Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022
ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΗΣ
at August 04, 2016
Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα Άρτας
Ημερομηνία εορτής: 11/03/2011 Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 11 Μαρτίου εκάστου έτους. Άγιοι που εορτάζουν: Οσια Θεοδωρα Η Βασιλισσα Αρτας
Βιογραφία
Η Οσία Θεοδώρα γεννήθηκε περί το έτος 1210 μ.Χ. πιθανότατα στην Θεσσαλονίκη και υπήρξε γόνος της μεγάλης και αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας Πετραλείφα (νορμανδικής καταγωγής), η οποία εγκατεστημένη αρχικά στο Διδυμότειχο προσέφερε πολλές και σημαντικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και τιμήθηκε με υψηλά αξιώματα. Ο πατέρας της Ιωάννης είχε τον τίτλο του σεβαστοκράτορος και ήταν διοικητής Θεσσαλίας και Μακεδονίας.
Κοντά στους ευσεβείς και ενάρετους γονείς της ανατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου» αντλώντας από την ζωή τους το πρώτο φωτεινό παράδειγμα ενάρετης ζωής, παράδειγμα που θα χαραχθεί ανεξίτηλα και στην δική τους ζωή.
Ο πατέρας της πέθανε γρήγορα αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμα ηλικία, ορφανή. Την προστασία της οικογένειας ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος (θείος της), ο οποίος την εποχή αυτή είχε καταλάβει την Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του μέχρι την Αδριανούπολη.
Η Θεοδώρα έζησε και μεγάλωσε στα Σέρβια της Κοζάνης, μια σημαντική πόλη με στρατηγική θέση την εποχή αυτή. Ανατρέφεται μαζί με τα αδέλφια της από την ευσεβή μητέρα της Ελένη και μαθαίνει καλά για τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου, που δεν είναι άλλος παρά η αγιότητα και η «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις». Γνωρίζει και πιστεύει ότι το αληθινό νόημα της σύντομης ζωής μας κρύβεται στην επιτυχία της αιώνιας ζωής και Βασιλείας του Θεού. Διδάσκεται από την αγαθή μητέρα της ότι τα αληθινά κοσμήματα που πρέπει να στολίζουν την γυναίκα, είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η προσευχή και η αληθινή πίστη, που με τον δικό της αγώνα και τη Χάρη του Θεού μπορούν να πραγματοποιηθούν και να φανερωθούν και στη δική τους ζωή.
Η πνευματική καλλιέργεια και ωριμότητα της νεαρής Θεοδώρας, καθώς επίσης και το κάλλος της εντυπωσιάζουν τον Μιχαήλ Β', που στον δρόμο του για την Άρτα την συναντά στα Σέρβια, ενώ βρισκόταν υπό την προστασία του θείου της Θεοδώρου.
Την ζητά αμέσως σε γάμο, ο οποίος και τελείται με κάθε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα Σέρβια το έτος 1230 μ.Χ. με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στην Άρτα, την πρωτεύουσα του κράτους της Ηπείρου, στην οποία ο Μιχαήλ Β' ανακηρύσσεται μετά από λίγο Δεσπότης.
Ο Μιχαήλ, ισχυρή προσωπικότητα, πνεύμα ανήσυχο και φιλόδοξο, αρχίζει να φροντίζει για την εδραίωση και εξάπλωση του κράτους του. Η νεαρά δούκισσα Θεοδώρα αναδεικνύεται πρώτη κυρία του Δεσποτάτου. Στην μεγάλη αυτή και ένδοξη θέση που ανέβηκε η Θεοδώρα, δεν παρασύρθηκε από την δόξα και το μεγαλείο του αξιώματός της, ούτε, παρά τη νεότητά της, τράπηκε σε υλιστικές απολαύσεις και τρυφηλή ζωή. Και όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της Ιώβ μοναχός, τώρα πιο πολύ κατάλαβε ότι πρέπει να φροντίζει να ζει με πιο πολλή αρετή και σωφροσύνη, με ταπεινοφροσύνη και αγάπη, με αοργησία και συμπάθεια, με ελεημοσύνη και πραότητα και γενικά, ολόψυχα να δίδεται και να υπηρετεί τον Θεό και τους ανθρώπους.
Με την ζωή αυτή η Θεοδώρα αναδείχθηκε αληθινά κατά τον λόγο του Κυρίου, λύχνος φωτεινός επάνω στην λυχνία που φωτίζει και καθοδηγεί και την ζωή των άλλων ανθρώπων στον Χριστό.
Λίγες ήταν οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού. Ο μισόκαλος διάβολος φθονώντας την ευτυχία τους και την αρετή της Θεοδώρας και μην μπορώντας να υποτάξει την ίδια, ρίχνει τα φαρμακερά βέλη του εναντίων της με άλλον τρόπο: «θηλυμανίας τὸν ἄνδρα καταμαλάξας , πειρασμὸν τὴ μακαρία ἐγείρει δεινώτατον». Ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία και ακολασία από μία Αρτινή αρχόντισσα, την Γαγγρινή. Αυτή με την βοήθεια του διαβόλου κατορθώνει να σκλαβώσει ψυχικά τον Μιχαήλ και να βάλει μίσος άσπονδο στην καρδιά του, εναντίων της καλής και Αγίας συζύγου του. Με την εντολή του προς όλους απαγορεύει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση προς την Αγία και ορίζει αυστηρά να μην κάνουν λόγο γι' αυτήν στα ανάκτορα, ούτε το όνομά της καν να προφέρουν στα χείλη τους.
Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής της, φάνηκαν οι καρποί της αληθινής πνευματικής καλλιέργειας της Θεοδώρας. Όπως μέσα στην δόξα και την καλοπέραση του παλατιού δεν παρασύρθηκε και δεν αλλοιώθηκε, έτσι και τώρα μέσα στην φουρτουνιασμένη συζυγική ζωή η Θεοδώρα δεν κάμφθηκε και δεν λιποψύχησε, αλλά φάνηκε πιο πολύ ο αδαμάντινος χαρακτήρας της και η ακεραιότητα της πίστεώς της.
Στην αυθαιρεσία του άνδρα της αντέταξε την υπομονή και το ταπεινό της φρόνημα. Παρά τις συκοφαντίες και τον διωγμό της από τα ανάκτορα, λαμπρύνθηκε με την σιωπή και την εκούσια μόνωσή της.
Χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, οπλισμένη όμως με την ακαταίσχυντη ελπίδα στον Θεό, εγκαταλείπει - έγκυο ήδη - τα ανάκτορα. Πέντε χρόνια μαζί με τον πρωτότοκο υιό της, το Νικηφόρο, που γεννήθηκε στην εξορία, ταλαιπωρείται στο κρύο και στην ζέστη, στην πείνα και τη δίψα, στην εγκατάλειψη και την μοναξιά. Άγνωστη, πικραμένη και κακοντυμένη περνούσε λόφους και γκρεμούς αποφεύγοντας την μανία του άνδρα της.
Στην μεγάλη αυτή δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρένιστας. Μια μέρα που μάζευε λάχανα, για να φάει αυτή και το μικρό της παιδί, την συναντά ο ιερέας και μετά από επίμονη προσπάθεια να μάθει ποια είναι, η Θεοδώρα του φανερώνεται. Έτσι για λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στο σπίτι του καλού αυτού ιερέως.
Η αλήθεια όμως και η αρετή όσο κι αν σπιλώνονται, όσο και αν παραθεωρούνται, δεν αργούν να φανούν. Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας αγανακτισμένοι από την έκλυτη ζωή του Δούκα Μιχαήλ και την αλαζονεία της πόρνης Γαγγρινής αντιδρούν δυναμικά: διώχνουν την Γαγγρινή από τα ανάκτορα και απαιτούν από τον βασιλέα να αλλάξει ζωή.
Ο Μιχαήλ συγκλονίζεται, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» και αμέσως στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν και να φέρουν πίσω την Θεοδώρα.
Πράγματι με πολλή μετάνοια και αγάπη, με επισημότητα και λαμπρότητα υποδέχεται τη νόμιμη και μόνη κυρία και βασίλισσα στα ανάκτορα και στη ζωή του.
Ο Μιχαήλ, σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού και σε ένδειξη της μετάνοιάς του, ανεγείρει την σεβάσμια και περικαλλή μονή της Κάτω Παναγιάς. Στη βόρεια καμάρα εξωτερικά υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή της μετάνοιάς του, την οποίας το πανομοιότυπο και τη μεταγραφή έδωσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος:
«Πύλας ἠμὶν ἄνοιξον, ὢ Θ(ε)οὗ μ(η)τέρ, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτὸς οὖσα πύλη.
Δ(εσπότη) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) ἁμαρτημάτων»
Κατά την παράδοση και σε ανάμνηση του ίδιου γεγονότος κτίζει, επίσης, τη μονή Παντανάσσης, κοντά στην Φιλιππιάδα και τη μονή του Σωτήρος στο Γαλαξείδι, όπως αναφέρεται στο «Χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου».
Με την ίδια διάθεση ο Μιχαήλ χαρίζει προνόμια και απαλλάσσει από φορολογία ναούς και μονές του κράτους του καθ' όλη την διάρκεια της βασιλείας του. Έτσι π.χ. με χρυσόβουλλο του Ιανουαρίου του έτους 1246 μ.Χ. απαλλάσσει «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας» τους 32 πρεσβυτέρους της πόλεως της Κερκύρας και με άλλο χρυσόβουλλο του Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, δίνει προνόμια στους 33 πρεσβυτέρους των αγρών της νήσου. Με χρυσόβουλλο επίσης, αποκαθιστά τη νόμιμη δικαιοδοσία του Κωνσταντίνου Μαλιασηνού το μοναστήρι του κυρ-Ιλαρίωνος, που βρισκόταν στην χώρα του Αλμυρού κάτω από «τὸ Ρωμαιοβόρον φῦλον τῶν Λατίνων».
Αποστέλλει πλούσια δώρα σε πολλές μονές και εκτός του κράτους του, όπως π.χ. στις Αγιορείτικες μονές του Δοχειαρίου και του Αγίου Παύλου. Η πόλη και το κράτος λαμπρύνονται με έργα πίστεως και φιλανθρωπίας για χάρη του αγαπητού λαού της Θεοδώρας. Άλλα τέσσερα παιδιά έρχονται στην ζωή: ο Ιωάννης, ο Δημήτριος (Μιχαήλ), η Ελένη και η Άννα.
Δυναμωμένη από τη δοκιμασία και ενισχυμένη από την Χάρη του Θεού, η Θεοδώρα γίνεται οδηγός ψυχικής σωτηρίας του άνδρα της και μετέχει ενεργά πλέον στην διακυβέρνηση του κράτους, βοηθώντας τον στα πολλά και ποικίλα εσωτερικά και εξωτερικά κυρίως προβλήματα του Δεσποτάτου και βάζοντας την προσωπική της σφραγίδα στην πολιτική του. Συμπαραστέκεται στα έργα ειρήνης, αλλά και ακολουθεί τις πολεμικές περιπέτειες και αποτυχίες του συζύγου της. Το έτος 1234 μ.Χ. ενισχύουν την παιδεία του Δεσποτάτου με την ίδρυση ανώτερης σχολής. Το 1259 - 60 μ.Χ., με την ήττα των στρατευμάτων του Μιχαήλ Β' στην μάχη της Πελαγονίας, καταφεύγουν στην Βόνιτσα, Λευκάδα και Κεφαλονιά, διωγμένοι από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα της Νίκαιας, Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1259 - 1282 μ.Χ.).
Πρώτο μέλημα της Αγίας ήταν η διαφύλαξη της εδαφικής, κυρίως όμως της πνευματικής ακεραιότητας και υποστάσεως του κράτους. Έτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε η διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως, που την εποχή αυτή απειλείτο από τον παπισμό και την λατινική προπαγάνδα, η οποία είχε ως στόχο την «ένωση» των Εκκλησιών. Η Αγία αντιτάχθηκε σ' αυτή την προοπτική. Το Δεσποτάτο, που από το 1204 μ.Χ. είχε δεχθεί ως πρόσφυγες σημαντικές προσωπικότητες από την Κωνσταντινούπολη και είχε κρατήσει αυστηρή ορθόδοξη πολιτική επί Θεοδώρου Δούκα και Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης Ιωάννου Απόκαυκου, έγινε τελικά καταφύγιο όλων των ζηλωτών Ορθοδόξων της πρώην ενιαίας Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Σε αντίθεση με την φιλενωτική πολιτική της αυτοκρατορίας της Νίκαιας - και αργότερα της επανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως - η πολιτική του Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρά και αυστηρά Ορθόδοξη. Όταν δε το έτος 1275 μ.Χ. γίνεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο ενωτικός Ιωάννης ΙΑ' Βέκκος (1275 - 1282 μ.Χ.), πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί βρίσκουν προστασία στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Σαν αντιστάθμισμα της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1276 μ.Χ. και της καταδίκης όλων των ανθενωτικών, το έτος 1277 μ.Χ. γίνεται Σύνοδος στις Νέες Πάτρες (σημερινή Υπάτη), όπου καταδικάζονται και αφορίζονται όλοι οι ενωτικοί και ο Πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος.
Για τον ίδιο σκοπό - την διαφύλαξη δηλαδή της Ορθοδοξίας - η Αγία προχωρεί με οξυδέρκεια, πέρα βέβαια και από τις ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες που υπεισέρχονται σε ανάλογες περιπτώσεις, στον γάμο των δύο θυγατέρων της. Έτσι την Άννα την νυμφεύει με τον πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο (1258 μ.Χ.) και την Ελένη με τον Μεμφρέδο, βασιλέα της Σικελίας και φανατικό εχθρό του Πάπα. Με τον τρόπο αυτό η Θεοδώρα προσπαθεί να θέσει φραγμό στα σχέδια των παπικών για υποταγή των Ορθοδόξων, αλλά και με τους συγγενικούς δεσμούς που έγιναν, να υποχωρήσουν οι κατακτητικές διαθέσεις των Δυτικών εναντίων του κράτους της Ηπείρου.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ελένη μετά τον θάνατο του συζύγου της, το έτος 1266 μ.Χ., δέχθηκε όλο το μίσος του Πάπα Κλήμεντος Δ' (1265 - 1268 μ.Χ.). Φυλακίζεται αυτή και τα παιδιά της για αρκετά χρόνια στο υγροσκότεινο και απομονωμένο φρούριο της Βουκερίας. Η Ελένη παραμορφωμένη από τις κακουχίες - διατηρώντας όμως την ευγένεια και την αγιότητα της Βυζαντινής αρχόντισσας, έτσι όπως ακριβώς τα διδάχθηκε και τα παρέλαβε από την Αγία της μητέρα - βγαίνει από την φυλακή και πεθαίνει σε ηλικία περίπου τριάντα ετών.
Οι προσπάθειες που έγιναν για την απελευθέρωσή της από τους γονείς της Μιχαήλ Β' και Θεοδώρα, απέτυχαν. Μια τελευταία προσπάθεια που επιχειρήθηκε, να δοθεί δηλαδή ως σύζυγος στον υιό του Φερδινάνδου Γ' της Ισπανίας, τον Ερρίκο, βρήκε την Ελένη αντίθετη, καθώς δεν επιθυμούσε ούτε να προδώσει την μνήμη του συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον από τους αντιπάλους του, ούτε με την συγκατάθεσή της σε τέτοιον γάμο να ενισχύσει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του ανίερου συνασπισμού Πάπα και Καρόλου του Ανδεγαυού εναντίων των Ελληνικών χωρών και της Ορθοδοξίας.
Δεύτερος σημαντικός στόχος της Αγίας ήταν η ειρήνη μεταξύ των Ελληνικών κρατών της εποχής (Φραγκοκρατία) και η συνεργασία τους - πέρα από τις ατομικές φιλοδοξίες των ηγεμόνων και την κοντόφθαλμη πολιτική τους - για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Το επιχείρημα αυτό στάθηκε δύσκολο, αν λάβουμε υπ' όψιν, ότι τα δύο σημαντικά κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η αυτοκρατορία της Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σε αντιζηλία, εχθρότητα, προστριβές και πόλεμο μεταξύ τους.
Έτσι, το έτος 1249 μ.Χ., ταξιδεύει στη Νίκαια με τον υιό της Νικηφόρο, τον οποίο μνηστεύει με την Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννου Γ' Βατάτζη (1222 - 1254 μ.Χ.). Μετά από κάποιες περιπέτειες και υπαναχωρήσεις η Αγία Θεοδώρα ταξιδεύει πάλι μέχρι τον Έβρο και τελικά τον Οκτώβριο του 1256 μ.Χ. γίνονται με λαμπρότητα στη Θεσσαλονίκη οι γάμοι του Νικηφόρου και της Μαρίας από τον Πατριάρχη Αρσένιο Αυτωρειανό (1255 - 1260 μ.Χ.). Μια άλλη πληροφορία αναφέρει ότι η Θεοδώρα με τον υιό της Νικηφόρο έρχονται στο Βολερό, «εἰς τὴν χώραν τοῦ Λετζᾶ», (νότια της Αδριανουπόλεως), όπου συναντώνται με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Β' Λάσκαρη (1254 - 1258 μ.Χ.) τον Σεπτέμβριο του 1256-7 μ.Χ.
Εκεί έμειναν τρεις μέρες και αφού εόρτασαν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού - πιθανότατα στον περίλαμπρο ναό της Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερρών (Έβρου) - ξεκίνησαν για την Θεσσαλονίκη, όπου έγιναν οι γάμοι του Νικηφόρου και της Μαρίας από τον Πατριάρχη Αρσένιο, ο οποίος ήλθε για τον λόγο αυτό από τη Νίκαια.
Μέσα όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα και μετά τον ερχομό τους στην Άρτα, η Μαρία πέθανε.
Μια νέα προσπάθεια ειρήνης και συμφιλιώσεως με την ανορθωμένη πλέον Βυζαντινή αυτοκρατορία γίνεται καρποφόρα, όταν ο Νικηφόρος νυμφεύεται την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1259 - 1282 μ.Χ.), Άννα. Η Άννα Παλαιολογίνα είναι η Τρίτη θυγατέρα του Ιωάννου Καντακουζηνού και της Ειρήνης ή Ευλογίας, της αγαπημένης αδελφής του Μιχαήλ Η'. Στις αρχές του έτους 1265 μ.Χ. ο αυτοκράτορας στέλνει την ανεψιά του με λαμπρή συνοδεία στην Άρτα, όπου το ίδιο έτος γίνονται και οι γάμοι.
Πέρα όμως από αυτό, πολλές ήταν οι ενέργειες της Αγίας για την ειρήνη της περιοχής και την ειρηνική συνύπαρξη των Ελληνικών κρατών. Ανάλωσε την ζωή της στην προσπάθεια να ξεπεραστούν τα εμπόδια για την ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Γι' αυτό δίκαια ονομάσθηκε η Θεοδώρα «Εἰρηνοποιὸς Ἁγία».
Μετά από σαράντα περίπου χρόνια έγγαμου βίου, ο Δεσπότης Μιχαήλ Β', «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας», κοιμήθηκε εν Κυρίω.
Η Θεοδώρα αμέσως έτρεξε στο μοναστήρι. Δέκα περίπου χρόνια ζει ως μοναχή στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (σημερινή μονή Αγίας Θεοδώρας). Η ζωή της ασκητική και το πολίτευμά της αγγελικό. Για το διάστημα αυτό του βίου της γράφει ο βιογράφος της, ότι ζούσε σηκώνοντας το βάρος των πόνων και της ασκήσεως, αυξάνοντας τους καρπούς των αρετών της, παραμένοντας νύχτα και ημέρα στην αδιάλειπτη νοερά προσευχή και συνομιλία με τον Θεό με ψαλμούς και ύμνους, εξαγνίζοντας το σώμα της με νηστεία και υπηρετώντας με προθυμία τις αδελφές μοναχές. Ήταν ο προστάτης των αδικουμένων και το στήριγμα των χηρών και ορφανών, βοηθούσε τους πτωχούς, παρηγορούσε τους θλιβομένους. Φροντίζει για την ανέγερση νέων ναών και μοναστηριών και ενδιαφέρεται για την ζωή των μοναχών. Έχει μεγάλη ευλάβεια στους Οσίους ασκητές της περιοχής προς τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη τιμή, όπως φανερώνεται στον βίο του Αγίου Ανδρέου του Ερημίτου (τιμάται 15 Μαΐου). Ο Όσιος Ανδρέας ασκήτεψε την εποχή αυτή σε ένα σπήλαιο στην περιοχή των σημερινών Χαλκιόπουλων. Όταν ο Όσιος κοιμήθηκε με θαυμαστό τρόπο περί τα έτη 1281-2 μ.Χ., η βασίλισσα μοναχή με όλη την Σύγκλητο πήγε στο ασκητήριο του Αγίου, προσκύνησε το αγιασμένο του λείψανο και με εντολή της κτίσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου, λαμπρός ναΐσκος και λάρνακα προς τιμήν του.
Ο ναός και ο τάφος του Αγίου σώζονται μέχρι σήμερα εντυπωσιάζοντας με τις θαυμασίας τέχνης αγιογραφίες του (τέλη 13ου αιώνος μ.Χ.) και τις λόγιες επιγραφές του, προερχόμενες πιθανότατα από λόγιους ανθρώπους του κύκλου της Αγίας Θεοδώρας και των ανακτόρων.
Έφθασε όμως και για την Αγία Θεοδώρα το τέλος της επίγειας ζωής και η αρχή της απολαύσεως της άνω ζωής. Στην Οσία αποκαλύπτεται η ημέρα του θανάτου της, όπως συμβαίνει σε πολλούς Αγίους. Θερμά παρακαλεί την Κυρία Θεοτόκο και τον μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο να μεσιτεύουν προς τον Κύριο να της δοθεί παράταση ζωής έξι μηνών «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν». Έτσι κι έγινε.
Και όταν έφθασε πλέον η ώρα να παραδώσει την Αγία της ψυχή στον Κύριο, συγκεντρώνει τις αδελφές μοναχές. Για τελευταία φορά τις συμβουλεύει με αγάπη και τις καθοδηγεί πώς να ζουν και να αγωνίζονται εν Αγίω Πνεύματι, αυτή που ήταν το ζωντανό παράδειγμα μιας άλλης βιοτής. Προσεύχεται για την σωτηρία τους και δίνοντας τις τελευταίες εντολές της «χαίρουσα, τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» σε ηλικία περίπου 70 ετών. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τον χρόνο του θανάτου της Αγίας, τοποθετείται όμως στο χρονικό διάστημα από το 1281-1285 μ.Χ.
Το άγιο και χαριτόβρυτο σώμα της ενταφιάσθηκε στο νάρθηκα του καθολικού της μονής της, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ευλογία όλων των πιστών ο σεπτός της τάφος.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Βασιλείου ἀξίας παριδοῦσα τὴν εὔκλειαν, ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ ἀσκήσει ἐβίωσας, καὶ θείων ἐπληρώθης δωρεῶν, Ὁσία Θεοδώρα ἀληθῶς. Διὰ τοῦτό σε ἡ Ἄρτα χαρμονικῶς, γεραίρει ἀνακράζουσα· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ΄.
Των βασιλίδων το κλέος, ασκητριών τε αγλάϊσμα, της Ακαρνανίας το εύχος και ιαμάτων ρείθρον ακένωτον` των λυπουμένων και πτωχών την προστάτιν, την ακτίνος δίκην την Αιτωλίαν πάσαν καταφωτίζουσαν` επώνυμον την όντως δωρεών των του Θεού, την πάνσεπτον και οσίαν Θεοδώραν την Βασίλισσαν, δεύτε οι Αρταίοι πάντες πιστώς συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν` αυτή γαρ αενάως υπέρ ημών ου παύει πρεσβεύουσα.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Βασιλικὴν τιμὴν καὶ δόξαν καταλέλοιπας, καὶ ἐν ἀσκήσει τὴν ζωὴν διήνυσας, Θεοδώρα παμμακάριστε, γέρας τῆς Ἄρτης καὶ διάδημα· διό σου τῇ σεπτῇ θήκῃ προσπίπτοντες, ἁγιασμὸν ἐκ ταύτης κομιζόμεθα, ὑμνοῦντες Χριστὸν τὸν σὲ δοξάσαντα.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις βασιλίδων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν Ἀρταίων, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις δωρημάτων, ταμεῖον οὐρανίων, Ὁσία Θεοδώρα, ἀξιοθαύμαστε.
Tags: ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ (ΤΥΧΩΝΟΣ ΤΟΥ ΖΑΝΤΟΝΣΚ)
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ
ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ ΤΟΥ ΖΑΝΤΟΝΣΚ
«Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Αὐτόν τό λόγο τόν εἶπε ὁ Σωτῆρας μας, γιά νά μᾶς ἐνισχύσει καί νά μᾶς παρηγορήσει. Τί πιό παρήγορο γιά τήν πιστή καί βαπτισμένη ψυχή ἀπ’ αὐτά τά λόγια, πού ὑπόσχονται αἰώνια σωτηρία;
Δόξα τῷ Θεῷ ἀγαπητοί χριστιανοί, πού κι ἐμεῖς πιστεύουμε στό Εὐαγγέλιο καί φωτιστήκαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα. Ἀξίζει γι’ αὐτό νά δοῦμε τή δύναμή Του, νά ἐξετάσουμε τί ἤμασταν πρίν βαπτιστοῦμε καί τί γίναμε μετά τό Βάπτισμα, κι ἔτσι νά λάβουμε μεγάλη παρηγοριά.
Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα λυτρωθήκαμε ἀπ’ ὅλα τά δεινά καί λάβαμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τήν πραγματική μακαριότητα.
Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν πολύ μακριά ἀπό τόν Θεό· μέ τό Βάπτισμα Τόν πλησιάσαμε.
Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἐχθροί του Θεοῦ· μέ τό Βάπτισμα συμφιλιωθήκαμε μαζί Του κι Ἐκεῖνος μ’ ἐμᾶς.
Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «τέκνα ὀργῆς»· ἀλλά μέ τό Βάπτισμα γίναμε σκεύη Θείου ἐλέους.
Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν τά σκοτεινά παιδιά τοῦ διαβόλου· μετά γίναμε φωτεινά παιδιά τοῦ Θεοῦ.
Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἀχρεῖοι ἀπό τίς ἁμαρτίες· μέ τό Βάπτισμα πλυθήκαμε, φωτιστήκαμε καί δικαιωθήκαμε.
Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «ἀπολωλότες»· μετά γίναμε «σεσωσμένοι».
Πρίν τό Βάπτισμα ἦταν κλειστές γιά μᾶς οἱ πόρτες πρός τήν αἰώνια ζωή καί τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν· μετά ἄνοιξαν καί εἰσέρχονται ἐλεύθερα ὅσοι φύλαξαν τή χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.
Αὐτές καί πολλές ἄλλες Θεῖες εὐλογίες παίρνουμε μέ τό Βάπτισμα. Καί τίς παίρνουμε χωρίς νά τό ἀξίζουμε, ἀπό μόνη τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ –γιατί τί μπορεῖ ν’ ἀξίζει ὁ «ἀπολωλώς»; Δόξα στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δόξα στή φιλανθρωπία Του, δόξα στήν εὐσπλαχνία Του, δόξα στίς χάριτές Του! «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος» (ψαλμ. 112, 2).
Ὅλο αὐτό τό πλούσιο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τό ἔχει πληρώσει γιά μᾶς ὁ μονογενής Του Υἱός, ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός· τό πλήρωσε μέ τό πολύτιμο αἷμα Του καί τό θάνατό Του.
Ἀγαπητοί χριστιανοί, ἄς ἐξετάζουμε τόν ἑαυτό μας: Ἄραγε πολιτευόμαστε ἀντάξια τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος; Γιά νά μή μᾶς γίνει τό ἴδιο τό Βάπτισμα «εἰς κατάκριμα» τή φοβερή μέρα τῆς Κρίσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε θά κριθοῦν κάθε λόγος καί σκέψη καί πράξη μας.
«Ἀπαρνήσεις καί ὑποσχέσεις»
Τό ἅγιο Βάπτισμα εἶναι ἡ πόρτα, ἀπ’ ὅπου οἱ βαπτισμένοι εἰσέρχονται στήν Ἐκκλησία καί γίνονται «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. 2, 19). Αὐτό ὅμως δέν γίνεται ἔτσι ἁπλά, ἀλλά μετά ἀπό ὁρισμένες ἀπαρνήσεις καί ὑποσχέσεις, πού δίνουμε πρίν ἀπό τό Βάπτισμα.
Α) Ἀπαρνηθήκαμε τότε τόν σατανᾶ καί ὅλα τά πονηρά ἔργα του.
Ὁ σατανᾶς εἶναι τό κακό καί πονηρό πνεῦμα. Ἀπό τόν Θεό πλάστηκε ἀγαθός, ἀλλά μαζί μέ τούς ὁμόφρονές του ἀπομακρύνθηκε ἀπ’ Αὐτόν, κι ἔτσι ἀπό φωτεινός ἔγινε σκοτεινός καί ἀπό ἀγαθός κακός καί πονηρός.
Τά ἔργα του εἶναι εἰδωλολατρία, ὑπερηφάνεια, ἀπάτη, ψέμα, κολακεία, πονηρία, ζήλεια, φθόνος, κλοπή, μοιχεία, ἀσωτία, κάθε αἰσχρότητα, συκοφαντία, βλασφημία καί γενικά κάθε ἁμαρτία, ἀφοῦ αὐτός εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῆς ἁμαρτίας.
Αὐτό λοιπόν τό ἀκάθαρτο πνεῦμα καί ὅλα τά πονηρά του ἔργα ἀπαρνιόμαστε πρίν ἀπό τό βάπτισμα.
Β) Ἀπαρνηθήκαμε κάθε ματαιότητα, τήν ὑπερηφάνεια καί τίς ἀνέσεις τοῦ σύγχρονου κόσμου, σάν ἀναγεννημένοι καί καλεσμένοι στήν αἰώνια ζωή.
Γ) Ὑποσχεθήκαμε νά ὑπηρετοῦμε μέ πίστη καί εἰλικρίνεια τόν Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ν΄ ἀκολουθήσουμε τά ἴχνη Του.
Δ) Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἔγινε διαθήκη (συμφωνία) ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καί στόν Θεό:
Ἐμεῖς ἀπαρνηθήκαμε τόν σατανᾶ καί ὑποσχεθήκαμε νά ὑπηρετοῦμε τόν Θεό καί νά Τοῦ εἴμαστε πιστοί· καί ὁ Θεός μᾶς δέχεται στό ὕψιστο ἔλεός Του, μᾶς ὑπόσχεται τήν κληρονομία τῆς αἰώνιας ζωῆς καί βασιλείας, καί καταρρυπωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία, μέ τό λουτρό τοῦ Βαπτίσματος μᾶς ἀπολούζει, μᾶς ἁγιάζει καί μᾶς δικαιώνει, ὅπως τονίζει στόν κάθε βαπτιζόμενο ὁ ἱερέας: «Ἐδικαιώθης, ἐφωτίσθης, ἡγιάσθης, ἀπελούσθης».
Ἀγαπητοί χριστιανοί, ἄς θυμηθοῦμε τίς ἀπαρνήσεις καί τίς ὑποσχέσεις αὐτές καί ἄς ἀναρωτηθοῦμε ἄν τίς τηροῦμε. Γιατί εἶναι βαρύ καί ἐπικίνδυνο νά ψεύδεται κανείς στόν Θεό.
Ἄς ἐξετάσουμε λοιπόν μήπως κανένας μας ἐπέστρεψε στό σατανᾶ καί ἀρνήθηκε τόν Χριστό. Σέ ποιά μερίδα βρισκόμαστε ἄραγε; Στοῦ σατανᾶ ἤ στοῦ Χριστοῦ; Ὅποιου τό θέλημα ἐκτελεῖ κανείς, σ’ αὐτόν εἶναι δοῦλος, σ’ αὐτόν καί ἀνήκει.
Ἀρνεῖται τόν Χριστό ὄχι μόνο ὅποιος ἀρνεῖται τό ἅγιο ὄνομά Του καί δέν Τόν ὁμολογεῖ ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρα του, ἀλλά καί ὅποιος ἀσυνείδητα καί χωρίς φόβο παραβαίνει τίς ἅγιες ἐντολές Του. Αὐτή εἶναι ἀποστολική διδασκαλία, γιατί ὁ Ἀπόστολος παρατηρεῖ: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δέ ἔργοις ἀρνοῦνται» (Τίτ. 1, 16).
Βλέπεις ὅτι ὄχι μόνο μέ τά χείλη, ἀλλά καί μέ τά ἔργα ἀρνοῦνται οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό;
Ἀσωτεύει κάποιος καί μοιχεύει; Ἀρνεῖται τόν Χριστό.
Ὀργίζεται ἄλλος κατά τοῦ πλησίον του καί ζητάει εὐκαιρία νά τόν βλάψει; Ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τόν Χριστό.
Ἐξαπατάει ὁ τρίτος καί ξεγελάει τόν ἀδελφό του; Ἤδη δέν εἶναι μέ τόν Χριστό.
Μέ ὅλα αὐτά ὁ ἄνθρωπος ὑποτάσσεται στόν ἐχθρό. Ἔτσι δέν τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε, ἀλλά ψεύδεται στόν Θεό.
Ἄς ρωτήσουμε, ἀγαπητοί, τή συνείδησή μας σέ ποιά μερίδα ἀνήκουμε: Τοῦ Χριστοῦ ἤ τοῦ ἐχθροῦ Του, τοῦ ἀγαθοῦ ἤ τοῦ κακοῦ, τῶν σωζομένων ἤ τῶν ἀπολλυμένων; Ὅποιος δέν εἶναι μαζί μέ τόν Χριστό, εἶναι ἐχθρός τοῦ Χριστοῦ, καθώς τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος: «Ὁ μή ὤν μέτ’ ἐμοῦ κάτ’ ἐμοῦ ἐστι» (Ματθ. 12, 30).
Ἀδελφοί μου, ἄς προσέξουμε νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ὅπως ὑποσχεθήκαμε λίγο πρίν ἀπό τό Βάπτισμά μας. Ἄν θά εἴμαστε ἐδῶ μαζί μέ τόν Χριστό, θά εἴμαστε καί στόν μέλλοντα αἰῶνα μαζί Του, κατά τήν ἀψευδῆ Του ὑπόσχεση: «Ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἐσται» (Ἰω. 12, 26).
Ἄς Τόν ὑπηρετήσουμε ἐδῶ σάν βασιλιᾶ μας καί Θεό, γιά νά μᾶς ἀναγνωρίσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως σάν ὑπηρέτες Του, νά μᾶς συγκαταριθμήσει μέ τούς πιστούς δούλους Του καί νά μᾶς ἀνοίξει τήν πόρτα τῆς αἰώνιας χαρᾶς.
(Απόσπασμα από τό βιβλίο «Πορεία πρός τόν οὐρανό», Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός)
Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας ΚατακομβωνΚήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων
29 λ. ·
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΝΕΠΕΡΕΙΣΤΩΣ, ΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΜΕ ΣΥΚΟΦΑΝΤΟΥΝ ΩΣ "ΠΕΠΤΩΚΟΤΑ", ΩΣ "ΚΑΚΟΔΟΞΟΝ" ΩΣ "ΑΙΡΕΤΙΚΟΝ" ΩΣ "ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΝ", ΩΣ "ΔΥΣΣΕΒΗΝ" ΚΑΙ "ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ" ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΗΣ "ΑΝΟΙΑΣ ΡΗΤΑ", ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΩΣ ΕΔΗΛΩΣΑ ΑΠ ΑΜΒΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΙΚΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΝ 15ην ΙΟΥΛΙΟΥ 2022 ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ...
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΔΗΛΑΔΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΙΟΤΑΤΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΣΩΝ ΑΠΟ ΑΜΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΚΟΒΟΥΛΑ ΤΟΛΜΗΣΑΝ ΝΑ ΠΑΡΕΞΗΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Φοβερό πράγμα εἶναι ὁ φθόνος, ἀγαπητοί, καί ἀνήσυχο, πού πάντοτε κινεῖται καί πότε δέν παύει νά ἐνεργῆ τό φυσικό του γνώρισμα. αὐτό εἶναι τό νά προσάπτη μῶμο στούς ἀμωμήτους, νά κατηγορῆ τούς ἀκατηγόρητους, καί αὐτούς τούς εὐσεβεστάτους καί ὀρθοδοξότατους νά τούς διαβάλλη ὡς κακοδόξους καί δυσσεβεῖς.
Γιά ἐπιβεβαίωσι αὐτοῦ εἶναι ἀρκετά τά παραδείγματα τῶν μεγάλων διδασκάλων καί Ἁγίων τῆς ἐκκλησίας μας, ἐννοῶ τοῦ Ἀθανασίου, τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καί τῶν ὑπολοίπων, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ἦσαν εὐσεβέστατοι καί ὀρθοδοξότατοι, διαβάλλονται ἀπό τούς ἀντίπαλούς τους ὡς δυσσεβεῖς καί κακόδοξοι.
Ἄν λοιπόν αὐτοί οἱ τόσο μεγάλοι καί σπουδαῖοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας δέν μπόρεσαν νά γλυτώσουν ἀπό τόν φθόνο καί τίς συκοφαντίες, πῶς ἦταν δυνατό νά μείνουμε ἐμεῖς ἀνώτεροι ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δέν εἴμαστε ἄξιοι οὔτε νά πλύνουμε τά πόδια τους;
Δέν εἶναι λοιπόν καθόλου παράξενο, ἄν καί ἐμεῖς, ἀπό τόν φθόνο καί τό πεῖσμα καποιων ἤ καί ἀπό μισος ἀκόμη παρακινούμενοι, κατηγορούμαστε καί συκοφαντούμαστε καί μέ δυσφημια καί κακόδοξα ὀνόματα. Ὑπάρχουν ἀκόμη καί μερικοί, οἱ ὁποῖοι χωρίς νά γνωρίζουν τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ἐμεῖς κατηγορούμαστε καί συκοφαντούμαστε, μόνον ἐπειδή ἀκοῦν τα συκοφαντικά, ἀμέσως καί αὐτοί ἀκολουθοῦν τίς ἴδιες συκοφαντίες.
Ἔτσι μοιάζουν μέ ἐκείνους τούς ἀνόητους Ἀθηναίους, οἱ ὁποῖοι ἀγροῖκοι ὄντες, κατηγόρησαν τόν δίκαιο Ἀριστείδη καί ἔγραψαν ἐναντιον τοῦ στό ὀστρακο οτι ἀξίζει νά ἐξοστρακισθῆ καί νά ἐξορισθῆ ἀπό τήν Ἀθηνα. Καί μολονότι δέν τόν γνώριζαν καθόλου προηγουμένως, ἄκουγαν ὅμως μόνο ἀπό τούς ἄλλους ὅτι εἶναι ἄξιος ἐξοστρακισμοῦ καί ἐξορίας, ὅπως ἀναφέρεται γι’ αὐτόν στά Παράλληλα του Πλουτάρχου.
Γιά τόν λόγο αὐτό, γιά νά γίνη γνωστή ἡ ἀλήθεια, ἀναγκαζόμαστε νά ἐκθέσουμε ἐδῶ τήν παροῦσα ἰδιόχειρη Ὁμολογία τῆς Πίστεώς μας καί νά ἀπολογηθοῦμε μέ λίγα λόγια, τί πιστεύουμε γιά ὅσα κατηγορούμαστε ἄδικα. Διότι ἀκοῦμε ἀπό τόν κορυφαῖο Πέτρο νά παραγγέλη: «Νά εἰσθε πάντοτε ἕτοιμοι γιά ἀπολογία σέ ὁποιονδήποτε σᾶς ζητά λόγο» (Ἀ’ Πέτρ. 3,15), ὥστε ὅσοι μέ πάθος διαδίδουν αὐτά ἐναντίον μας, νά κλείσουν τά στοματά τους, φοβούμενοι τόν Θεό καί τήν μελλοντική ἀνταπόδοσι καί οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, πού σκανδαλίζονται ἀπό ἄγνοια καί ψυχραίνονται ἀπό ὅσα λέγονται ἐναντίον μας, νά σταματήσουν νά σκανδαλίζωνται, βλέποντας πλέον νά ἀποκαλύπτωνται καί μέ τόν λόγο καί μέ τήν γραφή τά φρονήματα πού ὑπάρχουν στήν καρδία μας. Διότι σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο «μέ τήν καρδία ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ὅ,τι ὁδηγεῖ στήν δικαίωσι, μέ τό στόμα δέ ὁμολογεῖ ὅ,τι ὁδηγεῖ στήν σωτηρία» (Ρώμ. 10,10).
Πρώτον. Ὁμολογοῦμε καί κηρύττουμε καί παραδεχόμαστε τά δώδεκα Ἄρθρα πού ὑπάρχουν στό κοινό σύμβολο τῆς Πίστεως, δηλαδή ἐκεῖνα πού περιέχονται στό «Πιστεύω εἰς ἔνα Θεόν», τά ὁποία τά διαβάζουμε καθημερινά καί μόνοι μας καί ἀπό κοινοῦ καί στούς ἱερούς ναούς τοῦ Θεοῦ, ὅπου θά τύχη νά βρεθοῦμε. Διότι ἀκοῦμε τόν ἱερό Χρυσόστομο νά λέη: «Οἱ φρικτοί κανόνες πού ὑπάρχουν στό σύμβολο, εἶναι δόγματα πού κατῆλθαν ἀπό τόν Οὐρανό» (Ὁμιλία μ’ εἰς τῆς πρός Ἀ’ Κορινθιους).
Δεύτερον. Ὁμολογοῦμε καί παραδεχόμαστε ὅλα τά ἀλλα δόγματα, ὅσα ὁμολογεῖ (παραδέχεται) καί κηρύττει ἡ ἅγια του Χριστοῦ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τόσα ὅσα ἀναφέρονται στήν ὑψηλή καί Τριαδική Θεολογία, δηλαδή περί Πατρός , Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, τῶν ὁποίων μιά εἶναι ἡ θεότητα, σύμφωνα μέ τόν 5ο κανόνα τῆς Δεύτερης Οἰκουμενικῆς Συνοδοῦ, ὅσο καί τά δόγματα πού ἀφοροῦν τήν βαθεια καί ἐνσαρκη Οἰκονομία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί γιά νά ἀναφέρω τόν λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας. «Πιστευομεν, ὡς ἐβαπτισθημεν καί δοξαζομεν ὡς πεπιστευκαμεν» (Λόγος ἅ΄ Ἀσκητικός).
Τρίτον. Ὁμολογοῦμε καί παραδεχόμαστε μέ εὐσεβῆ λογισμό τά ἑπτά θειά καί ἱερά μυστήρια της Ἐκκλησίας μας, τά ὁποία εἶναι: Τό ἅγιο Βάπτισμα, Τό ἅγιο Μύρο, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ Ἱερωσυνη, ὁ νόμιμος Γάμος, ἡ ΜΕτανοια καί τό Εὐχέλαιο. Καί αὐτά τά τιμοῦμε καί τά ἐπιβραβεύουμε μέ ὅλη τήν πίστι καί τήν εὐλάβεια, ἐπειδή βοηθοῦν ἀπαραίτητα στήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, καί ἔρχεται ἀπό αὐτά, σύμφωνα μέ τήν τάξι πού ἐνεργεῖται καί φυλάσσεται στήν ἀνατολική του Χριστοῦ Ἐκκλησιά.
Τέταρτον. Διατηροῦμε τίς Ἀποστολικές παραδόσεις τίς ὁποῖες διδαχθήκαμε εἴτε μέ λόγο εἴτε μέ ἐπιστολή τῶν θειων καί ἱερῶν Ἀποστολων, καί μένουμε πιστοί σέ ὅσα μάθαμε καί βεβαιωθήκαμε, ὅπως παραγγελει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ’ ἐμᾶς καί σέ ὅλους τους χριστιανούς καί στήν Ἅ΄πρός Κορινθιους καί στήν Β΄ πρός Θεσσαλονικεις καί στήν Β΄ πρός Τιμόθεον.
Πέμπτον. Μαζί μέ τίς παραδόσεις τῶν Ἀποστολῶν κρατοῦμε καί παραδεχόμαστε τίς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή αὐτές πού καθωρισθηκαν ἀπό τούς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων. Δηλαδή τοῦ κακοδόξου Μοντανου, πού ἄκμασε κατά τόν 2ον αἰώνα καί τό φρόνημα τοῦ ἦταν τό νά ἀθετῆ τίς παραδόσεις καί τά ἤθη τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τόν Εὐσέβιο (Βιβλ. Ἔ΄ κέφ. ἴε΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας). Διότι τά δόγματα καί οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, κάθε ἄλλο, μᾶλλον τό ἕνα συμπληρώνει τό ἄλλο.
Διότι τά δόγματα τῆς Πίστεως ἀποτελοῦν τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ Παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας στηρίζονται πάνω στά δόγματα τῆς πίστεως, ἀλλά καί τά δυό μαζί ἔχουν τήν μιά καί τήν ἴδια δύναμι στό θέμα τῆς πίστεως. Γι’ αὐτό καί εἶπε ὁ μέγας Βασίλειος ὅτι «καί τά δυό αὐτά ἔχουν τήν ἴδια ἰσχύ στό θέμα τῆς πίστεως» (κανών 91). Διότι, ὅπως οἱ μεγάλες πέτρες στέκονται μαζί μέ τίς μικρές καί οἱ δυό μαζί ἀποτελοῦν τήν οἰκοδομή, διότι ἄν θελήση κάποιος νά γκρεμίση τίς μικρές, συγχρόνως γκρεμίζει καί τίς μεγάλες, ἔτσι καί τά δόγματα τῆς Πίστεως παραμένουν μαζί μέ τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄν θελήση κάποιος νά ἀθετήση τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἀθετεῖ μαζί μέ αὐτές καί τά δόγματα τῆς Πίστεως. Γι’ αὐτό καί εἶπε πάλι ὁ μέγας Βασίλειος: «Ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά ἀθετήσουμε τά ἄγραφα ἀπό τά ἔθιμα, ἐπειδή τάχα δέν ἔχουν μεγάλη δύναμι, κατά λάθος θά προξενούσαμε μεγάλη ζημία στό Εὐαγγέλιο. Μᾶλλον θά μετατρέπαμε τό κυρηγμα σέ ἕνα ψιλό ὄνομα» (καν. 91).
Ἕκτον. Κρατοῦμε καί παραδεχόμαστε ὅλους τους ἱερούς κανόνες τῶν πανευφημων Ἀποστόλων, τῶν Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνοδῶν, τῶν Τοπικῶν καί τῶν Ἅγιων καί θεοφορων Πατέρων, πού ἔζησαν σέ κάθε τόπο , τῶν κανόνων πού περιέχονται στόν 2ο κανόνα τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνοδοῦ καί τούς Κανόνες πού ἐπικυρώθηκαν στόν ἅ΄ κανόνα τῆς Ἕβδομης. Μαζί μέ τούς Κανόνες παραδεχόμαστε καί τά Πρακτικά τῶν ἴδιων Συνοδῶν, διότι ἔχουν τήν ἴδια δύναμι καί τα δυό.
Ἕβδομο. Καί γιά νά μιλήσουμε γενικά. Ὅλα ὅσα ἡ Ἅγια Καθολική, Ἀποστολική καί Ἀνατολική Ἐκκλησία, ἡ κοινή καί πνευματική μας Μητέρα, παραδέχεται καί ὁμολογεῖ, αὐτά καί ἐμεῖς μαζί μέ αὐτήν παραδεχόμαστε καί ὁμολογοῦμε. Ὅσα πάλι αὕτη ἀποστρέφεται καί ἀποκηρύττει, παρόμοια καί ἐμεῖς αὐτά τά ἀποκηρύττουμε καί τά ἀποστρεφόμαστε μαζί μέ αὐτήν ὡς εἰλικρινῆ καί γνήσια τέκνα της...
Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022
ΩΔΗ Γ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΟΝΟΥΦΡΙΟΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΝ ΚΑΝΟΝΑ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΟΝΟΥΦΡΙΟΝ
ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἀψίδος
Ὀρφανῶν ἀνεδείχθης, καταφυγὴ Ὅσιε, καὶ τῶν ἀσθενούντων προστάτης ὁ ἀπαράμιλλος, διὸ προσέρχονταί σοι, τῶν Ὀρθοδόξων χορείαι, καὶ αἰτοῦσιν πάντιμε, τὴν μεσιτείαν σου.
Λυτρωτὴν τῶν ἀνθρώπων, καὶ Πλαστουργὸν ἔνδοξε, σὲ καθικετεύω ὁ τάλας, σὺ ἐξευμένισον, ἵνα ῥυσθῶ τοῦ πυρός, τοῦ αἰωνίου παμμάκαρ, καὶ ἰδεῖν τὸν Κύριον, κἀμὲ ἀξίωσον.
Τὴν εἰρήνην παράσχου, ἡμῖν ἀξιάγαστε, καὶ τὰς τῶν ἐχθρῶν ἐπιθέσεις ἀποσκοράκισον, ἵνα διάγωμεν νῦν, ἐν ἡσυχίᾳ καὶ πίστει, καὶ Χριστὸν δοξάζοντες, θεῖε Ὀνούφριε.
Θεοτοκίον
Ὀρθοδόξων ἐδείχθης, καταφυγὴ Δέσποινα, καὶ τῶν μοναζόντων τὸ κλέος, Θεομακάριστε, τῶν ἀσθενούντων ἀεί, σὺ ἰατρὸς καὶ προστάτης, καὶ χηρῶν ὑπέρμαχος, ἀκατανίκητος.
Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων Ὀνούφριε σοὺς ἱκέτας, ὅτι πάντες σεμνοπρεπῶς, εἰς σὲ καταφεύγομεν, τὸν φύλακα πάντων τῶν Ὀρθοδόξων.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022
ΠΡΩΘΙΕΡΕΥΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΟΜΠΡΟΣ
Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010
Πρωθιερεύς ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΟΜΠΡΟΣ (+ 1982)
Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.
Γεννήθηκε τό 1905 στό χωριό Εὐρωποῦλοι Κερκύρας. Τίς ἐγκύκλιες σπουδές παρακολούθησε στή γενέτειρά του καί τίς γυμνασιακές στήν Κέρκυρα. Ἀπό τ ό 1932 μέχρι τό 1936 φοίτησε στήν Ἱερατική Σχολή Κορίνθου. Τόν Αὔγουστου τοῦ 1932, μετά τήν ἀποστρατευσή του, νυμφεύθηκε τήν Ἀγγελική Βραχλιώτου, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε 4 τέκνα. Τό ἴδιο ἔτος 1932 χειροτονήθηκε Διάκονος (2. 2. 1932) καί Πρεσβύτερος (29. 6. 1932), ἀπό τόν νεοημ. Μητροπ. Κερκύρας Ἀλέξανδρο. Ἐφημέρευσε στή γενέτειρά του μέχρι τό ἱστορικό γι’αὐτόν ἔτος 1936.
Τό ἔτος αὐτό, μετά ἀπό ἔντονο προβληματισμό ἐπί τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος καί ἐνδελεχῆ μελέτη τοῦ θέματος, κατανόησε τήν σχισματική κατάσταση τῆς κρατικῆς Ἐκκλησίας, ἀποκήρυξε τόν νεοημ. Μητροπ. Κερκύρας καί προσχώρησε στήν Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Στήν ἐπιστροφή του στήν Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν ἀκολούθησαν ὅλοι σχεδόν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ του, γι’ αὐτό καί διώχθηκε ἀπό τόν Μητροπ. Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος πέτυχε νά τόν ἀπομακρύνει ἀπό τήν Κέρκυρα τό 1938. Τότε ἀναγκάζεται νά ἔρθει στήν Ἀθήνα, ὅπου γνωρίζεται καί συνδέεται μέ τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’, ἀλλά καί μέ τόν ἕτερο Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., τόν Κυκλάδων Γερμανό.
Τό 1939, μέ τήν ἀπό 22. 2. 1939 ἀπόφαση τῶν δύο Ἐπισκόπων, διορίστηκε ἐκπρόσωπός τους γιά πνευματικά ζητήματα, μαζί μέ τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμ. Ἀκάκιο Παππᾶ. Τό ἴδιο ἔτος (1. 12. 1939), διορίστηκε ἀπό τούς δύο Ἐπισκόπους Πρωτοσύγκελλος τοῦ «ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.».
Τό 1942, μετά τήν ἀποσκίρτησι τοῦ ἐπ. Γερμανοῦ, ἄρχισε νά συνεργάζεται στενώτατα μέ τόν ἐπ. Ματθαῖο καί τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1945 ἀνέλαβε τήν διεύθυνση τοῦ ἐπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., τοῦ Περιοδικοῦ «Κήρυξ Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων».
Τό 1948, μέ τήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (μέ τήν χειροτονία Ἐπισκόπων ἀπό τόν ἐπ. Ματθαῖο), ἀνέλαβε Ἀρχιγραμματεύς Αὐτῆς. Συνολικά ὑπηρέτησε τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν θέση τοῦ Πρωτοσυγκέλλου 35 χρόνια, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ «Κήρυκος» 29 χρόνια καί τοῦ Ἀρχιγραμματέως 26 χρόνια.
Ἐφημέρευσε, μέχρι τῆς παραιτήσεώς του γιά λόγους ὑγείας, στόν ἱστορικό ναό Κοιμ. Θεοτόκου Καλλιθέας Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἦταν ὁ Μητροπολιτικός Ναός τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Στό ναό αὐτό συγκαλοῦνταν ἐκτός ἄλλων καί οἱ τακτικές ἐτήσιες Συνάξεις τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, τῶν ὁποίων κύριος ὀργανωτικός παράγοντας ἦταν ὁ π. Εὐγένιος.
Ἀπεβίωσε πλήρης ἡμερῶν καί ἀγώνων, σέ ἡλικία 78 ἐτῶν, τήν 27. 11. 1982, μετά ἀπό σύντομη νοσηλεία στήν Γενική Κλινική Ἀθηνῶν. Κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τό σκῆνος του ἐναποτέθηκε στήν πρώτη κατακόμβη τοῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας, στό ἱστορικό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου ἐκτέθηκε σέ τριήμερο προσκύνημα.
Ἡ κηδεία του τελέστηκε τήν Κυριακή 29. 11. 1982 στό Καθολικό τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας, προεξάρχοντος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπισκόπου κ. Ἀνδρέου, συμπαραστατουμένου ὑπό τῶν Σεβ. Ἀρχιερέων Ἀττικῆς κ. Ματθαίου, Πειραιῶς κ. Νικολάου, Βρεσθένης κ. Λαζάρου καί Κοζάνης κ. Τίτου καί 20 Ἱερέων καί Διακόνων, συμμεταχόντων ἐκπροσώπων μονῶν καί ἐνοριῶν καί ἐκατοντάδων πενθούντων Χριστιανῶν. Τόν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Σεβ. Πειραιῶς κ. Νικόλαος.
Ἐνταφιάστηκε τιμητικῶς στό Κοιμητήριο τῶν Ἀρχιερέων, ὅπου καί τό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μοδέστου.
Ἀποτίμηση τοῦ ἔργου του.
Τό ἔργο τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου καλύπτει ὅλους τούς τομεῖς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Τόν διέκρινε ὀξύνοια, ἰσχυρή βούληση, σταθερότητα, ζῆλος στά τῆς πίστεως, ἱεροπρέπεια καί τό χάρισμα τοῦ λόγου. Κυριολεκτικά κατανάλωσε τόν ἑαυτό του στό ἔργο τῆς Ἱεραποστολῆς καί τῆς διαφωτίσεως τῶν καλοπροαιρέτων πάνω στό θέμα τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος. Περιώδευσε τήν χώρα πολλές φορές - ἄλλοτε μόνος καί ἄλλοτε συνοδεύων Ἀρχιερεῖς, σέ καιρούς σχετικῆς εἰρήνης, ἀλλά καί διωγμῶν - καί μέ τά φλογερά κηρύγματά του συνέβαλε στήν τόνωση τῶν πιστῶν, τήν δημιουργία παραρτημάτων, τήν ἀνέγερση μονῶν καί ναῶν, κ.λ.π.
Τό 1947 μετέβη μόνος στήν Κύπρο, ὅπου παρέμεινε 30 ἡμέρες, κηρύττων καί νουθετῶν τούς πιστούς. Γιά δεύτερη φορά μετέβη τό 1949, συνοδεύοντας τόν νεοχειροτονηθέντα Ἐπίσκοπο Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνα. Τήν φορά αὐτά ἔμεινε μόνον 15 ἡμέρες, ὅμως ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἔργου του ἦταν τόση καί τέτοια, ὥστε Νεοημ. Μητροπολίτης νά πεῖ χαρακτηριστικά, «εὐτυχῶς πού ἔμεινε μόνο 15 ἡμέρες»!
Ἡ προσωπικότητα τοῦ π. Εὐγενίου εἶναι συνδεδεμένη μέ ὅλα τά σημαντικά γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.
Τό 1948 συνέβαλε στίς Ἐπισκοπικές χειροτονίες τοῦ Ἁγίου Πατρός Ἐπισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου, μέ τίς ὁποίες μεταβιβάστηκε ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, ἡ ὁποία πολεμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας (χειροτονία Ἐπισκόπων Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνος, Πατρῶν Ἀνδρέου, Θεσσαλονίκης Δημητρίου καί Κορινθίας Καλλίστου). Προηγουμένως εἶχε συμβάλει στά μέγιστα στή διαμόρφωση, διατύπωση καί διάδοση τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία πολεμήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπό τόν Νεοημερολογιτισμό, ἀλλά καί ἀπό τούς Φλωρινικούς σχισματικούς Παλαιοημερολογίτες.
Τό 1949 συμμετεῖχε στήν ἀνάδειξη τοῦ Ἐπισκόπου Βρεσθένης Ματθαίου, σέ πρῶτο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος μετά τό Νεοημερολογητικό Σχίσμα τοῦ 1924.
Τό 1949 στό Συνοδικό Ἀφορισμό τῆς Μασονίας, ἐπί ἀρχιεπισκοπείας Ματθαίου Α’.
Τό 1952 καί 1956 – 57 στήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τήν δημιουργία 12μελούς σώματος (χειροτονία Ἐπισκόπων Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, Θηβῶν Ἰωάννου, Τρίκκης Βησσαρίωνος, Ἀττικῆς Μελετίου καί Βρεσθένης Ματθαίου Β’ τό 1952 καί Μεσσηνίας Γρηγορίου, Κιτίου Ἐπιφανίου, Πειραιῶς Ἀνθίμου, Σαλαμίνος Θεοκλήτου καί Τήνου Ἀγαθαγγέλου τό 1956 – 57).
Τό 1958 στήν ἐκλογή τοῦ Ἐπισκόπου Τήνου Ἀγαθαγγέλου σέ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, σέ διαδοχή τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου.
Τό 1958 στή μεγάλη Κληρικολαϊκή Σύναξη, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ἐπί ἀρχιεπισκοπείας Ἀγαθαγγέλου.
Τό 1963 στό Συνοδικό ἀφορισμό τοῦ Χιλιασμοῦ, ἐπί ἀρχιεπισκοπείας Ἀγαθαγγέλου.
Τό 1964 στή Συνοδική καταδίκη τοῦ λεγομένου «Θεολογικοῦ Διαλόγου διά τήν ἕνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν», ἐπί ἀρχιεπισκοπείας Ἀγαθαγγέλου.
Τό 1971 στήν ἕνωση μετά τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς καί στήν ἀναγνώριση τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948. Γιά τόν σκοπό αὐτό μετέβη στίς ΗΠΑ ὡς μέλος τῆς Συνοδικῆς Ἐξαρχείας, ἀποτελουμένης ἀπό τούς Ἐπισκόπους Κορινθίας Κάλλιστο καί Κιτίου Ἐπιφάνιο καί τόν ἴδιο.
Τό 1972 στήν ἐκλογή τοῦ Ἐπισκόπου Πατρῶν Ἀνδρέου σέ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, σέ διαδοχή τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀγαθαγγέλου.
Τό 1973 στήν ἀνασυγκρότηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τήν ἐκ νέου δημιουργία 12μελούς σώματος (χειροτονία Ἐπισκόπων Ἀττικῆς Ματθαίου, Πειραιῶς Νικολάου, Βρεσθένης Λαζάρου, Ἀργολίδος Παχωμίου, Φθιώτιδος Θεοδοσίου, Κρήτης Εὐμενίου καί Κοζάνης Τίτου).
Συγγραφικό - ἐκδοτικό ἔργο
Ἐξαιρετικά σημαντικό ὑπῆρξε ἐπίσης καί τό συγγραφικό - ἐκδοτικό ἔργο τοῦ π. Εὐγενίου. Ἀπό τήν στιγμή τῆς εἰσόδου του στόν Ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας (1938), μέχρι καί τήν παραίτησή του γιά λόγους ὑγείας (1974), συνέγραψε ἤ κυκλοφόρησε πολλά ἱεραποστολικά, ἀγωνιστικά, διαφωτιστικά κ. ἄ. ἔργα, τά σπουδαιότερα τῶν ὁποίων εἶναι τά ἀκόλουθα:
Περιοδικό «Κήρυξ Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων» (Διευθυντής 1945 – 1974).
Ἐγκόλπιος Ἡμεροδείκτης Ἱερᾶς Συνόδου (κατ’ ἔτος).
Προσευχητάριον (ἐπιμέλεια πολλῶν ἐκδόσεων).
«Γεννηθήτω Φῶς» (1956).
«Ἄνθη καί Κρίνα Ὀρθοδοξίας» (1960).
«Τυπικόν ἤτοι Κανονικόν τοῦ ὁσ. Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ» (1960).
«Ὁ ἀντίχριστος Παπισμός» (1961).
«Πνευματικός Καθρέπτης» (1963).
«Ματθαῖος, Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος» (1963).
«Πάπας καί Ἀθηναγόρας συλλαμβάνονται ἐπ’ αὐτοφόρῳ συνωμοτοῦντες» (1963).
«ΣΟΣ ἡ Ὀρθοδοξία κινδυνεύει» (1964).
«Προδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τήν λεγομένην Γ’ Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Ρόδου» (1964).
«Ἡ Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως» (1965).
«Ἡ Ἱερά Μονή Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου» (1966).
«Ἡ Ἱερά Μονή ἁγ. Ταξιαρχῶν» (1967).
«Ἱερά περιγραφή Ἱεροσολύμων» (1966).
«Θεοβάδιστον Ὄρος Σινᾶ» (1971).
«Στόμα θανάτου, ἤτοι ὁδηγός σωτηρίας» (1971).
«Ὁ Ραββίνος Ἰσαάκ»(1972).
«Τοῦ ὁσ. Πατρός ἡμῶν Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Ὁμιλίαι» (1972).
«Ἡ νομική καί κανονική θέσις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας» (Πρωτ. Γ. Γκράμπε, 1972).
Συκοφαντίες - Αἴτησις συγγνώμης
Ὁ π. Εὐγένιος λόγῳ τοῦ ἔργου του πολεμήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας, σχισματικούς Νεοημερολογίτες καί Παλαιοημερολογίτες. Ἀπό τήν πλευρά τῶν Φλωρινικῶν κατηγορίθηκε σάν ἐγκάθετος τῶν Νεοημερολογιτῶν, μέ ἀποστολή τήν διάσπαση τῶν Γ.Ο.Χ. καί τήν μέσῳ τοῦ σχίσματος ἀποδυνάμωσή τους, θέση πού ἀποδέχθηκαν καί συντηριτικοί Νεοημ/τες (δημοσίευμα τοῦ Ἱερομ. Θεοδωρήτου στό περιοδικό «ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ», φ. Δεκ. 1980 καί ἀναδημοσίευση τοῦ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ», φ. 443/6. 2. 1981, ἀλλά καί νεώτερες δημοσιεύσεις τοῦ μ. Ἀντωνίου Γεωργαντᾶ). Στίς συκοφαντίες αὐτές ὁ μακαριστός Πρωθιερεύς ἀπάντησε μέ δημόσια ὁμολογία του ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε στόν «ΚΗΡΥΚΑ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» (φ. Μαρτίου 1981, σελ. 62).
Ἀκόμη, ταπεινούμενος πρό τοῦ θανάτου του, ἀπέστειλε τήν 23. 3. 1981 πρός τήν Ἱερά Σύνοδο αἴτηση συγγνώμης γιά τίς παραλείψεις καί τά λάθη πού ὡς ἄνθρωπος ἔπραξε κατά τίς δεκαετίες τῆς πρός τήν Ἐκκλησία ὑπηρεσίας του, διότι «οἱ ἐχθροί τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. μή δυνάμενοι εὐθέως νά κτυπήσουν Αὐτήν, στρέφονται κατά τῶν ὑπηρετησάντων αὐτήν προσώπων, ἵνα οὔτω διασύρουν καί τήν Ἐκκλησίαν».
«Ὅσον ἀφορᾶ τό πρόσωπόν μου - ἔγραψε – θεωρῶ ὡς εὐτυχές τό γεγονός, ὅτι ταῦτα γράφονται ἐν ὅσω ἀκόμη εὑρίσκομαι ἐν ζωῆ, ὥστε νά δύναμαι, ἄπαξ διά παντός, νά διαψεύσω τήν κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν καί παύσουν οἱ ἐχθροί νά διασύρουν καί ἐμέ καί τήν ταπεινήν μου διακονίαν εἰς τήν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ. εἰς τήν Ὁποίαν ἐπί μίαν ὁλόκληρον τεσσαρακονταετίαν ὑπηρέτησα…
Καί ἐγώ ὡς ἄνθρωπος, φέρων τήν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν, διέπραξα σφάλματα κατά τήν μακράν διακονίαν μου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. Ἀλλά περί αὐτῶν ἐπικαλοῦμαι τήν συγγνώμην τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπειδή ὅμως τινά ἐκ τῶν σφαλμάτων μου ἴσως γίνουν αἰτία σκανδάλου εἰς τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίᾳ εἰς τό μέλλον ὅταν δέν ὑπάρχω εἰς αὐτήν τήν ζωήν, δηλῶ, ὅτι πᾶν τό λεχθέν ἤ γραφέν ὑπ’ ἐμοῦ, ἀπάδον πρός τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, ὡς τήν διετύπωσεν καί τήν ἐδίδαξεν ἡ Ἀληθής Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ., τό ἀναιρῶ καί τό ἀποκηρύττω…» («Κ.Γ.Ο.», τ. 1982, σελ. 380).
Τοῦ ἀοιδήμου Πρωθιερέως ΕΥΓΕΝΙΟΥ εἴη αἰωνία ἡ μνήμη
Αναρτήθηκε από Καθηγητής Αντ.Μάρκου στις 11:14 π.μ.
Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας Κατακομβων
23 Ιουνίου 2017 · Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια
Του Αγίου Μακαρίου: Θεέ μου, Λυπήσου με τον αμαρτωλό, που δεν έκανα κανένα καλό μπροστά Σου. Γλύτωσέ με από τον πονηρό και αξίωσέ με ακατάκριτα ν’ανοίγω το ανάξιο στόμα μου και ν’ανυμνώ το Πανάγιο όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Συγχώρησέ μου, Κύριε, κάθε της καρδιάς μου άτοπη επιθυμία, συ που ξέρεις καλά τις καρδιές των ανθρώπων.Συγχώρησέ με που έρχομαι ανάξια κοντά Σου, γιατί σε πόθησα και σε ποθώ. Συγχώρησέ με τον αμαρτωλό, τον πονηρό, τον ψεύτη, τον ανυπόμονο, τον λιγόψυχο, τον αμελή στις θείες εντολές Σου, εμένα που αμάρτησα στη γη και στη θάλασσα και σε κάθε τόπο. Μπροστά στα αλάθητα μάτια Σου δεν έπαψα να εργάζομαι το πονηρό γιατί ο πονηρός δεν έπαψε να με μπλέκει στα δίχτυα του με γαστριμαργίες και ηδονές και πονηρές επιθυμίες, με δόλους και κενοδοξίες και βλαστημίες. Αλλά συ, Κύριε, που είσαι ο μόνος ελεήμων και πανάγαθος, βοήθησέ με και σώσε με όπως έσωσες τον άσωτο, τον τελώνη, την πόρνη και τον ληστή. Ναι, φιλάνθρωπε Δέσποτα, μη με αποστραφείς τον αμαρτωλό και αχρείο, με τις πρεσβείες της Παναγίας Δέσποινας, και όλων των αγίων, γιατί είσαι ευλογητός στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022
Δηλαδή, συ¬νε¬κα¬λέ¬σα¬μεν τήν Μη¬τρο¬πο¬λι-τι¬κήν Σύνοδον, ἵ¬να καί δι' αὐ¬τῆς δι¬α¬κη¬ρύ-ξω¬μεν το¬ύς πε¬ρί Πί¬ο¬τε¬ως λό¬γους, ὡς ὁ Ἅ-γιος Θε¬ό¬δω¬ρος Στου¬δί¬της ἐ¬δί¬δα¬σκεν τό¬τε το¬ύς ὀρ¬θο¬δό¬ξους δι¬α¬κη¬ρύσ¬σων, ὅ¬τι «ἔ¬χο¬μεν ἐ¬ντο¬λήν ἀ¬πό τόν Κύριον νά μή σι¬ω¬πῶ¬μεν, ὅ-ποι¬οι καί ἄν εἴ¬με¬θα, δι¬ό¬τι ὅ¬ταν πο¬λε¬μῆ¬ται ἡ Πίστις, δέν δι¬και¬ο¬λο¬γεῖ¬ται κα¬νε¬ίς νά λέ¬γη, ἐ¬γώ ποι¬ός εἶ¬μαι, ἤ δέν μοῦ πέ¬φτει λό¬γος». Καί, ὅ¬πως πά¬λιν ὁ ἴ¬διος ἔ¬λε¬γεν: «Διά τοῦ¬το καί ἐ¬γώ ὁ δυ¬στυ¬χής (κα¬λό¬γη¬ρος) φο¬βο¬ύ¬με¬νος τό κρι¬τή¬ριον φω¬νά¬ζω (καί λέ¬γω ὅ¬τι) ΚΑΜΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΙΡΕΣΙΣ δέν εἷ¬ναι φο¬βε-ρω¬τέ¬ρα ἀ¬πό αὐ¬τήν τήν Εἰ¬κο¬νο¬μα¬χι¬κήν, ἡ ὁ-πο¬ί¬α ἔ¬χει ἀρ¬νη¬θεῖ καί ἔ¬χει βλα¬σφη¬μή¬σει κα¬τά πρό¬σω¬πον τόν Χρι¬στόν καί τόν μα¬στι-γώ¬νει μέ λύσ¬σα... Χρι¬στια¬νοί μου χα¬νό¬με¬θα αἰ¬ω¬νί¬ως, διά τοῦ¬το ἀς προ¬σφύ¬γω¬μεν καί ἀς προ¬σπέ¬σω¬μεν εἰς τόν Χρι¬στόν, ἀ¬σπα¬ζό¬με¬νοι μέ εὐ¬λά¬βειαν τήν ἁ¬γί¬αν εἰ¬κό¬να Του, τόν ὁ-ποῖ¬ον ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ καί ΒΛΑΣΦΗΜΟΥΝ ὀ¬σοι ἀρ-νοῦν¬ται αὐ¬τῆς τήν προ¬σκύ¬νη¬σιν». (Ρ.G. 99 1321).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)