲ μία εὔνοια ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε ἀντίδραση.
Ἂν δὲ πρέπει νὰ κάνω λόγο καὶ γιὰ τὴν γυναικεία ἀρετή, σχετικὰ μὲ αὐτὲς ποὺ θὰ ζοῦν ὡς ἑξῆς σὰν χῆρες, θὰ συμπεριλάβω ὅλα ὅσα ἔχω νὰ πῶ σὲ μία σύντομη παραίνεση: θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα σας, ἂν δὲν δειχθεῖτε κατώτεροι τοῦ φυσικοῦ σας χαρακτήρα, καὶ μάλιστα ἂν γιὰ τὴν κάθε μιά σας γίνεται ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερος λόγος μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν, εἴτε πρὸς ἔπαινον εἴτε πρὸς κατηγορία (εἴτε γιὰ καλὸ εἴτε γιὰ κακό).
[46] Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμον ὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱ θαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲ αὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡ πόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶ ἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲ ἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳ ἄπιτε.
Ἐκφώνησα λοιπὸν κι ἐγώ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιταγὴ τοῦ νόμου, τὸν ἐπιτάφιο, καὶ εἶπα ὅ,τι εἶχα νὰ πῶ κατάλληλο γιὰ τὴν περίσταση, καὶ μὲ ἔργα δὲ αὐτοί, τοὺς ὁποίους θάπτουμε, ἐν μέρει μὲν ἔχουν τιμηθεῖ τώρα ἀμέσως, ἐν μέρει δὲ θὰ τιμῶνται στὸ μέλλον, γιατὶ ἡ πόλη θὰ ἀνατρέφει τὰ παιδιὰ τοὺς δημοσία δαπάνη μέχρι ποὺ νὰ γίνουν ἔφηβοι, ἀπονέμουσα ἔτσι καὶ σὲ αὐτοὺς ἐδῶ καὶ στοὺς ἐπιζῶντες χρήσιμη ἀμοιβή, ἀντὶ στεφάνου τρόπον τινά, γιὰ αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνες τοὺς ὑπὲρ τῆς πατρίδας.
Γιατὶ ὅπου τὰ βραβεῖα τῆς ἀρετῆς εἶναι τὰ πιὸ μεγάλα, ἐκεῖ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ οἱ πιὸ ἐνάρετοι ἄνδρες.
Καὶ τώρα νὰ χορτάσει ὁ καθένας θρηνώντας τὸν δικό του καὶ ἔπειτα νὰ ἀποχωρήσει».
Μὲ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπο τελέστηκε ὁ ἐνταφιασμὸς τῶν πεσόντων κατὰ αὐτὸν τὸν χειμώνα, μὲ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου συνέπεσε καὶ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ παρόντος πολέμου.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΑΡΕΚΤΡΕΠΩΝΤΑΙ ΟΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΙΚΟΙ ΕΧΕΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ

 

Επιτρέπεται οι Λαϊκοί να αναμειγνύονται στα θέματα της Πίστεως ελέγχοντας ακόμη και επισκόπους; παραδείγματα Αγίων
Εισαγωγή
Μπορούν οι λαΐκοί, τα μέλη της Εκκλησίας που δεν έχουν την Ιερωσύνη, να ασχολούνται με θέματα Πίστεως; Δύνανται οι λαΐκοί, παρ' όλο που δεν έχουν κανένα αξίωμα μυστηριακής διακονίας στην Εκκλησία, να ελέγξουν Επισκόπους, όταν εκείνοι παρεκτρέπονται από την αλήθεια; Είναι δικαιολογημένοι όσοι πίσω από τους Ιερείς και τους Πνευματικούς τους Πατέρες τηρούν στάση αδιαφορίας, όταν παραχαράσσονται το κήρυγμα και η Πίστη της Εκκλησίας, επειδή παρομοίως και οι Προεστώτες και Πνευματικοί τους Πατέρες, «αφού έπαθαν κάτι ανθρώπινο» δεν μαρτυρούν και δεν ομολογούν την αλήθεια της Ορθοδοξίας;
1) Η Θεολογία μάς είναι απαραίτητη για να προχωρήσουμε στην ορθοπραξία .
Ό,τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας, έχει παραδοθεί στην Εκκλησία από τους θεωμένους διδασκάλους Της, δηλαδή τους αγίους Προφήτες, Πατριάρχες, Αποστόλους και Πατέρες και ευρίσκεται στην Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περί των δογμάτων («Όροι») και περί του βίου («ιεροί Κανόνες»), και στα έργα των Αγίων Πατέρων, ώστε να είναι εύληπτο και κατανοητό από τον απλό πιστό, με σκοπό από την Ορθοδοξία να περάσει στην ορθοπραξία, αποφεύγοντας το σκόπελο των αιρέσεων. Οι αιρέσεις μέσω της αλλοιωμένης πίστεως (αιρετικής πλάνης) καταστρέφουν την ορθοπραξία και απομακρύνουν«οντολογικώς» από το Σώμα του Χριστού, διότι αποκόπτονται από την ενότητα της Εκκλησίας περί τον Επίσκοπο και τη Θεία Ευχαριστία.
Σύμφωνα με μία από τις «αρχές» της ορθής θεολογίας, η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι φιλοσοφικό σύστημα, είναι προσπάθεια για τη σωτηρία και τη θέωση. Στις θεολογικές διαμάχες αυτό που ενδιαφέρει τους Πατέρες δεν είναι η νίκη επί του αντιπάλου, αλλά το να μη θιγεί η δυνατότητα της θεώσεως και της σωτηρίας1.
Τα δογματικά και θεολογικά έργα των Αγίων Πατέρων σε μεγάλο βαθμό απευθύνονται σε λαϊκούς, στους απλούς πιστούς, με σκοπό να τους μυήσουν βαθύτερα στην πίστη και πράξη της Εκκλησίας και να τους προφυλάξουν από τις αιρέσεις. Αυτό δεν το υπενθυμίζει σχεδόν κανείς σήμερα, διότι το θεολογικό - δογματικό κήρυγμα έχει εν πολλοίς εκλείψει.
(Για τις συνέπειες της αιρέσεως στη πνευματική ζωή των ανθρώπων θα γράψουμε ξεχωριστά σε άλλη ενότητα).
2)Το «ασφαλώς θεολογείν» δεν είναι μεν για όλους, αλλά το «φιλοσόφως θεολογείν» και το «ομολογείν» την αποδεδειγμένη Θεολογία της Εκκλησίας, είναι για όλους τους ευλαβείς.
α. Η Θεολογία
Είναι αλήθεια, ότι οι Άγιοι Πατέρες θεωρούν τη Θεολογία ως κάτι πολύ βαθύ και συνάμα υψηλό και τονίζουν ότι η ενασχολήση με αυτήν αρμόζει μόνον σε όσους έχουν προοδεύσει στην κατά Θεόν ζωή, και ευρίσκονται σε κατάσταση τουλάχιστον «καθάρσεως» από τα πάθη, αν όχι στα ανώτερα στάδια του «φωτισμού» και της «θεώσεως», καθώς λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν είναι για τον καθένα, αγαπητοί, το να φιλοσοφή περί Θεού, δεν είναι για τον καθένα· δεν είναι το πράγμα αυτό τόσο φθηνό και όσων πορεύονται στα χαμηλά» αλλά είναι για όσους «έχουν εξετασθή και περάσει στη θεωρία [δηλ. στη θέα του Θεού] και είναι κεκαθαρμένοι στην ψυχή και το σώμα ή τουλάχιστον καθαίρονται» 2.
Η ενασχόληση κατ' εξοχήν των Επισκόπων και λοιπών Κληρικών με τη Θεολογία, νοείται υπό την έννοια, ότι οι Κληρικοί πληρούν περισσότερο τις προϋποθέσεις για να φθάσουν στο στάδιο του φωτισμού και της θεώσεως, επειδή είναι επίλεκτοι, χάρις στην καθαρή τους ζωή. Οι Ιεροί Κανόνες καθορίζουν την ευθύνη πρωτίστως των Αρχιερέων για την ενασχόληση με τα δόγματα.
Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι Κληρικοί αποτελούν χωριστό σώμα εκτός του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, στην Οποία ενώνονται οργανικώς με όλους τους πιστούς. Δια τούτο και έχει επισημανθεί, ότι «οι συνήθως λοιπόν φερόμενοι όροι "επίσημος Εκκλησία", "διοικούσα Εκκλησία", "διδάσκουσα Εκκλησία", χρησιμοποιούνται κατά συνθήκη και καταχρηστικώς, ενώ από δογματική άποψη με βάση την ακρίβεια παρουσιάζονται ως αδόκιμοι»3.
Ενώ, λοιπόν, η κατ' εξοχήν Θεολογία ανήκει σε όσους ενώθηκαν με τον Θεό δια της θεώσεως και της ελλάμψεως του ακτίστου φωτός, ωστόσο, σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων «ημπορούμε και οι άλλοι να θεολογούμε, αλλά σε άλλα, κατώτερα στάδια, κυρίως όμως με το να ακολουθούμε τους αληθείς θεολόγους»4. Ασφαλής οδός είναι η εμπιστοσύνη σε όσα μας απεκάλυψε το Άγιον Πνεύμα δια των Αγίων. Γράφει δια τούτο ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι μπορούν να θεολογούν και αυτοί που δεν είναι άγιοι, και μάλιστα μπορούν να θεολογούν με βεβαιότητα, «όχι ακολουθώντας στοχασμούς, αλλά θεόλεκτα λόγια [δηλ. τα λόγια που ελέχθησαν από το Θεό]5 ».
Λοιπόν, βάσει της διδασκαλίας του Αγίου Παλαμά και των προγενεστέρων Αγίων, των οποίων τη διδασκαλία αυτός συνοψίζει, υπάρχουν τρία είδη θεολογίας:
(α) η ασφαλής και μυστική θεολογία όσων έφθασαν σε θεοπτία (θέα Θεού) οι οποίοι ομιλούν από προσωπική εμπειρία και κοινωνία με τον Θεόν,
(β) η φιλόσοφος θεολογία, όσων δεν έχουν μεν προσωπική εμπειρία θεοπτίας, αλλά με ταπείνωση δέχονται τις εμπειρίες και θεοπτίες των θεοπτών και θεολογούν σύμφωνα με αυτές και
(γ) η καινή (καινούργια-καινοτόμος) θεολογία των θρασέων θεολόγων, όσων θεολογούν διαλεκτικώς με βάση τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές και απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων6.
Η μέση οδός, της φιλοσόφου θεολογίας, βάσει των δογμάτων της Εκκλησίας μας, βασίζεται στον «αποδεικτικό συλλογισμό». Επειδή δια των Αγίων Πατέρων (Προφητών, Αποστόλων, Ομολογητών, Ιεραρχών κ.λπ.) έχουμε διδαχθή από το Άγιον Πνεύμα τις δογματικές αλήθειες, δια τούτο είμαστε βέβαιοι με αποδείξεις για το τί πιστεύει η Εκκλησία και δεν περιπίπτουμε σε «διαλεκτικό συλλογισμό» η αγνωστικισμό (ότι δηλ. μπορούμε δήθεν να συλλογιζόμαστε διαλεκτικά για τα θεία πράγματα, ή ότι δεν μπορούμε να προσκομίσουμε βέβαιες θέσεις και αποδείξεις γι' αυτά). Τούτο ήταν και ένα βασικό σημείο της αντιπαραθέσεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προς τον φιλοσοφούντα ψευδο-μοναχό, ανθρωπιστή και αγνωστικιστή Βαρλαάμ τον Καλαβρό.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπεστήριξε ότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε στη θεολογία τον διαλεκτικό συλλογισμό, ο οποίος πραγματεύεται σχετικώς με το «νομιζόμενο και πιθανό και που εκ φύσεως άλλοτε είναι αλλιώς και άλλοτε αλλιώς, και άλλοτε υπάρχει, αλλά άλλοτε δεν υπάρχει, και κάποτε είναι αληθές, και κάποτε δεν είναι». Αυτό έπρατταν οι Έλληνες φιλόσοφοι στους οποίους η θεολογία κατήντησε πιθανολογία. Αντιθέτως, ο αποδεικτικός συλλογισμός, ο οποίος πραγματεύεται «για το αναγκαίο, και εκείνο που πάντοτε υπάρχει και πάντα είναι αληθινό και πάντοτε είναι το ίδιο», είναι απαραίτητος στα θεολογικά προβλήματα, αλλά και αποτελεσματικός, διότι υπάρχουν πλευρές του θεολογικού προβλήματος που επιδέχονται απόδειξη. Η απόδειξη στηρίζεται αφ' ενός στις αποκαλυμμένες από τον Θεό «αυτόπιστες αρχές», αφ' ετέρου στις «κοινές έννοιες» και τα «αξιώματα»7.
Συνεπώς, ως Ορθόδοξοι μπορούμε πάντοτε να προσάγουμε «αποδείξεις» για την καθολική αλήθεια περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου, αν όχι βάσει της (ίσως ανύπαρκτης) προσωπικής μας μεθέξεως στον Θεόν, αλλά βάσει (α) της θεολογικής διδασκαλίας των Αγίων μας, οι οποίοι ήλθαν σε ένωση με τον Θεόν και (β) της κοινής λογικής, η οποία εφαρμόζει τις διδασκαλίες αυτές στα νέα προβλήματα που ανακύπτουν.
β. Η ομολογία
Όπως θα δούμε και παρακάτω σε ιστορικά συμβάντα, όταν κινδυνεύει η Πίστη, τότε η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας, η «ομολογία» της αληθείας από τους ορθοδόξους πιστούς, δεν είναι θέμα φιλοσοφήσεως ή συζητήσεως, κατά τον «διαλεκτικό συλλογισμό» που προαναφέραμε, αλλά είναι θέμα εμμονής στη θεολογία που έχει απ' αρχής παραδοθεί από την Εκκλησία στους πιστούς, ως θεολογία αλάθητη. Στην εμμονή αυτή, την ομολογία, δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις προϊσταμένων και υφισταμένων, κληρικών και λαϊκών.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είναι κατηγορηματικός: «Είναι εντολή Κυρίου να μη σιωπά κάποιος σε περίσταση που κινδυνεύει η Πίστη. Διότι λέγει "Λάλει και μη σιωπήσης" [Πράξ. 18, 9]. Και "Εάν υποχωρήση δεν ευδοκεί η ψυχή μου σ' αυτόν" [Εβρ. 10,38]. Kαί "Αν αυτοί σιωπήσουν, οι λίθοι θα κράξουν" [Λουκ. 19, 40]. Ώστε όταν πρόκειται περί πίστεως, δεν είναι δυνατόν να πη κανείς "Εγώ ποιός είμαι; " 8.
Και αλλού γράφει: «Kατά τον καιρό τούτο που διώκεται ο Χριστός μέσω της Εικόνος του, οφείλει κάποιος να αγωνίζεται, όχι μόνον αν είναι υπέρτερος στο αξίωμα και τη γνώση, ομιλώντας και διδάσκοντας τον λόγον της Ορθοδοξίας, αλλά κι αν ακόμη ευρίσκεται σε θέση μαθητού, έχει χρέος να φανερώνει με θάρρος την αλήθεια και να ομιλή με ελευθερία. Δεν είναι λόγος εμού του αμαρτωλού, αλλά του θείου Χρυσοστόμου μαζί με άλλους Πατέρας»9.
Ας ιδούμε, λοιπόν μόνον μερικά από τα πολλά ιστορικά συμβάντα για την προάσπιση της Ορθοδοξίας από λαϊκούς.
3) Ιστορικές μαρτυρίες για την ενασχόληση του λαού της Εκκλησίας με τα θέματα Πίστεως
α. Ο Ευσέβιος, που μεταγενεστέρως έγινεν Επίσκοπος του Δορυλαίου
Ένας εκ των πρώτων που αντέδρασαν κατά του αιρετικού Πατριάρχου Νεστορίου, ο λαΐκός άνθρωπος Ευσέβιος, μετέπειτα επίσκοπος Δορυλαίου, δικαιώθηκε τελικώς από την Εκκλησία κατά την καταδίκην του Νεστορίου. Ο Ευσέβιος (όντας λαϊκός) είχεν αντιδράσει αμέσως (το 429), αντικρούοντας τον αιρετικό Πατριάρχη εντός της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο,«Επειδή αυτός [ο Νεστόριος] στη μέση της Εκκλησίας παρουσίαζε καινούργιες και βέβηλες διδασκαλίες, κάποιος άνδρας από τους πολύ επιεικείς, και όντας ακόμη μεταξύ των λαϊκών, αλλά έχοντας συγκεντρώσει μέσα του θαυμαστή παιδεία, κινημένος από θερμό και φιλόθεο ζήλο, φωνάζοντας εντόνως είπεν, ότι ο Ίδιος ο προαιώνιος Λόγος υπέμεινε και δεύτερη γέννηση, δηλαδή, κατά την ανθρώπινη φύση, και από γυναίκα· και ενώ στα πλήθη γινόταν θόρυβος γι΄ αυτά και οι μεν περισσότεροι και συνετοί τον ετιμούσαν με μεγάλους επαίνους, ως ευσεβή και συνετώτατο και γνώστην της ορθότητος των δογμάτων, ενώ οι άλλοι ήταν λυσσασμένοι εναντίον του, αυτός [ο Νεστόριος] διακόπτει και αμέσως αποδέχεται εκείνους τους οποίους και κατέστρεψε με τη διδασκαλία του, στρέφει δε την γλώσσα του εναντίον εκείνου [του Ευσεβίου], που δεν ανέχθηκε τα λόγια του, αλλά και εναντίον των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι μας θεσμοθέτησαν τον ευσεβή Όρο της Πίστεως, την οποίαν έχομεν ως άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βεβαία, καθώς έχει γραφή [ Εβρ. 6, 19]»10.
Αμέσως μετά ο Ευσέβιος τοιχοκόλλησε στο Ναό της Αγίας Σοφίας και διέδωσε δημόσιο γραπτό λίβελλο - έλεγχο της αιρέσεως του Πατριάρχη με την παρακίνηση: «Ορκίζω στην Αγίαν Τριάδα αυτόν που λαμβάνει αυτό το χαρτί, να το παρουσιάση σε επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους, αναγνώστες, λαϊκούς που κατοικούν την Κωνσταντινούπολι, κι ακόμη να τούς δώση και αντίγραφο, προς έλεγχο του αιρετικού Νεστορίου, ότι είναι ομόφρων του Παύλου του Σαμοσατέως που αναθεματίσθηκε πριν από εκατόν εξήκοντα έτη από τους ορθοδόξους Πατέρες Επισκόπους. Και αυτά που λέχθηκαν και από τις δύο πλευρές έχουν ως εξής...»11.
Αργότερα, ο ίδιος αυτός Ευσέβιος, ως Επίσκοπος πλέον του Δορυλαίου, πρωτοστάτησε μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν Πατριάρχην ΚΠόλεως και στην αντιμετώπιση του αιρεσιάρχη Ευτυχούς, ο οποίος πρώτος εισήγαγε τον μονοφυσιτισμό, και μαζί με τον Άγιον Φλαβιανόν υπέστη διωγμούς μετά τη μονοφυσιτική και ληστρική σύνοδο της Εφέσου (449 μ.Χ.). Γράφει σχετικώς ο Θεοφάνης ο Ομολογητής και Χρονογράφος: «ο προαναφερθείς Ευσέβιος ο σχολαστικός, που πρώτος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, αφού προήχθη στην Επισκοπή του Δορυλαίου, συζητώντας με τον Ευτυχή τον Αρχιμανδρίτη σχετικώς με την πίστη, τον ευρήκε να μη φρονή ορθώς. Και αφού τον παρεκάλεσε πολύ και τον παρήνεσε, δεν μπόρεσε να τον ωφελήση. Τότε ο Ευσέβιος ανέφερε τα σχετικά με αυτόν στον Επίσκοπο Φλαβιανό» 12 κ.λπ.
β.Λαϊκοί που ομολόγησαν και εδιώχθησαν από τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο.
Από επιστολή του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου προς τον Νεστόριο πληροφορούμαστε, ότι πολλοί Κωνσταντινουπολίτες, οι οποίοι -όπως είπαμε-αντέδρασαν στην αίρεση του Πατριάρχη τους Νεστορίου, υπέστησαν διωγμούς και ακοινωνησία από τον αιρετικό Πατριάρχη.Γράφει ο Πάπας προς τον αιρεσιάρχη Πατριάρχη Νεστόριο: «Ακούω, ότι οι κληρικοί εκείνοι που φρονούν όπως η Καθολική [Ορθόδοξος] Εκκλησία, με τους οποίους εμείς κοινωνούμε, υπομένουν βία μεγίστη, τόσον ώστε να λέγεται ότι έχουν αποκλεισθή και έξω από την Πόλη. Χαίρομεν, διότι εκέρδισαν το έπαθλο της ομολογίας, αλλά λυπούμεθα που ο διώκτης είναι Επίσκοπος. Ο μακάριος απόστολος Παύλος από διώκτης μετηλλάγη σε κήρυκα· τώρα είναι μέγιστο ασέβημα από κήρυκα να μεταλλαγή κανείς σε διώκτη»13.
Μετά από τοπική Σύνοδο της Αλεξανδρείας όπου καταδικάστηκε η καινοφανής διδασκαλία του Νεστορίου ως αίρεση (430 μ.Χ.), ο Άγιος Κύριλλος έγραψε γράμμα στους απλούς πιστούς της ΚΠόλεως, ενθαρρύνοντάς τους να απόσχουν από την κοινωνία με τον Νεστόριο, αν αυτός δεν μετανοήσει· εκείνους που αυτός (ο Νεστόριος) είχε αποκόψει από την κοινωνία μαζί του, ο Άγιος Κύριλλος τους θεωρούσε ως κανονικώς ευρισκομένους σε κοινωνία με την Εκκλησία. Γράφει ο Άγιος σε επιστολή του στους Κωνσταντινουπολίτες«διατηρήστε τους εαυτούς σας ασπίλους και αμώμους, μήτε κοινωνώντας με τον προαναφερόμενο, μήτε προσέχοντάς τον ως διδάσκαλον, αν παραμείνη λύκος αντί ποιμένος και προτιμήση και μετά από αυτήν μας την υπόμνησι να φρονή τα διεστραμμένα. Εμείς δε κοινωνούμε με τους κληρικούς ή λαϊκούς οι οποίοι χάριν της ορθής Πίστεως χωρίσθηκαν ή καθαιρέθηκαν από αυτόν, και δεν επικυρώνουμε την άδικη ψήφο εκείνου, αλλά μάλλον επαινούμε τους πάσχοντας, λέγοντας προς αυτούς εκείνο "εάν ονειδίζεσθε εν Κυρίω, είσθε μακάριοι, διότι το Πνεύμα της δυνάμεως και του Θεού έχει αναπαυθή πάνω σας" [Α΄ Πέτρου 4, 14]»14.
γ. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ων ακόμη αξιωματούχος στο Χαλιφάτο της Δαμασκού, και ενώ είχε εκσπάσει η εικονομαχία στην ΚΠολη, έγραψε περί το 730 μ.Χ. λόγους κατά της Εικονομαχίας, οι οποίοι έκαναν πολλή ζημία στην αίρεση. Καθώς λέγει ο Βίος του, αφού ο άγιος Ιωάννης επλήσθη με ζήλο, ως ο Προφήτης Ηλίας, «στους Ορθοδόξους εκείνους που τον εγνώριζαν αποστέλλει λόγους σε μορφή επιστολών υπέρ της προσκυνήσεως των σεβασμίων Εικόνων, αποδεικνύοντας στο έπακρο, με πολλή σοφία, ότι είναι απαραίτητη η προσκύνηση των θείων εκτυπωμάτων [Εικόνων]. Και παρήγγειλε σε εκείνους να λέγουν τα παρόμοια και προς άλλους και να δείχνουν τις επιστολές του. Και με όλους τους τρόπους έσπευδε ο νέος αθλητής της αληθείας, σαν μέσω κάποιου κύκλου, να κυκλοφορούν οι επιστολές του από χέρι σε χέρι στους πιστούς, και να δυναμώνη η Ορθοδοξία». Έτσι εξυφάνθηκε από τον αιρετικό Αυτοκράτορα της ΚΠόλεως Λέοντα Γ' συκοφαντία κατά του Αγίου Ιωάνου με αποτέλεσμα ο Ιωάννης να τιμωρηθή αδίκως από τον Χαλίφη, ως επίδοξος στασιαστής και επίβουλος της αραβικής κυριαρχίας και να του αποκοπή η δεξιά χείρα. Μετά τη θαυματουργό θεραπεία του από την ιερά Εικόνα της Παναγίας ο Άγιος εγκατέλειψε τη θέση του και εμόνασε στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα15.
δ. Οι Δέκα Μάρτυρες της Χαλκής Πύλης εναντίον της Εικονομαχίας, εορταζόμενοι στις 9 Αυγούστου.
Το Συναξάριον της 9ης Αυγούστου, μνημονεύει την εορτή των Αγίων Δέκα Μαρτύρων, οι οποίοι υπέστησαν Μαρτύριον χάριν της Εικόνος του Σωτήρος Χριστού της τοποθετημένης στην Χαλκή Πύλη της Κωνσταντινουπόλεως. Οι εννέα πρώτοι από τους δέκα αυτούς Αγίους, Ιουλιανόν, Μαρκιανόν, Ιωάννην, Ιάκωβον, Αλέξιον, Δημήτριον, Φώτιον, Πέτρον, Λεόντιον και Μαρίαν την Πατρικίαν, έλαβαν μέρος στην αντίστασι που το πλήθος εκδήλωσε εναντίον του Στρατού, όταν ένας αξιωματικός (σπαθάριος) προσπάθησε να κατεβάσει την ιερά Εικόνα του Χριστού από την Χαλκή Πύλη, επί Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου το έτος 730 μ.Χ. μετά την υπογραφή εικονομαχικού διατάγματος16. Μετά από οκτώ μήνες φυλάκιση και φρικτές βασάνους οι Άγιοι εκτελέστηκαν χάριν της Ορθοδοξίας μαζί με την αγία Μαρία την Πατρικία17.
4) Οι ιεροί Κανόνες επιτρέπουν και ενθαρρύνουν την αντίδραση των λαϊκών σε αιρετικούς (ψευδο)-ποιμένες
Το πλέον εύλαλο κείμενο για το δικαίωμα προασπίσεως της Πίστεως από τους πιστούς, ακόμη και εναντίον των Επισκόπων, όταν οι Επίσκοποι μέσω της αιρέσεως αποκαλύπτονται ως «ψευδ-επίσκοποι» και «ψευδο-ποιμένες», αποτελεί ο περιώνυμος 15ος ιερός Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (Α΄ Φωτιανής) του έτους 861 μ.Χ. η οποία Σύνοδος θεωρείται ισόκυρος με τις Οικουμενικές Συνόδους. Ο ιερός αυτός Κανών, αφού επισημάνει πώς πρέπει οι Χριστιανοί να αντιδρούν σε ενδεχόμενες παρεκτροπές του Επισκόπου της περιοχής τους, τελειώνει με την εξής διευκρίνηση: «Όποιοι λόγω κάποιας αιρέσεως κατηγορημένης από τις Άγιες Συνόδους ή τους Πατέρες χωρίζουν τους εαυτούς τους από τον Πρόεδρο (της Εκκλησίας, τον Επίσκοπο), δηλαδή όταν εκείνος κηρύττη δημοσίως την αίρεσι και τη διδάσκει στην Εκκλησία «με γυμνήν την κεφαλήν», αυτοί όχι μόνον δεν υπόκεινται σε κανονικά επιτίμια προ συνοδικής διαγνώμης, επειδή αποτειχίζουν τον εαυτό τους από την κοινωνία προς τον καλούμενον Επίσκοπο, αλλά θα αξιωθούν και της αρμοζούσης τιμής από τους Ορθοδόξους. Διότι κατηγόρησαν όχι Επισκόπους, αλλά ψευδ-επισκόπους και ψευδο-διδασκάλους, και δεν κατακομμάτιασαν την ένωσι της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά εμερίμνησαν να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν από σχίσματα και διαμερισμούς» 18.
Υπάρχουν και άλλοι σχετικοί Κανόνες και ερμηνείες κανονολόγων (θα τους δούμε σε ειδική ενότητα).
5) Η επιβεβαίωση της Πίστεως του Επισκόπου από τους λαϊκούς
Πολύ ορθώς επισημαίνει ο πολύς θεολόγος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, ότι ναί μεν ο Επίσκοπος δεν διδάσκει την Πίστη βάσει εξουσιοδοτήσεως και υποδείξεων του ποιμνίου του, δηλ. του πιστού λαού, αλλά ούτε πάλι μπορεί να λέγει ο,τιδήποτε θέλει, διότι «μέσα στην Εκκλησία, «προσωπικές γνώμες» δεν πρέπει ούτε και μπορεί να υπάρχουν»19. Λοιπόν ο Επίσκοπος καλείται και περιορίζεται στο να εκφράσει την δια των αιώνων καθολική εμπειρία της Εκκλησίας. Αν δεν έχη «συσσωματωθεί» εν Αγίω Πνεύματι σ' αυτήν την εμπειρία, πράγμα που φαίνεται και στη διδασκαλία του, Ιδού, θα υποστή πρεπόντως και δικαίως την αντίδραση του Ποιμνίου. Πώς έχουν ακριβώς τα λόγια του π. Γ. Φλωρόφσκυ: «... ο επίσκοπος πρέπει ν΄ αγκαλιάση μέσα του όλη του την Εκκλησία· πρέπει να εκδηλώση, να φανερώση την εμπειρία και την πίστι της. Δεν πρέπει να ομιλή αφ' εαυτού αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας, «ex consensu ecclesiae». [...] Την πλήρη ικανότητα να διδάσκη δεν την έχει λάβει ο επίσκοπος από το ποίμνιό του, αλλά από το Χριστό, μέσω της Αποστολικής διαδοχής. Αλλ' η πλήρης αυτή ικανότης, που έχει δοθή σ' αυτόν, είναι ικανότης του να φέρη τη μαρτυρία της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Περιορίζεται από την εμπειρία αυτήν. Επομένως, σε ερωτήματα περί πίστεως, ο λαός πρέπει να κρίνη ανάλογα με τη διδασκαλία του. Το καθήκον της υπακοής παύει να ισχύη, όταν ο επίσκοπος ξεφεύγη από το καθολικό πρότυπο, οπότε ο λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήση ακόμη και να τον καθαιρέση»20.
Για το λόγο τούτο η απάντηση των Πατριαρχών της Ανατολής στον Πάπα Πίο τον 9ο, το 1848, διεκήρυξε τη σημασία του ρόλου των λαϊκών στην διατήρηση της Πίστεως της Εκκλησίας : «σε μας, ούτε Πατριάρχες, ούτε Σύνοδοι μπόρεσαν ποτέ να εισαγάγουν νέα [δόγματα και έθη], διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θέλει το θρήσκευμά του αιωνίως αμετάβλητο και ομοειδές με αυτό των πατέρων του»21.
Ερμηνεύοντας αυτή την απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848, όπου επισημαίνεται ο ρόλος των λαϊκών στη διαφύλαξη της πίστεως, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ παρατηρεί «Το όλο σώμα της Εκκλησίας έχει το δικαίωμα να επαληθεύη, η, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, το δικαίωμα, και όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά το καθήκον της «επιβεβαιώσεως». Μ' αυτήν την έννοια οι Πατριάρχες της Ανατολής έγραφαν στη γνωστή Εγκύκλιο επιστολή του 1848 ότι «ο λαός ο ίδιος από μόνος του υπήρξεν ο υπερασπιστής της θρησκείας»»22.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
α. Έπαινος μιας ομολογητρίας από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.
Κατά την διάρκεια της εικονομαχίας ανεδείχθησαν μάρτυρες και ομολογητές της Πίστεως μεταξύ των ορθοδόξων λαϊκών. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, γράφοντας επιστολή στη διωκομένη αξιωματούχο (Πατρικία) Ειρήνη, την παρηγορεί και την ενθαρρύνει με τα εξής λόγια:
«Ποιός δεν γνωρίζει από τους ομολογητές ότι και συ συν-ομολόγησες; Πού δεν ακούστηκε, ότι υπάρχει και μια συγκλητική μεταξύ των μαρτύρων; Σε εθαύμασαν τα τάγματα των Μοναχών και σε επήνεσαν οι συνάξεις των λαϊκών. Αλλά, τί αξία τάχα έχουν αυτά; Τα ίδια τα τάγματα των αγγέλων και των αγίων ευφράνθηκαν χάρις εις σε. Και μη νομίσης, ότι είναι κολακεία τα λόγια μου. Βλέπε, μάρτυς Χριστού, πόσον έχεις τιμηθή, πόσον έχεις υψωθή: σύγκρινέ μου πηλό και χρυσό: τόσο πιο μεγάλο και πολύ περισσότερον είναι από το επίγειο αξίωμα που εγκατέλειψες, το επουράνιο αξίωμα που σού δωρήθηκε τώρα από τον Θεόν, δηλαδή το να αποκαλείσαι μάρτυς του Χριστού, ομολογητής της αληθείας».
«Δια τούτο σού υπενθυμίζω να μη ξεφύγης καθόλου από την ένστασι, συ που έχεις στηριχθή πάνω στην ασάλευτη πέτρα της Ορθοδοξίας, μήτε να γίνης ευκολο-πτόητη και διχόγνωμη, εξ αιτίας των πτώσεων [στην αίρεσι] είτε λαϊκών είτε μοναστών και όσων νομίζουν ότι είναι κάτι, η γενικώς οποιουδήποτε άλλου. Αυτοί είναι ψευδάδελφοι, ψευδαπόστολοι, που έχουν μόρφωσιν ευσεβείας, αλλά έχουν αρνηθή τη δύναμί της [Β΄Τιμ. 3, 5]. Πολλοί δοκησίσοφοι και «αρχιεροφανείς» [φαινομενικοί αρχιερείς] και «αγιόδοκοι» [φαινομενικοί άγιοι] νικήθηκαν στις παλαιές γενεές· αντιθέτως, έλαμψαν ως φωστήρες εν τω κόσμω [Φιλιπ. 2, 15] ολίγοι και αληθινοί σοφοί, οι οποίοι διαβιούν με φόβο Θεού, επειδή αρχή σοφίας είναι το να βοβήται κάποιος τον Κύριο [Ψαλμ. 110, 10], μολονότι δεν έχουν θεωρηθή και σπουδαίοι, επειδή ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, αλλά ο Θεός στην καρδιά»23.
β. Η αγωνιστική ομολογία των λαϊκών μέσα στους διωγμούς από τους αιρετικούς ελέγχει και κατακρίνει την απραξία πολλών Μοναχών
Πολλά θα μπορούσε κανείς να πεί και εδώ. Εμείς εκλέγουμε μόνο κάτι ενδεικτικό από τον Άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη, προς τον φίλο του Ηγούμενο Θεόφιλο σχετικά με τη «μοιχειανική αίρεση», δηλ. την εκκλησιαστική ανοχή προς τον παράνομο (μοιχικό) γάμο του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και την μετά ταύτα συνοδική αθώωση του («μοιχοζεύκτου») Ηγουμένου Ιωσήφ που ετέλεσε τον παράνομο (μοιχικό) γάμο.
«Επειδή λοιπόν εξήλθε με Σύνοδο εις το εμφανές η αιρετική ασέβεια, πρέπει και η ευλάβειά σου μαζί με όλους τους Ορθοδόξους να εκφράζεται με θάρρος, με το να μη κοινωνή με τους κακοδόξους, μήτε να μνημονεύη κανένα από αυτούς που παρευρέθησαν στη μοιχοσύνοδο ή ομοφρονούν με αυτήν. Και βεβαίως είναι δίκαιον, όσιε πάτερ, αφού είσαι σε όλα θεόφιλος, όπως δηλώνει και το όνομά σου, να αγαπάς τον Θεόν και σ' αυτό. Διότι ο Χρυσόστομος με έντονη και εκτενή φωνή εχαρακτήρισε ως εχθρούς του Θεού, όχι μόνον τους αιρετικούς, αλλά και όσους κοινωνούν μ' αυτούς. Και εάν η δική σου σταθερότης δεν διασφαλισθή, ποιός λοιπόν θα σωθή; Και αυτός που με τη δύναμι του Θεού ωμολόγησε με παρρησία σαν άγιος πλήν ολοκληρωθή η αίρεσι, εάν τώρα, μετά την αίρεσι υποχωρήση, πώς κάποιος άλλος θα τολμήσει να πη «γρύ»;
«Και εάν το μοναχικόν τάγμα δεν θα τα θεωρήση όλα σκύβαλα [σκουπίδια], εννοώ τα μοναστήρια και όλα τα γύρω από αυτά, πώς ο λαϊκός θα καταφρονήση την γυναίκα, τα τέκνα και τα λοιπά;» 24.
Είναι σαφές το δικαίωμα ή μάλλον η υποχρέωση των πιστών για την υπεράσπιση της Πίστεως. Σε άλλη ενότητα, Θεού θέλοντος, θα διαπραγματευθούμε και το θέμα της συμβολής των Μοναχών στα θέματα Πίστεως.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Πρβλ. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι-Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Πατερικά 1, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 44.
2. Λόγος 27, Θεολογικός 1, 3, PG 36, 13ε. (μεταγλώττιση).
3. Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Β΄, εκδ. «Σωτήρ», Αθήναι 2003, σελ. 376 (μεταγλώττιση).
4. Πρωτοπρεσβ. Θεοδώρου Ζήση, ένθ' ανωτ., σελ. 43.
5. Λόγος αποδεικτικός δεύτερος 18 και 28, εκδ. Π. Χρήστου τόμ. 1, 94. 103.
6. Αρχιμανδριτου Γεωργίου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκαλος της θεώσεως, εκδ. Ι.Μ. Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2000, σελ. 54.
7. Μοναχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εκδ. Σπηλιώτη, Θεσσαλονίκη (α.χ.), σελ. 61.
8. Επιστολή (81) Παντολέοντι Λογοθέτη, PG 99, 1321Α.Β (μεταγλώττιση).
9. Επιστολή (2) Μονάζουσι, PG 99, 1120Β (μεταγλώττιση).
10. Πεντάβιβλος Αντίρρησις κατά των Νεστορίου δυσφημιών 1, 5, PG 76, 41ε. (μεταγλώττιση)
11. ACO Ι, 1, 1, 101 (μεταγλώττιση).
12. Θεοφάνους, Χρονογραφία Α.Μ. 5940, PG 108, 260B.261Β (μεταγλώττιση).
13. Επιστολή Κελεστίνου Νεστορίω ACO 1,1,1,81 (μεταγλώττιση).
14. ACO Ι, 1, 1, 113-114 (μεταγλώττιση).
15. Ολόκληρος ο Βίος εν Ιωαννου Πατριαρχου Ιεροσολυμων, Βίος του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού, PG 94, 429-489. Το συγκεκριμένο περιστατικό, από την παράγραφο ΙΔ΄ (PG 94, 449Β) και εξής.
16. Βλ. Ιω. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμ. Α΄, Αθήναι 1994, σελ. 774.
17. Μηναίον του Αυγούστου, εν Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη «ΦΩΣ», εκδ. «ΦΩΣ», Αθήναι 19702, σελ. 101.
18. Αγαπίου Ιερομονάχου και Νικοδημου Μοναχου, Πηδάλιον της νοητής νηός της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, σελ. 292 (μετγαλώττιση).
19. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. «Άρτος Ζωής», Αθήναι 1973, σελ. 208.
20. Αυτόθι,σελ. 207.208.
21. (§17), εν ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗ, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1953, σελ. 920.
22. π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, ένθ' ανωτ., σελ. 207.
23. Επιστολή (156) Ειρήνη Πατρικία, εν Theodori Studitae Epistulae, τόμ. Β΄, εκδ. De Gruyter, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, Series Berolinensis 31, Berlin 1992, σελ. 276.277 (μεταγλώττιση).
24. Επιστολή (39) Θεοφίλω Ηγουμένω, PG 99, 1049Α.Β
(μεταγλώττιση).

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 69/30.6.1999 ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΝ ΡΩΣΙΑ ΚΑΤΑΚΟΜΒΙΤΑΣ

 

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

                                              ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ –ΣΤΑΜΑΛΑ 194 00 Τ.Θ. 54 – ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

                                                          ΤΗΛ.: 210 602 0176 & 210 602 1467

 

Α. ΠΡΩΤ. 69/30.6.1999

 

 

 

Σημείωσις: ῾Η ὑπ’ ἀριθμ. 69/30-6-1999 ᾿Εγκύκλιος αὕτη ᾿Επιστολή μας προκάλεσε πολύ μεγάλο ἐνδιαφέρον στήν Ρωσία, καί εἰς τούς ᾿Ορθοδόξους καί εἰς ἄλλους. Μόνο διά τήν ῾Ελλάδα, φαίνεται, δέν ἔπρεπε νά δημοσιευθῇ, διότι "χαλάει" τά σχέδια τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Καί ὕστερα ἐπιμένουν κάποιοι νά ζητοῦν ἀποδείξεις δι’ ὅσα λέγομεν καί γράφομεν διά τό κίνημα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ.

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ

 "ΠΕΤΡΟΓΚΡΑΝΤ" ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΑΥΤΗΣ.

῾Η ᾿Εγκύκλιος αὕτη μετεφράσθη εἰς τήν Ρωσικήν γλῶσσαν καί ἀπεστάλη εἰς τούς ἐν Ρωσίᾳ Γ.Ο.Χ. (Κατακομβῶν) πρός τούς ὁποίους ἀπηυθύνετο. Τό ἐν λόγῳ κείμενον προεκάλεσε τό ἐνδιαφέρον, καί μάλιστα εἰς πολλούς πού ἀνῆκον εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν τῶν Κατακομβῶν. ᾿Εν ὑστερογράφῳ εἰς τήν Ρωσικήν μετάφρασιν συμπεριλάβαμε καί μίαν ἀπάντησιν εἰς τούς Γ.Ο.Χ. τῆς Ρωσίας διά τόν ρόλον τοῦ φερομένου ὡς "᾿Αρχιεπισκόπου Κατακομβῶν" ᾿Αμβροσίου. Εἰς αὐτήν τήν ἀπάντησιν συστήναμε εἰς τούς πιστούς χριστιανούςτῶν Κατακομβῶν, ὅτι πρέπει νά προσέχουν νά μή πλανηθοῦν, καθ᾿ ὅσον οὗτος καί οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μέ τήν Γνησίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν, ἀλλά καί τά φρονήματά του ἔχουν σχέσιν μᾶλλον πρός τούς παλαιοπίστους παρά πρός τήν ᾿Ορθοδοξίαν.

᾿Ενδιαφέρον δι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εγκύκλιον ἔδειξε καί ἡ Διεύθυνσις τοῦ μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικοῦ τῆς Πετρουπόλεως "ΒΕΡΤΟΓΚΡΑΝΤ".. Εἰς τήν στήλην "Πληροφορίες" τοῦ περιοδικοῦ αὐτοῦ καί ὑπό τόν τίτλον: "῾Ο ῎Εξαρχος τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος ἀπευθύνθηκε μέ ἐπιστολή πρός τούς χριστιανούς τῶν Κατακομβῶν τῆς Ρωσίας" ἐγράφη ἐκτενής καί συστηματική παρουσίασις, τήν ὀποίαν παραθέτομεν μέ τήν σημείωσιν  ὅτι αὐτή εἶναι ὅπως φαίνεται, μία καλοπροαίρετη κριτική, ἡ ὁποία ὅμως εἰς τινά σημεῖα "περνάει" κάποιες ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες δέν μποροῦν νά μείνουν ἀσχολίαστες, ὅπως π.χ. διά τό θέμα τῆς λεγομένης "χειροθεσίας" τοῦ 1971.

Παραθέτομεν αὐτούσιον τό ἐν λόγῳ κείμενον ἐπί τοῦ ὁποίου  γίνονται τά ἀπαραίτητα σχόλια - διευκρινίσεις.

"Μέ ᾿Εγκύκλιο ἐπιστολή πρός τούς Γ.Ο.Χ. (τῶν Κατακομβῶν) τῆς Ρωσίας ἀπευθύνθηκε στά μέσα τοῦ περασμένου ἔτους ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος, ὁ ῎Εξαρχος τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος (τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου στήν Ρωσία).

᾿Εξηγώντας τό σκοπό τοῦ γραψίματος τῆς ἐπιστολῆς ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος γράφει: Πατέρες καί ἀδελφοί, ὅσοι ἐλάβομεν τήν ὑψίστην τιμήν νά εἴμεθα γνήσια καί ζῶντα μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά φυλάξωμεν αὐτόν τόν σύνδεσμον καί τήν κοινωνίαν μετά τοῦ Χριστοῦ διά καί ἐν τῇ ᾿Αγίᾳ Του ᾿Εκκλησίᾳ διά τῆς ζώσης πίστεως καί τῆς φωτιστικῆς Χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Οὕτω θά δυνηθῶμεν νά διακρίνωμεν τό ψεῦδος ἀπό τήν ἀλήθειαν καί τό σκότος ἀπό τό φῶς, καί θά φεύγωμεν τήν πλάνην, τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν, διότι ὅλα αὐτά εἶναι ἔργα τῶν πολλῶν προδρόμων τοῦ ἀντιχρίστου. Γράφω  ῾Υμῖν, ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί γνήσια τέκνα τῆς Μητρός ἡμῶν ᾿Εκκλησίας, ἐν πολλῇ σπουδῇ καί συνοχῇ καρδίας, διότι ἀνησυχῶ μή τις ἐξ ῾Υμῶν πλανηθῇ, διότι  καί εἰς τάς ἡμέρας μας "ἠγέρθησαν πολλοί ἀντίχριστοι", πολλοί "ψευδεπίσκοποι", πολλαί "ψευδοεκκλησίαι", πολλαί "ψευδοσύνοδοι" καί ὑπερπερίσσευσαν αἱ "ψευδοομολογίαι".

῾Ο Μητρ. Κήρυκος σαφηνίζει, ὅτι δέν βρίσκονται ὅλοι οἱ "παλαιοημερολογῖτες" στήν Γνήσια ᾿Εκκλησία (τήν ὁποίαν αὐτός θεωρεῖ τήν "Ματθαΐκή" Σύνοδο), ἀλλά πολλοί ἐξέπεσαν ἀπ᾿ Αὐτῆς.

῾Η ἄμεση ἀφορμή γιά αὐτή τήν ᾿Εγκύκλιο, ὅπως τό ὁμολογεῖ ὁ Μητρ. Κήρυκος, εἶναι τό κείμενο τῆς ᾿Εγκυκλίου ἐπιστολῆς πρός τήν ᾿Εκκλησία τῶν Κατακομβῶν τῆς Ρωσίας, μέ τήν ὁποία ἀπευθύνθηκε ἤδη ἀπό τό 1995 ὁ Προϊστάμενος ἑτέρας Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ.  ῾Ελλάδος (τῶν "Φλωριναίων" ἤ τῶν "Χρυσοστομιτῶν"), ὁ "᾿Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος". ῾Ο Μητρ. Κήρυκος δέν θεωρεῖ τόν ᾿Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο ὡς τήν Κανονική Κεφαλή τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.  ῾Ελλάδος, ὀνομάζοντάς τον "ἡγέτη τοῦ γνωστοῦ παλιαοημερολογιτικοῦ σχίσματος, τό ὁποῖον ἐδημιούργησε τό 1937 καί τοῦ ὁποίου ἠγήθη μέχρι τόν θάνατό του, τό 1955, ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης". ᾿Από κεῖ καί πέρα, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἐγκυκλίου εἶναι ἀφιερωμένο στήν ἐξήγηση αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ καί εἶναι ἡ θεώρηση τῆς ἱστορίας τῶν Γ.Ο.Χ.  ῾Ελλάδος, ἡ ἐρμηνεία τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀντικείμενο τῶν συγκρούσεων ἀνάμεσα στίς διάφορες ῾Ελληνικές παλαιοημερολογιτικές Συνόδους.

Στήν ᾿Εγκύκλιο τοῦ Μητρ. Κηρύκου μνημονεύονται καί οἱ συμμετοχές τῶν ᾿Αρχιερέων τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς στά ἔργα τῶν Γ.Ο.Χ.  ῾Ελλάδος, τό ὁποῖο ὁ συγγραφεύς τῆς ᾿Εγκυκλίου ἐκτιμάει ἀρνητικά. ῾Ο Μητρ. Κήρυκος ἰσχυρίζεται ὅτι ὀ ᾿Αρχιεπίσκοπος Σικάγου καί Ντητρόϊτ Σεραφείμ, ὁ τελέσας τήν χειροτονία τοῦ ᾿Επισκόπου Ταλαντίου ᾿Ακακίου (Παπᾶ), ὁ ὁποῖος ἀποκατέστησε τήν χαμένη ῾Ιεραρχία τῶν "Φλωριναίων", "ἔπεσε εἰς τήν παγίδα τῶν μυστικῶν καί δολίων διαβουλεύσεων καί, ὡς λέγεται, εἰς τήν παγίδα τῆς Σιμωνίας". Μετά ἱστορεῖ καί περί τῆς ἑτέρας χειροτονίας στούς Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος, τήν ὁποία ὁ ᾿Επ. ᾿Ακάκιος ἐτέλεσε μαζί μέ τόν ᾿Αρχιεπίσκοπο Χιλῆς Λεόντιο, τόν ὁποῖο ὁ συγγραφεύς τῆς ἐπιστολῆς ὠνόμασε "Λατινόφρονα".

Στήν ᾿Εγκύκλιο τοῦ Μητρ. Κηρύκου ἀρκετά ἀσαφῶς[1] εἶναι πεφωτισμένο τό ἄλλο ἐπεισόδιο στήν ἱστορία τῶν Γ. Ο.Χ.  ῾Ελλάδος - ἡ χειροθεσία τῶν ᾿Αρχιερέων τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου, τήν ὁποίαν ἐτέλεσεν ἡ ῾Ιερά Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς. Τό 1971, γράφει αὐτός, ἡ "Ματθαιϊκή" Σύνοδος, ἔστειλε τήν ᾿Εξαρχία στήν ᾿Αμερική" "διά νά συναντηθῇ μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου εἰς τά πλαίσια τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ιεραποστολῆς, ἐπεδιώχθη νά διαφωτισθῇ καί βοηθηθῇ ἡ Ρωσική Σύνοδος, ὥστε νά ἀποκηρύξῃ τόν Νεοημερολογιτισμόν ὡς ἐνεργείᾳ  σχισματοαίρεσιν. "῞Οταν ἡ ῾Ιερά Σύνοδος δέχθηκε τήν ῾Ομολογία Πίστεως τῆς "Ματθαιϊκῆς" Συνόδου, ἔφτασαν στό θέμα τῆς ὑφ᾿ ἐνός χειροτονίας, τήν ὁποίαν ἐτέλεσεν ὁ ἱδρυτής[2] τους ὁ ᾿Επίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος. Οἱ "Ματθαιϊκοί" πῆγαν τό ᾿71 γιά νά "διορθώσουν"[3] αὐτή τή χειροτονία, ὅπως τό ἰσχυρίζεται τώρα ὁ Μητρ. Κήρυκος. "ὄχι διότι ὑπῆρχεν ἤ ὑπάρχει ἡ παραμικρά ἀμφιβολία περί τῆς πληρότητος καί τῆς ἐγκυρότητος τοῦ μυστηρίου τῆς κατά τό ἔτος 1948 χειροτονίας, ἀλλά ἐτέθη ἀποκλειστικῶς πρός χάριν[4] τῆς σχισματικῆς παρατάξεως τοῦ πρώην Φλωρίνης, ἡ ὁποία ἰσχυρίζετο, ὅτι δέν ἐπιστρέφει εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ., διότι "δῆθεν εἶναι ἄκυροι αἱ χειροτονίαι τῶν ᾿Επισκόπων της". Κατά τήν μαρτυρία τοῦ Μητρ. Κηρύκου οἱ "Ματθαιϊκοί" ἀπευθύνθηκαν στήν ῾Ιερά Σύνοδο τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς μέ τήν αἴτηση "ὅπως ἀποφανθεῖ βάσει τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων καί ἐπί τοῦ θέματος τῆς ὑφ᾿ ἑνός χειροτονίας".παρασιωπώντας[5] τό τί εἴδους τελετή ἐτελέσθη  ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς  ἐπί τούς ᾿Αρχιερεῖς τῶν "Ματθαιϊκῶν", ὁ Μητρ. Κήρυκος τελειώνει: "Τέλος ἡ ῾Ιερά ἡμῶν Σύνοδος μετά ἐλάχιστα ἔτη, ὅταν διεπίστωσε ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος δέν τηρεῖ ἐν τῇ πράξει ὅσα ἀπεδέχθη τό 1971, ἐξαντληθέντων δέ καί τῶν κανονικῶν διαβημάτων, ἠναγκάσθη νά διακόψῃ τήν μετ᾿ αὐτῆς ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, ἀδιαφοροῦσα παντελῶς δι᾿ αὐτό τό ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ κ. Χρυσόστομος, ὅτι δῆθεν μέ τήν ἀποκήρυξιν "ἐπανῆλθεν εἰς τήν πρώτην ἀκυρότητα τῶν χειροτονιῶν", διότι ἀκριβῶς ποτέ, οὐδ᾿ ἐπί στιγμήν, δέν ἐξηρτήθη ἡ ᾿Αποστολική Διαδοχή τῶν ᾿Επισκόπων μας ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδον".

᾿Εκτός ἀπό τούς Φλωριναίους, ὁ Μητρ.  Κήρυκος κάνει κριτική καί ἄλλων παρατάξεων τῶν ῾Ελλήνων παλαιοημερολογιτῶν -τῆς Συνόδου τοῦ ᾿Αρχ.  Αὐξεντίου (ἡ ὁποία τώρα μετά τόν θάνατο τοῦ ἡγέτου της σχεδόν ἔπαψε νά ὑπάρχει) καί τῆς Συνόδου τῶν ἐνισταμένων τοῦ Μητρ. Κυπριανοῦ.

Στό τέλος τῆς ἐπιστολῆς του ὁ Μητρ. Κήρυκος ἀπαντάει στήν ἐρώτηση τήν σχετική μέ τίς σχέσεις τῆς ᾿Εκκλησίας του μέ τόν αὐτοκαλούμενο "ἀρχιεπίσκοπο" ᾿Αμβρόσιο, ὁ ὁποῖος δημοσίευσε στό περιοδικό του Ρωσική ᾿Ορθοδοξία" τήν πληροφορία ὅτι αὐτός, δῆθεν, ἔχει κανονικήν ἐπικοινωνίαν μέ τήν "Ματθαιϊκή" Σύνοδο τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος.  "Σᾶς διαβεβαιώνω, γράφει ὁ Μητρ.  Κήρυκος, "ὅτι ὁ αὐτοκαλούμενος ἀρχιεπίσκοπος ᾿Αμβρόσιος (Σίβερς) δέν ἔχει καμμιά σχέση,οὔτε ἐπικοινωνία μέ τήν ᾿Εκκλησία Γ.Ο.Χ.  ῾Ελλάδος.

῾Η ῾Ιερά Σύνοδός μας ποτέ δέν τόν ἀνεγνώρισε ὡς Κανονικό καί ᾿Ορθόδοξο ᾿Επίσκοπο.  Μετά ἀπό ἔρευνα τῶν ντοκουμέντων του, τά ὁποῖα μᾶς ὑπέβαλεν ὁ ἴδιος, φαίνεται ὅτι αὐτός ἔχει περισσότερες σχέσεις μέ τούς παλαιοπίστους, παρά μέ τήν ᾿Ορθοδοξία. Γι  αὐτό προσέχετε νά μή πλανηθῆτε ἀπό αὐτόν. ῎Αν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, θά ἐπανέλθουμε σ᾿ αὐτό τό θέμα ἀναλύοντάς το μέ περαιτέρω ἐπιχειρηματολογία".

Στό ἴδιο περιοδικό καί μέ τόν τίτλο: ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΤΟΓΚΡΑΝΤ -ΙΝΦΟΡΜ, γράφονται καί τά ἑξῆς πληροφοριακά στοιχεῖα:

Τήν ἀντίδραση τοῦ Μητρ. Κηρύκου στήν ᾿Εγκύκλιο ἐπιστολή τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου προεκάλεσε προφανῶς, τό γεγονός, ὅτι αὐτή ἡ ἐπιστολή, 5 χρόνια παλαιά, κυκλοφορεῖ ἀνάμεσα στίς Κοινότητες τῶν Κατακομβιτῶν στήν Ρωσία.

Αὐτή ἡ ἐπιστολή γράφτηκε στά χρόνια τῆς ἀρχῆς τῆς δραστηρίας "Ρωσικῆς πολιτικῆς" τῆς Συνόδου τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου τό ᾿95, ὁπότε κάποιοι κληρικοί καί λαΐκοί τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Διασπορᾶς ἦσαν ἔτοιμοι νά θέσουν τίς περαιτέρω ἐλπίδες τους ἀκριβῶς πάνω σ᾿ αὐτή τήν Σύνοδο. Τότε στήν Ρωσία λειτουργοῦσαν 2 ἱερεῖς αὐτῆς τῆς Συνόδου - ὁ Βασίλειος ῾Ρεντέτσκιν καί ὁ ῎Ιγκορ Μεντβέντεφ - στούς ὁποίους σύντομα προσχώρησε ὁ ἱερομόναχος Νεκτάριος (Γιασούνσκι), τόν ὁποῖον δέχτηκαν ἀπό τήν Ρωσική Σύνοδο τῆς Διασπορᾶς σάν ἱεροδιάκονο.

῞Ομως ἡ "Ρωσική πολιτική" τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου δέν εἶχε μακρόχρονη ζωή. Τό ᾿95 ἡ Σύνοδος τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου ἔπαθε σχίσμα καί ἔνας ἀπό τούς Ρώσους ἱερεῖς (ὁ ῎Ιγκορ Μεντβέντεφ) προσχώρησε στήν νεοδιαμορφωμένη Σύνοδο τοῦ Μητρ. Καλλινίκου Λαμίας. ῾Ο πρώην μοναχός Νεκτάριος  (Γιασούνσκι) στήν ἀρχή τοῦ 2000 καθαιρέθηκε κατά τήν ἀπόφαση τῆς Συνόδου τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου. Τό ᾿97 στή Σύνοδο τοῦ ᾿Αρχ. Χρυσοστόμου προσχώρησε ἀπό τό ἐπίσημο Πατριαρχεῖο τῆς Γεωργίας ὁ ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος ἐκτός ἀπό τήν μικρή του ἐνορία στήν Τμπίλιση ποιμαίνει τήν Κοινότητα ῾Ελλήνων - Ποντίων στόν Βόρειο Καύκασο. Μέ αὐτό τόν τρόπο, συγκεκριμένως στήν Ρωσία ὁ ᾿Αρχ. Χρυσόστομος ἔχει μόνον ἕναν ἱερέα - τόν π. Βασίλειο ῾Ρεντέτσκιν".

Παρακαλοῦνται οἱ ‘Ορθόδοξοι νά μελετήσουν καί τήν «ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ», καί τήν ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ μΑΣ, καθώς καί τά ὅσα ἔγραψε τό περιοδικόν «ΠΕΤΡΟΓΚΡΑΝΤ» καί νά βγάλουν μόνοι των τά συμπεράσματα.

 

Πρός Κύριον εὐχέτης

+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

ΚΗΡΥΚΟΣ

 

 



[1]Σημ. ἡμετέρα: Δέν νομίζομεν ὅτι ἀσαφῶς παρουσιάζεται τό θέμα. ῎Ισως ἡ μετάφρασις νά ἔδωσε τοιαύτην εἰκόνα.

[2]Σημ. ἡμετέρα: Δέν εἶναι δικός μας αὐτός ὁ ὅρος, οὔτε γίνεται ἀποδεκτός. Τό σημειώνομεν διότι πιθανόν νά παρερμηνευθῇ.

[3]Σημ. ἡμετέρα: Οὔτε αὐτός ὁ ὅρος ἐχρησιμοποιήθη. Οὐδέποτε ἐγένετο δεκτόν, ὑφ᾿ ἡμῶν ὅτι οἱ ἡμέτεροι ᾿Αρχιερεῖς μετέβησαν εἰς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς διά νά "διορθώσουν" τί τό ἐλλειπές ἀπό τήν χειροτονίαν τοῦ 1948. Τά περί "διορθώσεως", τά χρησιμοποίησαν ἀργότερα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον εἰς τό νά γίνῃ δεκτός ἀπό τούς Αὐξεντιανούς ὡς ᾿Επίσκοπος ἀπό τό 1971, γεγονός τό ὁποῖον κατεδικάσθη, ὡς βλασφημία.

[4]Σημ.  ἡμετέρα: ῾Η ἡμετέρα ᾿Εξαρχία μετέβη εἰς τήν ᾿Αμερικήν καί συνηνήθη μετά τῆς ἐκεῖ Ρωσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς, πρός χάριν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί μόνον, πρός χάριν τῆς ῾Ιεραποστολῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, ἀπαιτεῖ νά εἶναι ὅλοι ἑνωμένοι ἐν τῇ ᾿Αληθείᾳ. Μέσα ἀκριβῶς εἰς αὐτά τά πλαίσια ἐτέθη καί τό θέμα τοῦ ὑφ᾿ ἑνός, ἡ δέ ἀπόφασις τῆς Ρωσικῆς Συνόδου ἐγένετο δεκτή, ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς εὐλογίας, ὅπως τό ἐπεξήγησεν ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἤ ὑπό τῆς ἔννοιαν τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς, ὅπως ἔγραψεν ὁ ἴδιος ἀργότερον, καί διά νά ἀρθῇ κάθε ἐμπόδιον ἀπό τούς Φλωριναίους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο νά ἑνωθοῦν προφασιζόμενοι τό "ὑφ᾿ ἑνός". Αὐτήν τήν ἔννοιαν ἔχει τό γραφέν "ἀποκλειστικῶς πρός χάριν τῆς σχισματικῆς παρατάξεως τοῦ πρώην Φλωρίνης". ῏Ηταν πράγματι μιά ὑποχώρησις τῆς ᾿Εξαρχίας, μέσα εἰς τό καλῶς νοούμενον πνεῦμα τῆς ᾿Εκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας, "διά τό καλόν τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί τῆς ῾Ιεραποστολῆς", ὅπως ἐξ  ἀρχῆς ἐβεβαίωσεν ἡ ᾿Εξαρχία. ῞Οπως ἐπίσης εἰς τήν συνέχειαν διεβεβαίωσεν καί ἐδέχθη ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, ἡ ἐν λόγῳ πράξις δέν εἶχε καμμίαν σχέσιν μέ τήν δογματικήν πληρότητα τῆς τελεσθείσης ὑπό τοῦ ἀειμνήστου Βρεσθένης Ματθαίου χειροτονίας ἐν ἔτει 1948. ᾿Εκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖον ἀποκλειστικῶς ἐπεδιώκετο ὑπό τῶν Φλωρινικῶν καί ἰδιαίτερα ὑπό τοῦ τότε ᾿Αρχιμανδρίτου Καλλιοπίου, ὁ ὀποῖος ἐνήργει καί διά λογαριασμόν τρίτων (ἐκτός τῶν Φλωρινικῶν) ἦτο μέ τό πρόσχημα τῆς "ἱεραποστολῆς", τῆς "ἑνώσεως"  κλπ. νά προσβάλῃ τήν γνησιότητα καάι πληρότητα τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948.  Δηλαδή νά προσβάλῃ τήν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν τῶν ᾿Επισκόπων καί τῶν Κληρικῶν τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Πρός τόν σκοπόν ττοῦτον ἀπεγνωσμένα ἠγωνίσθη καί πρίν καί ἐκ τῶν ὑστέρων νά περάσῃ τό μήνυμα περί "χειροθεσίας" κατά τόν Η' Κανόνα τῆς Α' Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά ἀποτυχόν καί πάλιν κατώρθωσε νά ρίψῃ εἰς τήν βλασφημίαν ταύτην τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστον. 

[5]_Σημ. ἡμετέρα: Δέν ὑπῆρχε, οὔτε ὑπάρχει λόγος νά "παρασιωπήσω" τό τί εἴδους τελετή ἐτελέσθη, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ συντάκτης τοῦ ἀνωτέρω κειμένου, διότι ἐγένετο, ὅπως ἔχει δηλωθῇ ἀπ᾿ ἀρχῆς, μιά ὅλως τυπική πρᾶξις καί ὑπό τήν συγκεκριμένην ἔννοιαν. Τό "μορμολύκειον", καθ᾿ ὅ "διαβάστηκαν εὐχές", τό χρησιμοποίησε κατ᾿ ἀρχήν ὁ "ἐγκάθετος" τότε ᾿Αρχιμ. Καλλιὀπιος Γιαννακουλόπουλος, εἰς τήν συνέχεια ὁ Φλωριναῖος ᾿Επίσκοπος Καλλίνικος, ἀργότερον ἄλλος ψευδοπαλαιοημερολογίτης, καί σήμερα δειλά καί ἀνεπίσημα τό ἀποτολμοῦν καί ὡρισμένοι ἐμφανιζόμενοι ὡς ἡμέτεροι. Δηλώνω, ὅμως, ὅτι τήν ᾿Εκκλησίαν δέν τήν ἀπησχόλησε ποτέ αὐτό, ἐδέχθη τό γεγονός, ὅπως ἐπισήμως ἐπαρουσιάσθη, ὡς μίαν, ἐπαναλαμβάνω, καθαρῶς ἐξωτερικήν τυπικήν πρᾶξιν, μή ἔχουσαν σχέσιν μέ τήν δογματικήν πληρότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ᾿Αρχιερωσύνης, τήν ὁποίαν ἔλαβον οἱ ᾿Αρχιερεῖς μέ τάς χειροτονίας τοῦ 1948.  ῾Ο μόνος ἐπιζῶν ἐκ τῆς ᾿Εξαρχίας ὁ Σεβ/τος Κιτίου ἐπανειλημμένως ἔχει δηλώσει διά τό θέμα τοῦτο, τί ἀκριβῶς ἐγένετο, τί ἐδήλωσαν οἱ Ρῶσοι, καί τί συνείδησιν εἶχεν ἡ ᾿Εξαρχία καί ὁ ἴδιος. Δηλαδή ἡ λεγομένη χειροθεσία ἦταν μία καθαρῶς τυπική πρᾶξις. ῎Αν μέ ρωτήσετε γιατί ἐγένετο. Κατ᾿ ἐμέ κακῶς ἐγένετο καί αὐτή ἡ ἐξωτερική τυπική πρᾶξις. Αὐτή ἀκριβῶς ὑπῆρξεν ἀπ᾿ αῤχῆς καί πάντοτε ἡ συνείδησις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας. Κατά τήν ἰδικήν μου ἄποψιν καί ἡ οἰκονομία αὕτη ἦτο περιττή, τό ὅλον θέμα ἠδύνατο νά ἀντιμετωπισθῇ καί διά μιᾶς μόνης Συνοδικῆς ἀποφάσεως - πράξεως. ῾Ωστόσον ἑρμηνεύω τήν "πράξιν" αὐτήν, ὅπως τήν ἐδέχθη ἡ ᾿Εξαρχία, λαμβάνων ὑπ᾿ ὄψιν τάς είδικάς συνθήκας, καί τό γεγονός, ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη φορτικάς πιέσεις, εὑρέθη πρό ἀδιεξόδου, καί εἰλικρινά ἐπίστευσεν, ὅτι προωθεῖται ἡ ἐν ἀληθείᾳ ἑνότης. Λαμβάνω ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι τῆς ἰδικῆς μας ᾿Εξαρχίας προηγήθη ἡ ἐπίσκεψις τῶν Αὐξεντιανῶν, τό ὅτι μαζί μέ τήν ἰδικήν μας ᾿Εξαρχίαν, πού μετέβη εἰς ᾿Αμερικήν, ἦτο καί ἕνας ἐγκάθετος τῶν Φλωρινικῶν, καί ὅτι ὅλα τά ληστρικά σχέδια ἀπεκαλύφθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων καί κυρίως, ὅταν ὁ τότε ᾿Αρχιεπίσκοπος τῆς ᾿Ακακιακῆς παρατάξεως κ. Αὐξέντιος, ἐδήλωσεν μέ ἐπίσημον ᾿Εγκύκλιόν του, ὅτι οἱ τῆς Ρωσικῆς Συνόδου "παρεσπόνδισαν", δηλαδή δέν ἔπραξαν, ὅσα οὗτοι εἶχον ἀπαιτήσει, ἤτοι νά ἀναγνωρισθοῦν οἱ ᾿Αρχιερεῖς τῆς ᾿Εκκλησίας ὡς σχισματικοἰ καί νά παραπεμφθοῦν εἰς τήν "δικαιοδοσίαν" - κρίσιν τῆς "Συνόδου" ὑπό τόν κ. Αὐξέντιον.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΘΕΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ"

 Θεολογικες διευκρινισεις επί του θεματος "Κοινωνια θειων Προσωπων" Σε τι κοινωνούν και σε τι όχι οι τρείς θείες υποστάσεις; Τι λεγουν οι Αγιοι Πατερες; Τα τρία θεία πρόσωπα κοινωνούν στην φύση-ουσία, η οποία είναι κοινή, και στα φυσικά ιδιώματα, τα οποία απορρέουν από αυτήν και είναι πάλι κοινά, καί δεν κοινωνούν στα υποστατικά ιδιώματα, τα οποία είναι το αγέννητον του Πατρός, το γεννητόν του Υιού και το εκπορευτόν του Αγίου Πνέυματος. Όμως, τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα, δεν ταυτίζονται με τις υποστάσεις, ώστε να τις καταστήσουν ακοινώνητες, επειδή αυτές δεν φέρουν μόνον αυτά, αλλά φέρουν και την ουσία και τα φυσικά ιδιώματα. Πχ. το άκτιστον φώς είναι φυσικό ιδίωμα, γιατί πηγάζει εκ της ουσίας. Σε αυτό το φώς κοινωνούν και τα τρία θεία πρόσωπα, και το πέμπουν από κοινού πρός τα μέλη της Εκκλησίας πρός φωτισμό και αγιασμό τους. Λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «ὡς γάρ οὔκ ἐστι τά ὑποστατικά ὑπόστασις, ἀλλά χαρακτηριστικά ὑποστάσεως, οὕτω καί τά φυσικά οὐ φύσις, ἀλλά χαρακτηριστικά φύσεως» (ΕΠΕ Τόμος 4, σελ. 184) καί πάλιν «ὅτι τά φυσικά οὐ φύσις, ὥσπερ οὐδέ τά ὑποστατικά ὑπόστασις» (Ἐπιστολή πρός Δανιήλ Αἴνου, Συγγράμματα Β ́).