Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2024

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΠΑΠΟΣΥΝΗΣ

 

 

Ο άγιος Νεκτάριος έναντι της Παποσύνης

Μητροπολίτου πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης κ. Αθανασίου Γιέβτιτς


 

Πηγή: ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009. Από το βιβλίο «Άγιος Νεκτάριος ο Πνευματικός, ο Μοναστικός, ο Εκκλησιαστικός Ηγέτης», Πρακτικά Διορθοδόξου Θεολογικού Επιστημονικού Συνεδρίου επί τη εκατοπεντηκοετηρίδι (1846-1996) από της γεννήσεως του Αγίου Νεκταρίου, Αίγινα 21-23 Οκτωβρίου 1996.

 

Ο άγιος Νεκτάριος, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος, ήταν ο ηγούμενος ημών που ορθοτόμησε και κήρυξε τον λόγον της αληθείας. Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να αναθεωρούμε την τελευτή του βίου του και να μιμούμεθα την ορθόδοξο πίστη του, διότι μόνο έτσι θα ορθοτομούμε και εμείς τον λόγον της θεολογίας και θα βαδίζουμε μαζί του και μαζί με όλους τους άλλους αγίους. (...)

Ο άγιος Νεκτάριος είχε ήδη αρχίσει να γράφει το έργο Μελέτη ιστορική περί των αιτίων του Σχίσματος από το 1895 όταν ο πάπας Πίος ο Θ΄ - και αργότερα ο Λέων ο ΙΓ΄ - θέλοντας να συγκαλέσει την πρώτη Βατικάνεια Σύνοδο απηύθυνε μήνυμα στους ανατολικούς πατριάρχες, προκειμένου να προσέλθουν στην ουνία και ενωθούν με την παπική Εκκλησία, που σημαίνει βασικά να υποταγούν σ' αυτόν, τον πάπαν Ρώμης. Οι Πατριάρχες της Ανατολής απήντησαν με τη γνωστή Επιστολή που θα ‘πρεπε και σήμερα να διαβάζεται. Ο άγιός μας, λοιπόν, άρχισε να δημοσιεύει τη μελέτη του στον Ιερό Σύνδεσμο, που μόλις το 1912 βγήκε ο πρώτος τόμος και αργότερα ο δεύτερος. Δύο χρόνια πριν είχε αλληλογραφήσει με τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κρυπτοφέρρη, Μελέτιο Zesonis, που, νομίζω, πρέπει να ήταν ένας Έλληνας Ουνίτης που ήθελε να εκδώσει ένα περιοδικό το Roma e l' Oriente, το οποίο αποσκοπούσε στη «θεάρεστον ένωσιν της Ανατολικής Ελληνικής Εκκλησίας μετά της Δυτικής Ρωμαϊκής», όπως λέει ο άγιος στο γράμμα του. (...)

Στο γράμμα του όμως ο άγιος Νεκτάριος λέει και τα εξής: «...επέστη ο καιρός της συνδιαλλαγής και της ενώσεως και της από κοινού ενεργείας κατά των παντοίων πολεμίων της Μιας, Αγίας, Καθολικής Αποστολικής Εκκλησίας. Αλλά φρονώ, ότι προς επίτευξιν του επιζητούμενου σκοπού πρέπει πρωτίστως να γίνωσι συνεννοήσεις ουχί δι' επιστολών, αλλά δια λόγου προφορικού», δηλαδή διαλόγου και παραπέμπει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο θα διατυπώσει τις αρχές για να διεξαχθεί η παραπέρα συζήτηση.

Σπουδαία είναι η παρατήρηση στο τέλος του γράμματος. Την αντιγράφω: «...μάλιστα πολλοί δυνατοί μεν εισι λέγειν και γράφειν, αλλ' ου δια τούτο αρμόδιοι (...) Φρονώ, ότι περί του ζητήματος τούτου δύνανται να γράφωσι μόνον οι μελετήσαντες αυτό ιστορικώς, κριτικώς και μετά πόθου και ειλικρινείας εργασθέντες εις την ανεύρεσιν των αληθών αιτίων του Σχίσματος».

Μέσα από το βιβλίο του, την ιστορική μελέτη του, φαίνεται ότι ο άγιος διαθέτει αυτά τα προσόντα. Μου κάνει εντύπωση πως μελέτησε τόσες πηγές και έφτασε σε συμπεράσματα που μόλις στην εποχή μας αρχίζουν να διατυπώνουν μεγάλοι ιστορικοί της Εκκλησίας σε σχέση με την εξέλιξη του Σχίσματος. Ο άγιος ξεκινά από την αρχή, από την εποχή των Αποστόλων και λέει ότι εκεί υπάρχουν οι πρώτες καταβολές της αληθινής οργανώσεως της Εκκλησίας. Εδώ μπορεί κανείς να ‘πεί ότι και στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας μάλλον έπαιξαν τον ρόλο τους οι προσωπικές διεκδικήσεις, οι φιλοδοξίες και οι φιλαρχίες ορισμένων επισκόπων της Ρώμης. Παράδειγμα η περίπτωση του πάπα Βίκτωρος της Ρώμης (τέλος β' αιώνος), ο οποίος αντέδρασε στην διαίρεση της δικής του επισκοπής, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, επειδή ήρθαν πολλοί χριστιανοί από την Ανατολή με έθιμα της ασιατικής Εκκλησίας να εορτάζουν το Σταυροαναστάσιμο Πάσχα και όχι το αναστάσιμο όπως οι περισσότερες Εκκλησίες και η Ρώμη. Και στη συνέχεια, λέγει ο άγιός μας, υπήρξαν διεκδικήσεις και φιλοδοξίες για το πρωτείο, όπως του πάπα αγίου Λέοντος την εποχή της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Σημειώνει ο άγιος γι' αυτόν στο βιβλίο του: «Αν ένας άγιος φανερώνει φιλοδοξίες για πρωτεία, τι θα κάνουν οι άλλοι;». (...) Ο άγιος επικαλείται την εκκλησιαστική συνείδηση της πρώτης Εκκλησίας, όπου ο απόστολος Πέτρος δεν είχε πρωτείο ούτε ήταν ιδρυτής της Εκκλησίας της Ρώμης, διότι οι απόστολοι δεν ήσαν επίσκοποι μιας ορισμένης πόλεως - λέει ο άγιος - και επομένως δεν μπορεί η φιλοδοξία των παπών, «η ηγεμονία και μονοκρατορία», όπως την ονομάζει, να στηριχθεί στον Πέτρο. «Εάν τα προσόντα του Πέτρου», το πρωτείο της εξουσίας, η αξία δηλαδή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, λέγει ο άγιός μας, «ήσαν αληθή, το πνεύμα του Ευαγγελίου θα καθίστατο λίαν προβληματικόν και αδιανόητον, διότι θα παρουσίαζε σύγχυσιν εννοιών και σύγκρουσιν αρχών⋅ θα ήτο ακατανόητος η αρχή της ισότητος, και ισότητος μέχρι ταπεινώσεως και η αρχή της ανισότητος, μέχρι ηγεμονίας και υπεροψίας».

Παραπέμπει δε περαιτέρω ο άγιος στα βιβλία της Κ.Δ. και στον Παύλο και γίνεται αρκετός λόγος για θέματα ενότητας της Εκκλησίας, για κεφαλή, για θεμέλιο της εκκλησίας. «Η ενότης της Εκκλησίας, λέγει ο άγιος, ουχί εν τω ενιαίω προσώπω ενός των αποστόλων θεμελιούται και εδράζεται, αλλ' εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος εστιν η κεφαλή της Εκκλησίας, εν ενί πνεύματι, εν τη μια πίστει, ελπίδι, αγάπη και λατρεία».

Και πολλά άλλα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, θα αρκεσθούμε, όμως, στο εξής χωρίον από το Ιερατικόν Εγκόλπιον του αγίου Νεκταρίου: «Περί της εξουσίας και δυνάμεως όλων των Αποστόλων συνάγομεν ότι πάντες οι Απόστολοι είχαν την δύναμιν να συγκροτώσι και εγείρωσιν Εκκλησίας, τελείως κατηρτισμένας, ανεξαρτήτους και αυτοκεφάλους (με την έννοια πλήρως καθολικάς), διο και αι αξιώσεις ας εγείρει η Δυτική Εκκλησία δια το είναι τον επίσκοπον Ρώμης διάδοχον του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου είναι ανυπόσταται ως αρνούμεναι τοις λοιποίς Αποστόλοις, το τε Αποστολικόν αξίωμα, την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την χειροτονίαν αυτών ως Αρχιερείς και λειτουργούς των θείων Μυστηρίων της Εκκλησίας (...) πάντες οι επίσκοποί εισιν ισότιμοι προς αλλήλους, ως ίσοι και ως διάδοχοι του ενός Αποστολικού αξιώματος».

Μεταβαίνει μετά στο θεσμό των Συνόδων ως έκφραση ενότητας της Εκκλησίας και των Εκκλησιών που είναι πολύ σημαντικό. Διατυπώνει ο άγιος αυτό που βλέπουμε στη νεώτερη ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιολογία. Οι Εκκλησίες που ήσαν όλες πλήρεις και καθολικές, δέχθηκαν από εκούσια αγάπη να υποταγούν στο θεσμό των Συνόδων. Εξυμνεί πολύ τις Συνόδους και παραπέμπει σε κείμενα σαν του Πολυκράτους Εφέσου και την Επιστολή της Συνόδου της Καρθαγένης, το 418, προς τον Κελεστίνο Ρώμης, όπου τονίζεται ότι «ο Θεός δεν έδωσε μόνο σε μια παροικία (= Εκκλησία) και σε ένα άνθρωπο την Χάρη η το Άγιο Πνεύμα, αλλά σε όλους όσοι πιστεύουν και είναι ενωμένοι στο όνομα του Χριστού και είναι συγκεντρωμένοι εις Σύνοδον».

Στο έργον του: Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, ο άγιός μας διαπραγματεύεται διεξοδικώς περί των θεοσυλλέκτων Συνόδων της Εκκλησίας, απ' όπου αναφέρουμε μόνον τα εξής: οι Οικουμενικές Σύνοδοι είχαν ως κριτήριο όχι ένα ποντίφηκα, αλλά το Άγιον Πνεύμα και την αλήθεια. (...) Στη συνέχεια μεταβαίνει ο άγιός μας στην περίοδο του αγίου Φωτίου. Για τον άγιο Φώτιο ο άγιος έχει γράψει πολλά. Υπήρχε και κάποια παραπλάνηση των ιστορικών ότι και δεύτερο Σχίσμα επήλθε επί Φωτίου και τελικά δεν αποκαταστάθηκε, ενώ ο άγιος βρίσκει ντοκουμέντα και τα δημοσιεύει πολύ πριν από τον France Ovornik ότι ο Φώτιος αποκατέστησε την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία και συνεχίστηκε μέχρι και την εποχή των Σταυροφόρων. (...)

Τη μεγάλη εξέλιξη του παπισμού βλέπει στη Δύση ο άγιος Νεκτάριος μέσα από τα Ψευδοδεκριτάλια, στη Donatio Konstantini, στα Ψευδοϊσιδώρεια Δεκριτάλια και στο «de cretum Gratiaui», τον ια' αιώνα, τα οποία υπερέβησαν κάθε όριο εξελίξεως, διότι ήρθαν να κατοχυρώσουν το ήδη υπέρ-καινοτομηθέν παπικό πρωτείο και τον θεσμό του παπισμού, που είχε μπεί στη συνείδηση της Δύσεως, ενώ στην Ανατολή δεν είχαν δώσει τόση σημασία πως αυτό εκαλλιεργείτο.

Στη συνέχεια ο άγιος Νεκτάριος μιλάει για το παπικό αλάθητο. Αποδεικνύει ότι ο πάπας κάθε άλλο παρά αλάθητος είναι όπως π.χ. ο επίσκοπος Ρώμης Κάλλιστος τον γ' αιώνα που ήταν Σαβελιανός και υπονομεύει ο κίνδυνος του Σαβελιανισμού και μέχρι σήμερα στο θέμα του Filioque, υπονομεύει ένας «ημισαβελιανισμός», όπως θα ‘πεί ο άγιος Φώτιος στην Μυσταγωγία περί του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή ένας υπερτονισμός της μιας του Θεού ουσίας σε βάρος των τριών Προσώπων και της Μοναρχίας του Πατρός.

Τον δ' αιώνα έχουμε την περίπτωση του μη αλαθήτου του πάπα Λιβερίου, που υπέγραψε αρειανικό [...] Επίσης και την περίπτωση του πάπα Ονωρίου στον ζ' αιώνα, που καταδικάστηκε από την ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός μονοθελητής και το παραδέχθηκε και ο διάδοχός του πάπας Λέων ο Β' το 682-683. Επομένως δεν υπάρχουν ούτε θεολογικά ούτε ιστορικά ερείσματα ότι ο πάπας είναι αλάθητος.

Η Σύνοδος του Βατικανού (1870) ετόνισε πολύ το αλάθητο του πάπα σε σημείο να ‘πεί ότι ο πάπας και «χωρίς την εκκλησία», «χωρίς τη συμφωνία της», είναι αλάθητος (ex sese, et non ex consensus Ecclesiae). Αν και ο άγιος Νεκτάριος δεν αναφέρει ότι ο πάπας καταργεί την Εκκλησία με τη Σύνοδο του Βατικανού, γράφει ωραιότατα σχόλια στο έργο του Περί Οικουμενικών Συνόδων. Είναι χαρακτηριστικό πως στον άγιό μας δεν κυριαρχεί ούτε ζήλος ούτε αδιαφορία. Και στην εποχή μας, σήμερα, πρέπει να προσέξουμε πολύ στο σημείο αυτό να μη καλλιεργείται μία άποψη: ότι μόνον οι ζηλωτές είναι κακοί και δεν έχουν αγάπη. Διότι και οι άλλοι, οι λεγόμενοι Οικουμενιστές, δεν έχουν αληθινή αγάπη με το να μιλάνε για αγάπη χωρίς την αγάπη της αληθείας. Η πόλωση αυτή δεν είναι καλή.

Ο άγιος Νεκτάριος τονίζει ότι η αγάπη είναι το παν. Δεν φταίνε τα δόγματα. Εάν ένας μισεί τον αιρετικό, φταίει περισσότερο το πνεύμα του, η τοποθέτησή του. Ο άγιος, χωρίς να καταργεί την αγάπη, θεωρεί την παπική εκκλησιολογία σαν ένα είδος φιλοσοφικού θεσμού, μια φιλοσοφική θεωρία που παραδέχεται τον Θεόν ως Δημιουργό του κόσμου, αλλά όχι και σαν Προνοητή αυτού. Η παπική Εκκλησία θέτει σε δεύτερη μοίρα τον ίδιο τον Χριστόν. Αυτό το έχει τονίσει και ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τις επιστολές των Πατριαρχών της Ανατολής, αλλά έχει τονιστεί και στη Σερβική Θεολογία, στον π. Ιουστίνο Πόποβιτς. Ο πάπας εκτοπίζει την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και Κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, και έρχεται αυτός να κυριαρχήσει, ενώ ο Χριστός βρίσκεται κάπου πίσω και το Άγιον Πνεύμα δεν έχει την κεντρική θεοπρεπή θέση Του. Ο Φλωρόφσκυ έλεγε ότι πράγματι χωλαίνει η εκκλησιολογία της Ρώμης, μα περισσότερο η Χριστολογία τους. Το ‘χει γράψει και η μηδαμινότητά μου ότι δεν έχει Χριστοκεντρισμό η ρωμαϊκή θεολογία, έχει περισσότερο Χριστομονισμό, χωλαίνει στη Χριστολογία. Και ο άγιος Νεκτάριος, χωρίς να το λέει επί λέξει, το εννοεί⋅ πως το να απωθείται ο Χριστός και να γίνεται ο πάπας αντικαταστάτης του είναι άρνηση του Χριστού ως Απαρχής και Κεφαλής και Ακρογωνιαίου Λίθου της Εκκλησίας, ως Πρωτοτόκου εν πολλοίς αδελφοίς. (...)

Η συντέλεση του Σχίσματος έγινε τελικά με την επιβολή των Σταυροφόρων και κυρίως της Δ' Σταυροφορίας, όταν πια με την βία εκτοπίζεται η Ορθόδοξος Ιεραρχία. Γι' αυτό και ο Πέτρος Αντιοχείας τον ια' αιώνα, του οποίου το πνεύμα επαινεί ο άγιος Νεκτάριος, πήγε να ειρηνεύσει τον Κηρουλάριο αναφερόμενος μόνον στο πρόβλημα του Filioque και το πρωτείο· και ενώ η Δύση συνέχιζε τη συνοδική παράδοση στην Πίζα, Κωνστάντια και Βασιλεία, η Φλωρεντία έφερε τέρμα σ' αυτά, διότι κατήργησε τη συνοδικότητα και επέβαλε την παπική νοοτροπία. Δεν επικράτησε στη Δύση η συνοδική παράδοση, διότι χαρακτηριστικό των αληθινών Συνόδων είναι όχι μόνον ότι είναι πιστές στις προηγούμενες αλλά και ότι γίνονται δεκτές από την Εκκλησία, από το ζωντανό σώμα του λαού του Θεού. Γράφει ο άγιος Νεκτάριος: «Το ζήτημα του πρωτείου του πάπα είναι κυρίως ειπείν το ζήτημα του Σχίσματος (...) Εγένετο το σχίσμα ένεκα της απαιτήσεως των παπών της υποταγής της Οικουμενικής Εκκλησίας, της μιας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, τη επισκοπή της Ρώμης. Εν τούτω δε κείται ο λόγος του Σχίσματος, όστις αληθώς είναι μέγιστος, διότι ανατρέπει το πνεύμα του Ευαγγελίου, και ο σπουδαιότερος δογματικός λόγος, διότι είναι άρνησις των αρχών του Ευαγγελίου».

Αποτελεί άρνηση των αρχών του Ευαγγελίου και άρνηση της συνοδικότητας της Εκκλησίας. Ο Χριστός οργάνωσε την Εκκλησία Του και ο πάπας την ανέτρεφε, την έκανε να είναι φτωχή και μονομερής, να είναι μονοκρατορία του. Αποτελεί άρνηση του ιδίου Σώματος της Εκκλησίας, της πνευματοκινήτου πραγματικότητάς της και του Χριστού ως Κέντρου και Κεφαλής της.

Τα κείμενα του αγίου είναι λίαν σημαντικά. Δεν είναι γραμμένα με μίσος, αλλά αποτελούν έκφραση της ίδιας αγάπης και μέριμνας του αγίου Νεκταρίου και προήλθαν από μια σπουδαία μελέτη, από ένα άνθρωπο που ήθελε πραγματικά το διάλογο: «Δια του δόγματος του αλαθήτου η Δυτική Εκκλησία απώλεσε την πνευματική της ελευθερία, τον στολισμόν της, εκλονίσθη εκ βάθρων, εστερήθη του πλούτου της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, της παρουσίας του Χριστού. Και από πνεύματος και ψυχής κατέστη άναυδον σώμα (...) Από καρδίας θλιβόμεθα για την γενομένην αδικίαν τη Εκκλησία και εκ των μυχίων (...) ευχόμεθα να φωτίση το νουν και την καρδίαν του Μακαριωτάτου Ποντίφηκος το Άγιον Πνεύμα, όπως αποδόση τιμή τη Αγία Καθολική Εκκλησία, ό,τι παρ' αυτής αφήρεσεν ως μη ώφειλεν».

Είναι μεγάλος ο πόνος του αγίου μας για την πτώση και μη μετάνοια της Ρώμης. Λέει στο βιβλίο του: «...όπως έχουν στην πρώτη σειρά το πρωτείο, την εξουσία του Πέτρου, μακάρι να είχαν και στην πρώτη σειρά τη μετάνοια του Πέτρου για να είναι ολόκληρο το Ευαγγέλιο, να είναι πράγματι ευαγγελική η Εκκλησία».

Ο άγιος Νεκτάριος δεσπόζει σαν παράδειγμα σοβαρού μελετητού, ανθρώπου που δεν έχει μίσος, έχει διάκριση, που πονάει για την απώλεια της Ρώμης, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρομοιάζει με πτώση ελέφαντα, ο οποίος όταν πέσει δεν μπορεί να σηκωθεί μόνος του. Ρητώς αναφέρει πως πρέπει η εμείς να θυσιάσουμε αυτά που έχουμε από τον Χριστό και τους αγίους αποστόλους, η ο πάπας να θυσιάσει αυτό που είναι, τις καινοτομίες στην πίστη που είναι το πρωτείο, το αλάθητο. Ο πάπας - λέει ο άγιος - μας κάνει χάρη, μας προτείνει να μείνουμε με τα δόγματά μας, με τα έθιμά μας με το vitus Bizantium. Με την σκέψη όμως αυτή μας χαρίζει κάτι που δεν έχουμε ανάγκη να μας χαρίσει, ενώ πρέπει να χάσει η Εκκλησία μας, η Αποστολική Εκκλησία του Θεού, την ελευθερίαν της.

Ο άγιος όμως πονάει, διότι δεν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να φύγει από τη βάση της, από τον καθοδηγητή της αληθείας και Παράκλητο της Εκκλησίας, το Πανάγιον Πνεύμα. Κοντά στον άγιο αισθάνεται κανείς σιγουριά. Διότι αυτός βιώνει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, γι' αυτό και μπορεί να κάνει το ανάλογο βήμα προς τη Δύση. Αν ήταν στην εποχή μας ο άγιος Νεκτάριος θα μετείχε στους διαλόγους και μάλιστα ενεργά αν και ως ιεράρχης είχε απωθηθεί, και μάλιστα χωρίς να υπάρξει μετάνοια από την πλευρά των διωκτών του.

Φαίνεται η μεγαλοψυχία του αγίου Νεκταρίου έναντι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, αλλά φτάνει μέχρι του σημείου εκείνου που δεν προδίδει εκείνα που δεν είναι δικά του, γιατί δεν έχει δικαίωμα να τα προδώσει διότι είναι του Χριστού. Αν το κάνει είναι σαν να προδίδει την ίδια την ελπίδα, τη σωτηρία του κόσμου, που είναι η Αλήθεια του Θεού, η Εκκλησία του Χριστού, η χάρις και αιωνία ζωή του Αγίου Πνεύματος. Με τον παπισμόν, γράφει ο άγιος, «η Εκκλησία διατρέχει κίνδυνον να αποβή εκ Μιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, Εκκλησία Ρωμαϊκή η μάλλον παπική, κηρύττουσα ουχί πλέον τα των Αγίων Αποστόλων, αλλά τα των παπών δόγματα». Και προσθέτει στο τέλος:

«Γένοιτο ο Θεός κριτής μεταξύ ημών και αυτών».

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Έρευνα για το κτιστό και το Άκτιστο

Πατερικά και Παπισμός

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2024

ΠΡΑΞΙΣ 6/13-7-1983 ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ

 

4 ώρ. 
Κοινοποιήθηκε στους εξής: Οι φίλοι σας
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
Γραφεια: Κωνσταντινοπόλεως 22
ΑΘΗΝΑ
ΠΡΑΞΙΣ 6/13-7-1983
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ
ΘΕΜΑ: "Καταδίκη τοῦ λεγομένου παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ"
῾Η ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς ᾿Ακαινοτομήτου ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος ἐν τῇ συνεδρίᾳ Αὐτῆς τῆς 13-7-83 ἐπελήφθη τοῦ θέματος τοῦ λεγομένου "παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ" καί
ΛΑΒΟΥΣΑ ΥΠ᾿ ΟΨΙΝ
α) ῞Οτι ὁ λεγόμενος "παλαιοημερολογιτικός οἰκουμενισμός" διδάσκει διδασκαλίαν αὐτόχρημα αἱρετικήν, ἤτοι, ὅτι ἅπασαι αἱ ἀκολουθοῦσαι τό παλαιόν ἡμερολόγιον, ὁμάδες ἤ παρατάξεις συναποτελοῦσι καί ἀνήκουσι εἰς τήν Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικήν καί ᾿Αποστολικήν τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίαν καί ὅτι ἐπιβάλλεται ἕνωσις αὐτῶν νοουμένη καί οἰκουμενιστικήν ἀντίληψιν καί οὐχί κατά τήν ᾿Ορθόδοξον Ὁμολογίαν καί ᾿Εκκλησιολογίαν.
β) ῞Οτι ὁ "παλαιοημερολογιτικός οἰκουμενισμός" εἶναι καρπός καί συνέπεια τοῦ ἀντιχρίστου Οἰκουμενισμοῦ, τῆς παναιρέσεως τοῦ αἰῶνός μας, ὅστις ἐπιχειρεῖ διά τῶν κατατμήσεων καί διαιρέσεων καί τῆς ἐκκλησιολογικῆς συγχύσεως νά παραχαράξῃ τήν ᾿Ορθόδοξον ῾Ομολογίαν - ᾿Εκκλησιολογίαν καί νά εἰσαγάγῃ καί εἰς τήν ᾿Ακαινοτόμητον ᾿Εκκλησίαν τήν αἰρετικήν ταύτην διδασκαλίαν, ἵνα οὕτω πλήξῃ Αὐτήν.
γ) ῞Οτι ὁ αἰών, τόν ὁποῖον διανύομεν, εἶναι αἰών γενικῆς ἀποστασίας καί ἐκκλησιολογικῆς συγχύσεως, τήν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ ἀντίχριστος Οἱκουμενισμός, ἡ δέ κρισιμότης τῶν καιρῶν, ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέρως συνεχῆ βίωσιν καί καθαράν ῾Ομολογίαν τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως καί διδασκαλίας τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
δ) ῞Οτι "τό τῆς ἐκλογῆς σκεῦος", ὁ θεῖος Παῦλος πᾶσιν ἡμῖν ἐντέλλεται: "Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ὧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν ᾿Εκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος", προαγορεύων, ὅτι "λῦκοι βαρεῖς μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου καί ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν" ἀναστήσονται ἐν μέσῳ τῆς τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησίας, παρακελευόμενος γρηγορεῖν ἡμᾶς.
ε) ῞Οτι ἠγέρθησαν τινές λαλοῦντες διεστραμμένα, οἵτινες ἐπί ἀθετήσει τῆς ῾Ομολογίας καί ᾿Εκκλησιολογίας τῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας καί ἐπί καταφρονήσει τῶν θείων καί ῾Ιερῶν Κανόνων καί ἐν γένει τῆς ῾Αγίας καί ῾Ιερᾶς Παραδόσεως κηρύττουσι γυμνῇ τῇ κεφαλῇ "παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν", ἐπί ταραχῇ τῆς τῶν πιστῶν ὁμηγύρεως.
᾿Επειδή ὁ "παλαιοημερολογιτικός οἰκουμενισμός" κατελέγχεται ὑπό τοῦ συντάγματος τῶν θείων καί ῾Ιερῶν Κανόνων καί εἶναι ξένον τι καί πολέμιον πρός τήν ᾿Ορθόδοξον ῾Ομολογίαν καί ᾿Εκκλησιολογίαν τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Διά τοῦτο μετά τῶν ἁγἰων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν "ἀσπασίως τούς θείους καί ῾Ιερούς Κανόνας ἐνστερνιζόμενοι"
ΕΝ ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΑΠΟΦΑΙΝΟΜΕΘΑ
Α'. Καταδικάζομεν καί κατακρίνομεν τόν λεγόμενον "παλαιοημερολογιτικόν οἰκουμενισμόν", ὡς ξένον καί Ἀλλότριον τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ομολογίας καί ᾿Εκκλησιολογίας τῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας.
Β'. ᾿Εν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ ὁμολογοῦμεν καί διακηρύσσομεν, ὅτι ἡ Γνησία ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία, ἡ οὕτως ἃποκληθεῖσα πρός διάκρισιν "ἃκαινοτόμητος", .η "᾿Εκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ." εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Μίας, ῾Αγίας, Καθολικῆς καί ᾿Αποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, ἐξ ἧς Ἀπεσχίσθησαν, Ἀφ᾿ ἑνός μέν ἡ Καινοτόμος Νεοημερολογιτική ᾿Εκκλησία, διά τῆς εἰσαγωγῆς τῆς καταδεδικασμένης Παπικῆς Καινοτομίας, ἥτις εἰσήχθη ὡς Οἰκουμενισμός τό 1924, Ἀφ᾿ ἑτέρου τά διάφορα παλαιοημερολογιτικά σχίσματα, ἅτινα ἐδημιουργήθησαν διά τῆς παραχαράξεως ὑπ᾿ αὐτῶν τῆς ῾Ομολογίας - ᾿Εκκλησιολογίας τῆς Ἀκαινοτομήτου ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας.
Γ᾿. Αὕτη ἡ ᾿Ορθόδοξος ῾Ομολογία - ᾿Εκκλησιολογία διετυπώθη καί διεκηρύχθη ἃπό τοῦ 1924, διεκηρύχθη δέ καί Συνοδικῶς τό ἱστορικόν ἔτος 1935. Ταύτην καί ἡμεῖς διαφυλάσσομεν, κηρύσσομεν καί ὁμολογοῦμεν. "Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν", τούς δέ ἀλλοτρίως φρονοῦντας, ἀλλοτρίους τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας κηρύσσομεν.
Δ'. ῾Ομοφώνως ἀποδοκιμάζομεν καί αἵρομεν ἐκφράσεις ἤ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσχέτως ὑπό ποίας συνθήκας, ἤ ὑπό ποίων ἐγράφησαν, εἶναι ἀπαράδεκτοι ἐξ ὀρθοδόξου ἀπόψεως καί ξέναι πρός τήν ᾿Ορθόδοξον ῾Ομολογίαν καί ᾿Εκκλησιολογίαν, καί ὁρίζομεν, ὅπως τοῦ λοιποῦ, ἄτε παρεισφρύσασαι εἴτε ἐξ ἀπροσεξίας, εἴτε δι᾿ ἀνθρωπίνην ἃδυναμίαν, θωροῦνται μή γεγραμμέναι.
᾿Εν σωτηρίῳ ἔτει 1983, 13η ᾿Ιουνίου (Ε.Η.)
῞Επονται αἱ ὑπογραφαί
+ ῾Ο ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος ᾿Ανδρέας.
+ ῾Ο Μεσσηνίας Γρηγόριος
+ ῾Ο ᾿Αττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαῖος
+ ῾Ο Βρεσθένης Λάζαρος
+ ῾Ο ᾿Αργολίδος Παχώμιος
+ ῾Ο Φθιώτιδος Θεοδόσιος
+ ῾Ο Σερβίων καί Κοζάνης Τῖτος
Ο ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ
+ ῾Ιερομόναχος Κήρυκος Κοντογιάννης
 
 
 ΣΧΟΛΙΑ
 
Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων
Θεωρω πολυ σημαντικην την υπ αριθμ. 6/13-7-1983 απόφασιν της Ιερας Συνοδου, οχι διοτι ημουν ο συντακτης καί εισηγητης αυτης, αλλα κυριως διοτι η υπογραφη της τοτε πλειοψηφιας της Ιερας Συνοδου υπό τας συνθηκας που υπεγραφη ητο μια μεγαλη Ομολογια Πϊστεως καί μια ακόμη επιβεβαιωσις οτι η Ιερα Συνοδος συνεχιζει την πρό του 1971 ομολογιακην καί εκκλησιολογικην πορειαν της, οπως δηλαδη την παρελαβεν υπό του Αγιου Πατρος Ματθαιου. Καί τουτο διοτι από το 1971 καί μεχρι του 1983 πολλα αντιφατικα καί βλασφημα ελεγοντο καί εγραφοντο καί διεδιδοντο που εκλόνιζον το ποίμνιον καί εδιδαν τροφην εις τους επιβουλους της Γνησιας Ορθοδοξιας τους εκ δεξιων καί εξ αριστερων, ητοι τους ουνιτας παλαιοημερολογιτας καί νεοημερολογιτας οικουμενιστας. Θα ακολουθησουν σχολια. Οποιος θελει μπορει να σχολιαση, αλλα εις πλαίσια ευπρεπειας, Να διευκρινισω οτι ητο η πρωτη επίσημος Συνοδικη απόφασις μετα το 1971, με την οποίαν ηρχισε να επαναφερεται η κλονισθεισα πιστις των Ορθοδοξων. Καί επίσης να διευκρινισω οτι η απόφασις αυτη δεν υπεγραφη υπό του τοτε Κιτιου Επιφανιου, ο οποιος αν καί συμμετειχε την συγκεκριμενην συνεδριασιν, εδηλωσε οτι συμφωνει με το περιεχομενον, αλλα δεν θα την υπογραψει διοτι περιεχεται ο χαρακτηριρισμος "ακαινοτομητος εκκλησια" καί θα ευρεθη εις συγκρουσιν με τον π. Ευθυμιο, οποιος μας κατηγορουσε ως αιρετικους δια το "ακαινοτομητος". Επίσης δεν την υπεγραψε καί ο τοτε Πειραιως καί Νησων Νικολαόυ, (δεν ενθυμουμαι με ποίαν δικαιολογιαν), αλλά μαλλον διοτι τοτε ειχεν υπέρ αυτου το Απαλλακτικον Βουλευμα (54/76) του Πλημμελειοδικειου Πειραιως καί εφοβειτο να μην αποκαλυφθη η προδοσια του 1971 καί μετεπειτα του 1974.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ

 

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ  ΑΓΙΑΣ  ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ

ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057

 

Α.Π.  15                    ‘Εν τῶ Ἐπισκοπειω Ἁγίας Αἰκατερίνης – Τιμίου Σταυροῦ τῆ  16/29. 3.2006

 

Ὑπ’ ὄψιν θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζἰδη

 

ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ

 

Μελετώντας κάποια κείμενα περί ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, εὗρον καί ἀντέγραψα δύο πολύ σημαντικά, τό ἕν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καί τό ἕτερον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τά ὁποῖα παραθέτω καί ἐν πρωτοτύπῳ καί ἐν μεταφράσει, διά νά χρησιμοποιηθοῦν, ὅπου δεῖ:

 

Περί Ἐκκλησιαστικῆς Εἰρήνης

 

 «Τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης οὐδέν ὑψηλότερον!  δι’ ἥν νόμος καί προφῆται, δι’ ἥν Θεός ἄνθρωπος γέγονε, τοῦτο δέ τό μέγα καί ἀνεξιχνίαστον ὄντως μυστήριον΄ ἥν ἦλθε Χριστός εὐαγγελίσασθαι, ἥν αὐτός Χριστός τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς πρό τοῦ πάθους καί μετά τήν ἐκ τοῦ πάθους ἀνάστασιν ἐδωρήσατο΄ ἥν καί εἰς οὐρανούς ἀνιών μετά τῆς σαρκός αὐτοῦ, ὅθεν κατεληλύθει ἄσαρκος, ὡς κλῆρον τοῖς ‘Αποστόλοις καί δι’ αὐτῶν τῆ Ἐκκλησία κατέλιπεν. Εἰρήνη δέ ἐστίν ἡ ἐν τῶ ἀγαθῶ συμφωνία΄ τό γάρ κακῶς συμφωνοῦν, στασιάζειν μᾶλλον ἤ εἰρηνεύειν λεχθήσεται»

Καί ἐν μεταφράσει:

«Τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρήνης τίποτα ὑψηλότερο!  Γι’ αὐτήν ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες, γι’ αὐτήν ὁ Θεός ἄνθρωπος ἔγινε, αὐτό λοιπόν τό μέγα καί ἀνεξιχνίαστο πράγματι μυστήριο.  Αὐτήν ἦλθε ὁ Χριστός νά εὐαγγελισθῆ.  Αὐτήν ὁ Χριστός στούς μαθητές του πρό τοῦ πάθους Του καί μετά τήν Ἀνάστασή Του ἐδώρησε.  Αὐτήν καί ὅταν ἀνέβηκε στούς οὐρανούς μέ τή σάρκα του, ἀπ’ ὅπου κατέβει ἄσαρκος, κληρονομιά στούς ἀποστόλους καί δι’ αὐτῶν στήν Ἐκκλησία του κατέλιπε. Εἰρήνη δέ εἶναι ἡ συμφωνία στό ἀγαθό. Γιατί τό νά συμφωνεῖ κανείς στό κακό, μᾶλλον διχοστασία παρά εἰρήνη θά ὀνομασθῆ».

(Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, PG 95, 65)

 

Περί τῆς ἁμαρτίας τοῦ σχίσματος.

 

«Οὐδέν οὕτως Ἐκκλησίαν δυνήσεται διαιρεῖν, ὡς φιλαρχία΄ οὐδέν οὕτω παροξύνει τόν Θεόν η, ὡς τό τήν Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι... ‘Ανήρ δέ τις ἅγιος εἶπε τι δοκοῦν εἶναι τολμηρόν, πλήν ἀλλ’ ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δή τοῦτο ἐστίν; Οὐδέ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τήν ἁμαρτίαν ἔφησεν. Ταῦτα μοι εἰρήσθω πρός τούς ἀδιαφόρως διδόντας ἑαυτούς τοῖς σχίζουσιν τήν ‘Εκκλησίαν.  Εἰ μέν γάρ καί δόγματος ἔχουσιν ἐναντία, καί διά τοῦτο οὐ προσῆκεν ἐκείνοις ἀναμίγνυσθαι΄ εἰ δέ τά αὐτά φρονοῦσι πολλῶ μᾶλλον. Τί δήποτε; Ὅτι φιλαρχίας ἐστίν ἡ νόσος... Διά τοῦτο λέγω καί διαμαρτύρομαι, ὅτι τό εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τό τήν ‘Εκκλησίαν σχῖσαι οὐκ ἔλαττον ἐστι κακόν»

Καί ἐν μεταφράσει:

«Τίποτε δέν θά μπορέσει νά διαρεῖ ἔστι τήν Ἐκκλησία, ὅπως ἡ φιλάρχία. Τίποτε δέν παροξύνει ἔτσι τόν Θεό, ὅπως τό νά διαιρεθεῖ ἡ Ἐκκλησία... Κάποιος δέ ἅγιος ἄνδρας εἶπε κάτι, τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι εἶναι τολμηρό, πλήν ὅμως τό εἶπε. Τί λοιπόν εἶναι αὐτό; Εἶπε ὅτι αὐτήν τήν ἁμαρτία δέν μπορεῖ νά τήν ἐξαλείψει οὔτε αἷμα μαρτυρίου. Αὐτά μου ἄς λεχθοῦνσ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραδίδουν τούς ἑαυτούς τους ἀπερισκέπτως σ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σχίζουν τήν Ἐκκλησία.  Γιατί ἐάν μέν ἔχουνκαί δόγματα ἀντίθετα, καί γι’ αὐτό τό λόγο δέν θά ἔπρεπε νά ἀναμιγνύονται μέ ἐκείνους΄ ἐάν δέ πρεσβεύουν τά ἴδια, πολύ περισσότερο.  Γιατί λοιπόν; Γιατί τῆς φιλαρχίας εἶναι ἡ ἀρρώστεια.... Γιά τοῦτο λέγω καί διαμαρτύρομαι, ὅτι ἀπό τό νά περιπέσεικανείς στήν αἵρεση, τό νά σχίσει τήν ‘Εκκλησία, δέν εἶναι μικρότερο κακό»

(Ἁγίου ‘Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου , PG 62, 85-87)

 

 Εὐχόμενος ἐν Κυρίῳ

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΚΟΣ

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2024

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΕΦΕΣΟΥ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΚΟ

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

Αρχιμ. Κύριλλου

(Κεφαλόπουλου)

 

Ο Άγιος  Μάρκος ο Ευγενικός, αρχιεπίσκοπος Εφέσου, δεν είναι μία συνηθισμένη μορφή αγίου. Αποτελεί μία πολύπλευρη και δυναμική εκκλησιαστική προσωπικότητα, μία εμβληματική μορφή της Ορθοδοξίας. Με την στάση του στην σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438-39 ανεδείχθη πρωταγωνιστής αυτής και απετέλεσε ”σημείον αντιλεγόμενον”. Στο πρόσωπό του διατυπώθηκαν οι πιο αντιφατικές κρίσεις. Η ορθόδοξος Ανατολή και η Παπική Δύση τον θαύμασαν για τον δυναμισμό και την μαχητικότητα, αλλά και τον επέκριναν σκληρά για φανατισμό και στενότητα αντιλήψεων (κυρίως οι δυτικοί).

Ζυμωμένος όμως με το πνεύμα και την σκέψιν των θεοκηρύκων Πατέρων και ενσαρκωτής του Ορθοδόξου θρησκευτικού αισθητηρίου του λαού, ούτε επτοήθη ούτε παρεσύρθη από την δίνην των γεγονότων. Είχεν εννοήσει εγκαίρως το πνευματικόν ψεύδος, επάνω εις το οποίον οι άλλοι, με την κοντόφθαλμον πολιτικήν των, προσεπάθησαν να στηρίξουν την σωτηρίαν της αυτοκρατορίας. Είχεν αισθανθεί το κλίμα και είχεν εισδύσει εις το  βάθος του πραγματικού περιεχομένου της ψευδοσυνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας. Και οξύνους καθώς ήτο, διέβλεψεν ότι ο Πάπας δεν ήθελεν την ένωσιν των Εκκλησιών. Ο Πάπας, μαζί με τους ηγεμόνας της Δύεως, έπαιζε μάλλον με το απερίγραπτον δράμα της νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, την υποταγήν της οποίας ουδέποτε έπαυσαν να λαχταρούν και να επιδιώκουν.

Ο Άγιος Εφέσου, πεπεισμένος δι’ όλα αυτά, όπως επίσης και διά την κρυστάλλινην αλήθειαν, την οποίαν υπεστήριζεν, επέτυχε να αρθή εις το ύψος των περιστάσεων και να αναπετάση την σημαίαν του Σταυρού. Έθεσεν ευθύς εξ αρχής υπεράνω του πολιτικού συμφέροντος την διαφύλαξιν της Ορθοδόξου πίστεως και των Αποστολικών της παραδόσεων. Ύψωσε το πνευματέμφορον ανάστημά του και εστάθη αμετακίνητος εις την έπαλξιν. Έγινεν έτσι ο αδιαπέραστος θυρεός εμπρός εις την πύλην, την οποίαν επέμενε να περάση η Δύσις, δια να πατήση τον ιερόν χώρον της μαρτυρικής και ασκητικής Ορθοδοξίας.

Επειδή η πτώσις της Κωνσταντινουπόλεως υπερβαίνει τα στενά όρια του χρόνου και του τόπου και είναι γεγονός με παγκόσμιον αντίκτυπον, διά τούτο και η ταπεινή και γενναία μορφή του αγίου Μάρκου, επισκόπου Εφέσου, εφ’ όσον συνεδέθη με το συνταρακτικόν εκείνο δράμα του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, αποκτά αξίαν οικουμενικην… αυτό ακριβώς θα αποτελή πάντοτε και την δικαίωσιν των θεοφιλών αγώνων του επισκόπου Εφέσου αγίου Μάρκου του Ευγενικού, του οποίου τας θερμάς προς τον Κύριον πρεσβείαις πρέπει να εξαιτούμεθα εκ βάθους ψυχής πάντοτε μεν, ιδιαιτέρως σήμερον” (Νικ. Βασιλειάδη, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ένωσις των Εκκλησιών, εκδ. ΣΩΤΗΡ,  Αθήναι 2007, σελ. 3-5).

Ο Άγιος Μάρκος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στην συνοικία του Γαλατά το 1392, σε μία περίοδο παρακμής και συρρικνώσεως της αυτοκρατορίας, από γονείς ευσεβείς και επιφανείς, ευγενικής καταγωγής, εξ ου και το προσωνύμιο Ευγενικός. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν Διάκονος της μεγάλης Εκκλησίας, και η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία. Ο άγιος έλαβε το βαπτιστικό όνομα Μανουήλ, και είχε ένα άλλον αδελφόν, τον Ιωάννην.

Και τα δύο αδέλφια με την φροντίδα των γονέων τους έλαβαν σπουδαία μόρφωση θύραθεν φιλοσοφική και χριστιανική μαθητεύοντες σε σπουδαίους διδασκάλους και φιλοσόφους της Πόλεως. Ο νεαρός Μανουήλ αγάπησε τον μοναστικό βίο και εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων. Σε ηλικία 25 ετών εκάρη μοναχός λαβών το όνομα Μάρκος. Χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας, ενώ για την μεγάλη του μόρφωση τοποθετήθηκε διευθυντής στο Πατριαρχικό φροντιστήριο. Ο ιερομόναχος Μάρκος ετιμάτο για την αρετή και την μόρφωσή του, και είχε καλή φήμη στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Έτσι, ήταν πολύ φυσικό να τον επιλέξουν να συμμετάσχει στην βυζαντινή αποστολή που θα μετέβαινε στην Δύση, στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ιδιαιτέρως επέμενε ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιολόγος, που εκτιμούσε την μόρφωσή του και ήθελε να τον συμπεριλάβει στην συνοδεία του, αφού προηγουμένως θέλησε να τον αναβαθμίσει εκκλησιαστικά και να τον περιβάλλει με το κύρος του μητροπολίτου. Η Σύνοδος του Πατριαρχείου τον εξέλεξε μητροπολίτην Εφέσου, λίγο πριν αναχωρήσουν για την Ιταλία. Τον μητροπολίτην πλέον Εφέσου Μάρκο τον Ευγενικό επέλεξαν και τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων να τα αντιπροσωπεύσει στον διάλογο με τους Λατίνους.

Η βυζαντινή αποστολή στην Φερράρα επρόκειτο να συζητήσει πολύ σοβαρά και δύσκολα ζητήματα, τις θεολογικές διαφορές που είχαν οδηγήσει στο Σχίσμα Δύσεως και Ανατολής λόγω των δογματικών παρεκκλίσεων και των πολιτικών απαιτήσεων των εκάστοτε Ρωμαίων Παπών για πρωτοκαθεδρία εκκλησιαστική και κοσμική (Πρωτείο). Ο αυτοκράτωρ επείγετο να έλθει σε συνεννόηση με την Δύση και τον Πάπα πιεζόμενος από την στρατιωτική απειλή των Οθωμανών και την εμφανή αδυναμία και παρακμή της συρρικνούμενης αυτοκρατορίας, και επιθυμούσε διακαώς την επίτευξη της ενώσεως των δύο Εκκλησιών, ελπίζοντας ότι μετά την Ένωση ο Πάπας και οι δυτικοί ηγεμόνες θα έσπευδαν να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη στρατιωτικά και αποτελεσματικά για να αποκρουσθεί η οθωμανική απειλή. Ο αυτοκράτωρ θέλησε σε αυτές τις κρίσιμες συζητήσεις η ορθόδοξος ανατολή να εκπροσωπηθεί με τους καλύτερους άνδρες της στο ανώτερο επίπεδο αξιωματούχων του κράτους και της εκκλησίας, μεταξύ αυτών ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός, οι μητροπολίτες Νικαίας Βησσαρίων και Εφέσου Μάρκος, αμφότεροι άνδρες ευρείας μορφώσεως χριστιανικής και φιλοσοφικής.

Τα θεολογικά ζητήματα που χώριζαν τις δύο Εκκλησίες Δύσεως και Ανατολής ήσαν πολύπλοκα και εχρονολογούντο από αιώνων, όπως η απαίτηση του Πάπα για το Πρωτείο μέσα στην Εκκλησία και υπεράνω αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, η αίρεση του Φιλιόκβε ( περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος με την αυθαίρετη προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως από τους Λατίνους της φράσεως ”και εκ του Υιού”), το Καθαρτήριο Πυρ και άλλα λειτουργικά ζητήματα, όπως η χρήση αζύμων στην Θεία Κοινωνία, η μετουσίωση και ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων, οι ημέρες της νηστείας κ.ά. Όλες αυτές οι δογματικές και λειτουργικές προσθήκες μονομερώς από την Λατινική Εκκλησία, η υπεροψία και η αλαζονεία των δυτικών όπως και η από αιώνων αμοιβαία καχυποψία που την συντηρούσαν οι επεκτατικές βλέψεις των Παπών στην Ανατολή, το Σχίσμα του 1054 με τους εκατέρωθεν αφορισμούς, οι βιαιοπραγίες των Σταυροφόρων κατά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1204, δυσχέραιναν επιπλέον τον επιχειρούμενο διάλογο στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας.

Ωστόσο, υπήρχε μία συγκρατημένη αισιοδοξία και από τις δύο πλευρές όσο και η μεγάλη επιθυμία του αυτοκράτορος Ιωάννου Παλαιολόγου, που θα πίεζε για λόγους πολιτικούς για την Ένωση, η άδολη επιθυμία εκ μέρους των Ορθοδόξων να παύσει επιτέλους το Σχίσμα των Εκκλησιών και να ενωθεί η διηρημένη  Εκκλησία του Χριστού (Πατριάρχης Ιωσήφ, Βησσαρίων, Γ. Σχολάριος, Μάρκος ο Ευγενικός) και η πίεση του Πάπα Ευγενίου για λόγους εκκλησιαστικού και κοσμικού γοήτρου να επαναφέρει ”τους αιρετικούς Γραικούς” στην Καθολική Εκκλησία, ήσαν παράγοντες που πίεζαν τα πράγματα προς την επίτευξη της Ενώσεως. Δυστυχώς, οι συζητήσεις στην Φερράρα-Φλωρεντία έδειξαν πως οι προθέσεις των Δυτικών δεν ήσαν απολύτως ειλικρινείς και έντιμες για ένα γνήσιο και ισότιμο θεολογικό διάλογο, και έτσι χάθηκε η ευκαιρία να επιτευχθεί μία σταθερή Ένωση και όχι αυτή η εκβιαστική και υπό πιεστικές ιστορικές συνθήκες ψευδοένωση που άλλωστε δεν είχε τις προϋποθέσεις να διαρκέσει.

Υπό αυτές τις συνθήκες όδευαν οι ορθόδοξοι στην Σύνοδο της Φερράρας. Έχοντας περιγράψει τις συνθήκες αυτές μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την στάση και τις θέσεις του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά την διάρκεια της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας.. όσο και τα κατόπιν αυτής, αφού υπεγράφη η Ένωση και υπέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.

Εξ αρχής διεφάνη η υπεροπτική και αλαζονική συμπεριφορά του Πάπα Ευγενίου προς τους ορθοδόξους. Απαίτησε ο αυτοκράτωρ, ο Πατριάρχης και οι λοιποί ορθόδοξοι αντιπρόσωποι να γονατίσουν  μπροστά του,  να του φιλήσουν το πόδι, να καθίσουν σε χαμηλότερους θρόνους (απαιτήσεις που δεν τις δέχθηκαν οι ορθόδοξοι ως υποτιμητικές και προσβλητικές. Άλλωστε, οι συζητήσεις τραβούσαν εις μάκρος, οι Λατίνοι ήθελαν να κουράσουν τους ορθοδόξους ελπίζοντες ότι οι στερήσεις στην καθημερινή τους τροφοδοσία και στις συνθήκες διαμονής, η νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα μετά από πολύμηνη παραμονή σε ιταλικό έδαφος, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί και οι χρηματικές υποσχέσεις του Πάπα θα έφερναν το επιθυμητό αποτέλεσμα, να κάμψουν το φρόνημα των ορθοδόξων και να τους αναγκάσουν έστω και απρόθυμα να υπογράψουν την Ένωση με τους όρους των Λατίνων.

Σε όλες αυτές τις πιέσεις στάθηκε ασυμβίβαστος υπερασπιστής της αληθείας της Πίστεως, υπέρμαχος και στύλος της Ορθοδοξίας ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός. Ας παρακολουθήσουμε την στάση που κράτησε ο Άγιος Μάρκος στην διάρκεια της Συνόδου. Να διευκρινίσουμε εξ αρχής ότι ο Άγιος Μάρκος συμμετείχε στις συζητήσεις με διάθεση ειλικρινούς διαλόγου και γνήσιας επιθυμίας να γίνει η Ένωση σύμφωνα με την ακαινοτόμητη Ευαγγελική Αλήθεια και την Αποστολική Παράδοση της ενωμένης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Οι προθέσεις του Αγίου Μάρκου ήσαν υπέρ του διαλόγου και της συμφιλιώσεως( ”καταλλαγής”) επί τη βάσει της εν Χριστώ αγάπης και της αληθούς πίστεως. Αδίκως λοιπόν τον κατηγόρησαν οι Λατίνοι και οι φιλενωτικοί για πεισματική και αδιάλλακτη, σχεδόν φανατική στάση. Η αγνότητα και η ειλικρίνεια του Αγίου Μάρκου φαίνεται από το υπόμνημα που υπέβαλε στον Πάπα και δεικνύει τον πόθο του για Ένωση, και αρχίζει ως εξής: ”σήμερον της παγκοσμίου χαράς τα προοίμια, σήμερον αι νοηταί ακτίνες του της ειρήνης ηλίου τη οικουμένη πάση προανατέλλουσι, σήμερον τα του Δεσποτικού σώματος μέλη, πολλοίς πρότερον διεσπαρμένα τε και διερρηγμένα, προς την ένωσιν αλλήλων επείγεται. Ου γαρ ανέχεται η κεφαλή πάντων ο Θεός εφεστάναι διηρημένω τω σώματι, ουδέ τον της αγάπης δεσμόν εξ ημών ανηρήσθαι παντάπασιν η αγάπη βούλεται” (και συνεχίζει θρηνώντας για το σχίσμα) ”μέχρι τίνος οι του αυτού Χριστού και της αυτής πίστεως βάλλομεν αλλήλους και κατατέμνομεν; Μέχρι τίνος οι της αυτής Τριάδος προσκυνηταί δάκνομεν αλλήλους και κατεσθίομεν, έως αν υπ’ αλλήλων αναλωθώμεν και υπό των έξωθεν εχθρών εις το μηκέτι είναι χωρήσωμεν; Μη γένοιτο τούτο, Χριστέ Βασιλεύ, μηδέ νικήση την σην αγαθότητα των ημετέρων αμαρτιών η πληθύς” (Συροπούλου, Απομνημονεύματα V, 3).

Κατά την διάρκεια των συζητήσεων οι Λατίνοι επεκαλούντο χειρόγραφα των ανατολικών ορθοδόξων πατέρων για να στηρίξουν θεολογικώς τις κακοδοξίες τους, όμως τα παραθέματά τους ήσαν αλλοιωμένα. Ο Άγιος Μάρκος, βαθύς γνώστης της θεολογίας και των έργων των αγίων Πατέρων αντελήφθη την αλλοίωση των πρωτοτύπων κειμένων, και για να θέσει τον διάλογο σε ορθές βάσεις στα πλαίσια των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων που κατεδίκαζαν  καινοτομίες και αυθαίρετες προσθήκες στα της πίστεως, επέμενε να αναγνωσθούν εις επήκοον όλων οι όροι και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Φυσικά, οι Λατίνοι αντέδρασαν διότι έτσι θα απεκαλύπτετο η πλαστογραφία και απεχώρησαν. Όμως οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εθαύμασαν την στάση του Αγίου Μάρκου: ”εάν έβλεπες αυτό το οποίον ο άγιος και έντιμος Μάρκος, μητροπολίτης Εφέσου, είπεν εις τον Πάπαν και εις όλους τους Λατίνους, θα εγελούσες και θα έκλαιγες. Όπως βλέπεις, ο άγιος Μάρκος Εφέσου είναι όμοιος με τους προηγουμένους Πατέρας, τον άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον, τον Μ. Βασίλειον και Γρηγόριον τον Θεολόγον. Βλέπεις επίσης και μόνος σου ότι τώρα οι Λατίνοι δεν τολμούν πλέον να αντιλέξουν εις τον άγιον Μάρκον. Ο Πάπας έφυγε με τους λογίους του, επήραν μαζί τους και όλα τα βιβλία των”.

Την ίδια στάση κράτησε ο Άγιος Μάρκος σε όλες τις συνεδριάσεις. Επέμενε οι θεολογικές διαφορές που χώριζαν Δυτική και Ανατολική Εκκλησία και επρόκειτο να συζητηθούν, Παπικό Πρωτείο, Φιλιόκβε, Καθαρτήριο Πυρ, να συζητηθούν στην βάση των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, ώστε με την ανάγνωση των Πρακτικών και των όρων να καταφανεί η αληθινή και ακαινοτόμητος πίστη. ”Πρώτον μεν εστίν αναγκαιοτάτη η ειρήνη, ήν κατέλιπεν  ημίν ο δεσπότης ημών ο Χριστός, και η αγάπη. Δεύτερον, ότι παρέβλεψεν η Ρωμαϊκή Εκκλησία την αγάπην και διελύθη η ειρήνη. Τρίτον, ότι ανακαλουμένη νυν η Ρωμαϊκή Εκκλησία την καταλειφθείσαν αγάπην, εσπούδασεν ίν’ έλθωμεν ενταύθα και εξετάσωμεν τας μεταξύ ημών διαφοράς. Τέταρτον, ότι αδύνατον εστιν ανακαλέσασθαι την ειρήνην, εάν μη λυθή το σχίσματος αίτιον, και πέμπτον, ίνα και οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων αναγνωσθώσιν, ως αν φανώμεν και ημείς σύμφωνοι τοις εν εκείνοις Πατράσι και η παρούσα σύνοδος εκείναις ακόλουθος” ( Συρόπουλος, Απομνημονεύματα, VI, κεφ. 27). Έτσι, ο Άγιος Μάρκος έθετε τα σωστά θεμέλια του θεολογικού διαλόγου, την αγάπη και την ειρήνη που θα αναιρέσουν το σχίσμα, εφ’ όσον οι αποφάσεις που θα ληφθούν να είναι σύμφωνες με το πνεύμα και την διδασκαλία των Αγίων και Οικουμενικών Πατέρων.

Ωστόσο, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες και την καλήν διάθεση του Αγίου Μάρκου, όλες οι πλευρές πίεζαν να υπογραφεί η Ένωση πάση θυσία, έστω και κατ’ οικονομίαν και συμβιβαστικώς χωρίς να προϋπάρξει επίλυση των θεολογικών διαφορών. Ο Πάπας, οι Λατίνοι, οι φιλενωτικοί Βησσαρίων και Ισίδωρος Κιέβου βιάζονταν για την Ένωση όπως-όπως. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Παλαιοόγος κάλεσε τον Άγιο Μάρκο και τον πίεσε να δεχθεί την Ένωση, διότι αυτός ήταν το κύριο εμπόδιο για την άνευ όρων ψευδοένωση. Ο άγιος Μάρκος είπε τότε τον παροιμιώδη λόγον : ”ου ποιήσω τούτο ποτέ, καν ει τι και γένηται (=ό,τι και να γίνει)… τας των Δυτικών διδασκάλων φωνάς ούτε αναγνωρίζω ούτε παραδέχομαι, τεκμαιρόμενος ότι διεφθαρμέναι εισίν. Ου συγχωρεί (=δεν επιτρέπεται) συγκατάβασις εις τα της ορθοδόξου πίστεως”.

Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί και οι εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί. Ο Άγιος Μάρκος παρακολουθούσε τις εξελίξεις ”σιωπών και αλγών (=πονώντας) επί τοις γινομένοις”. Ακόμη και ο Πάπας τον εκάλεσε ενώπιόν του προσπαθώντας με πιέσεις και απειλές να τον πείσει πως αν δεν υπογράψει θα υποστεί τις συνέπειες. Για να τον υποτιμήσει περισσότερον δεν του προσέφερεν ούτε κάθισμα. Ο Άγιος Μάρκος έλαβε μόνος του κάθισμα προφασιζόμενος πόνους στα πόδια και κάθισε από μόνος του χωρίς την άδεια του Πάπα. Ήταν φανερό από την αγέρωχη και θαρραλέα στάση του ορθοδόξου ιεράρχου πως δεν θα υπέκυπτε στις παπικές πιέσεις και απειλές.

Τελικώς, η Ένωση υπεγράφη. Μόνον ο Πλήθων Γεμιστός και ο Άγιος Μάρκος δεν υπέγραψαν τον ενωτικό Όρο. Όταν έμαθε ο Πάπας Ευγένιος ότι ο Μάρκος Εφέσου δεν υπέγραψεν, είπε το παροιμιώδες: ”Μάρκος ουχ υπέγραψεν, ουδέν εποιήσαμεν!”. Έγινε πανηγυρική θεία λειτουργία, εμνημονεύθη ο Πάπας και ανεγνώσθη το κείμενο της Ενώσεως λατινιστί και ελληνιστί (από τον Βησσαρίωνα). Η ελληνική αντιπροσωπεία ανεχώρησε. Ο ίδιος ο αυτοκράτωρ εγγυήθηκε την ζωή του Αγίου Μάρκου, που παρ’ όλα αυτά τον εκτιμούσε βαθύτατα, και τον επιβίβασε στην αυτοκρατορική γαλέρα. Οι ορθόδοξοι, στον δρόμο της επιστροφής, έκαναν στάση στην Βενετία, όπου ελειτούργησαν στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας 17 Σεπτεμβρίου 1439, χωρίς παρουσία Λατίνων κληρικών και χωρίς να μνημονευθεί ο Πάπας. Ήταν φανερό πως οι ορθόδοξοι κατά βάθος δεν είχαν αποδεχθεί την Ένωση, έστω και αν κάτω από αφόρητες πιέσεις την υπέγραψαν.

Τα νέα για την Ένωση γρήγορα ταξίδευσαν στην Ανατολή. Και όπου περνούσε η ελληνική αντιπροσωπεία επιστρέφουσα εγένετο δεκτή από τους ορθοδόξους με αποδοκιμασίες, ενώ επευφημούσαν τον Μάρκο Εφέσου που δεν υπέγραψε. Προ των ανθενωτικών αντιδράσεων  του πιστού λαού, οι αρχιερείς που είχαν υπογράψει δήλωναν μετανοιωμένοι. Έτσι, απαντούσαν ότι  ”πεπράκαμεν (= πωλήσαμε) την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν (= ανταλλάξαμε με τον ασεβή παπισμό την ορθόδοξο πίστη), προδόντες την καθαράν θυσίαν αζυμίται γεγόναμεν. -και δια τι υπεγράφετε; -φοβούμενοι τους Φράγκους. – η δεξιά αύτη υπέγραψε, κοπήτω, η γλώττα ωμολόγησεν, εκριζούσθω” ( Δούκα, Ιστορία Βυζαντινή, σελ. 216 Α) . Μπορεί ο αυτοκράτωρ να τοποθέτησε στην θέση  του θανόντος  πατριάρχου Ιωσήφ τον φιλενωτικό Μητροφάνη Κυζίκου, ωστόσο δεν έλαβε περισσότερα μέτρα για την εφαρμογή των όρων της Ενώσεως. Ο λαός αντιδρούσε, στους ναούς που λειτουργούσαν οι ενωτικοί  δεν συμμετείχε θεωρώντας τους προδότες και εξωνημένους, ενώ τιμούσε τον Άγιο Μάρκο που ανεδείχθη στύλος και υπέρμαχος της ορθοδοξίας.

Νέοι αγώνες ανέμεναν τον Άγιο Μάρκο. Μετά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη, ανέλαβε το βάρος της ανθενωτικής προσπάθειας, μετέβη στην Έφεσο, αλλά κατόπιν εντολής του αυτοκράτορος, παρέμεινε σε περιορισμό στην Λήμνο (1440-1441). Εκεί, συνέταξε την περίφημη  Εγκύκλιο ”προς τους απαναταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς” (P.G. 160, 112-204). Σε αυτήν διαφωτίζει τους ορθοδόξους πιστούς για το ζήτημα της Ενώσεως και πώς να βλέπει τους Λατίνους, ενώ ταυτοχρόνως τονίζει το γεγονός ότι οι ορθόδοξοι κράτησαν την πίστη των πατέρων ανόθευτη. Τους Λατίνους αποκαλεί ”αιρετικούς” διότι πιστεύουν ”άτοπα και δυσσεβή”, ότι στο Σύμβολο της Πίστεως προσέθεσαν ”παράλογον προσθήκην” ( το Φιλιόκβε), και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό των Λατίνων ως αιρετικών ως εξής: ”φασί γαρ οι φιλευσεβείς νόμοι, αιρετικός εστι και τοις κατά των αιρετικών νόμοις υπόκειται ο και μικρόν γουν τι παρεκκλίνων της ορθής πίστεως”.  Εφ’ όσον οι Δυτικοί παρεξέκλινον της ορθοδοξίας τότε ”ορθώς απεκόψαμεν τούτους ως αιρετικούς”.

Για την συμπεριφορά των ορθοδόξων ως προς τους φιλενωτικούς και λατινίζοντες, αλλά και προς τους αιρετικούς Λατίνους, ο Άγιος Μάρκος τηρεί σκληρή και αδιάλλακτη στάση: ”φευκτέον αυτούς, ως φεύγει τις από όφεως ή κακείνων πολλώ δήπου χείρονας, τους χριστοκαπήλους και χριστεμπόρους”. Παρατηρούμε λοιπόν ότι μετά την υπογραφή της Ενώσεως ο άγιος Μάρκος σκληραίνει κατά πολύ την θέση του και χρησιμοποιεί βαρείς χαρακτηρισμούς.

Οι αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας στην συνείδηση του ορθοδόξου πληρώματος εθεωρούντο άκυρες και μη δεσμευτικές. Ήδη ο Γ. Σχολάριος συντάσσει ”Σύντομον Απολογίαν” υπέρ των ανθενωτικών, ο λατινόφρων Πατριάρχης Μητροφάνης χαρακτηρίζεται ως αιρετικός και μητραλοίας της πίστεως, από τους τριάντα τρεις υπογράψαντες την Ένωση, οι περισσότεροι εγγράφως την απεδοκίμασαν και απέσυραν την υπογραφή τους , ενώ στην συνείδηση του πιστού λαού η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας χαρακτηρίστηκε ως ”ληστρική”. Αλλά και επισήμως η Ορθόδοξος Εκκλησία απεκήρυξε την Φερράρα-Φλωρεντία. Μόλις το έτος 1443 συνήλθε Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα με  την συμμετοχή των πατριαρχών Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας και κατεδίκασαν την ψευδοένωση και τα της Συνόδου, αλλά και όλους τους λατινίζοντες. Νέα Σύνοδος συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη με συμμετοχή όλων των ορθοδόξων πατριαρχείων της Ανατολής το 1482, και κατεδίκασε τα συμβάντα στην Φλωρεντία ”τα κακώς και απερισκέπτως εν Φλωρεντία συνοδικώς πραχθέντα και δογματισθέντα ως δόγματα νόθα και της Καθολικής (=Ορθοδόξου) Εκκλησίας αλλότρια”, και η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας  ”αργή και ανενέργητος και ως μηδέ το κατ’ αρχάς όλως συστάσαι”.

Καθώς ο Άγιος Μάρκος με κλονισμένη την υγεία αισθανόταν το επίγειο τέλος της ζωής του να πλησιάζει, επέλεξε τον μαθητή του Γ. Σχολάριο (μετέπειτα πρώτο Πατριάρχη μετά την Άλωση) ως τον καταλληλότερο συνεχιστή του ανθενωτικού αγώνος ”ίνα ή αντ’ εμού πρόμαχος της Εκκλησίας και της υγιούς διδασκαλίας υφηγητής, και των ορθών δογμάτων και της αληθείας υπέρμαχος”.

Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου εκοιμήθη σε ηλικία 52 ετών, την 23η Ιουνίου 1444 ή 1445, και ετάφη στην Μονή Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, στην Κωνσταντινούπολη, όπως μας πληροφορεί ο αδελφός του Ιωάννης. Ο μαθητής του, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Σχολάριος ώρισε με συνοδική απόφαση του 1456 να εορτάζεται η μνήμη του ως αγίου την 19η Ιανουαρίου και να ψάλλεται η ακολουθία του. Και το έτος 1734 νέα Συνοδική απόφαση  επί  πατριάρχου Σεραφείμ επαναβεβαιώνει να τιμάται ο Μάρκος Εφέσου ως άγιος: ”η καθ’ ημάς αγία του Χριστού Ανατολική Εκκλησία τον Ιερόν τούτον Μάρκον Εφέσου τον Ευγενικόν και οίδε και τιμά και αποδέχεται άγιον άνδρα και θεοφόρον και όσιον και ζηλωτήν της ευσεβείας διάπυρον, και των καθ’ ημάς ιερών δογμάτων και του ορθού λόγου της ευσεβείας πρόμαχον και προασπιστήν γενναιότατον και των προηγησαμένων εν τοις αρχαίοις χρόνοις ιερών θεολόγων, και κοσμητόρων της Εκκλησίας μιμητήν και εφάμιλλον”.

Κρίσεις και αποτιμήσεις του χαρακτήρος και της προσφοράς του Αγίου Μάρκου.

Πανθομολογούμενη η αρετή, η αγιότης του βίου, η ευρυμάθεια και η συνέπεια στην ορθόδοξο πίστη, ο Άγιος Μάρκος απήλαυε του σεβασμού φίλων και αντιπάλων.

ο θαυμάσιος ούτος πατήρ και μέγας διδάσκαλος, ο μακαριώτατος κυρ Μάρκος ο Εφέσου, πολύς τω όντι εν τη σοφία και αρετή και τη πείρα των της Εκκλησίας δογμάτων” (Θεόδωρος ο Μηδείας).

”είναι θαυμάσιος άνθρωπος, κεκοσμημένος με πνευματικά χαρίσματα και πλήρης παντοίας θείας σοφίας, ασκήσας βίον όσιο, προτού γίνη αρχιερεύς, και αν και διέπρεψε εις την Σύνοδον, είναι εκτός πάθους, προσηλωμένος μόνον εις τον Θεόν και έχων τον νουν του εις Αυτόν μόνον, απ’ όλα τα βιωτικά και όσα ανάγονται εις την περιποίησιν του σώματος, ευρισκόμενος όλως διόλου μακράν. Και επειδή είναι τέτοιος άνθρωπος, την εξορίαν δεν την φοβείται, την πείναν δεν την τρέμει, την δίψαν δεν την υπολογίζει, δεν φρίττει την μάχαιραν, την φυλακήν δεν δειλιά, τον θάνατον τον θεωρεί ευεργέτην” (Θεόδωρος Αγαλλιανός, μοναχός στην Μονή των Μαγγάνων) [ από το βιβλίο του αρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου για τον άγιο Μάρκο, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, σελ. 25-26].

”Θεοειδής την τε ψυχήν και προαίρεσι, μόνος αυτός έργοις τε και λόγοις στύλος ανεδείχθη Ορθοδοξίας εναντίον βασιλέων και τυράννων, γυμνή τη κεφαλή την αλήθειαν ανακηρύττων και την εν αγίω συμβόλω της πίστεως επισφαλώς εισαχθείσαν προσθήκην ουδόχως επιδεχόμενος” (Μανουήλ ο Ρήτωρ, εκ των βιογράφων του Αγίου Μάρκου).

‘Ήταν σωφρονέστερος και από τους ασκητές που κατοικούν στην έρημο, και όταν απέρριψε τα πάντα για τον Χριστόν και έκυψε κάτω από τον ζυγό της μοναχικής υποταγής, δεν διέψευσε τις προς τον Χριστόν υποσχέσεις, ούτε ανεμείχθη στους κοσμικούς θορύβους, παρασυρθείς υπό της προσκαίρου δόξης, αλλά μέχρι της τελευτής του διετήρησε σταθερώς την θέρμην της εις Χριστόν αγάπης,… εν ιερεύσι διέπρεψεν, εν αρχιερεύσι διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς, αδάμαντος στερεώτερος, ώφθη, τετίμηκεν τους ημετέρους προγόνους…ανήρ των εφ’ ημών απάντων άριστος γεγονώς εν λόγοις και βίω… μόνος των εφ’ ημών αρχιερεύς αληθής” ( Γεννάδιος Σχολάριος, στον επικήδειο λόγο για την αρετή και την πίστη του Αγίου Μάρκου).

Αλλά και οι φιλενωτικοί ανεγνώριζαν την αξία του Αγίου. ”εν ελληνικοίς μαθήμασιν και ορίοις των αγίων συνόδων κανών και στάθμη απαρέκβατος” (Δούκας,,, ιστορικός της Αλώσεως), ”όντως σοφώτατος και θεολόγον ακρότατος” (Βησσαρίων). Ακόμη και ο καθολικός ιησουίτης θεολόγος Γιλλ, ιστορικός της Συνόδου της Φλωρεντίας (ό.π. σελ. 462 και 413), με εντιμότητα αναγνωρίζει: ”ο Μάρκος ήτο γεμάτος από το φλογερόν πάθος ενός σταυροφόρου, ήταν ο μόνος ιεράρχης που αρνήθηκε να υπογράψη το διάταγμα στην Φλωρεντία, ο μόνος επομένως συνεπής, μη εκτεθειμένος σε μομφή. Και μαζί με όλα αυτά, απήλαυε σεβασμού για την αγιότητα της ζωής του. Δεν είναι καθόλου άξιον απορίας λοιπόν ότι η επιρροή του στους συμπατριώτες του ήταν τόσο μεγάλη”.

Πηγές-Βιβλιογραφία (ενδεικτική)

-) Νικ. Π. Βασιλειάδης, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η Ένωσις των Εκκλησιών, εκδ. ΣΩΤΗΡ, Αθήναι 2007.

-) Αρχιμ. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος, Βίοι Αγίων, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1977.

-) Γιόσεφ Gill, Η Σύνοδος της Φλωρεντίας, εκδ. Καλός Τύπος, Αθήναι 1962.

-) Δούκας, Ιστορία Βυζαντινή, Χρονικόν της Αλώσεως.

-) Ιω. Καρμίρης, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήναι 1960.

-) Θεόφιλος Καναβός, μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Βίος και Πολιτεία του οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Μάρκου του Ευγενικού, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1989.

-) Γρηγόριος Λαρεντζάκης, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1999.

-) ΠΡΑΚΤΙΚΑ της αγίας εν Φλωρεντία Συνόδου, Acta Graeca, J. Gill, ed. P.I.O., Roma 1953.

-) Συλβέστρος Συρόπουλος, Απομνημονεύματα (κατά την έκδοση του v. Laurent, Paris, 1971.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

ΕΥΧΗ ΥΠΕΡ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

Ευχή υπέρ ειρήνης του Κόσμου.
Δέσποτα Θεέ, Παντοκράτορα , Παντοδύναμε , Σωτήρα Χριστέ , Κύριε του ουρανού και της γης, ο διά την ημετέραν σωτηρίαν εκ Παρθένου τεχθείς και διδάξας τοις ανθρώποις αγάπην και ειρήνην έχειν προς αλλήλους, κατάπεμψον την χάριν Σου την επουράνιον και ελέησον ημάς, κατά το μέγα Σου έλεος, πάσης ανάγκης ρυόμενος.
Παύσον τα φρυάγματα των εθνών, ειρήνευσον ημών την ζωήν, λύτρωσαι ημάς και τον κόσμον Σου από πάσης απειλής εναντίας και δίδαξον τοις ηγέταις των εθνών εν ειρήνη επιλύειν τας διαφοράς αυτών και εν παντί ειρηνεύειν, υπόταξον δε πάντα τα βάρβαρα έθνη τα τους πολέμους θέλοντα.
Εξαπόστειλον περιστεράν, κλάδον ελαίας έχουσαν επί του στόματος, καταλλαγής σύμβολον, τους εν αιγμαλωσία αδελφούς ημών ανάρρυσαι, τους άρχοντας ημών εν ειρήνη και ομονοία διατήρησον, δώρησαι δε ημίν βαθείαν και αναφαίρετον ειρήνην, την πάντα νούν υπερέχουσαν, ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν, Σου δεόμενοι υπέρ ειρήνης του σύμπαντος κόσμου και του ευσεβούς ημών έθνους, την συμμαχίαν έχοντες την Σήν, όπλον ειρήνης, αήττητον τρόπαιον.
Συ γαρ ει ο Βασιλεύς της ειρήνης και Σωτήρ των ψυχών ημών και Σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Η ΕΝ ΕΤΕΙ 1977 ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΔΙΑ ΤΟ 1971

 

40 λ. 
Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1977 ΚΑΛΗΝ ΚΑΘ ΗΜΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΤΑΜΠΟΥΡΑ (ΝΥΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ) ΚΑΤΑΤΕΘΕΙΣΑΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΟΤΕ ΣΥΝΕΖΗΤΕΙΤΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ 1971 ΗΤΟΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ (ΜΑΛΛΟΝ ΥΠΟΤΑΓΗΣ) ΤΗΣ ΕΞΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ 1971 (ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ, ΚΙΤΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΟΜΠΡΟΥ) ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ...
Κήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων
9 Οκτωβρίου στις 3:59 μ.μ. ·
Τοιαύτην κρίσιν τῆς ὑποθέσεώς μας ὑπό τῶν Ρώσων ἔκαμε και ὁ Πιλάτος. ‘Εκεῖνος ἐβγῆκεν ἑπτά φορές ἀπό το Πραιτώριον κηρύττων ἀθῶον τον Ἰησοῦν και ὅτι οὐδέν ἄξιον θανάτου εὑρίσκει και ὅμως τον ἐσταύρωσεν, διότι δεν θα ἦτο φίλος τοῦ Καίσαρος. Οὕτω και οἱ Ρῶσοι, ἐνῶ δεν μᾶς θεωροῦν Νοβατιανούς, Δονατιστές, Σχισματικούς, δεν γνωρίζουν τίποτε περί τοῦ Κυκλάδων (διότι ὁ Αὐξέντιος ἔπεισε τους Ρώσους ὅτι ὑπῆρχε ὁ Κυκλάδων διά να ἀντικανονικοποιήση την χειροτονίαν τοῦ Ματθαίου) και ὅμως μᾶς ἐχειροθέτησαν λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τον Καίσαρα Αὐξέντιον (ἐγνώριζε και την γλωσσάν των), διότι ἐάν δεν θα μᾶς ἔχειροθέτουν δεν θα ἦσαν φίλοι. Τις οἶδε πόσα δολλάρια ἐθυσιάσθησαν. (Μελανές σελίδες).
Και ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά μᾶς περιέπαιζαν και μᾶς ἐξαπατοῦσαν ὅτι ὅταν εφεύγαμεν (ἡ Ἐξαρχία) ἀπό την ‘Αμερικήν θα μᾶς ἔστελναν πολυσέλιδον Ὁμολογίαν, πείθοντες οὕτω την ‘Εξαρχίαν μας (προδότριαν) και ὁλόκληρον την Ἱεράν Σύνοδον να ψεύδωνται καθ’ ἡμῶν τῶν κατωτέρωνΚληρικῶν, ὅτι θα μᾶς ἔλθη σέ λίγο ἡ Ὁμολογία και ὅταν ἦλθε ἡ Ὁμολογία μᾶς ἔλεγαν εἶναι πολυσέλιδος, εἶναι εἰς τά ‘Αγγλικά, την μεταφράζομεν και την κοινοποιοῦμεν (ἴδε ἀπάντησιν προς Θεοδώρητον Μοναχόν), ὅταν ἐτίθετο το ἐρώτημα πότε θα ἴδωμεν τέλος πάντων το πιστεύω τῶν Ρώσων (ψεματάκια).
Διά να καλύψωμεν ὅθεν τά ψέμματα ἔπρεπε να σταλῆ δευτέρα ἐξαρχία εἰς ‘Αμερικήν, διά να μεταφέρη την μεγάλην και πολυσέλιδον ὁμολογίαν τῶν μεγάλων μας ἀδελφῶν Ρώσων. ‘Επειδή ἡ Ὁμολογία ἦταν μεγάλη και δυσβάστακτος διά τοῦτο ἐλυπήθηκαν να την φορτώσουν εἰς την ‘Εξαρχίαν μας, την ἔστειλαν ὑπηρεσιακῶς και ἦλθε μετά (7) μήνας και εἴδαμεν τι Ὁμολογία: ΛΑΘΟΣ και ΟΧΙ ΣΧΙΣΜΑ το ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ!
Ἕνεκεν ταύτης τῆς τακτικῆς ἤγουν να γινώμεθα ἐπιλήσμονες τῶν πράξεών μας, και να προβαίνωμεν εἰς συνεχεῖς και ἀδικαιολογήτους ὑποχωρήσεις ἐπῆλθαν θλιβερά γεγονότα διά την Ἐκκλησίαν: α) ‘Αποσκιρτησις (😎 ὀκτώ Ἱερέων, πολλῶν Μοναχῶν και Μοναζουσῶν και Λαοῦ, κυρίως Νέων. Β) ‘Αποσκίρτησις Καλλίστου και ἐκδίωξις ἐκ τῆς Μονῆς ‘Αθηκίων τῶν Μοναζουςῶν, με ἀποτέλεσμα αὗται να ἐγκαταβιώσιν ὅπου δεῖ, εἰς κοσμικούς οἴκους κλπ. Γ) Συμβαίνουν ὁσημέραι διενέξεις μεταξύ τῶν πιστῶν με ἀποτέλεσμα ἐφ’ ἑνός ἡμεῖς οἱ Ἱερεῖς να μην δυνάμεθα να ἀντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν και ἀφ’ ἑτέρου να ὑποβιβάζεται ἡ πνευματική στάθμη τοῦ Ἱεροῦ ‘Αγῶνος.
Διά τοῦτο ὡς ἐλάχιστος τῶν μελῶν τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας ποιῶ ἔκκλησιν εἰς τον Μακαριώτατον και τους λοιπούς ‘Αρχιερεῖς και ὅλον το Σῶμα τῆς ‘Εκκλησίας, ὅπως μη καταληφθῶμεν ὑπό πανικοῦ και ἀπελπισίας διά την ἀπώλειαν ἀδελφῶν μα;ς, ἀλλά θεωροῦντες ἐν προσευχῆ, την κατάστασιν κακοῦ ἐξαλείψεως τοῦ μελανοῦ σημείου και δώσωμεν νέαν πνοην εἰς το ὅλον ἱερόν και ἅγιον ἔργον τοῦ Ἰεροῦ Ἀγῶνος ἡμῶν διά την σωτηρίαν τῶν ἀθανάτων ψυχῶν ἠμῶν.
Κυριώτερα σημεῖα ἀνασχέσεως τοῦ κακοῦ εἶναι: α) Δεν πρέπει να ἀναφερώμεθα εἰς την ἕνωσιν μετά τοῦ Αὐξεντίου, καθόσον ὡς προανέφερα «χάσμα μέγα ἐστήρικται» μεταξύ μας ἐκτός και ἀρθοιῦν τά ἐμπόδια. Β) Να συνταχθῆ ἀνοικτή ἐπιστολή προς τους Ρώσους και διά τοῦ ΤΥΠΟΥ να κατεγγέλλεται το ἀντικανονικόν, το ἀντορθόδοξον τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν, ὡς και ἡ σατανική μέθοδος ἐξαπατήσεως ἡμῶν με τάς ψευδουποσχέσεις των με ἀποτέλεσμα τον κατασκανδαλισμόν χιλιάδων ψυχῶν γ) Να ἔχωμεν μεταξύ μας ὁμόνοιαν και να συνεχίσωμεν τον δύσκολον δρόμον ὅν παρελάβομεν παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὧν φύλαξ και εντολεύς ὑπῆρξεν ὁ πρό ἡμῶν Βρεσθένης Ματθαῖος. Δ) Να μην παρασυρώμεθα ἀπό το σατανικόν ρεῦμα Να μην ἀγοράζωμεν και να μην ὁδηγῶμεν αὐτοκίνητα οἱ Κληρικοί. Εἶναι μεγάλη κατάπτωσις τοῦ ‘Αγῶνος, της θέσεώς μας, και ψυχικός κίνδυνος. Ε) Να μην ἐκτελοῦμεν γάμους και βαπτίσεις οἱ Ἱερομόναχοι παραβαίνοντες καταφώρως Ἱερούς θεσμούς ἁγίων Πατέρων, καθ’ ἥν στιγμήν ὐπάρχουν κοσμικοί ἱερεῖς. Ἡ οἰκονομία να μη γίνεται παρανομία. Ὁ ἀγών δεν προοδεύει. Ὑποτιμῶνται οἱ κοσμικοί και δεν πλησιάζουν να γίνουν κληρικοί. Ζ) Να σταματήσουν τά συνείσακτα μοναστήρια., διότι αἴτιον αποσκιρτήσεως Κληρικῶν μας, ὑπῆρχαν και αὐτά, διότι σωφεράντζες και συνείσακτοι ἦσαν οἱ περισσότεροι. Και η) Να μην ἐπιτρέπεται εἰς Μητροπολιτικούς Ναούς να ψέλνουν οἱ γυναῖκες. Δεινόν. Με αὐτά και πολλά ἄλλα παραχωρεῖ ὁ Θεός δεινά και πτώσεις.
ΣΥΓΓΝΩΜΗ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗΝ
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2024

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΗΝ ''ΣΥΝΟΔΟΝ'' ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΠΑΤΡΩΝ κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΤΟΥΡΛΗ!


 Όσοι κληρικοί ή λαϊκοί ακολουθούν την <<Σύνοδον>> του Πρώην Πατρών κ. Ευσταθίου Τουρλή, η οποία προήλθε πρώτα από την Σύνοδο του Πρώην Πειραιώς κ. Νικολάου Μεσσιακάρη και έπειτα από την <<Σύνοδο>> του <<Αρχ/που>> κ. Στεφάνου Τσακίρογλου, ας προσέξουν πάρα πολύ το παρακάτω κείμενο:

ΣΧΙΣΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΙΓΩΤΕΡΟΝ ΚΑΚΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΙΝ

 Λέγει δε ο θείος Χρυσόστομος εις την ΙΑ' ομιλίαν του προς Εφεσίου ότι, ουδέ αίμα μαρτυρίου δεν ημπορεί να εξαλείψη την αμαρτίαν του χωρισμού της Εκκλησίας και της διαιρέσεως, και το να σχίση τις την Εκκλησίαν είναι χειρότερον κακόν από το να πέση τις εις αίρεσιν. Γράφει δε και ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας, ο ομολογητής, ότι πρέπει να πάθη τις ό, τι κακόν και αν είναι μόνον να μην σχίση την Εκκλησίαν, και ότι είναι ενδοξότερον το μαρτύριον όπου ήθελεν υπομείνη τις δια να μην σχίση την Εκκλησίαν, παρά το μαρτύριον όποτ ήθελεν υπομείνη δια να μην ειδωλολατρίση, επειδή εις μεν το υπέρ μη ειδωλολατρήσαι μαρτύριον δια την ωφέλειαν της ιδικής του ψυχής μαρτυρεί, εις δε το υπέρ του μή σχίσαι την Εκκλησίαν μαρτύριον, δια την ωφέλειαν και ένωσιν όλης της Εκκλησίας μαρτυρεί.

( Κανών και υποσημ. ΛΑ' Κ' Αποστολικού)

ΣΧΟΛΙΟΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ:
 
 Ο παραπάνω Κανώνας ταιριάζει γάντι εις τους Πρώην εν Χριστώ Πατέρες και αδελφούς που ακολουθούν την <<Σύνοδο>> του πρώην Πατρών κ. Ευσταθίου, δι' όσα δεινά προξένησαν εκείνοι με την παράνομη παραίτηση του πρώην Κιτίου κ. Παρθενίου, εις την Εκκλησίαν της Κύπρου.