ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ (+1950)
Μακάριος εκείνος όστις θέλει φυλάξη και κρατήση έως τέλους την αμώμητον και αγίαν ημών Ορθόδοξον Πίστιν, την Πίστιν της Μιάς του Χριστού και Μητρός ημών Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και υπομείνει τας διαφόρους θλίψεις, φυλακάς ή και εξορίας και λοιπάς κακώσεις. Ο τοιούτος θέλει στεφανωθή και συναριθμηθή μετά των Ομολογητών και Μαρτύρων. ( Βρεσθένης Ματθαίος νουθετική επιστολή 1936) ΟΙ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΟΥ.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Κυριακή 14 Ιουνίου 2026
ΟΜΟΦΩΝΙΑ, ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ, ΚΡΙΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΟΣ
ΟΜΟΦΩΝΙΑ-ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ-ΚΡΙΣΙΣ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΟΣ
Τά τελευταῖα ἔτη τονίζονται μετ᾿ ἐμφάσεως τά θέματα "῾Ομοφωνία, Πλειοψηφία, Συνοδικότης", ὅπως ἡ "Πράξις - ᾿Απόφασις" εἶναι "ὁμόφωνος ῾Ιεροσυνοδική"!. ῎Ετσι τήν 19.11.02, , ἐνῶ κατά τό πλεῖστον ἐπί συνόλου 10 ᾿Αρχιερέων συγκεντρώνονται οἱ πέντε, ἀποκλειομένων τῶν λοιπῶν διά τόν α' ἤ β' λόγον, καί ἐνῶ ὑποβάλλονται Καταγγελίαι καί ᾿Ενστάσεις, οἱ πέντε ἀπορρίπτουν ἀνεξετάστως τά πάντα καί ὡς νά ἀποτελοῦν διοικητικόν συμβούλιον κάποιου κοσμικοῦ σωματείου, μέ ὁριακήν πλειοψηφίαν (θεωρουμένης τῆς ψήφου τοῦ πρώτου ὡς διπλῆς) ἐκδίδουν "Πρᾶξιν - ᾿Απόφασιν", μέ τήν ὁποίαν "ἐπικυρώνουν" μίαν συνωμοτικήν ληστρικήν ἀπόφασιν τοῦ Μακαριωτάτου, σύμφωνα μέ τήν ὁποίαν "῾Ομόφωνον (!!!)᾿Απόφασιν" ἡ ἐλαχιστότης μου ὤφειλον νά συμμορφωθῶ καί νά ὑπακούσω, νά ἐγκαταλείψω τήν ἀνθοῦσα ἐνορία τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου, διότι ἔπρεπε ....καί αὐτή νά ἐλέγχεται ἀπό τόν Παλαιοημερολογιτικό Οἰκουμενισμό, διά νά προχωρήσουν τά σχέδια του πιό εὔκολα, ἐνῶ ἔτσι ἐνοριακῶς ἀπομονώνεται ὁ Μεσογαίας, ὁ ὁποῖος φέρει ...ἐμπόδια. ᾿Αλλοίμονον, ὅμως, ἄν ἕνας ᾿Επίσκοπος ὑπό τό πρόσχημα τῆς ὑπακοῆς ἤ τῆς ἑνότητος ἤ τῆς ἀγάπης ἐπρόδιδε τόσον εὔκολα τόν ἑαυτόν του ὡς ᾿Επίσκοπον καί κατόπιν καί τό πιστόν πλήρωμα τῆς ἐνορίας, ὅπου διακονεῖ. Στήν κυριολεξία θά ἀπεδεικνύετο ἀνάξιος τῆς ἀποστολῆς του καί θά καθίστατο συνεργός καί ἐνθαρρυντής τῆς ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἐν προκειμένω συνωμοσίας καί προωθητής τῶν σχεδίων τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
᾿Εν προκειμένω ὅμως οὔτε "ὁμόφωνος", οὔτε "πλειοψηφική" εἶναι αὐτή ἠ "Πράξις - ᾿Απόφασις" τῆς 19-1-02, ἀλλά μόνον συνωμοτική, πεπλανημένη καί ὑστερόβουλος καί ἀφ᾿ ἑαυτῆς βδελυκτή, ἀπόφασις ἑνός ἀκόμη συνεδρίου ματαιότητος. Πρός ἀποφυγήν παρεξηγήσεως ὅλων τῶν ἀνωτέρω σημειοῦνται μετ᾿ ἰδιαιτέρας ἐμφάσεως καί τά κάτωθι:
α) Πράγματι ὁ Συνοδικός θεσμός εἶναι ὁ πρῶτος καί ὐπέρτατος ᾿Εκκλησιαστικός ῾Ιερός θεσμός, μέ τόν ὀποῖο διοικεῖται ἠ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῞Ομως δέν πρέπει νά ἐκφεύγη οὐδενός τῆς προσοχῆς, ὅτι ἐνῶ ἔχουμε μίαν ἀγίαν ᾿Αποστολικήν Σύνοδον καί ἐπτά ῾Αγίας Οἰκουμενικάς Συνόδους, ἔχουμε καί ἀναριθμήτους ᾿Αντικανονικάς, κακοδόξους καί ληστρικάς "Συνόδους", αἱ ὁποῖαι διεκδίκησαν καί αὐταί σεβασμόν καί ὑπακοἠν εἰς τάς κακοδόξους, ἀδίκους, ληστρικάς καί ἐκκλησιομάχους ἀποφάσεις των! Προσοχή, ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας! Διά νά ἀναγνωρίζεται μία Σύνοδος ᾿Επισκόπων ὡς ῾Ιερά καί ῾Αγία Σύνοδος τῆς ᾿Εκκλησίας καί νά ἀπαιτῆ, ἀλλά καί νά ὑποχρεούμεθα ὁπωσδήποτε σεβασμόν καί ὑπακοήν εἰς τάς ἀποφάσεις της, πρέπει: α) Νά συγκαλῆται Κανονικά (ὅπως ὁρίζουν οἱ ῾Ιεροί Κανόνες), β) Νά προσέρχωνται ὅλοι οἱ δυνάμενοι νά προσέλθουν ᾿Αρχιερεῖς, οἱ δέ ἀπουσιάζοντες νά αἰτολογοῦν τήν ἀπουσίαν των δι᾿ εὐλόγων πραγματικῶν λόγων. γ) Νά γνωρίζουν τά θέματα τῆς Συνόδου, καί νά τούς δίδεται "εὔλογος χρόνος διάπροετοιμασίαν τῶν θεμάτων. δ) Νά εἶναι ἴσοι ὅλοι οἱ ᾿Επίσκοποι, ἀλλά καί ὁ Πρῶτος νά εἶναι "ὁ πρῶτος μεταξύ ἴσων", ε) Νά ὑπάρχη ἐλευθερία λόγου καί ἀληθής πληροφόρησις, στ) Νά ἔχουν προσωπικήν γνώμην οἱ ᾿Αρχιερεῖς καί νά μήν παρασύρωνται ἀπό νοσηρήν ἀγάπην, ἤ ψευδοϋπακοήν, ἤ ἰδοτέλειες κλπ. καί ζ) ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος νά καταλήξη εἰς μίαν ἀπόφασιν κατά τό "ἔδοξε τῷ ἀγίῳ πνεύματι καί ἡμῖν". Οὐδεμία ἐκ τῶν ἀνωτέρω προὑποθέσεων συνέτρεχεν διά τήν Κανονικήν συνεδρίασιν τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 19-11-02, ἡ δέ "ἀπόφασις" τοῦ Μακαριωτάτου (Α.Π. 1347/14-11-02), ὅπως καί ἡ "Πράξις - ᾿Απόφασις" τῆς "ἐκτάκτου ῾Ιεραρχίας" τῆς 19-11-2002, μόνον κατά τό "ἔδοξε τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι" δέν ἐλήφθησαν, διότι αὗται ἦσαν "ἀποφάσεις σκοπιμότητος" ὑπαγορευθεῖσαι ἀποκλειστικά ὑπό τῶν ξένων Κέντρων, τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου καί μέ ἕνα λόγο ἀπό τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν.
β) ῞Οσον ἀφορᾶ τήν "πλειοψηφία" ἐν ταῖς ῾Ιεραῖς Συνόδοις, αὕτη εἶναι ἄγνωστος ἐν τῇ ᾿Ορθοδοξίᾳ. Κριτήριον Κανονικότητος, ᾿Ορθοδοξίας καί δικαίου μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως δέν εἶναι οὔτε ἡ "πλειοψηφία", οὔτε ἡ "μειοψηφία", ἀλλά οὔτε καί αὐτή ἡ "ὁμοφωνία", διότι ὑπῆρξαν καί κακόδοξοι καί ληστρικαί ἀποφάσεις πού ἐξεδόθησαν "ὁμόφωνα" ἐν τῷ πονηρῶ. Εἰς τήν ᾿Ορθοδοξίαν αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται καί κρίνονται μέ τά κριτήρια τῆς Κανονικότητος, τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί τοῦ δικαίου. Οὐδείς Κανών προβλέπει ἤ κατοχυρώνει ὁποιανδήποτε πλειοψηφίαν ἤ κἄν ὁμοφωνίαν ἔξω ἀπό τά ἀνωτέρω. ῞Οσοι ὑστερόβουλα ἐπικαλοῦνται, ὅπως καί τό ὑπό κρίσιν ἔγγραφον, τήν πλειοψηφία στηριζόμενοι εἰς τόν ΣΤ' Κανόνα τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου σφάλλουν. Διότι ὁ Κανών ἀναφέρεται εἰς τήν ἐκλογήν ᾿Επισκόπων καί καταλήγει: "᾿Εάν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳ, εὐλόγω οὔση, καί κατά Κανόνα ἐκκλησιαστικόν, δύο ἤ τρεῖς, δι᾿ οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγουσι, κρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος", πού σημαίνει: ᾿Εάν ἐκλεγῆ ὑπό μιᾶς Συνόδου, σύμφωνα πάντοτε μέ τούς ᾿Εκκλησιαστικούς Κανόνας ἕνας ἀνεπίληπτος Κληρικός εἰς᾿Επίσκοπον, παρά ταῦτα ὅμως εὑρεθοῦν δύο ἤ τρεῖς ᾿Επίσκοποι, οἱ ὁποῖοι ἀδικαιολογήτως ἤ καί διά λόγους φιλονείκους, δηλαδή ἐκ προσωπικοῦ πάθους διαφωνοῦν χωρίς λόγον, αὐτοί οἱ κακοπροαίρετοι καί μικροπρεπεῖς ἐπίσκοποι νά μήν λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψιν. Νά ἀγνοῆται δηλαδή ἡ κακή διαφωνία τους, διότι εἶναι διαφωνία πρός αὐτό τό ῞Αγιον Πνεῦμα, καί ἔτσι νά ἰσχύη ἀπόλυτα ἡ Κανονική καί καλή ψῆφος τῶν περισσοτέρων. Μόνον εἰς αὐτήν τήν περίπτωσιν ἔχομεν πλειοψηφίαν, νοουμένης ταύτης οὐχί κατά τήν σχετικήν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ὡς προβλέπουν τά Καταστατικά τῶν Συμβουλίων(!), ἀλλά κατά τήν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι κανονικήν ψῆφον τῶν πολλῶν.
Προσοχή, κριτήριον μοναδικόν καί ἀπόλυτον εἰς τάς Κανονικάς καί ᾿Ορθοδόξους Συνόδους καί τάς ἀποφάσεις των εἶναι τό ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ καί ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ αὐτῶν. ᾿Αντιθέτως κἄν σύμπασα ἡ Σύνοδος ἀποδέχεται καί κηρύσσει ὁμόφωνα κάτι τό ἀντικανονικόν καί κακόδοξον δέν ὑπολογίζεται, ἐνῶ λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψιν ἡ διαφορετική γνώμη, ἔστω καί ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, ἐάν αὕτη εἶναι σύμφωνη τῇ διηνεκεῖ πράξει τῆς ᾿Εκκλησίας καί διαφυλάσσεται δι᾿ αὐτῆς ἡ Κανονικότητα καί ἡ ᾿Αλήθεια.
῾Ο ἰσχυρισμός τοῦ ἐγγράφου, καθ᾿ ὅν: "ἐπειδή αἱ ᾿Αποφάσεις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν κατά τήν παγίαν ἀρχήν "ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος κρατείτω", εἶναι ἅπαντες οἱ ᾿Αρχιερεῖς ὑποχρεωμένοι νά σέβωνται καί νά τηροῦν αὐτάς τάς ἀποφάσεις ἀκόμη καί ἄν προσωπικῶς διαφωνοῦν"(!), καί ἐπομένως δέν λαμβάνονται ὑπ᾿ ὄψιν οὔτε διαφωνίαι, οὔτε ἐνστάσεις, οὔτε παρεμβάσεις, οὔτε δευτέρα γνώμη!, διότι ὅλα αὐτά βάσει ἀλλοτρίων σχεδίων καί σκοπῶν "τελικῶς τά δέχεται ἤ τά ἀπορρίπτει ἡ ῾Ιερά Σύνοδος", εἶναι, καθ᾿ ἡμᾶς, κακόδοξος καί παπικός, εἶναι δηλαδή ἐκ τοῦ πονηροῦ. ῾Ημεῖς, κἄν μυρίας πλειοψηφίας ἔχει μία τοιαύτη Σύνοδος. λέγομεν ΟΧΙ εἰς ὅλα αὐτά. ῾Ωστόσον, ὅμως, ὁ συντάκτης τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐν τῇ κακῇ του προθέσει ἀπεκάλυψε πλήρως πῶς λειτουργεῖ ὅλα αὐτά τά χρόνια ὁ Συνοδικός θεσμός καί ἐπομένως ἐπιβεβαίωσε τήν ἀλήθεια, ὅτι δέν λειτουργοῦν αἱ ᾿Επισκοπικαί συνεδριάσεις ὡς Κανονικαί ᾿Ορθόδοξοι Σύνοδοι, ἀλλά ὡς ὄργανον τοῦ "πρώτου" καί κατ᾿ ἐπέκτασιν ὄργανον τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου καί τῶν ξένων Κέντρων. Διά τοῦτο, κατά τά τελευταῖα ἔτη, δέν ἔχομεν δυστυχῶς νά ἐπιδείξωμεν ἔστω καί μίαν Κανονικήν καί ᾿Ορθόδοξον ἀπόφασιν. Μόνον ληστρικαί - ἀντικανονικαί ἀποφάσεις βγαίνουν, αἱ ὁποῖαι μόνον τήν βαθεῖαν κρίσιν Συνοδικότητος ἀποκαλύπτουν.
ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ
ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΗΤΟΙ
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Α ΕΚΔΟΣΙΣ «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΑΘΗΝΑΙ 1932
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ
ΑΧΑΡΝΑΙ 2007
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ»
τοῦ «Κέντρου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀχαρνῶν» (Μητροπολίτου Χρυσάνθου 10, Περιοχή Ἁγίου Ἀθανασίου). Τηλ. 210. 2466057
Εἰσαγωγικά τινά εἰς τό θέμα.
Ἡ ἀπολογητική ὑπέρ τῆς Ἀληθείας μελέτη, ἡ ὁποία δημοσιεύεται εἰς τό παρόν τεῦχος, εἶχεν δημοσιευθεῖ εἰς βιβλίδιον τό 1932 ὑπό τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ ‘Αρσενίου Κοττέα ἀπό τάς Ἐκδόσεις τῆς τότε ἐκδιδομένης ‘Εφημερίδος «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ». Πρόκειται, ὅπως γράφει καί ὁ τίτλος, περί μιᾶς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγω Μοναχοῦ, εἰς τόν καινοτόμον Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί εἰδικώτερα μία ἀπάντησις εἰς τό ψευδές καί ἐκ τῶν ὑστέρων διατυπωθέν ἐπιχείρημά του, καθ’ ὅ δῆθεν δέν ὑπάρχει καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλά μόνον τοῦ Πασχαλίου.
Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση.
Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας.
Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ, ΟΤΙ ΑΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤ ΑΙΩΝΟΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕΤ’ ΑΝΑΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΤΕ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ, τά ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἀλληλένδετα.
Πρέπει νά τό γνωρίζουν καί δι’ ἕναν ἄλλον λόγον. Διότι τό δόλιον τοῦτο ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου κατέφαγεν οὐχί μόνον τόν ἐφευρέτην αὐτοῦ Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας καί Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἕνεκα τοῦ ὅτι παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους αὐτοῦ παρέμειναν μέν εἰς τό παλαιόν, δέν διέκοψαν ὅμως κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγε καί παρέσυρε καί αὐτούς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί παρέμειναν μέ τό παλαιόν, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὅπως μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης των Λαῦρος, εἰς μίαν συζήτησιν τήν ὁποίαν εἴχομεν μαζί του, ὅταν ὅλως τυχαίως συνηντήθημεν εἰς τόν Ἅγιον Νεκτάριον Αἰγίνης.
Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγεν ἐπίσης καί πολλούς κατά τά ἄλλα «συντηρητικούς» Νεοημερολογίτας, ἀλλά καί αὐτούς τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς τούς πρός καιρόν ὁμολογητάς, ἤτοι τόν Δημητριάδος Γερμανόν, τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον καί τόν Ζακύνθου Χρυσόστομον, οἱ ὁποῖοι μετά τήν καλήν Ὁμολογίαν των ἐν ἔτει 1935 καί τήν μετάδοσιν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τήν Καινοτομίαν. Ὁ δέ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διά σκοπιμότητα παρέμεινεν εἰς τό παλαιόν, προκειμένου νά δικαιολογήση τήν βλάσφημον περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος», θεωρίαν του, τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου περί μή καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπεκαλέσθη, διό καί παρέπεμψε τό θέμα εἰς τήν ... μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον.
Τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου «περί μή καταδίκης κλπ» κατέφαγε καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, (ὅσον καί ἄν φαίνεται τοῦ παράδοξον), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε ἐν ἔτει 1973 τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ» τῆς «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ἡ ὁποία, κατά τόν ἱδρυτήν της, τότε Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, «ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ», ἀλλά μόνον «ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΝ ΕΥΘΥΝΩΝ» ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ ΜΙΑ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. καταδικάσει τήν καινοτομίαν. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κάλυψις τήν ὁποίαν παρέσχε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἱκουμενισμόν τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, κατά τόν ὁποῖον μετά τό 1971 καί συνεπείᾳ τῆς «χειροθεσίας» δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ματθαϊικῶν καί Φλωρινικῶν...
Αὐτήν, λοιπόν, τήν ΑΝΕΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ΨΕΥΔΟΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διέρχεται μέσα ἀπό τήν «περί δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ» θεωρίαν τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί τήν ψευδένωσιν μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τήν συναφῆ πρός αὐτήν «χειροθεσίαν» τοῦ 1971, προσεπάθησαν τά ξένα Κέντρα νά ἐπιβάλλουν ἀπό τό 1997 καί εἰς ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεβλήθη μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τήν προπαγάνδα του καί ἠρνήθησαν πεισμόνως νά καταδικάσουν συγκεκριμένας ἐκδηλώσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἔφθασαν καί μέχρι τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεώς του (τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου) ὑπέρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου κατά τό 54/76 Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ἐπίσης στηρίζεται ἐπί τοῦ ἰδίου ψεύδους.
Καί διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά; Διότι, πιστεύουν οἱ οἰκουμενισταί ὅτι ἐάν δεχθῶμεν, ἔστω καί σωπηλῶς, μίαν τοιαύτην Ὁμολογίαν «περί μή καταδίκης τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου», ὅπερ ταυτόν μέ τό «μακράν ἀπό ἐκκλησιολογίες καί ἀποστολικές διαδοχές», «ἀναγνωριζόμεθα», ἔστω καί ὡς δεκατριμερῖτες, ὡς μία δευτέρα Ἐκκλησία, καί «εἴμεθα δεκτοί» εἰς τήν οἰκουμενιστικήν Ἐκκλησίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, καί εἰς αὐτό τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅπως συμβαίνει μέ τάς Ἐκκλησίας καί τά Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον, ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ τό νεοημερολογιτισμό.
Ὁ ἐλάχιστος Ἐπίσκοπος
τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
Ἀρσενίου Κοττέα Ἁγιορείτου Μοναχοῦ
ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ
ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
«Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε ...(Ματθ., κεφ. Ζ, 1)
«Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῶ ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ΙΗ, 12).
Εἰς δύο συνεχῆ φύλλα τοῦ ἑβδομαδιαίου φύλλου «Ἐκκλησία», ἐπισήμου Δελτίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τόν τίτλον «Ἔλεγχος παραποιήσεως Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων» ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν έδημοσίευσε μακράν πραγματείαν ἀναφερομένην εἰς τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, ἐν τῆ ὁποία ἔχων πάντοτε ὡς σκοπόν νά δικαιολογήση ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἐπόψεως τήν ἐναντίον τῶν Παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας καί ὡρισμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων διαπραχθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν διά τῆς παραδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, παρά τήν ἐμμονήν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τό πατροπαράδοτον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον καί παρά τήν ἔνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν διαίρεσιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, προβαίνει, ὡς λέγει, εἰς τόν ἔλεγχον «θρασείας παραποιήσεως Συνοδικῶν τινων Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων τοῦ ιστ΄ καί ιζ΄ αἰῶνος» περιλαμβανόντων ἀναθεματισμούς, ἵνα προφυλάξη, ὡς λέγει, τά εὐσεβῆ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τινά τῶν ὁποίων «ἐξ’ ἀγνοίας καί ἁπλοϊκότητος παρασύρονται εἰς ἀπείθειαν πρός τήν Ἐκκλησίαν διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν».
Χαίρομεν, διότι πρώτην φοράν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν προβάλλει ἐπισήμως καί ἐνυπογράφως ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀντικανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας ἐν τῶ ἡμερολογιακῶ ζητήματι καί ἐπικρίνων τά κατ’ αὐτῆς δημοσιευθέντα, ἐνῶ μέχρι τοῦδε, ἀπήντα εἰς αὐτά δι’ ἀνωνύμων καί ἀνευθύνων φυλλαδίων, ἐν οἷς αἱ ὕβρεις κατά τῶν ἐπικριτῶν του ἠμιλλῶντο πρός τάς τολμηροτέρας ἀντορθοδόξους δοξασίας καί τάς πλέον ἀνιέρους συστάσεις καί συμβουλάς, τινές τῶν ὁποίων μετεφέροντο καί εἰς ἐμπιστευτικά αὐτοῦ ἔγγραφα πρός διαφόρους ἀρχάς, παρ’ ὧν ἐζήτει τήν «ῥαγδαίως καί ἀθορύβως» ἐξόντωσιν τῶν ἐχόντων τό θάρρος νά ψέξωσι δριμύτατα τήν ἐναντίον τῶν Κανόνων καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας πολιτείαν αὐτοῦ.
Δέν γνωρίζομεν ὅμως ποῦ νά ἀποδώσωμεν τήν τόσον κοπιώδη ἐκδρομήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἰς ἀρχαῖα δύσβατα καί ἐρεβώδη ἱστορικά πεδία, διά νά καταγγείλη ὡς παραποιημένα δῆθεν καί πλαστά κείμενα ὡρισμένων Συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἀπαγγελόντων ἀναθεματισμούς κατά τῶν ἀποδεχομένων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον. Ὡς ἐάν οἱ ἀναθεματισμοί καί μόνον αὐτοί καθίστων ἀπαράδεκτον καί καταδικαστέον τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί ὡς νά μή προσέκρουε τοῦτο εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐκκλησιαστικήν διάταξιν καί εἰς οὐδεμίαν παράδοσιν καί ἐπομένως ὡς νά ἔπρεπε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ν’ ἀσπασθῶσιν ἀσμένως τήν καινοτομίαν τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή τάχα ἡ τήρησις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου δέν κατωχυροῦτο δι’ ἀναθεματισμοῦ! Καί φαίνεται πιστεύων ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφεύς καί πρώην Καθηγητής τῆς Θεολογίας, ὠς ρητῶς γράφει ἐν τῶ προλόγω τῆς πραγματείας του, ὅτι «τινά τῶν εὐσεβῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐάν ἀπειθῶσι πρός τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν καί δέν ἐδέχθησαν μέχρι σήμερον τήν εἰσαγωγήν τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐμμένοντα εἰς τό παλαιόν Ἰουλιανόν ἠμερολόγιον πράττουσι τοῦτο «ἐξ’ ἀγνοίας» δῆθεν καί «ἁπλοϊκότητος διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν».
Ἀλλ’ ἐάν ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν, ὡς εἶναι βέβαιον, καί, ὡς θά ἀποδείξωμεν, γενική, ρητή καί ἀναντίρρητος, καί ἄν αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διηνεκής πρᾶξις αὐτῆς ἐπί εἴκοσιν αἰῶνας τήν ἐπεσφράγισαν καί τήν κατέστησαν ἀναλλοίωτον τῆς Ὀρθοδοξίας θεσμόν καί τό ἐμφανέστερον ἐξωτερικόν γνώρισμα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τί δύναται νά ὠφελήση ἡ ἀποκάλυψις δῆθεν τῆς πλαστότητος τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ὅν ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν ἀπό τόσων αἰώνων εἰς κείμενα Πατριαρχικῶν ἐγγράφων καί Συνοδικῶν ἀποφάσεων;
Μήτοι αἱ ἱεραί Παραδόσεις καί αἱ διατάξεις τῆς ‘Εκκλησίας διά νά εἶναι σεβασταί καί νά τηρῶνται αὐστηρῶς πρέπει ἀπαραιτήτως νά περιφρουρῶνται δι’ ἀναθεματισμῶν; Καί ἀν δέν συνοδεύωνται ὑπό ἀναθεματισμῶν ἔχει ἄρα γε πᾶς τις τό δικαίωμα νά τάς ἀθετῆ καί τάς ποδοπατῆ;
Ματαία καί ἄσκοπος προσπάθεια
Διά νά ἀπαντήση τό πρῶτον ἤδη ἐνυπογράφως ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἀπό ἑπταετίας περί ‘Ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς γραφέντα ὑπό τῶν «Ζηλωτῶν Μοναχῶν» Ἁγιορειτῶν καί ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καί ὑπό ἄλλων τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, καί ἵνα συγκροτήση τήν μετά τόσου στόμφου ἐξαγγελλομένην ἀποκάλυψίν του περί δῆθεν πλαστὀτητος τῶν σχετικῶν Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐχρειάσθη μἰαν τριετίαν, ἀναβαλών, ὡς γράφει, τόν ἔλεγχόν του, λόγω τῶν ἀσχολιῶν αὐτοῦ.
Θά ἐχρειαζόμεθα ἴσως ἀνάλογον χρόνον, ἵνα ἀναδιφήσωμεν ἀρχεῖα καί κειμήλια ἐκκλησιαστικά αἰώνων ὁλοκλήρων πολλαχοῦ ἐγκατεσπαρμένα καί ἴνα παρακολουθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν εἰς τάς ἱστορικάς ἐκστρατείας του. Ἀλλά θά προσπαθήσωμεν σήμερον ἐκ τῶν ἑνόντων καί ἐκ τῶν προσιτῶν εἰς ἡμᾶς πηγῶν ν’ ἀποδείξωμεν ἀβάσιμον τήν κατηγορίαν του, καί ἄν ὄχι ἄλλο, ματαίαν, ἄσκοπον, ἀλλά καί ἔνοχον τήν προσπάθειαν του νά ἐπιρριφθῆ ὁ μῶμος τῆς πλαστότητος εἰς ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀφοῦ ὄχι ἁπλῶς ἡ πλαστότης δῆθεν αὐτῶν, ἀλλά καί ἡ παντελής ἔλλειψίς των οὐδαμῶς θά καθίστων συγγνωστήν τήν τολμηράν καί ἀντικανονικήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἰουλιανοιῦ Ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ.
Ἐπιφυλάσσομαι δέ νά ἀπαντήσω εὐρύτερον εἰς τά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀποδεικνύων καί διά φωτογραφιῶν διαφόρων σχετικῶν κειμένων τήν ἀστήρικτον κατηγορίαν αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν εὐλαβῆ αὐτῶν πρόθεσιν, ὄχι νά πλαστογραφήσωσιν, ἀλλά νά συλλέξωσι μετ’ ἐπιμελείας καί ἐξάρωσι τά περί καταδίκης τοῦ Παπικοῦ «καλενδαρίου» σχετικά κείμενα.
Ἀφοῦ δέ οὐδόλως συντείνει εἰς τήν κανονικοποίησιν τῆς ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας τῆς πλαστότητος ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἐγγράφων, πρός τί ἆραγε ὁ σκανδαλισμός τῶν συνειδήσεων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ὁ κλονισμός τῆς πίστεως αὐτῶν δι’ ὅλας τάς Συνοδικάς Πράξεις καί τά Πατριαρχικά ἔγγραφα, δι’ ἅ, ἅπαντα εὐλόγως δύναται νά ἐγερθῆ ἡ ἀμφιβολία εἰς ψυχάς ἁπλοϊκῶν καί ἀμορφώτων περί τῆς ἀληθείας καί γνησιότητος αὐτῶν;
Ὁ ἀθεϊσμός (καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου) διά νά ἐπιτύχωσι τό σκοπούμενον ἐσκέφθησαν νά ρίψουν τόν σπόρον τῆς πλαστότητος καί τοῦ ψεύδους παντός ἱεροῦ κειμηλίου καί πάσης ἐγγράφου καί ἀγράφου παραδόσεως τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Καί ἠμεῖς σήμερον ἐν καιρῶ τόσης ἐγκληματικῆς δράσεως τῶν μαινομένων τούτων ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀντί ἄλλου τινός ἐποικοδομητικοῦ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καί θρησκείας, ἀγωνιζόμεθα διά τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας νά ἐξαγάγωμεν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἱστορίας βεβιασμένα συμπεράσματα καί ἐξεζητημένας γνώμας περί πλαστότητος Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, χωρίς νά σκεπτώμεθα ὅτι κλονίζομεν τήν ἐπ’ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ, σκανδαλίζοντες τήν συνείδησιν αὐτοῦ.
Ὅτε ὁ ἀλαζών Γάλλος ἀστρονόμος Λαπλάς ἐνεχείρησε τήν Κοσμογονικήν θεωρίαν του, ἤτοι τήν γνωστήν «Ἔκθεσιν τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου» εἰς τόν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, οὗτος, ἀποβλέψας εἰς τό σκάνδαλον, ὅπερ θά ἐπήρχετο εἰς τόν λαόν του διά τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Λαπλάς, τόν ἠρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός εἰς τό σύστημά σας;», ὁ δέ ἄθεος ἐκεῖνος φιλόσοφος μεγαλαυχῶν ἀπήντησε: «Δέν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, Μεγαλειότατε». Ἀλλά βραδύτερον, κατιδών τήν ἀδυναμίαν του ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπέθανε φρενόπληκτος. Ἡ δέ ἀθεϊστική ἕνωσις ἐν Ρωσία θεμελιωθεῖσα καί ἐπί τῶν κηρυγμάτων τοῦ βλασφήμου Λαπλάς συντηρεῖ σήμερον, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὀ ‘Αγγλικός τύπος (“Morning Post” Ἰουνίου 1931) 80 περίπου ἀθειστικάς ‘Ακαδημίας, ἀριθμούσας πλέον τῶν 5.000.000 μελῶν.
Καί ὁ Μουσολίνι, ὅτε κατά τό 1912 εἰς τό Συνέδριον τῶν Σοσιαλιστῶν τῆς REGGIO – EMILIA ἐκήρυξεν: «Ἡμεῖς καί χωρίς τόν Θεόν θά νικήσωμεν. Θεός δέν ὑπάρχει», εἶχεν ἐμποτισθῆ ὑπό τῆς ἀθεϊστικῆς ἰδέας. Ἐν τούτοις καί αὐτός, ὅτε ἐπεχείρησε τό κατά τῆς Ρώμης ἐπιθετικόν του ἐγχείρημα, ἀποβλέψας εἰς τόν λαόν τοῦ ὁποίου τήν ψυχήν θά ἐσκανδάλιζεν ἡ ἀθεϊστική ἰδέα καί ἔχων ἀνάγκην ὅλης τῆς πίστεως αὐτοῦ, προσεκύνησε τήν θρησκείαν τοῦ Πάπα καί τόν Βασιλέα πρός στερέωσιν τῆς Δικτατορίας του.
Μετά τόν Εὐρωπαϊκόν πόλεμον αἱ καταχθόνιαι αὗται ἀθειστικαί βλέψεις, αἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρέσυρον τούς ἐν τῆ χριστιανικῆ πίστει ἀσθενεστέρους,, ἐγένοντο ἀφορμή ριζικῆς κοινωνικῆς ἀνατροπῆς καί ὡς ἐκ τούτου τινές ἀντίχριστοι ἠθέλησαν νά ἐπιβάλλωσιν εἰς τήν κοινωνίαν νέον ρυθμόν ζωῆς, ὅστις νά προσαρμόζηται εἰς τάς ὑλικάς ἀνάγκας.
Καί πρός ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπεδίωξαν εὐρείας μεταρρυθμίσεις καθ’ ὅλους τούς κλάδους, διοικητικούς οἰκονομικούς, ἐκπαιδευτικούς, δικαστικούς ὡς καί ἐκκλησιαστικούς. Συμμορφούμενοι δέ πρός τόν νέον τοῦτον ρυθμόν – μοντερνισμοῦ - οἱ σημερινοί νέοι ἐκκλησιαστικοί ‘Αλκιβιάδαι ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει καί πρός «παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησιν» (ὅρα Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὡς ἱστορικοῦ Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν Ἱερουσαλήμ, σελ. 842) σύν τοῖς ἄλλοις ἐξοβέλισαν καί τό ἡμερολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰσαγαγόντες τό Παπικόν καί βλασφημοῦντες τήν παράδοσιν τῆς ‘Εκκλησίας ὡς πεπλανημένην. Τούς δέ θεοπνεύστους Πατέρας πλαγίως ἀπεκάλεσαν ὄργανα «τῶν ψαράδων καί τῶν μπακάληδων» (ὅρα ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία» ἀριθμ. 28 τοῦ 1924 καί Συνοδικήν Ἐγκύκλιον ‘Ιουλ. 1924 Βουκουρεστίου).
Ἑπόμενον λοιπόν ἦτο νά ἀντιστῶσιν εἰς τήν ἔκνοον ταύτην ἀσέβειαν οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνον εἰς τήν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐφημερίς UNIVERSOYL 17 Ίανουαρίου 1932 ἀνακοινοῦσα ὅτι, ὁλόκληροι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Βουκοβίνας, Μολδαυϊας καί Βεσσαραβίας, δηλαδή τά ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρει ἐν τῶ πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθέντι τῶ 1929 ὑπομνήματι αὐτοῦ ὁ Σ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Εἰρηναῖος, παρ’ ὅλας τάς διώξεις ἑώρτασαν καί ἐφέτος τό Νέον ἔτος κατά τό ‘Ορθόδοξον Παλαιόν Ἡμερολόγιον.
Ὀρθῶς δέ εἰς τό ἀνωτέρω Ὑπόμνημά του ὁ μνησθείς ἐπιφανής Μητροπολίτης Κασσανδρείας (σελ. 14 καί 15) ἀποδίδει εἰς τούς Μασσόνους τό ἐπικρατοῦν σήμερον καταστρεπτικόν φρόνημα παρά τοῖς πλείστοις τῶν διανοουμένων λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ δῆθεν καί τῆς ἐπιστήμης διά τῶν συγχρονιστικῶν τάχα ἰδεῶν αὐτῶν ἀνυπολογίστως ἔβλαψαν καί παρέλυσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ σκανδαλώδης ἰδέα
Τήν σκανδαλώδη ἰδέαν περί παραποιήσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ καταδικάσαντος τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ἔρριψεν ἀορίστως τό πρῶτον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός καθησύχασιν τοῦ πατάγου, ὅν ἤγειρε τό ἀνωτέρω εἰρημένον πρός τήν Ἱεραρχίαν Ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τό ἐλέγξαν δριμύτατα τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί καθώς γνωρίζομεν, ὅπως ὑφαρπασθῶσιν αἱ ὑπογραφαί τότε 44 Ἀρχιερέων εἰς τό κατά τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου συνταχθέν ἀνακοινωθέν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐνήργησεν ἀκριβῶς ὅπως καί διά τήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Τότε παρεπλανήθη ἡ Ἰεραρχία ὅτι τήν μεταρρύθμισιν θά εἰσαγάγη ἡ ‘Εκκλησία ἡμῶν μετά συνεννόησιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐχί δέ μόνον μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (ὅρα «Πραγματικήν ‘Αλήθειαν περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ‘Ημερολογίου» κ. Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, σελ. 41). Κατά τό 1929 πρός ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τοῦ συγκλονίσαντος τούς Ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ὀ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πρός τήν Ἱεραρχίαν. «Σᾶς βεβαιῶ, ὡς ἱστορικός, ὅτι δέν εἶναι ἀληθῆ τά περί Πατριάρχου Ἱερεμίου λεγόμενα, περί καταδίκης τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ὡς ἰστορικός καί πάλιν, ρητῶς ἐβεβαίου σύν τοῖς ἄλλοις καί τοῦτο: «... Τῶ ἔτει 1584 συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἠμερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους ...» καί «τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄, ὅστις μεταβάς εἰς Κων/λιν ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπανῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα» (Βλέπε «Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου», σελ. 842). Εἰς δέ τόν «Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα» 1918 τονίζει πάλιν ὁ ἱστορικός κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐχαρακτηρίσθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου ὡς νεωτερισμός ἀντιβαίνων εἰς τούς Κανόνας καί Διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν μᾶς λέγει τίποτε περί τῆς άντιφάσεώς του ταύτης μεταξύ ἐκείνων τά ὁποῖα ἔγραψεν ὡς ἱστορικός ἐν τῆ ἐκκλησιαστικῆ του Ἱστορία καί ἐκείνων τά ὁποῖα γράφει σήμερον κηρύσσων ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει, ὅτι οὔτε ἀντικανονική εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησία, οὔτε κατεδικάσθη αὕτη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς δῆθεν καταδικασάσης τόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα νεωτερισμόν ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Τό ἐντελῶς ἀστήρικτον κατά βάσιν ἀνακοινωθέν τῶν 44 Ἀρχιερέων, τό βεβαιοῦν ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὡς ἱστορικοῦ, διδαχθέντων διά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἀνεσκεύασα τότε ἐγώ, ὡς ἐλάχιστος ἐν Μοναχοῖς Ἁγιορείταις κατά δύναμιν δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν μαρτυριῶν, τάς ὁποίας ἐδημοσίευσα ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ μου εἰς τήν ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τῆς 11ης Αὐγούστου 1927.
Ἱερά ὑποχρέωσις
Καί αἰσθάνομαι σήμερον ὑποχρέωσιν ἱεράν νά ἀνασκευάσω καί τά ἐν τῆ «Ἐκκλησία» οὐχί μετ’ εὐθύτητος καί ἱστορικῆς εἰλικρινείας ἀποτολμηθέντα δημοσιεύματα, καί νά ἀποδείξω, ὅτι καί ταῦτα πρός παραπλάνησιν τῶν πιστῶν ἐγράφησαν ἄνευ οὐδενός σοβαροῦ λόγου, μόνον καί μόνον ἵνα κλονίσωσι τήν ἐπί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί τάς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τῶν χριστιανῶν καί ἵνα παραστήσωσι δῆθεν, ὅτι ἡ καινοτομία τοῦ Ἡμερολογίου δέν κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον δῆθεν διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἀπηγγέλθησαν καταδῖκαι καί ἀναθέματα. Ὄχι δέ μόνον δι’ ἐμαυτόν προσωπικῶς αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσιν ὡς ἕλλην Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Κιβωτοῦ ταύτης τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί τῆς ἁγιωνύμου κορυφῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, περί τοῦ ὁποίου καί τῶν ἐν αὐτῶ Μοναχῶν μετά τόσης ἀνευλαβοῦς εἰρωνείας καί χλεύης ὁμιλεῖ εἰς τά περί ὧν πρόκειται ἄρθρα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλά καί διά τούς «Ζηλωτάς Ἁγιορείτας», κατά τῶν ὀποίων κυρίως βάλλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ σημαιοφόροι τοῦ τελευταίου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν ἱερῶν ἡμῶν παραδόσεων ἀγῶνος καί ὑπό τῶν ὁποίων μετά τόσου σθένους κατηγγέλθη ἡ παράτολμος καί ἀντικανονική τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καινοτομία, διεσώθη ἡ ἰδέα τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀνεκόπη ἡ ἀνίερος ὁρμή ὡρισμένων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχηγῶν πρός ἀνατροπήν καί κατάλυσιν παντός ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ θείου οἰκοδομήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συνεκρατήθη καί ἡδραιώθη ἡ πρός τάς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας πίστις καί εὐλάβεια μυριάδων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί συνεπήχθη τό Κέντρον τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», τό ἀναγνωρισθέν ὑπό τῆς Πολιτείας καί ἐκπροσωποῦν τήν θρησκευτικήν συνείδησιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων, τῶν μή ἀποδεξαμένων τήν ἀντικανονικήν καινοτομίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, κατά τῶν ὁποίων ἐπίσης καί κατά τοῦ δημοσιογραφικοῦ αὐτῶν ὀργάνου ὁ «Κήρυξ», τόσα βέλη ρίπτει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
Δέν ἦτο δυνατόν νά ἀφήσωμεν νά χλευάζεται ἀνιέρως ὁ Μοναχισμός τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐκεῖ ὅπου ἀνετράφημεν καί ἐξεπαιδεύθημεν ἱεροπρεπῶς καί ὑπό τήν ἱεράν σκιάν τοῦ ὁποίου γαλουχηθέντες μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνεπνεύσθημεν τό πρῶτον τήν πρός τήν ἀληθῆ θρησκείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πρός τάς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀκλόνητον πίστιν καί ἠσθάνθημεν τάς πρώτας συγκινήσεις τῆς θείας ἡμῶν λατρείας.
Τῶν «Ζηλωτῶν» τούτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἀγῶνα καί τήν σημασίαν αὐτοῦ ζητῶν νά μειώση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν τούς παρουσιάζει εἰς τό ἄρθρον του ὡς «ἐλαχίστους καί ὀλίγους τινάς Ἁγιορείτας». Ἀλλ’ ὁ Σ. Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Ἄνθιμος ὁ μέ εἰδικήν ἐντολήν μεταβάς εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἀσφαλῶς θά ἐπληροφόρησε τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν πόσοι καί ποῖοι εἶναι οἱ «Ζηλωταί» Ἁγιορεῖται. Καί ἀσφαλῶς θά ἀνέγνωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τήν ἐπίσημον Ἔκθεσιν τοῦ Μητροπολίτου Μαρωνείας πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τοῦ 1927 ἐν ἧ προκειμένου περί τῶν «Ζηλωτῶν», διαλαμβάνει καί τάς ἑξῆς: «Ἐάν θά προβῶμεν εἰς τόν διωγμόν τῶν Ζηλωτῶν θά προέλθη ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ καταστροφή αὐτοῦ».
Διέδωκαν, λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, οἱ «Ζηλωταί» διάφορα πλαστά κείμενα, περιέχοντα ἀναθέματα κατά τῶν παραδεχομένων τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Πάλιν καλά, ὅτι δέν λέγει «ἐπλαστογράφησαν» σήμερον τά κείμενα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι διέδωκαν προϋπάρχοντα δῆθεν πλαστά κείμενα. Ἐάν δέν ὑφιστάμην τούς ἀγρίους διωγμούς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἄλλοτε μέν καταγγέλλοντός με ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄλλοτε δέ ἀξιοῦντος διοικητικῶς τήν «ραγδαίως καί ἀθορύβως» ἀπέλασίν μου, καί πάντοτε παριστάνοντός με ὡς ἀλλοδαπόν πρός δυσφημισμόν μου, ἐάν λέγω δέν ὑφιστάμην τούς διωγμούς αὐτοῦ, θά ἠδυνάμην κατά πλάτος νά ἀπαντήσω εἰς τά τελευταῖα αὐτοῦ ἄρθρα περί τῶν δῆθεν «πλαστῶν» κειμένων καί νά δημοσιεύσω φωτογραφίας διαφόρων κειμένων δημοσιευθέντων εἰς διαφόρους γλώσσας σχετικῶς μέ τήν Συνοδικήν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης τοῦ Ἡμερολογίου. Τοῦτο θέλω πράξει ἐν καιρῶ, περιοριζόμενος σήμερον, ὡς ἐν ἀρχῆ εἶπον εἰς σύντομον ἀντέλεγχον τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐξ ὅσων πηγῶν εἶχον προχείρους.
Ἐν ἀρχῆ τῆς ἀρθρογραφικῆς πραγματείας αὐτοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν συκοφαντῶν τούς Ζηλωτάς ἁγίους Πατέρας ὅτι δι’ ἀνυπάρκτων δῆθεν ἀναθεματισμῶν κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐτρομοκράτησαν τούς ἁπλοϊκούς εὐσεβεῖς, λέγει σοφιστικώτατα ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (δηλαδή ὀ Μύρων καί ὁ Μεταξάκης) δέν παρεδέχθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἐπέφερε μόνον διόρθωσιν πανθομολογουμένου σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ἀντιφάσκων εὐθύς κατωτέρω εἰς τάς αὐτάς γραμμάς, ὁμιλεῖ περί συγχύσεως δῆθεν ἥτις θά ἐπήρχετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τό Κράτος τοῦ νέου πολιτικοῦ ἡμερολογίου, διότι «δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχωσι δύο ἡμερολόγια». Ὁμολογεῖ ἄρα ὅτι περί δύο ἡμερολογίων πρόκειται καί ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία ἀπεδέχθη τό νέον Πολιτικόν ἡμερολόγιον. Θέλων δέ νά κολάση τοῦτο προσθέτει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρκέσθη εἰς τήν διόρθωσιν «πανθομολογουμένου» δῆθεν σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλά τί εἶναι τοῦτο; Δέν εἶναι ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ἄν δέ δέν ἐτολμήθη ἀκόμη ἡ ἀλλαγή καί τοῦ Πασχαλίου ἐκ φόβου πρός τάς ρητάς ἀπαγορεύσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕπεται ἄρα γε ἐκ τούτου καί μόνον ὅτι δέν ἐγένετο ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἀνετράπη ὅλη ἡ ἡμερολογιακή τάξις ἐν τῆ Ἐκκλησία.
Ἡ προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἶναι νά πείση τούς ἁπλοϊκοτέρους καί τούς μή γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐάν ἀπέκρουσε πάντοτε τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἔπραξε τοῦτο διότι ἐζητεῖτο ἡ ἐπιβολή αὐτῆς πρός προσηλυτιστικούς σκοπούς καί τήν δι’ αὐτῆς ἀνατροπήν τῆς περί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄Οἱκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀποφεύγει νά εἴπη καί ζητεῖ νά ἀποκρύψη ὅτι ἀπό τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε εἰσήχθη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατεδίκασε τοῦτο διά πολλῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τονίζει μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι οὐδεμία Σύνοδος καί οὐδείς Πατριάρχης ἐξέδωκεν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός τό Ἡμερολόγιον!
Ἄν ὅμως ἀποδειχθῆ διά κειμένων αὐθεντικῶν ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐν τῶ συνόλῳ του κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τί ἄρα γε εἶναι ἡ ‘Εκκλησιαστική αὐτή καταδίκη; Δέν εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ; Ἐάν δέ ἀπηγορεύθη καί κατεδικάσθη ρητῶς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, νομίζει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ καταδίκη αὕτη δέν ἔχει σημασίαν καί δύναται νά παροραθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεδόθη τυχόν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός αὐτό; Ἡ καταδίκη καί ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδομαρτυρίας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τήν μή ἔκδοσιν ἀναθέματος ὡς πρός ταῦτα, δύναται ἄρα γε νά ὑπερπηδηθῆ καί νά συγχωρηθῆ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ παραβίασις τῶν θείων τούτων ἐντολῶν;
Ἀλλ’ ἡ καταδίκη ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐν γένει, αὐτή ἠμπόδιζεν ἐπί τόσους αἰῶνας τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ, διότι ἐσεβάσθη ἡ Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων χρόνων, τάς καταδικαστικάς διατάξεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι δέ ἁπλῶς ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀπόφασις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπετέλει πρόσκομμα εἰς τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀπετέλει πρόσκομμα ἡ καταδίκη καθόλου τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἀπέκρουσε λοιπόν ἁπλῶς ὡς θέλει νά πιστεύη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος - ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία – τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν, ἀλλά τήν κατεδίκασεν. Αὐτός δέ οὗτος ὁ ζητῶν σήμερον νά ἀποκρύψη τήν καταδίκην ταύτην Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, τήν διεκήρυξε ἄλλοτε, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ του Ἰστορίᾳ.
Αἱ ἀποδείξεις
Ἀποδείξεις καί κείμενα περί τῆς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἔχομεν πολλά:
Καί πρῶτον, αὐτό τοῦτο τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β, πρός τούς Ἀρμενίους, ἥν συνυπέγραψε καί ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος, βοᾶ περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου καί ἀποδεικνύει ὅτι κατά τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ Γρηγοριανή τοῦ ἡμερολογίου μεταρρύθμισις, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μόνον καί κυρίως διά τήν τολμηθεῖσαν ἀνατροπήν τῆς περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά διότι, ὡς λέγει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, «κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός». «Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ἡμερολόγιον καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον». Δέν ἀπεκρούσθη λοιπόν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἠμερολογίου μόνον διά τήν μετατροπήν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἀπεκρούσθη τό ὅλον ἡμερολόγιον (καλενδάριον ἤ ὠρολόγιον) διότι «ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον ἵνα φανῶσι μόνοι ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα». Ἐνῶ δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μετερρυθμίσθη «διά τό πανθομολογούμενον αὐτοῦ σφάλμα» ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας εἰς τήν περί περί ἧς πρόκειται ἀπάντησίν του πρός τούς Ἀρμενίους κραυγάζει: «Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους θείους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως».
Ἀλλά πάντα ταῦτα παρέτρεξεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν βιαζόμενος νά ἀνακαλύψη δῆθεν πλαστότητα εἰς τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου. Καί ἐνῶ διά νά ἀποδείξη τήν δῆθεν πλαστότητα αύτῆς παραθέτει ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων τό γνήσιον, ὡς λέγει κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου πρός τούς Ἀρμενίους, διαπράττει ὁ ἴδιος παράλειψιν καί παραποίησιν εἰς τό γνήσιον τοῦτο κείμενον παραλείπων ἐξ’ αὐτοῦ ὅσα ἀντιτίθενται πρός τούς μή ἀληθεῖς ἰσχυρισμούς του. Οὕτω παραλείπει ὁλόκληρον τόν τίτλον τοῦ κεφαλαίου καί τήν ἐπιγραφήν ἥν περιέχει ὁ «Τόμος Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου, εἰ ὅ μέρος ὑπάρχει τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου. Ἐκτός δέ τούτου παραλείπει τό μεγαλύτερον μέρος τοῦ κειμένου τούτου τό ἀναφερόμενον εἰς τήν κατάκρισιν τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραποίησιν τῆς ἀληθείας, τήν ὁποίαν ἀφήνομεν νά σχολιάσουν οἱ ἀναγνῶσται. Παραθέτομεν δέ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγἀπης» τοῦ Δοσιθέου, (σελ. 538 ) τό πλεῖστον μέρος τοῦ κειμένου τούτου, ἵνα καταδειχθῶσιν αἱ παραλειφθεῖσαι ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περικοπαί.
Ὁ τίτλος τοῦ ὅλου κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος εἰς ὅλας τάς σχετικάς σελίδας εἶναι «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου». Αὐτό καί μόνον θά ἤρκει ἵνα ἀποδείξη ὀρθήν τήν ἀντίληψιν, ὅτι τό ὅλον Καλενδάριον τῶν Λατίνων κατεκρίθη οὐχί δέ μόνον ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀνατροπή.
Ἔπειτα δέ τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἰερεμίου τό καταχωριζόμενον εἰς τόν Δοσίθεον φέρει ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου παρά τῶν Λατίνων ἐπιστολαί τινές» προφανῶς δηλοῦν ὅτι περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου ὑπάρχουσι καί ἄλλα κείμενα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καταχωρίζων πρός ἀντιπαραβολήν τά δύο κείμενα, τό γνήσιον, ὡς λέγει, καί τό πλαστόν, εἰς μέν τό γνήσιον οὐδεμίαν σημειώνει Ἐπιγραφήν, εἰς δέ τό ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομαζόμενον πλαστόν σημειώνει: «Σιγγίλιον Πατριαρχικόν καί Συνοδικόν. Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου πρό 12 ἡμέρας ἀρχίζειν τούς μῆνας». Καί οὕτω ἐνῶ ὁ Δοσίθεος σημειώνει ρητῶς ὡς ἐπιγραφήν «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου», ταύτην ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταχωρίζει εἰς τό δῆθεν πλαστόν κείμενον διά νά παραπλανήση τούς ἀναγινώσκοντας ὅτι τό «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου» εἶναι πλαστή προσθήκη μή περιεχομένη εἰς τό γνήσιον κείμενον. Ἀφοῦ δέ καταχωρίζει ὡς ἔχει, τόν πρόλογον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμία, ἔπειτα θέτων ὀλίγα ἀποσιωπητικά τελειώνει τήν ὅλην ἐπιστολήν μέ τόν ἐπίλογον «Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν κλπ».
Τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου
Ἀλλά τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου εἶναι μακρότατον, ὁλόκληρον δέ τό ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σκοπίμως παραλειφθέν μέρος, ὅπερ εἶναι σημαντικώτατον ἔχει ὡς ἑξῆς:
«...Δεύτερον καί ὑφηγούμεθα παντί χριστιανῶ Ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τό παρ’ ὑμῖν Πασχάλιον, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθον τοῖς ὁρισθεῖσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, μένει ὀρθόν καί εἰς αἰῶνας σταθερόν διαμενεῖ, ἕως οὗ φυλάττει τήν τάξιν ἥν ἔλαχεν ἀπαρασάλευτον, ἀρίστως ἐσκεμμένην τοῖς θείοις Πατράσιν, ὧν οὐδείς τῶν νῦν οὔτε τήν ἐπιστήμην οἶδε τῆς ἀστρονομίας κατ’ ἐκείνους τούς ἀρίστους, οὔτε τόν ἁγιασμόν ἔχει, πλήν εἰ μή που δοκήσει, τά δ’ ἄλλα ἐστίν ἀληθείας μακράν. Τεσσάρων γε ὄντων τῶν τοῦ Πάσχα διορισμῶν, ὁ πρῶτος ἐντέλλεται, ὅτι δεῖ μετά τήν ἰσημερίαν τήν Ἐαρινήν τό Πάσχα τελεῖν. Ὁ δεύτερος ὅτι μή τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς Ἰουδαϊκῆς τελετῆς. Ὁ τρίτος ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετά τήν ἰσημερίαν ἀλλά τήν πρώτην μετ’ ἰσημερίαν Πανσέληνον. Ὁ τέταρτος, ὅτι καί μετά τήν Πανσέληνον εὐθύς, τῆς ἑβδομάδος τῆ πρώτη. Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως. Χάριτι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου καί ἕως τοῦ νῦν ἀεί τό Πάσχα τό ἱερόν μετά τό νομικόν γίνεται καί ἐν Κυριακῆ, καί σύγχυσιν οὐκ ἔγνωμεν ἵνα εἰς διόρθωσιν ἀναστῶμεν.
Καλῶς γάρ διετυπώθη τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί αἰωνίως διαμένει ἄπταιστον, κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ὠρολόγιον, καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον. Εἴ γε δι’ ὅλων ρλδ ἐνιαυτῶν νυχθήμερον ἕν συνάγουσιν, εὔδηλον ὅτι ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου, ἡμέραι μόνον ἐννέα καί ὧραι παρά μισήν στιγμήν συνάγονται καί λείπεται. Εἰ καί δι’ ἑκατόν εἴκοσι χρόνων νυχθήμερον ἕν γενήσεται, ἔσονται ἡμέραι δέκα καί ὧραι δέκα, καί πλεονάζει. Τά τοιαῦτα καί ἐπισφαλῆ φαίνονται, ἀλλά καί κατά τούς τήν Ἐπιστήμην τά ἀστροθεάμονα δεινούς, τόν μέγαν Πτολεμαῖον καί ἄλλους, ἐσφαλμένα ταῦτα εὑρίσκονται.
Ἐν τριακοσίοις γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνοι καί μικρόν τι πρός, νυχθήμερον ἕν συνάγεσθαι ἀποφαίνονται, καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, ὁμαλήν γάρ ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαράκλιτον. Ἀλλά παρά τήν ἀπαρίθμησιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐναιυτοῦ καί κατά τούτους ἡμέραι τέσσαρες καί ὧραι πέντε καί στιγμαί ιβ ἀπό τῆς ἐν Νικαία καί δεῦρο γίνονται.
Καί τούτων οὕτως ἀναμετρουμένων καί τῆ Ἑλλήνων σοφία ἔτι ἀναδείκνυται, ὅτι ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον, ἵνα φανῶσι μόνον ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα, βέλτιον οὖν ἦν αὐτοῖς μή καινοτομεῖς καί ταῦτα μεταποιεῖν καί ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ στάσεως οὐ μετρίας γίνεσθαι πρόξενοι, ἤ κἄν βίαν μή ἐπάγειν ἕνεκα τούτων, ὅπερ τολμῶσιν, οὐκ εὔλογον λογίζηται ὡς τοῖς ἀντεχομένοις τά καλῶς ὁρισθέντα τοῖς Ἱεροαγίοις πατράσιν, οὐ μόνον λελογισμένον ἀλλά καί θεῖον.
Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν σημειωσάμενοι καί τό ἀληθές».
(ᾳφπγ΄ ἔτος τό ἀπό Θεανθρώπου.Νοεμβρίου κ. Ἰνδικτιῶνος ιβ).
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Ὁ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος
Ἐκτός ὅμως τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου, ἐπικαλεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος αὐτήν τήν Συνοδικήν πρᾶξιν τῆς ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, κατά τό ἔτος 1593 συνελθούσης Μεγάλης Συνόδου, ἥτις συνεκλήθη ὄχι μόνον πρός κύρωσιν τοῦ ἱδρυθέντος Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πρός ἀποβολήν τοῦ νέου Καλενδαρίου. Καί εἰς τήν καταχώρησιν τοῦ κειμένου τῆς πράξεως ταύτης, ἥν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του λέγει ὅτι ἀντέγραψεν ἀπό τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, ἐτἠρησε τήν αὐτήν τακτικήν τῶν ... ἀποσιωπητικῶν, παραλιπών ὅσα μέρη τῶ ἦσαν ἀσύμφορα, ἐνῶ παραθέτει ὡς πλαστόν δῆθεν κείμενον τῆς αὐτῆς πράξεως, τήν συλλογήν διαφόρων περικοπῶν αὐτῆς ὑπάρχουσαν εἰς κώδικας διαφόρων Μονῶν.
Ἡ πρᾶξις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἧς μετέσχον ἀφ’ ἑνός μέν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ἀντιπροσωπεύσας τόν Ἀντιοχείας ‘Ιωακείμ καί τόν Σωφρόνιον Ἱεροσολύμων, ἀφ’ ἑτέρου δέ 41 Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι δημοσιευμένη εἰς τόν «Τόμον Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου ἐν σελ. 541. Ἔχει δέ καί αὕτη ἐν τῶ Τόμῳ ἐπικεφαλίδα τήν ἑξῆς: «Πρᾶξις Συνοδική ἒν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα Λατίνων καινοτομίας»
Ἀκολουθεῖ εἶτα ὁ Πρόλογος, ὅν καταχωρίζει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἰς χωριστήν στήλην ὀνομάζων αὐτήν «γνήσιον κείμενον». Ἀλλά λησμονῶν ὅτι ὁμιλεῖ περί γνησιότητος παραλείπει εὐθύς ἀμέσως ἐξ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τήν ἀνωτέρω ἐπιγραφήν ἵνα ἀποφύγη τήν λέξιν «ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου».
Μετά δέ τόν Πρόλογον ὑπάρχει τό ἑξῆς ἐκτενές κείμενον, τό ὁποῖον πάλιν ὁλόκληρον παραλείπει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
«...... Μελέτιος ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας εἶπεν. Οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι χαρακτηριστικόν τῆς πρός τόν Σωτῆρα καί Θεόν ἡμῶν ἀγάπης ἡ ποιμαντική ἐστίν ἐπιμέλεια. Πέτρε γάρ φησί, φιλεῖς με, ποίμαινε τά πρόβατά μου, δι’ ἥν αἰτίαν καί ἡμεῖς πολλούς πολλάκις ἀγῶνάς τε καί κόπους καί κινδύνους ὑπεμείναμέν τε καί ὑπομένομεν, ὡς οἴδατε, καί νῦν γε ἐπειδή πρός ἡμᾶς γράμματα ἀπεστάλη, παρά τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ ἡμῶν καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων ἀξιοῦντα παραγενέσθαι ἡμᾶς εἰς Κωνσταντινούπολιν, τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀναγκῶν χάριν.
Ἐγώ γε καί τοῖς γράμμασι τοῖς ἀπό Μοσκοβίας τῆς ὀρθοδοξοτάτης παρά τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδώρου ἐντυχών, καί ἑκατέρου τῶν πραγμάτων ὑπερφροντίζων τῆς τε ἀνάγκης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς βασιλικῆς ἀξιώσεως, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν εὐλάβειαν ἀκριβῶς τά λεγόμενα παρ’ ἡμῶν σκεψαμένη συμψηφίσασθαι ἡμῖν περί τῶν λεχθησομένων, ὅπερ ἄν δίκαιον εἶναι φανῆ.
Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τά τῆς εὐσεβείας δόγματα τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσιν καί τρανωθεῖσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος διά τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων Ἁγίων, διαπρεψάντων ἐνταῦθα, ἐν τε τῆ Ἁγία Συνόδω τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ Συνόδοις, μέχρι τῆς Ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν Νικαίᾳ συναθροισθείσης ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἐπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδοις.
Ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, οὐ μόνον κατά τά τῆς θεογνωσίας καί εὐσεβείας δόγματα, ἀλλά καί κατά τήν ἱεράν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, δίκαιόν ἐστιν καί ἡμᾶς, πάντα νεωτερισμόν τῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων περιορίζειν, εἰδότες ὑπαιτίους γεγονέναι άεί τούς νεωτερισμούς τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν συγχύσεως τε καί διαστάσεως, ἀλλά τοῖς ὅροις ἕπεσθαι τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά παρ’ αὐτῶν δογματισθέντα ἀπαράτρωτα, δίχα προσθήκης ἥστινοσοῦν, καί χωρίς ἀφαιρέσεως ἐνστερνιζομένους κατά τόν πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου κανόνα οὕτως ἔχοντα. «Τοῖς τήν ἱερατικήν ἀξίαν κλπ κλπ».
Ὁμιλεῖ λοιπόν καί ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις ὄχι μόνον περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἐν γένει περί ἀποβολῆς παντός νεωτερισμοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἥτις πλέον, ὡς λέγει, ὑπάρχει κατηρτισμένη καί ἤτις «τό τέλειον εἴληφεν», δηλαδή ἔχει εἰς τήν τελειότητα καί τά δόγματά της καί τό ὅλον αὐτῆς καθεστώς ὡς πρός τήν τάξιν αὐτῆς, δηλαδή ὡς πρός τάς ἑορτάς της, τά τῆς νηστείας καί ἐν γένει τά τῆς θείας λατρείας. Νεωτερισμόν δέ ἀπόβλητον ἐννοεῖ προφανῶς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν, ἐξ’ αἰτίας τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις.
Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία
Ὅτι κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἡ ἀνατροπή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀπεκρούσθη οἱαδήποτε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου βεβαιοῖ κατηγορηματικῶς ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία διερμηνεύουσα τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν κοινήν συνείδησιν αὐτῆς. Ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία Μελετίου ἀρχαίου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Τόμῳ 3ω καί ἐν σελίδι 402 & 9 σημειοῦνται τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ αφπγ΄ (1583) ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων».
Τήν αὐτήν πληροφορίαν περί καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, ἐν Τόμῳ 3ω, (1453 – 1908) ἐν σελ. 124 -125 γράφουσα περί τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1583 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἥτις, ὡς λέγει ὁ Βαφείδης, ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου καί ἥτις κυρίως, λέγει ὁ Βαφείδης, καταδικάζει τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Παρακατιών δέ ὁ αὐτός ἱστορικός λέγει: «Ὁμοίως κατά τό 1587 συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει, ἐν ἧ παρόντων Ἱερεμίου τοῦ Β΄, Μελετίου τοῦ Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου κατεκρίθη τοῦ Ἡμερολογίου ἡ διόρθωσις ὡς ἐπισφαλής καί οὐκ ἀναγκαία, πρόξενος δέ μᾶλλον πολλῶν κινδύνων.
Αὐτός οὗτος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὠς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῆ «περί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» συγγραφῆ του (σελ. 482) ἀναφέρει περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γράφων ἐπί λέξει: «Ἕνεκα τῆς πάλης αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄ εἰς περιοδείαν τῶ 1584 πρός συλλογήν ἐράνων, μεταβάς δέ εἰς Κων/λιν τῶ ἔτει ἐκείνω συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου.... Τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα». Ὁ αὐτός δέ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν ἔτει 1918 δημοσιεύσας ἐν τῶ «Ἐκκλησιαστικῶ Κήρυκι» Ἀθηνῶν πραγματείαν του περί τοῦ Ἡμερολογίου καί σχολιάζων τήν γνωστήν πρός τόν Δαπόντε Δόγην τῆς Ἐνετίας ἐπιστολήν τοῦ Πατριάρχου (Ἱερεμίου τοῦ Β΄) χαρακτηρίζει ὡς ἄριστα τήν θέσιν ἥν εὐθύς κατέλαβεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Γρηγοριανῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Θεωρεῖται αὕτη ὑπ’ αὐτῆς ὡς μία τῶν «πολλῶν καινοτομιῶν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις».
Ὁ νεώτερος ‘Ιστορικός καί δεινός Κανονιολόγος Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας διά προτάσεώς του, ἥν ὑπέβαλεν εἰς τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τῶ 1929, ὑπογεγραμμένης καί ὑπό τῶν Δρυινουπόλεως καί Δημητριάδος, ὡς καί διά τοῦ ὑποβληθέντος είς αὐτήν μακροῦ ὑπομνήματός του, κατήγγειλε τό Νέον Ἡμερολόγιον ὡς ἔργον ἀσεβείας ἔναντι τῶν ἑπτά Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὡς ὑποσκάπτον τά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβεβαίουν δέ οἱ ἀνωτέρω τρεῖς Ἱεράρχαι εἰς τήν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν πρότασιν, ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν κοινῆ Συνόδῳ ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ καί λοιπῶν ἀπέκλεισαν δι’ ἀναθέματος τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ δέ Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας χαρακτηρίζει ἐν τῶ ὑπομνήματι του ἐκείνω τήν γενομένην ἡμερολογιακήν διόρθωσιν ὡς «παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν».
Ὁ Ρῶσος Ἀρχιμανδρίτης Πορφύριος Οὐσπένσκι, κατά τό ἔτος 1880 ἐδημοσίευσε εἰς τά Ρωσικά περιοδικά καί τά Πρακτικά τῆς Μεγάλης Συνόδου 1583-1593 καί τήν ἀπόφασιν ἤ Σιγγίλιον ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄. Ἀντέγραψε δέ ταῦτα οὐχί ἐκ τῶν κωδίκων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ἐκ τῆς Μεγάλης Βιβλιοθήκης τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἔνθα ὑπάρχουν ἐν χειρογράφω κώδικι τά ἄνω στοιχεῖα περί τῆς καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί πάντα ταῦτα ἐδημοσίευσεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρουμανίας εἰς τά ἐπίσημα περιοδικά αὐτῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ἀριθμ. 11/1880 καί «ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἀριθμ. 12/1881 ὑπό τόν τίτλον: «ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ».
Καί ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν Ρουμανίαν ἀκριβῶς καθ’ ἥν ἐποχήν στενοκέφαλοι τινές νεωτερισταί ἠθέλησαν νά κάμουν λόγον περί ἀλλαγῆς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡμερολογίου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν ἄνω ἐπισήμων ἐγγράφων περί καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐχαλιναγώγησε τάς καινοτομικάς ὁρμάς των. Ἐπί πλέον δέ ἡ Σύνοδος ἐπί τῆ βάσει τούτων καθαρά ἐδήλωσεν ὅτι «Οὐδεμία Ἐκκλησία δύναται νά μεταβάλη τό Ὀρθόδοξον Ἡμερολόγιον ἄνευ κινδύνου νά γίνη σχισματική ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας».
Παράτολμος αὐθαιρεσία
Ὅταν τοιαύτας ἀναμφισβητήτους ἱστορικάς μαρτυρίας καί ὁμολογίας καί ἀποφάνσεις ἔχομεν περί τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς καινοτομίας ἀντιβαινούσης εἰς τό πνεῦμα τῶν διατάξεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι αὐθαιρεσία παράτολμος καί ἀντίθετος πρός τήν ἱστορικήν ἀλήθειαν, ψευδής δέ διακήρυξις, τό γραφόμενον καί ἐπαναλαμβανόμενον στομφωδῶς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὅτι «οὐδέποτε κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας τό νέον ἡμερολόγιον» καί ὅτι δέν ἀπεκλείσθη ὑπ’ αὐτῆς πᾶσα διόρθωσις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ; Εἶναι βέβαιον καί ἀναμφισβήτητον ὅτι μεταβολή τοῦ Πασχαλίου ἐξυπονοεῖ μεταβολήν τοῦ Ἡμερολογίου, ἤτοι παντός τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος καί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἐνιαυσίου περιόδου καί τῶν κινητῶν ἐορτῶν΄ καί ἀντιθέτως μεταβολή τοῦ ἡμερολογίου, ἐξυπακούει ἀπαραιτήτως τήν μεταβολήν τοῦ Πασχαλίου, διότι τό Πασχάλιον τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρον εἶναι προσηρμοσμένον ἐπί τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὡς εἶναι προσηρμοσμένον ἐπ’ αὐτοῦ τό ἑορτολόγιον ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπίσης προκύπτει ἐξ’ ὅλων τῶν κειμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, ἐξ’ ὅλων τῶν λόγων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅτι ἡ ἀνατροπή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πασχαλίου καί ἠ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ταυτίζονται, διότι οἱ ὁμιλοῦντες περί μεταβολῆς τοῦ Πάσχα ὁμιλοῦσι περί τοῦ «νέου Καλενταρίου» καί «τἀνάπαλιν».
Τό ὅλον, τό κύριον θέμα, εἶναι τό ἡμερολόγιον καί τό μέρος, τό ἐξαρτώμενον ἀναποστάστως ἐκ τοῦ ἡμερολογίου, εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα. Οὐδείς ἐσκέφθη νά χωρίση τό Πάσχα ἀπό τόν ὅλον ἠμερολόγιον καί οὐδείς Πατήρ, οὐδεμία Σύνοδος, οὐδεμία Πατριαρχική Πρᾶξις διακρίνει ὡς πρός τήν καταδίκην τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Πασχαλίου ἀπό τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα ἐξαρτώμενα τό ἔν ἐκ τοῦ ἄλλου. Τό πνεῦμα δέ ὅλων τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τῶν συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων εἶναι ρητή κατάκρισις καί καταδίκη τοῦ Παπικοῦ νεωτερισμοῦ, ἤτοι τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ὡς ἀνατρέποντος τήν καθεστηκυίαν τάξιν καί συνήθειαν ἐν τῆ Ἐκκλησία.
Ὅταν ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα καί εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ὁρίζονται ἀναθεματισμοί καί ἀφορισμοί διά τήν μετατροπήν τοῦ Πασχαλίου, ἥτις γενικῶς κατεκρίθη καί κατεδικάσθη ἐκκλησιαστικῶς, δέν εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές ὅτι αἱ καταδῖκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συγχρόνως καταδῖκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ Ἱουλιανοῦ ἡμερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου κύκλου;
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁμιλεῖ περί «κεκρατηκυίας συνηθείας» ἐν τῆ Ἐκκλησία καί ἀναφωνεῖ: «Μή καινοτομίαν καί ἀφαίρεσιν ποιήσασθαι τῆς εὐσεβῶς ἐν ἡμῖν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία οὔτε προσθήκην, οὔτε μείωσιν ἐπιδέχεται, μεγίστη γάρ τόν προστιθέντα ἤ τόν ἀφαιροῦντα τιμωρία δεσμοῖ. Ἐπικατάρατος γάρ φησίν, ὅς μετατίθησιν ὅρια πατέρων αὐτοῦ». Δέν εἶναι τοῦτο φοβερά καταδίκη καί ἀναθεματισμός καί κατάρα κατά τῶν ἀποτολμώντων πᾶσαν καινοτομίαν εἰς τήν «κεκρατηκυίαν συνήθειαν» καί δή εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἡμερολόγιον;
Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκτός τῶν Πρακτικῶν αὐτῆς ἐξέδωκε καί τόν Ὅρον αὐτῆς, ὅστις περιφρουρεῖ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν παράδοσιν αὐτῆς. Καί εἰς τόν Ὅρον τοῦτον περιλαμβάνεται καί ἡ ἑξῆς διάταξις: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ‘Εκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα». Τό δέ «Συνοδικόν» τοῦ Τριωδίου τό ἀναγινωσκόμενον ἐν τῆ Ἐκκλησία κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν ἀναθεμάτων περιλαμβάνει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν Ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα Ἀνάθεμα γ΄».
Δύναταί τις νά εἴπη σοβαρῶς, λελογισμένως καί ἐν καλῆ πίστει, ὅτι αἱ ἀνωτέρω τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Διατάξεις δέν ἐφαρμόζονται καί διά τήν ἀθέτησιν τῆς περί τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῆς Ἐκκλησίας συνηθείας καί παραδόσεως;
Ἀναφωνῶν ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ὅτι «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΣΤ αἰών, τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου, κατά τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει Μεγάλη Σύνοδος ἐπί τοῦ Ἱερεμίου» δέν διερμηνεύει τήν κρατοῦσαν τότε ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν, τό πνεῦμα καί τό νόημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, καθ’ ἅς καί ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καταδικασθεῖσα καί ἀναθεματισθεῖσα αἵρεσις καί ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον ὑπόκεινται εἰς τήν αὐτήν μετά τῶν αἱρετικῶν κατάκρισιν;
Δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἱστορικός συγγραφεύς δέν κατανοεῖ τά ἀνωτέρω, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἄλλοτε ἐδίδαξε καί ἐκήρυξε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μή ἔχη ὀρθήν ἀντίληψιν περί τῆς σοβαρότητος, τῆς καταδίκης καί τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι θεωρεῖ τό Ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον σοβαρώτατον ζήτημα δυνάμενον νά συνεπαγάγῃ τό ἀνάθεμα, ὥστε ὁ ἴδιος πρό τινων ἐτῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ι. Συνόδου ἀντιθέτως πρός ὅ,τι σήμερον κηρύσσει, ἀναθεμάτισε καί ἀφώρισε εὐσεβεστάτας μοναχάς τῆς Τήνου διότι εἶχον τό σθένος νά ἀκολουθῶσι τό ἐκ παραδόσεως αἰώνων ἐφαρμοζόμενον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον.
Εἶναι φαρισαϊκή προσήλωσις εἰς λέξεις καί γράμματα νά ἀποφαινώμεθα ὅτι διά τήν διόρθωσιν τοῦ Ἡμερολογίου δέν ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνάθεμα» εἰς τάς Πατριαρχικάς ἀποφάσεις. Διότι τί ἄλλο σημαίνουν αἱ ἀπαντώμεναι εἰς τάς ἀποφάσεις ταύτας ἐκφράσεις «ἀπέκρουσεν», «ἀπέβαλεν», «κατέκρινεν», «κατεδίκασεν» τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, εἰμή ἀποδοκιμασίαν καί ἀναθεματισμόν.
Ὁ ἀναγινώσκων τήν Ἀρθρογραφικήν ἐπίθεσιν τοῦ ΄Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί βλέπων μετά πόσης εὐκολίας καί ἀποφθεγματικότητος ὁμιλεῖ οὗτος περί πλαστότητος καί παραποιήσεως ἱερῶν κειμένων ὑπ’ αὐτῶν καί ὅτι παραθέτει εἰς ἀντιβολήν φωτοτυπημένα κείμενα γνήσια δῆθεν καί πλαστά νομίζει ὅτι πρόκειται περί ἀποκαλύψεως κανενός φοβεροῦ ἐγκλήματος, περί προσβολῆς τοῦ Ὁμοουσίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤ περί παραχαράξεως τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Καί ἀπορῶν ἐρωτᾶ: Ἀλλά τί ἔπραξαν τέλος πάντων οἱ Ζηλωταί Μοναχοί, ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης - ὁ κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτουργός τῆς Πλαστογραφίας, μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως – καί οἱ νεώτεροι ἁγιορεῖται Ζηλωταί; Ποῖον ἰδοτελῆ σκοπόν ἐπεδίωκον διά νά διαπράξουν τοιοῦτον ἔγκλημα; Ἦσαν τάχα ὄργανα προπαγάνδας ἀντιθρησκευτικῆς; Ἦσαν ἄπιστοι καί ἐμπαῖκται τῶν θείων Πατέρων; Ἤ ἦσαν λαοπλάνοι καί ἐκμεταλλευταί;
Τίποτε ἐξ’ αὐτῶν ἀπολύτως. Οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται δέν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο ἤ νά ἐπαναλάβουν καί νά διαδώσουν καί νά ἐξάρουν τάς Συνοδικάς πράξεις καί Πατριαρχικάς ἀποφάσεις, ἅς εὗρον εἰς Κώδικας καί βίβλους τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τῶν μετέπειτα. Καί αἱ ἀποφάσεις αὗται καί αἱ Συνοδικαί πράξεις - ἀναμφισβήτητα ἱστορικά κειμήλια – καταβοῶσι τῆς καινοτομίας τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, καί τήν καταδικάζουν καί ἀναθεματίζουν τούς ἀκολουθοῦντας αὐτήν. Ἄν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητιώτης καί οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται συλλέξαντες ἐπιμελῶς πάντα ταῦτα τά ἔγγραφα τά ἐπέγραψαν ὡς «Σιγγίλια», ἤ ὡς «πράξεις», ἤ ὡς «ἀποφάσεις», ἤ ὡς «Κανόνας», ἤ ἄν συνέταξαν περιλήψεις αὐτῶν, ἤ ἄν τάς ἐφωτοτύπησαν, ἤ ἄν τάς διένειμαν εἰς φυλλάδια διά τούς πιστούς, ὅμως δέν ἠλλοίωσαν οὔτε τήν οὐσίαν, οὔτε τό πνεῦμα καί τήν ἔννοιαν αὐτῶν, ὥστε νά κατηγορῶνται ὡς πλαστογράφοι.
Ποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης νά πλαστογραφήση τά περί τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου κείμενα ἀφοῦ τότε δέν εἶχεν ἀνακινηθῆ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα καί οὐδείς εἶχε σκεφθεῖ διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν τούτοις μέ ὅλην τήν κακήν προσπάθειάν του καί τάς φωτογραφικάς του πλάκας καί τάς κατά τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων συκοφαντίας του, δέν ἀπέδειξε διά τῶν ἄρθρων του τίποτα ἀπό ὅσα κατηγορεῖ, ἠδίκησε δέ μόνον ἑαυτόν καί διέψευσε τήν φήμην του ὡς ἱστορικοῦ, ἐπιπολαίως καί ἀβαθῶς ἁλιεύσας ἀποκόμματα ἐγγράφων, κατασπαράξας δέ ταῦτα ἵνα τά ἀποδείξῃ πλαστά.
Εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους
Προσεπάθησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του νά παραστήση ὅτι ἡ καινοτομία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ἀσήμαντον πράγμα ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἡμερολογιακήν διαφοράν 13 ἡμερῶν καί ψέγει τούς Ζηλωτάς Ἁγιορείτας ὅτι διά νά τρομοκρατήσουν τήν συνείδησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνεζήτησαν άναθέματα πάσης ἐποχῆς στρεφόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν καί κατά τῶν νεωτεριστῶν, καί ἐδημοσίευσαν ταῦτα ὡς ἔχοντα σχέσιν μέ τήν διαφοράν τῶν 13 ἡμερῶν! Τοῦτο εἶναι τουλάχιστον ἁπλοϊκότης΄ διότι ἀπεδείξαμεν ἀνωτέρω, ὅτι καί οἱ μεταρρυθμισταί τοῦ ἡμερολογίου κατεδικάσθησαν, καί πᾶς νεωτερισμός ὡς ἀθετῶν τήν Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί παράδοσιν ἀναθεματίσθη. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπινοεῖ διά τῶν ἄρθρων του καί ἄλλο ἀβάσιμον καί ἀβαθές ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἡ Ἐκκλησία, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα, ἐν τῆ μερίμνη περί τῶν πιστῶν καί διεκνύουσα τάχα ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν καί τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν οὐδαμῶς θίγουσα τά δόγματα αὐτῆς ἐκανόνισε μέν τά τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀσχέτως πρός οἱανδήποτε ἡμερομηνίαν, μετέθηκε δέ τήν ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων ἀπό τίς 6 Ἰανουαρίου εἰς τήν 25 Δεκεμβρίου, τήν ἑορτἠν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπό τήν 28 Δεκεμβρίου εἰς τήν 29 Ἰουνίου κλπ.
Λησμονεῖ ὅμως ἤ θέλει νά λησμονῆ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἥν ἐποχήν μετέθετε τάς ἀνωτέρω ἑορτάς δέν ἦτο ἀκόμη πλήρως κατηρτισμένη καί δέν εἶχεν ὁλοκληρώσει διά τῶν ἐπτά Οἱκουμενικῶν Συνόδων τό καθεστώς αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐθέσπισε τό καθεστώς αὐτῆς καί ἀφοῦ καταρτισθεῖσα πλήρως «τό τέλειον εἴληφεν» ὡς λέγει ἡ Συνοδική πρᾶξις τοῦ Ἱερεμίου, καί ἀφοῦ ὕψωσεν ὡσεί δόγμα τάς παραδόσεις καί τάς συνηθείας αὐτῆς καί ἀνεθεμάτισε πάντα νεωτερισμόν καί πᾶσαν παράβασιν αὐτῆς, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπέφερε μεταβολήν εἰς τάς ἑορτάς. Καί διά τοῦτο τό ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας προσηρμοσμένον εἰς τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον ἔμεινεν καί κατά τούς δ΄ καί ε΄ αἰῶνας ἀναλλοίωτον, διότι οὐδείς ἄνευ νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε τήν τόλμην νά κάμνη μεταθέσεις ἑορτῶν, ὑποπίπτων ὡς νεωτεριστής εἰς τάς ἀπαγορεύσεις καί τά ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Λέγει ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι ἀπό αἰῶνος, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἀνωτέρω μεταθέσεις ἑορτῶν τινῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἤν ἔληξαν καί αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι, οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη ὅτι ἀνετράπη ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Λέγει δέ τοῦτο, διότι οἵ τε Ζηλωταί Ἁγιορεῖται καί πάντες οἱ χριστιανοί οἱ μή δεχθέντες τήν καινοτομηθεῖσαν τελευταίως ἡμερολογιακήν ἀνατροπήν καί διά τοῦτο εὐλόγως καί δικαίως κληθέντες Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, κατήγγειλαν καί κατεδίκασαν τήν διά τῆς αὐθαιρέτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπελθοῦσαν διαίρεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί διάσπασιν τῆς ἑνότητος αὐτῶν. Ἀλλά καί ἐν τῶ κεφαλαίῳ τούτῳ δέν λέγει τήν ἀλήθειαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν σοφιστευόμενος καί παραπλανῶν τούς ἀναγνώστας του. Διότι ἀείποτε μέριμνα τῶν Πατέρων ἦτο νά μή ἀνατραπῆ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς δἐ διά τήν ἐνότητα ταύτην ἐμερίμνησε ἡ πρώτη ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδος, ἵνα ὡς διεκήρυξεν αὕτη: «Οἱ ἀνά πᾶσαν τήν Οἰκουμένην Χριστιανοί τόν αὐτόν ἑορτάζουσι χρόνον» καί διότι - ὡς γράφει εἰς τήν Συνοδικήν ἐπιστολήν του, ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας – εἶναι δεινόν καί ἀπρεπές «κατά τάς αὐτάς ἡμέρας ἐτέρους μέν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δέ συμπόσια συντελεῖν... ».
Πῶς λοιπόν λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν ὅτι ἀνετρέπετο ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς μεταθέσεως διαφόρων ἑορτῶν; Δέν διεμαρτύροντο οἱ Πατέρες ἀπό τοῦ τετάρτου ἀκόμη αἰῶνος διά τάς διαφοράς καί διαφωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἐν διαφόροις ἡμέραις τελουμένων ἑορτῶν καί νηστειῶν ὑπό ἐκάστης Ἐκκλησίας; Δέν διεμαρτύρετο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὀ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, ὀ Μακάριος Θεοδώρητος, ὁμιλοῦντες περί τῆς «χλεύης διά τήν ἐν τῆ Ἐκκλησία διαφωνίαν» περί τοῦ «ἐπικινδύνου καί ὀλεθρίου τῆς πρός τόν Θεόν άπειθείας ἐν τῆ πρός ἀλλήλους διαστάσει» καί περί τόσων ἄλλων ἐκδηλούντων διαμαρτυρίαν διά τήν καθημερινήν τότε ἀνατροπήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως δέ ἀφοῦ ἔληξαν αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι καί ἀφοῦ μετά τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τήν πλήρη κατάρτισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπαγιώθη ἠ Ἐκκλησιαστική ἑνότης ἐν τῆ Ὀρθοδοξίᾳ καί ἀπηγορεύθη δι’ ἀναθέματος πᾶσα καινοτομία, καί συνεπῶς πᾶσα μετάθεσις ἑορτῶν, οὐδεμία ἐδόθη πλέον ἀφορμή νά καταγγείλῃ τις τήν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλ’ ἀφοῦ μετά τόσων αἰώνων ἑνότητα ἡ νεωτεριστική μανία ἡ καταλαβοῦσα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί εἰσαγαγοῦσα ἄνευ κοινῆς συμφωνίας ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν διέσπασε τήν ἑνότητα ταύτην καί διήρεσε τούς Χριστιανούς εἰς τά τῆς λατρείας αὐτῶν, πῶς ἦτο δυνατόν οἱ γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι καί δή οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται νά μή διαμαρτυρηθῶσι καί νά μή καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῶν πιστῶν τήν διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί διαίρεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας.
Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται διά τήν αὐθαίρετον ἀντικανονικήν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ἀλλαγήν, εἶχον καθῆκον νά τό πράξουν. Τό ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς ἡ θρησκευτική των πίστις καί ἡ μοναχική καί ἐκκλησιαστική των συνείδησις. Τό ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτούς αὐτός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὡς καθηγητής καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἱστορίας ὡς ἱστορικός, διακηρύξας ὅτι «ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου εἶναι παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις, ἀντιβαίνουσα εἰς ἱερούς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀλιγώτερον λοιπόν παντός ἄλλου δικαιούμενος νά ἐξανίσταται καί διαμαρτύρεται σήμερον κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν εἶναι ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.
Ἐάν ὑπάρχη τις, καθ’ οὗ πρέπει νά ἐξαναστῆ καί τόν ὁποῖον πρέπει νά κακίση, οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος, διότι πρίν μελετήση καλῶς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, προέβη μετά καταπλησσούσης εὐκολίας εἰς τήν ἀλλαγήν, διασκελίσας Ἱστορίαν, Κανόνας, Παραδόσεις, Διατάξεις, Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί συνήθειαν ὁλοκλήρων αἰώνων. Καί σήμερον, εὑρισκόμενος πρό ἀμηχανίας καί δικαίας ἐξεγέρσεως κατ’ αὐτοῦ, καταφεύγει εἰς ἀναληθεῖς, ἀτόπους καί σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις δῆθεν πλαστοτήτων καί παραποιήσεων κειμένων. Ἀλλά δυνάμεθα νά ἐρωτήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον: Ποῦ στηρίζει τήν γνώμην του περί πλαστότητος τοῦ κειμένου τῆς ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ἐκδοθείσης Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἤ τῆς πρός Ἀρμενίους ἀπαντήσεως Ἱερεμίου τοῦ Β΄; Πόθεν συνάγει καί πῶς ἀποφαίνεται ὅτι ἡ μόνη (;) ἀπόφασις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται μόνον εἰς τόν Πασχάλιον Κανόνα καί ὅτι δέν περιέχει δῆθεν αὕτη ἀναθεματισμόν κατά τῶν ἀκολουθησάντων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον; Οὐδέν ἄλλο μᾶς λέγει εἰς τά ἄρθρα του εἰ μή ὅτι ὁ Δοσίθεος ἐδημοσίευσε τό πρῶτον τήν ἀπάντησιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ πρός τούς Ἀρμενίους, συνυπογράψαντος καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, ὡς ἐπίσης καί τούς ὀκτώ κανόνας τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1593 ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου καί ὅτι εἰς ταύτας δέν καταδικάζεται ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία, οὔτε ἀναθέματα περιέχονται.
Ἀλλ’ ὁ Δοσίθεος δέν ἐδημοσίευσεν ὅλας τάς ἐπιστολάς καί ὄλας τάς Συνοδικάς ἀποφάσεις τάς σχετικάς μέ τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ ἄλλων Πατριαρχῶν. Εἰς τό κεφάλαιον «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλλενδαρίου», ἔνθα ὁ Δοσίθεος δημοσιεύει τά τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, ἔχει τίτλον «Ἐπιστολαί τινές». Δέν καταχωρίζονται λοιπόν εἰς τόν Δοσίθεον, τά ἅπαντα τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν περί τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἄλλας μαρτυρίας διαψευδούσας τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀρχαῖος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὡς εἴπομεν καί ἀνωτέρω, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν του (σελ. 402, & 9) βεβαιοῖ ὅτι πατριαρχεύοντος τοῦ Ἱερεμίου Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατέκρινε τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλλενδάριον. Ἔχομεν λοιπόν βεβαίωσιν ἱστορικοῦ ἀνδρός ἐπιφανοῦς, ὅτι τό 1583, ὅτε λέγει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἀπεστάλη ἡ πρός Ἀρμενίους ἀπάντησις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄, συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει κατακρίνασα τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Διατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποσιωπᾶ τοῦτο καί άναφέρει μόνον τήν κατά τό ἔτος αὐτό ἀπάντησιν πρός Ἀρμενίους τοῦ Ἱερεμίου; Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι φυσικόν ὅτι ἀπεστάλη κατόπιν τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καί διά τοῦτο ὑπεγράφη καί ἀπό τόν Σίλβεστρον, τόν συμμετασχόντα τῆς Συνόδου. Οὐδέ ἦτο δυνατόν ἐπί τόσω σοβαροῦ ἀντικειμένου νά ἀποσταλῆ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἐπιστολή ἀπαγορεύουσα τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἄνευ προηγουμένης συγκλήσεως Συνόδου ἀποφανθείσης ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καί ἐρωτῶμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον, ποῦ εἶναι τά Πρακτικά τῆς συγκροτηθείσης ταύτης Συνόδου; Δέν περιέχονται εἰς αὐτά ἀναθεματισμοί;
Καί ἄλλη βεβαίωσις
Ἀλλ’ ἔχομεν καί ἄλλην βεβαίωσιν. Ὁ γνωστότατος ἱστορικός συγγραφεύς Φιλάρετος Βαφείδης εἰς τόν Τόμον 3 τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας (σελ. 124-125) ὡς ἀνεφέραμεν καί ἀνωτέρω, γράφων περί τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου λέγει ὅτι «ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπεία τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου, ἥτις καταδικάζει τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Διατί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν ἐφρόντισεν ἐν τῆ ἱστορικῆ του ἐρεύνη ν’ ἀνεύρη τά πρακτικά καί τάς διατάξεις τῆς Συνόδου ταύτης τῆς καταδικασάσης τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλά ὁμιλεῖ περί μιᾶς μόνον Συνόδου ἐπί Ἱερεμίου, τῆς συνελθούσης, ὡς λέγει, κατά τό 1593, ὅτε δέν ὑπῆρχε πλέον ὁ Σίλβεστρος, ἀλλ’ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐν Ἀλεξανδρεία;
Καί ἐπειδή εἰς τόν Δοσίθεον δέν εὑρίσκει παρά τούς Κανόνας τῆς Συνόδου ταύτης μή περιέχοντας ἀνάθεμα ἀποφαίνεται ὅτι ἄρα καί ἀνάθεμα δέν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τήν προηγουμένην τοῦ 1583 Σύνοδον, τήν καταδικάσασαν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον. Ἀλλ’ ἐάν καί ἀφοῦ κατεδικάσθη καί δι’ ἀναθέματος κατά τήν πρώτην Σύνοδον τῶ 1583 ὑπό Ἱερεμίου τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ἐπαναληφθῆ ἠ καταδίκη ἤ τό ἀνάθεμα καί εἰς τήν Β΄ Σύνοδον, ἀλλά κατεχωρίσθη εἰς αὐτήν ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου «ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατρᾶσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα κλπ».
Καί ἐρωτῶμεν ἤδη, εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης διότι περισυνέλεξε, τίς οἶδε διά ποίων μόχθων καί ἐκ τίνων κειμένων πρακτικῶν καί ἀποφάσεων Συνοδικῶν, πάντα τά ἀφορῶντα τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τά ὁποῖα συνέπτυξε ἤ τά συνεχώνευσε καί ἀπετέλεσεν ἕν κείμενον περιλαμβάνον τά οὐσιώδη μέρη τῶν ἀληθῶν καί πραγματικῶν κειμένων τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου περί τοῦ Ἡμερολογίου καί τοῦ Πάσχα ἐκδοθεισῶν, ὡς καί τοῦ Τόμου τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ἔνοχος ἀποσιωπήσεως καί ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας περί τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἐκδοθεισῶν.
Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων.
Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων.
Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων.
Συμπέρασμα
Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὑπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων.
Καί θά ἀκούεται ἐσαεί ἐπικροτουμένη καί ἐπαναλαμβανομένη ὑπό μυριάδων στομάτων εὐσεβῶν χριστιανῶν, γνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ ἔντονος καί καυστική φωνή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας, ἡ ἐντός τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τό πρῶτον ὑψωθεῖσα καί κράζουσα: «Ἱερόν θεωρῶ καθῆκον ... νά χαρακτηρίσω ὡς παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν καί παιγνίδιον ἐν οὐ παικτοῖς τήν ἀλλαγήν, ἤ διόρθωσιν ἤ ὁπωσδήποτε ἄν ἀποκαλῶσι ταύτην τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ὅπερ περιφρουρεῖ ὡς ἄγγελος φύλαξ, τήν πίστιν, τάς παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῶν ἀνά τό πρόσωπον τῆς γῆς διεσπαρμένων, ὅτι ἑορτάζοντες κατ’ αὐτό ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν καί μόνην Πρεσβυγενῆ καί ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν»
ΤΕΛΟΣ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ (ΑΠΟ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ)
Η ελευθερία που χαρίζει ο Χριστός
Ο άνθρωπος συχνά νομίζει ότι είναι ελεύθερος, ενώ στην πραγματικότητα είναι δεμένος με αόρατες αλυσίδες. Άλλοτε τον κρατούν τα πάθη, άλλοτε η φιλαυτία, άλλοτε η προσκόλληση στα υλικά πράγματα και άλλοτε η υπερβολική εξάρτηση από πρόσωπα και καταστάσεις. Όμως ο Χριστός δεν ήλθε για να προσθέσει νέα δεσμά στον άνθρωπο, αλλά για να τον οδηγήσει στην αληθινή ελευθερία.
Όταν κάλεσε τους Αποστόλους κοντά Του, εκείνοι άφησαν δίχτυα, εργασία, βεβαιότητες και κάθε ανθρώπινη ασφάλεια. Δεν εγκατέλειψαν απλώς ένα επάγγελμα. Άφησαν πίσω τους κάθε τι που μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην ολοκληρωτική τους παράδοση στον Θεό. «Δεῦτε ὀπίσω μου» και έγιναν αλιείς ανθρώπων. Έτσι επέστρεψαν στην πρώτη και ευλογημένη εξάρτηση του Παραδείσου, την εξάρτηση από τον Δημιουργό τους.
Πρώτος αγώνας του χριστιανού είναι να συντρίψει τις δαιμονικές εξαρτήσεις. Τα πάθη, η φιληδονία, η φιλαργυρία, η κενοδοξία και κάθε αμαρτωλή συνήθεια φυλακίζουν την ψυχή και σκοτίζουν τον νου. Όμως ο πνευματικός αγώνας δεν σταματά εκεί. Ο άνθρωπος καλείται να ελευθερώνεται όσο είναι δυνατόν και από κάθε υπερβολική προσκόλληση σε πράγματα, καταστάσεις και πρόσωπα, ώστε τίποτε να μη σταθεί ανάμεσα σε αυτόν και τον Θεό.
Γι' αυτό η Εκκλησία παρέδωσε την νηστεία. Δεν είναι απλώς αλλαγή τροφών. Είναι άσκηση ελευθερίας. Μαθαίνει τον άνθρωπο να μην είναι δούλος της κοιλίας και των επιθυμιών του. Η ξενιτεία των Αγίων, η απομάκρυνση από οικεία πρόσωπα και γνώριμες ανέσεις, δεν ήταν φυγή από τον κόσμο αλλά σχολείο απεξαρτήσεως. Ήταν άσκηση εμπιστοσύνης στον Θεό.
Στην έρημο ο Κύριος έτρεφε τον λαό Του με το μάννα. Δεν έδινε αποθέματα για πολλές ημέρες, αλλά την αναγκαία τροφή κάθε ημέρας. Έτσι δίδασκε ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις και εξασφαλίσεις, αλλά να αναμένει με πίστη το έλεος και την πρόνοια του Θεού. Γι' αυτό και ο Κύριος απάντησε στον διάβολο: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ».
Όσο λιγότερο εξαρτάται ο άνθρωπος από τον κόσμο, τόσο περισσότερο μπορεί να εξαρτάται από τον Θεό. Και όσο περισσότερο στηρίζεται στον Θεό, τόσο περισσότερο ελευθερώνεται. Αυτή είναι η μεγάλη παραδοξότητα του Ευαγγελίου. Η απόλυτη παράδοση στον Χριστό δεν οδηγεί σε δουλεία αλλά στην αληθινή ελευθερία.
Οι Άγιοι Πατέρες διδάσκουν ότι η ψυχή που προσκολλάται στον Θεό γίνεται απρόσβλητη από τους φόβους, τις μέριμνες και τις ταραχές του κόσμου. Βρίσκει την ειρήνη που δεν μπορεί να δώσει καμία ανθρώπινη ασφάλεια. Η σωτηρία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποκατάσταση αυτής της ζωντανής σχέσεως με τον Θεό.
Ο Χριστός ονομάζεται Λυτρωτής και Σωτήρας διότι ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε δουλεία της αμαρτίας και τον επαναφέρει στην υιοθεσία της χάριτος. Εκεί βρίσκεται η αληθινή ελευθερία. Όχι στο να κάνει ο άνθρωπος ό,τι θέλει, αλλά στο να μπορεί να ζει ενωμένος με το θέλημα του Θεού.
«Ἐὰν οὖν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» (Ἰωάν. 8,36).
ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 1983 ΠΕΡΙ ΤΗΣ "ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ"ΤΟΥ 1971
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ
194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057
Α.Π.417 Ἐν Κορωπίῳ τῇ 22.6.2006
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΗΣ 19 καί 20. 8. 1981 ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ «ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ»
Παραθέτομεν Ἀπόσπασμα Πρακτικοῦ Συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος καί Κύπρου τῆς 19.8.1981, τό ἀφορῶν τήν «Χειροθεσίαν» τοῦ 1971:
«...Μετά μικράν διακοπήν ἤρχισε τό θέμα «ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ».
Κατ’ ἀρχήν ἀνεγνώσθη τό κείμενον τοῦ Βίκτωρος Μοναχοῦ «Πρότασις τῆς 11/24.5.1971». Κατόπιν τούτου ἐζητήθη νά κατατεθοῦν στοιχεῖα περί τοῦ θέματος.
Ὁ Σεβ/τος Κιτίου εἶπεν ὅτι ἔχει πολλά ἐκ τοῦ ‘Αρχείου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ καί ὅτι θά ἀποστείλη τά σχετικά ἀποσπάσματα. Ἐπίσης λέγει ὅτι ἡ πρόσκλησις τήν ὁποίαν ἔλαβε τοῦ λέγει ὅτι ἐξελέγη διά τήν Ἐπιτροπήν ἡ ὁποία θά ὑπάγη εἰς τήν Ἀμερικήν διά νά διαφωτίση τούς Λευκορώσους διά τό θέμα τοῦ Ἡμερολογίου.
Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐγένετο ἀναφορά εἰς τά πρό τοῦ 1971, ἤτοι εἰς τό ρόλον τόν ὁποῖον ἔπαιξεν ὁ Καλλιόπιος, ἵνα παρασύρη τήν Ἐξαρχίαν εἰς Ἀμερικήν.
Εἰς αὐτό τό σημεῖον ὁ Σεβ. Κιτίου εἶπεν ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐσχεδίαζε νά λάβη τήν χειροτονίαν ἀπό τούς Ρώσσους καί ἀφοῦ δέν τήν ἔλαβε ἐνήργησε νά πᾶνε οἱ Ματθαιϊκοί μήπως ἐπιτύχη οὕτω διά τῆς ὁδοῦ ταύτης νά γίνη Ἐπίσκοπος.
Θεολ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Πῶς εἴδατε τούς Κάλλιστον καί Καλλιόπιον κατά τήν παραμονήν σας εἰς Ἀμερικήν. Πάντως ὁ Καλλιόπιος εἶχεν ἐπαφάς μετά τοῦ Καλλίστου ἀπό δύο τουλάχιστον ἤ τριῶν ἐτῶν προηγουμένως.
Σεβ. Κιτίου: Τίποτε δέν γνωρίζω, ἐγώ ἤμουν ἀπομεμονωμένος εἰς τήν Κύπρον.
Σεβ. Βρεσθένης: ’Από πληροφορίας πού ἔχω ὁ Καλλιόπιος ἔλεγε στόν Ματθαῖο Λαγγῆν «Νά πᾶμε στήν ‘Αμερική νά τακτοποιήσουνε τήν ἀναγνώρισι ἀπό τούς Ρώσους» καί ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἔλεγε, «ἄν θέλης νά πάρης τήν μίτρα πήγαινε, οἱ Φλωριναῖοι δέν πρόκειται νά ἐπιστρέψουν».
Σεβ. Ἀργολίδος: Κάποτε, μᾶλλον πρό τοῦ 1970 ἐσυνάντησα τόν Καλλιόπιο στό Μοναστήρι τῶν Ταξιαρχῶν εἰς Ἀθήκια καί χαιρετηθήκαμε, τίποτ’ ἄλλο δέν γνωρίζω.
Σεβ. Κιτίου: Ἡ Μακαρία κάποτε μέ ρώτησε ἄν γνωρίζω περί τοῦ π. Παντελεήμονος εἰς Ἀμερικήν καί ἐγώ τῆς εἶπα ὅτι ἀπ’ ὅ,τι ἤκουσα εἶναι Μακρακιστής.
Σεβ. Κιτίου: Μακαριώτατε εἴχατε συνεννοηθεῖ πρίν μέ τόν π. Εὐγένιο περί τῆς μεταβάσεώς των εἰς ‘Αμερικήν;
Μακαριώτατος: Ὄχι.
Ἀρχιμ. Χρυσόστομος: Περί τοῦ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐνεργοῦσε πρό τοῦ 1970 περί τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου πληροφορίας ἀπό τόν ἴδιο τόν Καλλιόπιο, ὅταν μετά τήν ἐπιστροφήν των ἐξ’ Ἀμερικῆς τό 1971 εὑρισκόμεθα εἰς τό δωμάτιόν του στόν Πειραιᾶ παρόντων καί τοῦ π. Κλήμη μεθ’ ἑνός Μοναχοῦ ἐκ τῆς συνοδείας του, τοῦ Καλλίστου, τῆς Μακαρίας καί ἐμοῦ, ὅπου ἔλεγε ὅτι διά τήν ὑπόθεσιν, ἤτοι τῆς μεταβάσεως εἰς Ἀμερικήν καί ἀναγνώρισιν ἀπό τούς Ρώσους εἴχαμε ἐπαφάς καί συνεννοήσεις πρό δύο ἐτῶν μέ τόν Κάλλιστο καί τήν Μακαρία, ὅπου ἤρχοντο ἐδῶ εἰς τό ταπεινόν μου κελλίον καί τά ἐσυζητούσαμε. Τούς ἔλεγα δέ ὅτι πρέπει νά πᾶμε εἰς τήν Ἀμερικήν καί νά συναντηθοῦν μέ τόν Φιλάρετο νά τούς ἀναγνωρίση. Διότι ἄν πᾶτε στήν Ἀμερική καί δέν συναντῆστε τόν Φιλάρετο μήν πᾶτε καθόλου. Θά φροντίσω ἐγώ νά μήν φανῆ προσυνεννοημένη ἡ συνάντησίς σας. Τηλεφωνικῶς δέ εἶχα ἐπικοινωνήσει εἰς Ἀμερικήν μέ τόν π. Παντελεήμονα ὁ ὁποῖος ὑπεδέχθη εἰς Ἀμερικήν τόν Κάλλιστον τό 1970, καί ὁ ὁποῖος ἐνήργησε νά συναντηθῆ ὀ Κάλλιστος μέ τόν Φιλάρετο. Κατά τήν ἀφήγησιν τοῦ Καλλιοπίου οὐδείς τόν διέψευσε, μάλιστα ὁ Κάλλιστος εἰς μίαν στιγμήν τοῦ εἶπε: «Λέγε, λέγε π. Καλλιόπιε, νά φωτίζωνται τά παιδιά». Χαρακτηριστικῶς ὁ Καλλιόπιος εἶπεν ὅτι ἀρχικῶς ἤρχοντο ὁ Καλλιόπιος καί ἡ Μακαρία ἐδῶ καί ἐφοβοῦντο μήπως γίνουν ἀντιληπτοί πού ἔχουν σχέσι μαζί μου.
Σεβ. Κοζάνης: Ἔχω πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ Καλλιόπιος ἐπῆγε στόν Πολύκαρπο Λιώση καί τόν πίεσε νά ὑπογράψη τήν πληροφορία ὅτι ὁ Φλωρίνης εἶχε πεῖ, ὅτι οἱ Ματθαιϊκοί νά χειροθετοῦνται.
Ἀρχιμ. Χρυσόστομος: Εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐνθυμοῦμαι πού μοῦ εἶχεν εἰπεῖ ὀ Καλλιόπιος ὅτι διά τό θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ματθαιϊκῶν καί τῆς χειροθεσίας των συνεννοήθησαν 4 ἄτομα: 1) Βίκτωρ Μοναχός 2) Πολύκαρπος Λιώσης 3) Ἕνας ‘Αγιορείτης δέν ἐνθυμοῦμαι τό ὄνομα πού μοῦ εἶπε καί 4) Ἴσως ἐννοοῦσε τόν ἐαυτόν του.
Ἐλ. Γκουτζίδης: Ὅλα ἦσαν προκατασκευασμένα ὑπό τοῦ Καλλιοπίου, Βίκτωρος καί Παντελεήμονος. Τά ἐγνώριζον καί ἄλλα πρόσωπα, ὅπως ὁ π. Κων/νος Ἀλεξανδρόπουλος, ὅστις ἐπανειλημμένως μέ ἠρώτησεν πῶς θά γίνουν δεκτοί οἱ Ἀρχιερεῖς ἀπό τούς Ρώσους. Καί εἰς τήν ἀπάντησίν μου ὅτι δι’ ἁπλῆς Συνοδικῆς Πράξεως, ἐφ’ ὅσον βεβαίως πρωτίστως ὑπάρξει ταυτότης ἐν τῆ Πίστει, οὗτος μέ διεβεβαίωσεν ὅτι θά γίνουν δεκτοί διά χειροθεσίας.»
Μεθ’ ἡμέρας δέ ἦλθε εἰς τό Γραφεῖον καί εἰρωνικῶς μοῦ εἶπεν: «’Ἐλευθέριε τούς ἐχειροθέτησαν», ὅταν ἐμεῖς ἀγνοούσαμε τά πάντα.
Ἡ ἀπάντησίς μου ἦτο: «Εἶναι ἀδύνατον, τότε δέν εἶναι Ἐπίσκοποι. Πῶς λοιπόν ἐγνώριζε τά πάντα ὁ π. Κων/νος;;».
Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὅτι εἰς τό ἀεροδρόμιον ἐπληροφορήθην ὑπό τοῦ Κων/νου Σαραντοπούλου ὅτι ὁ Καλλιόπιος τοῦ ἐτηλεφώνησε καί τοῦ εἶπεν ὅτι τούς χειροθέτησαν, τότε ἐν καταφανεῖ ἀγανακτήσει ἐπεχείρησα νά ἀποχωρήσω τοῦ ἀεροδρομίου, διότι δέν ἐννοοῦσα νά ὑποδεχθῶ προδότας ἀρχιερεῖς. Τῆ ἐπιμονῆ ὅμως τῶν Κληρικῶν Ματθαίου καί Νικολάου ἀνέμενον νά πληροφορηθῶ ἀκριβῶς. Ὅτε ἔφθασεν ἡ Ἐξαρχία ἦτο καταφανῶς στενοχωρημένη, ἀλλά ἐπεδιώχθη νά δημιουργθῆ ἀτμόσφαιρα πανηγυρική, ἐνῶ οἱ πληροφορίες πού μᾶς ἔδωσαν ἦσαν ὅτι οἱ Ρῶσοι ὀρθοδόξησαν, ὅτι ἠ Ὀρθοδοξία διεδόθη εἰς τά τέσσερα σημεῖα τοῦ κόσμου καί ὅτι ἐδέχθησαν χειροθεσίαν ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς εὐλογίας καί διά νά μήν ἔχη οὐδείς πρόφασιν νά ἐμποδίση τήν ἐνότητα καί τήν πρόοδον τῆς Ἐκκλησίας.
Ἦτο χαρακτηριστικόν τό παράδειγμα πού μοῦ εἶπον: Ὑπῆρχε μία παράβασις ἐξωτερική, τυπική, ὅπως ὅταν ἐσύ εἶσαι παραβάτης καί σέ συγχωρεῖ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν ὁ πνευματικός σου, ἔτσι ἐδέχθημεν καί ἡμεῖς τήν χειροθεσίαν.
Μετά ταῦτα βεβαιωθείς ὅτι δέν θίγει ἡ χειροθεσία τήν ἀκεραιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς χειροτονίας ἠρέμησα καί ἐζήτησα συγγνώμην, διότι ἀπεδοκίμασα ὡς προδότας τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐξαρχίας. Ἔσφαλα ὅμως διότι ἐζήτησα τά κείμενα καί δέν ἐπεμεινα εἰς γραπτάς βεβαιώσεις, ἀλλά ἐπείσθην εἰς τά προφορικῶς λεχθέντα.
Σεβ. Κιτίου: Θά σᾶς πῶς ὅ,τι ἠσθανόμην καί τότε καί τώρα. Ὅταν ἦλθα εἰς τήν Ἑλλάδα μοῦ εἶπον, εἶσαι ἕτοιμος νά φύγωμεν δι’ Ἀμερικήν; Καί ἀπήντησα ναί εἶμαι. Καί σύμφωνα μέ τήν πρόσκλησιν ξεκίνησα ἔχων τήν ἐντύπωσιν ὅτι θά διαφωτίσωμεν τούς Ρώσους διά τό Ἡμερολόγιο. Ἀπό τήν ἡμέρα τῆς ἀφίξεώς μας εἰς τήν Ἀμερικήν δέν ἐπικοινωνούσαμε μεταξύ μας ἕως τήν προηγουμένην πού θά εἰσερχόμεθα εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων.
Σεβ. Κιτίου: Ἀναγινώσκει ἐξ ἐγγράφου του τό ἱστορικόν τῆς ἑνώσεώς των μετά τῶν Ρώσων.
Σεβ. Κιτίου: Κατά τόν Αὔγουστον τοῦ 1971, ἔλαβον μίαν ἐπιστολήν ἐκ τοῦ π. Εὐγενίου Τόμπρου, διά τῆς ὁποίας ἐκαλούμην εἰς Ἑλλάδα καί μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ ἐξέλεξε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, νά ὑπάγωμεν εἰς Ἀμερικήν νά φωτίσωμεν τούς ἀνωτέρω Ρώσους διά τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου.
Ἔφθασα εἰς Ἑλλάδα τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1971. Τήν ἄλλην ἡμέραν συνελθοῦσα ἡ Ἱερά Σύνοδος χωρίς ἄλλης ἐξηγήσεως ἀπεφάσισεν νά φύγωμεν ἀμέσως διά τήν Ἀμερικήν.
Φθάσαντες εἰς ‘Αμερικήν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος, ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος, ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος, Πρωτοσύγκελλος καί Ἀρχιγραμματεύς τῆς Συνόδου καί ὁ π. Καλλιόπιος, ὅστις μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο χωρισμένος ἀπό τῆς «Ματθαιϊκῆς» Συνόδου, τόν μέν Μητροπολίτην Κιτίου καί Καλλιόπιον ἐτοποθέτησαν εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Μεταμορφώσεως Βοστώνης ΗΠΑ εἰς τόν 3ον ὄροφον, εἰς τόν 1ον ὄροφον ἦτο ἡ Ἐκκλησία, τόν δέ Κορινθίας καί τόν π. Εὐγένιον Πρωτοσύγκελλον, εἰς τό σπίτι τῆς κ. Μαρίας Ἀρβανίτου, πολύ μακρυά ἀπό τήν Μονήν. Ἐκεῖ ἐγώ παρέμεινα ἕως τῆς ἡμέρας πού ἐπήγαμε εἰς τήν Ν. Ὑόρκην δηλαδή τήν 13ην Σεπτεμβρίου.
Εἰς τό διάστημα τοῦτο εἶδον ὅτι ὁ π. Εὐγένιος ἔδωσε τό Ὑπόμνημά του εἰς τόν π. Παντελεήμονα, νά τό μεταφράση εἰς τήν Ἀγγλικήν.
Ὁ π. Παντελεήμων μόλις εἶδε τήν φρᾶσιν, ὅτι «οἱ νεοημερολογῖται ἔχασαν τήν χάριν», τοῦ εἶπε ὅτι δέν θά δεχθοῦν αὐτό οἱ Ρῶσοι. Ὁ π. Εὐγένιος τοῦ ἀπήντησεν: «Ἐσύ βάλε το καί ἀς μή τό δεχθοῦν». Ἄλλην συνάντησιν δέν εἶχον οὔτε μέ τόν Κορινθίας, οὔτε μέ τόν π. Εὐγένιον. Εἰς τήν προσευχήν δέν κατέβαινον. Ὁ π. Καλλιόπιος πήγαινε εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Μιά βραδυά πηγαινάμενος εἰς τό δωμάτιό μου ἐσυναντήθην μετά τοῦ π. Καλλιοπίου εἰς τόν διάδρομον καί μοῦ εἶπεν: «Ἔπρεπε νά κάνετε μίαν αἴτησιν εἰς τήν Σύνοδον διά τήν χειροτονίαν σας». Τοῦ ἀπάντησα δέν ἔχω ἀνάγκην, δέν ἀμφιβάλλω ἐγώ, ἐκτός διά τόν κόσμον ὅπου σκανδαλίζεται. Ὁ π. Καλλιόπιος καί ὀ π. Παντελεήμων ἐπήγαιναν καί ἐσυναντοῦντο μέ τόν Κορινθίας καί τόν Πρωτοσύγκελλο.
Ὅλοι μαζί συναντηθήκαμε καί ξεκινήσαμε διά τήν Νέαν Ὑόρκην τήν 13ην Σεπτεμβρίου. Τό βράδυ ὁ Κορινθίας καί ἐγώ ἐμείναμεν εἰς τό σπίτι τοῦ κ. Ἀντωνίου Γαβαλᾶ, θεολόγου. ‘Εκεῖ ἑωρτάσαμε μόνοι τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, οἱ ἄλλοι δέν ξέρω ποῦ ἔμειναν.
Εἰς τάς 15 Σεπτεμβρίου συνηντήθημεν ὅλοι εἰς Σύνοδον μετά 13 Ρώσων Ἀρχιερέων. Κατ’ ἀρχάς ἀνεγνώσθη τό Ὑπόμνημα καί μετεφράζετο εἰς τά Ρωσικά καί κατόπιν ὁ π. Παντελεήμων μετέφραζε πρός ἡμᾶς εἰς τά Ἑλληνικά. Εἰς μίαν στιγμήν οἱ Ρῶσοι ἔδειξαν θαυμασμόν, δέν ἀντελήφθην διά ποίαν αἰτίαν. Τό ἐξέλαβον διά τό βαθύ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Στό τέλος μᾶς ἀπήντησαν ὅτι δέν ἔχουν δεχθεῖ τό νέον Ἡμερολόγιον, διότι δέν ἔγινε Οἰκουμενική Σύνοδος καί ἐθεώρησαν τοῦτο μοντερνισμόν (νεωτερισμόν). Τώρα λόγω τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπεφάσισαν νά χωρίσουν τελείως ἀπό τούς νεωτεριστάς. Ἀμέσως ὁ π. Εὐγένιος σηκώθηκε καί κατηυθύνθη εἰς ἕνα τραπεζάκι ἐντός τῆς αἰθούσης καί ἐκάλεσε τόν Κορινθίας καί ὑπέγραψε ἕνα χαρτί. ‘Αμέσως μέ ἐκάλεσε καί ἐμένα.
Τόν ἐρώτησα τί εἶναι. Μοῦ εἶπε: «Μία αἴτησις διά νά ἐξετάσουν τό θέμα τῶν χειροτονιῶν». Τοῦ λέγω: «Μἀ ἀκόμα δέν ἡνώθημεν». Μοῦ λέγει: «Ὑπέγραψε καί θά δοῦμε». Ἀμέσως τό κατέθεσε καί ἀνεγνώσθη.
Οἱ Ρῶσοι μᾶς εἶπον: «’Αφοῦ γράφετε ὅτι εἶσθε Κανονικοί, τί θέλετε ἀπό ἐμᾶς». Ὁ π. Εὐγένιος εἶπε: «’Εμεῖς ἔτσι φρονοῦμε. Ἐσεῖς ὡς μείζων Σύνοδος νά ἐξετάσετε συμφώνως τῶν Ἱερῶν Κανόνων». Μᾶς εἶπαν: «Νά βγῆτε ἔξω μισή ὥρα καί θά σᾶς καλέσωμεν». Μετά μισήν ὥραν μᾶς κάλεσαν καί μᾶς ἀνέγνωσαν τήν ἀπόφασιν καί μᾶς εἶπαν: «Εἶσθε εὐχαριστημένοι; ’Εμεῖς αὐτά γράφουμε, ἐσεῖς ὅπως θέλετε πάρτε τα». π. Εὐγένιος: «Νά εἶναι σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, νά μήν εὐθύνεσθε οὔτε ἐσεῖς, οὔτε ἐμεῖς». Μή ὑπαρχούσης καμμιᾶς ἐνστάσεως, ἐσηκώθησαν ὅλοι καί ἔγινεν ἀσπασμός καί ὠνόμασαν τήν στιγμήν ἐκείνην Μικράν Ἀνάστασιν. Ἐγώ εἶχον κάποια ἀνησυχίαν μέσα μου, ἀλλά λόγῳ τόπου, χρόνου καί γλώσσης δέν ἠδυνάμην νά ἐκφρασθῶ. Τήν ἰδίαν ἡμέραν ὅταν μείναμε τήν νύκτα μαζί μέ τόν Κορινθίας, ἄνοιξα τό βιβλίον τοῦ Ἀλιβιζάτου «Σύνοψις Κανόνων» καί ἐρευνώντας τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγω εἰς τόν Κορινθίας: «Σεβασμιώτατε, μᾶς μεταχειρίζονται σάν σχισματικούς. Ἔχω μέσα μου κάποιαν ἀνησυχίαν» Μοῦ λέγει: «Νά τό πῶ τοῦ Πρωτοσυγκέλλου...».
Τήν ἄλλην ἡμέραν, φύγαμε διά Βοστώνην. Ἀνἐμενα νά κληθῶ εἰς συνάντησιν. Δέν ἔγινε. Μετά δύο ἡμέρας ἦλθε τό χαρτί πού ἔγραφε ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ἐκεῖνα πού μᾶς εἶπον ἐν Συνόδῳ περί Ἡμερολογίου. Ἐν τῶ μεταξύ, ἐνῶ ἐκαθόμην μόνος ἐντός τῆς αἰθούσης πλησίον τῆς Ἐκκλησίας, ἦλθε ὁ π. Εὐγένιος καί μέ ρὠτησε ἄν ἦλθε τό χαρτί. Τοῦ εἶπον ὅτι «τό χαρτί ἦλθεν, ἀλλά τίποτα δέν λέγει». Μοῦ λέγει: «Κάτι λέγει. Κάτι λέγει». Τοῦ λέγω: «Ναί, ἀλλά δέν λέγει ὅ,τι πρέπει νά λέγη».
Ἐκεῖ προσπάθησε νά μή καθησυχάση καί μοῦ λέγει: «Μά δέν ἔγινε καί κανένα γεγονός ἤ θαῦμα τοῦ Ματθαίου καί δεσμυεόμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν ἕνωσιν καί τήν ἀποδοχήν τῆς χειροθεσίας». Τότε ἐσκέφθην, ἔφ’ ὅσον ἐδέχθη ὁ π. Εὐγένιος τόν ὁρισμόν νά ἑνωθῶμεν μετά τῶν Αὐξεντιανῶν, καί ἐφ’ ὅσον μία ὁλόκληρος Ἐκκλησία ἐγκατεσπαρμένη εἰς ὅλον τόν κόσμον θά ὀρθοδοξοῦσε μέ χιλιάδας πιστῶν, δέν ἔπρεπε νά ἀντιδράσω καί νά γίνω ἀφορμή διασπάσεως τοῦ τόσον μεγάλου καλοῦ πού ἔμελλε νά λάβη χώραν..... Καί ἔμεινα σιωπηλός.
Τήν ἄλλην ἡμέραν ἔγινε ἡ χειροθεσία τοῦ Κορινθίας. Δέν γνωρίζω τί ἐπηκολούθησεν ἐν τοῖς παρασκηνίοις. Πρίν τῆς ἀπολύσεως ὁ προεξάρχων τῆς τελετῆς, ὁ Γερμανίας Φιλόθεος ὡμίλησεν Ἑλληνικά καί σύν τοῖς ἄλλοις εἶπεν: «’Εσπούδασα εἰς τήν Σχολήν τῆς Χάλκης, γνωρίζω πολλούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν μπορῶ νά ἔχω ἕνωσιν μέ αὐτούς. Μέ ἐσᾶς θά ἔχω ἕνωσιν, μέ τούς Ἕλληνας θά ἔχω ἕνωσιν». Καί τό ἐπανέλαβε, εἶναι δέ μαγνητοφωνημένο.
Εἰς τό σημεῖον αὐτό διεσκεδάσθη ἡ λύπη μου ὡς πρός τήν Ὀμολογίαν, καί ἔκρινα ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Συνόδου διά τήν τελετήν, διορισθείς ἐξ αὐτῆς, ὀμολογεῖ ὄτι κόπτει τήν κοινωνίαν μετά τῶν νεοημερολογιτῶν, συνεπῶς καί ἡ Σύνοδός του, ἐδέχθην καί ἐγώ τήν ἄλλην ἡμέραν χειροθεσίαν, ὥρα τῆς δοξολογίας, χωρίς νά γνωρίζω τί διαβάσανε, ἐφ’ ὅσον ἦτο εἰς ἄλλην γλῶσσαν, χωρίς νά ἐκφωνήσουν ἔξω τίποτα. Ὡμίλησε καί πάλιν τά ἴδια ὁ Γερμανίας, ὅτι δέν θά ἔχη ἕνωσιν μέ τούς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καί ἀντεφώνησα ὅτι ἐπί τῆς Ὁμολογίας ταύτης πεποίθαμεν ὅτι θά τήν τηρήσουν, ὅπως καί ἐμεῖς μέχρι θυσίας αἵματος.
Κατόπιν καθήσαμεν εἰς Τράπεζαν., ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις ἀπό π. Παντελεήμονα, Εὐγένιον κλπ.
Μετ’ ὀλίγας ἠμέρας πήγαμε εἰς Τορόντο Καναδᾶ, συλλειτουργήσαμε μετά τῶν ἱερέων Παντελεήμονος, Παναγιώτη Καραθανάση, Ἀλεξάνδρου Διακόνου καί μἐ ἐκκλησίαν ἀνάμεικτον, ὡς καί πολλῶν Αὐξεντιανῶν.
Ἐκεῖ ὠμίλησεν ὁ π. Εὐγένιος καυχώμενος ὅτι οἱ κόποι του ἐστέφθησαν ἀπό τόν Θεόν καί κατηγορώντας τούς Αὐξεντιανούς, ὅτι χειροτονήθηκαν ἀπό Νεοημερολογίτας κ.λ.π. Ἄρχισα καί πάλιν νά ἀνησυχῶ.
Τά ἐν Ἑλλάδι εἶναι γνωστά εἰς ὅλους.
Ὁ Σεβ. Κιτίου μετά τήν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεώς του εἶπεν. Σκέπτομαι τώρα καί συμπεραίνω, ὅτι ὅλα ἦσαν προσυζητημένα καί προετοιμασμένα, ὥστε νά γίνη ἡ χειροθεσία. Ἡ χειροθεσία ἔγινε στήν Δοξολογία. Δέν εἶχα μελετήσει προσφάτως τό θέμα περί χειροθεσίας διά νά εἶμαι κατατοπισμένος, ὁπότε μέ αἰφνιδίασε.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Σεβασμιώτατε, ἀγία αὐτή ἠ ἀνησυχία σας περί τοῦ Η΄ Κανόνος, διατί ὅμως δέν τήν εἴπατε ἀμέσως, ὅταν ἐπιστρέψατε;
Σεβ. Κιτίου: Ἐγώ τίς ἀνησυχίες μου τίς εἶπα.
Ἐλ. Γκουτζίδης: Ποῦ τίς εἴπατε, Σεβασμιώτατε;
Σεβ. Κιτίου: Δέν ἐνθυμοῦμαι.
Ἐλ. Γκουτζίδης: Οὔτε κἄν τήν ἀπόφασιν εἴδαμε. Τήν γνωρίσαμε δέ τό πρῶτον ἀπό τά «Χαρμόσυνα Μηνύματα» τοῦ Βίκτωρος. Δέν θά ἦτο δυνατόν νά ἀκολουθήση καμμία ἐνέργεια, ἄν ἐγνωρίζαμε τήν ἀπόφασιν.
Μακαριώτατος: Ἐγώ περίμενα στήν συνεδρίασι μέ τούς Κληρικούς νά ἀκούσω τήν ἀπόφασι, ἀλλά δέν ἀνεγνώσθη.
Ἐλευθέριος Γκουτζίδης: Ἡ ρητή δήλωσις τῆς Ἐξαρχίας ὅτι οἱ Ρῶσοι ὡμολόγησαν καί ἀνεγνώρισαν τήν χειροτονίαν τοῦ 1948, τήν δέ χειροθεσίαν ἔκαμαν τυπικῶς ὑπό τύπον μιᾶς συγχωρητικῆς εὐχῆς καί διά τήν ἐνότητα, μᾶς εἰρήνευσε καί μᾶς χαροποίησε, ὥστε νά μήν ἀντιδράσωμεν καθόλου. Δηλαδή πρῶτον ἠ Ὁμολογία τῆς Ἐκθέσεώς των καί δεύτερον ὅτι ἡ χειροθεσία ἦτο μία συγχωρητική εὐχή, ἦσαν αἱ προϋποθέσεις πού ἐδεχθήκαμε τό γεγονός, καί ἐπιδιώξαμε νά δεχθοῦν τουλάχιστον, ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν χειροθεσίαν, ἵνα μή ὑπάρξῃ σχίσμα.
Μεσσηνίας: Ναί ἔτσι δεχθήκαμε τήν χειροθεσία καί ἵνα μή δημιουργηθῆ μεταξύ μας σχίσμα. Ἐνθυμοῦμαι τόν π. Εὐγένιο πού εἶπε, τό κάναμε διά νά γίνη ἡ ἕνωσις νά ἔλθη ἡ εἰρήνευσις στήν Ἐκκλησία θέλουμε δἐν θέλουμε.
Ἀττικῆς: Ναί ἐπεκράτησε τό πνεῦμα νά μή γίνη σχίσμα στήν Ἐκκλησία καί νά δεχθοῦμε τήν χειροθεσία, ἐφ’ ὅσον οἱ Ρῶσοι ἦσαν πράγματι ὀρθόδοξοι κατά τήν διαβεβαίωσιν τῆς Ἐξαρχίας καί ὄτι ἐπρόκειτο περί συγχωρητικῆς εὐχῆς.
Μακαριώτατος: Τήν δεχθήκαμε τήν χειροθεσία σάν τύπο συγχωρητικῆς εὐχῆς.
Σεβ. Κιτίου: Μετά τήν χειροθεσία βαδίζοντες καθ’ ὁδόν Εὐγένιος, Καλλιόπιος, Μακαρία καί ἐγώ, καί ἐνῶ ἤμουν σέ κάποια στιγμή πλησίον τῆς Μακαρίας, μοί εἶπεν αὕτη: «Σεβασμιώτατε νά φύγη τό ὑφ’ ἑνός καί τότε χωρίζουμε ἀπό τούς Ρώσους». Αὐτό μοῦ ἐδημιούργησε ἐκ τῶν ὐστέρων τήν ἐντύπωσι ὅτι ἦτο προσυνεννοημένη ἠ ὑπόθεσις.
Σεβ. Πειραιῶς: Ἄν ὅταν ἦλθε ἡ ‘Εξαρχία μᾶς ἔλεγε πῶς ἔγιναν ἀκριβῶς τά πράγματα θά ἐδιορθώνετο ἡ κατάστασις ἀμέσως τότε.
Σεβ. Κιτίου: Δέν ἀρνοῦμαι τήν ἐνοχήν, ἔστω καί μέ τήν ἀμάθειαν μου, ὅλα τά εἶπα τά πράγματα στήν Σύνοδο τότε.
Σεβ. Μεσσηνίας: Δέν τά εἴπατε, Σεβασμιώτατε.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Αὐτά τά πράγματα Ἅγιε Κιτίου, περί τοῦ Η Κανόνος καί περί τοῦ Γερμανίας δέν τά εἴπατε τότε.
Σεβ. Κιτίου: Δέν φοβοῦμαι, θά πῶ ὅτι ἔφταιξα ἑπτά φορές, ἀλλά φέρουν καί ἄλλοι τήν εὐθύνη.
Σεβ. Μεσσηνίας: Ὁ π. Εὐγένιος εἶχε πεῖ τότε ὅτι ἐδέχθη τήν χειροθεσίαν διά νά γίνη ἡ ἕνωσις.
Κατόπιν ἡ Ἱερά Σύνοδος διευκρίνισε ρητῶς, ὅτι ἐγένετο δεκτή ἡ χειροθεσία ὑπό τήν ρητήν διαβεβαίωσιν τῆς Ἐξαρχίας, ὅτι ἡ Ρωσική Σύνοδος ἐδέχθη τήν Ἐκκλησιολογίαν - Ὁμολογίαν μας καί τήν χειροθεσίαν ὡς ἁπλῆν εὐλογίαν – συγχωρητικήν εὐχήν ὡς μίαν ἐξωτερικήν τυπικήν πράξιν, ταῦτα δέ ἐπί τῶ σκοπῶ τῆς ἑνώσεως καί τῆς εὐοδώσεως τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐν συνεχείᾳ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις διά τήν σήμερον κατόπιν τῆς κεκανονισμένης προσευχῆς».
Παραθέτομεν καί τό Πρακτικόν τῆς συνεδριάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας Ἑλλάδος καί Κύπρου τῆς 20.8.1981, τό ἀφορῶν εἰδικώτερον τήν Ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἀπό ὑπ’ ἀριθμ. 16-11 τῆς 15/28.9.1971.
Σήμερον ἡμέραν Τετάρτην 20.8.1981 καί ὥραν 9.30 π.μ. καί ἐν τῆ αἰθούση τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, παρόντων τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἀνδρέου καί τοῦ Σεβ. Κιτίου, καθώς καί ἁπάντων τῶν Ἱεραρχῶν, ὅπως καί εἰς τάς προηγουμένας συνεδριάσεις ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ωτῆς Ἱεραρχίας.
Ἀρχικῶς ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔκρινε σκόπιμον, ὅπως ἐπανέλθη ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροθεσίας καί ὀλοκληρώση αὐτό.
Σεβ. Κιτίου: Κατόπιν ἀναγνώσεως κειμένου τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ εἴχαμε γνῶσιν ὅτι οἱ Ρῶσοι εἶχον κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Τό ὅτι δέν ἐχειροθετήσαμεν τούς Ἱερεῖς μας αὐτό ἦταν σωστό. Οἱ Ρῶσοι μᾶς ἐδέχθησαν διά τοῦ π. Παντελεήμονος, ὀ ὁποῖος προηγουμένως εἶχεν ἔλθει εἰς ρῆξιν μετά τοῦ Αὐξεντίου. Τοῦτο εἰκάζω ἀπό διάλογον μεταξύ Παντελεήμονος καί Αὐξεντίου. Τοῦ εἶπε: «’Ἄν δέν μέ ἀκούσεις σ’ αὐτά πού σοῦ λέω, θά ἀναγνωρίσω τούς Ματθαιϊκούς». Εἶναι γεγονός ὅτι καί ὁ Σακκᾶς τήν ἔπαθε ὅπως καί ἐμεῖς.
Εἰς τήν συνέχειαν ὁ Σεβ. Κιτίου διευκρίνισεν: «Ὅταν ἤμουν στήν Ἀμερική εἶπα στόν Καλλιόπιο. Δέν ἀμφισβητῶ γιά τήν χειροτονία μου καί οὔτε ἔχω καμμίαν ἀγωνίαν δι’ αὐτήν».
Σεβ. Πειραιῶς: Ναί, σεβασμιώτατε, ἀλλά στήν συνείδησι τοῦ Καλλίστου δέν ἦτο ἡ ἴδια γνώμη.
Ὁ Ἐλ. Γκουτζίδης ἐπισημαίνει τάς ἀντιφάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τήν ἀπόφασιν τῆς Ρωσικῆς Συνόδου καί ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἔργον ἑνός ἀτόμου καί ὄχι τῆς Συνόδου, ἠ ὁποία χωρίς νά τό μελετήση τό ἐνέκρινε. Ὁ π. Εὐγένιος ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζω ἐξέφρασε ὡρισμένας ἐπιφυλάξεις διά τήν ἀπόφασιν πρός τούς Ρώσους Ἐπισκόπους, καί αὐτοί τοῦ ἀπήντησαν: «Ἐδῶ εἴμαστε ἐμεῖς».
Σεβ. Κιτίου: Ἀπορῶ πῶς ὁ π. Εὐγένιος δέν ἀντέδρασε δι’ ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἐγνώριζε πρό τῆς Συνόδου.
Ἐπίσης ὁ π. Χρυσόστομος ἐδήλωσε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ πρώην Κορινθίας ὅτι: «Προσπαθῶ νά πείσω τόν π. Εὐγένιο νά πᾶμε στήν Ἀμερική, ἀλλ’ αὐτός ἀντιδρᾶ. Ἔφθασα δέ στό σημεῖο νά χρησιμοποιήσω ψευδῶς τήν πληροφορία ὅτι εὑρῆκα τό φάρμακο τοῦ ζαχάρου».
Ἐπίσης ὁ π. Εὐγένιος ρητῶς ἀπεφαίνετο ὅτι δέν εἶναι δυαντόν νά μεταβῶμεν εἰς Ἀμερικήν πρίν ἤ ἀποστείλωμεν τό Πιστεύω μας καί τήν ἱστορίαν τοῦ Ἀγῶνός μας ἐγγράφως καί ἐάν μᾶς ἀπαντήσουν ὅτι δέχονται τό πιστεύω μας τότε νά πᾶμε.
Ἐπίσης τήν προηγουμένην τῆς ἀναχωρήσεως δι’ Ἀμερικήν ὁ π. Χρυσόστομος ἐλειτούργησεν εἰς Μοσχάτον καί ἤκουσε χαρακτηριστικῶς παρά τοῦ π. Εὐγενίου λέγοντος πρός τόν Κορινθίας: «Εἶμαι ἄρρωστος. Δέν εἶμαι ἐγώ γιά ταξείδια ἅγιε Κορινθίας», τήν δέ λειτουργίαν μετά βίας τήν ἔβγαλε. Ἐφαίνετο πράγματι πολύ ἄρρωστος.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ὁ π. Εὐγένιος φρονῶ ὅτι ἔπεσε θῦμα Καλλιοπίου Παντελεήμονος καί Βίκτωρος. Τοῦτο δέ τόν ἐπηρέασε ἀποφασιστικά εἰς τήν ὐγείαν του καί τόν ὡδήγησε εἰς τήν παραίτησιν.
Σεβ. Κιτίου: Πιστεύω ὅτι εἶχε τύψεις. Ποῦ ὀφείλεται ὅμως δέν ξέρω. Μετά ἀπό συζήτησιν ὁ ἅγιος Κιτίου λέγει: «Φρονῶ ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη ἐπί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος».
Σεβ. Μεσσηνίας: «‘Εγώ εἶπα ἐπάνω στό θέμα αὐτό, ὅτι πρέπει νά γίνη σοβαρά μελέτη».
Σεβ. Ἀττικῆς: Πρέπει νά ληφθῆ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ διά νά λήξη.
Σεβ. Κιτίου: Ἡ μελέτη θά τά βρῆ ὅλα.
Σεβ. Ἀττικῆς: Νά ἀρχίση ἡ μελέτη ἀπό τίς χειροτονίες.
Σεβ. Πειραιῶς: Δέν προσθέτω τίποτε ἄλλο. Νά γίνη μελέτη καί νά ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐζητήσαμεν ἀναθεώρησιν τῆς πράξεως, ἐπίσης ὅτι εἰς τό ἔγγραφον τό ὁποῖον μᾶς ἀπέστειλαν μετά τήν ἀποκήρυξιν: «Καταπίπτει ἡ χειροθεσία καί ἐπανέρχεσθε εἰς τήν προτέραν κατάστασιν».
Σεβ. Βρεσθένης: Εἶμαι εὐχαριστημένος ἀπό τίς ἐργασίες, ἀλλά πρέπει νά ἀποκατασταθῆ πλήρως τό κῦρος τῆς Ἐκκλησίας, μετά τό πέρασμα ἀπό τίς «Συμπληγάδες πέτρες» δηλαδή τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας.
Σεβ. Φθιώτιδος: Μετά τήν ἀποκάλυψιν τῶν γεγονότων πρέπει νά τονίσωμεν ὅτι κακῶς ἔγινε ὅ,τι ἔγινε καί νά ζητήσουμε διά τῆς μελέτης τήν λύσιν τοῦ προβλήματος.
Σεβ. Κοζάνης: Ἐδέχθημεν πλῆγμα. Τό πρόβλημα ὅμως εἶναι ὄχι εἰς τήν συνείδησιν ἡμῶν, διότι ἡμεῖς τό ἐδέχθιημεν ὑπό ἐκείνας τάς προϋποθέσεις, ἀλλά εἰς τό πῶς θά φανῆ τοῦτο εἰς τρίτους, ἵνα μή πολεμῆται ἡ Ἐκκλησία. Τήν Ρωσικήν Σύνοδον βάσει τῆς ἀποφάσεώς της τήν χαρακτηρίζει ὄχι μόνον τό ἀθεολόγητον, ἀλλά καί τό ἀπαίδευτον.
π. Παῦλος: Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τήν δύναμι νά θεραπεύση τά πάντα.
π. Χρυσόστομος: Πιστεύω πώς ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο ὑπό τούς ὅρους ὅτι οἱ Ρῶσοι ὠρθοδόξησαν καί ὄτι ἡ χειροθεσία δέν καθάπτεται τῆς Ἀρχιερωσύνης των. Εἰς τήν συνείδησιν ὅλων καί τῆς Ἐξαρχίας καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων, πιστεύω ὅτι δέν ὑπῆρχε ἡ παραμικρά ἀμφιβολία περί δογματικῆς ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου. Ἀντιθέτως ἡ συνείδησις ὅλων τούς διεβεβαίωνε ὅτι καί ἡ Ὀρθοδοξία μεταδίδεται καί ἠ ἑνότης καλλιεργεῖται. Διά τῆς Ὁμολογίας πού ἐδόθη διά τῆς «Ἐκθέσεως» εἰς τήν Σύνοδον τῶν Ρώσων ἐπιστεύετο ὅτι διεδόθη ἠ Ὀρθοδοξία εἰς ὅλον τόν κόσμον. Ἐπίσης πιστεύω ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς δεχθέντες τήν χειροθεσίαν οὐδέποτε εἰς τήν συνείδησίν των ἐξέλαβον αὐτήν ὡς χειροθεσίαν ἀφορῶσαν τούς σχισματικούς.
Θεολ. Μηνᾶς Κοντογιάννης: Πιστεύω πώς δἐν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν τελική λύσι. Διότι εἶναι μία πράξις, ἡ ὁποία εἶναι καταδικαστέα. Θεωρητικῶς μέν δύναται νά ἀντιμετωπισθῆ καί δικαιολογηθῆ, πρακτικῶς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἔγινεν ἡ πράξις (ἤτοι ἡ ἀνάγνωσις τῶν εὐχῶν τῆς χειροθεσίας) γιά μένα εἶναι ἕνα σοβαρόν πρόβλημα. Τά πρόσωπα ἔσφαλλον, ἡ Ἐκκλησία βεβαίως ὄχι.
Ἐλευθ. Γκουτζίδης: Ἡ ὅλη ὐπόθεσις ἀποτελεῖ σαφῶς ἐπίθεσιν κατά τῆς Ἐκκλησίας. Δέν δυνάμεθα νά ἀμφισβητήσωμεν ὅτι ἡ πρᾶξις ἀποτελεῖ μῶμον κατά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τοῦτο ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἔπληξε τήν Ἐκκλησία. Φρονῶ ὅτι ἡ μελέτη πρέπει νά ἀρχίση ἀπό τάς χειροτονίας τοῦ 1948 καί κατόπιν νά ἐξετασθῆ τό θέμα τῆς χειροθεσίας, ἤτοι νά ἀποκαλυφθοῦν τά σχέδια τῆς ληστρικῆς πράξεως καί προπάντων νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὅροι καί αἱ προοϋποθέσεις ὑφ’ ἅς ἐπραγματοποιήθη τόσον ἡ ἔνωσις μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, ὡς καί ἡ χειροθεσία.
Ἰδιαιτέρως πρέπει νά ἀναλυθῆ καί ἀποδειχθῆ ὅτι δέν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ἠ χειροθεσία μετά τοῦ Η΄ Κανόνος. Οὕτω ἀποκαλυπτομένης τῆς ληστρικῆς Πράξεως διά τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος θά παραμείνη διδάσκον τό σφάλμα τοῦ βεβιασμένου καί παρατύπου τῶν ἐνεργειῶν της. Εἰς τήν προκειμένην περίπτωσιν καθ’ ἤν ἐπέρχεται κοινωνία μιᾶς Ἐκκλησίας μεθ’ ἑτέρας δέν ἐπιτρέπεται βάσει τῆς διηνεκοῦς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας, χειροθεσία, ἔστω καί ἄν εἶναι σχισματικοί.
Μετά ταῦτα ἡ Ι. Σύνοδος ὥρισεν Ἐπιτροπήν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν: α) Σεβ. Μεσσηνίας κ. Γρηγορίου, β) Σεβ. Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικολάου, γ) Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου, 4) Διακόνου Νεοφύτου, 5) Θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, 6) Θεολόγου κ. Μηνᾶ Κοντογιάννη, διά τήν περαιτέρω μελέτην τοῦ θέματος καί τήν εἰσήγησιν αὐτοῦ εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον.
Ἐπί τοῦ τρίτου θέματος «Θέσεις καί διατυπώσεις τοῦ Ἁγίου Κιτίου εἰς τά δημοσιεύματα αὐτοῦ κατά τά τελευταῖα ἔτη», ὁ Σεβασμιώτατος Κιτίου ἐδήλωσεν ἔλλειψιν προετοιμασίας καί ἐζήτησεν μετάθεσιν τῆς συζητήσεως ἐπί τοῦ θέματος διά τήν ἐπομένην συνεδρίασιν.
Ἡ συνεδρίασις ἔληξεν τήν 18ην μ.μ. μέ τήν συνήθη προσευχήν.
Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
+Ὁ Αθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος ΑΝΔΡΕΑΣ
ΤΑ ΜΕΛΗ
+Ὁ Κιτίου ‘Επιφάνιος +Ὁ Μεσσηνίας Γρηγόριος +Ὁ ‘Αττικῆς καί Μεγαρίδος Ματθαῖος +Ὀ Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος +Ὀ Βρεσθένης Λάζαρος +Ὁ ‘Αργολίδος Παχώμιος +Ὁ Φθιώτιδος Θεοδόσιος +ὁ Σερβίων καί Κοζάνης Τίτος
Διά τήν Ἀντιγραφήν ἐκ τοῦ ἐκ τοῦ Βιβλίου τῶν Πρακτικῶν
+Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
ΚΗΡΥΚΟΣ
Σάββατο 13 Ιουνίου 2026
ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΝΤΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2005 ΕΓΓΡΑΦΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΙΕΡΟΜ. π. ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΥ
Η ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΣΙΣ ΤΗΣ ΑΣΥΝΕΠΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΓΕΓΟΙΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ
(ΑΠΟ "ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΝΟΗ" ΤΕΥΧΟΣ 159/ΜΑΙΟΣ 2005)
Ὁ Σεβ/τος κ. Παχώμιος «παραπέμπει εἰς τήν Ἱ. Σύνοδον»
τήν ὑπ' ἀριθμ. 75/13/26.1.2005 Ἀποτείχισιν
Ἡ ἀποκορύφωσις τῆς ἀσυνεπείας καί γελοίας συμπεριφορᾶς τοῦ Γέροντος Μητροπολίτου Ἀργολίδος κ. Παχωμίου, ὁ ὁποῖος πείσμωσε καί «κάκιωσε» ἀπεκαλύφθη διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. Πρωτ. 9 ἀπό 23 Μαρτίου 2005 (π.ἡ.) ἔγγραφόν του «πρός τήν Ἱ. Συνόδόν» του.
«Α.Π. 9
Ἐν τῶ Ἱερῶ Ἡσυχαστηρίω τῆ 23η Μαρτίου 2005 (ἐ.ἡ.)
ΠΡΟΣ
Τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος
ΔΙΑ
Τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Νικολάου
Κοινοποίησις: Παν. Ἱερομόναχον π. Ἀμφιλόχιον Ταμπουρᾶν
Σεβασμία καί Ἱερά Σύνοδος τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.
Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῶ Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί, ὁ Χριστός εἴη ἐν τῶ μέσω πάντων ἡμῶν.
Διά τῆς παρούσης ἀρχιερατικῆς ἀναφορᾶς μου παραπέμπω εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον, κατά τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, τήν ὑπόθεσιν τῆς ἀποτειχίσεως καί τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, ἴνα ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπιληφθῆ καί ἐξετάση κατά τούς Ἱερούς Κανόνας τήν ὡς ἄνω ἐνέργειαν τοῦ προαναφερομένου Ἱερομονάχου. Δῆλον ὅτι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐπισυναπτομένων ἐγγράφων, ὁ ρηθείς Ἱερομόναχος διά τῆς ὑπ' ἀρ. 75/13/26.1.2005 ἀναφορᾶς του ἐποιεῖτο ἔκκλητον προσφυγήν τήν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρός τήν ταπεινότητά μου καί μάλιστα διά τό ἐπισημώτερον τῆς ἐνεργείας του τήν ἀπέστειλε διά δικαστικοῦ ἐπιμελητοῦ (κλητῆρος) καί τήν παρέλαβον τήν 18ην Ἰανουαρίου 2005 (ἐ.ἡ.) εἰς τήν ἕδραν μου, τήν Ἱεράν Μονήν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὡσαύτως δέον νά σημειωθῆ ὅτι εἰς τήν ὡς ἄνω ἀναφοράν του οὐδαμοῦ ὁ Ἱερομόναχος ἀναφέρει, διά λόγους τούς ὁποίους ἐκεῖνος γνωρίζει καί σκοπίμως ἤ ἀδοκίμως ἀπέκρυψεν, ὅτι προσφεύγει εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον διά τήν ἐξέτασιν τῆς ἀποτειχίσεώς του καί τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς του. Καί ὡς ἐκ τούτου ἐκ τοῦ ἐγγράφου του δίδεται σαφῶς ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐπιθυμεῖ τήν διαδικασίαν τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς ἐνώπιον αἱρετῶν κριτῶν (πλησιοχώρων ἐπισκόπων), κατά τούς Ἱερούς Κανόνας (ἰδέ ΛΣΤ καί ΡΛΔ, κατ' ἀρίθμησιν τοῦ Ἱεροῦ Πηδαλίου, Κανόνας τῆς ἐν Καρθαγένη Συνόδου).
Ὅταν ἐκλήθη ὅμως δι' ἐπιστολῆς μας νά ἀποδεχθῆ τήν διαδικασίαν τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς ἐνώπιον αἱρετῶν κριτῶν κατά τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, ἐπανέρχεται διά νεωτέρας ἀναφορᾶς του, τήν ὑπ' ἀρ. 79 καί ἡμερομηνίαν 12.3.2005 (ἐ.ἡ.), διά τῆς ὁποίας ἀφ' ἑνός μέν ἐμμέσως προσποιεῖται ὅτι ἀγνοεῖ τήν διαδικασίαν ἐκκλήτου προσφυγῆς ἐνώπιον αἱρετῶν κριτῶν, ἀφ' ἑτέρου δέ ἀποκαλύπτει σαφῶς καί μάλιστα διά τρόπου ἥκιστα ἁρμόζοντος εἰς κατώτερον Κληρικόν ἀναφερόμενον εἰς ἐπίσκοπον γεγηρακότα εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι διά τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς του ἀπευθύνεται πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς ὁποίας δῆθεν κατά τήν ἐκτίμησιν τοῦ Ἱερομονάχου προεδρεύει ἡ ταπεινότητά μου.
Ἐπειδή ὅμως ἡ προεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθώς καί τό δικαίωμα συγκλήσεως Αὐτῆς, οὔτε παρ' ἐμοῦ, οὔτε παρ' ἄλλου τινος, οὔτε πολύ περισσότερον παρά τοῦ προσφεύγοντος Ἱερομονάχου κατά τό δοκοῦν προσδιορίζεται καί καθορίζεται, ἀλλά, εἴτε ἔχει τι κατά τοῦ προέδρου Αὐτῆς ἤ ἑτέρου μέλους Αὐτῆς, εἴτε συμφωνεῖ εἴτε διαφωνεῖ μέ τήν σύνθεσιν καί τήν συγκρότησιν Αὐτῆς, ὀφείλει νά προσφεύγη εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον διά τῶν τεθεσπισμένων Αὐτῆς ὀργάνων, κατά τούς Ἱερούς Κανόνας καί τήν ἐκκλησιαστικήν τάξιν, καί ἡ Ἱερά Σύνοδος θά κρίνη τας αἰτιάσεις ἤ τάς τυχόν κατηγορίας τοῦ προσφεύγοντος εἰς αὐτήν Κληρικοῦ (ἰδέ Θ Καν. τῆς Δ Οἰκ. Συν., Δ Καν. τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας κ.ἄ.). Ὅθεν, καθηκόντως καί κατά τήν κανονικήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας, παραπέμπω τήν ὑπόθεσιν ἀποτειχίσεως ἐκ τοῦ οἰκείου αὐτοῦ ἐπισκόπου καί τῆς ἐκκλήτου προσφυγῆς τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου Ταμπουρᾶ, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου, εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, ἴνα ἐξετασθῆ καί κριθῆ ὑπ' Αὐτῆς, κατά τά ὑπό τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων καθοριζόμενα.
Συναποστέλλομεν καί πάντα τά σχετικά ἔγγραφα, καί δή τήν ὑπ' ἀρ. 75/13/26.2.2005 ἀποτείχισιν καί ἔκκλητον προσφυγήν τοῦ Ἱερομονάχου Ἀμφιλοχίου, καθώς καί τήν ὑπ' ἀρ. 79/12.3.2005 ἀναφοράν τοῦ ἰδίου. Τήν παροῦσαν ἀναφοράν ἡμῶν πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον, κοινοποιοῦμεν καί πρός τόν ἐνδιαφερόμενον Ἱερομόναχον διά νά λάβη γνῶσιν.
Μετά τῆς ἐν Χριστῶ ἀγάπης ὡς ἐλάχιστος συλλειτουργός ὑμῶν Ὁ Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Ἀργολίδος ΠΑΧΩΜΙΟΣ»
Κατόπιν καί αὐτῆς τῆς ἀξιοθρηνήτου συμπεριφορᾶς τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ π. Ἀμφιλόχιος τοῦ ἀπέστειλεν τήν κάτωθι «ΑΝΟΙΚΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ»:
Α.Π. 83
Ἐν Ἱ. Μ. Ἁγ. Ἀποστόλων τῆ 6/19.5.2005
ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΡΟΣ τόν Σεβ/τον Μητροπολίτην Ἀργολίδος κ. ΠΑΧΩΜΙΟΝ
Ἱεράν Μονήν Ἁγίας Τριάδος εἰς Ἐξαμίλια Κορινθίας
Α΄
Σεβασμιώτατε, μετά τήν ὑπ' ἀριθμ. 75/13/26.1.2005 ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μου ἐκ τῶν: Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Ἀνδρέου καί Σεβ/του Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Νικολάου, καί τήν δι' Ὑμῶν, ὡς πρώτου τῆ τάξει, ΕΚΚΛΗΤΟΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗΝ μου εἰς τό Σῶμα τῶν ὑπολοίπων Ἀρχιερέων, πιστεύω θά ἔδει νά εἴχατε ἐπιδείξει τήν δέουσαν σοβαρότητα καί συνέπειαν ἔναντι τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τῆς Ὀρθοδοξίας. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῶ δέν ἐπεδείξατε τήν ὀφειλομένην ὑπευθυνότητα καί τόν σεβασμόν πρός τήν Κανονικήν Τάξιν καί τήν Ὀρθοδοξίαν, φέρεσθε καί ὡς νά εὐχαριστῆσθε βλέπων κλυδωνιζόμενον, πάλιν ἀπό Ἐπισκόπους, τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας.
α) Μετά τήν ὡς ἄνω ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μου, ὡς μή ὠφείλατε, μέ τήν ὑπ' ἀριθμ. 3210/18/31.1.2005 «ἀπόφασιν» τῆς ληστρικῆς Συνόδους σας, ἐσκεμμένως ὡρίσατε ὡς «Τοποτηρητήν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης, τόν «παραιτηθέντα» Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον κ. Ἀνδρέαν, ἐκ τοῦ ὁποίου ὅμως ἡμεῖς ἤδη εἴχαμεν ἀποτειχισθεῖ, ὅπερ ἐγνωρίζατε ἀπολύτως καί ἑπομένως εἴχατε δεσμευθεῖ νά ἐνεργήσητε Κανονικῶς διά τήν ἐκδίκασιν τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου, ἤ νά ἀρνηθῆτε ἐξ ἀρχῆς! Αὕτη ἡ πρώτη ἀτυχής, καί ὡς προσώπων καί ὡς ὁμάδος, ἀντιπερισπαστική ἐνέργειά σας προεμήνυσεν τήν περαιτέρω κακήν ἐξέλιξιν ἑνός τόσον σοβαροῦ θέματος, τό ὁποῖον ὅμως σᾶς ἔδιδεν ἀφορμήν καί αἰτίαν νά προλάβετε, κἄν τήν τελευταίαν στιγμήν, νά διορθώσετε ὅλα τά θέματα Πίστεως καί οὕτω νά ἐπέλθη ἡ εἰρήνη, ἡ ἀγάπη καί στερεωθῆ ἡ ἐν τῆ ΚΑΛΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Δυστυχῶς, «οὐκ ἠβουλήθητε συνιέναι».
β) Κατόπιν αὐτῆς τῆς τόσον ἀτυχοῦς ἐνεργείας σας, σᾶς ἀπεστείλαμεν ἐγκαίρως τό ὑπ' ἀριθμ. 76/19.1/1.2.2005 ἀπαντητικόν ἔγγραφόν μας ἐκ τριῶν χειρογράφων σελίδων, τό ὁποῖον δέν ἐλάβατε ὑπ' ὄψιν, χωρίς νά ἔχετε αὐτό τό δικαίωμα.
γ) Τήν 30.1.2005 (π.ἡ.), ὁ Σεβ/τος Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, σᾶς ἀπέστειλεν τό ὑπ' ἀριθμ. 370 τρισέλιδον ἐπίσης σχετικόν ἔγγραφον, εἰς τό ὁποῖον ἀπηντήσατε διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 6/12.2.2005, τό ὁποῖον μᾶς ἐκοινοποιήσατε. Δι' αὐτοῦ αἰνιγματωδῶς, ὡς Πυθία, φθέγγεσθε ὅτι «θά ἀσχοληθῆτε μέν ἀλλά…, ἀποδέχεσθε τήν Ἔκκλητον προσφυγήν, ἀλλά…». Δηλαδή ἐμπαίζετε ἑαυτόν καί κατόπιν καί τούς πάντας.
δ) Διά τοῦ ἀπό 30.1/12.2.2005 ἐγγράφου μας, σᾶς ὑπομιμνήσκομεν τό ἐπεῖγον τῆς ἐκδικάσεως τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μας καί σημειώνομεν ὅτι, «ἄν κωλύεσθε Ὑμεῖς, παρακαλεῖται ὁ Σεβ/τος Περιστερίου κ. Γαλακτίων νά ἐπιληφθῆ ὡς ἀμέσως ἑπόμενος κατά τήν Ἱεραρχικήν τάξιν», τό ὁποῖον ἤδη θά ἔπρεπε νά εἶχε γίνει μετά τήν παραίτησιν — ἄρνησίν Σας. (Σχετ. τό ὑπ' ἀριθμ. 9/23.3.2005).
ε) Διά τήν 4.2.2005 (π.ἡ.) εἴχατε προγραμματίσει «Σύνοδον» μέ θέματα: «1) Ἀντιμετώπισις τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου κ. Κηρύκου, 2) Περί τῆς Ἐκκλησίας ἐν Ρωσία, 3) Ὁ ἑορτασμός τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας». Αὐτῆς τῆς «Συνόδου» σας καί τῶν «ἀποφάσεών» σας οὐδείς γνωρίζει οὐδέν.
στ) Διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3210/18/31.1.2005 ἀποφάσεώς σας, ὡρίσατε «Τοποτηρητήν» τόν Μακαριώτατον, ἐνῶ εἰς νέαν ληστρικήν συνεδρίασίν σας, διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3212/9.2.2005 ἀποφάσεώς σας, ὡρίσθη ἡ Σεβασμιότης σας νέος «Τοποτηρητής» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης! Δέν νομίζω νά ὑπάρξη ἔστω καί εἷς ὀρθόδοξος, ὁ ὁποῖος νά μήν ἀντιλαμβάνεται ὅτι πράττετε ταῦτα ἐν ὀνόματι τῆς σκοπιμότητος νά διαλύσετε τήν ὑφ' ἡμᾶς Ἀδελφότητα, ἀλλά καί νά προκαλέσετε τό νέο σχίσμα σας, ἀφοῦ ἡ καθολική ἐπιβολή τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί πάλιν ἀποτυγχάνει. Ἐπί τῆς ἐν λόγω «ἀποφάσεώς» σας (3212), ἀπηντήσαμεν μέ τό ὑπ' ἀριθμ. 78/11/24.2.2005 δισέλιδον ἔγγραφόν μας, κοινοποιήσαντες καί τήν ἐν λόγω (3212) «ἀπόφασίν» σας, ἀλλά καί τήν ὑπ' ἀριθμ. 2891/28.10.1995, ἐξαιρετικῆς σημασίας ἀπό πάσης ἀπόψεως, ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, διά νά μήν ὑπάρξη καί ἡ παραμικρά ἀμφιβολία, διευκρινίζω ὅτι ὡρίσθητε, Σεῖς, παρανόμως καί ἀντικανονικῶς, ὑπό παρανόμου καί κακοδόξου συνεδρίου, ὡς «νέος Τοποτηρητής», διά νά δεχθῆτε, ἄκουσον — ἄκουσον, τό ἐν ἀργία εὑρισκόμενον πνευματικόν μου τέκνον, καί ἐν ἀνταρσία πρός τόν Γέροντα καί πνευματικόν του πατέρα διάγον, ἤτοι, τόν Ἱερομόναχον π. Ἰγνάτιον!!! Καί ἐνῶ οὐδείς, οὔτε «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ» ἔχει τό δικαίωμα αὐτό, Σεῖς καί τόν ἐδέχθητε καί «ἤρατε» τήν ἀργίαν, τήν ὁποίαν ἐθέσαμεν ἡμεῖς ὡς Γέρων καί Πνευματικός του.
Ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ μοναχός Μάξιμος καί ὁ κ. Δημ. Κάτσουρας «μοί ἐπέβαλον» τήν γνωστήν ὑπ' ἀριθμ. 15/8.9.1999 Πρᾶξιν Ἀργίας, διότι ὡς ὀρθόδοξος ἱερεύς ἐζήτουν ἀπό τό 1998 ΚΑΘΑΡΑΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ. Τήν ἐν λόγω «Ἀργίαν», τήν ὁποίαν, ἀφοῦ ὁ Μακαριώτατος δέν ἐδέχθη νά ὑπογράψη, τῆ παρεμβάσει τοῦ Σεβ. κ. Νικολάου, ἔφεραν καί ὑπέγραψεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Λαρίσης Πανάρετος, διά νά τήν ἀνακαλέση τήν 29.6.2000. Ἐν προκειμένω, ὁ Ἱερομ. π. Ἰγνάτιος, ὅπως ἔχομεν πληροφορηθεῖ, ἀλλά ἔχομεν καί ἰδίαν ἀντίληψιν, κατ' ἀρχάς προσέφυγεν εἰς τόν Μακαριώτατον, ὁ ὁποῖος δέν ἐδέχθη τήν προσφυγήν του, τοῦ ὑπέδειξαν μάλιστα, νά κάνη ὑπακοήν εἰς τόν Γέροντα καί Πνευματικόν του! Ἔτσι Σεῖς, ἐπιτρέψτε μου, ὁ «ἔξυπνος» καί «μέγας Ἱεράρχης», ὡρίσθητε «Τοποτηρητής», (τρομάρα μας, ποῦ καταντήσαμε!) καί ἐν τῆ κακῆ σκοπιμότητί σας ἐδέχθητε τόν ἀνταρσίαν, καί «ἤρατε τήν ἀργίαν», ἡ ὁποία ὅμως, ὄχι μόνον δέν ἤρθη, ἀλλά, καθ' ἡμᾶς, εὑρέθητε καί Σεῖς ἐν ΑΡΓΙΑ ὡς ἐνθαρρύνας καί κοινωνήσας τοῦ ἰδίου κωλύματος τοῦ Ἱερομονάχου. Ὁ ποτέ Τοποτηρητής Λαρίσης Θεοδόσιος ἐνήργησεν τότε ὡς τυφλόν καί πειθήνιον ὄργανον τοῦ κινήματος τοῦ τότε Ἀττικῆς καί τῶν λοιπῶν τῆς φατρίας του. Καί Σεῖς, ὡς ὅμοιος ἐκείνω, ἐποιήσατε ὁμοίως, διό ἔχομεν ἄλλην μίαν ἀκόμη χειροπιαστήν ἀπόδειξιν ὅτι συνεχίζετε τό κατά τῆς Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ἐκκλησιομάχον ἐκείνων ἔργον.
ζ) Τήν 13/28.2.2005 ἀποστείλατε εἰς τόν Σεβ/τον Μητροπολίτην κ. Κήρυκον τήν 3214 «Ἀπόφασίν» σας, μέ τήν ὁποίαν τῶ ἐγνωρίσατε ὅτι, κατά τήν ἀπό 4.2.2005 συνεδρίασίν σας, ἀπεφασίσατε τήν «ΑΠΟΡΡΙΨΙΝ» τῆς «ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ», ἡ ὁποία σᾶς εἶχεν ἀποσταλεῖ ἀπό τόν Ἰούλιο τοῦ 2004, χαρακτηρίζοντες ταύτην καί ὡς «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ»!!! (Σχετικόν τό 360/14.7.2005 ἔγγραφον τοῦ Σεβ/του κ. Κηρύκου). Δυστυχῶς τό γεγονός τοῦτο τῆς ἀπορρίψεως τῆς ἐν λόγω ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ σᾶς ΑΠΟΚΟΠΤΕΙ καί σᾶς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
η) Διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 3213/12/25.2.2005 προσκλήσεως τοῦ ψευδοαρχιεπισκόπου σας (Πειραιῶς κ. Νικολάου) εἶχεν ὁρισθεῖ συνεδρίασις διά τήν 18ην Φεβρουαρίου (π.ἡ.), ἡμέραν Πέμπτην, μέ θέματα: α) Τήν ὑπ' ἀριθμ. 75/13.1.2005 ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μου καί β) Ἐκλογήν Ἐπισκόπων διά τάς Ἱεράς Μητροπόλεις Σάμου, Σπάρτης, Σερβίων, Κίτρους καί Ναϊρόμπι!!! Παραμένει ἄγνωστον τί συνέβη κατά ἐν λόγω «Σύνοδόν» σας, ἀφοῦ οὔτε τῆς ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ μου ἐπελήφθητε, οὔτε «ἐκλογάς Ἐπισκόπων κάνατε», διότι, ἄν ἀληθεύη, κατά παραχώρησιν Θεοῦ, τήν ἡμέραν ἐκείνην ἐγίνατε Βαβυλών(!) Ἐπί τῆς ἐν λόγω προσκλήσεως (3213) ὁ Σεβ/τος κ. Κήρυκος ἀπέστειλε τό ὑπ' ἀριθμ. 378/18.2.2005 σχετικόν ἔγγραφόν του.
θ) Διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 7/22.2.2005 ἐγγράφου σας πρός τήν ἐλαχιστότητά μου, δηλώνετε ὅτι ἄν θέλωμεν νά ἐπιληφθῆτε τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου, τότε πρέπει νά τηρήσωμεν τούς κάτωθι ὅρους, ἤτοι: 1) Νά σεβασθοῦμε τήν ἡλικίαν καί τήν ἀσθένειάν σας… 2) Νά διαχωρίσωμεν τό «ΕΚΚΛΗΤΟΝ» μας ἀπό τήν «ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ». 3) Νά σᾶς ὑπογράψωμεν «ΔΗΛΩΣΙΝ»(!) ὅτι θά ἀποδεχθῶμεν τήν τελικήν ἀπόφασίν σας κατά τούς ὅρους τούς προβλεπομένους ὑπό τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου διά τούς αἱρετούς κριτάς… Θέτοντες, ὅμως, τούς ἀνωτέρω καινοφανεῖς ὅρους, ἀπροκαλύπτως καί ἀπροσχηματίστως δηλώνετε ὅτι δέν
διανοεῖσθε, ὡς πρῶτος τῆς τάξει, νά συγκαλέσητε Κανονικῶς τήν Ἱεράν Σύνοδον καί νά ἐπιληφθῆτε τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου.
ι) Ἐπί τῶν ἀνωτέρω σᾶς ἀπηντήσαμε μέ τό ὑπ' ἀριθμ. 79/12.3.2005 τρισέλιδον δακτυλογραφημένον ἔγγραφόν μας, τό ὁποῖον, ἐπίσης δέν ἐλάβατε ὑπ' ὄψιν, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΤΕ πάλιν ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ. Σημειωθήτω ὅτι καθ' ὅλην αὐτήν τήν περίοδον ἡ σατανική προβοκάτσια κατά τῆς ὑφ' ἡμᾶς Ἀδελφότητος καί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης, ἔφθασεν εἰς ἀκραῖον σημεῖον, ἀφοῦ, ὅπως ἤδη προαναφέραμεν, ἀνεπιτρέπτως ἐδέχθητε καί τόν ἐν ἀνταρσία τελοῦντα νεαρόν Ἱερομόναχον π. Ἰγνάτιον, τόν ὁποῖον, προηγουμένως κάποιαι «ἀθῶαι περιστεραί» τόσον ἐξ Ἑλλάδος, ὅσον καί ἐξ Αὐστραλίας, κυριολεκτικά τοῦ «ἔβγαλαν τά μάτια», καί ὡς τετυφλωμένον, τόν ἐκίνησαν εἰς εὐθεῖαν ἀνταρσίαν καί τόν κατέστησαν κοινωνόν τῆς ὅλης προδοσίας καί αὐτῆς τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεως μέ ὅλα τά παρεπόμενά της. Οὕτω δέ ἠρχίσατε ἐπισημοποιοῦντες τό σχίσμα σας εἰς τήν ὑφ' ἡμᾶς Ἀδελφότητα καί κατ' ἐπέκτασιν εἰς τήν τοπικήν Ἐκκλησίαν τῆς Λαρίσης. Σεῖς πάντως, νομίζετε, ὅτι, δι' ὅλων αὐτῶν, ἐκδικηθήκατε τήν ἐλαχιστότητά μου, καί ὅτι ἐξησφαλίσατε μίαν ἀντιπερισπαστικήν κατάστασιν καί ἕνα ἄλλοθι ἔναντι τοῦ φλέγοντος θέματος τῆς Ἀποτειχίσεώς μου.
ια) Διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 8/25.2.2005 (π.ἡ.) ἐγγράφου σας, ἐζητήσατε νά σᾶς ἀποκαλύψω τήν ἐξομολόγησιν τοῦ π. Ἰγνατίου, διά νά ἴδητε ἄν ὁ προσφυγών ὡς ἀνταρσίας εἰς Ὑμᾶς, «σᾶς ἐξωμολογήθη εἰλικρινῶς, διότι ἐσχεδιάζατε νά ἄρετε τήν Ἀργίαν» του.
Αὐτά ἐν ὀλίγοις εἶναι τά κατορθώματά σας, τά ὁποῖα προηγουμένως εἶναι κατορθώματα καί ἄλλων, ἐν οἷς τῶν Τσακίρογλου, τοῦ Δημ. Κάτσουρα, τοῦ Βασ. Σακκᾶ, τοῦ ἀποβιώσαντος Κιτίου Ἐπιφανίου καί τοῦ μόλις μνημονευθέντος ἱερέως Εὐσταθίου, τοῦ θεολόγου καί Νομικοῦ, τοῦ μορφωμένου, τοῦ ζηλωτοῦ καί ἀπαιτοῦντος τυφλήν ὑποταγήν εἰς τό ἐπιτραχήλιόν του!(1) Παρά ταῦτα, ὅσον καί ὅπως ἠδυνάμεθα, ἐκάναμεν τό καθῆκόν μας καί σᾶς ἀπηντήσαμε μέ τό ὑπ' ἀριθμ. 80/30.3.2005 ἀναλυτικόν ἔγγραφόν μας, τό ὁποῖον ὅπως καί ὅλα τά προηγούμενα, δέν ἐλάβατε ὑπ' ὄψιν… Σχετικόν εἶναι καί τό ὑπ' ἀριθμ. 81/16/29.4.2005 σύντομον ἔγγραφόν μας.
ιβ) Ἐν τέλει καί ἀφοῦ κωλυσιεργήσατε ἐπί ἕν τρίμηνον, σχετικῶς μέ τό θέμα τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μου, διά τοῦ ὑπ' ἀριθμ. 9/23.3.2005 ἐγγράφου σας, (τό ὁποῖον μᾶς ἐκοινοποιήσατε), τήν «παραπέμπετε εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον, κατά τήν Ἐκκλησιαστικήν τάξιν τήν ὑπόθεσιν τῆς ἀποτειχίσεως καί τῆς Ἐκκλήτου προσφυγῆς» μου… «διά νά ἐπιληφθῆ καί ἐξετάση κατά τούς ἱερούς Κανόνας» τήν ἐνέργειάν μου. Συνεχίζετε, διάφορα φληναφήματα, ἐνῶ πρός ἐντυπωσιασμόν, σοβαροφάνειαν, καί κάλυψιν τῆς ἀνευθύνου καί ἀπό πάσης ἀπόψεως ἀπαραδέκτου συμπεριφορᾶς σας, ἄκουσον — ἄκουσον(!) ἐπικαλεῖσθε καί τούς Ἱερούς κανόνας ΛΣΤ καί ΡΛΔ τῆς ἐν Καρθαγένη Συνόδου, καί τούς Θ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί προφανῶς τόν Δ τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας, οἱ ὁποῖοι εἶναι παντελῶς ἄσχετοι πρός τόν ΙΕ Κανόνα τῆς ΑΒ Ἁγίας Συνόδου. Λυποῦμαι, ἀλλά ὀφείλω νά δηλώσω ὅτι τοιαύτην γελοιοποίησιν, τοιαύτην ἀπουσίαν ἐπισκοπικῆς εὐανδρείας καί συνειδήσεως δέν ἐφανταζόμεθα ποτέ!.. Θά ἐκτιμούσαμε ἰδιαιτέρως ἄν, ἀπ' ἀρχῆς ἤ ἔστω καί μετά τά ἐπί τρίμηνον γελοῖα τερτίπια σας, ἐντίμως καί εὐάνδρως μᾶς ἐδηλώνατε εὐθέως τήν ἄρνησιν καί ἀδυναμίαν σας νά ἀνταποκριθῆτε. Τήν συγκεκριμένην ὅμως συμπεριφοράν σας δυσκολευόμεθα νά τήν χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐξ ἑαυτῆς ἀχαρακτηρίστου. Βεβαίως τό ὅλον θέμα δέν κλείνει καί δέν τίθεται εἰς τό ἀρχεῖον…
Β΄
Σεβασμιώτατε, ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὅτι ὅταν, δι' Ὑμῶν, ὑπέβαλον τήν ΕΚΚΛΗΤΟΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗΝ μου εἰς τούς Ἀρχιερεῖς, ἐπεδίωκον καί προσεδόκουν πολλά. Πρῶτον, ὡς Ἱερεύς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἤθελον νά εἶμαι συνεπής πρός τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν Του. Δεύτερον, προσεδόκουν ὅτι ἡ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΣ καί ΕΚΚΛΗΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ μου, θά ἐβοήθει, πρῶτον τήν Σεβασμιότητά σας καί κατόπιν καί τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς, μέχρι καί τοῦ Μακαριωτάτου κ. Ἀνδρέου καί τοῦ Σεβ/του κ. Νικολάου, ὥστε νά ἀναλάβητε τάς εὐθύνας σας ἔναντι τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας του, ἤτοι, ἔναντι τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί Ὁμολογίας. Δέν ἐπράξατε ὅμως τίποτε ἐκ τῶν δεόντων, διότι, κατά τήν ἐμήν βεβαίαν πίστιν, ἀμφισβητεῖτε διό καί δέν ὁμολογεῖτε καθαράν τήν Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. «Ἱστέον» ὅτι ἐν ἔτει 2004—2005 ἀνελάβετε, μετά τῆς ἀσεβοῦς ὁμάδος σας, νά μᾶς περάσετε ὡς τετελεσμένον γεγονός τήν «χειροθεσίαν» σας, μέ ἀποτέλεσμα νά προκύπτετε χειρότεροι καί αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ Καλλίστου, τῶν Φλωρινικῶν, τοῦ κ. Βασ. Σακκᾶ καί ὅλου τοῦ συναφιοῦ του, οἱ ὁποῖοι θά σᾶς κρίνουν ὡς ἀσυνειδήτους ὑποκριτάς καί Φαρισαίους. Σκεφθῆτε μόνον ὅτι τό 1976 διεκόψατε τήν κοινωνίαν μετά τῆς Ρωσικῆς Συνόδου διά τήν μή καθαράν Ὁμολογίαν της, ἀπορρίψαντες καί τήν πρᾶξιν των καί τήν λεγομένην «χειροθεσίαν», ὅπως ἀκριβῶς αὕτη ἀπ' ἀρχῆς ἐγένετο δεκτή, τό δέ 1977 διά τόν ἴδιον λόγον κατεδικάσατε τόν Κάλλιστον καί τόν καθηρέσατε!!!
Ἐάν σήμερον ἐπιστεύατε ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. ἀπό τό 1924 ἀποτελοῦν τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατ' ἀρχάς θά τήν ὡμολογεῖτε, λόγω καί ἔργω ἀπό τό 1998, ὅταν σᾶς ἐζήτησα μέ ἀπορρήτους προσωπικάς ἐπιστολάς νά ἀντιμετωπίσετε τούς 5 σχισματοαιρετικούς καί διώκτας τῆς Ἐκκλησίας. Θά τήν ὠμολογεῖτε ὅμως στεντορεία τῆ φωνῆ ἰδιαιτέρως σήμερον, ἀλλ' ἐπειδή ἡ προδοσία κατά τῆς Ἐκκλησίας ἦτο ἀπό τότε δεδομένη, ἤσασταν δέ καί ἀποφασισμένοι νά ἑνωθῆτε μέ τούς πέντε καί τούς Φλωρινικούς(!)… ἐξεμάνητε καί ἀρχίσατε σκευωρίας καί διωγμούς καί ἐναντίον μου καί ἐναντίον τοῦ θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη. Δέν ἐδιστάσατε, ἡ ληστρική καί ἀσεβής ὁμάδα σας, νά ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕΤΕ καί νά ΑΠΟΡΡΙΨΕΤΕ ὅλας τάς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ», (τῶν ἐτῶν 1997, 2002 καί 2003), καθώς καί αὐτήν τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» τοῦ Σεβ/του Μητροπολίτου κ. Κηρύκου, μέ συνέπειαν νά καταστήσετε ἑαυτούς ΥΠΟΔΙΚΟΥΣ» ὄχι μόνον ὡς πεπτωκότας τῆς Πίστεως, ἀλλά πλέον καί δεινούς πολεμίους. Ἐμπρός εἰς τήν ἰδικήν σας προδοσίαν, μετά πρωτοφανοῦς ὅμως ὑποκρισίας, ὠχριοῦν ὅλαι αἱ μέχρι σήμερον προδοσίαι κατά τῆς Ἐκκλησιολογίας καί ἰδιαιτέρως κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς.
Γ΄
Εἰδικώτερον ἡ Σεβασμιότης σας ἀπό τό 1999, (διότι ἀπό τότε ἔχω ἰδίαν προσωπικήν γνῶσιν τῆς συμπεριφορᾶς σας), παρητήθητε ἀπό τῆς θέσεως τοῦ Ἀντιπροέδρου τοῦ ΙΦΣΚΑΕ καί μάλιστα, μόλις ὀλίγον πρό τῆς λήξεως τῆς θητείας ἐκείνου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ΙΦΣΚΑΕ, μέ τό ἀνειλικρινές, προσχηματικόν, ἀνυπόστατον καί γελοῖον ἐπιχείρημα περί δῆθεν «λόγων ὑγείας»! Δηλαδή, κατ' ἐντολήν, ἐψεύσθητε καί παρητήθητε, διά νά κορυφωθῆ ἡ παρανομία καί ἡ κρίσις εἰς τόν ΙΦΣΚΑΕ, μέ τήν ἔκνομον εἰσπήδησιν εἰς τήν θέσιν σας τοῦ ἄλλου πειθηνίου ὀργάνου τῶν Τσακίρογλου, ἤτοι τοῦ πολλοῦ οἴκτου ἀξίου, Σεβ. Διαυλείας κ. Ἀνδρέου. Ἡ ὑπόθεσίς σας αὐτή μέ ὅλα τά ἔκνομα καί ἀντικαταστατικά τά ὁποῖα προηγήθησαν καί ἠκολούθησαν μέχρι καί σήμερον…, δέν ἔκλεισε διά τό νομικόν πρόσωπον, τόν ΙΦΣΚΑΕ.
Εἰδωλοποιήσατε τό πρόσωπον τοῦ Μακαριωτάτου καί συνεχῶς συμπεριφέρεσθε δουλικώτατα, διά νά περνᾶτε καλά καί εἰς τά γεράματά σας καί νά διαφεντεύετε εἰς τό Ἱερόν Ἡσυχαστήριόν σας!(*) Θυμηθεῖτε τί εἴπατε(2) εἰς τήν Σύνοδον τοῦ Ἰουνίου 1998, διά νά ἀντιμετωπίσετε τόν κακοπροαίρετον, κακόδοξον καί ματαιόφρονα Πειραιῶς κ. Νικόλαον, ὁ ὁποῖος ἀπό τότε ἐζήτει τήν ἀνατροπήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ἐκβιάζων αὐτόν καί μέ τάς κατηγορίας δῆθεν περί καλύψεως τῶν «εἰκονομάχων θεολόγων» του, ἀλλά καί μέ τήν κατηγορίαν τοῦ «αἱρετικοῦ»(!), ὅπως ἀκριβῶς ὁ γνωστός Κύπριος Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, ἀλλά καί ὁ τότε Ἀττικῆς μέ ἐκείνην τήν ληστρικήν ὁμάδα του. Ὅταν, ὅμως, ἐν ἔτει 2003, ἡ συναλλαγή θρόνων μέ «ἐπισκοπικάς χειροτονίας»,(3) σᾶς τό ἐπέβαλεν, τότε τό «εἴδωλόν» σας, ὁ Ἀρχ/πος κ. Ἀνδρέας, ὡς ἀσθενής, ἔδει νά παραιτηθῆ ὑπέρ τοῦ βλασφήμου καί αἱρετικοῦ Πειραιῶς κ. Νικολάου!!! Ὅταν, λέγω, ἡ πρός χάριν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ σατανική συναλλαγή, σᾶς τό ἐπέβαλεν, συνεπράξατε εἰς τήν Ἱερόσυλον «ἑκουσίαν παραίτησιν» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, δηλαδή εἰς τήν ΠΤΩΣΙΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗΝ ΤΟΥ, ἀλλά καί τήν ἀναρρίχησιν εἰς τόν θρόνον, τοῦ σύν τοῖς ἄλλοις ματαιόφρονος κ. Νικολάου! Εὐτυχῶς ὅτι, καθ' ἡμᾶς, ἐπί ἔτη τώρα, ὡς ὁμάς προδοσίας, ΔΕΝ ΕΚΦΡΑΖΕΤΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙΤΕ ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΕΚ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, τήν ὁποίαν ΑΡΝΕΙΣΘΕ ΚΑΙ ΔΙΩΚΕΤΕ κατά τόν πιό ὕπουλον καί δόλιον τρόπον.
Ἐπίσης σᾶς θυμίζω ὅτι τόν Ὀκτώβριον τοῦ 1999, ἐνεργήσατε ἀνακρίσεις κατά τῶν πέντε, καί ὀρθῶς κατελήξατε νά εἰσηγηθῆτε τήν περαιτέρω Κανονικήν καί Ὀρθόδοξον ἀντιμετώπισίν των ὡς σχισματοαιρετικῶν! Ἔκτοτε ὅμως καί εἰς τό θέμα αὐτό τῶν πέντε, εὐθυγραμμίσθητε μετά τοῦ Πειραιῶς, κατελύσατε καί καταλύετε συνεχῶς τήν Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί βλασφημεῖτε τήν Ἀποστολικήν σας Διαδοχήν, τήν ὁποίαν, κατά ΕΠΙΣΗΜΟΝ καί ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗΝ σας ΔΗΛΩΣΙΝ, ἔχετε «ΠΑΡΑ ΧΕΙΡΟΘΕΤΗΜΕΝΩΝ»! Δηλαδή, ὡς ἔχων τήν χειροτονίαν σας παρ' Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι τό 1971 εἰς τήν Ἀμερικήν καί τήν Ἑλλάδα ἐχειροθετήθησαν ὡς σχισματικοί καί ὡς ἀνίεροι, καί κατόπιν «ἀνεγνωρίσθησαν» τόσον ἀπό τήν Ρωσικήν Σύνοδον τῆς Διασπορᾶς (τῆς παλαιο-νεοημερολογιτικῆς) ὅσον καί ἀπό τόν Νεοημερολογιτισμόν τῆς Ἑλλάδος καί τόν παγκόσμιον Οἰκουμενισμόν, ΕΙΣΘΕ ΕΝΑΣ ΨΕΥΔΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, ὅπως οἱ τῶν διαφόρων παρατάξεων καί τῶν Νεοημερολογιτῶν.
Ἐάν, πέραν ὅλων αὐτῶν, καί πλείστων ἄλλων, ληφθῆ ὑπ' ὄψιν καί τό γεγονός, ὅτι οἱ «πέντε, ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΟΝΤΕΣ, διεξεδίκησαν δι' ἑαυτούς, ὅτι «ἀποτελοῦν τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἤ «ἐκπροσωποῦν τήν Ἐκκλησίαν», καί ὅτι σᾶς ἐκήρυξαν «σχισματικούς καί αἱρετικούς, σᾶς κατεδίκασαν καί σᾶς καθήρεσαν», ΣΕΙΣ, μέ τήν ὅλην στάσιν σας, ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΤΕ πάντα ταῦτα (τά ἄκυρα) καί ἑπομένως δέν εἶσθε, καί διά τόν πρόσθετον αὐτόν λόγον, κἄν «Ἀρχιερεῖς», ἀλλά ΚΑΚΟΔΟΞΑ ΚΑΛΟΓΕΡΙΑ, τά ὁποῖα ἐμπορεύονται τόν Χριστόν καί τήν Ἐκκλησίαν. Προκύπτει, ὅτι προδίδετε καί πωλεῖτε τόν Χριστόν καί τήν Ἐκκλησίαν, ὡς ἄλλοι Ἰοῦδαι. «Εὔωνον ποιεῖται τήν πρᾶσιν πρός τήν γνώμην τῶν ἀγοραζόντων, τοῦ πωλουμένου τή πραγματείαν ποιεῖται,(4) οὐκ ἀκριβολογεῖται πρός τήν τιμήν, ἀλλ' ὡς δοῦλον φυγάδα ἀπεμπολεῖ ἔθος γάρ τοῖς κλέπτουσιν, ρίπτειν τά τίμια νῦν ἔβαλε τά ἅγια τοῖς κυσίν ὁ μαθητής». Νομίζω, ὅτι ἀντιλαμβάνεσθε τόν θεῖον ὑμνωδόν, ὁ ὁποῖος ἔγραψεν διαχρονικῶς δι' ὅλους τούς «Ἰούδας» μέχρι τῆς συντελείας.
Δέν ὑπάρχει λόγος νά συνεχίσω, ἀφοῦ καί αὐτά τά ὁποῖα μέχρι σήμερα σᾶς ἔγραψα, καί πάλιν σᾶς γράφω, εἶναι παρά πολλά, ἀλλά δέν τά ἐλάβατε καθόλου ὑπ' ὄψιν. Δυστυχῶς, ὡς δέσμιον τῆς προδοσίας σας, ματαίως σᾶς γράφομεν καί ματαίως σᾶς ὑπεβλήθη καί ἡ ΕΚΚΛΗΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ μας, ἡ ὁποία ὅμως ἀπεκάλυψεν τήν ἀμετανοησίαν σας καί τήν ἐμμονήν σας εἰς τήν προδοσίαν. Ὡς ἀποδειχθείσης, λοιπόν, τῆς Σεβασμιότητός σας ἀκαταλλήλου καί ἀναρμοδίου, καί ἀφοῦ ἐν τέλει μετά τρίμηνον περίπου ὑπεβάλετε τή ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ μετά τῆς ΕΚΚΛΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ μας εἰς τόν Μακαριώτατον κ. Ἀνδρέαν καί τόν Σεβ. κ. Νικόλαον, ἀφ' ὦν ἡμεῖς ΑΠΕΤΕΙΧΙΣΘΗΜΕΝ(!), ΑΙΡΟΜΕΝ ΤΑΥΤΗΝ. Ἡ συμπεριφορά σας, Σεβ. κ. Παχώμιε, προκύπτει ἀσυμβίβαστος πρός Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, συμβατή δέ πρός ἕναν ἀμετανόητον «χειροθετημένον» ψευδοεπίσκοπον.
Ἐν κατακλεῖδι σᾶς διαβεβαιοῦμεν ὅτι παρά ταῦτα, ὡς ὀρθόδοξοι σᾶς ἀγαπῶμεν καί πονοῦμεν δι' ὅλους σας, ἀλλά δέν μποροῦμε νά ἀνεχώμεθα ἤ νά κοινωνοῦμε τοῖς ἔργοις τῆς προδοσίας σας, διό «ἀφορίζομεν ἑαυτούς» ἐξ ὑμῶν κατά τό «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἄπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς». Ὡς ὀρθόδοξοι μισοῦμεν καί θά ἐξακολουθήσωμεν πολεμοῦντες τήν προδοσίαν σας, πεποιθότες ὅτι Κύριος ὁ Θεός πολεμήση ὑπέρ τῆς Ἁγίας Μητρός μας Ἐκκλησίας.
Ταῦτα τῆ ἀγάπη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ
ὑπογραφόμεθα Ἱερομόναχος
ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ
(1) Πολλούς ἀπό ἡμᾶς τούς Κληρικούς καί Ἐπισκόπους θά μᾶς κρεμάση ὁ Θεός, ἄλλους μέ τά ὡράρια, ἄλλους μέ τά ἐπιτραχήλια, καί σᾶς τούς ἐπιλήσμονας Ἀρχιερεῖς μέ τά ὠμοφόρια.
(*) Σημ. «Ο.Π.» Μήπως τώρα «εἰδωλοποίησεν» καί τόν βλάσφημον «Πειραιῶς» καθ' ἅ «ἀρχιεπίσκοπος»;!
(2) «Ὅσοι μέχρι σήμερον τά ἔβαλαν μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα ὅλοι ἔπεσαν καί συνετρίβησαν…»!
(3) Κάποιων γνωστῶν «προσωπικοτήτων» τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ φερομένων ὡς ὀρθοδόξων Κληρικῶν καί θεολόγων, ὡς τῶν ἀδελφῶν Τσακίρογλου, τοῦ Ἱερέως π. Εὐσταθίου Τουρλῆ καί ἐνδεχομένως καί ἄλλων… Ἀπό πότε 'ᾶραγε εἶναι μεμυημένοι εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν; Ψάχνω νά βρῶ ἕνα ὁμολογιακόν των κείμενον καί δέν εὑρίσκω οὔτε ἕνα. Μόνον καταπτύστους εἰρωνείας διά «τάς ἐκκλησιολογίας» τοῦ κ. Γκουτζίδη καί τά «ἱεραποστολικάς Ἐκδόσεις» τοῦ Ἐπισκόπου Κηρύκου.
(4) Δηλ. ὁ Ἰούδας συμφωνεῖ καί πωλεῖ τόν Κύριον εἰς εὐθύνην καί ἐξευτελιστικήν τιμήν.
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2009
Hosted by uCoz
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)