Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΛΗΦΘΕΙΣΑΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΡΗΘΗ Η ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α. Π. 202 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῇ 16-5-2001 (π.ἡ.). ΠΡΟΣ τόν Μακαριώτατον Πρόεδρον καί ἅπαντα τά μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος. Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς, εἴθε ὁ Χριστός νά εἶναι ἐν τῷ μέσω ἡμῶν καί μή ἀντανέλη ἀφ᾿ ἡμῶν τήν Χάριν τοῦ Παναγίου Του Πνεύματος. Τήν 14-4-01 ὑπεβάλαμεν, ἐνώπιον τῆς συνεδριαζούσης ῾Ιερᾶς Συνόδου, τό ὑπ᾿ ἀριθμ. 198 ἔγγραφον - αἴτησιν, πρός ῾Υμᾶς τόν Μακαριώτατον Πρόεδρον καί τούς ᾿Αρχιερεῖς τούς συμμετασχόντας κατά τήν προηγηθεῖσαν τήν 13-4-2001 Α' συνεδρίασιν τῆς ῾Ιεραρχίας, Σεβασμιωτάτους Πειραιῶς κ. Νικόλαον, ᾿Αργολίδος κ. Παχώμιον, Περιστερίου κ. Γαλακτίωνα, καί Διαυλείας κ. ᾿Ανδρέαν καί ἐγράφομεν ἐν αὐτῷ. Παραθέτομεν ἐν τῷ συνόλῳ του τό κείμενόν μας: "᾿Επειδή κατά τήν χθεσινήν (13-4-2001) συνεδρίασιν τῆς ῾Ιεραρχίας ὑπεγράφη ᾿Απόφασις περί "ὁριστικῆς" παύσεώς μου ἀπό τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως, τήν ὁποίαν ὑπέγραψεν καί ἡ ἐλαχιστότης μου μέ τήν ἔνδειξιν "ἐνίσταμαι". ᾿Επειδή ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐλήφθη χωρίς νά τηρηθῇ ἡ Κανονική καί Νόμιμος διαδικασία, ἐνῶ παρεβιάσθησαν ὅλως αὐθαιρέτως οἱ ῾Ιεροί Κανόνες καί βασικοί Κανόνες δικαίου, καί ἠθικῆς τάξεως, τῶν ὁποίων ἡ παράβασις πέραν τῶν ἄλλων συνεπάγεται καί ἀκύρωσιν τῆς ἐν λόγῳ ἀποφάσεως. ᾿Επειδή, κατέθεσα εἰς τά Πρακτικά καί ἐζήτησα νά συναφθῇ μέ τήν "᾿Απόφασιν" καί ἡ δήλωσίς μου, καθ᾿ ἥν: "᾿Επί τῆς ἀποφάσεως τῆς 13-4-2001 ἐνίσταμαι, διότι ἐνῶ ἐζήτησα νά ἀναγνωσθῇ ἡ ἀπάντησίς μου ἐπί τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Μακαριωτάτου, ἐνῶ ὑπάρχει ἡ σχετική ἀναφορά μου (186/31-1-01), ἐνῶ ὁ Σεβ/τος ᾿Αργολίδος εἶπεν: "καί οἱ ἐγκληματίαι ἀπολογοῦνται", ἐνῶ ὁ Σεβ/τος Περιστερίου ἐπέμενε νά διαβασθῆ ἡ ἀπολογία μου, τοῦτο δέν ἐγένετο δεκτόν ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου καί τοῦ Σεβ/του Πειραιῶς καί ἀσφαλῶς καί τοῦ Σεβ. Διαυλείας. Οὕτω "κατεδικάσθην" ἀναπολόγητος. ᾿Επί τῆς ἀποφάσεως ὑπέγραψα μέ τήν ἔνδειξιν "ἐνίσταμαι", ἐσημείωνα δέ εἰς τήν δήλωσιν ταύτην, ὅτι "θά ἀκολουθήσῃ ἔνστασις"..... ΕΥΣΕΒΑΣΤΩΣ ΖΗΤΩ νά μοῦ παρασχεθῇ ἡ ἐν λόγῳ ᾿Απόφασις,ὡς καί τά Πρακτικά (ἔστω τά Πρόχειρα). ᾿Επίσης ζητῶ καί τά Πρακτικά τῆς 31-1-2001, τά ὁποῖα ἤδη ἔχουν ὑπογραφεῖ καί ἐπί τῶν ὁποίων ὡς ἐσημείωσα παρετηρήθησαν σοβαραί παραλείψεις. Σημειώνω δέ ὅτι μέχρι Κανονικῆς ἐκδικάσεως τῆς ᾿Ενστάσεώς μου ἡ ἐν λόγῳ ᾿Απόφασις δέν ἰσχύει. ᾿Ελάχιστος ἐν ᾿Επισκόποις + ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος" ῾Η Α.Μ. ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος κ. ᾿Ανδρέας, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὡς ἄνω ἡμετέρου ἐγγράφου μοί ἀπέστειλεν προσφάτως τό κάτωθι ἔγγραφον, τό ὁποῖον παραθέτομε αὐτούσιον: "ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ Μπότσαρη 8 - Περιστέρι - ᾿Αθῆναι ᾿Αριθμ. Πρωτ. 1317 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῇ 12 Μαΐου 2001 (έκκλ. ἡμερ.) Πρός τόν Σεβ/τον Μητροπολίτην Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκον Στρογγύλη 194 00 ΚΟΡΩΠΙ Σεβασμιώτατε, ὁ Κύριος ἐν τῷ μέσω ἡμῶν πάντοτε. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπό 14-4-2001 (π.η.) καί ὑπ᾿ ἀριθμ. Πρωτ. 198 ὑμετέρας ἐπιστολῆς, σᾶς γνωρίζω τά ἐξῆς: ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ῾Ιεραρχίας κατά τήν Συνεδρίασιν Αὐτῆς τῆς 13ης ᾿Απριλίου ἐ.ἔ. ἀπεφάσισε τήν ὁριστικήν παῦσιν ὑμῶν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως Αὐτῆς καί τόν διορισμόν εἰς αὐτήν τοῦ Αἰδ/του ῾Ιερέως π. ΔημητρίουΤσαρκατζόγλου, δι᾿ οὕς λόγους γνωρίζετε, καθ᾿ ὅτι συμμετείχατε εἰς τήν ὡς ἄνω Συνεδρίασιν καί μάλιστα ὑπεγράψατε τήν σχετικήν Πράξιν - ᾿Απόφασιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου (᾿Αριθμ. Πρω. 3150). Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω οἱ προβαλλόμενοι ἐν τῇ προαναφερθείσῃ ἐπιστολῇ Σας ἰσχυρισμοί εἶναι ἀνεδαφικοί καί προκαλοῦν κατάπληξιν. ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος οὐδεμίαν καταδικαστικήν ἀπόφασιν ἐξέδωσε ἐν προκειμένῳ καθ᾿ ὑμῶν, ἀλλ᾿ ἁπλῶς προέβη εἰς μίαν διοικητικήν πράξιν, αὐτήν τῆς παύσεώς Σας ἀπό τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως καί τῆς ἀντικαταστάσεώς Σας ὑφ᾿ ἐτέρου Κληρικοῦ, καθ᾿ ὅ ἔχει δικαίωμα. Εἶναι ἄξιον περιεργείας, τό ὅτι παρουσιάζεσθε ἀγνοῶν, ὅτι ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, ὡς διοικητικόν ὄργανον ἐν προκειμένῳ δικαιοῦται νά διορίζῃ (ὅπως ἐδιώρισεν ὑμᾶς) καί νά παύῃ τόν ᾿Αρχιγραμματέα ἤ τούς Γραμματεῖς Αὐτῆς ὁποτεδήποτε κρίνῃ τοῦτο σκόπιμον. Οἱ δέ ῾Ιεροί Κανόνες, περί τῶν ὁποίων παραδόξως κάνετε λόγον εἰς τήν ὡς ἄνω ἐπιστολήν σας, ὁμιλοῦντες περί "Κανονικῆς διαδικασίας" καί "δικαιώματος ἐκ τῶν Θείων καί ῾Ιερῶν Κανόνων", οὐδαμοῦ, ὡς πιστεύομεν γνωρίζετε, ἀσχολοῦνται μέ τοιαύτης φύσεως θέματα. Προσέτι, οὐδείς λόγος ὑπάρχει διά τήν χορήγησιν εἰς ὑμᾶς ἀντιγράφων τῶν Πρακτικῶν (κατά τήν παγίαν ἄλλωστε τακτικήν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου), ἤ τῆς ᾿Αποφάσεως τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, δεδομένου ὄντος ὅτι ἤσαστε παρών κατά τήν λῆψιν αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ὁριστική καί ἰσχυρά. Μετ᾿ εὐχῶν Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ (Τ.Σ.Υ.) + Ο ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΙΣ: Σεβ/τους ᾿Αρχιερεῖς, μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾿Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. ῾Ελλάδος." Πρίν ἀπαντήσωμεν είδικῶς εἰς τό ἀνωτέρω ἔγγραφον τοῦ Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου παρατηρῶμεν τά κάτωθι: Πρωτίστως ἐκ τῆς μελέτης τοῦ περιεχομένου τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου, ὅπως ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν, προκύπτει, ὅτι ὁ σεπτός Προκαθήμενος ἀπό ἀρκετό καιρό μᾶλλον ἀδυνατεῖ νά ἐλέγχῃ τά κείμενα, τά ὁποῖα τοῦ ἑτοιμάζουν οἱ γνωστοί σύμβουλοί Του καί ὁ ἴδιος ὑπογράφει. Δυστυχῶς, τό ἄμεσον γνωστόν περιβάλλον Του καταχρᾶται τήν ἁπλότητα τοῦ πολιοῦ Γέροντος ᾿Αρχιεπισκόπου καί τόν "σπρώχνει" εἰς κακούς χειρισμούς ἐπί σοβαρῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν θεμάτων, οἱ ὁποῖοι ἀποβαίνουν εἰς βάρος τοῦ ἔργου τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Αποτέλεσμα τῶν πληθωρικῶς ἤδη σημειωθέντων κακῶν χειρισμῶν εἶναι, ὅτι κατά τά τελευταῖα ἔτη, ἐμφανιζόμεθα μέσα ἀπό τάς ἐνεργείας μας, ὡς νά μή ἐνδιαφερώμεθα πλέον καθόλου διά τήν τήρησιν τῆς Κανονικῆς τάξεως καί ὡς νά μή ἀνησυχῶμεν ὅτι δέν λειτουργεῖ Κανονικῶς ὁ Συνοδικός θεσμός. Προσέτι δέ φαίνεται ὡς νά μή συνειδητοποιῶμεν, ὅτι πολλαί ἀπό τάς ἐνεργείας μας συντελοῦν, εἰς τήν προώθησιν σκευωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξυπηρετοῦν τόν Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν, ἐνῶ ὑποβόσκει ἡ προδοσία, ἡ ὁποία ἐν τέλει, μέ τό νέο μελετώμενο παλαιοημερολογιτικό σχῆμα πού προβλέπεται νά προκύψῃ, θά παρουσιασθῇ καί ὡς "᾿Ορθοδοξία"!. Τά ὅσα συνέβησαν πάλιν κατά τά τελευταῖα ἔτη, μετά τό 1995, ἔχουν ἰδιαιτέραν σημασίαν καί πρέπει νά τά μελετήσωμεν καλῶς, διά νά λάβωμεν τά ἀπαραίτητα μηνύματα, καί νά ἐνεργήσωμε ἀναλόγως, ἄν δέν θέλωμεν νά θρηνήσωμεν καί πάλιν πτώσεις καί σχίσματα. Γνωρίζετε τάς ταπεινάς μου ἀπόψεις, διότι ἐπ᾿ αὐτῶν ἡ ἐλαχιστότης μου, Σᾶς ἀπέστειλα ἑκαντοντάδας σελίδας, ἔγγραφα, ῾Υπομνήματα, ᾿Αναφοράς, Εἰσηγήσεις καί Καταγγελίας. ᾿Αναφέρω τά πλέον χαρακτηριστικά μόνον ἐκ τῶν τελευταίων ἀποσταλέντων κειμένων μου::147/17/30-8-2000, 149/28-9-2000, 175/15/28-12-2000, 185/31-1-2001, 186/31-1-2001, 194/4-4-2001, 196/13-4-2001, 198/14-4-2001. ῾Επομένως, Σεβ/τοι ᾿Αδελφοί, εἶσθε ἀπόλυτα πληροφορημένοι καί ὀφείλομεν ὅλοι ἀπό κοινοῦ νά ἀρθῶμεν εἰς τό ὕψος πού ἀπαιτοῦν αἱ κρίσιμοι περιστάσεις καί νά ἀναλάβωμεν τάς Κανονικάς εὐθύνας μας πρός πᾶσαν κατεύθυνσιν, ἵνα, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, τεθῇ φραγμός εἰς τά σκοτεινά σχέδια καί ἀναχαιτισθῇ ἡ ἐπιχειρουμένη προδοσία, ἡ ὁποία, ὅπως ἐπανειλημμένως κατήγγειλεν ἡ ἐλαχιστότης μου, ἑστιάζει εἰς τήν νόθευσιν τῆς ᾿Αποστολικῆς Διαδοχῆς. Πιστεύω, ὅτι ὅλοι τουλάχιστον οἱ ᾿Αρχιερεῖς κατανοοῦμε τί σημαίνει διά τόν Νεοημερολογιτισμόν- Οἰκουμενισμόν, καί διά τόν Παπισμόν, ἀλλά καί διά τάς διαφόρους παλαιοημερολογιτικάς παρατάξεις, ἡ καθαρά ῾Ομολογία - ᾿Εκκλησιολογία τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας καί ἡ ἀδιάκοπος Γνησία ᾿Αποστολική Διαδοχή τῶν ᾿Επισκόπων καί πρεσβυτέρων Αὐτῆς. Εἶναι δεδομένον, ὅμως, καί ὅτι ὀλίγοι ἐκ τῶν πιστῶν τῆς ᾿Εκκλησίας ἀντιλαμβάνονται τά ἀνωτέρω, καί ἑπομένως δυσκολεύονται νά κατανοήσουν τάς ἔσωθεν καί ἔξωθεν χαλκευομένας σκευωρίας, κατά τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ωστόσον δέν πτοούμεθα καί ἀπό τυχόν ἐγκαθέτους, ἤ ψευδαδέλφους, ἤ ψευδοαγωνιστάς, ἤ ὑποκριτάς, ὅσον καί ἄν ἐμφανίζωνται "βασιλικώτεροι τοῦ βασιλέως" διά νά καταφθείρουν τό "βασίλειον" καί πάρουν καί τό "κεφάλι τοῦ βασιλέως". Γνωρίζομεν ἀκόμη καί ὅτι πολλοί ἐκ τῶν πιστῶν τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι μᾶλλον συνδεδεμένοι μέ πρόσωπα, δίκην ὁπαδῶν, καί ὄχι μέ τόν Χριστό καί τήν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ᾿Επίσης ἐκτιμῶμεν ὅτι, ὅσοι, χάριτι Χριστοῦ, μείνωμεν πιστοί κατά τούς ἐσχάτους τούτους καιρούς, ἡ ζωή μας θά εἶναι ἕνας συνεχής διωγμός, ἔνας Γολγοθᾶς, εἰς μαρτύριον ὅμως τῆς Πίστεως εἰς τό ᾿Εσφαγμένον ᾿Αρνίον τῆς ᾿Αποκαλύψεως πού ἀληθινά ὁδηγεῖ εἰς τήν ᾿Ανάστασιν. . ῎Ισως εἶναι ἐγγύς ὁ καιρός κατά τόν ὁποῖον ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ θά εἰσέλθῃ εἰς τάς Κατακόμβας, καί θά κληθῶμεν νά δώσωμεν ἐκεῖθεν αὐτήν τήν μαρτυρίαν τῆς Πίστεως, τήν ὁποίαν, μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ καί δι᾿ εὐχῶν Σας, εἴθε νά δώσωμεν ἀπό κοινοῦ. Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί Γράφω πάλιν ταῦτα, διότι τά τρία - τέσσερα τελευταῖα ἕτη μέ πράξεις καί παραλείψεις μας, ἀφήσαμε τό γνωστόν παρασυνοδικόν κατεστημένον νά ἐλέγχῃ καί νά κατευθύνῃ τό ῾Ιεροσυνοδικόν μας σύστημα. Γράφω ταῦτα, διότι ἀπό τό 1997, δέν ἔχομεν νά ἐπιδείξωμεν, ἔστω καί μίαν Κανονικῶς λειτουργήσασαν Σύνοδον τῆς ῾Ιεραρχίας, οὔτε ἔστω καί μίαν Κανονικῶς ληφθεῖσαν ᾿Απόφασιν, ἐνῶ σχεδόν εἰς ὅλας αὐτάς τάς συνεδριάσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐφαρμόζονται ἀντικανονικαί διαδικασίαι, περνοῦν αἱ ἐξωσυνοδικαί γραμμαί καί θέσεις, καί λαμβάνονται ἀποφάσεις ἄδικοι καί στρεβλαί, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου. Αὐτά, ὅμως, ἄν συνεχίσωμεν τήν ἰδίαν ἁμαρτωλήν τακτικήν, ἀπειλοῦν νά μᾶς χωρίσουν ἀπό τόν Χριστό καί τήν ᾿Εκκλησίαν Του. Δέν ἐπεκτείνομαι, διότι ὅλα αὐτά ἔχουν γραφεῖ καί Σᾶς εἶναι ἀπολύτως γνωστά, θά ἀναφερθῶμεν ὅμως δι᾿ ὀλίγων εἰς τάς δύο τελευταίας Συνόδους τοῦ παρόντος ἔτους, ἐνῶ καί αἱ τοιαῦται τοῦ 2000 καί τῶν προηγουμένων τελευταίων ἐτῶν δέν ἦσαν καθόλου καλύτεραι. ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 31-1-01 ῾Ως γνωστόν, κατά τήν συνεδρίασιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 31-1-01 ἐτέθη θέμα ἀφορῶν ἡμᾶς προσωπικῶς. ᾿Αφορμή τά προηγηθέντα, καί ἤδη ἐν τῷ παρόντι προμνημονευθέντα ἔγγραφά μας, ὑπ᾿ ἀριθμ. 147, 149, 175, καί 185, καί τά δημοσιεύματα εἰς τό ὑφ᾿ ἡμᾶς περιοδικόν, "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΟΗ" τοῦ ᾿Οκτωβρίου- Νοεμβρίου, καί Δεκεμβρίου 2001 καί εἰδικώτερον αἱ στῆλαι αὐτῶν: "Μόνο μέ τήν γλῶσσα τῆς ᾿Αληθείας" καί "᾿Επί ἐνός ἀτυχοῦς δημοσιεύματος τοῦ Κ.Γ.Ο.". Κατά τήν ἐν λόγῳ ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ῾Ιεραρχίας ἐπαρουσιάσθη καί πάλιν τό μόνιμον φαινόμενον, ἤτοι τῶν ἐξωσυνοδικῶς προσυμπεφωνημένων καί προειλημμένων ἀποφάσεων. ᾿Εν προκειμένῳ τρεῖς ᾿Αρχιερεῖς, ἤτοι ὁ Μακαριώτατος Πρόεδρος κ. ᾿Ανδρέας καί οἱ Σεβ/τοι Πειραιῶς καί Νήσων κ. Νικόλαος καί Διαυλείας κ. ᾿Ανδρέας, εἶχον προσυμφωνήσει καί προαποφασίσει, ὅτι, ἄν δέν φιμωθῇ καί δέν ἀνακαλέσῃ (οὐσιαστικά διακόψῃ τάς ἐπιμάχους στήλας ἀπό τήν "Ο.Π.") ὁ ᾿Επίσκοπος Κήρυκος, θά τοῦ ἐπιβληθῇ ἀμέσως, κατά τό "ἀποφασίζομεν καί διατάσσομεν" , ἡ προσωρινή παῦσις αὐτοῦ ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. Δηλαδή θά ἀρχίσῃ ἡ ἐπιχείρησις "ξήλωμα" καί περιθωριοποίησις τοῦ ᾿Επισκόπου. Τοῦτο δέ μετά καί ἀπό τήν "ἐπιτυχῆ ἐπιχείρησι ξηλώματος" τόσον ἐμοῦ, ὅσον καί τοῦ θεολόγου κ. ᾿Ελ. Γκουτζίδη ἐκ τοῦ Δ.Σ. τοῦ ΙΦΣΚΑΕ. Σημειώνομεν δέ ὅτι τό θέμα τοῦ ΙΦΣΚΑΕ δέν ἔκλεισε τήν 16/29-1-01 μέ ἐκείνην τήν...Γενικήν Συνέλευσιν. Μπορεῖ ἡμεῖς κατ᾿ αὐτήν νά ἐτέθημεν ἐκτός, τά σοβοῦντα ὅμως θέματα...ΜΕΝΟΥΝ καί ἀπειλοῦν, καθόσον ἀφοροῦν ὄχι μόνον τό Καταστατικόν καί τόν Νομον, ἀλλά πρωτίστως τήν ᾿Εκκλησία. Αὐτό ἀκριβῶς πού εἶχε προαποφασισθεῖ, αὐτό καί ἐγένετο, κατά τόν γνωστόν καί παγίως ἀπαράδεκτον, ἀπό Κανονικῆς καί ἠθικῆς τάξεως, ἀλλά καί ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησιαστικῆς δεοντολογίας, τρόπον. Κατόπιν τούτου, καί ἀφοῦ δέν ἐπετράπη ἡ συζήτησις ἐπί τοῦ θέματος, οὔτε ἔστω νά "ἀπολογηθῶμεν", ἡ ταπεινότης μας αὐθημερόν ὑπεβάλαμεν τό ὑπ᾿ ἀριθμ. 186/31-1-01 δισέλιδον ἔγγραφόν μας, μέ τό ὁποῖον ἐν κατακλεῖδι ἐζητούσαμε τά κάτωθι: "Κατόπιν τούτου καί ἐπειδή κατ᾿ αὐτήν τήν συνεδρίασιν, οὔτε διετυπώθη, οὔτε ὑπεγράφη σχετική ᾿Απόφασις, ἀλλά καί τά πρόχειρα Πρακτικά, οὔτε ἀνεγνώσθησαν, οὔτε ὑπεγράφησαν, ὡς προβλέπει ἡ Κανονική τάξις, καί ἐπειδή αἱ ἀποφάσεις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου συντάσσονται καί ὑπογράφονται ἐν Συνόδῳ καί κοινοποιοῦνται χωρίς καμμίαν ἀπολύτως καθυστέρησιν... ῾Ως ᾿Αρχιερεύς τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα καί μέ τήν Κανονικήν τάξιν καί τήν ὅλην ᾿Εκκλησιαστικήν δεοντολογίαν, ζητοῦμεν, ὅπως μᾶς κοινοποιήσητε ἀμέσως τήν ἐν λόγῳ "ἀπόφασιν", ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπό τῶν Σεβ/των ᾿Αρχιερέων, οἱ ὁποῖοι "ἀπεφάσισαν", ἀλλά καί ἀπολύτως καί ἐπακριβῶς ἠτιολογημένη, ὥστε νά προκύπτῃ, διατί παύει ἰσχύουσα ἡ ὑπ᾿ ἀριθμ. 1850/10-9-1982 ὁμόφωνος ῾Ιεροσυνοδική ἀπόφασις, δι᾿ ἡς ὡρίσθημεν ᾿Αρχιγραμματεύς ὑπό τῆς τότε (1982) ῾Ιερᾶς Συνόδου. Ζητοῦμεν τήν ἐν λόγῳ ἀπόφασιν ἀφ᾿ ἑνός μέν διότι, βάσει αὐτῆς, θά προβῶμεν εἰς τάς δεούσας ἐνεργείας συνωδά τοῖς ῾Ιεροῖς Κανόσι καί τῇ ᾿Εκκλησιαστικῇ τάξει, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ διότι ἐν τέλει μία τοιαύτη ἀπόφασις δύναται νά θεωρηθῇ καί ὡς ἀνύπαρκτος, δεδομένου, ὅτι αὕτη ὑπεστηρίχθη ὑπό τριῶν μόνον, ἐκ τῶν ὀκτώ παρόντων, ᾿Αρχιερέων. Τό ὅλον δέ φαινόμενον, ἐν συνδυασμῷ καί μέ ὅσα συμβαίνουν εἰς τόν εὐρύτερον ἐκκλησιαστικόν χῶρον, εἶναι ἀποδείξεις, περί τοῦ πῶς καί διατί "δοκιμάζεται καί κλυδωνίζεται" καί σήμερον τό σκάφος τῆς ᾿Εκκλησίας". ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ῾Ιεραρχίας 13 καί 14-4-2001 Δυστυχῶς ἐφθάσαμε καί εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 13 καί 14-4-2001, χωρίς νά εἴχομεν τύχει οὐδεμιᾶς ἀπαντήσεως, ἐνῶ κατ᾿ αὐτήν τήν β' ῾Ιεράν Σύνοδον, συνέβησαν χειρότερα πράγματα. Συγκεκριμένα κατ᾿ αὐτήν πάλιν, μέ αὐθαίρετον καί βάρβαρον τολμῶ εἰπεῖν τρόπον, ἐλήφθη ἀπόφασις περί ὁριστικῆς παύσεως μου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως, χωρίς, καί πάλιν, νά ἐξετασθῇ τό θέμα Κανονικῶς καί νά κριθῇ, χωρίς νά ἀκουσθῇ ἡ ἰδική μου "ἀπολογία". ᾿Αντιμετωπίσθημεν χειρότερα καί ἀπό ἕνα "κακοποιόν", ἐνῶ ὁ Σεβ/τος ᾿Αργολίδος κ. Παχώμιος ἠναγκάσθη νά εἴπῃ: "Καί ὁ ἐγκληματίας ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπολογῆται" . Κατά τήν β' συνεδρίαν αὐτῆς τῆς ῾Ιεραρχίας (ἤτοι τήν 14-4-01, καί μετά ἀπό ὅσα προηγήθησαν κατά τήν πρώτην, (13-4-01) ὑπεβάλαμεν τό ὑπ᾿ ἀριθμ. 198/14-4-2001 ἔγγραφον, τό ὁποῖον παραθέσαμεν ὁλόκληρον εἰς τήν ἀρχήν τοῦ παρόντος. Δι᾿ αὐτοῦ ἐζητήσαμε τά Πρακτικά καί τήν ᾿Απόφασιν καί αὐτῆς τῆς συνεδριάσεως, διότι ἀνεφέροντο ἀποκλειστικῶς εἰς ἡμᾶς. Καί τότε μέν ἔλαβον, ἀπό τόν Μακαριώτατον, τήν ἀπάντησιν, ὅτι τά Πρακτικά, καί τήν ᾿Απόφασιν τά ἔχει ὀ Πρακτικογράφος, ὁ π. ᾿Ανανίας, ὁ ὁποῖος ἔλειπε κατά τήν β' συνεδρίασιν . ᾿Εκτοτε παρῆλθε μήνας ὁλόκληρος καί δέν εἴχομεν οὐδεμίαν ἀπάντησιν - ἀνταπόκρισιν. Μόλις δέ τήν Κυριακή 14/27-5-01, (καί κατά τήν ἐκδήλωσιν πού ἔλαβε χώραν εἰς τό ᾿Εκκλησιαστικό Πνευματικό Κέντρο εἰς τό Περιστέρι, πρός τιμήν τῶν ῾Αγίων Πατέρων τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τοῦ ἀοιδήμου ᾿Αρχιεπισκόπου Ματθαίου), ὁ ὁδηγός τοῦ Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου, ὁ κ. Γεώργιος Ντούζας, μᾶς ἐνεχείρισε ἀνοικτόν φάκελλον τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς περιέχοντα τό προεκτεθέν εἰς τήν 1ην καί 2αν σελίδα τοῦ παρόντος, ὑπ᾿ ἀριθμ. Πρωτ.1317/12-5-01 (π.ἡ.) ἀπαντητικόν πρός ἡμᾶς ἔγγραφον τοῦ Μακ. ᾿Αρχιεπισκόπου. Δυστυχῶς, μετά καί ἀπό τό ἀνωτέρω, καθ᾿ ἡμᾶς ἀδιανόητον ἔγγραφον, τά πράγματα περιῆλθον εἰς ἀκόμη δεινοτέραν κατάστασιν, ὁ δέ Μακαριώτατος φαίνεται καθαρά, ὅτι δέν μπορεῖ ἤ δέν θέλει νά ἐλέγχῃ, τί ὑπογράφει καί τί ἐπιστέλλεται. Κατ᾿ ἀρχήν ἡμεῖς μέ τήν ὑπ᾿ ἀριθμ. 108/14-4-2001 ἔγγραφόν μας, ἀπηυθύνθημεν πρός τήν συνεδριάζουσαν ῾Ιεράν Σύνοδον, ἡ ὁποία τήν 14-4-01 συνεκροτεῖτο ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου Προέδρου καί τῶν Σεβ/των κ.κ. Νικολάου, Παχωμίου, Γαλακτίωνος καί ᾿Ανδρέου, ὡς καί τῆς ἐλαχιστότητος ἡμῶν. ῾Ως ἐκ τούτου, καθ᾿ ἡμᾶς, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δικαιολογεῖται νά ἀπαντᾶ ὁ Μακαριώτατος ὡς ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Αθηνῶν, (καί οὐχί ὡς Πρόεδρος ἤ διά τήν ῾Ιεράν Σύνοδον), καί δή μετά 40 ἡμέρας. ῾Ημεῖς ἐζητήσαμεν τά ἀφορῶντα ἡμᾶς Συνοδικά Πρακτικά καί τήν Συνοδικήν Απόφασιν τῆς 13-4-01, ἡ ὁποία ἐπίσης μᾶς ἀφορᾶ προσωπικά, καί εἶναι εὐθύνη καί ἁρμοδιότης τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου νά ἀνταποκριθῇ σαφῶς καί ἀπεριφράστως, διότι Αὐτή συνεσκέφθη καί ἡ ᾿Ιδία ἀπεφάσισεν. ᾿Εκτός ἄν αὐτό εἶναι μία ὁμολογία, ὅτι δέν ἀπεφάσισεν ἡ ῾Ιερά Σύνοδος, ἀλλά οἱ τρεῖς ᾿Αρχιερεῖς μέ τούς γνωστούς συμβούλους εἶχον προσυνεννοηθεῖ καί εἶχον προαποφασίσει, τά δέ ὑπόλοιπα μέλη τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου ἦσαν ἐκτός αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, ὅπερ ἡμεῖς πιστεύομεν. ᾿Εζητήσαμεν ΕΥΣΕΒΑΣΤΩΣ τήν ᾿Απόφασιν (3150/13-4-01) τῆς ῾Ιεραρχίας, καί τά σχετικά μέ τό θέμα Πρακτικά, διότι ἐκτός τοῦ ὅτι μᾶς ἀφοροῦν προσωπικά, ταῦτα ἔχουν ἀφ᾿ ἐαυτῶν τάς προεκτάσεις των καί εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν. ῾Η ἀπάντησις ἑπομένως πού ἐδόθη μέ τό ἀνωτέρω προεκτεθέν ἔγγραφον, δέν θεωρεὶται ὡς ἀπάντησις τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, ἀλλά τῆς Α.Μ. τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου, καί διά νά ἀκριβολογήσωμεν εἶναι τῶν συμβούλων Του. Πέραν τούτου ὁ Μακαριώτατος ἀπαντᾶ χρησιμοποιῶν ἔντυπον, πρωτόκολλον καί σφραγίδα τῆς ᾿Αρχιεπισκοπῆς. Γνωρίζετε καλῶς, Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς, ὅτι ἕνας ᾿Επίσκοπος δέν εἶναι ὑφιστάμενος τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου. Προϊσταμένη ᾿Αρχή τοῦ ᾿Επισκόπου εἶναι ἡ ῾Ιερά Σύνοδος. ᾿Επί ἑνός δέ αἰτήματος Μητροπολίτου, τό ὁποῖον ἀφορᾶ τήν Σύνοδον, δέν ἀποφασίζει, οὔτε ἀπαντᾶ ὁ ᾿Αρχιεπίσκοπος. ῾Ως ἐκ τούτου, νομίζομεν, ὅτι δέν δύναται ὁ Μακαριώτατος νά ἰσχυρίζεται πέραν τῶν ἄλλων καί ὅτι: "οὐδείς λόγος ὑπάρχει διά τήν χορήγησιν εἰς ὑμᾶς (σ.σ. τόν ᾿Επίσκοπον Κήρυκον) ἀντιγράφων τῶν Πρακτικῶν ἤ τῆς ᾿Αποφάσεως τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, δεδομένου ὅτι ἤσαστε παρών κατά τήν λῆψιν αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ὁριστική καί ἰσχυρά". Εἰς τήν ὡς ἄνω ἀπάντησιν σημειώνει ἐντός παρενθέσεως, ὅτι ἡ ἀπάντησίς του δίδεται "κατά παγίαν ἄλλωστε τακτικήν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου" !. Λυπούμεθα, ἀλλ᾿ ἐνιστάμεθα διαφωνοῦντες καί ἐπί τοῦ διαδικαστικοῦ καί ἐπί τῆς συγκεκριμένης ἀπαντήσεως καί καταγγέλλομεν τήν Πρᾶξιν τοῦ Μακαριωτάτου ὡς αὐθαίρετον καί καταχρηστικήν ἐν τῷ συνόλῳ της, διότι δέν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Μακαριωτάτου νά ἀποφαίνεται, ὡς ἀπό καθέδρας, ὅτι "οὐδείς λόγος ὑπάρχει διά τήν χορήγησιν...ἀντιγράφων", οὔτε πολύ περισσότερον νά ἀποφαίνεται παρομοίως ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς 13-4-01 "εἶναι ὁριστική καί ἰσχυρά". ῾Ημεῖς πάντως ἀπευχόμεθα νά εἶναι "ὁριστική" καί αὐτή ἡ τοποθέτησις τοῦ Μακαριωτάτου ᾿Αρχιεπισκόπου... Δι᾿ ἡμᾶς, ὑπάρχουν ἀποχρῶντες λόγοι νά ἔχωμεν τά αἰτηθέντα ἔγγραφα. Τό γεγονός δέ, ὅτι εἴμεθα παρών καί ὑπεγράψαμεν, ὅπως ὑπεγράψαμεν, αὐτό ἐπιτείνει τό δικαίωμά μας (Κανονικόν, Νομικόν) νά ἔχωμεν αὐτά εἰς χεῖράς μας, διά νά ἴδωμεν καί τό "δι᾿ οὕς λόγους" ἡ ῾Ιερά Σύνοδος ἀπεφάσισεν ὅ,τι ἀπεφάσισεν, διότι δέν γνωρίζομεν ἀπολύτως κανένα Κανονικόν ᾿Εκκλησιαστικόν λόγον, ὁ ὁποῖος νά δικαιολογῇ τήν πρᾶξιν, ἀλλά καί διότι πρέπει νά γνωρίζουν καί ὅλοι τούς λόγους πού ὡδήγησαν εἰς αὐτήν τήν "ἀπόφασιν" .῞Οσον ἀφορᾶ τό "ὑπάρχει παγία τακτική" νά μή δίδωνται Πρακτικά καί ἀποφάσεις, εἰς ἐκείνους πού ἀναφέρονται καί τούς ὁποίους ἀφοροῦν, τοῦτο μᾶς εἶναι ἀδιανόητον. ῾Ημεῖς, ὁ ᾿Επίσκοπος Κήρυκος, δέν γνωρίζομεν, ἀλλά καί ἠτιολογημένα Κανονικῶς καί ὀρθοδόξως δέν ἀναγνωρίζομεν καμμίαν τοιαύτην "παγίαν τακτικήν", τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, ἀλλά καί ἄν ὑπῆρχεν, θά ἦτο κατακριτέα καί ἀπορριπτέα. ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος, τό ῾Ιεροσυνοδικόν σύστημα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, δέν ἠρνήθη ποτέ νά δώσῃ εἰς τούς ἐνδιαφερομένους τάς ἀποφάσεις της καί τά πρακτικά της. Τοιαύτη "παγία τακτική" δέν ὑπῆρξε ποτέ εἰς τήν ᾿Ορθοδοξία. "Κατά παγίαν καί ἀπαράβατον τακτικήν" δέν ἀνακοινώνουν καί δέν δίδουν "Πρακτικά καί ᾿Αποφάσεις", ἀλλά καί φυλάσσονν ταῦτα ἑρμητικῶς κλειστά καί ἀπόρρητα, μόνον τά κέντρα διπλωματίας, αἱ μυστικαί ὑπηρεσίαι κατασκοπείας καί ἡ μασωνία. Τό ἱεροσυνοδικόν σύστημα τῆς ᾿Εκκλησίας εὑρίσκεται ἀκριβῶς εἰς τόν ἀντίποδα ὅλων αὐτῶν. Κατά τά 20 ἔτη τῆς διακονίας μου ὡς ᾿Αρχιγραμματέως δέν ἐγνώρισα ποτέ τοιαύτην "παγίαν τακτικήν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου". Μόνον κατά τά τελευταῖα ἔτη προέκυψεν αὕτη ἐκ τοῦ περιβάλλοντος τοῦ Μακαριωτάτου, μαζί μέ τόσα ἄλλα στρεβλά. Τό ὅτι τό κακόν περιβάλλον Του, ὑποχρεώνει τόν Μακαριώτατον νά μή δίδωνται "Πρακτικά καί ἀποφάσεις", τοῦτο, ὅμως, εἶναι μία ἀκόμη ἀπόδειξις, ὅτι τά Πρακτικά καί αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου δέν ἀντέχουν εἰς τό φῶς τῆς δημοσιότητος, διότι εἶναι αὐθαίρετοι, εἶναι πράξεις σκοπιμότητος, δέν εἶναι Κανονικαί, δέν εἶναι δίκαιαι. Δέν εἶναι πράξεις ῾Ιεροσυνοδικαί, ἀλλά πράξεις καί ἀποφάσεις τῶν ἰδίων τῶν Συμβούλων, τῶν ἀμέσων ( κ. Δ. Κάτσουρα καί μ. Μαξίμου Τσακίρογλου) καί ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δέν ἐμφανίζονται, ἀλλά καί αὐτοί ἀμέσως τόν ἐπηρεάζουν. Διότι πῶς ἀλλοιῶς δικαιολογεῖται, ὅτι τρομάζουν καί μόνον εἰς τό ἄκουσμα ὅτι κάποιος ζητᾶ ἀντίγραφα, καί ἀναγκάζουν τόν Μακ. ᾿Αρχιεπίσκοπον νά ὑπογράφῃ καί νά ἐπιστέλλῃ πρός ᾿Αρχιερέα τοιαῦτα ἔγγραφα; Μήπως ἐδῶ ἰσχύει ἀπολύτως τό "πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ· ὁ δέ ποιῶν τήν ἀλήθειαν ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα, ὅτι ἐν τῷ φωτί εἰσίν εἰργασμένα" (᾿Ιω. Γ, 20-21). Τό φαινόμενο, ὅμως αὐτό, δέν γίνεται διά πρώτην φοράν, ἀφοῦ ἀκριβῶς παρόμοια φαινόμενα προηγήθησαν εἰς τό μόλις ἐγγύς παρελθόν. ῎Ετσι, κατά τήν "παγίαν τακτικήν" τοῦ περιβάλλοντος τοῦ Μακαριωτάτου, δέν ἐδόθησαν Πρακτικά καί ᾿Αποφάσεις οὔτε εἰς τόν ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλόχιον, οὔτε εἰς τόν θεολόγον ᾿Ελευθέριον Γκουτζίδην ἐπί θεμάτων προσωπικῶν. ᾿Ιδού ἡ ἀπό 30-12-99 αἴτησις τοῦ ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλοχίου πρός τόν Μακραιώτατον: "Σκοπός τῆς παρούσης μου ἐπιστολῆς ειναι νά ζητήσω, ὅπως ἐγκρίνετε τήν παρά τῆς ᾿Αρχιγραμματείας τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου ἀποστολήν ἀποσπασμάτων ἀπό τά Πρακτικά τῶν συνεδριάσεων τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας, ὡς καί σχετικάς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν εἰς τάς συνεδριάσεις τῆς 24-6-99, 20-10-99, καί 15-12-99, τάς ἐχούσας σχέσιν μέ τά κείμενά μου ἀφ᾿ ἑνός, καί ἀφ᾿ ἐτέρου μέ τήν ἀπό 26-1-99 Καταγγελίαν ἐναντίον μου τοῦ Σεβ/του κ. Γοργονίου, καί τήν ὑπ᾿ ἀριθ. 15/7-9-99 Πράξιν τοῦ Σεβ/του κ. Παναρέτου. Αἰτῶ τά ἀνωτέρω, διότι μέ ἀφοροῦν ἄμεσα καί διότι δέν ἔχω ούδεμίαν ἀπολύτως πληροφόρησιν, ἐνῶ εἰς τήν ἐπιστολήν τήν ὁποίαν μοί ἀπεστείλατε τήν 1/14-10-99, μοί ἐγνωρίσατε, ὅτι τό θέμα πού μέ ἀφορᾶ συνεζητήθη εἰς τήν ᾿Ενδημοῦσαν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς 23-9-99 καί ὅτι περιελήφθη εἰς τήν ῾Ημερησίαν Διάταξιν τῶν θεμάτων τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας διά τήν 20-10-99. Καί μέ τήν σύγκλησιν τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 20-10-99 οὐδέν γνωρίζω, διότι οὔτε ἀνακοίνωσίς τις ἐξεδόθη, οὔτε μέ ἕτερον τρόπον ἐνημερώθην τό παραμικρόν. Διά ταῦτα παρακαλῶ καί πάλιν ἀποστείλατέ μοι τά ἀνωτέρω ἔγγραφα, ὡς καί πᾶν σχετικόν πρός πληροφόρησίν μου". ᾿Ιδού καί ἡ ἀπάντησις ἡ ὀποία ἐδόθη ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου μέ τό ὑπ᾿ ἀριθμ. 1287/23-1-2000 ἀπαντητικόν ἔγγραφον: "Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπό 30-11-1999 ἐπιστολῆς σας, τήν ὁποίαν παραδόξως κοινοποιεῖτε εἰς τούς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς, διά τῆς ὁποίας αἰτεῖσθε ἀποσπάσματα Πρακτικῶν συνεδριάσεων τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, κατά τάς ὁποίας συνεζητήθησαν, ὡς γράφετε θέματα ἀφορῶντα εἰς ὑμᾶς καί οὐδεμίαν περί τούτων πληροφόρησιν ἔχετε, σᾶς γνωρίζομεν τά ἀκόλουθα: Τά Πρακτικά τῶν συζητουμένων θεμάτων εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, εἶναι ἐσωτερικόν ζήτημα αὐτῆς, πρός βεβαίωσιν τῶν ἐκτιθεμένων ἑκάστοτε ἀπόψεων τῶν Σεβασμιωτάτων Συνοδικῶν ῾Ιεραρχῶν, ἐπί τῶν συζητηθέντων θεμάτων, ὠς καί τῶν λαμβανομένων ἀποφάσεων, δι' ὅ καί δέν δυνάμεθα νά ἐγκρίνωμεν τήν δημοσιοποίησιν αὐτῶν". (῾Ορᾶτε τοῦτο εἰς τόν Α' Τόμον "ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ", σελ. 71-72, ἀλλά καί τήν ἰσχυράν καί συντριπτικήν ἀπάντησιν τοῦ ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλοχίου εἰς τάς σελίδας 73 ἕως 92 τοῦ ἰδίου Τόμου τόν ὁποῖον ἔχετε). Δέν ἐδόθησαν, ἐπίσης, Γνωμοδοτήσεις καί Πρακτικά τῆς Συνάξεως τῶν θεολόγων εἰς τόν ἐλλογιμώτατον Καθηγητήν κ. ᾿Ελ. Γκουτζίδην, τά ὁποῖα ἀφοροῦσαν δογματικόν θέμα. ῾Ως γνωστόν ὁ Μακαριώτατος τήν 10-10-99, ἐπραγματοποίησεν ἐπίσημον θεολογικήν συνδιάσκεψιν μεθ᾿ ὅλων τῶν θεολόγων καί συμβούλων του, καί ἐξήτασε τήν γνωστήν διατύπωσιν περί ᾿Εκκλησίας καί ῾Αγίας Τριάδος. Τό ἀνώτατον Θεολογικόν Συμβούλιον ὑπό τόν Μακαριώτατον ἀπεφάνθη ὅτι ἡ θέσις τοῦ κ. Γκουτζίδη εἶναι πατερικῶς "ἀμάρτυρος", εἶναι "ἀδόκιμος" καί ἀποτελεῖ "καινοτομίαν".! ᾿Ιδού τί ἀπήντησεν ὁ Μακαριώτατος εἰς τόν κ. ᾿Ελευθέριον Γκουτζίδην σχετικῶς μέ τά αἰτηθέντα Πρακτικά καί Γνωματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεκοινώθησαν κατά τήν ἐπίσημον καί "ἱστορικήν" θεολογικήν σύσκεψιν (τῆς 10-10-99) καί ἀσφαλῶς κατετέθησαν καί ἐφυλάχθησαν ὡς ἐπίσημα παραστατικά. "῾Ως πρός τό διατυπωθέν εἰς τήν ἀπό 25-11-99 ἐπιστολήν σας πρός ἡμᾶς αἴτημά σας διά τήν χορήγησιν εἰς ὑμᾶς τών σχετικῶν γνωμοδοτήσεων τῶν θεολόγων, ὡς καί τῶν Πρακτικῶν τῆς 10-10-99 συσκέψεώς μας μετ᾿ αὐτῶν (σσ. τῶν θεολόγων), γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι δέν δυνάμεθα νά ἱκανοποιήσωμεν τοῦτο, ὄχι μόνον διά λόγους ἀντικειμενικῆς ἀδυναμίας, ἀλλά καί οὐσιαστικούς, ἐφ᾿ ὅσον πάντα ταῦτα οὐδέν ἐνδιαφέρον στοιχεῖον θά προσφέρουν ὑμῖν διά τήν ἀπάντησίν σας· μᾶλλον δέ παράτασιν ἤ ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος ἤθελεν ἐπιφέρει". (᾿Αριθμ. Πρωτ. 1288/25-2-2000). Διερωτώμεθα: Χωροῦν εἰς τό μυαλό μας αὐτά πού ὑποχρεώνουν τόν σεπτόν Προκαθήμενον νά ὑπογράφῃ καί νά ἐπιστέλλῃ, καί τά ὁποῖα ἐνδεικτικῶς παραθέσαμεν. Θέλομεν μήπως καί ἄλλα στοιχεῖα καί ἄλλας ἀποδείξεις περί τοῦ ὅτι οἱ σύμβουλοι τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ἔχουν καταφθείρει τήν Μακαριότητά του; Μήπως τελικά εἶχεν ἀπόλυτον δίκαιον ὁ θεολόγος, ὅταν ἔλεγε, ὅτι: "τόν κατέφαγον οἱ σύμβουλοί του";. ῎Ας μᾶς συγχωρήσῃ ὁ Μακαριώτατος, δι᾿ αὐτά πού γράφομεν, ἀλλά τά πράγματα ἔχουν φθάσει εἰς ὁριακόν σημεῖον, θά τοῦ ὑπενθυμίσωμεν δέ, ὅτι "ἀξιοπιστότερα τραύματα φίλων ἤ φιλήματα ἐχθρῶν". ᾿Εκεῖνοι πού μᾶς κολακεύουν, δέν μᾶς ἀγαποῦν, δέν θέλουν τό καλό μας. Μᾶς ἀγαποῦν πραγματικά ἐκεῖνοι πού μᾶς λένε τήν ἀλήθεια, ἡ ὀποία ἀσφαλῶς εἶναι πικρή. ῾Ο Μακαριώτατος διαθέτει ἀρκετάς ἐμπειρίας καί ἐλπίζομεν ὅτι, κἄν αὐτήν τήν ὑστάτην στιγμήν, θά κατανοήσῃ τήν ἀγωνία μας καί θά ἀναθεωρήσῃ. Εἴθε, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, ἀλλά συνεργούντων καί ὑμῶν Σεβ/τοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί. Νομίζω, ὅτι δέν μποροῦμε νά προφασιζώμεθα "ταπεινοφροσύνην" , ἤ "σεβασμόν" καί "ἀγάπην" πρός τόν πολιόν Μακαριώτατον καί Πατέρα μας, ἐνῶ τόν ἀφήνουμε ἔκθετον εἰς τήν φθοράν, τήν ὁποίαν τοῦ κατεργάζονται. Αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη μας; Αὐτό μᾶς ὑποδεικνύει τό Εὐαγγέλιον νά κάμνωμεν; Παρακαλῶ, καί συγχωρεῖστέ με, διότι θά τολμήσω νά τό εἴπω, ἄς μήν ὑποκρινώμεθα, καί ἄς μή προσπαθῶμεν νά ἔχωμεν ἀκόμη ἀναπαυμένην τήν συνείδησίν μας; ᾿Εάν ἐκαίγετο τό σπίτι μας θά ἐκαλούσαμε εἰς βοήθειαν, καί θά ἐτρέχαμε μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς μας νά σβήσουμε τή φωτιά. Τώρα πού ὁ ἐμπρησμός ἀφορᾶ τήν Πίστιν μας, τήν Κανονικήν τάξιν, τό Δίκαιον, τήν Μητέρα ᾿Εκκλησίαν, τώρα πού ἐπιχειροῦν νά "κάψουν" τόν ᾿Αρχιεπίσκοπον, ἀλλά καί ἡμᾶς τούς ἰδίους, ἐφησυχάζομεν; Οὕτω δέ πολιτευόμενοι ἔχομεν τήν ψευδαίσθησιν, ὅτι ἀγωνιζόμεθα, θυσιαζόμεθα καί ἐλπίζομεν νά μᾶς δικαιώσῃ ὁ Θεός; Διά τόν λόγον αὐτόν ἡ ἐλαχιστότης μας ἀπευθυνομένη πρός ὅλους ῾Υμᾶς δηλώνομεν ἀπεριφράστως ὅτι δέν ἀναγνωρίζομεν τήν "᾿Απόφασιν" 3150/13-4-2001, καί δι᾿ ἄλλους σοβαρούς λόγους Κανονικούς καί οὐσιαστικούς, ἀλλά καί διότι ὑπογράψαντες αὐτήν καί ἡμεῖς, ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος, τήν ὑπεγράψαμεν ἐνσυνειδήτως μέ τήν ἔνδειξιν "ἐνίσταμαι" καί οὕτω κατεστήσαμεν αὐτήν ὑπόδικον καί ἀνίσχυρον μέχρις ἐκδικάσεώς της. Οὔτε καί τό ἔγγραφον τοῦτο, (ὑπ᾿ ἀριθμ. 1317), τό ὁποῖον ὑπέγραψεν ὀ Μακαριώτατος, ἀποδεχόμεθα, ὡς οὐσίᾳ ἀπαράδεκτον καί ὡς τύποις ἄκυρον, καί δέν τό ἀξιώνουμε περαιτέρω ἀναλύσεως, μόνον δέ ἄν χρειασθῇ, ὅπερ τό ἀπευχόμεθα, νά χρησιμοποιηθῇ ὑπό ἄλλην ἔννοιαν καί ὑπό ἄλλας συνθήκας. ᾿Εδῶ σημειώνομεν μόνον ὅτι εἶναι πολύ μικροί οἱ συντάκτες αὐτοῦ τοῦ εὐτελοῦς σοφιστικοῦ ἐγγράφου, νά μᾶς διδάξουν τά δικαιώματα τῆς Συνόδου ἤ ἄν, ἐν προκειμένῳ, πρόκειται περί "ποινικῆς" ἤ "διοικητικῆς Πράξεως". Γνωρίζομεν πολύ καλά τί εἶναι ἡ ὑπ᾿ ἀριθμ. 3150/13-4-2001 ἀπόφασις, καί μέ τί ἀσχολοῦνται οἱ ῾Ιεροί Κανόνες. ᾿Αλλοίμονον ἄν δεχθοῦμε, ὅτι εἰς τά διοικητικά θέματα δέν ἔχουν θέσιν οἱ ῾Ιεροί Κανόνες, ὅπως δυστυχῶς προκύπτει ἀπό τό ἐν λόγῳ ἔγγραφον. Καί ἡ πλέον ἁπλῆ διοικητική πράξις, ἀπόφασις δέν τίθεται, δέν συζητᾶται καί δέν ἀποφασίζεται αὐθαίρετα καί ἀπολυταρχικά καί ἔξω τῆς εὐθείας καί Κανονικῆς λειτουργίας τῆς Συνόδου. ῾Ημεῖς ἄλλωστε τί ἐζητήσαμεν; Τά Πρακτικά καί τήν ᾿Απόφασιν πού μᾶς ἀφοροῦν, ὥστε νά ἴδωμεν ἄν ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα Κανονικῆς καί διαφανοῦς διαδικασίας, καί ἐπιβεβλημένη καί ἠτιολογημένη διοικητική ἐνέργεια, ἤ εἶναι μία διωκτική ποινική ἐνέργεια. ᾿Εζητήσαμεν ταῦτα, διά νά διαπιστώσωμεν πόθεν ἐκκίνησε αὐτή ἡ ἔστω "διοικητική πρᾶξις" καί ποία ἡ δεοντολογία της. Προπάντων διά νά διαπιστώσωμεν ἄν διεπράξαμεν κάποιο ἀδίκημα, ἄν κατεχράσθημεν τήν διακονίαν μας, ἤ ἄλλο τι; ῎Αλλωστε αὐτή τή φορά δέν παρητήθημεν τῆς ᾿Αρχιγραμματείας, ὅπως παρητήθημεν τό 1995 ἐκ τῆς θέσεως τῆς Δνσεως τοῦ Κ.Γ.Ο. διά νά προωθήσωμεν τόν κ. Δ. Κάτσουρα. Αὐτήν τήν φοράν ἐδιώχθημεν, καί δή, ὡς ἡμεῖς πιστεύομεν, κατά τόν πλέον εἰδεχθῆ τρόπον. Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἀπευθυνόμενος διά τοῦ παρόντος εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον καί ὄχι, ὅπως προκύπτει, εἰς τόν ἐν "αἰχμαλωσίᾳ" τελοῦντα, Μακ/τον ᾿Αρχιεπίσκοπον καί Πατέρα ὅλων ἡμῶν, αὖθίς τε ὅλως ΕΥΣΕΒΑΣΤΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝ, διά Δ᾿ φοράν, τά Πρακτικά καί τάς ᾿Αποφάσεις τῶν ῾Ιερῶν Συνόδων τῆς 31-1-2001 καί 13-4-2001, διότι μᾶς ἀφοροῦν προσωπικά καί κατά τό θεῖον καί ἀνθρώπινον Δίκαιον, δικαιούμεθα νά τά ἔχωμεν, πολλῷ μᾶλλον ἀφοῦ περί αὐτῶν τῶν ἀποφάσεων γίνεται λόγος καί πάλιν δημοσίως, μέσω τοῦ Κ.Γ.Ο. (᾿Ιαν. Φεβρ. 2001). Συγκεκριμένως παρακαλοῦμεν, ὅπως μᾶς χορηγηθοῦν τό ταχύτερον δυνατόν Κανονικῶς ὑπογεγραμμένα καί ἐσφραγισμένα τά κάτωθι ἔγγραφα, τά ὁποῖα μᾶς ἀφοροῦν ἄμεσα καί προσωπικῶς: 1) Φωτοαντίγραφον, κανονικῶς κεκυρωμένον, ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆ ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 31-1-01. ῾Ομοίως κεκυρωμένον ἀκριβές φωτοαντίγραφον τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐλήφθη κατά τήν ἰδίαν συνεδρίασιν "περί προσωρινῆς παύσεως" ἡμῶν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως καί τοῦ διορισμοῦ, ὡς ᾿Αρχιγραμματεύοντος, τοῦ Αἰδ/του ῾Ιερέως π. Δημητρίου Τσαρκατζόγλου. 2) Φωτοαντίγραφον, κανονικῶς κεκυρωμένον, ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς 13 καί 14 ᾿Απριλίου 2001, ὅπως προχείρως ἐκρατήθησαν. ᾿Επίσης κεκυρωμένον ἀκριβές φωτοαντίγραφον τῆς ᾿Αποφάσεως τῆς ἰδίας Συνόδου περί ὁριστικῆς παύσεως ἡμῶν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ᾿Αρχιγραμματέως καί τοῦ διορισμοῦ εἰς τήν θέσιν αὐτήν τοῦ Αἰδ/του π. Δημητρίου Τσαρκατζόγλου. ᾿Επίσης παρακαλῶ νά μοί δοθῇ φωτοαντίγραφον τῆς ᾿Εκθέσεως τῆς ᾿Επιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη εἰς Ρουμανίαν, καθώς καί ἀντίγραφα τῶν συνοδευτικῶν ἐγγράφων μέ τά ὁποῖα ἦτο ἐφοδιασμένη ἡ ᾿Επιτροπή. Θέλομεν νά μελετήσωμεν αὐτήν, καί δι᾿ ἄλλους λόγους ἱεραποστολικούς, ἀλλά καί διότι βάσει αὐτῆς τῆς ᾿Εκθέσεως τῆς Συνοδικῆς ᾿Επιτροπῆς, θά ἐλέγξωμεν, τήν ἀντικειμενικότητα αὐτῆς, καθώς καί τήν ἰδικήν μας σχετικήν Εἰσήγησιν, καί ἐν τέλει διά νά διαπιστώσωμεν ἄν ἐσημειώθησαν παραλείψεις ἐπί τοῦ ὅλου ἔργου τῆς Συνοδικῆς ᾿Επιτροπῆς, ἔργου οὐσιαστικῶς ῾Ιεραποστολῆς. Φοβοῦμαι, ὅτι δυστυχῶς ἠρνήθημεν τό ἔργον τῆς ῾Ιεραποστολῆς πρός τούς ἐν Ρουμανίᾳ προτιθεμένους νά προσέλθουν εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν καί τό παρεχωρήσαμεν εἰς τήν Φλωρινικήν παράταξιν τῶν κ.κ. Καλλινίκου καί Εὐθυμίου (γνωστή ὡς "Σύνοδος Λαμίας")! Αὐτή εἶναι ἐν προκειμένῳ ἡ ῾Ιεραποστολή τῆς Συνοδικῆς μας ᾿Επιτροπῆς; ᾿Επί τούτοις παρακαλοῦμεν νά συγκληθῇ ἡ ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ῾Ιεραρχίας, ἡ ὁποία δέον νά λειτουργήσῃ κατ᾿ ἀπόλυτον Κανονικήν τάξιν - διαδικασίαν καί κυρίως κατά τό "ἔδοξε τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν". ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: _Τοῦ κ. Δ. Κάτσουρα, ὁ ὁποῖος ὑφ᾿ ἡμῶν θεωρεῖται ὁ θεωρητικός καί πρακτικός τῆς ὑποθέσεως, καί τῶν ἀδελφῶν Τσακίρογλου, οἱ ὁποῖοι δέν ἐκτίθενται ἐμφανῶς. _Σᾶς παρακαλῶ νά ἀνοίξουμε τίς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων καί νά μελετήσουμε τά κεφάλαια ΚΓ, ΚΔ, ΚΕ καί ΚΣΤ, διότι πολλά ἔχουμε νά ἀντλήσουμε καί πολύ φῶς θά ριφθῇ εἰς τόν τρόπον πού ἡμεῖς κρίνομεν καί ἀποφασίζομεν. _Παρακαλῶ νά ληφθῇ σοβαρά ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι ὁ Πρακτικογράφος καί τά Πρακτικά καί αἱ ᾿Αποφάσεις τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ΕΛΕΙΠΑΝ!! Μήπως ὅ,τι συνέβη τήν 13-4-01 ἐπρόκειτο περί "ληστείας", καί ἀφοῦ κατεληστεύθη ὁ ᾿Επίσκοπος, ἐφυγαδεύθησαν καί τά Πρακτικά, ὡς πειστήρια τοῦ "ἐγκλήματος"; _Αὐτά τά ἀνόητα ἔγραφον πάλιν οἱ ἴδιοι δι᾿ ἐκείνην τήν "πρᾶξιν" των, ἡ ὁποία ἀφεώρα τόν ῾Ιερομ. π. ᾿Αμφιλόχιον. ᾿Αδιστάκτως καί τότε ἐξώθησαν τόν Μακαριώτατον νά ὑπογράψῃ παρόμοιον ἔγγραφον, εἰς τό ὁποῖον σημειώνεται, ὅτι ἡ ὑπ᾿ ἀριθμ. 15/7-9-99 ἄκυρος καί ἀνυπόστατος πράξις εἶναι "Κανονική καί ἰσχυρά". (Βλέπετε παρακαλῶ ὑπ᾿ ἀριθμ. 1287/23-1-2000 ἔγγραφον τοῦ Μακαριωτάτου πρός τόν π. ᾿Αμφιλόχιον, εἰς τόν Α' Τόμον: "ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ", σελ. 71, ᾿Αθῆναι, Δεκέμβριος 2000) ᾿Ελάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί Συλλειτουργός ῾Υμῶν. + Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

ΣΑΘΡΑ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΣ (kirykos) έγραψε, 2014-04-15 22:48:00 Previous Add to memories Share Track Flag Next ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΣ + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΙΕΡΑΣ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ - ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ 28ο ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΟ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ Τ.Θ. 54 Τ.Κ. 194 00 ΚΟΡΩΠΙ ΤΗΛ 210 6020176 Α.Π. 150 Ἐν Κορωπίω 18 Αὐγούστου 2013 (Ε.Η.) ΣΑΘΡΑ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΟΙ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΝ ΤΗΝ ΕΜΜΟΝΗΝ ΤΟΥΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΑΠΟΚΑΙΣΑΡΟΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΤΗΝ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 430/1.3.1924 ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΟΤΙ ΕΙΝΑ ΠΟΛΛΟΙ ΕΝΩ ΟΙ ΓΟΧ ΕΙΝΑΙ ΟΛΙΓΟΙ. ‘Ιδού εν ιδικόν μας απαντητικόν σχόλιον το ὁποῖον ἐδημοσιεύθη πρό τινων μηνῶν εἰς την ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ. «… Επί των θεμάτων πού θίγετε σείς κ. …., καθώς καί διά τό θέμα τού επαμφοτερίζοντος γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου, τό οποίον εθιξεν ετερος σχολιαστής, εδόθησαν επανειλημμένως σαφείς απαντήσεις, οι οποίες ομως η παραθεωρούνται η διαστρεβλώνονται. Δηλαδή, καθ’ ημάς, δέν πρόκειται περί διαλόγου εποικοδομητικού, οπως απαιτούν οι περιστάσεις, διό καί νομίζω πώς ενας παρόμοιος διάλογος αποβαίνει μάταιος καί μάλιστα κατακριτέος.. Διότι ειναι σχολαστικισμός καί δέν υπηρετει τήν αλήθεια. Η Εκκλησία αυτού τού ειδους τούς επικριτάς, πάντοτε αντιμετώπιζε σύμφωνα μέ τό Αποστολικόν λόγιον «αιρετικόν ανθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτού ειδώς οτι εξέστραπται ο τοιούτος καί αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος», δι αυτό καί δέν θά συνεχίσω, θά αφήσω ομως τόν αγιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ο οποίος εδωσε απάντησιν εις τούς τότε αιρετικούς, η καί τούς «κατά τό ημισυ Ορθοδόξους», νά δώση καί εις τούς συγχρόνους οχι απλώς αιρετικούς αλλά καί παναιρετικούς καί πανθρησκειαστάς μίαν κατά τό δυνατόν γενικήν απάντησιν. Λέγει λοιπόν ο αγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης εις μίαν επιστολήν του: «Συνόδους συνεκρότησαν (σ.σ. αυτό σήμερα ισχύει διά τούς νεοημερολογίτας καί οικουμενιστάς) μεγάλας καί παμπληθεῖς καί Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἑαυτούς ὠνομάκασι, καί ὑπέρ Κανόνων ἐφρόντισαν τῶ δοκεῖν (φρόντισαν νά φαίνωνται πώς ἐργάζονται ὑπέρ τῶν Κανόνων), κατά Κανόνων τό ἀληθές κινούμενοι (ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἐστρέφοντο κατά τῶν Κανόνων)» . Καί συνεχίζει: «Συνόδους τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἀπλῶς συνάγεσθαι Ἱεράρχας τε καί Ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ εἶς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν τῆ εἰρήνη καί φυλακῆ τῶν Κανόνων. Καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ὡς δοκεῖ τῆ ἀληθείᾳ, καί τῶ κανόνι, καί τῶ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. ... καί ἐξουσίᾳ τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάση παραβάσει κανόνος, ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα καί ἔπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν» Καί εν εν επιλόγω εν ημέτερον γενικώτερον σχόλιον: Σείς, αγαπητοί, πού ως μή ωφείλατε, στηρίξατε ολον τό σαθρόν οικοδόμημα της παναιρέσεως του νεοημερολογιτισμού - οικουμενισμού επί μιάς αποφάσεως, τήν υπ' αριθμ. 430/1.3.1924 τού Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί της Συνόδου του, πρέπει νά λάβετε υπ’ οψιν οτι η εν ετει 1924 αυτή απόφασις, δι ης επεβλήθη ο νεοημερολογιτισμός ως Οικουμενισμός, ητο η απόλυτος συνέχεια καί συνέπεια πρός τήν παναιρετικήν Εγκύκλιον τού 1920 καί τάς αποφάσεις τού εν Κωνσταντινουπόλει ψευδοπανορθοδόξου Συνεδρίου μέ ολας τάς εκκλησιολογικάς καί σωτηριολογικάς συνεπείας, καί μόνον ως τοιαύτη δύναται νά κριθή καί αντιμετωπισθή. Επομένως αντί νά ερωτάτε ποία νέα Σύνοδος ανήρεσε αυτήν τήν απόφασιν, μήπως πρέπει νά διερωτηθείτε αν υπήρξε από τότε Σύνοδος της Κρατικής Εκκλησίας, η οποία νά πληρούσε τούς ορους μιάς αληθούς Συνόδου καί η οποία θά ειχε τήν δύναμι νά ελθη αντιμέτωπος μέ τό προδρομικόν τού αντιχρίστου κατασκεύασμα πού λέγεται «Νεοημερολογιτισμός - Οικουμενισμός - Πανθρησκεία - Παγκόσμιος κυριαρχία τού αντιχρίστου»; Καί ακόμη αντί νά στηρίζετε τό «κύρος» αυτής της αποφάσεως εις τά ποσοστά πού καθ’ υμάς τήν απεδέχθησαν (99 τοίς εκατό των Νεοημερολογιτων εναντι τού 1 τοίς εκατό των ΓΟΧ), μήπως λέγω θά ητο προτιμότερον νά λαμβάνατε υπ’ οψιν οτι καί ο αντίχριστος, οταν θά ελθη καί θά καθίση ως τό «βδέλυγμα της ερημώσεως» «εν τόπω αγίω» καί αυτός θά μετρήση τούς οπαδούς του μέ τά ποσοστά πού τόν αποδέχονται καί θά ειπη «εγώ ειμαι ο Θεός σας, πέσατε ολοι καί προσκυνήσατέ με»; Πάντως τήν ελαχιστότητα μου, αγαπητέ, δέν μέ απησχόλησε ποτέ τό πόσοι απεδέχθησαν τήν απόφασιν του Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διότι αυτοί ειναι τό «υποβρύχιον πλήθος» τού Κατακλυσμού της σημερινής αποστασίας, της μετά τό 1924 επελθούσης, τό οποίον δύσκολα επανέρχεται. Μέ απασχολεί ομως σοβαρά αν εστω καί εκείνο τό 1 τοίς εκατό πού δέν εδέχθη την απόφασιν τού Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, θά παραμείνει μέχρι τέλους εις τάς επάλξεις, η θά προδώσει καί αυτό τήν Μητέρα Εκκλησίαν; Ειναι φοβερός ο λόγος τού Ευαγγελίου: «Αραγε ελθών ο υιός τού ανθρωπου ...ευρήσει τήν πίστιν;». Ελάχιστος ἐν Ἐπισκόποις + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος,

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ Ὀρθόδοξος ἱεραποστολική, ἀγωνιστική, ἀντιαιρετική, ἐποικοδομητική καί ἐνημερωτική ἔκδοσις τοῦ Ἱεροῦ Μετοχιακοῦ Ναοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Καρέα, Λεωφ. Ἁγ. Ἰωάννου 56, 16233 Βύρωνας. Τηλ. 210. 7643909 (Ι.Ν) καί 210.6020176 (Ι.Μ. Αγ. Αικατερίνης Κορωπί) ΤΕΥΧΟΣ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012 ΠΡΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Τό παρόν Ὀρθόδοξον Ἱεραποστολικόν, ἀγωνιστικόν, ἀντιαιρετικόν, ἐποικοδομητικόν καί ἐνημερωτικόν περιοδικόν ἔντυπον, εἶναι ἔκδοσις: 1) Τοῦ «Ἱεροῦ Φιλανθρωπικοῦ Συνδέσμου Κληρικῶν καί Ἐνοριτῶν τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Καρέα» 2) Τοῦ παρ’ αὐτῶ λειτουργοῦντος «Μετοχίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης Κορωπίου Ἀττικῆς, Παναγία ἡ Πευκοβουνογιάτρισσα καί Ἅγιοι Πατέρες» καί 3) Τῆς «Ιεραποστολικῆς Ἀδελφότητος Διακονισσῶν, οἱ Ἅγιοι τῶν Ἀθηνῶν ἀπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μέχρι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Ματθαίου». Διά τήν ἔκδοσιν ταύτην συνεργάζονται καί τά εἰς τόν Ἱερόν Μετοχιακόν Ναόν Ἁγίου Σπυρίδωνος ἀνήκοντα καί ἀτύπως λειτουργοῦντα Παραρτήματα, ἤτοι: 1ον: Ἡ «Ὀρθόδοξος Φιλική Ἑταιρεία τῶν ἁπανταχοῦ Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, Ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία», (ἔτος ἱδρύσεως 1929) καί 2ον) Τό «Ἱεραποστολικόν Κέντρον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βατάτσης ὁ Δούκας καί Ἐλεήμων Βασιλεύς» (Ἔτος ἱδρύσεως 2011). Διανέμεται δωρεάν ὡς φυλλάδιον καί ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά παραλαμβάνη τούς Τόμους δύναται νά ἀπευθύνεται εἰς τόν ἱερόν Ναόν Ἁγίου Σπυρίδωνος», πάντοτε μέν τηλεφωνικῶς (Τηλ. 210.6020176 καί 210. 7643909), ἀλλά καί αὐτοπροσώποως καθ’ ἑκάστην Δευτέραν ὥραν 6.00 -8.00 μ.μ., ὅτε γίνεται Ἑσπερινός καί Ὁμιλία, ἤ καθ’ ἑκάστην Τρίτην πρωί, ὅτε γίνεται ἡ καθιερωμένη εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ θεία Λειτουργία καί ὅποτε ἄλλοτε κατά τό πρόγραμμα λειτουργεῖ ὁ Ναός. Διεύθυνσις Λεωφόρος Ἁγίου Ἰωάννου 56, Καρέας Ἀθηνῶν. Ἐκ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἱεροῦ Μετοχιακοῦ Ναοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Καρέα. Η «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ Ι.Ν. ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ, Η ΑΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑ΅ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΥ ΘΑ ΤΙΜΑΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΒΑΤΑΤΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ Εἰς τό FACE BOOK κατεχωρήθη ἡ κάτωθι φωτογραφία μέ τό παρακάτω σχόλιον: ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ Ετος 1957. O Ιερός Ναός Αγίου Σπυρίδωνος Καρέα, οπως ηταν τότε. Διακρίνεται ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνων Αγαθάγγελος (της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας) μετα των προσκυνητων εις μίαν εκκλησιαστικήν εκδήλωσιν. Δίπλα του ειναι καί ο αείμνηστος κτήτωρ καί δωρητης τού Ναού καί αγωνιστής της Ορθοδοξίας Σπυρίδων Κόκκορης. (Εδημοσιεύθη εις τό "Γνώσεσθε την Αλήθεια" Μηνός Απριλίου 2011) 16 Ιουνίου 2011 Vinkentios Chrysostomou •Agathangelos was coming first from the new-calendar parasynagogue and was later a true confessor of faith. Επίσης στίς 16 Ιουνίου 2011 ἐγράφη: ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ: Σχόλιον τῆς 11ης Νοεμβρίου 2011, ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου: Τό ἐκκλησάκι αὐτό τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος βάσει μιᾶς μαρτυρίας πού ὑπάρχει σέ δημόσιο ἔγγραφο ΕΚΤΙΣΘΗ τό 1936. Εἰς αὐτό ἐκκλησιάζωνται ἀπό τότε οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τῶν Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι μάλιστα από τό ἔτος 1929 μερίμνη τοῦ μακαριστοῦ Σπυρίδωνος Κόκκορη ΣΥΝΕΚΡΟΤΗΣΑΝ τόν Ἱερόν Σύνδεσμον, ὁποῖος φέρει τήν ἐπωνυμίαν "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καί διαθέτει ἀπ' ἀρχῆς καί τό Ἱερόν Λάβαρον τοῦ 'Αγῶνος, μέ τό ὁποῖον ἐπί κεφαλῆς, συμμετεῖχαν οἱ ἐνορῖτες τοῦ Ναοῦ εἰς ὅλους τούς ὑπέρ τοῦ Ἔθνους καί τῆς Γνησιορθοδόξου Πϊστεως 'Αγῶνες. Αὐτό τό ἐκκλησάκι,ἐλειτούργει πάντοτε ὡς παρεκκλήσιον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος Κάτω Ἡλιουπόλεως, (βλέπετε καί φωτογραφίαν, ὅπου διακρίνεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος 'Αγαθάγγελος μετά τῶν προσκυνητῶν τό 1957 εἰς ἑόρτιον ἐκδήλωσιν) ἀπό δέ τοῦ ἔτους 1974 ἐλειτουργεῖτο ὑπό τοῦ Ἱερέως Θωμᾶ Κοντογιάννη, Ἐφημερίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος. 'Από τό 2005 ὁ ναίσκος ἐνετάχθη εἰς τά Μετόχια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς (Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης) καί εἰς αὐτόν κατέφυγον καί ἐλειτουργοῦντο πλέον οἱ διωχθέντες διά τήν ὁμολογίαν τῆς Πϊστεως ἐνορῖται τοῦ Ι.Ν. Αγίας Τριάδος. Εἰς αὐτόν τόν Ναόν μέ ἀπόφασιν τοῦ Μητροπολίτου Κηρύκου ἱδρύθη ὁ "ΙΕΡΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΝΟΡΙΤΩΝ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΡΕΑ", ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐν τῆ οὐσία τήν συνέχειαν τἠς ἀπό τό 1929 ἀτύπως λειτουργούσης "ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" ἡ ὁποία πλέον διά ἱστορικούς καί οὐσιαστικούς λόγους, οἱ ὁποῖοι θά ἀναπτυχθοῦν εἰς ἄλλο σχόλιον, ἀφιερώθη εἰς τόν ΑΓΙΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΤΟΝ ΒΑΤΑΤΣΗΝ ΔΟΥΚΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΤΟΝ ΕΠΙΚΛΗΘΕΝΤΑ ΕΥΛΑΒΗ, ὁποῖος ἑορτάζεται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τήν 4ην Νοεμβρίου. Σημειωτέον ὅτι οἱ ἐνορῖτες τοῦ Ναοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος καί μέλη τῆς "ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΤΑΤΣΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ" ἀπό τό 2005 συγκεκντρώνονται κάθε Δευτέρα ἀπόγευμα εἰς τόν Ναόν, ὅπου διδάσκωνται ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου τά τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ὁμολογίας καί ὀργανώνουν τήν ἀγωνιστικήν τους παρουσίαν στούς σημερινούς ἐθνικοεκκλησιαστικούς ἀγῶνες. 22 Νοεμβρίου 2011 Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 2006 ΕΦΥΓΕ ΔΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ, ΟΠΩΣ ΕΔΗΛΩΣΕ ΚΑΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΣ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΩΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΗΤΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΟΥΒΑΡΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΖΗΤΗΣΕ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΙΝ ΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΝ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ, ΔΙΟΤΙ ΤΗΝ ΕΘΕΩΡΗΣΕΝ ΩΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΔΙΑΦΥΛΑΞΑΝ ΤΗΝ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΝ ΠΙΣΤΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΟΘΕΥΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ. ΕΥΘΥΣ ΜΟΛΙΣ ΤΟ ΕΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗ Ο ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΕΚ ΚΟΖΑΝΗΣ ΗΓΕΙΡΕ ΠΟΛΕΜΟΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΚΑΝΕ ΤΑ ΑΝΩ ΚΑΤΩ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΠΑΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΗ ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΕΥΡΙΣΚΕΤΟ. ΤΟΤΕ Ο ΜΟΝ. ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΕΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΒΟΗΘΗΣΩ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟΝ ΤΟΥ. ΤΟΥ ΕΔΩΣΑ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΞΗΓΗΣΑ ΚΑΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ. ΚΑΙ ΕΔΕΙΞΕΝ ΟΤΙ ΕΠΕΙΣΘΗ, ΕΦΘΑΣΕ ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΙΣ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟΝ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ π. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗΝ ΜΕΛΕΤΗΝ.... ΤΕΛΙΚΑ ΛΙΑΝ ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ ΕΦΥΓΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΚΑΙ ΑΠ’ Ο,ΤΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΟΥΜΕΘΑ ΕΠΑΝΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΝΙΚΟΛΑΙΤΑΣ ΚΑΙ ΕΝΕΤΑΧΘΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΡΑΨΑΝΗΣ. + ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Πρός τόν Ὁσιώτατον Μοναχόν π. Βαρνάβαν. Ἐνταῦθα Α.Π. 10 Ἐν τῶ Ἐπισκοπείω Ἁγίας Αἰκατερίνης Κορωπίου Ἀττικῆς τῆ 6.3.2006 (Ε.Η.), Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ‘Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ὁσιώτατε π. Βαρνάβα, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ νά εἶναι μαζί σας, νά σᾶς ἐνδυναμώνη εἰς τόν ἀγῶνα τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί νά σᾶς διαφυλάττη πάντοτε εἰς τήν Ἀλήθειαν τῆς Πίστεως. Μοῦ ἐζητήσατε τήν εὐλογίαν διά νά ἀπαντήσετε εἰς τόν κατά σάρκα ἀδελφόν σας, Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος δι’ ἐπιστολῆς του σᾶς κατηγορεῖ διότι «φύγατε» ἀπό τό Μοναστήρι, καί ἤλθατε εἰς τό ‘Επισκοπεῖον τῆς Ἀγίας Αἰκατερίνης. Ἡ εὐλογία εἶναι δεδομένη, διότι ὁ χριστιανός, πολλῶ μᾶλλον ὁ μοναχός πρέπει «νά δίδη λόγον παντί τῶν αἰτοῦντι» καί νά ὁμολογῆ εὐκαίρως ἀκαίρως τήν Πίστιν του, διά νά μᾶς ὁμολογήση καί ὁ Χριστός ἐνώπιον τοῦ Πατρός Του. Ἡ ἀλήθεια πρέπει νά λέγεται πρός πᾶσαν κατεύθυνσιν, διότι μόνον αὐτή διαλύει τό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί φωτίζει τόν δρόμον τῆς γνώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει ὅτι «ὅταν πίστις τό κινδυνευόμενον» οἱ μοναχοί πρέπει νά μή σιωποῦν, ἀλλά νά ὁμολογοῦν δημοσίως τήν πίστιν των. Λέγει μάλιστα τό ὲξῆς χαρακτηριστικόν: «Μή σιγήσωμεν ἀδελφοί, ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα». Πιστεύω, ὅτι ὁ ἀγαπητός ἀδελφός σας κ. Μιχαήλ, ἔγραψε ὅσα ἔγραψε ἐναντίον σας, δηλαδή διά τήν ἀπόφασίν σας νά ἀφήσετε τό μοναστήρι καί νά ἔλθετε εἰς τήν Ἁγίαν Αἰκατερίνην, ἀπό ζῆλον διά τήν Ὀρθοδοξίαν, καί ἀπό ἐνδιαφέρον καί ἀγάπην πρός ἐσᾶς. Μόνον πού φαίνεται ὅτι δέν γνωρίζει τά πραγματικά ἐκκλησιαστικά γεγονότα τῶν τελευταίων ἐτῶν, δι’ αὐτό ὁ ζῆλός του εἶναι «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν». ‘Αλλά καί ἡ ἀγάπη του καί τό ἐνδιαφέρον του γιά σᾶς, τά ὁποῖα πιστεύω εἶναι ἐμφανῆ καί εἰλικρινῆ, δέν κινοῦνται εἰς τόν χῶρον τῆς πραγματικῆς ἀγάπης, καί τοῦ πραγματικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι διά νά εἶναι ἀληθινά καί χριστιανικά, πρέπει νά συμβαδίζουν μέ τήν ἀλήθεια καί νά ὑπηρετοῦν τήν ‘Ορθοδοξία. Βεβαίως τά ὅσα σᾶς ἔγραψε ὁ ἀδελφός σας, ἀπηχοῦν καί ἐναντίον τῆς ἐλαχιστότητός μου, διά τήν ἀπόφασίν μου νά διακόψω πᾶσαν κοινωνίαν μετά τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Νικολάου. Θεωρῶ φυσικήν τήν ἀντίδρασίν του, ἀφοῦ βλέπει τά πράγματα παραμορφωμένα, καί ἀφοῦ θεωρεῖ τόν Νικόλαον κανονικόν καί ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς Ἀληθείας, ἐνῶ συμβαίνει τό ἐντελῶς ἀντίθετον. Ἄν ἔβλεπε τά πράγματα, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι, χωρίς τήν παραχάραξι πού τούς ἔχουν κάνει οἱ Τσακίρογλου καί αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ Ἀρχιερεῖς, ἀσφαλῶς θά ἐφήρμοζε καί στόν ἑαυτό του τό «φεῦγε καί σώζου», καί θά ἐπανελάμβανε τό «Στῶμεν καλῶς» τοῦ ‘Αρχαγγέλλου Μιχαήλ, καί δέν θά εἶχε καμμίαν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, ἀφοῦ θά διεπίστωνε ὅτι βρίσκονται στήν πλάνη. Τότε δέν θά σᾶς ἔλεγε ὅτι κακῶς φύγατε ἀπό τό Μοναστήρι, ἀλλά θά σᾶς ἐπαινοῦσε διά τήν Ὁμολογιακήν σας πρᾶξιν. Σᾶς δίδεται, λοιπόν, μία εὐκαιρία, ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἐνδεχομένως δέν γνωρίζει ὁ κατά σάρκα ἀδελφός σας, νά τοῦ τό γνωρίσετε σεῖς. Καί ἴσως γνωρίζοντας τήν ἀλήθεια, δεῖ διαφορετικά τά πράγματα, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι. Καί πρέπει νά γίνη αὐτό, διότι ἡ ὁμίχλη τῆς πλάνης, τῆς παραχαράξεως, τῆς συγχύσεως, τῆς κακοδοξίας καί τοῦ ψεύδους δέν ταιριάζει σέ ἀνθρώπους πού ἀπό μικροί γνώρισαν τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἀκολούθησαν μέ ζῆλο. Πρέπει νά καταλάβει ὁ κ. Μιχαήλ καί κάθε ἄλλος, ὅτι μόνον πράκτορες τῶν ξένων Κέντρων μποροῦν νά συμπεριφέρωνται, ὅπως συμπεριφέρωνται οἱ Τσακίρογλου καί ὁ κ. Κάτσουρας, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς πῆραν στό λαιμό τους τούς Ἀρχιερεῖς καί τούς ὡδήγησαν στό «ξεπούλημα τῆς Ὀρθοδοξίας» στό «παζάρι τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰικουμενισμοῦ». Δέν τό βλέπουν, ὅτι ἀπό τότε πού πῆραν ἐντολή καί ἄλλαξαν γραμμή, δἐν ἔπαυσαν νά «ἁλωνίζουν» ὅλη τήν Ἑλλάδα καί μέ τήν ἀνοχή, τήν κάλυψι καί τήν συγκατάθεσι τῶν ‘Επισκόπων, σκορποῦν τό μικρόβιο τῆς κακοδοξίας των καί τῶν βλασφημιῶν κατά τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς; Πάτερ Βαρνάβα, ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἐν καιρῶ κινδυνευούσης πίστεως, δέν εἶναι μόνον ἡ ἐπιτέλεσις τῶν μοναχικῶν καθηκόντων, ἀλλά καί ἡ μαρτυρία τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας, καί ἡ ἐνημέρωσις ἐκείνων πού βρίσκονται στό σκοτάδι, ἀσφαλῶς καί ἡ προσευχή γι’ αὐτούς. Εἶναι «εὐκαιρία», λοιπόν, (ἴσως ἀποδειχθῆ καί οἰκονομία τοῦ Θεοῦ) νά διαφωτίσετε τόν ἀδελφόν σας, καί ὅλους τούς ἀδελφούς, μέ τούς ὁποίους μπορεῖτε νά ἐπικοινωνήσετε, εἶναι καιρός, λέγω, νά τόν ἐνημερώσετε διά τήν πραγματική ἀλήθεια τοῦ πράγματος, ὅτι δηλαδή δέν φύγατε σεῖς ἀπό τό Μοναστήρι, πού ἐγνωρίσατε, δηλαδή ἀπό τό ὀρθόδοξο Μοναστήρι, πού ἐδώσατε τίς μοναχικές σας ὑποσχέσεις. ‘Εσεῖς φύγατε ἀπό ἕνα «Μοναστήρι», τό ὁποῖον δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ ἐκεῖνο τό Ὀρθόδοξο Μοναστήρι, τό Μοναστήρι ὅπως τό παρέδωσε ὁ ἅγιος Πατέρας. Φύγατε ἀπό τό «Μοναστήρι» πού ἔγινε ἀπό τούς Τσακίρογλου καί τόν Κάτσουρα καί ὅλους τούς μικρούς καί τούς μεγάλους πρακτορίσκους Κέντρον παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Πρέπει νά τό καταλάβει καί ὁ ἀδελφός σας, ὅτι δέν φύγατε σεῖς ἀπό τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ἀλλά ἔφυγαν αὐτοί πού πολέμησαν καί πολεμοῦν τήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, αὐτοί πού ἐβλασφήμησαν καί βλασφημοῦν τήν Ἀποστολικήν Διαδοχή, ὅπως τήν ἄφησε ὁ ἅγιος Πατέρας διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1948. Ἔφυγαν αὐτοί πού πρόδωσαν καί κατ’ ἐξακολούθησιν προδίδουν τόν Ἱερόν ‘Αγῶνα. Ἔφυγαν αὐτοί οἱ ὁποῖοι διά λογαριασμόν τῶν ξένων Κέντρων, ὡδήγησαν καί τούς ‘Αρχιερεῖς μας, νά βλασφημήσουν καί αὐτοί κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, διότι ἄλλως δέν ἠδύνατο νά προχωρήσουν τά σχέδια τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τά ὁποῖα προβλέπουν οἰκουμενιστικήν ἕνωσιν – συνύπαρξιν μετά τῶν Φλωρινικῶν καί ὑπαγωγήν ὅλων, ἔστω καί ἔμμεσον ὑπό τόν Νεοημερολογιτισμόν. Εἶναι αὐτοί πού «ἐπίεσαν» (ναί κυριολεκτῶ, διότι ἔχω σαφεῖς μαρτυρίες) τόν Μακαριώτατον νά φθάση εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν τῆς δῆθεν παραιτήσεως, ὀρθώτερον προδοσίας, ἀφοῦ ἡ παραίτησις ἔγινε, ὄχι διά λόγους ὑγείας, αὐτό ἦτο μία ἀπάτη, ἡ παραίτησις ἔγινε, διά νά προχωρήσουν καλύτερα τά σχέδια τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί εἶναι γνωστόν πῶς καί τίνι τρόπω, ἐμυήθησαν οἱ ἀδελφοί Τσακίρογλου εἰς τά προδοτικά αὐτά σχέδια. Σέ ἕνα τέτοιο Μοναστήρι, ὅπως δηλαδή τό κατάντησαν οἱ Τσακίρογλου, σέ ἕνα διαλυμένο γιά τήν Ὀρθοδοξία Μοναστήρι, δέν ἔχει θέσιν ἐκεῖνος πού θέλει νά μείνη στήν Ὁμολογία τῆς Πίστεως, στήν κατά Θεόν ὑπακοή, ἐκεῖνος πού θέλη νά σώση τήν ψυχήν του καί νά μήν κολασθῆ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΕΥΓΗ μακράν, κατά τό «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε, κἀγώ εἰδέξομαι ὑμᾶς». Ὁ στάρετς ‘Ανατόλιος ἀπό τήν Ὄπτινα (+1927) γράφει προφητικά καί ἀσφαλῶς ἀναφέρεται στίς ἡμέρες μας τά ἑξὴς: «Θά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις. Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν τήν πανουργία τοῦ ἐχθροῦ. Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσία στά χέρια τους. Θά τοποθετήσουν παντοῦ δικούς τους ὑπηρέτας. Θά μεταχειρίζωνται βίαν. Οἱ μονάζοντες θά καταπιέζωνται καί ὅσοι θά εἶναι συνδεδεμένοι μέ τά ὑλικά θά ὑποταχθοῦν στούς αἱρετικούς. Οἱ δαίμονες διά τῆς αἱρέσεως θά εἰσέρχωνται εἰς τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα θά παραμείνουν μόνον τοῖχοι, ἡ χάρις θά ἔχει φύγει. ...». Αὐτό δυστυχῶς συμβαίνει μέ τήν Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως καί τά ἄλλα μοναστήρια τῆς Ὀρθοδοξίας, τά ὁποῖα ἐφ’ ὅσον ἐγκλωβίσθηκαν εἰς τά δίχτυα τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν ὑπηρετοῦν πλέον τήν ‘Αλήθεια, δέν εἶναι μοναστήρια τῆς Γνησίας Ὀρθὀδόξου ‘Ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι «τοῖχοι καί ντουβάρια», ὅπου ὑπηρετεῖται τό ψεῦδος καί ἡ αἵρεσις καί ἀπ’ ὅπου ἔφυγε ἡ θεία Χάρις. Ὅποιος μελετᾶ τήν «Ὀρθόδοξο Πνοή», καί προσπαθεῖ μέ πνεῦμα ταπεινώσεως νά μάθη τί γίνεται, μπορεῖ εὔκολα νά τά καταλάβει ὅλα αὐτά. ‘Αλλά νά πού κατάφεραν οἱ Τσακίρογλου νά κάμουν τούς ὀρθοδόξους νά ἀποστρέφωνται τήν «Ὀρθόδοξο Πνοή», ἐπειδή λέγει τήν Ἀλήθεια, νά τήν ἐπιστρέφουν, νά τήν θεωροῦν «οἰκτρό περιοδικό», διά νά τούς κρατοῦν ἔτσι εὔκολα στά δικά τους δίχτυα, καί πάντως ἔξω ἀπό τήν Κιβωτό τῆς ‘Αληθείας καί τῆς σωτηρίας. Δέν νομίζω, ὅτι σέ μιά πρώτη ἀπάντησι θά χρειαζόνταν νά ἐπεκταθῆτε πέραν ἀπό αὐτές τίς σκέψεις, τίς ὁποῖες θά ἦτο προτιμότερον νά ἐγράφατε μέ τήν δική σας διατύπωσι. Καλόν εἶναι, λοιπόν, νά γράψετε στόν ἀδελφό σας μιά μικρή ἀπάντησι, μέ τό δικό σας τρόπο, ὅπως ἐσεῖς τόν βιώνετε, καί νά μήν ὑπεισέλθετε ἐπί τοῦ παρόντος εἰς τάς λεπτομερείας. Καί ἄν ὁ ἴδιος δεχθῆ νά διαλεχθῆ περαιτέρω, τότε νά τόν ἐνημερώσετε καί εἰδικώτερα. Τότε, πιστεύω, ὁ ἀδελφός σας, γνωρίζοντας τήν ἀλήθεια, διαπιστώνοντας τήν προδοσία τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἡ ὁποία κατέφαγε τήν πλειοψηφία τῶν Ἀρχιερέων καί τῶν Ἱερέων, καί ξεπερνώντας τήν ὁμίχλη τῆς κακοδοξίας, ἡ ὁποία φαίνεται ἐπί τοῦ παρόντος νά κυριαρχεῖ, θά κάμη καί ἐκεῖνος τό ἴδιο πού ἐκάνατε καί σεῖς, δηλαδή θά ἐξέλθη ἐκ μέσου αὐτῶν διά νά παραμείνη μέ τήν ἀλήθεια. ‘Ενθυμῖστε του, πάντως, καί ἐκεῖνο πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Πατέρας, ὅτι «ἡ Ὀρθοδοξία θά παραμείνη σάν μιά σπίθα, ἡ ὁποία ὅμως δέν θά σβήση ποτέ», καθώς καί ἐκεῖνο πού ἔλεγαν παλαιότερα οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅτι «ὅσον ὀλίγοι καί ἄν μείνουν εἰς τήν Ὀρθοδοξία, οὗτοι εἰσίν ‘Εκκλησία καί τό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται». Διαβιβάστε του καί τάς ταπεινάς μου εὐχάς καί εὐλογίας. Μετ’ εὐχῶν + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΝΕΛΥΘΗΣΑΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΝΑΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ, ΟΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ ΑΧΑΡΝΩΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ, ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΝ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΚΤΟΝ. ΤΟ ΠΑΡΑΘΕΤΟΜΕΝ. Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΔΙΑ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ Ἡ στάσις τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καί ὁ ἀναβαπτισμός. Ἄρθρον δημοσιευθέν εἰς τήν «ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ» Τεύχος 617/ Αυγουστος 2012 Ὁ ἅγιος Νικόδημος, γνήσιος ἀπόγονος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀκολουθεῖ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξίας στηριζόμενος στούς Ἁγίους καί Θεοφόρους Πατέρες. Ἡ διδασκαλία του ἀπορρέει ἀπό τόν ἀσκητικόν του βίον, ἀπό τήν ἀμεσότητα προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ, διά τῶν μυστηρίων καί τῆς προευχῆς καί ἀπό τήν βαθυτάτην θύραθεν καί θεολογική γνώση πού ἀπέκτησε μέ τόν ἀπέραντο καί σπανίας δεκτικότητος καί συστηματικότητος χαρισματικό νοῦ του, λέγεται ὅτι τό 85% τῶν ἀναγνωσμάτων του τά συγκρατοῦσε μέ τήν πρώτη ἀνάγνωση. ἔχοντας αὐτά τά βασικά στοιχεῖα καί τίς πνευματικές προϋποθέσεις, ὡς φυσικά καί πνευματικά ἀποκτήματα, ἔγραψε συγγράματα πού ἐμπνέουν στόν ἀναγνώστη πλήρη ἐμπιστοσύνη, περί τῆς βαθειᾶς θεολογικῆς ἐμπειρίας καί τοῦ χαρίζουν τή δυνατότητα νά γνωρίση ὅλο τόν πλοῦτο τῶν Πατέρων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, συστηματοποιημένο καί ἐμπλουτισμένο μέ προσωπικά καί ἐμπειρικά σχόλια, πρωτοφανοῦς εὐστοχίας καί σπανίας διεισδυτικότητος. Οἱ ὀρθόδοξες θέσεις του εἶναι ξεκάθαρες, παρ᾿ ὅλες τίς ἀντίξοες συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ἔζησε καί παρ΄ ὅλα τά διάφορα ἀντορθόδοξα Δυτικά ρεύματα, πού κυκλοφοροῦσαν στήν ἐποχή του. Ἀλλά καί ἡ στάση του ἀπέναντι στούς αἱρετικούς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι χαρακτηριστική καί ἐμφορεῖται ἀπό τό πνεῦμα τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τό θέμα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ, πού μοῦ ἀνετέθη νά παρουσιάσω στό παρόν συνέδρειο, ὁ ἅγιος Νικόδημος κάνει ἐκτενέστατα σχόλια, στηριζόμενος στούς ἑξῆς Κανόνες : 1) στόν μστ΄ (46) τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, 2) στόν ζ΄ (7) τῆς Δευτέρας Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί 3) στόν #ε΄ (95) τῆς ἕκτης Ο᾿ἰκουμενικῆς Συνόδου. 1. Ὁ 46ος Ἀποστολικός Κανών λέγει ἐπί λέξει τά ἑξῆς : «Ἐπίσκοπον ἤ Πρεσβύτερον αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα ἤ θυσίαν, καθερεῖσθαι προστάσσομεν, τίς γάρ συμφώνησις Χριστοῦ πρός βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;». Δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀληθινόν τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν σχολιάζει ὁ Ἁγιος Νικόδημος, ἀναφερόμενοςστήν Σύνοδο τῶν 84ων Ἐπισκόπων τῆς, ὑπό τόν Ἐπίσκοπον Καρχηδόνος Κυπριανόν, ἡ ὁποία ἐξέδωσε κανόνες ἀναλόγους πρός τόν παραπάνω Ἀποστολικόν, γιατί δέν ὑπάρχουν πολλά βαπτίσματα. Σύμφωνα μέ τό Ἀποστολικό ρητό «Εἶς Κύριος, μία Πίστις ἕν Βάπτισμα», οἱ αἱρετικοί ἐφ᾿ ὅσον δέν εἶναι μέσα στήν ἀληθινή πίστη τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν μποροῦν νά ἔχουν ἀληθινό Βάπτισμα. ἄν εἶναι ἀληθινό τό Βάπτισμα καί τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν, ἀληθινό καί τῶν Ὀρθοδόξων, τότε δέν θά ἔχωμε ἕν Βάπτισμα, καθώς ὁ Παῦλος βοᾶ, ἀλλά δύο, «ὅπερ ἀτοπώτατον». Αὐτῆς τῆς Συνόδου τόν κανόνα «ἐπεσφράγισε» καί ἡ ἕκτη Οἰκουμενική, μέ τόν β΄ κανόνα της, ὁπότε ὁ περί οὖ ὁ λόγος κανών ἀπό κανών τοπικῆς γίνεται κανών οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλά καί ὁ Φιρμιλιανός πού ἐχρημάτισε ἔξαρχος στήν Σύνοδο τοῦ Ἰκονίου καί τόν ὁποῖον ὁ Μ. Βασίλειος στόν α΄ κανόνα τόν ὀνομάζει «ἰδικόν του», ὡς Ἐπίσκοπον Καισαρείας ἀκυρώνει καί ἀπορρίπτει τό Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. «Δέν εἶναι δυνατόν», λέγει «νά ἰσχυρισθῆ ἤ νά πιστεύση κανείς ὅτι μόνον ἡ ἐπίκλησις τῶν τριῶν ὀνομάτων τῆς Ἁγ. Τριάδος εἶναι ἀρκετή πρός ἄφεσιν τῶν πλημμελημάτων καί πρός τόν Ἁγιασμόν τοῦ Βαπτίσματος», ἄν πρῶτα καί ἐκεῖνος πού βαπτίζει δέν εἶναι ὀρθόδοξος. Συμφωνεῖ μέ τήν γνώμην αὐτήν καί ὁ Μ. Βασίλειος, τούς κανόνες τοῦ ὁποίου «ἐπεσφράγισεν» ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος. «Ἀπώλεσαν, λέγει, τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἱ αἱρετικοί καί σχισματικοί καί διεκόπη ἡ μετάδοσις αὐτῆς ἀπό τήν στιγμή πού ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Μεταβιβασθέντες δέ στήν τάξη τῶν λαϊκῶν, οὔτε χάρισμα πνευματικόν ἔχουν, οὔτε νά βαπτίζουν ἤ νά χειροτονοῦν ἔχουν ἐξουσίαν, καί οἱ ἐξ αὐτῶν βαπτιζόμενοι, πρέπει νά ξαναβαπτίζονταιμέ τό ἀληθινόν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα». Καί ἐνῶ μέ τόν α΄ κανόνα του ἀποδέχεται τήν γνώμην ὡρισμένων πατέρων τῆς Μ. Ἀσίας πού κατ᾿ οἰκονομίαν δέχονται τό βάπτισμα τῶν σχισματικῶν, μέ τόν 47ον Κανόνα του ἀναφέρει ὅτι «ἐκεῖνος σέ ἀντίθεση μέ τούς παραπάνω πατέρας, ὅλους τούς βαπτίζει». Τήν ἴδια γνώμη ἔχει καί ὁ Μ. Ἀθανάσιος τοῦ ὁποίου καί αὐτοῦ τούς λόγους «ἐπεσφράγισεν» ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος. Στόν τρίτο λόγο του κατά Ἀρειανῶν λέγει τά ἑξῆς: «Οἱ Ἀρειανοί κινδυνεύουν καί εἰς τό πλήρωμα τοῦ μυστηρίου, δηλαδή τοῦ βαπτίσματος. Διότι ἄν ἡ τελείωσις τοῦ Βαπτίσματος δίδεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ οἱ δέ Ἀρειανοί δέν θεωροῦν Πατέρα ἀληθινόν, μέ τό νά ἀρνοῦνται τόν ἐξ αὐτοῦ ὅμοιον τῆς οὐσίας Υἱόν ἀληθινόν καί ἀναπλάττοντες μέ τήν φαντασίαν τους ἄλλον ἔκ μή ὄντων κτιζόμενον, πῶς τό τελούμενον βάπτισμα δέν εἶναι τελείως ἀνωφελές καί μάταιον»; Καί φαίνεται μέν κατά προσποίηση ὅτι εἶναι βάπτισμα, άλλά στήν οὐσία δέν παρέχει καμμία βοήθεια στήν πίστη καί τήν εὐσέβεια. Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀπευθυνόμενος πρός τούς Ἀρειανούς καί Μακεδονιανούς, τούς θεωρεῖ κατηχουμένους. «Ἐάν ἀκόμη χωλαίνης, λέγει,καί δέν καταδέχεσαι τό τέλειον τῆς Θεότητος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος, ζήτησε ἄλλον νά σέ βαπτίση ἤ μᾶλλον εἰπεῖν νά σέ πνίξη ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐπειδή ἐγώ δέν ἔχω ἄδειαν νά χωρίζω τήν Θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος ἀπό τήν Θεότητα τοῦ Πατρός καί νά σέ καταστήσω νεκρόν . . . Ἐπειδή ὅποια ἀπό τίς τρεῖς Ὑποστάσεις καταβιβάσης ἀπό τὀ ἀξίωμα τῆς Θεότητος, ὅλην τήν Ἁγία Τριάδα καταβιβάζεις ἀπό αὐτό καί τόν ἑαυτόν σου στερεῖς ἀπό τήν τελείωση τοῦ Βαπτίσματος». Ἀπαραίτητος λοιπόν ὅρος γιά τήν τελείωση τοῦ Βαπτίσματος ἡ ὀρθή πίστη. Ὁ ἅγιος Ἰωάνης ὁ Χρυσόστομος στήν ὁμιλία του «εἰς τό ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος» ἀναφέρει ὅτι «τῶν αἱρετικῶν τά συστήματα βάπτισμα μέν ἔχουν, δέν ἔχουν ὅμως φώτισμα. Βαπτίζονται κατά τό σῶμα κατά δέ τήν ψυχή δέν φωτίζονται». Ὁμοίως καί οἱ ἄλλοι Πατέρες κατά τόν ἴδιο τρόπο διδάσκουν ὅτι «οὐδείς αἱρετικός παρέχει ἁγιασμόν διά τῶν μυστηρίων» καί «τό τῶν δυσεβῶν βάπτισμα οὐχ ἁγιάζει». 2. Ὁ 7ος ὅμως κανών τῆς Β᾿ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὁ 95ος τῆς ἕκτης δέν ἐπέβαλαν σέ ὅλους τούς αἱρετικούς τό βάπτισμα σύμφωνα μέ τόν παραπάνω Ἀποστολικό κανόνα καί τούς κανόνας τῶν λοιπῶν Πατέρων, πού ἀναφέρθηκαν, ἄν καί ἡ ἴδια ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος στόν β΄ κανόνά της, τούς ἐδέχθη. ἄλλων αἱρετικῶν ἐδέχθησαν τό βάπτισμα καί ἄλλων ὄχι. Γιά νά γεφυρώσει αὐτή τή διαφορά ὁ ἅγιος καί νά λύση τήν ἀπορία, σέ ὅσους δέν μποροῦν νά ἀντιληφθοῦν ὀρθόδοξα τήν διακυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρει τά ἑξῆς : Στήν Ἐκκλησία φυλάττωνται δύο εἴδη κυβερνήσεως καί διορθώσεως τῶν σφαλμάτων. Τό ἕνα ὀνομάζεται Ἀκρίβεια, τό δέ ἄλλο ὀνομάζεται Οἰκονομία καί Συγκατάβαση. Μέ αὐτά τά δύο οἱ τοῦ Πνεύματος οἰκονόμοι κυβερνοῦν τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν, πότε μέ τό ἕνα πότε μέ τό ἄλλο. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ προμημονευθέντες ἅγιοι, ἐφήρμοσαν τήν Ἀκρίβεια καί ἀπέβαλαν τελείως τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Οἱ δύο δέ Σύνοδοι μετεχερειρίσθησαν τήν οἰκονομία. Καί ἄλλων ἐδέχθησαν τό βάπτισμα (Ἀρειανῶν καί Μακεδονιανῶν) ἄλλων δέ ὄχι (Εὐνομιανῶν κ.λ.π.). Καί οἰκονόμησαν ἔτσι τά πράγματα πρῶτον ἐπειδή κατά τήν ἐποχή τῆς Β᾿ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤκμαζαν οἱ Ἀρειανοί καί Μακεδονιανοί οἱ ὁποῖο ὄχι μόνον ἦσαν κατά τό πλῆθος πολλοί, ἀλλά εἶχαν καί μεγάλες δυνάμεις, κοντά στούς Βασιλεῖς καί ἄρχοντας καί τήν Σύγκλητον. Μέ αὐτόν τόν τρόπο πίστευαν ὅτι θά τούς ἤλκυαν στήν ὀρθοδοξία καί θά τούς διώρθωναν εὐκολώτερα. Καί δεύτερον ἀντελήφθησαν οἱ Πατέρες ὅτι μέ τήν οἰκονομία δέν θά τούς ἐρέθιζαν οὔτε θά τούς ἐξαγρίωναν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά γίνη μεγαλύτερο κακό, καί ὅπως λέγει χαρακτηριστικά, «οἰκονομήσαντες τούς λόγους αὐτῶν ἐν κρίσει οἱ Θεῖοι Πατέρες, ἐσυγκατέβησαν νά δεχθοῦν τό βάπτισμα αὐτῶν». Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς συγκαταβάσεως ἡ ἕκτη Οἰκουμενική Σύνοδος ἦλθε σέ ἀντίθεση καί μέ τόν ἑαυτό της καί μέ τήν Β᾿ Οἰκουμενική. Μέ τόν ἑαυτό της ἦλθε σέ ἀντίθεση γιατί μέ τόν β΄ κανόνα της ἐδέχθη τούς Ἀποστολικούς κανόνες, τούς κανόνες τῆς Καρχηδόνος καί τῶν ἄλλων Πατέρων, ἐνῶ μέ τόν 95ο δέν ἀπέβαλλε ὅλων τῶν αἱρετικῶν τό βάπτισμα. Μέ τήν Β΄ Οἰκουμενική δέ διότι ἐδέχθη τήν ἀκρίβεια τῶν Ἀποστολικῶν κανόνων καί τῶν λοιπῶν Πατέρων ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐδέχθησαν τό βάπτισμα ὡρισμένων αἱρετικῶν. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἄφησαν νά ἐννοήσουμε ὅτι στήν Ἐκκλησία ἰσχύουν καί τά δύο καί ἡ Ἀκρίβεια καί κατά τάς περιστάσεις ἡ Οἰκονομία. Δεύτερος λόγος πού ἐσυγκατέβησαν οἱ Πατέρες τούς μέν Ἀρειανούς καί Μακεδονιανούς νά τούς δεχθοῦν χωρίς ἀναβαπτισμό, τούς δέ Εὐνομιανούς καί Σαβελιανούς πού εἶναι ἰσοδύναμοι στίς αἱρετικές δοξασίες νά τούς ἀναβαπτίσουν, εἶναι τό γεγονός ὅτι, οἱ πρῶτοι «ἐφύλαττον ἀπαράλακτον καί τό εἶδος καί τήν ὕλην τοῦ βαπτίσματος τῶν Ὀρθοδόξων» καί ἐβαπτίζοντο κατά τόν τῦπο τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τοὐλάχιστον πρό τῆς συγκλήσεως τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐνῶ οἱ δεύτεροι, τῶν ὁποίων τό βάπτισμα δέν ἐδέχθησαν, ἐπαραχάραξαν τήν τελετή τοῦ βαπτίσματος καί διέφθειραν εἴτε τόν τρόπο τοῦ εἴδους, δηαλδή τῶν ἐπικλήσεων, εἴτε τήν χρήση τῆς ὕλης, δηλαδή τῶν καταδύσεων καί ἀναδύσεων, βαπτιζόμενοι μέ μία μόνο κατάδυση. Γεγονός εἶναι ὅτι ὁ δεύτερος τοῦτος λόγος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς οἰκονομίας δέν εἶναι ἰσχυρός. Ἰσχυρότερος εἶναι ὁ πρῶτος λόγος πού ἀναφέρθηκε. 3. Κάνοντας ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅλη αὐτή τήν ἱστορικοεκκλησιαστική ἀναφορά, χωρίς νά τήν θεωρ῀ῇ περιττή, τήν προβάλλει ὡς ἀναγκαιότατη γιά ὅλους τούς καιρούς κυρίως ὅμως στήν σύγχρονη ἐποχή ὅπου γίνεται μεγάλη λογοτριβή καί προκαλεῖ μεγάλη ἀμφισβήτηση τό τῶν Λατίνων βάπτισμα. Ἡ τριβή δέ δέν γίνεται μόνο μεταξύ ἡμῶν τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν Λατίνων, ἀλλά καί μεταξύ ἡμῶν καί τῶν Λατινοφρόνων. Δέν διστάζη δέ νά τοποθετηθῆ ἐξ ἀρχῆς εὐθέως. ὅτι σύμφωνα μέ αὐτά πού εἰπώθηκαν, τό βάπτισμα τῶν Λατίνων εἶναι ψευδώνυμο Βάπτισμα. Γι᾿ αὐτό οὔτε μέ τό λόγο τῆς Ἀκριβείας γίνεται δεκτό, οὔτε μέ τό λόγο τῆς Οἰκονομίας. Μέ τό λόγο τῆς Ἀκριβείας δέν γίνεται δεκτό πρῶτον γιατί εἶναι αἱρετικοί. Τό ὅτι εἶναι αἱρετικοί δέν χωράει καμμιά ἀμφισβήτηση. Παραπέμπει στόν ἁγιώτατο Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεο, τόν ὀνομαζόμενον Παπομάστιγα, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει τίς αἱρετικές κακοδοξίες τῶν Λατίνων. Ὡς ἐπίσης καί στόν ἅγιο Μάρκο τόν ἐπίσκοπο Ἐφέσου τόν Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος παρρησία λέγει τά ἑξῆς : «Ἡμεῖς δι᾿ οὐδέν ἄλλον ἀπεσχίσθημεν τῶν Λατίνων ἀλλ᾿ ἤ ὅτι εἰσιν, οὐ μόνον σχισματικοί, ἀλλά καί αἱρετκοί». Ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι τόσους αἰῶνες ἀποστρεφόμαστε τούς Λατίνους, ὡς αἱρετικούς, τούς βδελυττόμεθα, καθώς καί τούς Ἀρειανούς καί Σαβελλιανούς καί τούς πνευματομάχους Μακεδονιανούς. Ἐφ΄ ὅσον λοιπόν εἶναι αἱρετικοί, ὄχι μόνον δέν μποροῦμε, ἐπ΄ οὐδενί λόγω νά ἑνωθοῦμε μαζί τους, ἀλλά καί ὡς ἀπωλέσαντες τήν ἐνεργό Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς θεωροῦμε οὐσιαστικά ἀβάπτιστους. Δεύτερον δέν γίνεται δεκτό οὔτε μέ τόν λόγο τῆς Οἰκονομίας, ἐπειδή δέν φυλάττουν τίς τρεῖς καταδύσεις στόν βαπτιζόμενο, ὅπως ὡς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους καί Πατέρας. Καινοτομήσαντες πρῶτοι τό Ἀποστολικόν Βάπτισμα ρίχνουν μέ μία δέσμη τριχῶν στό μέτωπο τοῦ βρέφους λίγες ρανίδες ὕδατος. «Ἐν τρισί γάρ καταδύσεσι καί ἰσαρίθμοις τοῖς ἐπικλήσεσι τό Μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος τελειοῦται, ἵναι καί ὁ τοῦ θανάτου τύπος ἐξεικονισθῆ καί τῇ παραδόσει τῆς θεογνωσίας τάς ψυχάς φωτισθῶμεν οἱ βαπτιζόμενοι», μαρτυρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος. Ἐφ᾿ ὅσον λοιπόν σύμφωνα μέ τά παραπάνω οἱ Λατίνοι δέν μποροῦν νά τελειώσουν ὡς αἱρετικοί καί παραχαράκτες τό ἔν Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἀπώλεσαν τήν τελεταρχική Χάρη, ἔστω κι ἄν προφέρουν τίς τρεῖς ἐπικλήσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ἅγιος ἐφιστᾶ τήν προσοχή σ᾿ ἐκείνους πού δέχονται τό ράντισμα τῶν Λατίνων. ἔχουν καθῆκον νά στοχασθοῦν τί θά ἀποκριθοῦν στήν αὐθεντία τοῦ Ἀποστολικοῦ Κανόνος καί τῶν λοιπῶν Πατέρων πού διδάσκουν τά ἀντίθετα. Προβάλλουν λέγει οί δεφένσορες αὐτοί τοῦ Λατινικοῦ ψευδοβαπτίσματος τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας συνήθισε νά τούς δέχεται, κατά τήν ἐπιστροφή τους μέ ἅγιο Μῦρο. Καί αὐτό ἀκόμη ἄν γίνεται φανερώνει καθαρά ὅτι, συμβαίνει ἐπειδή εἶναι αἱρετικοί. Οὔτε μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία σήμερα νά μεταχειρισθῆ τήν Οἰκονομία τῆς Β΄ καί Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Διότι οἱ θεῖοι Πατέρες πού ἐφήρμοσαν τήν Οἰκονομία, παραμερίζοντας προσωρινά τούς Ἀποστολικούς κανόνας μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἐπιστροφῆς των ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ τούτου. Καί μέ τήν οἰκονομία αὐτή οἱ αἱρετικοί ἔγιναν ἡμερώτεροι καί ἐπέστρεψαν στήν εὐσέβεια καί σέ λίγους χρόνους ἤ τελείως ἐξέλιπον ἤ ἔμειναν πολύ λίγοι. Δέχεται ὁ ἅγιος ὅτι καλῶς οἱ πρό ἡμῶν Πατέρες οἰκονόμησαν καί ἀποδέχθηκαν μέ Θεῖο Μῦρο τούς Λατίνους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ὁ Παπισμός τότε ἤκμαζε καί κατεῖχε ὅλες τίς δυνάμεις τῶν Βασιλείων τῆς Εὐρώπης, τό δέ δικό μας Βασίλειο ἔπνεε τά λοίσθια. Ἦταν τότε ἀνάγκη νά γίνη αὐτή ἡ οἰκονομία, γιά νά μή ἐξεγείρη ὁ πάπας τά λατινικά γένη ἐναντίον τῶν Ἀνατολικῶν, ὥστε νά αἰχμαλωτίζουν καί νά φονεύουν καί μύρια ἄλλα κακά καί δεινά νά πράττουν. Τώρα ὅμως πού ἡ λύσσα τοῦ παπισμοῦ δέν ἰσχύει καί ἡ Θεία Πρόνοια κατέβαλε τήν ἐπηρμένην ὀφρύ τῶν παπικῶν, τί χρειάζεται πλεόν ἡ οἰκονομία ; Ἡ οἰκονομία ἔχει μέτρα καί ὅρια, καί δέν εἶναι παντοτινή καί ἀόριστη. Τή στιγμή μάλιστα πού στόν παπισμό συνεχίζει νά ὑπάρχει ἀνυποχώρητη καί σατανική ἐπιμονή στήν αἵρεση. Ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἀναφέρει τά ἑξῆς : «Ὁ κατ᾿ οἰκονομίαν λοιπόν ποιῶν τι, οὐχ ὡς ἁπλῶς καλόν τοῦτο ποιεῖ, ἀλλ᾿ ὡς πρός καιρόν χρειῶδες». Εἶναι κακή οἰκονομία λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος αὐτή πού οὔτε τούς Λατίνους μποροῦμε νά ἐπιστρέψωμε, ἀλλά καί ἡμεῖς γινόμεθα παραβάται τῶν ἱερῶν κανόνων, δεχόμενοι τό ψευδοβάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. «Οἰκονομητέον γάρ ἔνθα μή παρανομητέον» λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος. ἕως ὅτου ἐφαρμοσθῆ ἡ οἰκονομία, πάντως οἱ Ἀνατολικοί ἐβάπτιζον τούς Δυτικούς καθώς μαρτυρεῖ ἡ ἐν Λατερανῷ τῆς Ρώμης τοπική Σύνοδος τοῦ 1215. Καί ὅτι δέν λειτουργοῦσαν σέ ναούς πού πρότερον ἐλειτούργησαν οἱ Λατίνοι, ἄν πρῶτα δέν ἔκαναν ἁγιασμό. Τῆς οἰκονομίας λοιπόν παρελθούσης, ἡ ἀκρίβεια καί ἡ τήρηση τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας παίρνουν τήν φυσική τους θέση. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΧΗΔΟΝΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΟΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΟΝΙΖΟΥΝ ΜΕΤ’ ΕΜΦΑΣΕΩΣ ΜΑΛΙΣΤΑ, ΟΤΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΕΡΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΑΠΤΙΖΩΝΤΑΙ ΕΞΑΠΑΝΤΟΣ Ἐδημοσιεύθη εἰς τό kirykos livejournal τήν Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010 (ΕΛΗΦΘΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ, ΤΟΜΟΣ Α, ΣΕΛ.185 - 190, ΕΚΔΟΣΙΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ) «.... Καικίλλιος Λιβεράριος εἶπεν: Ἓν βάπτισμα ἐν μόνη τῆ Ἐκκλησίᾳ οἶδα, καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, οὐδαμοῦ. Ἔνθα γάρ ἐστι το ἓν βάπτισμα, ὄντως καὶ ἐλπὶς ἀληθείας ἐστὶ, καὶ πίστις. Οὕτω γὰρ γέγραπται, μία πίστις, ἓν βάπτισμα. Οὐ γὰρ τοῖς αἱρετικοῖς, παρ’ οἷς οὐδεμία πίστις καὶ ἐλπὶς, ὅπου πάντα ψευδῆ, ὅπου ἐξορκίζει δαιμονιζόμενος, μυστήριον ἐρωτᾷ, οὗ τὸ στόμα λοιμώδη καὶ ἰώδη φθέγγεται, πίστιν δὲ δίδωσιν ἄπιστος, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρέχει ἁμαρτωλὸς. Καὶ εἰς ὄνομα Χριστοῦ βαπτίζει Ἀντίχριστος, ὑπισχνεῖται ζωήν νεκρος, εἰρήνην δίδωσιν εἰρήνης ἀλλότριος, Θεὸν ἐπικαλεῖται βλάσφημος, ἱερατείᾳ κέχρηται ἀσεβὴς, θυσιαστήριον προτίθησιν ἱερόσυλος, Θεῴ θυσίαν προσφέρει ὁ διαβόλῳ ὑπηρέτης. Οἱ αὐτοῖς συνηγοροῦντες εἰπάτωσαν, ταῦτα πάντα ψευδῆ εἶναι περὶ τῶν αἱρετικῶν Ἰδοὺ τίσιν ἀναγκάζεται ἡ Ἐκκλησία συνευδοκεῖν, ἵνα χωρὶς βαπτίσματος καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν τοιούτοις συγκοινωνήσῃ. Ὅθεν ἀδελφοὶ φεύγειν καὶ ἐκκλίνειν ὀφείλομεν καὶ χωρίζειν ἑαυτούς ἀπὸ τοιούτων πλημμελημάτων, καὶ ἓν βάπτισμα κατέχειν τὸ μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ δεδωρημένον. Πρίαμος ἀπὸ Μαστρίπης εἶπε: Δογματίζω πάντα ἄνθρωπον ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενον, δεῖν βαπτίζεσθαι, μάτην γὰρ αὐτὸν ἐκεῖ βεβαπτίσθαι, μὴ ὄντος, εἰμὴ ἑνός βαπτίσματος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μόνῃ, ἐπεὶ καὶ ὁ Θεὸς εἷς, καὶ βάπτισμα ἓν, καὶ Ἐκκλησία μία, ἐν ᾗ τὸ βάπτισμα καὶ ὁ ἁγιασμὸς καὶ ὃσα ἄλλα εἰς σωτηρίαν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον ἐπιτελεῖται. Τὰ γὰρ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας γινόμενα, εἰς οὐδὲν τούτων ἀφικνεῖται. Πολύκαρπος Ἀδραμέντου εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα δοκιμάζοντες, τὸ ἡμέτερον ἀδόκιμον ποιοῦσι. Νουσάτος ἀπὸ Θαννουβασιλέως εἶπε: Πᾶσαι αἱ γραφαὶ μαρτυροῦσι περὶ ἑνὸς καὶ μόνου τοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίσματος σωτηρίου, ὀφείλομεν τὴν ἡμετέραν πίστιν ὁμολογῆσαι, ἳνα τοὺς αἱρετικούς καὶ σχισματικοὺς προσερχομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ μετὰ τὸ ψευδὲς ἐκείνων βάπτισμα τᾡ ἀληθεῖ βαπτίσομεν. Kαὶ διὰ τοῦτο ἐγώ τοὺς ἐκεῖθεν ἐλθόντας πάντας ἐβάπτισα, καὶ τοὺς ἀπὸ κλήρου αὐτῶν λαϊκοὺς ἔστησα. Νεμεσιανὸς ἀπὸ Θουβούνων εἶπε: Βάπτισμα ὃ δίδωσιν αἱρετικὸς καὶ σχισματικὸς μὴ εἶναι ἀληθές πᾶσαι αἱ γραφαὶ μαρτυροῦσιν, ἐπεὶ αὐτοὶ προεστῶτες αὐτῶν ψευδόχριστοι εἰσι καὶ ψευδοπροφήται. Ἰαννουάριος ἀπὸ Λαβῆς εἶπε: Κατὰ τὰ προστάγματα τῶν ἁγίων γραφῶν κρίνω δεῖν πάντας τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι, καὶ οὕτως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν προσδέχεσθαι. Λούκιος από Γαστρογαλβής εἶπεν: Ὁ Κύριος ἐν τῶ Εὐαγγελίῳ φησὶν, ὑμεῖς ἐστε τὸ ἃλας τῆς γῆς, ἐὰν δὲ τὸ ἃλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀλισθήσεται; Ὁπότε οὖν σαφές ἐστι τοὺς αἱρετικοὺς τουτέστιν ἐχθροὺς τοὺ Θεοὺ, μὴ δεῖν δύνασθαι ζωοποιῆσαι τινα πνευματικῇ ὁμολογίᾳ μωρανθέντας αὐτοὺς καὶ ἔξω ὄντας τῆς Ἐκκλησίας, ἁγίῳ βαπτίσματι βαπτίζειν αὐτοὺς ἐρχομένους ὀφείλομεν. Κρίσκης ἀπὸ Κρήτης εἶπε: Καὶ αὐτὸς τοὺς αιρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς, ὁπόταν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικὴν ἔλθωσι, μὴ πρότερον δεχθῆναι, πρὶν ἐξορκισθῶσι καὶ βαπτισθῶσι, χωρὶς ἐκείνων τῶν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθέντων καὶ ἀποστάντων. Οὗτοι γὰρ ὀφείλουσι μετανοήσαντες χειροθεσίας μόνης τυχεῖν. Νικομήδης ἀπὸ Σεργομέων εἶπεν: Ἡ ἐμὴ ἀπόφασις αὕτη ἐστίν, ἵνα οἱ αἱρετικοὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ προσερχόμενοι βαπτισθῶσιν. Ἐπεὶ μηδεμίαν ἔξω ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰλήφασιν ὑπὸ τῶν αἱρετικῶν βαπτισθέντες. Σεκουνδιανός ἀπὸ Καρινδίας εἶπε: Ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λέγει, ὁ μὴ ὢν μετ’ εμοῦ, κατ’ ἐμοῦ ἐστί. Καὶ Ἰωάννης ὁ ἀπόστολος τούς ἐξερχομένους τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιχρίστους ὀνομάζει. Ἀδύνατον γάρ ἐστίν αὐτοὺς ὑπηρετῆσαι χάριτι Θεοῦ, καὶ σωτηρίῳ βαπτίσματι, καὶ διὰ τοῦτο κρίνω τοὺς τῇ Ἐκκλησίᾳ προσελθόντας βαπτισθῆναι παρ’ ἡμὼν. Φίληξ ἀπὸ Γαμετῶν εἶπεν: Ὡς τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγῶν ἅμα εἰς βόθρον ἐμπίπτουσιν, οὕτω καὶ αἱρετικὸς αἱρετικὸν βαπτίζων τῷ βαπτιζομένῳ συναποθνήσκει. Καὶ διὰ τοῦτο παρ’ ἡμῖν τὸν αἱρετικὸν βαπτισθῆναι δεῖ, ἵνα μὴ ἡμεῖς οἱ ζῶντες νεκροῖς κοινωνήσωμεν. Σουκέντιος ἀπὸ Ἀβιργεμανικιανῆς εἶπεν: Αἱρετικoῖς ἢ οὐδέν ἔξεστιν, ἢ πάντα. Εἰ δύνανται βαπτίσαι, δύνανται καὶ Πνεῦμα Ἅγιον δοῦναι. Ἐπεὶ δὲ μὴ ἔχουσιν, οὐδὲ πνευματικῶς βαπτίζουσι, καὶ διὰ τοῦτο κρίνω δεῖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Φουρτουνάτος ἀπὸ Θουκχαβὼρ εἶπεν: Οἱ ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ὄντες, καὶ ἐναντίοι τῷ Χριστῷ, ὡς τὰ πρόβατα, καὶ τὴν ἀγέλην αὐτοῦ σκορπίζοντες, βαπτίζειν ἔξω οὐ δύναται. Θήδατος ἀπὸ Θουρβών εἶπε: Πάσῃ δυνάμει ἀγωνιστέον, ἵνα μὴ ὁ τὴν τῶν αἱρετικῶν πλάνην ἀφεὶς, τὸ μόνον τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα διστάσῃ λαβεῖν, ᾧ τις μὴ βαπτισθεὶς, ἀλλοτριοῦται τὴς τῶν Οὐρανῶν Βασιλείας. Προβατιανός ἀπὸ Σοφετίης εἶπεν: Εἰ ἀπὸ Θεοῦ ἡ αἵρεσις ἐστιν, ἕξει αἱρετικὸς καὶ δωρεὰν Θεοῦ. Εἰ δὲ μὴ ἐστιν ἀπὸ Θεοῦ, πῶς δύναται αὐτὸς ἔχειν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλῳ διδόναι; Μονούαλος ἀπὸ Γέρβης εἶπε: Τοῦ Κυρίου λέγοντος, βαπτίσατε πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἴδαμεν σαφῶς τοὺς αἱρετικοὺς, μήτε Πατέρα ἔχειν, μήτε Υἱὸν, μήτε Πνεύμα Ἅγιον. Δεῖ οὖν ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν βαπτίζειν, ἵνα ἀναγεννηθῶσιν. Πολιτιανός ἀπὸ Μίλεως εἶπεν: Ὀρθόν ἐστί τὸν ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζεσθαι. Θεόγνιος ἀπὸ Ἰππόνος ῥηγίου εἶπεν: Ἀκολούθως τῷ μυστηρίῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴς Οὐρανίου Χάριτος, ἣν εἰλήφαμεν, βάπτισμα, ὅ ἐστιν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Ἐκκλησίᾳ, οἴδαμεν. Διατίους ὁ Σεάδης εἶπεν: Ημεῖς ὃ ἐφ’ ἡμῖν ἐστιν, αἱρετικοῖς οὐ κοινωνοῦμεν, ἐὰν μὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθῇ, καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λάβῃ. Προβάτος ἀπὸ Ζοφιστοῦ εἶπεν: Ὁ δοκιμάζων παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα εἶναι, τί ἄλλο, ἤ τοῖς αἱρετικοῖς κοινωνεῖ; Ὀρτισιανός ἀπὸ Λαβούρνης εἶπε: Καὶ ἡμεῖς ἕν βάπτισμα, ὅπερ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ οἵδαμεν, τοῦτο τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκδικοῦμεν. Κάσιος ἀπὸ Κομαζῶν εἶπε: Ἐπεὶ δύο βαπτίσματα εἶναι οὐ δύναται, ὁ συγχωρῶν τοῖς αἱρετικοῖς βάπτισμα, ἑαυτὸν τοῦ βαπτίσματος ἀποστερεῖ. Διὸ ἐπικυρῶ αἱρετικοὺς βαπτίζειν δεῖν, ὅταν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔρχωνται, χωρὶς τῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν πιστῶν χωρισθέντων, καὶ ἑαυτοὺς τῷ σκότει τῆς αἱρέσεως προδόντων, οὕς δεῖ ἐπανελθόντας, μόνῃ τῇ χειροθεσίᾳ προσλαβέσθαι. Ἰαννουάριος ἀπὸ Οὐβικοῦ εἶπεν: Εἰ μὴ συγκατατίθεται ἡ πλάνη τῆ ἀληθείᾳ, πολὺ μᾶλλον ἡ ἀλήθεια οὐ συγκατατίθεται τῇ πλάνῃ. Διὸ καὶ ἡμεῖς συνιστάμεθα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ καὶ προκαθεδράσθημεν, ἵνα τοὺς ἐν αὐτῇ μὴ βαπτισθέντας βαπτίσωμεν. Σεκουνδῖνος ὁ ἀπὸ Καλπῶν εἶπεν: Εἰ Χριστιανοί εἰσιν οἱ αἱρετικοὶ, διατὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ εἰσίν; Εἰ δὲ μὴ Χριστιανοί εἰσί, γινέσθωσαν. Δῆλον οὖν ἐπάνω υἱῶν ἀλλοτρίων καὶ σπορᾶς Ἀντιχρίστου, διὰ μόνης χειρεπιθεσίας, μὴ δύνασθαι Ἅγιον Πνεῦμα κατελθεῖν. Οὐικτερῖνος ἀπὸ Θαβάκων εἶπεν: Εἰ ἔξεστι τοῖς αἱρετικοῖς βαπτίσαι, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, τί αὐτῶν καταψευδόμεθα, ἵνα αὐτοὺς αἱρετικοὺς ὀνομάσωμεν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Θύνης εἶπεν: Ὀφείλομεν διαβεβαιῶσαι ἵνα πάντες οἱ αἱρετικοί οἱ προσερχόμενοι τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτισθῶσιν, ὅπως ἡ ἔξω γενομένη διαστροφή ἐπανορθωθῇ καὶ ἁγιασθῇ. Κούϊντος ἀπὸ Οὐροὺκ εἶπεν: Εἰ οἱ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βαπτιζόμενοι ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ αἰωνίου ζωῆς τυγχάνουσι, τί πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔρχονται; Εἰ δὲ εἰς μετάνοιαν ἔρχονται, ἐν ᾗ καὶ ζωοποιοῦνται βαπτίσματι, ὅπερ ἐν τῇ Καθολικῆ Ἐκκλησίᾳ ἐστὶ, βαπτισθῆναι καὶ ἁγιασθῆναι ὀφεῖλουσιν. Κάστος ἀπὸ Δίκης εἶπεν: Ὁ παραπεμπόμενος τὴν ἀλήθειαν, καὶ τῇ συνηθείᾳ ἑπόμενος, ἢ περὶ τοὺς ἀδελφοὺς φθονερός, οἷς ἡ ἀλήθεια ἀπεκαλύφθη. Ἤ πρὸς Θεὸν τόν ἀποκαλύψαντα ἀχάριστος. Εὐκράτιος ἀπὸ Θενῶν εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὀρθῷ καὶ καθολικῷ βαπτίσματι βαπτίζεσθαι δεῖ, ἵνα ἀπονιψάμενοι τὰς ἁμαρτίας ἁγιασθῶσιν. Λίβυσσος ἀπὸ Οὐργάσης εἶπεν: Ὁ Κύριός φησιν, Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια. Ὥστε ἀποκαλυφθείσης τῆς ἀληθείας παραχωρείτω ἡ συνήθεια, ἵνα, εἰ καὶ τὸ προτερόν τις ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοὺς αἱρετικοὺς μὴ ἐβάπτισε, νῦν βαπτίσῃ. Λευκῖνος ἀπὸ Θιουίστου εἶπε: Τοὺς γὰρ αἱρετικοὺς ὡς βλασφήμους καὶ ἀνουσίους, πλάνοις λόγοις τὰς Θείας Γραφὰς παραχαράσσοντας, ἀναθεματίζειν δεῖ, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς τοιούτους ἐξορκίζειν καὶ βαπτίζειν ὀφείλομεν. Εὐγένιος Ἀμμεδάρων εἶπε: Κᾀγὼ τοῦτο κρίνω, δεῖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Μεκκόρας εἶπε: Καὶ αὐτός ἑπόμενος τῷ κανόνι τῶν Θείων Γραφῶν, τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικοὺς, βαπτίζεσθαι ἀποφαίνομαι. Ἰαννουάριος ἀπὸ Μουδούζης εἶπεν: Αἱρετικοὶ έχουσι βάπτισμα, ἡμεῖς οὐκ ἔχομεν. Εἰ ἡμεῖς ἔχομεν, αἱρετικοὶ ἔχειν οὐ δύνανται. Ἀμφισβητήσιμον δὲ οὐκ ἔστι τὴν Ἐκκλησίαν τὴν Καθολικὴν τῷ τοῦ Χριστοῦ βαπτίσματι κεχρῆσθαι, τὴν μόνην κεκτημένην χάριν καὶ ἀγάπην καὶ ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ. Ἀδέλφιδος ἀπὸ Θασβέλθης εἶπε: Μάτην τινὲς τῇ ἀληθείᾳ πολεμοῦσι, λέγοντες ἡμᾶς ἀναβαπτίζειν. Ἡ γὰρ Ἐκκλησία τοὺς αἱρετικοὺς οὐκ ἀναβαπτίζει, ἀλλὰ βαπτίζει. Δημήτριος ἀπὸ πολεμόνου εἶπεν: Οἱ λέγοντες, ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἀληθῶς καὶ νομίμως βαπτίζουσιν, οὗτοι οὐ μόνον δύο, ἀλλά καὶ πολλά βαπτίσματα εἰσάγουσιν. Ὁπότε γὰρ διάφοροι καὶ πολλαὶ αἱρέσεις εἰσὶ, κατὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ τὰ βαπτίσματα ἀριθμεῖται. Οὐικέντιος ἀπὸ Θιβάρης εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς οἴδαμεν χείρονας τῶν σχισματικῶν ἐὰν δέ μετανοήσαντες θελήσωσιν ἐλθεῖν εἰς κανόνα τῆς ἀληθείας, πρότερον ἐξορκίζειν, ἔπειτα βαπτίζειν αὐτοὺς δεῖ. Τότε γὰρ δύνανται τῆς Χριστοῦ ἐπαγγελίας τυχεῖν. Μάρκος ἀπὸ Μαθάρων εἶπε: Κρίνω ὡς μηδὲν ἔχοντας τοὺς αιρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Σάτιος ἀπὸ Σακιλιβύης εἶπεν: Εἰ τοῖς Αἱρετικοῖς ἐν τῷ βαπτίσματι αὐτῶν ἄφεσις ἁμαρτιῶν γίνεται, μάτην τῇ Ἐκκλησίᾳ προσέρχονται. Οὐδὲν γὰρ ἐστι τὸ δυνάμενον φοβῆσαι αὐτοὺς, ἐν τῇ κρίσει τοῦ Χριστοῦ, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰληφότας. Αὐρήλιος ἀπὸ Ἀττικῆς εἶπε: Λέγοντος τοῦ Ἀποστόλου ἀλλοτρίαις ἁμαρτίαις μὴ κοινωνεῖν, βαπτίζεσθαι τοὺς αἱρετικοὺς, ἵνα λάβωσι πρότερον ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ οὕτω αὐτοῖς κοινωνήσομεν. Ἰαμβὸς ἀπὸ Γερμανικείας εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν δοκιμάζοντες βάπτισμα, ἡμέτερον ἀποδοκιμάζουσιν. Λουκιανός ἀπὸ Ῥουκούμης εἶπεν: Εἰ δυνατὸν φῶς καὶ σκότος κοινωνεῖν, δύναται καὶ ἡμῖν καὶ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναί τι κοινόν. Κρίνω οὖν τοὺς αἱρετικοὺς βαπτίζεσθαι. Πελάγιος ἀπὸ Λουπερκιανῆς εἶπεν: Εἰ αἵρεσις οὐκ ἔστιν ἐν Ἐκκλησίᾳ, πῶς δύναται παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι τὸ τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα; Ἰάδερ ἀπὸ Μηδείας εἶπε: Μία πίστις, ἕν βάπτισμα, ἀλλὰ τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ἔξεστι βαπτίζειν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Μαρδιανῆς εἶπε: Τὰ αὐτά. Παῦλος ἀπὸ Σαβᾶς εἶπεν: Εἰ ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστι, πῶς ἔσται παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς ἀληθὲς βάπτισμα, παρ’ οἷς οὐκ ἔστι Θεός; Πομπώνιος ἀπὸ Διονυσιανῆς εἶπεν: Οἱ αἱρετικοὶ οὐ δύνανται βαπτίζειν, οὐδὲ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν δοῦναι, οἱ μὴ ἔχοντες ἐξουσίαν λῦσαί τι ἐπὶ τῆς γῆς ἢ δῆσαι. Οὐινάτος ἀπὸ Θηνίσης εἶπεν: Ὁ τὸ βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας τοῖς αἱρετικοῖς κοινῶν, τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ μοιχοῖς παραδίδωσιν. Λυμμός ἀπὸ Ἀσιάγης εἶπεν: Ἡμεῖς ἕν βάπτισμα εἰλήφαμεν, καὶ τούτῳ ἐξακολουθοῦμεν. Ὁ δὲ λέγων, καὶ τοῖς αἱρετικοῖς ἔξεστι βαπτίζειν, δύο βαπτίσματα εἰσάγει. Σατορνῖλος ἀπὸ Ἰουκτοριανῆς εἶπεν: Εἰ ἔξεστι τοῖς αἱρετικοῖς βαπτίζειν ἀνέγκλητοί εἰσιν ἄνομα ποιοῦντες. Οὐδὲ εὑρήσεις διὰ τί αὐτοὺς ὁ Χριστὸς ἐναντίους, ἢ ὁ Ἀπόστολος Ἀντιχρίστους ὀνομάζει. Σατορνῖλος ἄλλος ἀπὸ Συκῆς εἶπε: Οἱ ἐθνικοὶ εἰ καὶ εἴδωλα σέβονται, ὅμως τὸν Θεὸν Πατέρα καὶ Κτίστην ἐπιγινώσκουσι καὶ ομολογοῦσι Δεσπότην. Εἰς τοῦτον Μαρκίων βλασφημεῖ, καὶ πῶς οὐκ αἰσχύνονται οἱ τὸ Μαρκίωνος βάπτισμα δοκιμάζοντες; Μάρκελλος ἀπὸ Ζάμης εἶπε: Ὁπότε ἄφεσις ἁμαρτιῶν οὐδαμοῦ, εἰ μὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δίδοται, ὁ αἱρετικοὺς μὴ βαπτίζων, ἁμαρτωλῷ κοινωνεῖ. Εἰρηναῖος ἀπὸ Οὐλῶν εἶπεν: Εἰ διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία τὸν αιρετικὸν οὐ βαπτίζει, ὅτι ἤδη λέγεται βεβαπτίσθαι, προκρίνει ἡ αἵρεσις καὶ μείζων γίνεται. Δονάτος ἀπὸ Κιβαλινῆς εἶπεν: Ὁ λέγων παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς χάριν βαπτίσματος εἶναι, πρότερον ἀποδειξάτω ἐκεῖ Ἐκκλησίαν. Ζώσιμος ἀπὸ Θαραζοῦ εἶπεν: Ἀποκαλυφθείσης τῆς ἀληθείας, παραχωρείτω ἡ πλάνῃ τῇ ἀληθείᾳ. Ἰουλιανὸς ἀπὸ Φιλίππου εἶπε: Γέγραπται, οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν, ἐὰν μὴ ἦ δεδομένον αυτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, εἰ ἡ αἵρεσις ἐξ οὐρανοῦ ἐστι, δύναται καὶ οὐράνιον βάπτισμα δοῦναι. Φαῦστος ἀπὸ Θημίδης εἶπεν: Οἱ τὸ τῶν αἱρετικῶν πρὸς τὸ τῆς Ἐκκλησίας βάπτισμα ἐνιστάμενοι, ἐκείνους μὲν Χριστιανοὺς, ἡμᾶς δὲ αἱρετικοὺς ποιοῦσιν. Γεμίνος ἀπὸ Φόρμης εἶπε:Ὁ ἅπαξ ἐκρίναμεν, τοῦτο καὶ κατέχομεν, ἵνα τοὺς ἀπὸ αἱρέσεων ἐρχομένους βαπτίζωμεν. Ῥογατιανὸς ἀπὸ Οὔσης εἶπε: Τὴν Ἐκκλησία ὁ Χριστὸς ᾠκοδόμησε, τὴν αἵρεσιν ὁ διάβολος, πῶς οὖν δύναται ἔχειν βάπτισμα Χριστοῦ ἡ συναγωγὴ τοῦ διαβόλου; Θεράπιος ἀπὸ Βουλισμίου εἶπεν: Ὁ τοῖς αἱρετικοῖς τὸ βάπτισμα τὴς Ἐκκλησίας προδιδοὺς, τί ἄλλο ἢ τὴς νύμφης τοῦ Χριστοῦ προδότης γίνεται; Λούκιος ἀπὸ Μεμεράσης εἶπε: Γέγραπται, ὅτι ὁ Θεὸς ἁμαρτωλῶν οὐκ ἀκούει. Ὁ δὲ αἱρετικὸς ὢν ἁμαρτωλὸς, πῶς ἀκούεται ἐν τῷ βαπτίζειν; Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Οὐαγλακηνῆς εἶπεν: Ἐν τῷ προσδέχεσθαι τοὺς αἱρετικοὺς ἄνευ τοῦ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος, μηδεὶς τὴν συνήθειαν λόγου καὶ τῆς ἀληθείας προκρινέτω. Ἄλλος Σατορνῖλος ἀπὸ Πλουτίμνης εἶπεν: Εἰ δύναται Ἀντίχριστος δοῦναι τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ, δύνανται καὶ οἱ αἱρετικοὶ βαπτίζειν, οἱ ονομασθέντες αντίχριστοι. Κουΐντος ἀπὸ Οὐγβᾶς εἶπεν: Ὁ Θεὸς εἷς ἐστι, καὶ Ἐκκλησία μία, καὶ ἕν βάπτισμα. Καὶ πῶς δύναταί τις βαπτισθῆναι ἐκεῖ, ὅπου οὔτε Θεὸς, οὔτε Χριστὸς, οὔτε Ἐκκλησία ἐστί; Ἰουλιανός ἀπὸ Μαρκελλιανῆς εἶπεν: Εἰ δύναται ἄνθρωπος δυσὶ κυρίοις δουλεύειν Θεῷ και μαμωνᾷ, δύναται καὶ τὸ βάπτισμα δυσὶν ὑπηρετεῖν. Τέναξ ἀπὸ Ὁρίων Κελλίων εἶπε: Βάπτισμα ἕν ἐστιν, ἀλλὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἧς τὸ βάπτισμα ἀληθές. Ἄλλος Οὐίκτωρ ἀπὸ Ἀσούρας εἶπεν: Ὁμοίως. Δουνατοῦλος ἀπὸ Κάμψης εἶπεν: Ἀεὶ τοῦτο ἐγὼ ἐφρὸνησα, ἵνα οἱ αἱρετικοὶ μηδὲν ἔξω λαβεῖν δυνάμενοι, ὅταν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ἔλθωσι, βαπτισθώσιν. Οὐήρουλος ἀπὸ Ῥουσιοκάδας εἶπεν: Ἄνθρωπος αἱρετικὸς οὐ δύναται δοῦναι ὃ μὴ ἔχει, πολὺ μᾶλλον σχισματικὸς, ὃπερ εἶχεν καὶ ἀπολέσας. Πουδευτιανὸς ἀπὸ Κουϊνκόλης εἶπεν: Ἐάν τις ἀπὸ αἱρέσεως ἔλθῃ βαπτισθῆναι αὐτὸν ὀρθῶς καὶ δικαίως κέκριτται. Πέτρος ἀπὸ Ἱππώνος Διαῤῥύτου εἶπεν: Ἐπεὶ ἔν βάπτισμά ἐστιν ἐν μόνη τῇ Ἐκκλησίᾳ, διὰ τοῦτο τοὺς ἀπὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν ἐλθόντας, ὡς μηδὲν ἐκεῖθεν εἰληφότας, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζεσθαι κρίνω. Ἄλλος Λούκιος ἀπὸ Αὐσάφης εἶπεν: Ἑνὸς ὄντος Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ μιᾶς ἐλπίδος, καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας, τὰ παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς πραττόμενα λύεσθαι δεῖν φημι, καὶ τὺυς ἀπ’ αὐτῶν ἐρχομένους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ βαπτίζειν. Ἄλλος Φίληξ ἀπὸ Τουριτῶν εἶπεν: Ἐγὼ κρίνω, ἵνα ἀκολούθως ταῖς Θείαις Γραφαῖς ἄνομοι παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς βαπτισθέντες, ἄν πρὸς τὴν Ἐκκκλησίαν καταφύγωσι, τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι, ἔνθα πᾶσα ἐξουσία παρὰ τοῦ Θεοῦ δέδοται, βαπτισθώσιν. Πλουτιανὸς ἀπὸ Λαβάνης εἶπεν: Ἐγὼ πιστεύω βαπτίσματι σωτηρίαν μὴ εἶναι, εἰ μὴ ἐν μόνη τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, καὶ ὅταν ἔξω τῆς Ἐκκλησίας γένηται, πιθηκισμὸν εἶναι. Σαλουϊανὸς ἀπὸ Ζυφάλης εἶπε: Τοὺς αἱρετικοὺς μηδὲν ἔχειν συνέστηκε, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς ἡμάς ἔρχονται, ἵνα λάβωσιν, ὃ μὴ ἔχουσιν. Ὀνωράτος ἀπὸ Λούγκης εἶπεν: Ὁπότε ὁ Χριστὸς ἀληθής ἐστι, μᾶλλον τῇ ἀληθείᾳ, ἢ τῇ συνηθείᾳ ἕπεσθαι ὀφείλομεν, ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς, διὰ τοῦτο πρὸς ἡμᾶς ἐρχομένους, ὅτι ἔξω μηδὲν λαβεῖν ἠδυνήθησαν, τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι ἁγιάσωμεν. Οὐίκτωρ ἀπὸ Ὀκτύβου εἶπε: Τοῦτο καὶ αὐτὸς φρονῶ, ἵνα οἱ ἀπὸ αἱρέσεως ἐρχόμενοι, ἀδιστάκτως βαπτισθῶσι. Κλάριος ἀπὸ Μασκούλης εἶπε: Πρόδηλός ἐστιν ἡ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπόφασις ἀποστέλλοντος τοὺς ἑαυτοῦ Ἀποστόλους, καὶ αὐτοῖς μόνοις τὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέποντος, οἷς ἡμεῖς ἐξακολοῦθούμεν, τῇ αὐτῶν ἐξουσίᾳ τὴν Ἐκκλησίαν Θεοῦ κυβερνῶντες, καὶ τοὺς πιστεύοντας βαπτίζοντες, καὶ διὰ τοῦτο οἱ αἱρετικοὶ, οἱ μήτε τὴν ἐξουσίαν ἔχοντες, μήτε τὴν Ἐκκλησίαν, οὐδὲ βαπτίζειν τῷ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι δύνανται. Σεκουνδιανὸς ἀπὸ Θάμβης εἶπεν: Οὐδαμῶς ὀφείλομεν τοὺς αἱρετικοὺς τῇ ἡμετέρᾳ φιλονικείᾳ ἐνεδρεύειν, ἵνα οἱ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μὴ βαπτισθέντες, ὁπόταν ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως ἔλθῃ, ἡμᾶς αἰτιάσωνται, ὅτι δι’ ἡμᾶς οὐκ ἐβαπτίσθησαν, οὐδὲ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἔλαβον, διόπερ μιᾶς οὔσης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἑνὸς βαπτίσματος, ὅταν πρὸς ἡμᾶς ἔλθωσι, μετὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ βαπτίσματος τυχεῖν ὀφείλουσιν. Αὐρήλιος ἀπὸ Χολλαβῆς εἶπεν: Ἰωάννης ὁ Ἀπόστολος ἐν ἐπιστολῇ αὐτοῦ ἔφη, εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς, καὶ τὴν διαδοχὴν τοῦ Θεοῦ οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν, καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε, ὁ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς λόγοις αὐτοῦ, καὶ τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πῶς οὖν οὗτοι εἰς δεχθῆναι εἰς οἰκίαν τοῦ Θεοῦ δύνανται, ἢ πῶς αὐτοῖς χωρὶς τοῦ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματος κοινωνῆσαι δυνάμεθα, εἰ μὴ τοῖς πονηροῖς αὐτῶν ἔργοις κοινωνοῦμεν; Βίκτωρ ἀπὸ Γεμέλλων εἶπε: Τυφλὸς τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται, ἐπεὶ οὖν σαφές ἐστι, μὴ δύνασθαι αἱρετικόν τινα φωτίσαι, ἅτε δὴ τυφλῶν αὐτῶν ὄντων, τῶν τοιούτων τὸ βάπτισμα οὐδέν ἐστι. Νατόλιος ἀπὸ Οἴας εἶπε: Κᾀγώ παρὼν καὶ Πομπήιος ἀπὸ Σαβράτων, καὶ Διογὰς ἀπὸ Λεπτιμάγνης, οἵπερ ἐνετείλαντό μοι σώματι μὲν ἀπόντες, τῷ δὲ πνεύματι παρόντες κρίνομεν, ὅπερ καὶ πολλοὶ συνεπίσκοποι ἡμῶν, τοὺς αἱρετικοὺς κοινωνεῖν ἡμῖν μὴ δύνασθαι, ἐὰν μὴ παρ΄ἡμῶν βαπτισθῶσιν. Ἰούνιος ἀπὸ Νεαπόλεως εἶπεν: Ἀπ’ ἐκείνου οὗ ἅπαξ ἐκρίναμεν, οὐ χωρίζομαι, ἵνα τοὺς αἱρετικοὺς τοὺς ἐρχομένους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν βαπτίζωμεν. Κυπριανὸς ἀπὸ Καρχηδόνος εἶπε: Τὴν ἐμὴν ἀπόφασιν ὁλόκληρος δείκνυσιν ἐπιστολή πρὸς Ἰοβιανὸν συνεπίσκοπον ἡμῶν γραφεῖσα, τοὺς αἱρετικοὺς κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴν καὶ Ἀποστολικὴν μαρτυρίαν ἐναντίους τοῦ Χριστοῦ καὶ Ἀντιχρίστους ὀνομασθέντας, ὁπόταν τῇ Ἐκκλησίᾳ προσέλθωσι, τῷ ἑνὶ τῆς Ἐκκλησίας βαπτίσματι, βαπτίζεσθαι δεῖν, ἵνα δυνηθῶσι γενέσθαι ἀντὶ ἐχθρῶν φίλοι, καὶ ἐξ Ἀντιχρίστων Χριστιανοί.

Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ π. ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ (ΣΤΑΜΑΛΑ) 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057 Α.Π. 197 ᾿Εν ᾿Αθήναις τῇ 12-4-2001(π.ἡ.). (Βασιλείου ῾Ομολογητοῦ) ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ Διά τόν ἀγωνιστήν τῆς Ὀρθοδοξίας π. Ἰγνάτιον Μπέτσην ῾Η περίοδος 1955-1970 ἦσαν μία ἀπό τίς πιό κρίσιμες τοῦ ᾿Αγῶνος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας. Οἱ γνήσιοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί ζοῦν ἀκόμη στόν ἀπόηχο τῶν μεγάλων διωγμῶν τοῦ 50. Μετά τίς ἱστορικές χειροτονίες τοῦ 1948 τά πράγματα δυσκολεύουν. Διότι ἐγείρεται ἄλλου εἴδους φοβερός διωγμός, ὁ ὀποῖος φέρει τούς ᾿Ορθοδόξους στήν ἀνάγκη διατυπώσεως βασικῶν θεμελιωδῶν θέσεων ᾿Εκκλησιολογίας - ῾Ομολογίας τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., καί ἀπολογητικῆς διά τάς ἱστορικάς ἐκείνας χειροτονίας. Τώρα ἀρχίζει νά προβάλλει ἡ ἀνάγκη καλυτέρας ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως, κατά τό ἀνθρώπινον, τῆς ᾿Εκκλησίας, καί πρός ἀντιμετώπισιν τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν, ἀλλά καί διά τήν καλυτέραν ἐσωτερικήν ἀνασυγκρότησιν. Οἱ Κληρικοί τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ἦσαν κατά τό πλεῖστον ἁπλοϊκοί καί ἀγράμματοι ἄνθρωποι, μέ ζέουσαν ὅμως πίστιν καί ὁμολογίαν, ἕτοιμοι διά κάθε θυσίαν. Τό ἱεραποστολικό τους ἔργο εἶναι ζωντανό. ᾿Αγωνίζονται μόνοι γιά τήν᾿Ορθοδοξία. Κάποιοι Κληρικοί πού γυρνᾶνε ἀπό τό νέο ῾Ημερολόγιο εἶναι γι᾿ αὐτούς πηγή χαρᾶς. Τούς δίδει νέες δυνάμεις. Τούς κάμνει νά ἀγωνίζωνται μέ περισσότερον ζῆλον. Καί οἱ χριστιανοί παίρνουν καινούργιες δυνάμεις. Γίνονται ἀκόμη πιό ζωντανοί στήν πίστι τους καί ἀγωνιστές στήν ζωή τους. Γι αὐτό, αὐτούς τούς Κληρικούς πού ἐπέστρεφαν τούς ὑπεδέχοντο μέ μιά ἰδιαιτέρα χαρά. Τό ἔβλεπαν σάν νίκη τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ῞Οταν μάλιστα ἐτύχαινε νά εἶναι ὁ Κληρικός αὐτός ζηλωτής καί ἀγωνιστής, τότε ἀκόμη περισσότερον ἐχαίροντο. Κάτι τέτοιο συνέβη μέ τόν π. ᾿Ιγνάτιο. ῏Ηταν ἕνας μορφωμένος Κληρικός, πρώην σπουδαστής τῆς Ιατρικῆς χειροτονημένος στήν ᾿Αγγλία ἀπό τόν ᾿Επίσκοπο Θυατείρων ᾿Αθηναγόρα, ὁ ὀποῖος ὅμως ἐλθών εἰς τήν Γνησίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν ἐγένετο δεκτός μέ πολλές ἐλπίδες. ῾Η παρουσία του στόν ᾿Αγῶνα τῆς ᾿Ορθοδοξίας δυνάμωνε τόν ᾿Αγῶνα, κατά τό ἀνθρώπινον. Στήν ἀρχή προωθήθηκε εἰς τά Γραφεὶα τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. ᾿Απεδείχθη, ὅμως, ὅτι ἡ θέσις του δέν ἦταν γιά κεῖ. ῾Η ἀποστολή του ἦταν στήν ῾Ιεραποστολή. ῏Ηταν ὁ Κληρικός πού σέ λίγο θά ὤργωνε καί θά συγκλόνιζε ὅλην τήν ῾Ελλάδα. Μέ τό ζωντανό του παράδειγμα. μέ τήν ἀσκητική του ζωή. ῞Οπου κι᾿ ἄν πήγαινε δημιουργοῦσε μιά ἀντίσταση κατά τοῦ κακοῦ, ἔφκιανε ἕνα πυρῆνα ἀγωνιστικό. Θύμιζε στό ζῆλο τόν ἅγιο Κοσμᾶ, στήν ἀγωνιστικότητα τόν Παπουλάκο, ἤ τόν Κοσμᾶ τόν Φλαμιάτο, καί στήν ἀσκητικότητα, ὅπως εἶπε ὁ ἀείμνηστος π. Εὐγένιος, τόν Μέγα Βασίλειο. ῏Ηταν αὐτός πού θά γινόταν ὁ ἱδρυτής πολλῶν ἐνοριῶν καί ὁ πνευματικός καθοδηγητής πολλῶν ᾿Ορθοδόξων σέ ὅλη τήν ῾Ελλάδα. ῏Ηταν ζηλωτής σέ ὅλους τούς τομεῖς καί ἄτεγκτος ὑπερασπιστής τῆς ἀληθείας καί τοῦ δικαίου. Δέν ἐδέχετο συμβιβασμούς. Γι᾿ αὐτό καί ἐδέχθη πολλούς διωγμούς. ῏Ηταν αὐτός τέλος πού ἔφυγε ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή τρόπον τινά σάν διωγμένος καί ἐξωρισμένος, καί μάλιστα ἀπό συναδέλφους του Κληρικούς. Μπορεῖ νά πῶ πώς ἡ ζωή του μᾶς θυμίζει ἐκεῖνο πού ἔλεγε ἕνας μεγάλος Πατέρας τῆς ᾿Εκκλησίας: "Εἶναι καλύτερον νά διώκωμαι εἰς τά φαράγγια καί τά βουνά καί εἰς τά πελάγη καί νά εἶμαι μαζί μέ τήν ἀλήθεια, παρά νά ἔχω δόξα μεγάλη καί εὐημερία καί νά ζῶ μέσα στό ψεῦδος. Διότι, ὅταν ἔχω μαζί μου τήν ἀλήθεια ἔχω τά πάντα, ὅταν ὅμως ἔχω τό ψεῦδος δέν ἔχω οὔτε τόν ἐαυτό μου...ἐκεῖνος πού ἔχει μαζί του τήν ἀλήθεια εἶναι ἀγέραστος καί ἀμάραντος, ἔχει ζῆλον πιό θερμόν ἀπό τόν ἥλιον καί ὁ λόγος του εἶναι πιό κοφτρεός ἀπό τό ξίφος, ὁ δέ βίος του εἶναι πιό ἐλαφρύς καί ἀπό τόν ἀετό". Καί πραγματικά ὁ π. ᾿Ιγνάτιος ἀγαποῦσε τόσο πολύ τήν ἀλήθεια πού ἔμεινε ἀγέραστος. Τό σῶμά του ἀπό τήν νηστεία καί τήν ἄσκησι ἦταν γερασμένο, ἔστω καί ἄν ἦταν ἀκόμη νέος, ὅμως ἡ ψυχή του ἦταν ἀγέραστη. Γι αὐτό καί τό παράδειγμά του συγκινοῦσε, καί ὁ λόγος του καί ἡ ζωή του εἶναι καί μέχρι σήμερον ὑπόδειγμα ἀγωνιστικότητος γιά πολλούς. Τόν ῾Ιερομ. π. ᾿Ιγνάτιο τόν γνώρισαν πολλοί πρίν τόν δοῦν. ῾Η φήμη του προέτρεχε παντοῦ. Αὐτό συνέβη καί μέ μένα. Στήν Λευκάδα πού ἤμουν, ὅταν πήγαινα στό Γυμνάσιο, μοῦ φαίνεται πώς κάποια βιβλία πού εἶχαν πέσει στά χέρια μου, ἦταν βιβλία καί ἔντυπα τοῦ π. ᾿Ιγνατίου. Θυμᾶμαι ἕνα μικρό βιβλιαράκι πού ἦταν ἑρμηνεία καί σχόλια σέ μιά ἐπιστολή τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι ὁ τρόπος πού ἔγραφε καί ἐσχολίαζε. ᾿Εκδήλωνε πάντα τόν θαυμασμό του στόν ᾿Απόστολο τῶν ᾿Εθνῶν Παῦλο. ῞Οπως διεπίστωσα ἀργότερα ἀπό τά γραπτά του θαύμαζε τόν ᾿Απόστολο τῶν ᾿Εθνῶν, καί ἴσως στίς μικρές περιοδεῖές του νά εἶχε ἐκεῖνο πρότυπο ζωῆς. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικόν κάτι πού ἔγραψε σέ ἕνα ἄρθρου του: "῏Ω Παῦλε, Παῦλε! Πόσον σέ θαυμάζω! Θαυμάζω τήν δύναμίν σου, τό θάρρος σου, τόν ἡρωϊσμόν σου! ᾿Εσύ ζῶντας ἀκόμη τοὐς κάμνεις νεκρούς. ᾿Εσύ δέν ξέρεις συμβιβασμούς, ὑποχωρήσεις, ὑποκρισίες, ὑποχωρήσεις.᾿Εσύ κτυπᾶς κατ᾿ εὐθεῖαν. Θαυμάζω, θαυμάζω στ᾿ ἀλήθεια τό μεγαλεῖόν σου.". ᾿Επίσης κάνα δυό τεύχη τῆς ᾿Ορθοδόξου Πνοῆς βρίσκονταν στό σπίτι μας. ᾿Από τότε θυμᾶμαι τήν ᾿Ορθόδοξο Πνοή. Γύρω στά 1956-57. Μικρός ἤμουν καί δέν καταλάβαινα πολλά. Κάποιοι ὅμως χαρακτηριοστικοί τίτλοι μοῦ ἔμεναν στό μυαλό. Τόν γνώρισα λοιπόν μέσα ἀπό τά ἔντυπά του. Θαύμαζα διά τά γραπτά του, ὅταν ὅμως τόν εἶδα γιά πρώτη φορά τό 1967 στά Γραφεῖα τῆς Βερατζέρου, θαύμασα γιά τό ἀσκητικό του παράστημα. ῏Ηταν κάτι συγκλονιστικό γιά μένα. ῎Ακουγα πολλά γι᾿ αὐτόν γιά τίς ἀγρυπνίες πού ἔκανε. Προπάντων μοῦ εἶχε μείνει ὅτι ἦταν πρώην γιατρός καί ἔγινε Κληρικός. ῞Οτι ἀγάπησε τήν ᾿Ορθοδοξία καί τάς ἅγιες παραδόσεις. ῞Οπως ἀργότερα ἀνεζήτησα καί βρῆκα τά τεύχη τῆς ᾿Ορθοδόξου Πνοῆς, εἶδα πώς πραγματικά εἶχε θερμό ζῆλο γιά τήν ᾿Ορθοδοξία. Μετέδιδε μέσα ἀπό τίς σελίδες της τόν ζῆλο γιά ἀγῶνα. ῎Εγραφε στό πρῶτο: "Εἶναι καιρός πλέον νά πνεύσῃ στόν πονεμένο αὐτόν τόπο πού ἄλλοτε ἐδροσίζετο ἀκατάπαυστα κάτω ἀπό τούς γηραιούς πλατάνους, τούς θαλερούς γίγαντας τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας, εἶναι καιρός, λέμε, νά πνεύση ξανά, στόν ἱστορικό αὐτό τόπο ἡ ζωογόνος αὖρα μιᾶς "᾿Ορθοδόξου Πνοῆς". Καί συνέχιζε: "῏Ω θεία ᾿Ορθοδοξία, δέν θά σέ ἀρνηθοῦμε! Τά πιστά τέκνα σου θά ἁρπάξουν καί πάλιν τά ὅπλα καί θά τεθοῦν ὑπό τήν ἔνδοξον σημαίαν σου ἕτοιμα καί πάλιν νά δώσουν τό πᾶν γιά Σένα. Τό αἷμα μαρτύρων σου μή ξεχνᾶς, ὅτι εἶναι βαρειά κληρονομιά γιά μᾶς...Ναί ἡ ζωογόνος δτναμίς του ρέει ἀκόμα στούς ἀπογόνους των. ῎Οχι, οὐκ ἀρνησόμεθά σου φίλη ᾿Ορθοδοξία, οὐκ ἀρνησόμεθά σου, θά μᾶς ἐπιτρέψῃς μέ ταπείνωση ν᾿ ἀναφωνήσωμεν κι᾿ ἐμεῖς μαζί μέ τόν σοφό Βρυέννιο. Αὐτή ἡ ἀγάπη του γιά τήν ᾿Ορθοδοξία, ὁ ἀγνός ζῆλός του καί τό ἀσκητικό του πνεῦμα προέτρεχε παντοῦ. ῞Οταν τόν συνήντησα γιά πρώτη φορά, περίμενα νά δῶ ἕναν ἱερέα, μέ φανταχτερή ἐμφάνισι, δέν μποροῦσα νά πιστέψω πώς αὐτός ἦταν ὁ π. ᾿Ιγνάτιος, ὁ πρώην σπουδαστής τῆς ῾Ιατρικῆς. ᾿Ενθυμοῦμαι, ὅτι μοῦ μίλησε σάν νά μέ γνώριζε χρόνια. Μιά δεύτερη φορά πού εἶχα τήν εὐτυχία νά τόν συναντήσω καί νά τόν ἀκούσω ἦταν τό 1971, τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, στόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τόν Πρόδρομο στό Ρούφ, αὐτή τήν φορά ὡς ὁμιλητή. Μοῦ ἔκανε τότε φοβερή ἐντύπωσι ὁ λόγος του. Πρώτη φορά εἶχα ἀκούσει τέτοιο δυνατό καί βαθύ σέ νοήματα λόγο. ῾Η ὁμιλία του ἐκείνη ἔμοιαζε σάν ἐγερτήριο σάλπισμα. ῎Ετσι μοῦ φάνηκε. ῞Οπως κατάλαβα τό νόημα τῶν ὁμιλῖῶν του ἦταν αὐτό πού ἔγραφε στήν ᾿Ορθόδοξη Πνοή. "Ποῦ θά ὁδηγηθοῦμε λοιπόν ἐάν ἀδρανήσωμεν; ᾿Αλλά ὄχι. Φθάνει πλέον. Καιρός νά ἐξυπνήσωμεν. ἐκ τοῦ ληθάργου καί νά δράξωμεν τά ὅπλα. ᾿Ιδού . ᾿Εμπρός στόν ἀγῶνα ὅλοι. Τό παράστημά του, ὅπως ἦταν ἀσκητικό, ἡ φωνή του σχεδόν σβυσμένη, λές καί ἔβγαινε ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο, τά λόγια του ὅμως ἦταν δυνατά πού συγκλόνιζαν. ῎Ημουν τότε πρωτοετής στό Πανεπιστήμιο. Εἶχα ἀκούσει μέχρι τότε πολλές ὁμιλίες, ἀλλ᾿ αὐτήν τήν ὁμιλία, τήν ἐχαρακτήρισα ἀνεπανάληπτη. Μοῦ ἔκαμε ἐντύπωσι ὁ πολύς κόσμος πού συγκεντρώθηκε, πού δέν ἦταν καθόλου συνηθισμένο τότε στόν χῶρό μας. ῏Ηταν μιά ἐπιβεβαίωση γιά μένα, γι αὐτό αὐτοῦ πού ἄκουα συχνά, ὅτι ὁ π. ᾿Ιγνάτιος παρά τό γεγονός, ὅτι δέν εἶχε τακτική ἐνορία εἶχε μαζί του τόν περισσότερο κόσμο. Εἶχε τήν ἀγάπη τοῦ κόσμου. Αὐτή ἡ ὁμιλία σέ ἀνέβαζε πραγματικά στά ὕψη. ῎Εβλεπες ἕνα ταπεινό καί ἀπέριττο στήν ἐξωτερική ἐμφάνιση Κληρικό, πού τά λόγια σέ ἀνέβαζαν σέ πνευματικά ὕψη, σέ ἔκαμναν νά στέκης ἀνάμεσα στόν φθαρτό καί στό αἰώνιο. Μίλησε τότε ἀπ᾿ ὅτι θυμᾶμαι γιά τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου, γιά τά φθαρτά καί τά αἰώνια, διά τήν ζωή τῶν ἁγίων πού ζοῦσαν τό παρόν καί προγεύονταν τό μέλλον, γιά τήν σημερινή κοινωνία, γιά τούς νεωτερισμούς. ῞Ολα αὐτά τά εἶχε συνδυάσει ἀριστοτεχνικά μέσα σέ ἕνα θέμα, μέ ἕνα χάρισμα λόγου πού τοῦ ἔδινε μία χροιά λογοτεχνική καί πολύ σαγηνευτική. Τά λόγια πού ἔλεγε τά ζοῦσε. ῎Εβγαιναν μέσα ἀπό τἠν καρδιά του. Μιλοῦσε μέ ἐνθουσιασμό, μέ πίστι, ἔμοιαζε σά νά σκίρταγε ὁλόκληρος, σάν νἀ ἕτοιμος νά πετάξῃ. ῞Ολα αὐτά θυμᾶμαι συγκλόνιζαν. Θυμᾶμαι μαζί μου τότε ἦταν καί ἔνα κοσμικό παιδί φοιτητής, πού ἐξέφρασε τόν θαυμασμό του γιά τήν ρητορική του δεινότητα. Εἶχε πράγματι πλούσια τήν δύναμη τοῦ λόγου πού ἄγγιξε καί ἀναμόχλευε καί τίς πιό ἀδιάφορες χριστιανικές συνειδήσεις. Τά κήρυγμά του, ὅπως διεπίστωσα ἀκούοντας καί ἄλλες ὁμιλίες ἀπό κασσέττες, δέν ῆσαν μόνον βιώματα καί ἐμπειρίες ἐσωτερικές, ἀλλά μαρτυροῦσαν καί βαθειά παιδεία καί γνώση τῶν ἀσκητικῶν Πατέρων, τῶν βίων τῶν ῾Αγίων, τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. ῾Η ζωή του καί ὁ λόγος του γενικῶς τοποθετούμενος μέσα στό γενικώτερο πλαίσιο τοῦ ὑπέρ τῆς ᾿Αληθείας ᾿Αγῶνος, ἐμ,φανίζει πολλές ἀναλογίες μέ τίς μορφές καί τή δράση ἀνδρῶν πού σέ κρίσιμες στιγμές ἀπεστάλησαν ἀπό τήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ , διά νά διασώσῃ τήν πνευματική ταυτότητα τοῦ λαοῦ μας. ῞Οταν ἤμουν στήν Κοίμησι (Καλλιθέα), ἄκουα τά πνευματοκοπαίδια του, νά μιλοῦν μέ τά καλύτερα λόγια γι᾿ αὐτόν. Αἰσθάνονταν ἀπορφανισμένα ἀπό τότε πού ἀπεδήμησε πρός Κύριον. ᾿Από τίς διηγήσεις των γνώρισα ἀκόμη πιό πολύ τό μεγαλεῖον τοῦ Κληρικοῦ καί δή τοῦ πνευματικοῦ Πατρός. ῞Οταν καμμιά φορά πήγαινα σέ ἀκριτικές περιοχές, ὅπως στήν Ξάνθη, στήν Κάλυμνο, νόμιζα ἀπό ὅσα μοῦ διηγοῦντο γιά τό πέρασμά του, πώς βρίσκονταν ἐκεῖ κοντά τους, ἀνάμεσά τους. Ζοῦσαν πολύ ἔντονα τήν παρουσία του. Τό πνεῦμά του τούς καθοδηγοῦσε καί τούς δυνάμωνε. Γι᾿ αὐτό διεπίστωνα ἔτι καί ἔτι πώς αὐτό πού ἐλέγετο, ὅτι ἦταν ξακουστός καί ἀγαπητός σ᾿ ὅλη τήν ῾Ελλδα, δέν ῆταν ὑπερβολή, ἦταν μιά πραγματικότης. Σήμερα θά ἀκούσουμε πολλές φορές πώς ὁ π. ᾿Ιγνάτιος ἦταν ἕνας ἀσκητής. Καί ἦταν πράγματι. Αὐτό διεπίστωνε ἐκεῖνος πού τόν συναντοῦσε ἔστω καί μιά φορά. Καί δέν τό διεπίστωνε μόνον ἐκεῖνος πού τόν .ἔβλεπε. Τό ἀσκητικό του πνεῦμα ἐφαίνετο καί μέσα ἀπό τά γραπτά του, τά ἄρθρα του, τά κείμενα πού ἐδημοσίευε καί κυκλοφοροῦσαν σέ ὅλα τήν ῾Ελλάδα, σέ ὅλη τήν Οἰκουμένη. ῎Αν ρίξουμε μιά ματιά σέ κείμενά του πού ἔχουν δημοσιευθῇ θά διαπιστώσουμε σέ ὅλα νά περνάει αὐτό τό πνεῦμα. Παντοῦ βλέπουμε νά περνάει τό μήνυμα πώς στήν ἄσκησι τοῦ χριστιανοῦ εἶναι τό πραγματικό νόημα καί ἡ οὐσία τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Καί ῆταν τόσο χαριτωμένοι οἱ τίτλοι τους, ὅπως: " Η εὐλογημένη στράτα πού ἐβάδισεν ὁ Κύριός μας». ῎Εγραφε σέ ἕνα ἄρθρο του: "Εἶναι ἀλήθεια πώς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι πολύ δύσκολα κατορθώνομεν νά συλλάβωμεν τό νόημα καί τήν οὐσία τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας πού εἶναι ὅλως διόλου πνευματική. Ξεχνοῦμε ὅτι σκοπός της τελικός δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τοῦ νά ἀνυψώσῃ τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν γῆν αὐτήν εἰς τήν ὁποίαν κατ᾿ ἀνάγκη ζῇ γιά λίγο, πρός τόν οὐρανόν εἰς τόν ὁποῖον ὅμως θά ζήση αἰώνια. Μικρή ἅρα προετοιμασία πού ἀποτελεῖ τρόπον τινά καί πρόγευση τῆς μελλούσης ὁλοκληρωμένης πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νά ἀρχίσουμε τήν πνευματική ζωή, ἔστω καί κατά μέρος, ἀπ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν ζωήν". Καί συνεχίζει: "Πῶς ξεχνοῦμε λοιπόν τόν σκοπόν μας;...Δέν βλέπομεν τί λέγει τό Εὐαγγέλιον, τί λέει ὁ Κύριος, τί λένε οἱ ᾿Απόστολοί του, τί λένε οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας; ῎Επαυσαν ποτέ νά κηρύττουν τήν ἀνάγκην τῆς ἀπονεκρώσεως τῆς σάρκας διά νά ἐπικρατήσῃ τό πνεῦμα; Κάθε ἄλλο! Δέν ἀφήνουν εὐκαιρία πού νά μή τό διακηρύξουν μέ ὅλην των τήν δύναμιν. ῾Ο μεγάλος ᾿Απόστολος, ὁ βαθύς ἑρμηνευτής τῶν λόγων τοῦ Κυρίου, δέν παύει νά τονίζῃ εἰς τάς ἐπιστολάς του. Οὕτω γράφει π.χ. πρός τούς Γαλάτας: "Λέγω δέ πνεύματι περιπατεῖτε καί ἐπιθυμίαν σαρκῶς οὐ μή τελέσητε. ῾Η γάρ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατα τοῦ Πνεύματος, τό δέ πππΠνεῦμα κατά τῆς σαρκός. Ταῦτα δέ ἀντίκεινται ἀλλήλοις" (Γαλ. ε, 16-17). Καί ἰδού πώς τό ἐρμηνεύει στήν συνέχεια καί ἀσφαλῶς καί πῶς τό ἐβίωνε: "῾Υπάρχει, ἀδέλφιά μου ἀγαπητά, ἕνας νόμος , ἕνας νόμος ἀπαράβατος στόν χριστιανισμό πού ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος καθώς βλέπομεν μᾶς τόν καθορίζει: ἡ σάρξ ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος".. ῞Οσον δηλαδή ἐπικρατεῖ μέσα μαςτό ὑλικόν φρόνημα, γινώμαστε ὑλόφρονες, χονδροειδεῖς ὑλισταί. Καί ἀντιστρόφως ῞Οσον ζῶμεν πνευματικήν ζωήν , τόσον ἐξαυλωνόμαστε καί ἀγόμεθα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ". Καί ἀλλοῦ πάλιν γράφει: "᾿Ας μή γελοιώμαστε εὐλογημένοι χριστιανοί! ῎Αλλη λύσις ἐκτός ἀπό αὐτήν δέν ὑπάρχει. ῎Αλλο Εὐαγγέλιον ἐκτός αὐτοῦ πού μᾶς ἄφησαν οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου μας δέν ἔχομεν. Αὐτοί πού φκιάχνουν ἰδικά τους Εὐαγγέλια καί λένε ὅτι τούς συμφέρει κατά πῶς αἱ ἐπιθυμίαι των τούς διδάσκουν, ε ἶναι βέβηλοι καί ἱερόσυλοι, οἰκτρά ὄργανα τοῦ σατανᾶ πού προσπαθοῦν νά παρασύρουν καί ἐμᾶς στόν ἀμαρτωλό τους κατήφορο". Σ᾿ αὐτό τό θέμα χρησιμοποιεῖ πολύ τά λόγια τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου:: Καί πάλιν εἰς τήν πρός Κολοσαεῖς δέν διστάζει ὁ τολμηρός ἀυτός ᾿Απόστολος, ὁ γἰγας τοῦ Πνεύματος" μέ ἐκφράσεις πού θά προκαλέσουν σήμερα ἐπανάστασιν νά τούς πῆ: "ἀπεθάνετε γάρ". Τά ἄνω φρονεῖτε μή τά ἐπί τῆς γῆς". Σταματάω ἐδῶ, λέγοντας πώς ὁ π. ᾿Ιγνάτιος δέν θαύμαζε ὄχι μόνο τόν ᾿Απόστολο Παῦλο πού ἀνέφερα πρίν, ἀλλά καί τούς μεγάλους ἀσκητάς. Καί τούς μάρτυρας. Καί προσπαθοῦσε ὅλους αὐτούς νά τούς μιμηθῇ. Δεχθῆτε τα αὐτά σάν ελαχιστες προσωπικές μαρτυρίες γιά τόν τιμώμενον σήμερον Κληρικόν, καί σάν μιά ταπεινή εἰσαγωγή στήν σημερινή ἐκδήλωσι. Μετ’ εὐχῶν +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΥΠ ΑΡΙΘΜ. 39/1.9.2006 ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΝ Δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐρωτήματα καί ἀπορίας ὀρθοδόξων, διενεμήθη δέ εἰς τούς ἐκκλησιαζομένους εἰς τόν ‘Επισκοπικόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίας Αἰκατερίνης, τήν 1ην Σεπτ. 2006, ἐπί τῆ ‘Ινδίκτῳ καί ἐπί τῆ συμπληρώσει 10 ἐτῶν ἀπό τήν τέλεσιν τῶν ‘Εγκαινίων τοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό τότε (1996) εἶναι «Κέντρον γνησίας ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς, ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος» τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. ΘΕΜΑ: ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ Τέκνον ἐν Κυρίῳ ἀγαπητόν Σχετικά μέ τούς λόγους τούς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ περί τόν ψευδαρχιεπίσκοπον κ. Νικόλαον Ἀρχιερεῖς, διά τήν ἐναντίον μου «προετοιμαζομένην ψευδοκαθαίρεσιν» σᾶς γνωρίζω τά ἑξῆς: 1) Κατ’ ἀρχάς οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχουν νά πράξουν τι ἐναντίον μου καί ἐναντίον τῶν περί ἡμᾶς Κληρικῶν, διότι ἤδη μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 390/16.6.2005 τούς ἔχομεν ἀποκηρύξει διά σοβαρούς λόγους Πίστεως, ἤτοι διά τά αἱρετικά των φρονήματα καί διά τάς βλασφημίας των κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, δηλαδή ἔχομεν διακόψει πᾶσαν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν καί ἔχομεν διαγράψει τά ὀνόματά των ἀπό τά Δίπτυχα τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 2) Ἤδη αὐτοί μέ τάς πράξεις των (Κατάλυσις τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, ἐμμονή εἰς τά αἱρετικά φρονήματα – παραχαράξεις Ἁγιοσυνοδικῶν κειμένων τοῦ πρώτου ἐξ’ αὐτῶν, εἰς τά ὁποῖα τό καλύπτουν οἱ ὑπόλοιποι, βλασφημίαι κατά τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, τά ὁποῖα ἀπεκορυφώθησαν εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν παραίτησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία ἐγένετο οὐχί διά λόγους ὑγείας ὡς ψευδῶς καί συμπαικτικῶς ἰσχυρίσθησαν, ἀλλά διά τήν προώθησιν τῶν σχεδίων τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἄρνησις νά δεχθοῦν καί νά συνομολογήσουν τήν καθαράν Ὁμολογίαν τῆς ‘Ορθόδοξου Πίστεως, τήν ὁποίαν τούς καλέσαμεν πολλάκις νά συνομολογήσουν) αὐτοαπεκόπησαν καί ἐξῆλθον τῆς Ἐκκλησίας, καί ἑπομένως αὐτοί οἱ ἤδη καθηρημένοι, εἶναι ὑπόδικοι ..., καί οὐχί ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐμμένομεν εἰς τήν καθαράν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, καί τήν ἀνόθευτον καί ἀδιάκοπον ‘Αποστολικήν Διαδοχήν, ὅπως τήν παρελάβομεν διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995. 3) Διευκρινίζομεν, ὅτι ἐνῶ αὐτοί εἶναι ἤδη καθηρημένοι, διότι διά τῆς ἀθωώσεως τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν (2003) ἐνεργοποίησαν διά τούς ἑαυτούς των τάς καθαιρετικάς ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν, καί ἐνῶ ἤδη τά αἱρετικά των φρονήματα καί αἱ παρανομίαι των ἔχουν καταδικασθεῖ πολλάκις ὑφ’ ἡμῶν, ὅμως ἀπαιτεῖται καί ἠ ἐκ μέρους τῆς ‘Εκκλησίας καταδίκη καί ἀναθεματισμός αὐτῶν τῶν ἰδίων, καί τοῦτο διά ποιμαντικούς λόγους, ὅπως προβλέπει ἡ Κανονική Τάξις τῆς ‘Εκκλησίας. 4) Τήν καταδίκην καί ἀναθεματισμόν αὐτῶν δύναται νά πραγματοποιήση καί εἷς μόνος Ἀρχιερεύς, ὁ ὁποῖος παραμένει εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, διότι εἰς τήν ‘Εκκλησίαν προηγεῖται ἡ Ὀρθή Πίστις (ἡ Ὁμολογία) καί ἔπεται ἡ πλειοψηφία, τήν ὁποίαν τόσον ἐπικαλοῦνται καί οἱ πέντε πρώην Μητροπολῖται καί οἱ συνεχισταί αὐτῶν τοῦ κ. Νικολάου. 5) Ἀλλά καί οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους μέ ἀποκαλοῦν «σχισματοαιρετικόν» καί βάσει τῶν ὁποίων θά στηρίξουν, ὡς λέγουν τήν δῆθεν καθαίρεσίν μου ἀποβαίνουν ΕΝΑΝΤΙΟΝ των, διότι καί ὁ ἄκρω δακτύλου ἀψάμενος τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν ζητημάτων, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔπαθαν ὅ,τι ἔπαθαν οἱ ἀπ’ αἰώνων αἱρετικοί, ἤτοι ἄνοιξαν λάκκον διά τούς ἄλλους, ἀλλά ἔπεσαν μέσα οἱ ἴδιοι. Δηλαδή ἐνῶ ἐπεχείρησαν νά μᾶς ἀποδείξουν αἱρετικούς, διότι δῆθεν ὑπερασπιζόμεθα καινοτομίας καί αἱρέσεις (ὅπως τήν περί ἀνάρχου, αἰωνίας καί ἀοράτου Ἐκκλησίας τῶν τριῶν θείων προσώπων» διατύπωσιν), ἀπέβησαν οἱ ἴδιοι αἱρετικοί, διότι τά ἐπιχειρήματά των ἦσαν καί εἶναι τά περί ‘Εκκλησίας αἱρετικά φρονήματα καί αἱρέσεις τῶν ἀπ’ ἀρχῆς αἱρετικῶν, τῶν Προτεσταντῶν καί τῶν σημερινῶν οἰκουμενιστῶν, νεοημερολογιτῶν καί παλαιοημερολογιτῶν. Καί ἰδού τοῦ λόγου τό ἀληθές: Τά περί «ἀγράφων» καί «ἀμαρτύρων» ἐπιχειρήματά των εἶναι παλαιά μέθοδος τῶν αἱρετικῶν ‘Αρειανῶν. Είς τήν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν ἐγένετο «διαμάχη» ὅσον ἀφορᾶ τό «ἄγραφον», ἤ ὅπως λέγουν σήμερον τό «ἀμάρτυρον», ἤτοι τήν χρῆσιν λέξεων ἤ ὅρων μή ἀπαντωμένων εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, πρός ἀπόδοσιν μιᾶς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο βεβαίως τό γεγονός ἀποδεικνύει τήν σημασίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς καθοριστικοῦ παράγοντος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο βλέπομεν σαφέστερον εἰς τό ἔργον τῶν Συνόδων. Π.χ. οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐχρησιμοποιήθησαν τόν ὅρον «ὁμοούσιος», ὁ ὁποῖος δέν συναντᾶται ὡς λέξις, οὔτε εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, οὔτε εἰς τούς προηγουμένους Πατέρας, ἀπαντᾶται ὅμως ὡς περιεχόμενον. Δηλαδή οἱ Πατέρες ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἁγιογραφικά χωρία, ὅπως «πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ ἐμά ἐστί» ((Ἰω. 16,15), «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμέν» (‘Ιω. 10,30) «ὁ ἐμέ ἑωρακώς ἑώρακε τόν Πατέρα» (‘Ιω 14,9) καί ταῦτα νοήσαντες ὀρθοδόξως τά ἀπέδωσαν διά τοῦ ὅρου «ὁμοούσιος». Καί ὁ Ἅγιος ‘Αθανάσιος ἀντιμετώπισε καί κατ’ ἰδίαν τό γεγονός, ἀναφέρει μάλιστα ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἱκουμενικῆς Συνόδου ἀντελήφθησαν τήν πανουργίαν τῶν αἱρετικῶν, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τοῦτο, καί ἀπήντησαν καταλλήλως. Ὁ ἴδιος ἑρμηνεύει τό γεγονός ὡς ἑξῆς: «Γινωσκέτω δέ ὅμως, εἴ τις ἐστι φιλομαθής, ὅτι εἰ καί μή οὕτως ἐν ταῖς γραφαῖς εἰσίν αἱ λέξεις, ἀλλά καθάπερ εἴρηται πρότερον, τήν ἐκ τῶν γραφῶν διάνοιαν (σ.σ. τό πνεῦμα, τό νόημα) ἔχουσι καί ταύτην ἐκφωνούμεναι σημαίνουσι τοῖς ἔχουσιν εἰς εὐσέβειαν τήν ἀκοήν ὁλόκληρον» (Βλ. Μ. ‘Αθανασίου ΒΕΠΕΣ 31, 162, PG 25,453 AB, Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ ΒΕΠΕΣ 59, 277, καί Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ pg 94, 1333 BC). ‘Αλλά καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἰς τόν ἀγῶνά των νά ἀντιμετωπίσουν τούς τότε ἐμφανισθέντας ἤ καί τούς προηγουμένους αἱρετικούς συνήντησαν πάλιν τοιοῦτόν θέμα. Π.χ. ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός εἶχε νά ἀντιπαλαίση πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπεκαλοῦντο τό «ἄγραφον» ὡρισμένων λέξεων, τάς ὁποίας ἐχρησιμοποίει ὁ πατήρ πρός βεβαίωσιν δογματικῆς τινός ἀληθείας, ὅπως π.χ. διά τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Λέγει εἰς μίαν ὁμιλίαν του: «Πάλιν καί πολλάκις ἀνακυκλεῖς ἡμῖν τό ἄγραφον. Ὅτι μέν οὖν οὐ ξένον τοῦτο (ἡ θεότης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), οὐδέ παρείσακτον, ἀλλά καί τοῖς πάλαι καί νῦν γνωριζόμενον καί παραγυμνούμενον, δέδεικται μέν ἤδη πολλοῖς τῶν περί τούτου διειληφότων, ὅσοι μή ραθύμως μηδέ παρέργως ταῖς θείαις γραφαῖς ἐντυχόντες, ἀλλά διασχόντες τό γράμμα καί εἴσω παρακύψαντες τό ἀπόθετον κάλλος ἰδεῖν ἠξιώθησαν καί τῶ φωτισμῶ τῆς γνώσεως κατηυγάσθησαν. Δηλώσωμεν δέ καί ἡμεῖς ἐξ ἐπιδρομῆς, ὅσον ἐνδέχεται, τοῦ μή δοκεῖν εἶναι περιττοί τινές μηδέ φιλοτιμότεροι τοῦ δέοντος ἐποικοδομοῦντες ἐπί θεμέλιον ἀλλότριον» (ΒΕΠΕΣ 59, 276) . Εἰδικώτερον ἐπί τῆς δῆθεν «καινοτομίας» καί «πατερικῶς ἀμαρτύρου» τῆς διατυπώσεως «περί τῆς πρώτης, ἀνάρχου, αἰωνίας καί ἀοράτου ‘Εκκλησίας». Ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας μανθάνομεν, ὅτι Ἐκκλησία σημαίνει ἑνότητα καί κοινωνίαν. Καί ἀκόμη ὅτι τό δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς ‘Εκκλησίας εἶναι τό πρῶτον καί βασικόν δόγμα τῆς Πίστεώς μας. Εἰς τό Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας ὁμολογοῦμεν: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». ‘Εμάθομεν ἐπίσης ὅτι ἡ ‘Εκκλησία εἶναι πάντοτε ἡνωμένη καί οὐδέποτε διαιρεῖται. Ὅτι οἱ σχισματικοί καί οἱ αἱρετικοί δέν διαιροῦν τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως λέγουν σήμερον οἱ οἰκουμενισταί (νεοημερολογῖται καί παλαιοημερολογῖται), ἀλλά αὐτοί ἀποσχίζονται καί ἀποκόπτονται ἐξ’ αὐτῆς, ἡ δέ ‘Εκκλησία παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, δηλαδή καί μετά τήν ἀπόσχισίν των ὁσοιδήποτε καί ἄν εἶναι αὐτοί, ἡ Ἐκκλησία δέν βλάπτεται, δέν διαιρεῖται, παραμένει πάντοτε ἑνωμένη, ΜΙΑ καί ἀδιαίρετος. Ἡ ‘Εκκλησία καί «ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ἐστίν ὁριζομένη», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες. Ὅπως δέν ἐβλάφθη, δέν διηρέθη ὅταν ἔμειναν μόνοι των οἱ ἅγιοι πρόμαχοί της Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Μάρκος Εὐγενικός, καί κατά τόν προηγούμενον αἰῶνα ὁ νέος Ὁμολογητής Ματθαῖος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁμιλῶν περί Ἐκκλησίας λέγει: «... Ἐκκλησίαν δέ Θεοῦ καλεί (= ὁ Παῦλος), δεικνύς ὅτι ἡνῶσθαι αὐτήν χρῆ. Εί γάρ Θεοῦ ἐστίν, ἥνωται καί μία ἐστίν, οὐκ ἐν Κορίνθω μόνον ἀλλά καί ἐν πάση τῆ οἰκουμένη. Τό γάρ τῆς Ἐκκλησίας όνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλά ἑνώσεώς ἐστι, καί συμφωνίας ὄνομα. ...Εἰ δέ ὁ τόπος χωρίζει (=τούς πιστούς), ἀλλ' ὁ Κύριος αύτούς συνάπτει κοινός ὤν» (PG 61,13). Κατά τούς Ἁγίους Πατέρας ἡ ἑνότης ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἰς τήν κοινωνίαν τῶν μελῶν μετά τοῦ Χριστοῦ, ἀντικατοπτρίζει δέ αὕτη ἡ κοινωνία τήν ἑνότητα καί κοινωνίαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Κατό ἴδιον ἅγιον: «Καθάπερ ἐν σώματι πνεῦμα ἐστίν τά πάντα συνέχον, καίτοι γε ἐν διαφόροις μέλεσιν΄ οὕτω καί ἐνταῦθα. Διά γάρ τοῦτο τό Πνεῦμα ἐδόθη, ἵνα τούς γένει καί τρόποις διαφόροις διεστηκότας ἑνώση. Ὁ γάρ γέρον καί νέος, ὁ πένης καί ὁ πλούσιος, ὁ παῖς καί ὁ ἔφηβος, ἡ γυνή καί ὁ ἀνήρ, καί πᾶσα ψυχή ἕν τι γίνεται, καί μᾶλλον ἤ εἰ σῶμα ἕν ἦν. Ταύτης γάρ τῆς συγγενείας πολλῶ μεῖζων ἐκείνη, καί πλείων ἡ ἀκρίβεια αὕτη τῆς ἑνώσεως. Ἡ γάρ τῆς ψυχῆς συνάφεια ἀκριβεστέρα ἐστίν, ὅσω καί ἁπλῆ καί μονοειδής ἐστι» (PG 62,72). Καί πάλιν λέγει: «Εἰ μή πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία΄ εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστι» (PG 50, 459). Κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ ‘Εκκλησία εἶναι εἰκών τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστικώτερος ὅλων εἶναι ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ἀφ’ ἑνός μέν τό ἐνιαῖον, ἀφ’ ἑτέρου τόν ἐκ διαφόρων μελῶν ἀπαρτισμόν τῆς Ἐκκλησίας, λέγων: «Εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῶ Θεῶ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἕνωσιν, κἄν διάφοροι τοῖς ἰδιώμασι καί ἐκ διαφόρων καί τόπων καί τρόπων οἱ κατ’ αὐτήν διά τῆς πίστεως ἐνοποιούμενοι τύχωσιν ὄντες» (PG 91,668). Καί πάλιν: "Κατά τόν αὐτόν τρόπον καί ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησία, τά αὐτά τῷ Θεῷ περί ἡμᾶς ὡς ἀρχετύπῳ εἰκών ἐνεργοῦσα δειχθήσεται ... πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καί συνημμένων, κατά τήν μίαν ἁπλῆν τε καί ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καί δύναμιν ..." (Αὐτόθι σελ. 665 Γ καί 667 Α). Καί πάλιν: "Ὡς τήν αὐτήν αὐτῷ καί ἔνωσιν καί διάκρισιν ἐπιδεχομένην..." (Αὐτόθι Κεφ. Β σελ. 667 Γ). Χαρακτηριστικωτέρα ὅμως εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ Ἁγίου Φωτίου: «...Τί δ᾿ οὖν ὁ πλάστης καί κηδεμών; ἄρα παρεῖδεν εἰς τέλος τό πλάσμα ταλαιπωρούμενον...; Οὐ μέν οὖν. Πῶς γάρ ὅπερ φιλοτιμούμενος ἔπλασεν, ἠνέσχετ᾿ ἄν ἠδέως ὁρᾶν συλαγωγούμενον καί πλανώμενον; Διό πρός ἑαυτήν μέν ἡ τῆς Τριάδος ἑνότης, εἰ θέμις εἰπεῖν, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, θέμις δέ τοῦτο λέγειν ἐπί τῆς ἀναπλάσεως, ὅτι τό "ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν" ἐπί τῆς πλάσεως εἴρηται· τῷ ἐνιαίῳ τῆς γνώμης βουλήματι, τήν ἀνάπλασιν τοῦ συντριβέντος διετίθετο πλάσματος". ῞Οπως βλέπομεν, λοιπόν, ἡ διατύπωσις τοῦ θεολόγου ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη, μαρτυρεῖται πλειστάκις ὑπό τῶν Πατέρων, οὐχί μόνον κατά τό πνεῦμα, καί τό νόημα, ἀλλά καί κατά τό γράμμα. Μήν ἐπιμείνουν δέν νά μᾶς λέγουν ὅτι ἄλλο ΕΚΚΛΗΣΙΑ καί ἄλλο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, διότι κινδυνεύουν νά χαρακτηρισθοῦν, ὡς ἀνεπανορθώτως φρενοβλαβεῖς. Ἡ Ἀληθής ‘Εκκλησία παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, οὐδέποτε ἦτο χωρισμένη καί οὐδέποτε εἰς τό μέλλον πρόκειται νά χωρισθῆ, ὅπως φρονεῖ οἰκουμενιστικῶς ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος Καί ὅταν ὁμιλῶμεν διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐννοοῦμεν καί κατανοοῦμεν ταύτην καθώς τήν διατύπωσεν ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος εἰς τό Θ’ Ἄρθρον τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἤτοι «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», καί καθώς τήν ἡρμήνευσε καί τήν ἐβίωσεν ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Οὐχί οἰκουμενιστικῶς, ὅπως δηλαδή τήν ἑρμηνεύει ὁ σύγχρονος Οἱκουμενισμός, καί ὅπως συμπεπλασμένως καί δολίως καί ἀνοήτως προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τήν διατύπωσιν οἱ ἐνδυθέντες τήν πλάνην, τό ψεῦδος καί τήν ὑποκρισίαν «κατάραν ὡς ἱμάτιον», ἤτοι οἱ ὁπαδοί τοῦ κ. Νικολάου καί ὁ ἴδιος. Τό γραφέν καί ὑποστηριζόμενον ὑπό τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου καί τῶν ὁπαδῶν του καί τῶν ὑποτακτικῶν του ‘Αρχιερέων, ὅτι ἡ διατύπωσις «ἄναρχος, αἰωνία καί ἀόρατος ἐκκλησία», ἀποδιδομένη «εἰς τήν κοινωνίαν τῶν τριῶν θείων προσώπων», ἤτοι εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν, διαιρεῖ τήν Ἀγίαν Τριάδα, διότι «ἡ ‘Εκκλησία ἐξ’ ὁρισμοῦ σημαίνει ἑνότητα τῶν τό πρίν διεστώτων, δηλαδή ἡ ‘Εκκλησία ἦτο κάποτε χωρισμένη καί ὑπάρχει ἡ δυνατότης κάποτε νά χωρισθῆ» εἶναι φρικτόν καί ἀκουόμενον, διότι εἶναι ἡ μεγίστη τῶν αἱρέσεων. Θά τολμοῦσα νά εἴπω ὅτι εἶναι ἡ ἐσχάτη αἵρεσις τοῦ ἀντιχρίστου, διότι ἐπί τῆς δῆθεν «διηρημένης ἐκκλησίας», ἤτοι ἐπί τῶν ψευδοεκκλησιῶν τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» θά ἔλθη νά ἐπικαθήση ὁ Ἀντίχριστος, καί θά κυριαρχήση ὡς «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως», «ἐν τόπῳ ἁγίῳ». Δέν εἶναι ὀλιγώτερον φρικτόν καί δόλιον καί τό προπαγανδιζόμενον ὑπό τῶν πρακτόρων τοῦ οἰκουμενισμοῦ (διά τῶν Κάτσουρα, Τσακίρογλου κλπ) ὅτι μέ αὐτήν τήν διατύπωσιν ὁ θεολόγος κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης ἐννοεῖ τήν ἑνότητα τῆς ‘Εκκλησίας οἰκουμενιστικῶς. Ταῦτα πάντα ἡμεῖς τά ἔχομεν καταδικάσει δημοσίως, καί διεκηρύξαμεν τήν Ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, καθ’ ἥν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πάντοτε παραμένει ἡνωμένη ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική ‘Εκκλησία, παρά τάς αἱρέσεις καί τά σχίσματα, τά ὁποῖα ἐπολέμησαν αὐτήν τήν ἑνότητα. Καί ὄχι μόνον διά τά ἀπ’ ἀρχῆς αἱρέσεις καί σχίσματα, ἀλλά καί διά τά σχίσματα καί τάς αἱρέσεις αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίσθησαν ὡς συνέχεια καί κατ’ ἐφαρμογήν τοῦ μεγάλου ἡμερολογιακοῦ οἰκουμενιστικοῦ σχίσματος τοῦ 1924. Δηλαδή εἰς τήν διακήρυξιν τῆς ὀρθοδόξου Ὁμολογίας συμπεριλάβαμεν καί τά ἑξῆς: «Ἡ Ἀληθής ‘Εκκλησία οὐδέποτε παρεξέκκλινε αὐτῆς τῆς δογματικῆς ἀληθείας, οὔτε κατά τό 1924, ὅτε εἰσήχθη ὡς πρῶτον βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τό νέον καταδεδικασμένον «Καλλενδάριον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα», οὔτε τό 1931 ὅτε τινές τῶν ‘Ορθοδόξων παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους τοῦ καινοτόμου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὅτι δῆθεν δέν κατεδικάσθη τό καλλενδάριον, ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον, διό καί ἐζήτησαν ἱερεῖς νεοημερολογίτας πρός ἐξυπηρέτησίν των, δίκην δεκατριμεριτῶν οὐνιτῶν, οὔτε τό 1937, ὅτε ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ἐπικαλούμενος καί τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, εἰσήγαγε τήν θεωρίαν του περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος», οὔτε τό 1971 ὅτε αἱ δυνάμεις τοῦ σκότους ἐπέπεσαν ληστρικῶς κατά τῆς γνησίας ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, οὔτε ὅταν οἱ τῆς ‘Εξαρχίας τοῦ 1971 ἐπέστρεψαν εἰς τήν Ἑλλάδα καί εἶπαν «μάταια καί ψευδῆ», καί ἀπέκρυψαν τήν ἀπόφασιν τῶν Ρώσων, οὔτε ὅταν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος ὑπανεχώρησε καί εἶπεν ὅτι «ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς ἐπί σχισματικῶν», οὔτε ὅταν ὁ Βασίλειος Σακκᾶς μετά τοῦ Κιτίου ‘Επιφανίου ἐκήρυξαν τόν παλαιοημερολογιτικόν τους Οἱκουμενισμόν, οὔτε ὅταν ὁ Πειραιῶς Νικόλαος δειλιάσας «ὡμολόγησε» τήν χειροθεσίαν τοῦ 1971 ὡς κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γενομένην, κλπ., οὔτε ὅταν ὁ Ἱερομόναχος Εὐθύμιος ἐκήρυξε τήν ‘Εκκλησίαν ὡς «περιρρεομένην ἀπό τήν ἀνομίαν τῆς χειροθεσίας καί ἐκφυγοῦσαν ἐκ τῆς γραμμῆς πλεύσεως τοῦ ἁγίου Πατρός Ματθαίου» βλασφημίαν τήν ὁποίαν υἱοθἐτησαν καί ἐκήρυξαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» καί οἱ πέντε, 1991-1995, ἀλλά καί οἱ τοῦ ‘Ανδρέου καί Νικολάου ὅταν τό 2002 καί 2003 ἐδήλωναν ὅτι τό κίνημα τῶν πέντε δέν ἔχει σχέσιν μέ τήν ‘Εκκλησιολογίαν καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, οὔτε ὅταν ὁμαδικῶς ὡς φατρία ἐν ἔτει 2003 ἐκήρυξαν ὅτι τό 1971 «ἐδέχθησαν τήν χειροθεσίαν ἰλέω ὄμματι καί ἀγαλλομένῳ ποδί», καί ὅτι «καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα ἀνεγνώσθησαν εὐχές χειροτονίας», καί «ὅλοι οἱ ‘Αρχιερεῖς ἔχομεν χειροτονηθεῖ ἀπό ἤδη χειροθετημένους», οὔτε καί ὅταν ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας συμπαικτικῶς, ἱεροσύλως καί πρός οἰκουμενιστικήν σκοπιμότητα παρητεῖτο ὑπέρ τοῦ ἀναγνωριζομένου ὑπό τῶν δικαστηρίων βάσει τοῦ βλασφήμου 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος τοῦ Πλημελειοδικείου Πειραιῶς καί ταῦτα πάντα διά νά μήν ἀπωλέσωμεν τήν «ἀναγνώρισίν μας» ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τόν κ. Χριστόδουλον». Ἡ ‘Εκκλησία δέν πλανᾶται οἱ ἄνθρωποι πλανῶνται Ἐν ἄλλοις λόγοις, ΔΙΕΚΗΡΥΞΑΜΕΝ καί ΩΜΟΛΟΓΗΣΑΜΕΝ, ὅτι ἡ ἑνότης τῆς ‘Εκκλησίας διεφυλάχθη ἐν τῶ μικρῶ ποιμνίῳ, διά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι τήν ἐν τῶ θεανθρωπίνω σώματι τοῦ Χριστοῦ ΕΝΩΣΙΝ ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ, ὅπως ἔχει ὑπογραμμισθεῖ «ἐν τελικῆ ἀναλύσει ἡ ὅλη θεαρχική Τριάς εἶναι ἡ κατευθύνουσα καί χειραγωγοῦσα τήν Ἐκκλησίαν διά τήν ὀρθήν καί ἀλάθητον ἑρμηνείαν καί κατανόησιν τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀληθείας». (Βλ. Νικολάου Ξεξάκη, Λέκτορος Πανεπιστημίου ‘Αθηνῶν, Προλεγόμενα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Δογματικήν, ‘Αθῆναι 1987). ‘Αλλά καί ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, ἐπισημαίνων τήν σημασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τό ἀπλανές καί ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας παρατηρεῖ: «Ἀληθές καί βέβαιον ὀμολογοῦμεν, ὅτι τήν Καθολικήν ‘Εκκλησίαν ἀδύνατον ἁμαρτῆσαι ἤ ὅλως πλανηθῆναι ἤ ποτέ τό ψεῦδος ἀντί τῆς ἀληθείας ἐκλέξαι. Τό γάρ Πανάγιον Πνεῦμα, ἀείποτε ἐνεργοῦν διά τῶν πιστῶς διακονούντων ἁγίων Πατέρων καί καθηγουμένων, πάσης ὁποιανοῦν πλάνης τήν Ἐκκλησίαν ἀπαλλάττει». Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, ἀβλαβής καί ἄτρωτος ἀπό τάς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ. «Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν καί οἱ πολεμοῦντες ἀπώλοντο, αὕτη δέ ὑπέρ τόν οὐρανόν ἀναβέβηκεν». Μέλη τῆς ‘Εκκλησίας γνήσια παραμένουν ὅσοι «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» φυλάττουν πάντα τά τῆς Ἐκκλησίας, καί τήν «Καλήν Ὁμολογίαν» καί τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Ὅσοι τήν ἀθετοῦν, ὅσοι δέν ταπεινώνονται ἐνώπιον τῆς Ἀληθείας, καί ἀκολουθοῦν τήν ὁδόν τοῦ ψεύδους, ἀπομακρύνονται. «Φεύγουν εἰς χώραν μακράν». Οἱ πρώην ἀδελφοί μας καί συνεπίσκοποί μας ἠθέτησαν τήν καλήν Ὁμολογίαν, ἐνόθευσαν καί τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν. Ἔφυγον μακράν τῆς Ἀληθείας, διά τοῦτο ἠναγκάσθημεν καί ἡμεῖς νά φύγωμεν μακράν αὐτῶν, διά νά μείνωμεν ἐν τῆ Ἀληθεία, ἤτοι ἐν τῆ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἐφύγομεν ἡμεῖς ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ οἱ πρώην ἀδελφοί μας καί συνεπίσκοποί μας ἔφυγον ἀπό τήν καλήν Ὁμολογίαν καί διά τοῦτο ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Καί δέν ἔφυγον ὡς Ἐκκλησία, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλά ἔφυγον καί ἀπεμακρύνθησαν ὡς ἄτομα, ἀπό τήν ἀλήθειαν καί ἐπομένως ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία δέν «ἔφυγε», ὅπως ἄλλοι ἀθεολογήτως λέγουν. Παρέμεινε ἐκεῖ πού ἦτο. Εἰς τόν Γολγοθᾶν τῆς Ἀληθείας, εἰς τόν ἀκρογωνιαῖον λίθον τόν Χριστόν, «πορευομένη» διά τοῦ Γολγοθᾶ πρός τήν Ἀνάστασιν. «Ὅστις βούλεται σωθῆναι» Σήμερον, ‘Αρχήν τῆς ‘Ινδίκτου, ἑορτάζομεν τήν πρώτην τοῦ νέου ‘Εκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀς ἀποτελέση δι’ ἡμᾶς τοῦτο τό γεγονός καί τά ὅσα σᾶς γράφομεν εἰς τήν παροῦσαν «ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ», ἀφετηρίαν νέων ὁμολογιακῶν ἀγώνων. Καί ἀς γίνη ἡ ἀρχή αὐτή, διά τήν συνομολόγησιν ὑφ’ ὅλων μας, καί τῶν πρώην ἐν Χριστῶ ἀδελφῶν μας, τῆς καλῆς ὁμολογίας καί τῆς ὑποσχέσεως νά διαφυλάξωμεν μέχρι τέλους τήν «καθολικήν πίστιν», ἄνευ τῆς ὁποίας δέν θά ἴδωμεν πρόσωπον Θεοῦ. Ὅπως λέγει τό «Σύμβολον Πίστεως» τοῦ Ἁγίου ‘Αθανασίου, «Ὅστις βούλεται σωθῆναι, πρό πάντων χρή αὐτῶ τήν καθολικήν κρατῆσαι πίστιν, ἥν εἰ μή τις σώαν καί ἄμωμον τηρήσειεν, ἄνευ δισταγμοῦ εἰς τόν αἰῶνα ἀπολεῖται». Ποία δέ εἶναι ἡ ἀληθής, καθολική Πίστις κατά τόν ἅγιον Ἀθανάσιον; ‘Ιδού αὕτη: «Πίστις δέ καθολική αὕτη ἐστίν, ἵνα ἕνα Θεόν ἐν Τριάδι, καί Τριάδα ἐν μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τάς ὑποστάσεις, μήτε τήν οὐσίαν μερίζοντες. Ἄλλη γάρ ἡ τοῦ Πατρός ὑπόστασις, ἄλλη τοῦ Υἱοῦ καί ἄλλη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος΄ ἀλλά Πατρός καί υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος μία ἐστί θεότης, ἴση δόξα, συναϊδιος ἡ μεγαλειότης. Οἷος ὁ Πατήρ, τοιοῦτος καί ὁ Υἱό, τοιοῦτο καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ἄκτιστος ὁ Πατήρ, ἄκτιστος ὁ Υἱός, ἄκτιστον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. ‘Ακατάληπτος ὁ Πατήρ, ἀκατάληπτος ὁ Υἱός, ἀκατάληπτον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Αἰώνιος ὁ Πατήρ, αἰώνιος ὁ Υἱός, αἰώνιον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα΄ πλήν οὐ τρεῖς αἰώνιοι, ἀλλ’ εἷς αἰώνιος΄ ὥσπερ οὐδέ τρεῖς ἄκτιστοι, οὐδέ τρεῖς ἀκατάληπτοι, ἀλλά εἷς ἄκτιστος καί εἶς ἀκατάληπτος. Ὁμοίως παντοκράτωρ ὁ Πατήρ, παντοκράτωρ ὁ Υἱός, παντοκράτορ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς παντοκράτορες, ἀλλ’ εἷς παντοκράτωρ. Οὕτω Θεός ὁ Πατήρ, Θεός ὁ Υἱός, Θεός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς Θεός, ἀλλά εἷς Θεός. Ὡσαύτως Κύριος ὁ Πατήρ, Κύριος ὁ Υἱός, Κύριον καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς Κύριοι, ἀλλ’ εἷς ἐστί Κύριος. Ὅτι ὥσπερ μοναδικῶς ἑκάστην ὑπόστασιν Θεόν καί Κύριον ὁμολογεῖν χριστιανικῆ ἀληθεία ἀναγκαζόμεθα, οὕτω τρεῖς Θεούς ἤ τρεῖς Κυρίους λέγειν καθολικῆ εὐσεβείᾳ κωλυόμεθα. Ὁ Πατήρ ὑπ’ οὐδενός ἐστίν πεποιημένος, οὔτε δεδημιουργημένος, οὔτε γεγεννημένος. Ὁ Υἱός ἀπό μόνου τοῦ Πατρός ἐστίν, οὐ πεποιημένος, οὐδέ δεδημιουργημένος, ἀλλά γεγενημμένος. Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀπό τοῦ Πατρός, οὐ πεποιημένον, οὐδέ δεδημιουργημένον, οὔτε γεγεννημένον, ἀλλά ἐκπορευτόν. Εἷς οὖν ἐστι Πατήρ, οὐ τρεῖς Πατέρες΄ εἷς Υἱός, οὐ τρεῖς Υἱοί΄ ἕν Πνεῦμα ἅγιον, οὐ τρία Πνεύματα ἅγια. Καί ἐν ταύτῃ τῆ Τριάδι οὐδέν πρῶτον ἤ ὕστερον, οὐδέν μεῖζον ἤ ἔλαττον΄ ἀλλ’ ὅμως αἱ τρεῖς ὑποστάσεις συνδιαιζωνίζουσαι ἑαυταῖς εἰσίν καί ἴσαι. Ὥστε κατά πάντα, ὡς εἴρηται, καί Τριάς ἐν μονάδι, καί μονάς ἐν Τριάδι λατρεύεται. Ὁ θέλων οὖν σωθῆναι, οὕτω περί τῆς Τριάδος φρονείτω. Πλήν ἀναγκαῖον ἔτι ἐστί πρός αἰωνίαν σωτηρίαν, ὅπως καί τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὀρθῶς πιστεύῃ. Ἔστιν οὖν πίστις ὀρθή, ἵνα πιστεύωμεν καί ὁμολογῶμεν, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός, καί Θεός καί ἄνθρωπος ἐστίν. Θεός ἐστίν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός πρό αἰώνων γεννηθείς, καί ἄνθρωπος ἐστίν ἐκ τῆς οὐσίας τῆς μητρός ἐν χρόνῳ γεννηθείς. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἐκ ψυχῆς λογικῆς καί ἀνθρωπίνης σαρκός ὑποστάς. Ἰσως τῶ Πατρί κατά τήν θεότητα, ἐλάττων τοῦ Πατρός κατά τήν ἀνθρωπότητα. Ὅς, εἰ καί Θεός ὑπάρχει καί ἄνθρωπος, ὅμως οὐ δύο, ἀλλ’ εἷς ἐστί Χριστός. Εἰ δέ, οὐ τροπῆ τῆς θεότητος εἰς τήν σάρκα, ἀλλά προσλήψει τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τόν Θεόν. Εἷς πάντως, οὐ συγχύσει τῶν φύσεων, ἀλλ’ ἑνότητι τῆς ὑποστάσεως. Ὥσπερ γάρ ψυχή λογική καί σάρξ εἷς ἐστίν ἄνθρωπος, οὕτω Θεός καί ἄνθρωπος εἷς ἐστί Χριστός, ὁ παθών διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν, καί κατελθών εἰς τόν ἅδην, καί τῆ τρίτη ἡμέρα ἀναστάς ἐκ νεκρῶν, καί ἀνελθών εἰς τούς οὐρανούς, καί καθήμενος ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός τοῦ Παντοκράτορος΄ ὅθεν ἐλεύσεται κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆ παρουσία πάντες ἄνθρωποι ἀναστήσονται σύν τοῖς ἑαυτῶν σώμασιν, ἀποδώσοντες περί τῶν ἰδίων ἔργων λόγον΄ καί οἱ μέν τά ἀγαθά πράξαντες, πορεύσονται εἰς ζωήν αἰώνιον, οἱ δέ τά φαῦλα, εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον. Αὕτη ἐστίν ἡ καθολική πίστις, ἥν εἰ μή τις πιστῶς τε καί βεβαίως πιστεύση, σωθῆναι οὐ δυνήσεται» (Παρά ‘Ιωάννου Καρμίρη, Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα, τ.1, σελ. 101-104). «Βούλει θεολόγος γενέσθαι καί τῆς θεότητος ἄξιος;» Τό δεύτερον τό ὀποῖον πρέπει νά προσέξωμεν εἶναι νά ρυθμισθῆ ἡ ζωή μας, ὄχι κατά τό ἰδικό μας ἁμαρτωλόν θέλημα, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διότι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός «οὐ παντός τό περί Θεοῦ φιλοσοφεῖν, οὐ παντός» (ΒΕΠΕΣ 59,214), δηλαδή δέν μποροῦμε νά ὁμιλῶμεν περί Θεοῦ, περί δογμάτων, περί Πίστεως, περί Ἀληθείας, ἄνευ πνευματικῆς καθάρσεως, τό ὁποῖον εἶναι ἔργον πάντων. Διά τοῦτο εἰς τόν βουλόμενον νά θεολογήση, ἤτοι νά ὁμιλήση περί Θεοῦ, συνιστᾶ ὁ ἅγιος πνευματικήν ἄσκησιν καί κάθαρσιν: «Διά πολιτείας ἄνελθε΄ διά καθάρσεως κτῆσαι τό καθαρόν». Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τοῦ θεολογεῖν εἶναι ἡ κατανίκησις, ἡ ἀπαλλαγή καί ἡ ὑπέρβασις τῆς ὕλης, τοῦ ὑλιστικοῦ καί κοσμικοῦ φρονήματος, ἡ κάθαρσις τῆς ἀκοῆς καί τῆς διανοίας. «Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτέ καί τῆς θεότητος ἄξιος; τάς ἐντολάς φύλασσε΄ διά τῶν προσταγμάτων ὅδευσον΄ πρᾶξις γάρ θεωρίας ἐπίβασις» (ΒΕΠΕΣ 59, 147). Εἶναι ἕνα ἔργον ὑψηλόν καί ἐξαίρετον, δυσχερές ὅμως καί ἐπίπονον. Προκαλεῖ ἀφ’ ἑνός προθυμίαν, νοσταλγίαν καί ἐλπίδα, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀγωνίαν, λόγω τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί ἀσθενείας. Ὁ Θεός νά εἶναι μαζί μας ἐνισχύων ἡμᾶς εἰς τοῦτον τόν ἀνηφορικόν καί ἐπίπονον ἀγῶνα. ΑΜΗΝ. ΥΓ. Εις αυτην την επιστολήν δίδεται ἀπάντησις εἰς ἐρωτήματα καί ἀπορίας ὀρθοδόξων, διενεμήθη δέ εἰς τούς ἐκκλησιαζομένους εἰς τόν ‘Επισκοπικόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίας Αἰκατερίνης, τήν 1ην Σεπτ. 2006, ἐπί τῆ ‘Ινδίκτῳ καί ἐπί τῆ συμπληρώσει 10 ἐτῶν ἀπό τήν τέλεσιν τῶν ‘Εγκαινίων τοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό τότε (1996) εἶναι «Κέντρον γνησίας ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς, ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος» τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Πρός Κύριον εὐχέτης +Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ