Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

ΔΙΑΤΙ ΔΙΕΚΟΨΑΜΕΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057 Α.Π. Ε/61 Ἐν Κορωπίω Ἀπρίλιος 2008 (Ε.Η.) ΗΡΩΤΗΘΗΜΕΝ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΩΜΕΝ ΔΙΑΤΙ ΔΙΕΚΟΨΑΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙ ΤΟΝ «ΠΕΙΡΑΙΩΣ» κ. ΝΙΚΟΛΑΟΝ ΦΑΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΑ Η ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ Ἀγαπητέ μοι πάτερ, χαῖρε ἐν Κυρίω. Εἰς ἀπάντησιν ἐπί σχετικοῦ ἐρωτήματός σας, σᾶς γνωρίζομεν ἐν πολλῆ συντομία τούς λόγους διά τούς ὁποίους τήν 16.6.2005 ΔΙΕΚΟΨΑΜΕΝ ΠΑΣΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ» μετά τῆς περί τόν ψευδοαρχιεπίσκοπον «Πειραιῶς» κ. Νικόλαον φατρίας καί διεγράψαμεν τά ὀνόματα αὐτοῦ καί τῶν περί αὐτόν Ἐπισκόπων ἀπό τά Δίπτυχα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί «ΠΟΙΑ Η ΓΝΩΜΗ ΜΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΙ’ ΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΤΗΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ ΤΟΥ 1971». Α΄ Ὡς γνωστόν, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1971, ὅταν ἡ τριμελής Ἐξαρχία (Κορινθίας Κάλλιστος, Κιτίου Ἐπιφάνιος καί Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος) ἐπέστρεψεν ἐξ’ Ἀμερικῆς, ὅπου μετέβη χάριν τῆς Ἱεραποστολῆς, ὅπως ἀποδεικνύουν τά ὑπάρχοντα ἔγγραφα, καί διά νά ἔλθουν εἰς συζήτησιν καί ἐπικοινωνίαν μετά τῆς Ρωσικῆς ἐν Διασπορᾶ Συνόδου, ΩΜΟΛΟΓΗΣΕΝ «ἐν Ἐπιτραχηλίῳ καί ὠμοφορίῳ», ὅτι οὐδεμία χειροθεσία ἐγένετο ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου ἐπί τῶν Ἀρχιερέων Καλλίστου καί Ἐπιφανίου, καί ὅτι ἐγένετο ἁπλῶς μία ἐξωτερική τυπική πράξις, (συγχωρητική εὐχή), ἀφοῦ προηγουμένως ἡ Ρωσική Σύνοδος ἀπεδέχθη τήν Ὁμολογίαν – Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐδήλωσαν δέ ὅτι εἰς αὐτήν τήν ἐξωτερικήν τυπικήν πράξιν οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς προέβησαν κατ’ οἰκονομίαν, διά νά ἀφαιρέσουν ἀπό τούς Φλωρινικούς τήν πρόφασίν των (ἤτοι τό «ὑφ’ ἑνός» διά τήν μή ἐπιστροφήν των εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Αὐτήν τήν ἐξωτερικήν τυπικήν πρᾶξιν ἐδέχθησαν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐξαρχίας. Μέχρις ὅτου δημοσιευθῆ ὑπό τῶν Φλωρινικῶν εἰς τά «Χαρμόσυνα μηνύματα» (ὑπό τοῦ μον. Βίκτωρος) καί εἰς τόν «Κήρυκα Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων» (ὑπό τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου), εἰς τούς ἐν Ἑλλάδι Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, ἡ ἀντιφατική ἀπόφασις τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, εἰς τήν ὁποίαν ἀνεφέρετο καί ὁ Η΄ Κανών τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἦτο παντελῶς ἄγνωστος, δεδομένου ὅτι ἡ Ἐξαρχία διά τούς ἰδικούς της λόγους τήν ἀπέκρυψεν. Ὅλοι (Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς καί ὅσοι ἐκ τοῦ πιστοῦ πληρώματος παρηκολούθουν τά ἐκκλησιαστικά θέματα) εἶχον πιστεύσει καί ἀποδεχθεῖ τήν δήλωσιν - Ὁμολογίαν τῆς Ἐξαρχίας, ὅτι οὐδεμία χειροθεσία ἐγένετο, ἀλλ’ ὅτι εἲς Ἀμερικήν ἔγινεν ἕν μέγα θαῦμα, ἀφοῦ μέ τήν ἀποδοχήν ἐκ μέρους τῶν Ρώσων τῆς Ὁμολογίας τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ Ὀρθοδοξία «ἔφυγε ἀπό τά τέσσαρα ντουβάρια τῆς Κερατέας» καί μετεδόθη πλέον εἰς τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης, ὅπως χαρακτηριστικά ἔλεγε ὁ συνωδεύσας τήν Ἐξαρχίαν καί ὅπως ἀπεδείχθη, ὀ μέγας ὑποκριτής Ἀρχιμανδρίτης Καλλιόπιος Γιαννακουλόπουλος. Μετά τήν δημοσίευσιν τῆς ἀποφάσεως, (σημείωσις: παραμένει τό ἐρώτημα διατί δέν τήν ἐκοινοποίησαν πρίν τό πανηγυρικόν συλλείτουργον τῆς 28.10.1971, τό ὀποῖον ἔγινε διά τήν ἔνωσιν εἰς τόν Ἰερόν Ναόν Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλλιθέας;) ἤρχισαν οἱ πάντες νά ἀνησυχοῦν καί νά διαμαρτύρωνται. Δέν εἴμεθα εἰς θέσιν νά γνωρίζωμεν, ἅν οἱ Ἀρχιερεῖς ἐγνώριζον τήν ἀπόφασιν πρίν τό συλλείτουργον. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας, οὐδέποτε διευκρίνισεν αὐτήν τήν λεπτομέρειαν, οὔτε καί οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς. Μόνον ἐν ἔτει 1981, κατά τήν μεγάλην ἐκείνην Σύνοδον, κατά τήν ὁποίαν συνεζητήθη τό θέμα, ἐρωτηθείς ὑπ’ ἐμοῦ, περιωρίσθη νά εἴπει, ὅτι ὅταν τό 1971 τοῦ ἔδειξαν τήν Ἀπόφασι καί τήν ἀνέγνωσε εἶπεν: «Μέ αὐτήν θά μᾶς κατηγορήσουν ὅτι βγάζουμε παράνομο τόν ἅγιο Πατέρα». Ὁ θεολόγος Ἐλευθέριος Γκουτζίδης, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη εἰς τάς τότε, (ἤτοι μετά τήν ἐπιστροφήν των καί πρό τοῦ συλλειτούργου) συνεδριάσεις, δηλώνει ὅτι πρίν τήν δημοσιεύσουν οἱ Φλωρινικοί, οὔτε ὁ ἴδιος τήν ἐγνώριζε. Εἶμαι αὐτήκοος μάρτυς, ὅτι ὅταν τό βράδυ τῆς ἐπιστροφῆς τῆς Ἐξαρχίας, ὁ θεολόγος κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης, τούς ἐζήτησε γραπτά ντοκουμέντα, δι’ ὅ,τι ἔγινε στήν Ἀμερική, καί δι’ ὅσα εἶπον ὅτι ἀπεφάσισαν οἱ Ρῶσοι, τοῦ ἀπήντησεν ὁ Καλλιόπιος, ὅτι τήν Ἀπόφασιν – Ἐγκύκλιον θά τήν ὑπογράψουν οἱ Ρῶσοι Ἐπίσκοποι, κατά τήν ἑπομένην συνεδρίασιν, καί θά μᾶς τήν ἀποστείλουν. Καί ὅταν ἐπέμενε ὅτι τόσον σοβαρά θέματα ἀπαιτοῦν γραπτά «σκρίπτα», τότε ἐδέχθη πάλιν τήν παρατήρησιν τοῦ Καλλιοπίου: «Μήν ἀσεβεῖς, παιδί μου. Δέν ἔχεις ἐμπιστοσύνην σέ δύο ’Αρχιερεῖς;» Β΄ Τινές τῶν Ἀρχιερέων ἀντέδρασαν τότε καί δι’ αὐτήν τήν συγχωρητικήν εὐχήν, τήν ὀποίαν ἐδέχθησαν ἐν Ἀμερικῆ οἱ δύο Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐξαρχίας. Ἀντέδρασαν καί πρό τοῦ συλλειτούργου τῆς ἑνώσεως καί μετά ἀπό αὐτό. Ἀντέδρασαν, διότι ἄλλα εἶπεν ἡ Ἐξαρχία κατά τήν ἐπιστροφήν της καί ἄλλα ἠκούοντο παρά τῶν Φλωρινικῶν καί τινῶν Ἀρχιερέων τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Ἡ πρώτη δήλωσις τοῦ Αὐξεντίου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη μετά τό συλλείτουργον καί πριν δημοσιευθεῖ ἡ ἀπόφασις ὑπό τοῦ Βίκτωρος Ματθαίου, ἦτο διαμαρτυρία κατά τῶν Ρώσων Ἐπισκόπων, διότι δέν ἔκαμαν χειροθεσίαν ἐπί σχισματικῶν εἰς τούς Ματθαιϊκούς Ἐπισκόπους, ἀλλά ἀνεγνώρισαν τήν χειροτονίαν των. Ἑτέρωθεν ἄλλοι Φλωρινικοί διέδιδον ὅτι ἔγινε κανονική χειροθεσία, ὁ δέ Ἐπίσκοπος Μανχάταν τότε καί κατόπιν Μητροπολίτης τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς Λαῦρος, ἐλθών εἰς Ἑλλάδα (Ἅγιον Ὄρος) διέδωσεν ὅτι τούς Ματθαιϊκούς τούς ἐδέχθησαν μέ χειροτονίαν, γεγονός τό ὁποῖον κατέγραψαν τότε καί ἐκκλησιαστικαί Ἐφημερίδες τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀντιδράσαντες Ἀρχιερεῖς, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐξαρχία τούς ἐδήλωσεν ὅτι δέν ἔγινε κἄν χειροθεσία (ὁ π. Εὐγένιος μάλιστα ἀπείλησε τά ἔντυπα τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέ μήνυσι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων), ἀλλά μία συγχωρητική εὐχή, προμηθούμενοι διά τήν ἐνότητα, δέν ἐπέμειναν εἰς τάς ἀντιδράσεις των. Ἀλλά καί οἱ Ἱερεῖς, ἀντέδρασαν καί δέν ἐδέχθησαν, οὔτε αὐτήν τήν τυπικήν ἐξωτερικήν πράξιν τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς, πλήν δύο ἤ τριῶν. Ἠ ἐπίσημος ἐνημέρωσις πάντως πρός τήν Ρωσικήν Σύνοδον τῆς Διασπορᾶς, διά τό τί ἔγινε εἰς τήν Ἑλλάδα, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπό δύο ἐπιστολάς τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, ἦτο ὅτι εἰς τήν Ἑλλάδα οὔτε αὐτή ἡ τυπική συγχωρητική εὐχή ἀνεγνώσθη. Ἡ ἐν ἔτει 1974 ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται εἰς τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέα, κάμνει λόγον διά μή ἐφαρμογήν τῆς ἀποφάσεως εἰς τούς ἐν Ἑλλάδι Ἀρχιερεῖς. Παραπονεῖται, δηλαδή ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέα, διότι ἡ Ἐξαρχία δέν συνεμορφώθη πλήρως πρός τήν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου. Δηλαδή ὅτι δέν ἀνέγνωσαν τήν εὐχήν τῆς χειροθεσίας εἰς τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς. Ὑπάρχει καί ἐτέρα ἐπιστολή τοῦ ἰδίου, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται αὐτήν τήν φοράν πρός τόν Μητροπολίτην Κιτίου Ἐπιφάνιον, εἰς τόν ὁποῖον πάλιν ἐκφράζει τό ἴδιον παράπονον, μέ τήν διαφοράν ὅτι εἰς αὐτήν τήν ἐπιστολήν (τοῦ 1979) τήν χειροθεσίαν τήν ὀνομάζει συγχωρητικήν εὐχήν. Τό ἐρώτημα εἶναι, πῶς ἐγνώριζεν ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, ὅτι δέν ἀνεγνώσθη ἐν Ἑλλάδι ἡ ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗ ΕΥΧΗ εἰς τούς ὑπολοίπους Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς, ἐάν δέν τόν εἶχεν ἐνημερώσει ἡ ἰδία ἡ Ἱερά Σύνοδος. Ἀπό τήν ἐπιστολήν τοῦ 1974, προκύπτει, ὅτι τοῦτο ἐπληροφορήθη παρά τῶν Φλωρινικῶν. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι τήν πληροφορίαν αὐτήν ἔσχε καί παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία μόλις ἠκούσθησαν αἱ πρῶται διαμαρτυρίαι Ἀρχιερέων καί Ἱερέων, καί κυρίως μόλις ἐκυκλοφόρησεν ἡ ἀποκρυβεῖσα Ἀπόφασις τῆς Συνόδου, ἐνημέρωσεν τόν Μητροπολίτην Φιλάρετον περί τῶν ἀντιδράσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἐκορυφώθησαν ἐπί τῆ δημοσιεύσει τῆς Ἀποφάσεως ὑπό τῶν Φλωρινικῶν («Χαρμόσυνα Μηνύματα» ὑπό Βίκτωρος), καί ὑπό τοῦ π. Εὐγενίου («Κήρυξ Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων»). Δηλαδή, μόλις ἐδημοσιεύθη ἡ Ἀπόφασις, αἱ ἀντιδράσεις, ὡς εἴπομεν, ἐκορυφώθησαν, διά τοῦτο καί ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐζήτησε παρά τῆς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς νά διευκρινίσουν καί περί τῆς Ὁμολογίας των καί περί τί εἴδους χειροθεσίαν ἔκαμαν εἰς τούς δύο Ἀρχιερεῖς εἰς Ἀμερικήν. Καί οὐσιαστικά εἰς αὐτάς τάς ἐπιστολάς εἶναι σαφής ἡ ἄρνησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νά ἀποδεχθῆ τήν ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, τήν ὁποίαν εὐθύς οἱ πάντες τήν ἐχαρακτήρισαν ὡς ἀντιφατικήν. Ἡ ἀπάντησις εἰς αὐτάς τάς ἐπιστολάς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐδόθη μέ τάς δύο ὡς ἄνω ἀναφερομένας ἐπιστολάς τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, τάς ὁποίας, παραλλήλως μέ τάς ἀπ’ ἀρχῆς δηλώσεις τῆς Ἐξαρχίας, ἐχρησιμοποίησεν ἡ Ἱερά Σύνοδος διά νά διατυπώση ἐν ἔτει 1981 τήν ἐπίσημον ΑΠΟΦΑΝΣΙΝ – ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ της, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα αὐτό τῆς χειροθεσίας. Ὑπάρχουν καί ἄλλα κείμενα ἐκ μέρους τῶν Ρώσων τά ὁποῖα εἶναι ἐν πολλοῖς ἀντιφατικά καί δέν διευκρινίζουν σαφῶς τί τέλος πάντων ἔγινε. Τό 1976 ὁ Κορινθίας Κάλλιστος ὑπανεχώρησε ἀπό τήν δήλωσιν του ὅτε ἐπέστρεψεν ἐξ’ ‘Αμερικῆς, ἀκόμη καί ἀπό τάς θέσεις τάς ὁποίας ἐπισήμως διετύπωσε μετά τήν β΄ (1974) μετάβασίν του (μετά τοῦ Πειραιῶς Νικολάου αὐτήν τήν φοράν), ἤτοι ἐδήλωσεν ὅτι ἐδέχθη χειροθεσία ὡς πρώην σχισματικός. ‘Ηκολούθησεν ἡ καθαίρεσις τοῦ Κορινθίας Καλλίστου, ὡς ἀρνητοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης του. Αὐτή ἡ ἱεροσυνοδική πράξις (τῆς καθαιρέσεως τοῦ Καλλίστου), καθώς καί αἱ δύο προαναφερθεῖσαι ἐπιστολαί τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου, ἦσαν τά βασικά ντοκουμέντα, ὥστε νά ΔΟΘΗ τό 1981 καί ΙΕΡΟΣΥΝΟΔΙΚΩΣ ἡ ἐπίσημος ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ εἰς τό ψεῦδος τοῦ Ἐπισκόπου τῶν Ρώσων Μανχάταν Λαύρου, ὅτι δῆθεν τούς Ματθαιϊκούς τούς ἐχειροτόνησαν ἐξ’ ὑπαρχῆς, καί τῶν Φλωρινικῶν, ὅτι τούς ἐδέχθησαν (τούς δύο Ἀρχιερεῖς) ὡς πρώην σχισματικούς. ‘Εν τέλει ἡ ἐπίσημος ἀπόφασις - ἀπόφανσις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐν ἔτει 1981 ἦτο ὅτι εἰς τήν Ἀμερικήν δέν ἔγινε χειροθεσία, ἀλλά μία συγχωρητική εὐχή, ἡ ὁποία ὄμως, κατά τήν μαρτυρίαν τῶν δύο ἀνωτέρω ἐπιστολῶν τοῦ Μητροπ. Φιλαρέτου δέν ἐφηρμόσθη εἰς τήν Ἑλλάδα. Ἐπίσης δι’ αὐτῶν τῶν δύο ντοκουμέντων (τῆς καθαιρέσεως τοῦ Καλλίστου καί τῶν δύο ἐπιστολῶν τοῦ Φιλαρέτου), ἐδόθη καί ἀποστομωτική ἀπάντησις εἰς τούς ἐν Ἑλλάδι «παπαγάλους» (Φλωρινικούς καί Νεοημερολογίτας) οἱ ὁποῖοι ἐπανελάμβανον τά ἴδια, καί βάσει αὐτῶν καί τῶν δηλώσεων πάλιν τοῦ Σεβ. κ. Ἐπιφανίου, καί ΔΙΕΜΟΡΦΩΘΗ περαιτέρω καί ἡ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΑΠΟΦΑΝΣΙΣ – ΟΜΟΛΟΓΙΑ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπί τοῦ θέματος. Ἀκριβῶς αὐτά τά τρία ντοκουμέντα (τήν καθαιρετικήν ἀπόφασιν κατά τοῦ Καλλίστου καί τάς δύο ἐπιστολάς τοῦ Φιλαρέτου) ἐχρησιμοποίησαν οἱ Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς καί δή ὁ Μητροπολίτης Κιτίου Ἐπιφάνιος καί ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας, διά νά πείσουν καί ἐμέ, ὅτι ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ, καί ἑπομένως δέν πρέπει νά ἀρνηθῶ τήν χειροτονίαν. Διότι εἶχα δηλώσει, ὅτι ἐάν δέν δοθῆ ἐπίσημος ἀπάντησις εἰς τά ψεύδη τῶν Φλωρινικῶν δέν δύναμαι νά δεχθῶ χειροτονίαν παρ’ αὐτῶν. Αὐτή οὐσιαστικά ἦτο ἡ ἀπάντησις τῶν Ἀρχιερέων καί εἰς τήν πρότασίν μου, τοῦ 1972 (βλ. τήν χειρόγραφον περί χειροθεσίας μελέτην μου τοῦ 1972 τήν ὁποίαν κυκλοφοροῦν παραπληροφοροῦντες καί ψευδόμενοι οἱ Νικολαῖται) καθ’ ἥν ἐζήτησα πράγματι νά «καταδικάσουν τήν χειροθεσίαν». Γ΄ Πράγματι τό 1971-72 ὡς φοιτητής τῆς θεολογίας εἶχον ἄγνοιαν πολλῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἤκουα ὅμως τά λεγόμενα περί χειροθεσίας, καί ἠθέλησα νά μελετήσω τό θέμα. Δέν ἐγνώριζα κἄν τί εἶναι αὐτή ἡ χειροθεσία. Μἀλιστα, ὅταν ἤκουσα, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος τῶν Ρώσων Μανχάταν Λαῦρος ἐλθών εἰς Αγιον Ὄρος εἶπεν ὅτι τούς Ματθαιϊκούς τούς ἐχειροτόνησαν, ἀνησύχησα καί ἠναγκάσθην νά ἐρευνήσω τό θέμα, πράγμα τό ὁποῖον μέ ὡδήγησε εἰς τό νά πληροφορηθῶ ὅτι ἡ χειροθεσία κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς εἶναι χειροθεσία ἐπί σχισματικῶν. Ἔγραψα τότε μίαν σύντομον ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶχε τήν ἔννοιαν τῆς διαμαρτυρίας. Εἰς αὐτήν ἔχων ὑπ’ ὄψιν τήν ἀποκρυβεῖσαν κατ’ ἀρχήν καί ὑπό τῶν Φλωρινικῶν ἐν συνεχεία δημοσιευθεῖσαν ἀπόφασιν τῶν Ρώσων, καί κατ’ ἐπέκτασιν ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ χειροθεσία αὕτη ἐγένετο μόνον εἰς τούς δύο Ἐπισκόπους, δέν ἐγένετο ὅμως δεκτή ὑπό τῶν λοιπῶν Ἐπισκόπων ἐν Ἑλλάδι, ἐπρότεινα πράγματι νά καταδικασθῆ ἡ χειροθεσία. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἔπρεπε οἱ ἐν Ἑλλάδι Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι δέν ἐδέχθησαν χειροθεσίαν, νά δικάσουν τούς δύο Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν ἐν Ἀμερικῆ χειροθεσίαν, ὅπως προβλέπει ἡ ἀπόφασις, ἤτοι κατά τόν Η΄ Κανόνα. Ἡ ἀπάντησις ὅμως ἐπ’ αὐτοῦ ἐκ μέρους τῶν Ἀρχιερέων ἦτο ἡ ἑξῆς: «Τί νά δικάσωμεν καί τί νά καταδικάσωμεν, ἀφοῦ κατά τήν δήλωσίν των οἱ δύο Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐξαρχίας δέν ἐδέχθησαν καμμίαν χειροθεσίαν, ἀλλά μίαν συγχωρητικήν εὐχήν, ἡ ὁποία δέν ἔθιγε τό μυστήριον τῆς χειροτονίας». Ἐν τῶ μεταξύ τό 1974 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας εἰς τό βιβλίον του «Ἀποκατάστασις τῆς Ἀληθείας» ἔγραψεν καί ἐπισήμως διεκήρυξε ὅτι εἰς Ἀμερικήν οὐδεμίαν χειροθεσίαν ἐδέχθησαν οἱ Ἀρχιερεῖς, ἀλλά μίαν συγχωρητικήν εὐχήν. Τό δέ ἑπόμενον ἔτος 1975 μοί ἀνετέθη (εἰς μίαν σύντομον ἄδειαν ἐκ τῆς στρατιωτικῆς μου θητείας) νά συντάξω ἐπί τῆ βάσει σχετικῆς Ἱεροσυνοδικῆς ἀποφάσεως, τό τελικόν κείμενον τό ὁποῖον θά ἀπεστέλλετο εἰς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς περί τῆς διακοπῆς τῆς μετ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ὅπερ ἔπραξα συνεργασθείς μετά τοῦ θεολόγου κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη. Εἰς τό τελικόν σχέδιον, τό ὁποῖον τούς παρέδωσα, εἶχα σημειώσει διά τήν ἀπόφασιν τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ὅτι «ταύτην ὡς ἀντικανονικήν, ἀντορθόδοξον καί ἄκυρον οὐδέποτε παρεδέχθημεν», ἀλλά καί ὅταν ἐδημοσιεύθη τό ἔγγραφον πρός τούς Ρώσους, διεπίστωσα ἐν Ἀλεξανδρουπόλει ὅπου ὑπηρέτουν τήν στρατιωτικήν μου θητείαν, ὅτι τό σημεῖον αὐτό ἔλειπεν. Ὅταν ἀργότερα ἠρώτησα διατί ἀπάλειψαν αὐτήν τήν διατύπωσιν μοῦ ἀπήντησαν οἱ τότε ἀποτελοῦντες τήν Ἐνδημοῦσαν Ἀρχιερεῖς, διά στόματος τοῦ Ἀττικῆς Ματθαίου, ὅτι «βάσει αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως μᾶς ἀναγνωρίζουν τά δικαστήρια». Ἀνεφέρετο προφανῶς εἰς τήν μήνυσιν τοῦ Νεοημερολογίτου Μητροπολίτου Πειραιῶς Χρυσοστόμου Ταβλαρουδάκη, κατά τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Νικολάου, καί εἰς τήν ἔκδοσιν τοῦ ἀθωωτικοῦ Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος. Τό ἔτος 1978, λόγω τῆς ὑπαναχωρήσεως τοῦ Κορινθίας Καλλίστου καί ὅσων ἄλλων ἐλέγοντο καί ἠκούοντο ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς χειροθεσίας, καί προπάντων διότι καί μετά τήν καθαίρεσιν τοῦ Καλλίστου συνέχιζε ὁ Κιτίου Ἐπιφάνιος νά προβάλλει ἀμφιβολίας διά τάς χειροτονίας τοῦ 1948 καί ἐπεκαλεῖτο στοιχεῖα πρός δικαίωσιν τῆς χειροθεσίας, τότε εἰς κοινόν ἔγγραφον μετά τοῦ θεολόγου Ἐλευθερίου Γκουτζίδη, ἐμηνύσαμεν τήν Ἐξαρχίαν τοῦ 1971, δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων, καί ἐζητήσαμεν παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νά λάβη θέσιν καί νά διατυπώση δημοσίως τήν Ὁμολογίαν της, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῆς λεγομένης χειροθεσίας. Καί τότε καί μόνον τότε ἐδέχθημεν νά χειροτονηθῶμεν, ὅταν δηλαδή ἐλάβομεν παρά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τήν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, ὅτι δηλαδή τό 1971 εἰς Ἀμερικήν δέν ἐγένετο ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑ ΕΠΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ, ΩΣ ΔΙΑΔΙΔΟΥΝ ΟΙ ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΙ, ΟΙ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΤΥΠΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑΝ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗΣ ΕΥΧΗΣ, ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΙΝ ΟΤΙ Η ΡΩΣΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΩΡΘΟΔΟΞΗΣΕΝ ΚΑΙ ΕΚΕΡΔΗΘΗ ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΝΑ ΑΦΑΙΡΕΘΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΦΛΩΡΙΝΙΚΟΥΣ Η ΠΡΟΦΑΣΙΣ ΤΟΥ ΥΦ’ ΕΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΝΗΣΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ ΑΠΕΚΟΠΗΣΑΝ ΤΟ 1937. Τό 1983, ἐπειδή καί πάλιν οἱ Φλωρινικοί, διά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου των Αὐξεντίου, ἀλλά καί οἱ Νεοημερολογῖται μέσω τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» διά τοῦ Σακαρέλλου, ἐπανελάμβανον τά περί χειροθεσίας ἐπί σχισματικῶν – χειροτονίαν τῶν δύο Ἐπισκόπων Καλλίστου καί Ἐπιφανίου ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, ἡ Ἱερά Σύνοδος ἐπανέλαβε διά μεγάλης καί ἱστορικῆς Ἐγκυκλίου τήν ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ἐπί τοῦ θέματος. Τό 1991-1992 ἕως τό 1997, ὅταν ἀφ’ ἑνός οἱ Φλωρινικοί διά στόματος τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς των ἐπί τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου τοῦ «Ὁἰνόης» Ματθαίου εἶπον ὅτι μᾶς ἀναγνωρίζουν βάσει τῆς χειροθεσίας τοῦ 1971, διά τῆς ὁποίας ἀπεκατεστάθη τό σχίσμα τοῦ 1937 καί ἔγιναν Κανονικαί αἱ χειροτονίαι τοῦ 1948, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Ἱερομόναχος Εὐθύμιος ἐδήλωσεν δι’ Ἐγκυκλίου του Ἐπιστολῆς, τήν ὁποίαν υἱοθέτησαν καί οἱ πέντε, ὅτι «μᾶς περιρρέει ἡ ἀνομία τῆς χειροθεσίας», «ἐπταίσαμεν οὐχί ὡς ἄτομα ἀλλά ὡς ἐκκλησία», «ἐξεφύγομεν τῆς γραμμῆς πλεύσεως τοῦ ἁγίου Πατρός», τότε οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς (Ἀνδρέας, Νικόλαος, καί Παχώμιος) ἐπανέλαβον τήν καλήν Ὁμολογίαν, ἰδιαιτέρως ὅμως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας ἔγραψε δι’ ἄλλην μίαν φοράν καί ξεκάθαρα ὅλην τήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ θέματος. Δ΄ Ἀπό τό 1998 καί μέχρι σήμερον, εἰς τά πλαίσια τῆς «λύσεως τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ» κατά τάς προτάσεις τοῦ κ. Χριστοδούλου, ἤτοι μέ «τήν ἕνωσιν μετά τῆς ἰσχυροτέρας παρατάξεως, ἤτοι τοῦ Χρυσοστόμου Κιούση» καί τήν ἐν συνεχείᾳ ἀναγνώρισιν τῶν Κληρικῶν τῶν παλαιοημερολογιτῶν, τῶν ὁποίων αἱ χειροτονίαι προέρχονται ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, εἴτε διά «τῶν χειροτονιῶν τῶν Φλωρινικῶν» τοῦ 1960, εἴτε διά τῶν «χειροθεσιῶν τῶν Ματθαιικῶν» τοῦ 1971, καί τήν ὑπαγωγήν ὅλων αὐτῶν ὑπό τόν κ. Χριστόδουλον, ἔστω καί ὡς παλαιοημερολογιτῶν, διεπιστώθη σταδιακή ἄμβλυνσις τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, καί διείσδυσις εἰς τόν χῶρόν μας ἐπιδράσεων παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, αἱ ὁποῖαι καταφαίνεται κυρίως εἰς τήν ἀρνησιν τῶν Ἀρχιερέων νά λάβουν θέσιν, παρά τό γεγονός ὅτι ἐγκαίρως ἐπεσημάναμεν τόν κίνδυνον. Ε΄ Ἐξ’ ὅλων αὐτῶν διαπιστώσαμεν ὅτι σκοπός τοῦ νέου κινήματος, ἦτο ἡ προσβολή τῆς μέχρι τοῦδε καλῆς Ὁμολογίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῆς Ἀποστολικῆς μας Διαδοχῆς, τήν ὁποίαν ἀνόθευτον καί γνησίαν ἐλάβομεν διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995, διά τῆς ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδοχῆς τῆς χειροθεσίας ὡς ἐπί σχισματικῶν, ὥστε νά γίνη πραγματικότης τό ἀποτυχόν τό 1971 καί μέχρι σήμερον σχέδιον τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ τῆς ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΣ τῶν χειροτονιῶν μας καί τῆς Ὁμολογίας μας ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, διά τήν «λύσιν τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ». Διά τοῦτο καί ΑΝΕΛΑΒΟΜΕΝ σκληρόν Ἀγῶνα, πεποιθότες ὅτι εἰς αὐτόν τόν Ἀγῶνα θά συμπαραταχθοῦν καί οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχιερεῖς, ἤτοι ἐζητήσαμεν, μαζί καί μέ ἄλλους Ἀρχιερεῖς, δι’ ἐγγράφων καί προφορικῶν διαμαρτυριῶν, παρακλήσεων, καταγγελιῶν, ἐνστάσεων κλπ. νά ὁμολογήση ἡ Ἱερά Σύνοδος τήν καλήν Ὁμολογίαν, ὡς τήν ὡμολόγει μέχρι σήμερον. Δυστυχῶς διεψεύσθημεν, διότι ἡ πλειοψηφία τῶν Ἀρχιερέων ὄχι μόνον δέν ἔλαβον ὁμολογιακήν στάσιν, ἀλλά διά πράξεων, ἐνεργειῶν καί παραλείψεων, ἤτοι «γράμμασι καί πράγμασιν» ἄφησαν νά ἐννοηθῆ, ὅτι ἤδη πρό πολλοῦ εἶχον «μυηθῆ» εἰς τό νέον κίνημα προδοσίας. Ὁ Μακαριώτατος εἶπε χαρακτηριστικά τό 1998 πρός ἐμέ καί τόν κ. Ἐλευθ. Γκουτζίδην. «Τούς εἶπα (τούς Τσακίρογλου καί Κάτσουρα) νά κάνουν ὅ,τι θέλουν». Καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά, ἐνῶ μέχρι ἵστατο εἰς τάς ἐπάλξεις τοῦ ἀγῶνος διά τήν Ἀλήθεια, καί τήν καλήν Ὁμολογίαν καί τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν Διαδοχήν, ἐν ἔτει 1998 καί μέχρι τῆς ἐκδημίας του ἔδωσε τόν ἑαυτόν του (τήν ὑπογραφήν του) εἰς τούς ἀδελφούς Τσακίρογλου καί τόν κ. Κάτσουρα, νά τήν χρησιμοποιήσουν κατά τάς ὀρέξεις των, (ὀρέξεις τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ), μέ ἀποτέλεσμα νά τόν ἔχουν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του καί πρό καί μετά τήν ἱερόσυλον παραίτησιν «σημαιοφόρον» εἰς τάς βαρβαρικάς διωκτικάς ἐνεργείας καί ἀποφάσεις των, τάς ὁποίας ἐπαρουσίαζον ὡς Ἱεροσυνοδικάς. Δ΄ Ἀλλά καί οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχιερεῖς τῆς σημερινῆς φατρίας τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου, ὑπανεχώρησαν βλασφήμως εἰς τό θέμα τοῦτο τῆς χειροθεσίας. Σημειώνομεν τήν ὑπαναχώρησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ὅτι «ἔγιναν ἀνθρώπινα λάθη εἰς τό θέμα τῆς χειροθεσίας», χωρίς νά διευκρινίζη τί λάθη ἔγιναν, τοῦ Κιτίου Ἐπιφανίου μέσω τρίτων, ὅτι ἡ «χειροτονία του πέρασε ἀπό τόν ἅγιο Φιλάρετο μέ τήν χειροθεσία τοῦ 1971», τοῦ Πειραιῶς Νικολάου, ὅτι «τό 1976 ἠθωώθημεν πανηγυρικῶς διότι ἐκάναμε ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ», (ἐνῶ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ καλή του Ὁμολογία ἔγκειτο εἰς τό νά καταθέση τά περί χειροθεσίας κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενισκῆς Συνόδου), τοῦ «Ἀργολίδος» Παχωμίου, ὅτι «προερχόμεθα ὅλοι ἀπό χειροθετημένους», τοῦ «Περιστερίου» Γαλακτίωνος, ὅτι «καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα, ἀνεγνώσθησαν εὐχαί χειροτονίας». Πέραν τούτου ἠρνήθησαν «Συνοδικῶς» (φατριαστικῶς) καί ἀπέρριψαν τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» καί ΔΕΝ ΕΛΑΒΟΝ ΘΕΣΙΝ, ὅπως τούς ἐζητήσαμεν δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου ἐπί τῆς «ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Μπροῦκλιν Μασσαχουσέτης», σύμφωνα μέ τήν ὁποίαν τήν 17ην καί 18ην Σεπτεμβρίου 1971 εἰς Ἀμερικήν ἐπί τῶν Ἐπισκόπων Καλλίστου καί Ἐπιφανίου ἐγένετο χειροθεσία – ἀναχειροτονία, ἀνεγνώσθησαν δέ καί εὐχαί χειροτονίας κλπ», ἡ ὁποία (περιγραφή) ἐδημοσιεύθη παράλληλα μέ τάς ἰδικάς των ἀπό 2003 -2004 παρομοίας ὡς ἄνω δηλώσεις, Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἣμεῖς ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος ΗΝΑΓΚΑΣΘΗΜΕΝ ΝΑ ΔΙΑΚΟΨΩΜΕΝ ΠΑΣΑΝ ΜΕΤ’ ΑΥΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΓΡΑΨΩΜΕΝ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΥΤΩΝ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, καί νά δηλώσωμεν, ὅτι ἄν χρειασθῆ καί μόνος, ὅπως ἔπραξε ὁ ὁμολογητής Ἱεράρχης Ματθαῖος, θά συνεχίσωμεν τόν ΑΓΩΝΑ ὑπέρ τῆς καθαρᾶς Ὁμολογίας – Ἐκκλησιολογίας, καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ὅπως ταύτην παρελάβομεν ἅπαντες οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας ‘Ορθοδόξου Ἐκκλησίας παρά τοῦ ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου Ματθαίου τό 1948 καί προηγουμένως ἀπό τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς τό 1935, οἱ ὁποῖοι πάλιν εἶχον τήν Ἀρχιερωσύνην ἀπό Ἀρχιερεῖς Ὀρθοδόξους πρό τοῦ νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος. Τό γεγονός, ὅτι ἐν ἔτει 2007 ἔφθασαν εἰς τό σημεῖον νά «καταδικάσουν» τἠν χειροθεσίαν τοῦ 1971, ἀποδεικνύει, ὅτι δέν παρεξέκκλιναν καθόλου ἀπό τήν ὑπαναχώρησίν των, τοῦ 2003, ἀλλά καί ἐπιστοποίησαν αὐτήν τήν ὑπαναχώρησιν ἔτι πλέον μέ αὐτήν τήν καταδίκην, δεδομένου ὅτι αὐτό τό ὁποῖον Συνοδικῶς ἐθεώρουν ἀνυπόστατον, ἄκυρον, καί ὡς μή γενόμενον, τώρα μέ τήν καταδίκην τό ἐπιστοποίησαν, τό ἐπιβεβαίωσαν, τοῦ ἔδωσαν ὑπόστασιν. Δηλαδή ἐπιβεβαίωσαν αὐτό τό ὁποῖον ἐδήλωσαν τό 2003 καί εἰς τό ὁποῖον ἐπιμένουν μέχρι σήμερον, ὅτι «ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους», καί ἑπομένως ὀφείλουν οἱ Φλωρινικοί καί οἱ Νεοημερολογῖται, ενώπιον των οποίων εθεσαν τους εαυτούς των εν υποδικία, νά μᾶς ἀναγνωρίζουν. Καλή, ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι ἡ Ὁμολογία των ὅτι ἔχουν τό κῦρος ἀπό τάς χειροτονίας τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου, ἀλλά αὐτήν τήν Ὁμολογίαν τήν ἀκυρώνουν μέ τήν καταδίκην τῆς χειροθεσίας, διότι μέ τήν καταδίκην τῆς χειροθεσίας ἐπιστοποίησαν ἐγγράφως καί «Συνοδικῶς» καί «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ», ὅτι εἶναι βλάσφημοι κατ’ αὐτῆς τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς. Καί βλασφημία κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς σημαίνει ἄρνησιν τῆς Ἀρχιερωσύνης, ὁ δέ ἀρνούμενος τήν Ἀρχιερωσύνην του, ἔστω καί πρός καιρόν, δέν δύναται, κατά τούς Ἱερούς Κανόνας νά τήν ἐπανακτήση, δέν δύναται δηλαδή νά ἐπανέλθη εἰς τήν Ἀρχιερωσύνην, ἔστω καί ἄν μετανοήση. Πρός Κύριον εὐχέτης + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

Η ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΑ

Ἡ μνησικακία, λέει ὁ Ὅσιος Ἰωάννης της Κλίμακος, ντροπιάζει τήν προσευχή «Πάτερ ἡμῶν…», τήν ὁποία μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός. Διότι ἀναφερόμαστε προς τόν Θεόν, παρακαλώντας: «και ἄφες ἡμῖν τα ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν…» δηλαδή συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας, ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε αὐτούς πού μᾶς ἔβλαψαν, καθ’ ἥν στιγμήν ἐμεῖς οὔτε τούς ἄλλους συγχωροῦμε, οὔτε λησμονοῦμε τό κακό, πού μᾶς ἔκαναν. Ὁ ἄνθρωπος, πού διατηρεῖ μνησικακία καί δέν συγχωρεῖ ἐνθυμούμενος τό κακό πού τοῦ ἔκαναν, ὁμοιάζει μέ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ μέσα του ἕνα φίδι, πού περιφέρει στήν ψυχή του τό θανατηφόρο δηλητήριο. Ἄν θέλει νά θεραπευτεῖ καί νά βάλει τέλος στήν μνησικακία, τότε πρέπει νά φέρει στό μυαλό του τά ἄχραντα πάθη τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά ντραπεῖ μέ τήν ὑπερβολική ἀνεξικακία τοῦ Κυρίου πρός τούς σταυρωτές Του καί νά προβεῖ στή συγχώρηση τῶν ἀνθρώπων, πού τόν ἔβλαψαν. Ἐκεῖνος πού μνησικακεί καί νομίζει, πώς πορεύεται καλά, μοιάζει μέ αὐτόν πού ονειρεύεται ὅτι τρέχει! (Fdimitrios Athanasiou)

Η ΕΝ ΕΤΕΙ 1973 ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΥΗΝ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙ ΕΠΙΚΑΙΡΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Ἐκδίδεαι ἀπό τό Κέντρο Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη, (Διεύθυνσις: Στρογγύλη 194.00 Κορωπί Τ.Θ. 54. Τηλ. 210 60 20 176) Ὑπεύθυνος: Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος ΑΡΙΘΜ. 51 ΙΟΥΝΙΟΣ 2006 Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΠΕΣΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΟ 1973 ΥΠΟ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΙΕΡΕΩΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΑΚΚΑ Εἰς τήν «ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ» τ. 51, ἡ ὁποία ἐκυκλοφορήθη τόν Ἰούνιο τοῦ 2006, καί τήν ὁποίαν δημοσιεύομεν καί εἰς τήν ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ τῆς ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ πρός ἐνημέρωσιν τῶν ἀναγνωστῶν, κατεγράφησαν δύο πολύ σημαντικά ντοκουμέντα, τά ὁποῖα ἀφ’ ἐνός ἀποκαλύπτουν τόν κ. Βασίλειο Σακκᾶ, τόν ἀπ’ ἀρχῆς εἰσηγητή τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἰς τό κίνημα τοῦ ὁποίου ἐπαγίδευσε καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀνδρέα (καί ἄλλους Ἀρχιερεῖς) ἤδη ἀπό τό 1973, καί ἀφ’ ἐτέρου ἑρμηνεύουν διατί ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας (καί ἄλλοι Ἀρχιερεῖς) ἀπεδείχθησαν καί κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν, τόσον εὐάλωτοι εἰς τό κίνημα αὐτό τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, τό ὁποῖον, καί πάλιν κατηύθυνε καί κατευθύνει ἐκ τῶν παρασκηνίων ὁ κ. Βασίλειος Σακκᾶς, συνεπικουρούμενος καί ὑπό τοῦ κ. Ἀθαν. Σακαρέλλου καί λοιπῶν πρακτόρων τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ εἰς τόν χῶρον τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Ὅσοι λοιπόν θέλουν νά ἐνημερωθοῦν ἀς ἴδουν ἀφ’ ἑνός αὐτά τά ντοκουμέντα τά ὁποῖα καταγράφονται εἰς τήν «ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ» Νο 51, καί ἀς ἀναζητήσουν καί τό «ἀνώνυμον» τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, τό ὁποῖον ἐκυκλοφόρησε περί τό 1997, (ἐν συνδυασμῶ καί μέ ἄλλα σχετικά ντοκουμέντα), καί τό ὁποῖον εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν. Παραθέτομεν τήν ΕΝΗΜΕΡΩΣΙΝ Νο 51, ὅπως αὕτη κατεγράφη τόν Ἰούνιο τοῦ 2006. Η ΕΝ ΕΤΕΙ 1973 ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1973 ΜΕΤΕΒΗ ΕΙΣ ΓΕΝΕΥΗΝ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΥΛΟΓΗΣΕ ΕΓΓΡΑΦΩΣ ΚΑΙ ΙΔΙΟΧΕΙΡΩΣ ΤΟΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΝ ΤΟΥ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΑΚΚΑ Ὁ Μέγας Φώτιος τά ἐκτός τῆς Μίας, Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς ‘Εκκλησίας συνέδρια ὀνομάζει «Συναγωγάς πονηρευμένων» καί «Συνόδους ἀθετούντων». Ἰδού τί ἀκριβῶς λέγει: «Μία ἐστίν ἡ τοῦ Χριστοῦ Καθολική καί ‘Αποστολική Ἐκκλησία, οὐ πλείους οὐδέ δύο. Συναγωγαί πονηρευομένων εἰσί τά παρά ταύτην συνέδρια καί σύνοδος ἀθετούντων΄ οὕτω φρονοῦμεν οἱ ἀληθινοί χριστιανοί, οὕτω πιστεύομεν, οὕτω κηρύττομεν». (Μεγάλου Φωτίου, Κατά Θεοσπασχιτῶν, ἐπιστολή 284, στίχ. 375, Epistolae et Amphilochia, B. Laoyrdaw et. L. cr. Westerink, σελ. 14, Λειψία 1985. Ἡ παραπομπή εἰς τό βιβλίον: Ἁγιορειτῶν Πατέρων ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ, Ἅγιον Ὄρος 1997, σελ. 115). Αὐτήν ὅμως τήν γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν, τήν ὁποίαν ὁμολογοῦμε καί ἐν τῶ Συμβόλῳ τῆς Πίστεώς μας, ἠθέτησεν πρῶτον τό Πατριαρχεῖον Κων/λεως μέ τήν οἰκουμενιστικήν παναιρετικήν Ἐγκύκλιον τοῦ 1920, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται «πρός τάς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὅπως ἀποκαλεῖ τάς ἁπανταχοῦ αἱρέσεις, ὁ νεοημερολογιτισμός μέ τήν ἐφαρμογήν τῆς Ἐγκυκλίου διά τῆς ἀποδοχῆς τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου. Δυστυχῶς σήμερον ἐκτός ἀπό τό Πατριαρχεῖον τῆς Κων/λεως καί τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καί τάς ἁπανταχοῦ κατ’ ὄνομα Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, τήν ὀρθόδοξον ταύτην διδασκαλίαν, ἀθετοῦν καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ἐτάχθησαν φύλακες τῶν ἱερῶν παραδόσεων, ἐνῶ ἀνεδείχθησαν ὁμολογηταί τῆς Πίστεως καί άγωνισταί κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διά λόγους, τούς ὁποίους γνωρίζει μόνον ὁ Κύριος, ἐξέκλιναν τῆς ὀρθῆς Πίστεως καί κατήντησαν «γνήσιοι» ὁπαδοί καί «διαπρύσιοι» κήρυκες τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔχει γραφεῖ πολλάκις καί εἶναι γνωστόν εἰς ὅσους παρακολουθοῦν τόν ἀγῶνα ὑπέρ τῆς Ἀληθείας καί τόν ζοῦν ἀπό κοντά, ὅτι ὁ κ. Βασίλειος Σακκᾶς, ἀπό τό 1997, ἐνεργῶν προφανῶς κατ’ ἐντολήν ὑπερκειμένων οἰκουμενιστικῶν Κέντρων καί ἐν συνεργασία καί μετά τῶν ἄλλων γνωστῶν πρακτόρων τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν ἀπό μέσα, ΕΠΕΧΕΙΡΗΣΕΝ, μέ μίαν ἀνώνυμον ἐπιστολήν του, τήν ὁποίαν εἰς τήν συνέχειαν ἐκυκλοφόρησεν ἐπωνύμως, ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΗ εἰς τούς Ὀρθοδόξως ἐπί τοῦ θέματος τῆς λεγομένης χειροθεσίας φρονοῦντας καί ὁμολογοῦντας Ἀρχιερεῖς, τήν θεωρίαν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθ’ ἥν μετά τό 1971, ἤτοι μετά τήν ἕνωσιν μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς, τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι, δέν τήν ἐκφράζουν μόνον οἱ λεγόμενοι «Ματθαιϊκοί», ἀλλά καί οἱ λεγόμενοι «Φλωρινικοί». Διά τοῦτο εἰς τήν ἐν λόγῳ ἀνώνυμον ἐπιστολήν του, ἐπικαλούμενος τήν λεγομένην χειροθεσίαν τοῦ 1971 καί τήν ἕνωσιν μέ τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, θέτει τό ἐρώτημα: «Ποία διαφορά ὑπάρχει σήμερον μεταξύ τῶν Ματθαιϊκῶν καί τῶν Φλωρινικῶν εἰς τό θέμα τῶν χειροτονιῶν;». Ἡ ἀνώνυμος αὕτη ἐπιστολή τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἐκυκλοφόρησεν εἰς τά πλαίσια τῶν σημερινῶν στόχων τοῦ νεοημερολογιτικοῦ καί παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἤτοι τῆς ἑπιδιωκομένης ἑνώσεως ὅλων Παλαιοημερολογιτῶν βάσει τῆς δῆθεν «κοινῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς» καί «πέραν ἀπό Ἐκκλησιολογίες καί Ἀποστολικές Διαδοχές», καί τῆς ὑπαγωγῆς των ὡς δεκατριμεριτῶν εἰς τόν Νεοημερολογιτισμόν, ἔστω καί μέ τήν ἔννοιαν τῆς «συνυπάρξεως» κατά τά οἰκουμενιστικά πρότυπα τῆς Παναιρετικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1920. Ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐν τέλει ἀπετέλει «μοχλόν πιέσεως» πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, ὥστε νά «ἀναγκασθῆ» νά δηλώση ἐπισήμως καί νά ἐπισημοποιήση τήν προδοσίαν, τήν ὀποίαν ὑπέγραψε μυστικῶς καί ἀνεπισήμως, ἰδία χειρί, ἐν ἔτει 1973, εἰς Γενεύην τῆς Ἑλβετίας. Τί εἶναι αὐτή ἡ προδοσία τοῦ 1973; Εἶναι ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου ἀποδοχή τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ. Παρατίθενται τρία πολύ σημαντικά ντοκουμέντα, ἐκ τῶν ὀποίων καταφαίνεται ὅτι εἰς τήν προσπάθειαν νά περάση εἰς τήν Ἐκκλησίαν ὁ παλαιοημερολογιτικός οἰκουμενισμός (ἤτοι ἡ πλήρης ἐξάρτησις ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς καί ἡ συνύπαρξις «Φλωρινικῶν» καί «Ματθαιικῶν» ὡς δύο κλάδων τῆς Μιᾶς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας) ἐπρωτοτάστησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας, καί ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, προδώσαντες ἐν ἔτει 1973 μυστικῶς τήν Ὁμολογίαν - Ἐκκλησιολογίαν των καί τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν των Διαδοχήν. Ἐξ’ αὐτῶν καταφαίνεται διατί ἀπό τό 1998 ἕως τό 2003 -2005 ἠρνήθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας νά ἀντιμετωπίση ὁμολογιακῶς τάς ἐκδηλώσεις τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, (Δηλώσεις Φλωρινικῶν, Σακκᾶ, Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα κλπ.), διατί τἀ μυστικά των βλάσφημα περί χειροθεσίας φρονήματα τά ΑΠΕΚΑΛΥΨΑΝ μόλις τό 2003, καί διατί ἔφθασαν μέχρι καί τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν τῆς παραιτήσεως. Δηλαδή, ἡ προδοσία ἡ ὁποία ἔγινε ἐν κρυπτῶ τό 1973, τά τελευταῖα ἔτη (ἀπό τό 1997 καί ἐν συνεχείᾳ) κηρύσσεται ἐπισήμως, ἤτοι «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ». Ἀλλά διά νά κατανοήσωμεν καλύτερον τήν προδοσίαν τοῦ 1973 εἰς τήν Γενεύην τῆς Ἑλβετίας, ἤτοι διά νά ἐννοήσωμεν τί ὑπέγραψεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας τήν 12.11.1973, μεταβάς εἰς Γενεύην τῆς Ἑλβετίας, παραθέτομεν ἕν ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀπό 17.7.1973 ἐπιστολήν τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ πρός τόν τότε ἱερομόναχον Καλλίνικον Σαραντόπουλον, εἰς τόν ὁποῖον περιγράφει τήν «Ὁμολογίαν» τῆς τότε ὑπ’ αὐτοῦ ἱδρυθείσης «Διεθνοῦς Ἀδελφότητος τῶν ΓΟΧ., Ἡ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ἤτοι περιγράφει τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν του, ὑπεραμύνεται αὐτοῦ, καί τόν προπαγανδίζει. Γράφει λοιπόν ὁ κ. Βασίλειος Σακκᾶς: «... ’Εφ’ ὅσον ἡ ἀδελφότης διατείνεται ὅτι ἑδράζεται ἐπί καθαρῶς πνευματικῆς βάσεως ὀφείλει ν’ ἀποδεχθεῖ τάς ἀναγνωρίσεις τοῦ 1969 καί 1971, (σ.σ. ἐννοεῖ τήν ἐν ἔτει 1969 ἀναγνώρισιν ὑπό τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς τῶν Φλωρινικῶν καί τήν ἔτει 1971 «χειροθεσίαν» ἐπί τῶν Ματθαιϊκῶν Ἐπισκόπων Κορινθίας Καλλίστου καί Κιτίου Ἐπιφανίου) ἀπό θέσεως καθαρά Ὁμολογίας πίστεως καί οὐχί ἀπό θέσεως ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως... Ἡ ἡμετέρα ἀδελφότης τυγχάνει προσωρινοῦ χαρακτῆρος πρός ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐν Διασπορᾶ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΩΝ γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἕνεκα τῆς ἐπικρατήσεως συγχύσεως καί χαλεπότητος τῶν καιρῶν, μέχρι συγκλήσεως πανορθοδόξου Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ., ἥτις καί ἤθελεν ἐκδώσει ἰδίαν ἐπίσημον Ὁμολογίαν Πίστεως ... Διά τόν λόγον δέ αὐτόν εἰς τήν ἡμετέραν Ὁμολογίαν Πίστεως ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΩΝ, ΑΛΛΑ ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΘΥΝΩΝ. .... Τό 1969 ὁ ἱερός ἡμῶν Προκαθήμενος διά τῆς δημοσιευθείσης πράξεώς του, ἀνεγνώρισε ἐμπράκτως καί οὐχί ψιλῶ ρήματι καί ἀφορολογήτω μόνον, τήν ὕπαρξιν εἰς τόν χῶρον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας Καινοῦ Θυσιαστηρίου, Καινῆς Ἐκκλησίας ... Ἄσχετον, λοιπόν, ἐάν τινές ήθέλησαν νά ἀποδώσουν εἰς τήν πρᾶξιν τοῦ 1969 παραταξιακόν χαρακτῆρα (ὅνπερ οὔτε κἄν διενοήθη ποτέ ὁ Μητροπολίτης ἡμῶν Κος Φιλάρετος) ὀφείλει ἡ πράξις αὕτη νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό ἀμφοτέρας τάς παρατάξεις, ὡς ΕΜΠΡΑΚΤΟΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, ὡς καταδίκη τῶν κακοδόξων καινοτόμων καί ἀποβολή τῶν Ἱερωνυμικῶν, τῶν Μεταξακιανιστῶν, τῶν Ἀθηναγοριανῶν καί λοιπῶν κακοδόξων καί αἱρετικῶν. Θά ἦτο βλάβη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἀνά τόν κόσμον, ἐάν ἀποδοθῆ εἰς τήν πρᾶξιν τοῦ 1969 παραταξιακός χαρακτήρ καί παρερμηνεία τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἁγίας ἡμῶν Συνόδου. Ἡ ἐν ἔτει 1971 ἀναγνώρισις ἀποτελεῖ δεύτερον σταθμόν καί ἐπισφράγισιν τῆς πρώτης πράξεως καί ἐμμονήν εἰς τό ἔμπρακτον τῆς Ὁμολογίας. Οὐχί δύο Ἐκκλησίας ἀνεγνώρισεν ὁ ἱερός ἡμῶν Προκαθήμενος, ἀλλά τήν γνησίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ἐπανειλημμένως ἀναγνωρίζει, οὐχί δικέφαλον τέρας τόν Χριστόν βλασφημῶν, ἀλλά μέ δύο μαρτυρίας τήν μίαν καταγγέλλων πραγματικότητα, καί διττῶς ἀποσκορακίζων τούς καινοτόμους τοῦ σώματος τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.... ‘Εξυπακούεται ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά συνυπάρχουν ἀτελευτήτως δύο ἱεραρχίαι εἰς τόν χῶρον τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, αὐτά ὅμως εἶναι ζητήματα ἅτινα ἀναφέρονται εἰς τήν Ἱεραρχίαν καί δέν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἀδελφότητος νά ἀσχοληθῆ. Διό καί εἰς τήν Διασποράν ὅταν μᾶς ἐρωτοῦν νά τούς ἐξηγήσωμεν τήν διαφοράν μεταξύ «Αὐξεντιανῶν» καί «Ματθαιϊκῶν» τούς παροτρύνομεν νά ἡσυχάζουν καί νά σέβωνται τούς ΓΟΧ ἅπαντας, διότι ἄνευ τῶν ἀγώνων τῶν Γ.Ο.Χ. τά πράγματα θά ἦσαν διαφορετικά σήμερον, πλήν τά διοικητικά δέν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς νά ἀποφανθῶμεν.... Ἡ ἡμετέρα Ὁμολογία πίστεως προσυπεγράφη ἐκ μέρους Ἀρχιερέων, Ἱερῶν Μονῶν καί Κοινοτήτων, δέν ἔχομεν τό δικαίωμα νά ἐπιφέρωμεν ἀλλοιώσεις ἐπ’ αὐτῶν ἐν συνεχεία μεμονωμένων ὑποδείξεων, πρό τῆς κρίσεως ταύτης ὑπό μείζονος Συνόδου. Ὅθεν λοιπόν παρακαλοῦμεν νά μᾶς ἐνισχύσητε ἠθικῶς διά τῆς εὐλογίας τοῦ Μακαριωτάτου κ.κ. Ἀνδρέου καί νά μᾶς ὑπερασπίσετε κατά τῶν ἀντικειμένων, καί πιεζόντων ἡμᾶς εἰς ἄμβλυνσιν τῆς ὁμολογίας μας... Ἐάν ὁ Μακαριώτατος Κος Κος Ἀνδρέας, ἐπιθυμεῖ, δυνάμεθα ν’ ἀποστείλωμεν ἔγγραφον βεβαίωσιν ἐν ἧ νά δηλοῦμεν ὅτι τήν ἀναγνώρισιν τοῦ 1969 ἀντιλαμβανόμεθα «ὁμολογιακῶς» έν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ καί οὐχί παραταξιακῶς, ἤ ἐν στενῆ ἐννοία κατά τήν ἐκκλησιαστικήν διοίκησιν...». Ἄς ἴδωμεν τώρα αὐτουσίαν καί τήν ἀπό 29.7.1973 ἀπάντησιν - ἐπιστολήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου πρός τόν πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, διά τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζει ἐπισήμως τήν ἀνωτέρω «Ὁμολογίαν Πίστεως» τῆς ἐν Γενεύη «Διεθνοῦς Ἀδελφότητος Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ὅπως αὕτη περιγράφεται εἰς τό Καταστατικόν αύτῆς καί τῆς ὁποίας δύο βασικαί θέσεις, ἐπαναλαμβάνομεν, εἶναι ἡ μή καταδίκη τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἱκουμενισμοῦ, μέχρι συγκλήσεως πανορθοδόξου Συνόδου, ἁπλῶς ὁ διαχωρισμός εὐθυνῶν, καί δεύτερον ἡ ἀναγνώρισις καί τῶν Φλωρινικῶν καί τῶν Ματθαιϊκῶν εἰς τόν Ἑλλαδικόν χῶρον, ὡς ἀπόδειξις Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας τῶν Ρώσων. Ἰδού λοιπόν τί γράφει ἀπαντῶν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας πρός τόν τότε Πρεσβύτερον τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας κ. Βασίλειον Σακκᾶν: «Πρός τόν πατέρα Βασίλειον Σακκᾶν «Διεθνής ‘Αδελφότης τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐν Γενεύη, Ἡ Παραδοθεῖσα Πίστις». ‘Αγαπητέ μοι πάτερ Βασίλειε, εὔχομαι ὁ Κύριός μας καί Θεός νά σᾶς προστατεύη εἰς τήν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῆς Διεθνοῦς ‘Αδελφότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν «Η Παραδοθεῖσα Πίστις», καί νά σᾶς φυλάττη διά τῆς Χάριτός Του ἀπό πάντα ὁρατόν καί ἀόρατον κίνδυνον, ὥστε νά ἐργάζεσθε ἐπιτυχῶς πρός δόξαν Του καθοδηγοῦντες τάς ψυχάς καί κατηχοῦντες αὐτάς εἰς τήν ἀληθινήν καί ἀκαινοτόμητον πίστιν, μέ ταπείνωσιν, ὑπακοήν, ἀνιδιοτέλειαν, ἀγάπην καί φόβον Θεοῦ. Νά ἔχετε καί τήν ἰδικήν μου εὐλογίαν καί νά σᾶς φωτίζη ὁ Παράκλητος εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τοῦ Προστάτου σου Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοῦ προστάτου τῆς Ἀδελφότητος Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ καί πάντων τῶν Ἁγίων Ἀμήν. Μέ ἀγάπην Χριστοῦ. ΑΝΔΡΕΑΣ ‘Αρχιεπίσκοπος τῶν Γ.Ο.Χ. ‘Αθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος. (τίθεται ὑπογραφή)», καί Δέν ἔφθανεν ὅμως αὐτή ἡ ἐπιστολή – εὐλογία, ἔπρεπε νά μεταβῆ καί εἰς τήν Γενεύην, νά λάβη αὐτοπροσώπως μέρος καί εἰς τἠν Γενικήν Συνέλευσιν τῆς Διεθνοῦς Ἀδελφότητος «Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», νά ἐγκρίνη καί νά ὑπογράψη καί ἰδία χειρί τό Καταστατικόν – Ὁμολογίαν τῆς Διεθνοῦς αὐτῆς οἰκουμενιστικῆς Ἀδελφότητος, νά ἐγκρίνη τήν ἐκλεγεῖσαν Ἐπιτροπήν, καί νά ἀναθέση εἰς τόν Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν τό ἔργον τῆς προωθήσεως «Διεθνῶς» τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ἀποδεικνύει τό ἀπό 12.11.1973 ἔγγραφον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, τό ὁποῖον ὑπογράφει ἐν Γενεύῃ Ἐλβετίας. Ἰδού τί ὑπογράφει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας μετά τήν συμμετοχήν του εἰς τήν Γενικήν Συνέλευσιν τῆς ἐν λόγῳ «Διεθνοῦς Ἀδελφότητος»: «Γενεύη τῆ Λ Ὀκτωβρίου (12.11.1973). Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας. Πρός τήν Διεθνήν Ἀδελφότητα τῶν Γνησίων ‘Ορθοδόξων Χριστιανῶν «Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ» ἐν Γενεύη Ἑλβετίας. Ὁ ὑπογεγραμμένος ἐλέῳ Θεοῦ, ΑΝΔΡΕΑΣ, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ΕΠΕΥΛΟΓΟΥΜΕΝ τήν σημερινήν Γενικήν Συνέλευσιν τῆς Ἀδελφότητος, τό ψηφισθέν Καταστατικόν τῆς διοικήσεως αὐτῆς τήν ἐκλεγεῖσαν Ἐπιτροπήν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν α) Τοῦ Κου Φραγκίσκου – Παύλου Μανιέν, ὡς Προέδρου β) Τῆς πρεσβυτέρας Μιχαηλίας Σακκᾶ, ὡς Γραμματέως, γ) Τοῦ Κου Ἰωάννου – Παύλου Ντυμπισιών, ὡς Ταμίου δ) Τῆς Κας Σταυροῦλας Φίστερ, ὡς Διοικητικοῦ Συμβούλου, καθώς καί τῶν α) Ἱερομονάχου ‘Οσίου, ὡς Πνευματικοῦ Συμβούλου β) Πρεσβυτέρου Βασιλείου Σακκᾶ ὡς Συντονιστοῦ καί προσωρινοῦ Ἐπιτηρητοῦ, ὅπως ἅπαντες οἱ προαναφερθέντες ἀκωλύτως, καί μέ φόβον Θεοῦ, ἀσκῶσι τά καθήκοντά των διά τήν πνευματικήν καί ὑλικήν πρόοδον τῆς Ἀδελφότητος. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος ΑΝΔΡΕΑΣ. Τίθεται ὑπογραφή» Αὐτά τά κείμενα – ντοκουμέντα τά εὕρομεν εἰς τό Ἀρχεῖόν τῆς Μητροπόλεως.[1]. Καί ἐξ’ αὐτῶν τῶν κειμένων διεπιστώσαμεν καί διεβεβαιώθημεν ὅτι ἡ μετά τό 1997 προσπάθεια τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ νά ἐπιβάλη τόν Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δέν εἶναι σημερινή. Δέν προέκυψεν τό 1997 ὡς κεραυνός ἐν αἰθρία, ἀλλά ἐξεκίνησεν εὐθύς μετά τό 1971, μέ τήν εὐλογίαν μάλιστα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, καί προηγουμένως τοῦ Κιτίου Ἐπιφανίου, τοῦ Κορινθίας Καλλίστου, καί δέν γνωρίζομεν καί ποίου ἄλλου Ἀρχιερέως. Τοῦτο, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἶναι φοβερόν καί ἀκουόμενον. Τό φοβερόν ἐν προκειμένω εἶναι ὅτι ἡ προσπάθεια αὐτή τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ νά ἐπιβάλη τόν παλαιοημερολογιτικόν του Οἰκουμενισμόν, ἔσχεν τήν συγκατάθεσιν καί τήν «εὐλογίαν» καί τήν ὁμόφωνον γνώμην τοῦ ἰδίου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό 1973, ἴσως καί παλαιότερον, τόν ἐπευλόγησεν, τόν ἐστήριξεν, καί τόν ἐτροφοδότησεν, μεταβαίνων μάλιστα πρός τοῦτο καί εἰς Γενεύην, ὅπου ὁ Βασίλειος Σακκᾶς, Πρεσβύτερος τότε τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς ἵδρυσε «Διεθνῆ Ἀδελφότητα τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», κάτι δηλαδή παράλληλον πρός τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὕτη (ἡ «Διεθνής ἀδελφότης»), ἐνῶ παρουσιάζετο ὡς Όρθόδοξος, ἀπό τό ἴδιον τό Καταστατικόν της (τό ὁποῖον ἐπίσης ἔχομεν εἰς χεῖράς μας) καί ἀπό τήν Ὁμολογίαν (τήν ὁποίαν ὑπέγραψαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί 4-5 Ἀρχιερεῖς), ἦτο ἕν οἰκουμενιστικόν (παλαιοημερολογιτικόν) κατασκεύασμα, μέ σκοπόν νά προπαγανδίση διεθνῶς τόν Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν. Τό θεωρητικόν καί θεολογικόν ὑπόβαθρον τῆς «Διεθνοῦς αὐτῆς Ἀδελφότητος», ὅπως προκύπτει ἀπό τό Καταστατικόν καί ἀπό τά δημοσιευθέντα κείμενα τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, εἶναι ὁ Παλαιοημερολογιτικός Οἰκουμενισμός. Βασικαί θέσεις τοῦ Καταστατικοῦ - Ὁμολογίας εἶναι: α) Ἡ μή καταδίκη τῆς Νεοημερολογιτικῆς καινοτομίας, ἁπλῶς ἡ διαχώρισις τῶν εὐθυνῶν, μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, καί β) Ἡ κατά τό ἔτος 1969 καί 1971 ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν τῆς Ἑλλάδος (Φλωρινικῶν καί Ματθαιϊκῶν) δύο κλάδων ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ σώματος, ἤτοι τῆς Μιᾶς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας εἶναι ἐνέργεια Ὁμολογιακή ἐκ μέρους τῶν Ρώσων. Αὐτήν τήν Ὁμολογίαν ἐνέκρινεν, ἐπευλόγησεν καί ὑπέγραψεν ἰδία χειρί ὁ τότε Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος κ. ‘Ανδρέας, μεταβαίνων μάλιστα μυστικά καί εἰς τήν Γενεύην. Ἔτσι ἐνεργοῦν πάντοτε τά ξένα Κέντρα, μυστικά, ἀθόρυβα καί ἀποτελεσματικά ... Ἀναλογίζομαι εἰς πόσα παρόμοια ἔγγραφα ἔχει βάλει τήν ὑπογραφήν του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας, καί παλαιότερον καί κατά τήν τελευταίαν 8ετίαν, ἐκτός ἀπό αὐτά, τά ὁποῖα ἦλθον εἰς τό φῶς τῆς δημοσιότητος, καί τά ὁποῖα ἀσφαλῶς θά χρησιμοποιήσουν εἰς τήν συνέχειαν οἱ γνωστοί πράκτορες τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ, διά νά τόν παρουσιάσουν ὡς συνειδητόν θιασώτην τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως κατ’ αὐτούς εἶναι ἡ ... «γνησία Ὀρθοδοξία». Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἐνῶ προσεπαθήσαμεν πολλάκις ἐπί σειράν ἐτῶν καί μέχρι τέλους νά βοηθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, νά ἀντιμετωπίση ὁμολογιακῶς τήν ἀπό τοῦ 1998 νέαν ληστρικήν ἐπίθεσιν τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους κατά τῆς Ἐκκλησίας, οὗτος «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι», διότι ἦτο ἀπό ἐτῶν ἠχμαλωτισμένος εἰς τήν «Βαβυλώνειον αἰχμαλωσίαν» τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ, ὁ ὁποῖος προεξετάθη καί εἰς τούς Τσακίρογλου καί τόν Κάτσουρα καί δι’ αὐτῶν καί εἰς ἄλλους πολλούς. Εἶναι λυπηρόν, διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας ἐπῆρεν μαζί του καί αὐτήν τήν προδοσίαν (τοῦ 1973), τήν ὁποίαν μέχρι σήμερον ἐκράτησε μυστικήν, ἐνῶ ἐπισήμως καί μέ δημόσια ἔγγραφα καί διά λογαριασμόν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐπί τῶν ἰδίων θεμάτων ἀπήντα μέχρι τό 1997 κατά πάντα ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ καί ΠΕΠΑΡΡΗΣΙΑΣΜΕΝΑ. Εἶναι λυπηρόν ὅτι καί ὁ τότε Πειραιῶς Νικόλαος, ἐπρόδωσεν, τό ἔτος 1974, καί ἐκράτησε μυστικήν τήν προδοσίαν του τῆς 28.10.1974, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς τήν «πανηγυρικήν ἀποδοχήν» τοῦ βλασφήμου κατά τῆς Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς ὑπέρ αὐτοῦ ἐκδοθέντος 54/76 ‘Απαλλακτικοῦ Βουλεύματος. Δέν δυνάμεθα νά μήν μνημονεύσωμεν ἐνταῦθα καί τήν «ΑΠΟΦΑΣΙΝ – ΔΗΛΩΣΙΝ - ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΝ» (τοῦ 1974) τῶν λαϊκῶν μελῶν τῆς Ἐπισκοπικῆς περιφερείας Πειραιῶς, τήν ὁποίαν ἐδημοσιεύσαμεν εἰς τό «Γνώσεσθε τήν ‘Αλήθειαν», τεῦχος 14ον, Μαίου 2006 εἰς τήν ὁποίαν ἀναφέρεται: «Ἀποκηρὐσσομεν ἀπό τοῦδε πάντα Κληρικόν ... ὅστις ἤθελεν ποτέ λιποψυχήσει καί δεχθῆ ἀντικανονικάς καί παρανόμους ἀποφάσεις τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἱεραρχίας, ἔστω καί ἄν εἶναι μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἤ καί αὐτός οὗτος ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ἡμῶν ἤ καί ὀ Σεβ. ‘Επίσκοπος ἡμῶν κ.κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ, καθώς καί πάντα Κληρικόν, ὅστις ἤθελεν τυχόν ποτέ ἐμφανισθεῖ ὑπό τόν τίτλον τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς δῆθεν Κεφαλή ἡμῶν καί μή συνεχίζων τήν γραμμήν ἥν ἐχάραξεν ὁ ἐν μακαριστοῖς Ἀρχιεπίσκοπος ἡμῶν Κυρός Ματθαῖος, καί πάντα μή ὑπακούοντα εἰς τά κελεύσματα τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου...»; Καί διερωτώμεθα: Μήπως ὁ συντάκτης τοῦ κειμένου ἐγνώρισε κάτι ἀπό τήν ἐν ἔτει 1973 προδοσίαν τοῦ Ἀρχ/που Ἀνδρέου καί τήν ἐν ἔτει 1974 προδοσίαν τοῦ Πειραιῶς Νικολάου; Υ.Γ. Ἀντί Παραρτήματος παραθέτομεν συνημμένως καί ἐν φωτοτυπία: α) Τήν ἐπιστολήν τοῦ τότε Πρεσβυτέρου Βασιλείου Σακκᾶ πρός τόν Ἀρχιμ. Καλλίνικον Σαραντόπουλον, εἰς τήν ὁποίαν σημειωθήτω ἀναγράφει ἰδία χειρί ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος τήν ἡμερομηνίαν 17 Ἰουλίου 1973, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἐνημερώθη ἐπ’ αὐτῆς καί τήν ἐγνώριζεν, β) Τήν ἀπό 27/7/1973 ἰδιόχειρον ἀπάντησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρός τόν Βασίλειον Σακκᾶν καί γ) Τήν ἀπό Λ΄Ὀκτωβρίου (12.11.1973 ἐν Γενεύη ὑπογραφεῖσαν ἄλλην ἐπιστολήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Καί «ὁ νοῶν νοείτω», διατί καί μετά τό 1997 ἔπεσεν εἰς τήν πλεκτάνην τοῦ Βασιλείου Σακκᾶ καί τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ του Οἰκουμενισμοῦ. [1] Αὐτό τό μικρόν τό ὁποῖον ἠδυνήθημεν νά περισυλλέξωμεν μετά τήν βάρβαρον καί ἐγκληματικήν ἐνέργειαν ὑπό τοῦ παρανόμως καταλαβόντος τήν θέσιν τοῦ Ἀρχιγραμματέως ἱερέως Δημητρίου Τσαρκατζόγλου τῆς κατακρατήσεως τοῦ Ἀρχείου τοῦ Ἀγῶνος, τό ὁποῖον σημειωθήτω μετά πολλοῦ κόπου καί ἐπιμελείας συνελέξαμεν διά νά καταγράψωμεν ἐν καιρῶ τήν ἱστορίαν τοῦ Ἀγῶνος, καί τό ὁποῖον πλέον ὡς σύγχρονοι πράγματι μεσσαιωνισταί καί βάρβαροι ἱεροεξετασταί καί αἱρετικοί γνωσιομάχοι κατέστρεψαν καί τό ἠχρήστευσαν, ἀρνηθέντες νά μᾶς παραδώσουν ἀκόμη καί ἀντίγραφα τῶν προσωπικῶν μας ἐγγράφων) ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ @ ΓΟΕΕ 2007 Αναρτήθηκε από ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Η ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

ΘΕΜΑ: ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Η ΤΗΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

Αντι προλόγου:

"Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς, μέ συγκλονίζουν βαθύτατα τά λόγια τοῦ Α᾿ Κανόνος τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, τά ὁποῖα παραθέτω: "῞Εκαστα τῶν καθ᾿ ἡμᾶς πραγμάτων, ὅταν εὐθύ φέρηται κανονικῆς εὐταξίας, οὐδένα μέν ἡμῖν ἐντίκτει θόρυβον, ἀπαλλάττει δέ καί τῆς παρά τινων δυσφημίας, μᾶλλον δέ καί τάς παρά τῶν εὖ φρονούντων εὐφημίας ἡμῖν προξενεῖ".

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057

Α.Π. 81 ᾿Εν Κορωπίῳ τῆ 23-9-1999 (Ε.Η.)

ΠΡΟΣ

Τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος κ.κ. ᾿Ανδρέαν, Πρόεδρον τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, καί τούς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς.

Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε. Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί.

Σύν τῷ ἀσπασμῷ τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης εὔχομαι, ὅπως ὁ Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν.

᾿Εν συνεχείᾳ τῆς ὑπ᾿ ἀριθμ. 78)10-9-1999 (Ε,Η.) ἡμετέρας ἐπιστολῆς, αὖθίς τε καθηκόντως ἅμᾳ καί λίαν φιλαδέλφως, ἐπανέρχομαι ἐπί τοῦ φλέγοντος θέματος τῆς ἀτυχεστάτης, κατά τήν ἐμήν πεποίθησιν, καί κατάφωρα ἀντικανονικῆς ἐνεργείας (ὑπ᾿ἀριθμ. 15)7-9-1999 Ε.Η. ) τοῦ Σεβασμιωτάτου ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ, Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Παναρέτου.

᾿Αποκλειστικόν καί μοναδικόν κίνητρον καί ταύτης τῆς πρωτοβουλίας μου, εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἐν Χριστῷ ἀδελφόν, καθώς καί τό ἐνδιαφέρον καί ἡ ἀγωνία μου διά τήν εἰρήνην καί τήν ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας, τά ὁποῖα ἀπαιτοῦν ἀγάπην καί προσήλωσιν εἰς τούς ῾Ιερούς Κανόνας καί τήν ἐν γένει Κανονικήν τάξιν.

Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς, μέ συγκλονίζουν βαθύτατα τά λόγια τοῦ Α᾿ Κανόνος τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, τά ὁποῖα παραθέτω: "῞Εκαστα τῶν καθ᾿ ἡμᾶς πραγμάτων, ὅταν εὐθύ φέρηται κανονικῆς εὐταξίας, οὐδένα μέν ἡμῖν ἐντίκτει θόρυβον, ἀπαλλάττει δέ καί τῆς παρά τινων δυσφημίας, μᾶλλον δέ καί τάς παρά τῶν εὖ φρονούντων εὐφημίας ἡμῖν προξενεῖ".

Διά τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ ῾Υμᾶς, ῞Αγιοι ᾿Αδελφοί, διά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ μας, νά συμβάλωμεν ἅπαντες, ὥστε νά ἐξέλθῃ ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός ἐκ τοῦ συγκεκριμένου ἀδιεξόδου καί οὕτω περισωθῆ καί τό ᾿Επισκοπικόν του κῦρος, ἀλλά καί νά διαφυλαχθῆ μέ τήν Χάριν τοῦ Κυρίου, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἑνότης ἐν τῇ χειμαζομένῃ σήμερον ᾿Εκκλησίᾳ.

᾿Εσκέφθην πολύ ἄν πρέπει νά ἐπανέλθω, ἤ νά σιωπήσω, μετά τήν πρώτην μου ἐπιστολήν. Τό φοβερόν, ὅμως, λόγιον: "ρύσασθε ἀδικούμενον ἐκ χειρός ἀδικοῦντος" (Σοφία Σειράχ δ, 9) μέ ἠνάγκασε νά ἐπανέλθω, διότι, κατά τούς ῾Αγίους Πατέρας, ἡ σιωπή ὅταν καταφρονῆται ἡ Κανονική ᾿Εκκλησιαστική τάξις κλπ. εἶναι σύμπραξις καί συνενοχή. Κατά τόν ῞Αγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην: "φοβερόν τό τῆς σιωπῆς κρῖμα" (MIGNE τ. 99, σελ. 1076) καί κατά τόν ῞Αγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν ἡ σιωπή εἰς τοιαύτας περιπτώσεις εἶναι "τρίτον τῆς ἀθεΐας εἶδος" (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα Β, σελ 482). ῾Ωσαύτως "ὁ δυνάμενος κωλῦσαι (ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νά ἐμποδίσῃ τήν ἀδικίαν) καί μή κωλύων, αὐτός ἐστίν ὁ ποιῶν" (Παροιμιαστής. ἐν Πηδαλίῳ σελ. 384), ἐνῶ ὁ ῾Ιερός Χρυσόστομος λέγει: "τοῦ πλημμελοῦντος ὁ τήν ἁμαρτίαν ἐπαινῶν (ἐν προκειμένῳ τήν παρανομίαν τῆς ἀνικανονικότητος) χαλεπώτερος πολύ" (MIGNE. τ. 60, σελ. 423).

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι.

῾Η ἐνέργεια τοῦ Σεβ)του ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κ. Παναρέτου κατά τήν ἐμήν ταπεινότητα, δέν θεωρεῖται ἁπλῶς ἄκυρος καθ᾿ ἑαυτήν, ὡς, ἀπό πάσης ἀπόψεως, ἀντικανονική ἀλλά καί ἀποβαίνει εἰς βάρος τοῦ ἀποφασίσαντος. Αὐτό λέγει ἡ πρᾶξις τῆς ᾿Εκκλησίας. Πρός βεβαίωσιν δέ τῶν ἀνωτέρω ἀναφέρω περίπτωσιν ἀπό τά Πρακτικά τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔνθα οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν: "῾Ημεῖς ἀναγκαίως συνεδριάσαντες ἐν τῇ μεγάλῃ ᾿Εκκλησίᾳ ὑπέρ τούς διακοσίους ᾿Επισκόπους ὄντες μιᾷ καί δευτέρᾳ καί τρίτῃ κλήσει ἐν ἡμέραις δυσίν κεκλήκαμεν αὐτόν (τόν ᾿Αντιοχείας ᾿Ιωάννην) ἀπολογήσασθαι..." (MANSI 4, 1336). ᾿Εδῶ πρώτιστα βλέπομεν, ὅτι διά νά ληφθῇ ὁποιαδήποτε ἔγκυρος καί δικαία ἀπόφασις, εἶναι ἀναγκαία, βασική Κανονική ᾿Αρχή ἡ συγκρότησις Κανονικοῦ καί ἁρμοδίου δικαστηρίου, ἀλλά καί ἡ κλῆσις καί ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου .

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος Νύσσης διαμαρτυρόμενος, διότι κατεκρίθη ἄνευ τηρήσεως τῆς κανονικῆς τάξεως, λέγει χαρακτηριστικά: ῾Υποτιθέσθω ὅτι ἡ κατηγορία εἶναι ἀληθής, ὅμως "ποῖον συνέστη καθ᾿ ἡμῶν κριτήριον ἐπί τοῖς γενομένοις ἤ ὑπονοουμένοις; Τίς ἀπόδειξις τήν ἀδικίαν ἀπήλεγξεν (κατήλεγξεν); Τίνες Κανόνες καθ᾿ ἡμῶν ἀνεγνώσθησαν;". (Γρηγ. Νύσσης, MIGNE, 46, 1008). ᾿Ενταῦθα ὁ ἅγιος λέγει, ὅτι ἔπρεπε ἡ ὑπόθεσίς του νά ἐκδικασθῇ ἐνώπιον κανονικοῦ δικαστηρίου, εἰς τό ὁποῖον θά ἔπρεπε νά ἐκαλεῖτο, νά ἦτο παρών, νά ἤκουε τό ἀληθές ἤ ψευδές κατηγορητήριον, καί νά ἀνεγινώσκοντο καί οἱ Κανόνες τούς ὁποίους ὑποτίθεται, ὅτι κατεπάτησεν. Ταῦτα εἶναι οὐσιώδη στοιχεῖα διά τήν κανονικήν ἐκκλησιαστικήν κρίσιν. Διά τοῦτο πάντοτε εἰς κάθε κανονικόν ἐκκλησιαστικόν δικαστήριον ἀναγινώσκονται οἰ ῾Ιεροί Κανόνες οἱ σχετικοί μέ τήν ἐκδικαζομένην ὑπόθεσιν. Αὐτό ἔκαμνον πάντοτε οἱ ῞Αγιοι Πατέρες καί εἰς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους. ᾿Απαραίτητον νά διευκρινισθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφασις, ἡ ληφθεῖσα ἀπό μή ἁρμόδιον Κανονικόν Δικαστήριον, ἔστω καί ἄν ἐνδεχομένως ἐτηρήθη τυπικά ἡ κανονική τάξις, πολλῷ μᾶλλον, ὅταν δέν ἐτηρήθη, ὅπως ἐν προκειμένῳ, ἀποβαίνει ἄκυρος καί ἀνενεργός μηδόλως παραβλάπτουσα τόν "τιμωρούμενον" Κληρικόν. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι κατηγορηματικοί: "Τόν ἐν τῇ κρίσει μή παρόντα κατά μηδένα τρόπον βλάπτεσθαι ὑπό τῆς ἐξενεχθείσης κατ᾿ αὐτοῦ ψήφου δοκιμάζομεν" (Πρακτικά Δ' Οἰκουμ. Συνόδου, MANSI 7, 268). Καί πάλιν "Τά κατά ἀπόντος γενόμενα ἀργείτω· ταῦτα πάντες λέγομεν· οὐδείς ἀπόντα κατακρίνει" (MANSI 7, 205). Δηλαδή καμμίαν συνέπειαν δέν ἔχει ἡ ἀπόφασις εἰς τόν οὕτω "τιμωρηθέντα" Κληρικόν.

Τήν ἀντικανονικήν ἐνέργειαν τοῦ Σεβ)του ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κ. Παναρέτου κατακρίνει καί καθιστᾶ ἄκυρον, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί ὁ ΟΔ ᾿Αποστολικός Κανών, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διά τήν δίκην Κληρικοῦ τήν τριττήν Κλήτευσιν καί τήν ἀπολογίαν: "Ταῦτα μετά μίαν καί δευτέραν καί τρίτην παράκλησιν τοῦ ᾿Επισκόπου γινέσθω". Τριττή κλῆσις, ἐπαναλαμβάνομεν, ὄχι ὑπό τοῦ οἱουδήποτε, ἀλλά ὑπό τοῦ Κανονικοῦ καί ἁρμοδίου ἐν προκειμένῳ ᾿Επισκόπου.

Κατά τόν ΛΓ' ᾿Αποστολικόν, ἐάν ἕνας Κληρικός μεταβῇ εἰς ἄλλην ξένην ᾿Επισκοπήν, χωρίς νά ἔχῃ τά ἀπαραίτητα συστατικά γράμματα, καί ἐνδεχομένως δέν εἶναι "κήρυκας τῆς ἀληθείας", ὁ ᾿Επίσκοπος τὴς ᾿Επαρχίας αὐτῆς, τό μόνον δικαίωμα, τό ὁποῖον κανονικῶς κέκτηται, εἶναι νά ἀπαιτήσῃ τήν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ τόν φιλοξενήσῃ καί τοῦ δώσῃ καί τά ναῦλα νά ἀναχωρήσῃ. Δέν ἔχει καμμίαν ἄλλην διοικητικήν ἤ πνευματικήν κανονικήν ἐπ᾿ αὐτοῦ ἁρμοδιότητα καί δικαίωμα. Τό δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν καί κρίνειν καί ἀποφασίζειν ἕνας ᾿Επίσκοπος τό ἔχει μόνον διά τούς ὑπ᾿ αὐτόν Κληρικούς, τούς Κληρικούς τῆς ᾿Επισκοπῆς του. Καί αὐτοῦ, ὅμως, (δηλαδή τοῦ κανονικοῦ οἰκείου ᾿Επισκόπου) ἡ κρίσις θεωρεῖται ἔγκυρος μόνον ἐάν οὗτος ἀκολουθήσῃ ἀπολύτως τήν Κανονικήν διαδικασίαν, ἤτοι κατηγορητήριον, σύστασις δικαστηρίου, τριττή κλήτευσις, ἀπολογία, ἀνάγνωσις ῾Ιερῶν Κανόνων ἐν δικαστηρίῳ, κλπ. Αὐτά ἰσχύουν ἀμεταθέτως πάντοτε εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν καί δέν δικαιολογεῖται ἀμάθεια ἤ ἀπειρία. "Εἰ μέν γάρ ἐναντίον τοῖς Κανόσιν ἐπίσκοπος ἐνέγκη ψῆφον (ἀπόφασιν) τιμωρηθήσεται, ἤγουν καθαιρεθήσεται, μή δυνάμενος προβάλλεσθαι ἀμάθειαν ἤ ἀπειρίαν· οὐ γάρ συγγνωστέος ἔσται λέγων μή εἰδέναι τούς Κανόνας, οὕς ἀναγκάζεται διά γλώττης ἔχειν ἀεί" (Βαλσαμῶνος, Σ.Ι.Κ.,τόμος Γ', σελ. 335). Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι κατηγορηματικοί. Διατάσσουν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον παρανόμως ποινήν ἐναντίον κάποιου, χωρίς νά τηρηθῇ ἡ Κανονική τάξις νά τιμωροῦνται μέ τήν ἴσην ποινήν. Καί εἰς αὐτήν πάλιν, ὅμως, τήν περίπτωσιν οἱ ἀντικανονικῶς ἐπιβαλόντες ποινήν καλοῦνται καί ἐκδικάζονται Κανονικῶς διά νά εἶναι ἔγκυρος ἡ κατ᾿ αὐτῶν ποινή. ᾿Εν προκειμένῳ οἱ Πατέρες τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκάλεσαν τρεῖς φοράς, ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω, τόν ᾿Αντιοχείας ᾿Ιωάννην καί τούς σύν αὐτῷ, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τό "᾿Αποστατικόν Συνέδριον" καί παρανόμως κατεδίκασαν μέ "καθαίρεσιν" Αὐτούς (δηλ. τούς Πατέρας τῆς ῾Αγίας Γ' Συνόδου). ᾿Αφοῦ λοιπόν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες ἐκάλεσαν τρίς τούς παρανόμως ἐπιβαλόντας τήν ψευδοκαθαίρεσιν, "ἀπολογήσασθαι καί τάς αἰτίας εἰπεῖν, ἐφ᾿ αἷς τό τῆς Καθαιρέσεως συνέθεσαν χαρτίον καί οὐκ ἐθάρρησαν ἐλθεῖν", τότε: "ἀγανακτήσαντες τοίνυν εἰκότως, ἐβουλευσάμεθα μέν τήν ἴσην κατ᾿ αὐτοῦ καί τῶν ἄλλων ψῆφον ἐξενεγκεῖν ἐννόμως, ἥν αὐτός (ὁ ᾿Αντιοχείας ᾿Ιωάννης) παρανόμως κατά τῶν ἐπ᾿ οὐδενί κατεγνωσμένων ἔθετο". Καί συνεχίζουν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες: "αὐτούς ἀκοινωνήτους ποιήσαντες καί περιελόντες (ἀφαιρέσαντες) αὐτῶν πᾶσαν ἐξουσίαν" (MANSI 4, 1336), δηλαδή τούς κατεστήσαμεν ἀκοινωνήτους καί ἀφηρέσαμεν ἀπό αὐτούς πᾶσαν ἐξουσίαν.

Βλέπομεν, Μακαριώτατε καί Σεβ)τοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ὅτι οἱ Πατέρες "ἀγανακτήσαντες" κατά τοῦ ᾿Αποστατικοῦ ἐκείνου Συνεδρίου, ἐπέβαλον κανονικῶς εἰς αὐτούς τήν ἴσην ποινήν, δηλαδή τήν Καθαίρεσιν. ᾿῾Ημεῖς τί ἐκἀναμε διά τούς ὁμοίως άποστατήσαντας πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ὡσαύτως ἐνήργησαν παρανόμους πράξεις; ᾿Αμφιβάλλομεν, ὅτι ἀπολύτως παρόμοιον εἶναι καί τό "᾿Αποστατικόν συνέδριον" τῶν πέντε τούτων πρώην Μητροπολιτῶν; Τί ἐποίησαν καί οὗτοι; ᾿Εξῆλθον τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί ἀναρμοδίως, καί ἀντικανονικῶς (χωρίς νά εἶναι ἁρμόδιον δικαστήριον, χωρίς κλήσεις, χωρίς ἀπολογίας κλπ) ἐπέβαλον "ἀργίας" καί ἀπεφάσισαν "καθαιρέσεις"!!! Καί τότε μέν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐφήρμοσαν, ὅπως εἴδομεν, τήν Κανονικήν τάξιν, τούς ἐκάλεσαν τρίς καί ἐν τέλει "ἀγανακτήσαντες" ἐπέβαλαν ἐρήμην τήν "ἴσην ποινήν" εἰς αὐτούς. ῾Ημεῖς, ὅμως, διατί ἐπί τόσα ἔτη δέν "ἀγανακτήσαμεν"; Διατί δέν ἐπεβάλαμε τήν "ἴσην ποινήν" εἰς αὐτούς ἀλλά "ἀγανακτοῦμε", ἐναντίον ἐκείνων πού μᾶς ὑπενθυμίζουν καί μᾶς ἐπισημαίνουν αὐτήν τήν σοβαράν παράλειψίν μας; Διατί ἐν προκειμένῳ δέν ἠκολουθήσαμεν ἀκόμη τό παράδειγμα τῆς ῾Αγίας Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου[1];

Αὐτή εἶναι ἡ ἀγωνία μου καί ὁ αὐτοέλεγχός μου πού μέ ἠνάγκασαν νά ἐπανέλθω, διότι αἱ παραλείψεις εἰς θέματα Κανονικῆς τάξεως κατά τούς ῾Αγίους Πατέρας, καί χαρακτηριστικῶς κατά τόν ῞Αγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην, λογίζονται παρά Θεοῦ ὡς "ἀδιαφορία καί τῶν Κανόνων καταφρόνησις μᾶλλον δέ Θεοῦ, παρ᾿ οὗ ἐδόθησαν" οἱ Κανόνες. (MIGNE, 99, 996), καταλήγουν δέ νά εἶναι καί "βλασφημία κατά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος" κατά τόν ἴδιον, πάλιν, Πατέρα.

Αὖθις, ὡς ἐλάχιστος ῾Υμῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί Συλλειτουργός, παρακαλῶ νά ἐξετάσωμεν εἰς βάθος ἑαυτούς, νά ἐρευνήσωμεν καί νά ἴδωμεν ποῖα τά κίνητρα καί τά ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς ἐνεργείας τοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ, άλλά καί ὅλων τῶν ἰδικῶν μας κοινῶν παραλείψεων, καί ἄς συμπαρασταθῶμεν μέ τάς προσευχάς μας, ὥστε ὅ,τι ἀτυχῶς καί ἐκ συναρπαγῆς ἤ ἄλλων λόγων ἐνήργησε, νά τό θεραπεύσῃ, νά τό θεραπεύσωμεν ὁμοῦ, διότι σήμερον παρεσύρθη ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός, αὔριον, μή γένοιτο, ἴσως καί ἡμεῖς, διότι, ὡς σάρκα φοροῦντες καί τῷ κόσμῳ οἰκοῦντες, εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τόν αὐτόν κίνδυνον νά παρασυρθῶμεν καί νά πλανηθῶμεν. ῞Οθεν ἐν ἀληθεῖ ἀγάπῃ ἄς ἐνεργήσωμεν τά πάντα κατά τήν Κανονικήν Τάξιν, ἵνα μή ὡς "καταφρονηταί" τοῦ Θεοῦ, κατά τόν ῞Αγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην, θεωρηθῶμεν.

῾Ημεῖς μέ πολλήν ἀγάπην θερμῶς παρακαλοῦμεν τόν Σεβασμιώτατον ἐν Χριστῷ ἀδελφόν, ὡς "τρώσας" τήν κανονικήν τάξιν καί τό δίκαιον, αὐτός "καί ἱάσεται" τό τραῦμα, διά νά μείνῃ ἄτρωτος ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἑνότης εἰς τό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας. Διαφορετικά κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἡ ῾Ιερά Σύνοδος εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἐφαρμόσῃ τήν Κανονικήν Τάξιν, διότι ὅπως ἀνέφερα εἰς τήν ἀρχήν τοῦ παρόντος, ὅταν τηρῆται ἐν ἀγάπῃ ἡ Κανονική Τάξις οὐδείς "θόρυβος" συμβαίνει, οὐδεμία "δυσφημία" ἀκούεται, ἀλλά μᾶλλον "εὐφημία" (ἔπαινος) "παρά τῶν εὖ φρονούντων", δηλαδή ἀπό ἐκείνους πού "εἶναι στά λογικά" τους καί σκέπτονται σωστά.

Αὖθις ἀσπάζομαι ῾Υμᾶς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ

῾Υμέτερος ἀδελφός καί συλλειτουργός

᾿Ελάχιστος ἐν ᾿Επισκόποις

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΚΟΣ

--------------------------------------------------------------------------------

[1] ῾Η ἐλαχιστότης μου δέν ἀπαλάσσεται τῆς εὐθύνης διά τήν καθυστέρησιν τῆς καταθέσεως τοῦ Πορίσματος τοῦ ᾿Ανακριτοῦ ἐπί τοῦ Συνοδικοῦ Κατηγορητηρίου κατά τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν. Εἶναι βεβαίως γνωστόν εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, κατόπιν τῆς σχετικῆς ἐνημερώσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου ᾿Ανακριτοῦ Σεβ. ᾿Αργολίδος κ. Παχωμίου, ὅτι ἡ Κανονική διαδικασία τῆς τριττῆς Κλητεύσεως ἔχει ἤδη πρό πολλοῦ ὁλοκληρωθεῖ. ῞Ομως δέν ἔφθασαν ἀκόμη ἐκ μέρους τῶν θεολόγων αἱ αἰτηθεῖσαι παρά τοῦ ᾿Ανακριτοῦ Γνωμοδοτήσεις-Μαρτυρίαι ἐπί τοῦ Συνοδικοῦ Κατηγορητηρίου, τό ὁποῖον τούς ἐκοινοποιήθη, πλήν τῆς Γνωμοδοτήσεως-Μαρτυρίας τοῦ θεολόγου Καθηγητοῦ κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη. ᾿Αφ᾿ ἐτέρου ὀφείλω νά σημειώσω, ὅτι εἰς τήν καθυστέρησιν συνέβαλε καί τό γεγονός, ὅτι "προπαγανδίζονται" ἀπόψεις τινές, ὅπως: "Δέν μποροῦμε νά καταδικάσουμε τούς πέντε, διότι προηγουμένως πρέπει νά καταδικάσουμε τάς αἵρέσεις των", ἤ: "Δέν πρέπει νά καταδικάσουμε τούς πέντε, διότι ἔχουμε τά ἴδια φρονήματα μέ αὐτούς μέ τούς ὁποίους πρέπει νά ἑνωθοῦμε", καί τέλος: "Δέν πρέπει νά καταδικάσουμε τούς πέντε, διότι τώρα κάμνουμε θεολογικό Διάλογο μέ τούς Φλωριναίους, οἱ ὁποῖοι κάλεσαν στόν Διάλογο καί τούς πέντε". ῎Ηδη, ὅμως, γνωρίζουμε πολύ καλά, ὅτι οἱ Φλωριναῖοι μέ τό διάλογο ἀποβλέπουν σέ μία ἕνωσι τύπου Καλλίστου. ῎Αλλωστε ἔχουν πολλάκις δηλώσει, ὅτι: "ἀναγνωρίζουν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν εἰς ἡμᾶς ἀπό τό 1971". Παραλλήλως κάποιοι ἡμέτεροι προωθοῦν τήν ἕνωσιν τύπου: "Νά δώσουμε τά χέρια μέ μιά κοινή ὁμολογία",. Αὐτά συστηματικῶς προπαγανδίζονται καί ἐπειδή προτίθεμαι, κατά ᾿Αρχιερατικόν καθῆκον, ὡς ὑπεύθυνος τῆς ᾿Επιτροπῆς διά τόν Θεολογικόν Διάλογον, νά εἰσηγηθῶ ἐπί τοῦ θέματος τούτου εἰς τήν ῾Ιεραρχίαν, ἐπί τοῦ παρόντος ὑπογραμμίζω μόνον τοῦτο. ᾿Εκτιμῶ πώς ὅσα συμβαίνουν ἐσχάτως στόν ᾿Εκκλησιαστικό μας χῶρο, ἀντικανονική ἀργία κατά τοῦ π. ᾿Αμφιλοχίου, κάλυψις τῶν "πέντε", προσπάθεια δυσφημήσεως τοῦ θεολόγου κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη (ὅμοια μέ ἐκείνη τῶν "πέντε"), κ.ἄ. ἔχουν σκοπό τήν ἄπρόσκοπτον προώθησιν καί δημιουργίαν ἑνός "παλαιοημερολογιτικοῦ σχήματος", εἰς τό ὁποῖον θά συμμετέχουν οἱ Φλωριναῖοι, οἱ "πέντε", οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς κλπ. καί ὅσοι ἀπό τούς ἰδικούς μας δέν ἀντιληφθοῦν τήν προδοσία καί ἐνταχθοῦν εἰς αὐτό, τό ὁποῖον σημειωτέον, μέσω ἰδικῶν του "ὀργάνων" καί "μεθοδεύσεων" προωθεῖ ὁ νεοημερολογίτης ᾿Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Δι αὐτό ἐπιμελῶς μερικοί συστήσουν: "Μή μιλᾶτε ἄσχημα γιά τούς πέντε", "Μή τούς κατηγορῆτε". "Μή κατηγορῆτε τούς Φλωριναίους, διότι ὅσον οὕπω θά τά βροῦμε". κλπ. Αὐτά καταθέτω καί εὔχομαι νά διαψευσθῶ.

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Η ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

 

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΤΑΞΙΣ

ΘΕΜΑ: ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ Η ΤΗΡΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΤΑΞΕΩΣ

Αντι προλόγου:

"Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς, μέ συγκλονίζουν βαθύτατα τά λόγια τοῦ Α᾿ Κανόνος τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, τά ὁποῖα παραθέτω: "῞Εκαστα τῶν καθ᾿ ἡμᾶς πραγμάτων, ὅταν εὐθύ φέρηται κανονικῆς εὐταξίας, οὐδένα μέν ἡμῖν ἐντίκτει θόρυβον, ἀπαλλάττει δέ καί τῆς παρά τινων δυσφημίας, μᾶλλον δέ καί τάς παρά τῶν εὖ φρονούντων εὐφημίας ἡμῖν προξενεῖ".

ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣΤΗΛ. 210.6020176, 210 2466057

Α.Π. 81 ᾿Εν Κορωπίῳ τῆ 23-9-1999 (Ε.Η.)

ΠΡΟΣ

Τόν Μακαριώτατον ᾿Αρχιεπίσκοπον ᾿Αθηνῶν καί πάσης ῾Ελλάδος τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος κ.κ. ᾿Ανδρέαν, Πρόεδρον τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου, καί τούς Σεβασμιωτάτους ᾿Αρχιερεῖς.

Μακαριώτατε ἅγιε Πρόεδρε. Σεβασμιώτατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί.

Σύν τῷ ἀσπασμῷ τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης εὔχομαι, ὅπως ὁ Χριστός εἴη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν.

᾿Εν συνεχείᾳ τῆς ὑπ᾿ ἀριθμ. 78)10-9-1999 (Ε,Η.) ἡμετέρας ἐπιστολῆς, αὖθίς τε καθηκόντως ἅμᾳ καί λίαν φιλαδέλφως, ἐπανέρχομαι ἐπί τοῦ φλέγοντος θέματος τῆς ἀτυχεστάτης, κατά τήν ἐμήν πεποίθησιν, καί κατάφωρα ἀντικανονικῆς ἐνεργείας (ὑπ᾿ἀριθμ. 15)7-9-1999 Ε.Η. ) τοῦ Σεβασμιωτάτου ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ, Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Παναρέτου.

᾿Αποκλειστικόν καί μοναδικόν κίνητρον καί ταύτης τῆς πρωτοβουλίας μου, εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἐν Χριστῷ ἀδελφόν, καθώς καί τό ἐνδιαφέρον καί ἡ ἀγωνία μου διά τήν εἰρήνην καί τήν ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας, τά ὁποῖα ἀπαιτοῦν ἀγάπην καί προσήλωσιν εἰς τούς ῾Ιερούς Κανόνας καί τήν ἐν γένει Κανονικήν τάξιν.

Μακαριώτατε καί Σεβασμιώτατοι ᾿Αρχιερεῖς, μέ συγκλονίζουν βαθύτατα τά λόγια τοῦ Α᾿ Κανόνος τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, τά ὁποῖα παραθέτω: "῞Εκαστα τῶν καθ᾿ ἡμᾶς πραγμάτων, ὅταν εὐθύ φέρηται κανονικῆς εὐταξίας, οὐδένα μέν ἡμῖν ἐντίκτει θόρυβον, ἀπαλλάττει δέ καί τῆς παρά τινων δυσφημίας, μᾶλλον δέ καί τάς παρά τῶν εὖ φρονούντων εὐφημίας ἡμῖν προξενεῖ".

Διά τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ ῾Υμᾶς, ῞Αγιοι ᾿Αδελφοί, διά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ μας, νά συμβάλωμεν ἅπαντες, ὥστε νά ἐξέλθῃ ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός ἐκ τοῦ συγκεκριμένου ἀδιεξόδου καί οὕτω περισωθῆ καί τό ᾿Επισκοπικόν του κῦρος, ἀλλά καί νά διαφυλαχθῆ μέ τήν Χάριν τοῦ Κυρίου, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἑνότης ἐν τῇ χειμαζομένῃ σήμερον ᾿Εκκλησίᾳ.

᾿Εσκέφθην πολύ ἄν πρέπει νά ἐπανέλθω, ἤ νά σιωπήσω, μετά τήν πρώτην μου ἐπιστολήν. Τό φοβερόν, ὅμως, λόγιον: "ρύσασθε ἀδικούμενον ἐκ χειρός ἀδικοῦντος" (Σοφία Σειράχ δ, 9) μέ ἠνάγκασε νά ἐπανέλθω, διότι, κατά τούς ῾Αγίους Πατέρας, ἡ σιωπή ὅταν καταφρονῆται ἡ Κανονική ᾿Εκκλησιαστική τάξις κλπ. εἶναι σύμπραξις καί συνενοχή. Κατά τόν ῞Αγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην: "φοβερόν τό τῆς σιωπῆς κρῖμα" (MIGNE τ. 99, σελ. 1076) καί κατά τόν ῞Αγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν ἡ σιωπή εἰς τοιαύτας περιπτώσεις εἶναι "τρίτον τῆς ἀθεΐας εἶδος" (Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα Β, σελ 482). ῾Ωσαύτως "ὁ δυνάμενος κωλῦσαι (ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νά ἐμποδίσῃ τήν ἀδικίαν) καί μή κωλύων, αὐτός ἐστίν ὁ ποιῶν" (Παροιμιαστής. ἐν Πηδαλίῳ σελ. 384), ἐνῶ ὁ ῾Ιερός Χρυσόστομος λέγει: "τοῦ πλημμελοῦντος ὁ τήν ἁμαρτίαν ἐπαινῶν (ἐν προκειμένῳ τήν παρανομίαν τῆς ἀνικανονικότητος) χαλεπώτερος πολύ" (MIGNE. τ. 60, σελ. 423).

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι.

῾Η ἐνέργεια τοῦ Σεβ)του ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κ. Παναρέτου κατά τήν ἐμήν ταπεινότητα, δέν θεωρεῖται ἁπλῶς ἄκυρος καθ᾿ ἑαυτήν, ὡς, ἀπό πάσης ἀπόψεως, ἀντικανονική ἀλλά καί ἀποβαίνει εἰς βάρος τοῦ ἀποφασίσαντος. Αὐτό λέγει ἡ πρᾶξις τῆς ᾿Εκκλησίας. Πρός βεβαίωσιν δέ τῶν ἀνωτέρω ἀναφέρω περίπτωσιν ἀπό τά Πρακτικά τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἔνθα οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν: "῾Ημεῖς ἀναγκαίως συνεδριάσαντες ἐν τῇ μεγάλῃ ᾿Εκκλησίᾳ ὑπέρ τούς διακοσίους ᾿Επισκόπους ὄντες μιᾷ καί δευτέρᾳ καί τρίτῃ κλήσει ἐν ἡμέραις δυσίν κεκλήκαμεν αὐτόν (τόν ᾿Αντιοχείας ᾿Ιωάννην) ἀπολογήσασθαι..." (MANSI 4, 1336). ᾿Εδῶ πρώτιστα βλέπομεν, ὅτι διά νά ληφθῇ ὁποιαδήποτε ἔγκυρος καί δικαία ἀπόφασις, εἶναι ἀναγκαία, βασική Κανονική ᾿Αρχή ἡ συγκρότησις Κανονικοῦ καί ἁρμοδίου δικαστηρίου, ἀλλά καί ἡ κλῆσις καί ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου .

῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος Νύσσης διαμαρτυρόμενος, διότι κατεκρίθη ἄνευ τηρήσεως τῆς κανονικῆς τάξεως, λέγει χαρακτηριστικά: ῾Υποτιθέσθω ὅτι ἡ κατηγορία εἶναι ἀληθής, ὅμως "ποῖον συνέστη καθ᾿ ἡμῶν κριτήριον ἐπί τοῖς γενομένοις ἤ ὑπονοουμένοις; Τίς ἀπόδειξις τήν ἀδικίαν ἀπήλεγξεν (κατήλεγξεν); Τίνες Κανόνες καθ᾿ ἡμῶν ἀνεγνώσθησαν;". (Γρηγ. Νύσσης, MIGNE, 46, 1008). ᾿Ενταῦθα ὁ ἅγιος λέγει, ὅτι ἔπρεπε ἡ ὑπόθεσίς του νά ἐκδικασθῇ ἐνώπιον κανονικοῦ δικαστηρίου, εἰς τό ὁποῖον θά ἔπρεπε νά ἐκαλεῖτο, νά ἦτο παρών, νά ἤκουε τό ἀληθές ἤ ψευδές κατηγορητήριον, καί νά ἀνεγινώσκοντο καί οἱ Κανόνες τούς ὁποίους ὑποτίθεται, ὅτι κατεπάτησεν. Ταῦτα εἶναι οὐσιώδη στοιχεῖα διά τήν κανονικήν ἐκκλησιαστικήν κρίσιν. Διά τοῦτο πάντοτε εἰς κάθε κανονικόν ἐκκλησιαστικόν δικαστήριον ἀναγινώσκονται οἰ ῾Ιεροί Κανόνες οἱ σχετικοί μέ τήν ἐκδικαζομένην ὑπόθεσιν. Αὐτό ἔκαμνον πάντοτε οἱ ῞Αγιοι Πατέρες καί εἰς τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους. ᾿Απαραίτητον νά διευκρινισθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφασις, ἡ ληφθεῖσα ἀπό μή ἁρμόδιον Κανονικόν Δικαστήριον, ἔστω καί ἄν ἐνδεχομένως ἐτηρήθη τυπικά ἡ κανονική τάξις, πολλῷ μᾶλλον, ὅταν δέν ἐτηρήθη, ὅπως ἐν προκειμένῳ, ἀποβαίνει ἄκυρος καί ἀνενεργός μηδόλως παραβλάπτουσα τόν "τιμωρούμενον" Κληρικόν. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι κατηγορηματικοί: "Τόν ἐν τῇ κρίσει μή παρόντα κατά μηδένα τρόπον βλάπτεσθαι ὑπό τῆς ἐξενεχθείσης κατ᾿ αὐτοῦ ψήφου δοκιμάζομεν" (Πρακτικά Δ' Οἰκουμ. Συνόδου, MANSI 7, 268). Καί πάλιν "Τά κατά ἀπόντος γενόμενα ἀργείτω· ταῦτα πάντες λέγομεν· οὐδείς ἀπόντα κατακρίνει" (MANSI 7, 205). Δηλαδή καμμίαν συνέπειαν δέν ἔχει ἡ ἀπόφασις εἰς τόν οὕτω "τιμωρηθέντα" Κληρικόν.

Τήν ἀντικανονικήν ἐνέργειαν τοῦ Σεβ)του ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ κ. Παναρέτου κατακρίνει καί καθιστᾶ ἄκυρον, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί ὁ ΟΔ ᾿Αποστολικός Κανών, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διά τήν δίκην Κληρικοῦ τήν τριττήν Κλήτευσιν καί τήν ἀπολογίαν: "Ταῦτα μετά μίαν καί δευτέραν καί τρίτην παράκλησιν τοῦ ᾿Επισκόπου γινέσθω". Τριττή κλῆσις, ἐπαναλαμβάνομεν, ὄχι ὑπό τοῦ οἱουδήποτε, ἀλλά ὑπό τοῦ Κανονικοῦ καί ἁρμοδίου ἐν προκειμένῳ ᾿Επισκόπου.

Κατά τόν ΛΓ' ᾿Αποστολικόν, ἐάν ἕνας Κληρικός μεταβῇ εἰς ἄλλην ξένην ᾿Επισκοπήν, χωρίς νά ἔχῃ τά ἀπαραίτητα συστατικά γράμματα, καί ἐνδεχομένως δέν εἶναι "κήρυκας τῆς ἀληθείας", ὁ ᾿Επίσκοπος τὴς ᾿Επαρχίας αὐτῆς, τό μόνον δικαίωμα, τό ὁποῖον κανονικῶς κέκτηται, εἶναι νά ἀπαιτήσῃ τήν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ τόν φιλοξενήσῃ καί τοῦ δώσῃ καί τά ναῦλα νά ἀναχωρήσῃ. Δέν ἔχει καμμίαν ἄλλην διοικητικήν ἤ πνευματικήν κανονικήν ἐπ᾿ αὐτοῦ ἁρμοδιότητα καί δικαίωμα. Τό δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν καί κρίνειν καί ἀποφασίζειν ἕνας ᾿Επίσκοπος τό ἔχει μόνον διά τούς ὑπ᾿ αὐτόν Κληρικούς, τούς Κληρικούς τῆς ᾿Επισκοπῆς του. Καί αὐτοῦ, ὅμως, (δηλαδή τοῦ κανονικοῦ οἰκείου ᾿Επισκόπου) ἡ κρίσις θεωρεῖται ἔγκυρος μόνον ἐάν οὗτος ἀκολουθήσῃ ἀπολύτως τήν Κανονικήν διαδικασίαν, ἤτοι κατηγορητήριον, σύστασις δικαστηρίου, τριττή κλήτευσις, ἀπολογία, ἀνάγνωσις ῾Ιερῶν Κανόνων ἐν δικαστηρίῳ, κλπ. Αὐτά ἰσχύουν ἀμεταθέτως πάντοτε εἰς τήν ᾿Εκκλησίαν καί δέν δικαιολογεῖται ἀμάθεια ἤ ἀπειρία. "Εἰ μέν γάρ ἐναντίον τοῖς Κανόσιν ἐπίσκοπος ἐνέγκη ψῆφον (ἀπόφασιν) τιμωρηθήσεται, ἤγουν καθαιρεθήσεται, μή δυνάμενος προβάλλεσθαι ἀμάθειαν ἤ ἀπειρίαν· οὐ γάρ συγγνωστέος ἔσται λέγων μή εἰδέναι τούς Κανόνας, οὕς ἀναγκάζεται διά γλώττης ἔχειν ἀεί" (Βαλσαμῶνος, Σ.Ι.Κ.,τόμος Γ', σελ. 335). Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἶναι κατηγορηματικοί. Διατάσσουν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον παρανόμως ποινήν ἐναντίον κάποιου, χωρίς νά τηρηθῇ ἡ Κανονική τάξις νά τιμωροῦνται μέ τήν ἴσην ποινήν. Καί εἰς αὐτήν πάλιν, ὅμως, τήν περίπτωσιν οἱ ἀντικανονικῶς ἐπιβαλόντες ποινήν καλοῦνται καί ἐκδικάζονται Κανονικῶς διά νά εἶναι ἔγκυρος ἡ κατ᾿ αὐτῶν ποινή. ᾿Εν προκειμένῳ οἱ Πατέρες τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκάλεσαν τρεῖς φοράς, ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω, τόν ᾿Αντιοχείας ᾿Ιωάννην καί τούς σύν αὐτῷ, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τό "᾿Αποστατικόν Συνέδριον" καί παρανόμως κατεδίκασαν μέ "καθαίρεσιν" Αὐτούς (δηλ. τούς Πατέρας τῆς ῾Αγίας Γ' Συνόδου). ᾿Αφοῦ λοιπόν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες ἐκάλεσαν τρίς τούς παρανόμως ἐπιβαλόντας τήν ψευδοκαθαίρεσιν, "ἀπολογήσασθαι καί τάς αἰτίας εἰπεῖν, ἐφ᾿ αἷς τό τῆς Καθαιρέσεως συνέθεσαν χαρτίον καί οὐκ ἐθάρρησαν ἐλθεῖν", τότε: "ἀγανακτήσαντες τοίνυν εἰκότως, ἐβουλευσάμεθα μέν τήν ἴσην κατ᾿ αὐτοῦ καί τῶν ἄλλων ψῆφον ἐξενεγκεῖν ἐννόμως, ἥν αὐτός (ὁ ᾿Αντιοχείας ᾿Ιωάννης) παρανόμως κατά τῶν ἐπ᾿ οὐδενί κατεγνωσμένων ἔθετο". Καί συνεχίζουν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες: "αὐτούς ἀκοινωνήτους ποιήσαντες καί περιελόντες (ἀφαιρέσαντες) αὐτῶν πᾶσαν ἐξουσίαν" (MANSI 4, 1336), δηλαδή τούς κατεστήσαμεν ἀκοινωνήτους καί ἀφηρέσαμεν ἀπό αὐτούς πᾶσαν ἐξουσίαν.

Βλέπομεν, Μακαριώτατε καί Σεβ)τοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ὅτι οἱ Πατέρες "ἀγανακτήσαντες" κατά τοῦ ᾿Αποστατικοῦ ἐκείνου Συνεδρίου, ἐπέβαλον κανονικῶς εἰς αὐτούς τήν ἴσην ποινήν, δηλαδή τήν Καθαίρεσιν. ᾿῾Ημεῖς τί ἐκἀναμε διά τούς ὁμοίως άποστατήσαντας πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ὡσαύτως ἐνήργησαν παρανόμους πράξεις; ᾿Αμφιβάλλομεν, ὅτι ἀπολύτως παρόμοιον εἶναι καί τό "᾿Αποστατικόν συνέδριον" τῶν πέντε τούτων πρώην Μητροπολιτῶν; Τί ἐποίησαν καί οὗτοι; ᾿Εξῆλθον τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου καί ἀναρμοδίως, καί ἀντικανονικῶς (χωρίς νά εἶναι ἁρμόδιον δικαστήριον, χωρίς κλήσεις, χωρίς ἀπολογίας κλπ) ἐπέβαλον "ἀργίας" καί ἀπεφάσισαν "καθαιρέσεις"!!! Καί τότε μέν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες τῆς Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐφήρμοσαν, ὅπως εἴδομεν, τήν Κανονικήν τάξιν, τούς ἐκάλεσαν τρίς καί ἐν τέλει "ἀγανακτήσαντες" ἐπέβαλαν ἐρήμην τήν "ἴσην ποινήν" εἰς αὐτούς. ῾Ημεῖς, ὅμως, διατί ἐπί τόσα ἔτη δέν "ἀγανακτήσαμεν"; Διατί δέν ἐπεβάλαμε τήν "ἴσην ποινήν" εἰς αὐτούς ἀλλά "ἀγανακτοῦμε", ἐναντίον ἐκείνων πού μᾶς ὑπενθυμίζουν καί μᾶς ἐπισημαίνουν αὐτήν τήν σοβαράν παράλειψίν μας; Διατί ἐν προκειμένῳ δέν ἠκολουθήσαμεν ἀκόμη τό παράδειγμα τῆς ῾Αγίας Γ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου[1];

Αὐτή εἶναι ἡ ἀγωνία μου καί ὁ αὐτοέλεγχός μου πού μέ ἠνάγκασαν νά ἐπανέλθω, διότι αἱ παραλείψεις εἰς θέματα Κανονικῆς τάξεως κατά τούς ῾Αγίους Πατέρας, καί χαρακτηριστικῶς κατά τόν ῞Αγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην, λογίζονται παρά Θεοῦ ὡς "ἀδιαφορία καί τῶν Κανόνων καταφρόνησις μᾶλλον δέ Θεοῦ, παρ᾿ οὗ ἐδόθησαν" οἱ Κανόνες. (MIGNE, 99, 996), καταλήγουν δέ νά εἶναι καί "βλασφημία κατά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος" κατά τόν ἴδιον, πάλιν, Πατέρα.

Αὖθις, ὡς ἐλάχιστος ῾Υμῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί Συλλειτουργός, παρακαλῶ νά ἐξετάσωμεν εἰς βάθος ἑαυτούς, νά ἐρευνήσωμεν καί νά ἴδωμεν ποῖα τά κίνητρα καί τά ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἀτυχοῦς αὐτῆς ἐνεργείας τοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ, άλλά καί ὅλων τῶν ἰδικῶν μας κοινῶν παραλείψεων, καί ἄς συμπαρασταθῶμεν μέ τάς προσευχάς μας, ὥστε ὅ,τι ἀτυχῶς καί ἐκ συναρπαγῆς ἤ ἄλλων λόγων ἐνήργησε, νά τό θεραπεύσῃ, νά τό θεραπεύσωμεν ὁμοῦ, διότι σήμερον παρεσύρθη ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός, αὔριον, μή γένοιτο, ἴσως καί ἡμεῖς, διότι, ὡς σάρκα φοροῦντες καί τῷ κόσμῳ οἰκοῦντες, εὑρισκόμεθα πάντοτε εἰς τόν αὐτόν κίνδυνον νά παρασυρθῶμεν καί νά πλανηθῶμεν. ῞Οθεν ἐν ἀληθεῖ ἀγάπῃ ἄς ἐνεργήσωμεν τά πάντα κατά τήν Κανονικήν Τάξιν, ἵνα μή ὡς "καταφρονηταί" τοῦ Θεοῦ, κατά τόν ῞Αγιον Θεόδωρον τόν Στουδίτην, θεωρηθῶμεν.

῾Ημεῖς μέ πολλήν ἀγάπην θερμῶς παρακαλοῦμεν τόν Σεβασμιώτατον ἐν Χριστῷ ἀδελφόν, ὡς "τρώσας" τήν κανονικήν τάξιν καί τό δίκαιον, αὐτός "καί ἱάσεται" τό τραῦμα, διά νά μείνῃ ἄτρωτος ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἑνότης εἰς τό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας. Διαφορετικά κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἡ ῾Ιερά Σύνοδος εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἐφαρμόσῃ τήν Κανονικήν Τάξιν, διότι ὅπως ἀνέφερα εἰς τήν ἀρχήν τοῦ παρόντος, ὅταν τηρῆται ἐν ἀγάπῃ ἡ Κανονική Τάξις οὐδείς "θόρυβος" συμβαίνει, οὐδεμία "δυσφημία" ἀκούεται, ἀλλά μᾶλλον "εὐφημία" (ἔπαινος) "παρά τῶν εὖ φρονούντων", δηλαδή ἀπό ἐκείνους πού "εἶναι στά λογικά" τους καί σκέπτονται σωστά.

Αὖθις ἀσπάζομαι ῾Υμᾶς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ

῾Υμέτερος ἀδελφός καί συλλειτουργός

᾿Ελάχιστος ἐν ᾿Επισκόποις

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ

ΚΗΡΥΚΟΣ

--------------------------------------------------------------------------------

[1] ῾Η ἐλαχιστότης μου δέν ἀπαλάσσεται τῆς εὐθύνης διά τήν καθυστέρησιν τῆς καταθέσεως τοῦ Πορίσματος τοῦ ᾿Ανακριτοῦ ἐπί τοῦ Συνοδικοῦ Κατηγορητηρίου κατά τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν. Εἶναι βεβαίως γνωστόν εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, κατόπιν τῆς σχετικῆς ἐνημερώσεως τοῦ Σεβασμιωτάτου ᾿Ανακριτοῦ Σεβ. ᾿Αργολίδος κ. Παχωμίου, ὅτι ἡ Κανονική διαδικασία τῆς τριττῆς Κλητεύσεως ἔχει ἤδη πρό πολλοῦ ὁλοκληρωθεῖ. ῞Ομως δέν ἔφθασαν ἀκόμη ἐκ μέρους τῶν θεολόγων αἱ αἰτηθεῖσαι παρά τοῦ ᾿Ανακριτοῦ Γνωμοδοτήσεις-Μαρτυρίαι ἐπί τοῦ Συνοδικοῦ Κατηγορητηρίου, τό ὁποῖον τούς ἐκοινοποιήθη, πλήν τῆς Γνωμοδοτήσεως-Μαρτυρίας τοῦ θεολόγου Καθηγητοῦ κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη. ᾿Αφ᾿ ἐτέρου ὀφείλω νά σημειώσω, ὅτι εἰς τήν καθυστέρησιν συνέβαλε καί τό γεγονός, ὅτι "προπαγανδίζονται" ἀπόψεις τινές, ὅπως: "Δέν μποροῦμε νά καταδικάσουμε τούς πέντε, διότι προηγουμένως πρέπει νά καταδικάσουμε τάς αἵρέσεις των", ἤ: "Δέν πρέπει νά καταδικάσουμε τούς πέντε, διότι ἔχουμε τά ἴδια φρονήματα μέ αὐτούς μέ τούς ὁποίους πρέπει νά ἑνωθοῦμε", καί τέλος: "Δέν πρέπει νά καταδικάσουμε τούς πέντε, διότι τώρα κάμνουμε θεολογικό Διάλογο μέ τούς Φλωριναίους, οἱ ὁποῖοι κάλεσαν στόν Διάλογο καί τούς πέντε". ῎Ηδη, ὅμως, γνωρίζουμε πολύ καλά, ὅτι οἱ Φλωριναῖοι μέ τό διάλογο ἀποβλέπουν σέ μία ἕνωσι τύπου Καλλίστου. ῎Αλλωστε ἔχουν πολλάκις δηλώσει, ὅτι: "ἀναγνωρίζουν ᾿Αποστολικήν Διαδοχήν εἰς ἡμᾶς ἀπό τό 1971". Παραλλήλως κάποιοι ἡμέτεροι προωθοῦν τήν ἕνωσιν τύπου: "Νά δώσουμε τά χέρια μέ μιά κοινή ὁμολογία",. Αὐτά συστηματικῶς προπαγανδίζονται καί ἐπειδή προτίθεμαι, κατά ᾿Αρχιερατικόν καθῆκον, ὡς ὑπεύθυνος τῆς ᾿Επιτροπῆς διά τόν Θεολογικόν Διάλογον, νά εἰσηγηθῶ ἐπί τοῦ θέματος τούτου εἰς τήν ῾Ιεραρχίαν, ἐπί τοῦ παρόντος ὑπογραμμίζω μόνον τοῦτο. ᾿Εκτιμῶ πώς ὅσα συμβαίνουν ἐσχάτως στόν ᾿Εκκλησιαστικό μας χῶρο, ἀντικανονική ἀργία κατά τοῦ π. ᾿Αμφιλοχίου, κάλυψις τῶν "πέντε", προσπάθεια δυσφημήσεως τοῦ θεολόγου κ. ᾿Ελευθερίου Γκουτζίδη (ὅμοια μέ ἐκείνη τῶν "πέντε"), κ.ἄ. ἔχουν σκοπό τήν ἄπρόσκοπτον προώθησιν καί δημιουργίαν ἑνός "παλαιοημερολογιτικοῦ σχήματος", εἰς τό ὁποῖον θά συμμετέχουν οἱ Φλωριναῖοι, οἱ "πέντε", οἱ Ρῶσοι τῆς Διασπορᾶς κλπ. καί ὅσοι ἀπό τούς ἰδικούς μας δέν ἀντιληφθοῦν τήν προδοσία καί ἐνταχθοῦν εἰς αὐτό, τό ὁποῖον σημειωτέον, μέσω ἰδικῶν του "ὀργάνων" καί "μεθοδεύσεων" προωθεῖ ὁ νεοημερολογίτης ᾿Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Δι αὐτό ἐπιμελῶς μερικοί συστήσουν: "Μή μιλᾶτε ἄσχημα γιά τούς πέντε", "Μή τούς κατηγορῆτε". "Μή κατηγορῆτε τούς Φλωριναίους, διότι ὅσον οὕπω θά τά βροῦμε". κλπ. Αὐτά καταθέτω καί εὔχομαι νά διαψευσθῶ.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Συντομος απάντησις εις οσους παραφερονται...

 

 

 

Από τον Σεπτεμβριον του 1971, εμφανως, καθ ημας, (από το ετος 1957 καί προηγουμενως υποχθονιως), επανεληφθη ὅ,τι τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας (8ος αἰών). Τότε καί τώρα ἔγιναν τά ἄνω κάτω εις ομολογιακον καί εκκλησιολογικον επίπεδον. Συνετελέσθη η «ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν πάντων», πρωτον δια της παναιρετικης οικουμενιστικης Εγκυκλίου του Πατριαρχειου της Κων/λεως καί δευτερον δια της εν ετει 1971 επιχειρηθεισης υπαγωγης των Επισκοπων της Γνησιας Ορθοδοξου Εκκλησιας εις την νεωτεριστικην «Εκκλησιαν» των Ρωσων της Διασπορας καί των Φλωρινικων.

Καί τοτε μεν (κατα την Εικονομαχιαν) ἐπολεμήθη ἕν δόγμα, τό δόγμα τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, γι’ αὐτό καί ἡ τότε αἵρεσις ωνομασθη Εἰκονομαχική, (η οποία ειναι κατα Βαθος  χριστομαχος αιρεσις), ἐνῶ εἰς τάς ἡμέρας μας, (από του 1920 καί εξης) ἐπολεμήθη καί πολεμεῖται τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καΊ λέγεται Εκκλησιολογική αἵρεσις, η παναιρεσις του Οικουμενισμου. Αἱ «πῦλαι τοῦ Ἅδου» («πῦλαι τοῦ Ἄδου» κατα τους Αγιους Πατερας εἶναι αἱ δυσώνυμοι αἱρέσεις), εις τας ημερας μας ἐδίωξαν καί συνεχιζουν να διωκουν τήν Ἐκκλησίαν, διά τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ καί Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν.

Οι πολέμιοι τῆς ‘Εκκλησίας ἀνέλαβον νά διαστρεβλώσουν η καί να εξαφανισουν την Ορθοδοξον Ομολογιαν (1924, 1934, 1935 καί εξης) καί να νοθευσουν την γνησιαν καί ανοθευτον Αποστολικην Διαδοχην (χειροτονιαι του 1948) της Ακαινοτομητου Εκκλησιας.

Επολέμησαν λυσσωδως καί δολίως καί συνεχιζουν να πολεμουν με την ιδιαν λυσσαν αυτα τά δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διότι γνωρίζουν ὅτι ἄνευ αὐτῶν δέν νοεῖται Γνησια καί Ακαινοτομητος Ορθοδοξος Εκκλησία.

Εἰς τήν ‘Ορθόδοξον Ὁμολογίαν (‘Εκκλησιολογίαν) συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά δόγματα, καί αὐτή ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, ἡ ὁποία δέν εἶναι δυνατόν νά χωρισθῆ ἀπό τήν Ὁμολογίαν, ὅπως χαρακτηριστικά διδάσκει ὁ Ἅγιος ‘Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος. Δι’ αὐτό καί τά ξένα Κέντρα ἐφρύαξαν καί ακόμη φρυαττουν ἐναντίον ἐκείνων τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νά διαφυλαχθῆ «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» αὕτη ἡ ἱερά Παρακαταθήκη, αὐτός ὁ πολύτιμος θησαυρός τῆς Ὁμολογίας καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τήν ὁποίαν ἐλάβομεν διά τῶν ὁμολογιακῶν πράξεων καί τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1937 καί 1948 καί ἀλληλοδιαδόχως καί τῶν μέχρι τοῦ 1995 καί 2008 εως το 2011 ὀρθοδόξων χειροτονιῶν καί μέχρι σήμερον.

Οι τελευταιοι διωκται  καί πολέμιοι καί της Ορθοδοξου Ομολογιας καί της Γνησιας καί ανοθευτου Αποστολικης Διαδοχης, ειναι οσοι ενω εν γνωσει τους αρνουνται την ομολογιακην αντιμετωπισιν της προδοσίας του 1971 (περι δηθεν συγχωρητικης ευχης), καί της ψευδοομολογιας του 1981, (διοτι από εκεί προερχονται ολα τα δεινα), συνεταχθησαν καί συντασσονται με εκείνους, οι οποιοι επολεμησαν την Αποστολικην Διαδοχην υποστηριξαντες καί συνεχιζοντες να υποστηριζουν «γυμνη τη κεφαλη» πλέον, οτι «υπό την προυπόθεσιν οτι ωρθοδοξησαν οι Ρωσοι εδεχθημεν δηθεν συγχωρητικην ευχην, πρός αναγνωρισιν των χειροτονιων μας», καί τα οποια δηθεν αποδεχθηκαμε «δια να γινη η ενωσις μετα των κακοδοξων Φλωρινικων» ...

Η αλήθεια ειναι οτι ουτε οι Ρωσοι της Διασπορας ωρθοδοξησαν, ουτε την Ορθοδοξον Ομολογιαν καί την Αποστολικην Διαδοχην απεδεχθησαν, ουτε χειροθεσιαν ποτε εδεχθημεν, ουτε συγχωρητικην ευχην, ουτε αποδεχθηκαμε τιποτα, ουτε προσθεσαμε, ουτε αφαιρεσαμε τιποτα από την Ομολογια μας καί την Αποστολικην μας Διαδοχη.

 Οσοι απεστατησαν καί οσοι απεδεχθησαν παντα τα της αποστασίας του 1971 «Εξ ημων εξηλθον, αλλ ουκ ησαν εξ ημων», διοτι «αν ησαν εξ ημων μεμενηκεσαν αν μεθ  ημων».

ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ

ΠΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΝ[1]

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ

ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ

ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057

Ἀριθμ. Πρωτ. 39   Ἐν Κορωπίῳ τῆ 1.9.2006(Ε.Η.)


 

ΘΕΜΑ: ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

 

Τέκνον ἐν Κυρίῳ ἀγαπητόν

Σχετικά μέ τούς λόγους τούς ὁποίους ἐπικαλοῦνται οἱ περί τόν ψευδαρχιεπίσκοπον κ. Νικόλαον Ἀρχιερεῖς, διά τήν ἐναντίον μου «προετοιμαζομένην ψευδοκαθαίρεσιν» σᾶς γνωρίζω τά ἑξῆς:

1) Κατ’ ἀρχάς οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχουν νά πράξουν τι ἐναντίον μου καί ἐναντίον τῶν περί ἡμᾶς Κληρικῶν, διότι ἤδη μέ τό ὑπ’ ἀριθμ. 390/16.6.2005 τούς ἔχομεν ἀποκηρύξει διά σοβαρούς λόγους Πίστεως, ἤτοι διά τά αἱρετικά των φρονήματα καί διά τάς βλασφημίας των κατά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, δηλαδή ἔχομεν διακόψει πᾶσαν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν καί ἔχομεν διαγράψει τά ὀνόματά των ἀπό τά Δίπτυχα τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

2) Ἤδη αὐτοί μέ τάς πράξεις των (Κατάλυσις τῆς Κανονικῆς Τάξεως καί τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ, ἐμμονή εἰς τά αἱρετικά φρονήματα – παραχαράξεις Ἁγιοσυνοδικῶν κειμένων τοῦ πρώτου ἐξ’ αὐτῶν, εἰς τά ὁποῖα τό καλύπτουν οἱ ὑπόλοιποι, βλασφημίαι κατά τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, τά ὁποῖα ἀπεκορυφώθησαν εἰς τήν ἱερόσυλον συμπαιγνίαν παραίτησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία ἐγένετο οὐχί διά λόγους ὑγείας ὡς ψευδῶς καί συμπαικτικῶς ἰσχυρίσθησαν, ἀλλά διά τήν προώθησιν τῶν σχεδίων τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἄρνησις νά δεχθοῦν καί νά συνομολογήσουν τήν καθαράν Ὁμολογίαν τῆς ‘Ορθόδοξου Πίστεως, τήν ὁποίαν τούς καλέσαμεν πολλάκις νά συνομολογήσουν) αὐτοαπεκόπησαν καί ἐξῆλθον τῆς Ἐκκλησίας, καί ἑπομένως αὐτοί οἱ ἤδη καθηρημένοι, εἶναι ὑπόδικοι ..., καί οὐχί ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐμμένομεν εἰς τήν καθαράν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, καί τήν ἀνόθευτον καί ἀδιάκοπον ‘Αποστολικήν Διαδοχήν, ὅπως τήν παρελάβομεν διά τῶν εὐλογημένων χειροτονιῶν τοῦ 1935, 1948 καί 1995.

3) Διευκρινίζομεν, ὅτι ἐνῶ αὐτοί εἶναι ἤδη καθηρημένοι, διότι διά τῆς ἀθωώσεως τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν (2003) ἐνεργοποίησαν διά τούς ἑαυτούς των τάς καθαιρετικάς ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν, καί ἐνῶ ἤδη τά αἱρετικά των φρονήματα καί αἱ παρανομίαι των ἔχουν καταδικασθεῖ πολλάκις ὑφ’ ἡμῶν, ὅμως ἀπαιτεῖται καί ἠ ἐκ μέρους τῆς ‘Εκκλησίας καταδίκη καί ἀναθεματισμός αὐτῶν τῶν ἰδίων, καί τοῦτο διά ποιμαντικούς λόγους, ὅπως προβλέπει ἡ Κανονική Τάξις τῆς ‘Εκκλησίας.

4) Τήν καταδίκην καί ἀναθεματισμόν αὐτῶν δύναται νά πραγματοποιήση καί εἷς μόνος Ἀρχιερεύς, ὁ ὁποῖος παραμένει εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, διότι εἰς τήν ‘Εκκλησίαν προηγεῖται ἡ Ὀρθή Πίστις (ἡ Ὁμολογία) καί ἔπεται ἡ πλειοψηφία, τήν ὁποίαν τόσον ἐπικαλοῦνται καί οἱ πέντε πρώην Μητροπολῖται καί οἱ συνεχισταί αὐτῶν τοῦ κ. Νικολάου.

5) Ἀλλά καί οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους μέ ἀποκαλοῦν «σχισματοαιρετικόν» καί βάσει τῶν ὁποίων θά στηρίξουν, ὡς λέγουν τήν δῆθεν καθαίρεσίν μου ἀποβαίνουν ΕΝΑΝΤΙΟΝ των, διότι καί ὁ ἄκρω δακτύλου ἀψάμενος τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί θεολογικῶν ζητημάτων, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔπαθαν ὅ,τι ἔπαθαν οἱ ἀπ’ αἰώνων αἱρετικοί, ἤτοι ἄνοιξαν λάκκον διά τούς ἄλλους, ἀλλά ἔπεσαν μέσα οἱ ἴδιοι. Δηλαδή ἐνῶ ἐπεχείρησαν νά μᾶς ἀποδείξουν αἱρετικούς, διότι δῆθεν ὑπερασπιζόμεθα καινοτομίας καί αἱρέσεις (ὅπως τήν περί ἀνάρχου, αἰωνίας καί ἀοράτου Ἐκκλησίας τῶν τριῶν θείων προσώπων» διατύπωσιν), ἀπέβησαν οἱ ἴδιοι αἱρετικοί, διότι τά ἐπιχειρήματά των ἦσαν καί εἶναι τά περί ‘Εκκλησίας αἱρετικά φρονήματα καί αἱρέσεις τῶν ἀπ’ ἀρχῆς αἱρετικῶν, τῶν Προτεσταντῶν καί τῶν σημερινῶν οἰκουμενιστῶν, νεοημερολογιτῶν καί παλαιοημερολογιτῶν.

Καί ἰδού τοῦ λόγου τό ἀληθές:

Τά περί «ἀγράφων» καί «ἀμαρτύρων» ἐπιχειρήματά των εἶναι παλαιά μέθοδος τῶν αἱρετικῶν ‘Αρειανῶν.

Είς τήν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν ἐγένετο «διαμάχη» ὅσον ἀφορᾶ τό «ἄγραφον», ἤ ὅπως λέγουν σήμερον τό «ἀμάρτυρον», ἤτοι τήν χρῆσιν λέξεων ἤ ὅρων μή ἀπαντωμένων εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, πρός ἀπόδοσιν μιᾶς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο βεβαίως τό γεγονός ἀποδεικνύει τήν σημασίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὡς καθοριστικοῦ παράγοντος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο βλέπομεν σαφέστερον εἰς τό ἔργον τῶν Συνόδων. Π.χ. οἱ Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐχρησιμοποιήθησαν τόν ὅρον «ὁμοούσιος», ὁ ὁποῖος δέν συναντᾶται ὡς λέξις, οὔτε εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, οὔτε εἰς τούς προηγουμένους Πατέρας, ἀπαντᾶται ὅμως ὡς περιεχόμενον. Δηλαδή οἱ Πατέρες ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἁγιογραφικά χωρία, ὅπως «πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ ἐμά ἐστί» ((Ἰω. 16,15), «ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμέν» (‘Ιω. 10,30) «ὁ ἐμέ ἑωρακώς ἑώρακε τόν Πατέρα» (‘Ιω 14,9) καί ταῦτα νοήσαντες ὀρθοδόξως τά ἀπέδωσαν διά τοῦ ὅρου «ὁμοούσιος».

Καί ὁ Ἅγιος ‘Αθανάσιος ἀντιμετώπισε καί κατ’ ἰδίαν τό γεγονός, ἀναφέρει μάλιστα ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἱκουμενικῆς Συνόδου ἀντελήφθησαν τήν πανουργίαν τῶν αἱρετικῶν, ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τοῦτο, καί ἀπήντησαν καταλλήλως. Ὁ ἴδιος ἑρμηνεύει τό γεγονός ὡς ἑξῆς: «Γινωσκέτω δέ ὅμως, εἴ τις ἐστι φιλομαθής, ὅτι εἰ καί μή οὕτως ἐν ταῖς γραφαῖς εἰσίν αἱ λέξεις, ἀλλά καθάπερ εἴρηται πρότερον, τήν ἐκ τῶν γραφῶν διάνοιαν (σ.σ. τό πνεῦμα, τό νόημα) ἔχουσι καί ταύτην ἐκφωνούμεναι σημαίνουσι τοῖς ἔχουσιν εἰς εὐσέβειαν τήν ἀκοήν ὁλόκληρον» (Βλ. Μ. ‘Αθανασίου ΒΕΠΕΣ 31, 162, PG 25,453 AB, Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ ΒΕΠΕΣ 59, 277, καί Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ pg 94, 1333 BC).

‘Αλλά καί οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἰς τόν ἀγῶνά των νά ἀντιμετωπίσουν τούς τότε ἐμφανισθέντας ἤ καί τούς προηγουμένους αἱρετικούς συνήντησαν πάλιν τοιοῦτόν θέμα. Π.χ. ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός εἶχε νά ἀντιπαλαίση πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπεκαλοῦντο τό «ἄγραφον» ὡρισμένων λέξεων, τάς ὁποίας ἐχρησιμοποίει ὁ πατήρ πρός βεβαίωσιν δογματικῆς τινός ἀληθείας, ὅπως π.χ. διά τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Λέγει εἰς μίαν ὁμιλίαν του: «Πάλιν καί πολλάκις ἀνακυκλεῖς ἡμῖν τό ἄγραφον. Ὅτι μέν οὖν οὐ ξένον τοῦτο (ἡ θεότης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), οὐδέ παρείσακτον, ἀλλά καί τοῖς πάλαι καί νῦν γνωριζόμενον καί παραγυμνούμενον, δέδεικται μέν ἤδη πολλοῖς τῶν περί τούτου διειληφότων, ὅσοι μή ραθύμως μηδέ παρέργως ταῖς θείαις γραφαῖς ἐντυχόντες, ἀλλά διασχόντες τό γράμμα καί εἴσω παρακύψαντες τό ἀπόθετον κάλλος ἰδεῖν ἠξιώθησαν καί τῶ φωτισμῶ τῆς γνώσεως κατηυγάσθησαν. Δηλώσωμεν δέ καί ἡμεῖς ἐξ ἐπιδρομῆς, ὅσον ἐνδέχεται, τοῦ μή δοκεῖν εἶναι περιττοί τινές μηδέ φιλοτιμότεροι τοῦ δέοντος ἐποικοδομοῦντες ἐπί θεμέλιον ἀλλότριον» (ΒΕΠΕΣ 59, 276) .

Εἰδικώτερον ἐπί τῆς δῆθεν «καινοτομίας» καί «πατερικῶς ἀμαρτύρου» τῆς διατυπώσεως «περί τῆς πρώτης, ἀνάρχου, αἰωνίας καί ἀοράτου ‘Εκκλησίας».

Ἀπό τούς ἁγίους Πατέρας μανθάνομεν, ὅτι Ἐκκλησία σημαίνει ἑνότητα καί κοινωνίαν. Καί ἀκόμη ὅτι τό δόγμα τῆς ἑνότητος τῆς ‘Εκκλησίας  εἶναι τό πρῶτον καί βασικόν δόγμα τῆς Πίστεώς μας. Εἰς τό Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας ὁμολογοῦμεν: «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». ‘Εμάθομεν ἐπίσης ὅτι ἡ ‘Εκκλησία εἶναι πάντοτε ἡνωμένη καί οὐδέποτε διαιρεῖται. Ὅτι οἱ σχισματικοί καί οἱ αἱρετικοί δέν διαιροῦν τήν Ἐκκλησίαν, ὅπως λέγουν σήμερον οἱ οἰκουμενισταί (νεοημερολογῖται καί παλαιοημερολογῖται), ἀλλά αὐτοί ἀποσχίζονται καί ἀποκόπτονται ἐξ’ αὐτῆς, ἡ δέ ‘Εκκλησία παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, δηλαδή καί μετά τήν ἀπόσχισίν των ὁσοιδήποτε καί ἄν εἶναι αὐτοί, ἡ Ἐκκλησία δέν βλάπτεται, δέν διαιρεῖται, παραμένει πάντοτε ἑνωμένη, ΜΙΑ καί ἀδιαίρετος.

Ἡ ‘Εκκλησία καί «ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ἐστίν ὁριζομένη», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες. Ὅπως δέν ἐβλάφθη, δέν διηρέθη ὅταν ἔμειναν μόνοι των οἱ ἅγιοι πρόμαχοί της Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Μάρκος Εὐγενικός, καί κατά τόν προηγούμενον αἰῶνα ὁ νέος Ὁμολογητής Ματθαῖος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁμιλῶν περί Ἐκκλησίας λέγει: «... Ἐκκλησίαν δέ Θεοῦ καλεί (= ὁ Παῦλος), δεικνύς ὅτι ἡνῶσθαι αὐτήν χρῆ. Εί γάρ Θεοῦ ἐστίν, ἥνωται καί μία ἐστίν, οὐκ ἐν Κορίνθω μόνον ἀλλά καί ἐν πάση τῆ οἰκουμένη. Τό γάρ τῆς Ἐκκλησίας όνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλά ἑνώσεώς ἐστι, καί συμφωνίας ὄνομα. ...Εἰ δέ ὁ τόπος χωρίζει (=τούς πιστούς), ἀλλ' ὁ Κύριος αύτούς συνάπτει κοινός ὤν» (PG 61,13). Κατά τούς Ἁγίους Πατέρας ἡ ἑνότης ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἰς τήν κοινωνίαν τῶν μελῶν μετά τοῦ Χριστοῦ, ἀντικατοπτρίζει δέ αὕτη ἡ κοινωνία τήν ἑνότητα καί κοινωνίαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Κατό ἴδιον ἅγιον: «Καθάπερ ἐν σώματι πνεῦμα ἐστίν τά πάντα συνέχον, καίτοι γε ἐν διαφόροις μέλεσιν΄ οὕτω καί ἐνταῦθα. Διά γάρ τοῦτο τό Πνεῦμα ἐδόθη, ἵνα τούς γένει καί τρόποις διαφόροις διεστηκότας ἑνώση. Ὁ γάρ γέρον καί νέος, ὁ πένης καί ὁ πλούσιος, ὁ παῖς καί ὁ ἔφηβος, ἡ γυνή καί ὁ ἀνήρ, καί πᾶσα ψυχή ἕν τι γίνεται, καί μᾶλλον ἤ εἰ σῶμα ἕν ἦν. Ταύτης γάρ τῆς συγγενείας πολλῶ μεῖζων ἐκείνη, καί πλείων ἡ ἀκρίβεια αὕτη τῆς ἑνώσεως. Ἡ γάρ τῆς ψυχῆς συνάφεια ἀκριβεστέρα ἐστίν, ὅσω καί ἁπλῆ καί μονοειδής ἐστι» (PG 62,72).

Καί πάλιν λέγει: «Εἰ μή πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία΄ εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστι» (PG 50, 459).

Κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ ‘Εκκλησία εἶναι εἰκών τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Χαρακτηριστικώτερος ὅλων εἶναι ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ἀφ’ ἑνός μέν τό ἐνιαῖον, ἀφ’ ἑτέρου τόν ἐκ διαφόρων μελῶν ἀπαρτισμόν τῆς Ἐκκλησίας, λέγων: «Εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὡς τήν αὐτήν τῶ Θεῶ περί τούς πιστούς ἐνεργοῦσα ἕνωσιν, κἄν διάφοροι τοῖς ἰδιώμασι καί ἐκ διαφόρων καί τόπων καί τρόπων οἱ κατ’ αὐτήν διά τῆς πίστεως ἐνοποιούμενοι τύχωσιν ὄντες» (PG 91,668). Καί πάλιν: "Κατά τόν αὐτόν τρόπον καί ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησία, τά αὐτά τῷ Θεῷ περί ἡμᾶς ὡς ἀρχετύπῳ εἰκών ἐνεργοῦσα δειχθήσεται ... πάντων συμπεφυκότων ἀλλήλοις καί συνημμένων, κατά τήν μίαν ἁπλῆν τε καί ἀδιαίρετον τῆς πίστεως χάριν καί δύναμιν ..." (Αὐτόθι σελ. 665 Γ καί 667 Α). Καί πάλιν: "Ὡς τήν αὐτήν  αὐτῷ καί ἔνωσιν  καί διάκρισιν ἐπιδεχομένην..." (Αὐτόθι Κεφ. Β σελ. 667  Γ).

Χαρακτηριστικωτέρα ὅμως εἶναι ἡ διατύπωσις τοῦ Ἁγίου Φωτίου: «...Τί δ᾿ οὖν ὁ πλάστης καί κηδεμών; ἄρα παρεῖδεν εἰς τέλος τό πλάσμα ταλαιπωρούμενον...; Οὐ μέν οὖν. Πῶς γάρ ὅπερ φιλοτιμούμενος ἔπλασεν, ἠνέσχετ᾿ ἄν ἠδέως ὁρᾶν συλαγωγούμενον καί πλανώμενον; Διό πρός ἑαυτήν μέν ἡ τῆς Τριάδος ἑνότης, εἰ θέμις εἰπεῖν, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, θέμις δέ τοῦτο λέγειν ἐπί τῆς ἀναπλάσεως, ὅτι τό "ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ᾿ ὁμοίωσιν" ἐπί τῆς πλάσεως εἴρηται· τῷ ἐνιαίῳ τῆς γνώμης βουλήματι, τήν ἀνάπλασιν τοῦ συντριβέντος διετίθετο πλάσματος".

῞Οπως βλέπομεν, λοιπόν, ἡ διατύπωσις τοῦ θεολόγου ‘Ελευθερίου Γκουτζίδη, μαρτυρεῖται πλειστάκις ὑπό τῶν Πατέρων, οὐχί μόνον κατά τό πνεῦμα, καί τό νόημα, ἀλλά καί κατά τό γράμμα. Μήν ἐπιμείνουν δέν νά μᾶς λέγουν ὅτι ἄλλο ΕΚΚΛΗΣΙΑ καί ἄλλο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΑΣΑ, διότι κινδυνεύουν νά χαρακτηρισθοῦν, ὡς ἀνεπανορθώτως φρενοβλαβεῖς.

Ἡ Ἀληθής ‘Εκκλησία παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, οὐδέποτε ἦτο χωρισμένη καί οὐδέποτε εἰς τό μέλλον πρόκειται νά χωρισθῆ, ὅπως φρονεῖ οἰκουμενιστικῶς ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος

Καί ὅταν ὁμιλῶμεν διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐννοοῦμεν καί κατανοοῦμεν ταύτην καθώς τήν διατύπωσεν ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος εἰς τό Θ’ Ἄρθρον τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἤτοι «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν», καί καθώς τήν ἡρμήνευσε καί τήν ἐβίωσεν ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Οὐχί οἰκουμενιστικῶς, ὅπως δηλαδή τήν ἑρμηνεύει ὁ σύγχρονος Οἱκουμενισμός, καί ὅπως συμπεπλασμένως καί δολίως καί ἀνοήτως προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τήν διατύπωσιν οἱ ἐνδυθέντες τήν πλάνην, τό ψεῦδος καί τήν ὑποκρισίαν «κατάραν ὡς ἱμάτιον», ἤτοι οἱ ὁπαδοί τοῦ κ. Νικολάου καί ὁ ἴδιος.

Τό γραφέν καί ὑποστηριζόμενον ὑπό τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου καί τῶν ὁπαδῶν του καί τῶν ὑποτακτικῶν του ‘Αρχιερέων, ὅτι ἡ διατύπωσις «ἄναρχος, αἰωνία καί ἀόρατος ἐκκλησία», ἀποδιδομένη «εἰς τήν κοινωνίαν τῶν τριῶν θείων προσώπων», ἤτοι εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν, διαιρεῖ τήν Ἀγίαν Τριάδα, διότι «ἡ ‘Εκκλησία ἐξ’ ὁρισμοῦ σημαίνει ἑνότητα τῶν τό πρίν διεστώτων, δηλαδή ἡ ‘Εκκλησία ἦτο κάποτε χωρισμένη καί ὑπάρχει ἡ δυνατότης κάποτε νά χωρισθῆ» εἶναι φρικτόν καί ἀκουόμενον, διότι εἶναι ἡ μεγίστη τῶν αἱρέσεων. Θά τολμοῦσα νά εἴπω ὅτι εἶναι ἡ ἐσχάτη αἵρεσις τοῦ ἀντιχρίστου, διότι ἐπί τῆς δῆθεν «διηρημένης ἐκκλησίας», ἤτοι ἐπί τῶν ψευδοεκκλησιῶν τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» θά ἔλθη νά ἐπικαθήση ὁ Ἀντίχριστος, καί θά κυριαρχήση ὡς «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως», «ἐν τόπῳ ἁγίῳ».

Δέν εἶναι ὀλιγώτερον φρικτόν καί δόλιον καί τό προπαγανδιζόμενον ὑπό τῶν πρακτόρων τοῦ οἰκουμενισμοῦ (διά τῶν Κάτσουρα, Τσακίρογλου κλπ) ὅτι μέ αὐτήν τήν διατύπωσιν ὁ θεολόγος κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης ἐννοεῖ τήν ἑνότητα τῆς ‘Εκκλησίας οἰκουμενιστικῶς.

Ταῦτα πάντα ἡμεῖς τά ἔχομεν καταδικάσει δημοσίως, καί διεκηρύξαμεν τήν Ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, καθ’ ἥν ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πάντοτε παραμένει ἡνωμένη ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική ‘Εκκλησία, παρά τάς αἱρέσεις καί τά σχίσματα, τά ὁποῖα ἐπολέμησαν αὐτήν τήν ἑνότητα. Καί ὄχι μόνον διά τά ἀπ’ ἀρχῆς αἱρέσεις καί σχίσματα, ἀλλά καί διά τά σχίσματα καί τάς αἱρέσεις αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίσθησαν ὡς συνέχεια καί κατ’ ἐφαρμογήν τοῦ μεγάλου ἡμερολογιακοῦ οἰκουμενιστικοῦ σχίσματος τοῦ 1924. Δηλαδή εἰς τήν διακήρυξιν τῆς ὀρθοδόξου Ὁμολογίας συμπεριλάβαμεν καί τά ἑξῆς:

«Ἡ Ἀληθής ‘Εκκλησία οὐδέποτε παρεξέκκλινε αὐτῆς τῆς δογματικῆς ἀληθείας, οὔτε κατά τό 1924, ὅτε εἰσήχθη ὡς πρῶτον βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τό νέον καταδεδικασμένον «Καλλενδάριον τῶν ἀθέων ἀστρονόμων τοῦ Πάπα», οὔτε τό 1931 ὅτε τινές τῶν ‘Ορθοδόξων παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους τοῦ καινοτόμου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὅτι δῆθεν δέν κατεδικάσθη τό καλλενδάριον, ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον, διό καί ἐζήτησαν ἱερεῖς νεοημερολογίτας πρός ἐξυπηρέτησίν των, δίκην δεκατριμεριτῶν οὐνιτῶν, οὔτε τό 1937, ὅτε ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ἐπικαλούμενος καί τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, εἰσήγαγε τήν θεωρίαν του περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος», οὔτε τό 1971 ὅτε αἱ δυνάμεις τοῦ σκότους ἐπέπεσαν ληστρικῶς κατά τῆς γνησίας ὀρθοδόξου Ὁμολογίας καί τῆς ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, οὔτε ὅταν οἱ τῆς ‘Εξαρχίας τοῦ 1971 ἐπέστρεψαν εἰς τήν Ἑλλάδα καί εἶπαν «μάταια καί ψευδῆ», καί ἀπέκρυψαν τήν ἀπόφασιν τῶν Ρώσων, οὔτε ὅταν ὁ Κορινθίας Κάλλιστος ὑπανεχώρησε καί εἶπεν ὅτι «ἐδέχθη χειροθεσίαν ὡς ἐπί σχισματικῶν», οὔτε ὅταν ὁ Βασίλειος Σακκᾶς μετά τοῦ Κιτίου ‘Επιφανίου ἐκήρυξαν τόν παλαιοημερολογιτικόν τους Οἱκουμενισμόν, οὔτε ὅταν ὁ Πειραιῶς Νικόλαος δειλιάσας «ὡμολόγησε» τήν χειροθεσίαν τοῦ 1971 ὡς κατά τόν Η΄ Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γενομένην, κλπ., οὔτε ὅταν ὁ Ἱερομόναχος Εὐθύμιος ἐκήρυξε τήν ‘Εκκλησίαν ὡς «περιρρεομένην ἀπό τήν ἀνομίαν τῆς χειροθεσίας καί ἐκφυγοῦσαν ἐκ τῆς γραμμῆς πλεύσεως τοῦ ἁγίου Πατρός Ματθαίου» βλασφημίαν τήν ὁποίαν υἱοθἐτησαν καί ἐκήρυξαν «γυμνῆ τῆ κεφαλῆ» καί οἱ πέντε, 1991-1995, ἀλλά καί οἱ τοῦ ‘Ανδρέου καί Νικολάου ὅταν τό 2002 καί 2003 ἐδήλωναν ὅτι τό κίνημα τῶν πέντε δέν ἔχει σχέσιν μέ τήν ‘Εκκλησιολογίαν καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν, οὔτε ὅταν ὁμαδικῶς ὡς φατρία ἐν ἔτει 2003 ἐκήρυξαν ὅτι τό 1971 «ἐδέχθησαν τήν χειροθεσίαν ἰλέω ὄμματι καί ἀγαλλομένῳ ποδί», καί ὅτι «καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα ἀνεγνώσθησαν εὐχές χειροτονίας», καί «ὅλοι οἱ ‘Αρχιερεῖς ἔχομεν χειροτονηθεῖ ἀπό ἤδη χειροθετημένους», οὔτε καί ὅταν ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας συμπαικτικῶς, ἱεροσύλως καί πρός οἰκουμενιστικήν σκοπιμότητα παρητεῖτο ὑπέρ τοῦ ἀναγνωριζομένου ὑπό τῶν δικαστηρίων βάσει τοῦ βλασφήμου 54/76 Ἀπαλλακτικοῦ Βουλεύματος τοῦ Πλημελειοδικείου Πειραιῶς καί ταῦτα πάντα διά νά μήν ἀπωλέσωμεν τήν «ἀναγνώρισίν μας» ἀπό τούς Φλωρινικούς καί τόν κ. Χριστόδουλον».

Ἡ ‘Εκκλησία δέν πλανᾶται οἱ ἄνθρωποι πλανῶνται

Ἐν ἄλλοις λόγοις, ΔΙΕΚΗΡΥΞΑΜΕΝ καί ΩΜΟΛΟΓΗΣΑΜΕΝ, ὅτι ἡ ἑνότης τῆς ‘Εκκλησίας διεφυλάχθη ἐν τῶ μικρῶ ποιμνίῳ, διά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διότι τήν ἐν τῶ θεανθρωπίνω σώματι τοῦ Χριστοῦ ΕΝΩΣΙΝ ἐνεργεῖ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀφοῦ, ὅπως ἔχει ὑπογραμμισθεῖ «ἐν τελικῆ ἀναλύσει ἡ ὅλη θεαρχική Τριάς εἶναι ἡ κατευθύνουσα καί χειραγωγοῦσα τήν Ἐκκλησίαν διά τήν ὀρθήν καί ἀλάθητον ἑρμηνείαν καί κατανόησιν τῆς ἀποκεκαλυμμένης θείας ἀληθείας». (Βλ. Νικολάου Ξεξάκη, Λέκτορος Πανεπιστημίου ‘Αθηνῶν, Προλεγόμενα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Δογματικήν, ‘Αθῆναι 1987). ‘Αλλά καί ὁ Ἱεροσολύμων Δοσίθεος, ἐπισημαίνων τήν σημασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τό ἀπλανές καί ἀλάθητον τῆς Ἐκκλησίας παρατηρεῖ: «Ἀληθές καί βέβαιον ὀμολογοῦμεν, ὅτι τήν Καθολικήν ‘Εκκλησίαν ἀδύνατον ἁμαρτῆσαι ἤ ὅλως πλανηθῆναι ἤ ποτέ τό ψεῦδος ἀντί τῆς ἀληθείας ἐκλέξαι. Τό γάρ Πανάγιον Πνεῦμα, ἀείποτε ἐνεργοῦν διά τῶν πιστῶς διακονούντων ἁγίων Πατέρων καί καθηγουμένων, πάσης ὁποιανοῦν πλάνης τήν Ἐκκλησίαν ἀπαλλάττει».

Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, παραμένει πάντοτε ἡνωμένη, ἀβλαβής καί ἄτρωτος ἀπό τάς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ. «Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησίαν καί οἱ πολεμοῦντες ἀπώλοντο, αὕτη δέ ὑπέρ τόν οὐρανόν ἀναβέβηκεν». Μέλη τῆς ‘Εκκλησίας γνήσια παραμένουν ὅσοι «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» φυλάττουν πάντα τά τῆς Ἐκκλησίας, καί τήν «Καλήν Ὁμολογίαν» καί τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Ὅσοι τήν ἀθετοῦν, ὅσοι δέν ταπεινώνονται ἐνώπιον τῆς Ἀληθείας, καί ἀκολουθοῦν τήν ὁδόν τοῦ ψεύδους, ἀπομακρύνονται. «Φεύγουν εἰς χώραν μακράν». Οἱ πρώην ἀδελφοί μας καί συνεπίσκοποί μας ἠθέτησαν τήν καλήν Ὁμολογίαν, ἐνόθευσαν καί τήν Ἀποστολικήν των Διαδοχήν. Ἔφυγον μακράν τῆς Ἀληθείας, διά τοῦτο ἠναγκάσθημεν καί ἡμεῖς νά φύγωμεν μακράν αὐτῶν, διά νά μείνωμεν ἐν τῆ Ἀληθεία, ἤτοι ἐν τῆ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἐφύγομεν ἡμεῖς ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ οἱ πρώην ἀδελφοί μας καί συνεπίσκοποί μας ἔφυγον ἀπό τήν καλήν Ὁμολογίαν καί διά τοῦτο ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Καί δέν ἔφυγον ὡς Ἐκκλησία, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλά ἔφυγον καί ἀπεμακρύνθησαν ὡς ἄτομα, ἀπό τήν ἀλήθειαν καί ἐπομένως ἀπό τήν Ἐκκλησίαν. Ἡ Ἐκκλησία δέν «ἔφυγε», ὅπως ἄλλοι ἀθεολογήτως λέγουν. Παρέμεινε ἐκεῖ πού ἦτο. Εἰς τόν Γολγοθᾶν τῆς Ἀληθείας, εἰς τόν ἀκρογωνιαῖον λίθον τόν Χριστόν, «πορευομένη» διά τοῦ Γολγοθᾶ πρός τήν Ἀνάστασιν.

«Ὅστις βούλεται σωθῆναι»

Σήμερον, ‘Αρχήν τῆς ‘Ινδίκτου, ἑορτάζομεν τήν πρώτην τοῦ νέου ‘Εκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀς ἀποτελέση δι’ ἡμᾶς τοῦτο τό γεγονός καί τά ὅσα σᾶς γράφομεν εἰς τήν παροῦσαν «ΕΠΙΣΤΟΛΗΝ ΠΕΡΙ ΚΑΘΑΡΑΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΩΣ», ἀφετηρίαν νέων ὁμολογιακῶν ἀγώνων. Καί ἀς γίνη ἡ ἀρχή αὐτή, διά τήν συνομολόγησιν ὑφ’ ὅλων μας, καί τῶν πρώην ἐν Χριστῶ ἀδελφῶν μας, τῆς καλῆς ὁμολογίας καί τῆς ὑποσχέσεως νά διαφυλάξωμεν μέχρι τέλους τήν «καθολικήν πίστιν», ἄνευ τῆς ὁποίας δέν θά ἴδωμεν πρόσωπον Θεοῦ. Ὅπως λέγει τό «Σύμβολον Πίστεως» τοῦ Ἁγίου ‘Αθανασίου, «Ὅστις βούλεται σωθῆναι, πρό πάντων χρή αὐτῶ τήν καθολικήν κρατῆσαι πίστιν, ἥν εἰ μή τις σώαν καί ἄμωμον τηρήσειεν, ἄνευ δισταγμοῦ εἰς τόν αἰῶνα ἀπολεῖται».

Ποία δέ εἶναι ἡ ἀληθής, καθολική Πίστις κατά τόν ἅγιον Ἀθανάσιον; ‘Ιδού αὕτη:

«Πίστις δέ καθολική αὕτη ἐστίν, ἵνα ἕνα Θεόν ἐν Τριάδι, καί Τριάδα ἐν μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τάς ὑποστάσεις, μήτε τήν οὐσίαν μερίζοντες. Ἄλλη γάρ ἡ τοῦ Πατρός ὑπόστασις, ἄλλη τοῦ Υἱοῦ καί ἄλλη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος΄ ἀλλά Πατρός καί υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος μία ἐστί θεότης, ἴση δόξα, συναϊδιος ἡ μεγαλειότης.

Οἷος ὁ Πατήρ, τοιοῦτος καί ὁ Υἱό, τοιοῦτο καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ἄκτιστος ὁ Πατήρ, ἄκτιστος ὁ Υἱός, ἄκτιστον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. ‘Ακατάληπτος ὁ Πατήρ, ἀκατάληπτος ὁ Υἱός, ἀκατάληπτον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα.

Αἰώνιος ὁ Πατήρ, αἰώνιος ὁ Υἱός, αἰώνιον καί τό Ἅγιον Πνεῦμα΄ πλήν οὐ τρεῖς αἰώνιοι, ἀλλ’ εἷς αἰώνιος΄ ὥσπερ οὐδέ τρεῖς ἄκτιστοι, οὐδέ τρεῖς ἀκατάληπτοι, ἀλλά εἷς ἄκτιστος καί εἶς ἀκατάληπτος.

Ὁμοίως παντοκράτωρ ὁ Πατήρ, παντοκράτωρ ὁ Υἱός, παντοκράτορ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς παντοκράτορες, ἀλλ’ εἷς παντοκράτωρ. Οὕτω Θεός ὁ Πατήρ, Θεός ὁ Υἱός, Θεός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς Θεός, ἀλλά εἷς Θεός.

Ὡσαύτως Κύριος ὁ Πατήρ, Κύριος ὁ Υἱός, Κύριον καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον΄ πλήν οὐ τρεῖς Κύριοι, ἀλλ’ εἷς ἐστί Κύριος.

Ὅτι ὥσπερ μοναδικῶς ἑκάστην ὑπόστασιν Θεόν καί Κύριον ὁμολογεῖν χριστιανικῆ ἀληθεία ἀναγκαζόμεθα, οὕτω τρεῖς Θεούς ἤ τρεῖς Κυρίους λέγειν καθολικῆ εὐσεβείᾳ κωλυόμεθα.

Ὁ Πατήρ ὑπ’ οὐδενός ἐστίν πεποιημένος, οὔτε δεδημιουργημένος, οὔτε γεγεννημένος.

Ὁ Υἱός ἀπό μόνου τοῦ Πατρός ἐστίν, οὐ πεποιημένος, οὐδέ δεδημιουργημένος, ἀλλά γεγενημμένος.

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀπό τοῦ Πατρός, οὐ πεποιημένον, οὐδέ δεδημιουργημένον, οὔτε γεγεννημένον, ἀλλά ἐκπορευτόν.

Εἷς οὖν ἐστι Πατήρ, οὐ τρεῖς Πατέρες΄ εἷς Υἱός, οὐ τρεῖς Υἱοί΄ ἕν Πνεῦμα ἅγιον, οὐ τρία Πνεύματα ἅγια.

Καί ἐν ταύτῃ τῆ Τριάδι οὐδέν πρῶτον ἤ ὕστερον, οὐδέν μεῖζον ἤ ἔλαττον΄ ἀλλ’ ὅμως αἱ τρεῖς ὑποστάσεις συνδιαιζωνίζουσαι ἑαυταῖς εἰσίν καί ἴσαι.

Ὥστε κατά πάντα, ὡς εἴρηται, καί Τριάς ἐν μονάδι, καί μονάς ἐν Τριάδι λατρεύεται.

Ὁ θέλων οὖν σωθῆναι, οὕτω περί τῆς Τριάδος φρονείτω.

Πλήν ἀναγκαῖον ἔτι ἐστί πρός αἰωνίαν σωτηρίαν, ὅπως καί τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὀρθῶς πιστεύῃ.

Ἔστιν οὖν πίστις ὀρθή, ἵνα πιστεύωμεν καί ὁμολογῶμεν, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός, καί Θεός καί ἄνθρωπος ἐστίν.

Θεός ἐστίν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός πρό αἰώνων γεννηθείς, καί ἄνθρωπος ἐστίν ἐκ τῆς οὐσίας τῆς μητρός ἐν χρόνῳ γεννηθείς.

Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος, ἐκ ψυχῆς λογικῆς καί ἀνθρωπίνης σαρκός ὑποστάς.

Ἰσως τῶ Πατρί κατά τήν θεότητα, ἐλάττων τοῦ Πατρός κατά τήν ἀνθρωπότητα.

Ὅς, εἰ καί Θεός ὑπάρχει καί ἄνθρωπος, ὅμως οὐ δύο, ἀλλ’ εἷς ἐστί Χριστός.

Εἰ δέ, οὐ τροπῆ τῆς θεότητος εἰς τήν σάρκα, ἀλλά προσλήψει τῆς ἀνθρωπότητος εἰς τόν Θεόν.

Εἷς πάντως, οὐ συγχύσει τῶν φύσεων, ἀλλ’ ἑνότητι τῆς ὑποστάσεως.

Ὥσπερ γάρ ψυχή λογική καί σάρξ εἷς ἐστίν ἄνθρωπος, οὕτω Θεός καί ἄνθρωπος εἷς ἐστί Χριστός, ὁ παθών διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν, καί κατελθών εἰς τόν ἅδην, καί τῆ τρίτη ἡμέρα ἀναστάς ἐκ νεκρῶν, καί ἀνελθών εἰς τούς οὐρανούς, καί καθήμενος ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός τοῦ Παντοκράτορος΄ ὅθεν ἐλεύσεται κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆ παρουσία πάντες ἄνθρωποι ἀναστήσονται σύν τοῖς ἑαυτῶν σώμασιν, ἀποδώσοντες περί τῶν ἰδίων ἔργων λόγον΄ καί οἱ μέν τά ἀγαθά πράξαντες, πορεύσονται εἰς ζωήν αἰώνιον, οἱ δέ τά φαῦλα, εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον.

Αὕτη ἐστίν ἡ καθολική πίστις, ἥν εἰ μή τις πιστῶς τε καί βεβαίως πιστεύση, σωθῆναι οὐ δυνήσεται» (Παρά ‘Ιωάννου Καρμίρη, Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα, τ.1, σελ. 101-104).

«Βούλει θεολόγος γενέσθαι καί τῆς θεότητος ἄξιος;»

Τό δεύτερον τό ὀποῖον πρέπει νά προσέξωμεν εἶναι νά ρυθμισθῆ ἡ ζωή μας, ὄχι κατά τό ἰδικό μας ἁμαρτωλόν θέλημα, ἀλλά κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Διότι, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός «οὐ παντός τό περί Θεοῦ φιλοσοφεῖν, οὐ παντός» (ΒΕΠΕΣ 59,214), δηλαδή δέν μποροῦμε νά ὁμιλῶμεν περί Θεοῦ, περί δογμάτων, περί Πίστεως, περί Ἀληθείας, ἄνευ πνευματικῆς καθάρσεως, τό ὁποῖον εἶναι ἔργον πάντων.

Διά τοῦτο εἰς τόν βουλόμενον νά θεολογήση, ἤτοι νά ὁμιλήση περί Θεοῦ, συνιστᾶ ὁ ἅγιος πνευματικήν ἄσκησιν καί κάθαρσιν: «Διά πολιτείας ἄνελθε΄ διά καθάρσεως κτῆσαι τό καθαρόν».

Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τοῦ θεολογεῖν εἶναι ἡ κατανίκησις, ἡ ἀπαλλαγή καί ἡ ὑπέρβασις τῆς ὕλης, τοῦ ὑλιστικοῦ καί κοσμικοῦ φρονήματος, ἡ κάθαρσις τῆς ἀκοῆς καί τῆς διανοίας.

«Βούλει θεολόγος γενέσθαι ποτέ καί τῆς θεότητος ἄξιος; τάς ἐντολάς φύλασσε΄ διά τῶν προσταγμάτων ὅδευσον΄ πρᾶξις γάρ θεωρίας ἐπίβασις» (ΒΕΠΕΣ 59, 147).

Εἶναι ἕνα ἔργον ὑψηλόν καί ἐξαίρετον, δυσχερές ὅμως καί ἐπίπονον. Προκαλεῖ ἀφ’ ἑνός προθυμίαν, νοσταλγίαν καί ἐλπίδα, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀγωνίαν, λόγω τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί ἀσθενείας.

Ὁ Θεός νά εἶναι μαζί μας ἐνισχύων ἡμᾶς εἰς τοῦτον τόν ἀνηφορικόν καί ἐπίπονον ἀγῶνα. ΑΜΗΝ.

Πρός Κύριον εὐχέτης

+Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς

ΚΗΡΥΚΟΣ