Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Η ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1924 ΕΩΣ ΤΟ 1935.

Η ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1924 ΕΩΣ ΤΟ 1935. Η ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1924 ΕΩΣ ΤΟ 1935 Τό κείμενον τοῦτο ἀπετέλεσεν, ΕΙΣΗΓΗΣΙΝ τοῦ ἐλλογιμωτάτου θεολόγου κ. ᾽Ελευθερίου Γκουτζίδη ἐπί τοῦ δευτέρου θέματος τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου μετά τῶν Φλωρινικῶν. ᾽Ανεγνώσθη κατά τήν συνεδρίαν τῆς 5/18.3.1991 ᾽Εκ τῆς προσεκτικῆς μελέτης τοῦ πρώτου θέματος τοῦ Θεολογικοῦ μας Διαλόγου προέκυψεν ὅτι τό ἡμερολογιακόν Σχίσμα τοῦ 1924 ἔχει κανονικά καί δογματικά αἴτιαι, τά ὁποῖα τό καθιστοῦν σχισματοαίρεσιν. Τό ὅλο θέμα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὡς εἴδομεν, ἐκινήθη καί ἐπεβλήθη τό 1924 ὑπό τῆς δεοντολογίας τῆς οἰκου μενιστικῆς κινήσεως, ἀλλά καί μέχρι σήμερον πρός χάριν αὐτῆς παραμένει! Νεοημερολογιτισμός καί Οἰκουμενισμός εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένα μέχρι ταυτότητος. Διά τόν λόγον αὐτόν οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ δέν τολμοῦν νά θίξουν τό Νεοημερολογιακόν Σχίσμα τοῦ 1924 εἰς τήν οὐσίαν του καί δέν διανοοῦνται Θεολογικόν Διάλογον διά τήν θεραπείαν αὐτοῦ, ἀλλ' ἀπ' ἀρχῆς καί μέχρι σήμερον ἀναλίσκονται εἰς τό νά ἀποκρύπτουν τήν οὐσίαν τοῦ σχίσματος καί ἐπιδίδονται εἰς ινευδολόγους διαστροφάς, διαρρηγνύουν δέ τά ἱμάτιά των ἐπί τῶ ἀκούσματι ὅτι εἶναι σχισματοαιρετικοί, καί ὡς τοιοῦτοι εἶναι ἐκτός ᾽Εκκλησίας καί οἱ «λειτουργοί» των δέν εἶναι οἰκονόμοι τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Τό δεύτερον κατά σειράν θέμα τοῦ διεξαγομένου Θεολογικοῦ Διαλόγου μας εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικόν, διότι ἔχει ὡς ἀντικείμενον τήν θέσιν τῆς ᾽Εκκλησίας ἔναντι τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ — Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τόν Μάρτιον τοῦ 1924 ἕως τό ἔτος 1935. Δηλαδή, ἐρευνᾶ τήν ἀπ' ἀρχῆς τοῦ σχίσματος συνείδησιν καί ὁμολογίαν τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας (τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.), τά ὁποῖα δέν ἐδέχθησαν τήν και νοτομίαν τοῦ 1924 καί δέν ἐπεκοινώνησαν μέ τήν καινο τόμον ῾Ιεραρχίαν καί κλῆρον. ῎Ας σημειωθῆ ὅτι κατά τό 1924 δέν ἦσαν γνωστά ὅλα ὅσα ἡμεῖς σήμερον γνωρίζομεν διά τήν οἰκουμενιστικήν κίνησιν καί γενικώτερα ὅσα ἀνεφέρθησαν εἰς τό πρῶτο θέμα τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου. Πάρα ταῦτα ὅμως εἰς τόν «Φύλακα τῆς ᾽Ορθοδοξίας, ὅς ἐστίν αὐτός ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ»,2 ὑπῆρχεν ἕνα λεπτότατον, ἀλλά καί ζωηρότατον αἰσθητήριον κριτήριον ᾽Ορθοδοξίας, ὥστε διέκρινεν ἐν τῆ καινοτομία τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ «σχίσμα», «αἵρεσιν», «φραγκιάν», «ἡ ὁποία ἐκσάλλει τῆς ᾽Εκκλησίας καί χωρίζει ἀπό τόν Χριστόν». Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ὁμολογία τῶν πιστῶν τήν ἑπομένην τῆς ἐπιβολῆς τῆς καινοτομίας (11/24.3.1924) καί ἡ ὁποία ἐκκινεῖ ἐξ ῾Αγίου ῎Ορους. ᾽Αναφέρομεν χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἐπιστολῶν ἐξ Αγίου ῎Ορους πρός τούς ἐν τῶ κόσμω χριστιανούς: «Διά τήν καινοτομίαν, ἤ εἰπεῖν διά τήν αἵρεσιν τοῦ ἡμερολογίου, ἆραγε τί νά ἔγινε, προχθές τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τάς ᾽Αθήνας… Κἀγώ γράφω εἰς μερικούς ἀδελφούς τά ἐπιτίμια διά τούς καινοτόμους, καί τούς τήν ἐκκλησιαστικήν γραφήν καί παράδοσιν μετατρέποντας… Νά ἀναγνώσητε δέ καί τά ἀναθέματα τῶν ῾Αγίων Πατέρων καί Πατριαρχῶν (σ.σ. κατά τῆς καινοτομίας καί τῶν καινοτόμων). Νά προσέχητε πολύ, οὐ μόνον νά φυλάττη τε, ἀλλά οὔτε καί μέ τόν λογισμόν νά μή δεχθῆτε τήν καινοτομίαν»3. Καί εἰς ἄλλην ἐπιστολήν τοῦ π. Ματθαίου 5.2.1926 τονίζεται: «῾Ως δέ διά τό νέον ῾Ημερολόγιον νά μή δέχεσθε, διότι ἀπό Χριστοῦ χωρίζεσθε». Δέν εἶναι ἀσφαλῶς μοναδικός ὁ π. Ματθαῖος, ἀφοῦ καί πολλοί ἄλλοι ἱερομόναχοι πρίν ἀκόμη ἐξέλθουν ἐκ τοῦ Αγίου ῎Ορους τά αὐτά ἐκήρυσσον καί ἐν προφορικῶ λόγω καί ἐν ἐπιστολαῖς καί ἐν εἰδικοῖς πονήμασι. ᾽Από τήν πρώτην ἡμέραν ἡ ἐκκλησιαστική συνείδησις τῶν Γ.Ο.Χ. ἦτο ὅτι ἡ Καινοτομία τοῦ Νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Θεόν καί ὁδηγεῖ εἰς τήν Φραγκιάν, αὐτοί δέ, παραμένοντες τῇ ἑορτολογικῇ παραδόσει, παραμένουν ἐν τῆ ᾽Εκκλησία, ἐξ ἦς ἐξέρχονται, ἕνεκα τῆς καινοτομίας, οἱ Νεοημερολογῖται. Εἶναι χαρακτηριστικόν τί εἶπεν μεταξύ τῶν ἄλλων ἐν σχέσει πρός τό ἡμερολόγιον, ὁ λόγιος μοναχός Εὐλόγιος Κουρίλας, ἀπό τοῦ ῎Αμβωνος τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, κατά τήν πανήγυριν τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 1925, ἐνώ πιον 500 καί πλέον πανηγυριστῶν: «Κρατεῖτε Πατέρες τάς παραδόσεις καί προσέξαε καλῶς διότι ἡ αἱῤεσις καί ἡ κακοδοξία εἰσχώρησε καί εἰς τό ῞Αγιον ῎Ορος, καί κατώρθωσεν ὁ ἀχέκακος ἐχθρός νά ἁρπάση μίαν ἐκ τῶν εἴκοσι ῾Ιερῶν Μονῶν (ὥς ποτε ἐκ τῆς δωδεκάδος τῶν ᾽Αποστόλων τόν ᾽Ιούδαν, καί ἐκ τῆς τεσσαρακοντάδος τόν ἕνα τῶν Μαρτύρων), τήν ὁποίαν καέστησεν αίρετικήν, ἐπαναλαμβάνω αἱρετικήν. Διά τοῦτο πρέπει νά συνασπισθῶμεν πάντες, νά ἀποτελέσωμεν ἕναν Σύνδεσμον διά νά ἀντιπαραταχθῶμεν κατά τῆς κακοδοξίας. Σεῖς οἱ γεροντότεροι νά προηγηθῆτε, καί ἡμεῖς οἱ νεώτεροι νά ἀκολουθήσωμεν». ᾽Επίσης ὁ αὐτός, γράφων πρός τινα τῶν Ζηλωτῶν, κατά τήν 23ην Σεπτεμβρίου 1926, ἔγραφε καί ταῦτα: «ἐδηλώσαμεν (πρός τόν Πατριάρχην) ὅτι ἐμμένομεν καί θά ἐμμένομεν εἰς τό παλαιόν ἡμερολόγιον… καί ὅταν ἐγώ ἔγραψα καί ὠνόμασα τούς Βατοπαιδινούς αἱρετικούς, ἐσταμάτησαν καί τά λοιπά Μοναστήρια…». (῞Απολογία τῶν ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει Ζηλωτῶν Πατέρων, ᾽Αθῆναι 1934, σελ. 16). Εἶναι ἀπαραίτητον νά σημειώσωμεν ὅτι, κατά τά πρῶτα ἔτη τῆς καινοτομίας, οἱ ἐμμείναντες εἰς τό παλαιόν χριστιανοί, καί πρίν ἀποκαλυφθῆ ἡ διείσδυσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τούς χώρους τῶν ᾽Ορθοδόξων, ἀνεγνώριζον ὡς ᾽Ορθοδόξους τάς ᾽Εκκλησίας, αἱ ὁποῖαι παρέμειναν εἰς τό παλαιόν, κύριος δέ στόχος αὐτῶν ἦτο ἡ ἐπαναφορά τῶν ἐκτροχιασθέντων νεοημερολογιτῶν εἰς τήν τροχιάν τῆς ᾽Ορθοδοξίας, διά τῆς ἐπιστροφῆς αὐτῶν εἰς τό παλαιόν ἡμερολόγιον. Αὐτό ἰδιαιτέρως ἐπεδιώχθη καί ἀπό ᾽Αρχιερεῖς τῆς καινοτομησάσης ῾Ιεραρχίας, οἱ ὁποῖοι πιεσθέντες ἤ ἐξαπατηθέντες τό 1924 ἠκολούθησαν τήν καινοτομήσασαν ῾Ιεραρχίαν, ἀλλά δέν ἐπαύσαντο οὐδ' ἐπί στιγμήν νά ἀγωνίζωνται διά τήν ἐπαναφοράν τοῦ ἑορτολογίου. (4) ᾽Ακόμη καί μέχρι τό 1935 οἱ ἐπιστρέιναντες ᾽Αρχιερεῖς διεκήρυσσον ὅτι εἶναι ὑπερευαίσθητοι ἔναντι τοῦ προκληθέντος σχίσματος καί ὅτι ἡ ἐνέργειά των νά ἐπιστρέψουν εἰς τό παλαιόν δέν εἶχεν ὡς πρόθεσιν τήν διεύρυνσιν τοῦ διχασμοῦ ἀλλά κλιμάκωσιν τοῦ ἀγῶνός των, ὥστε νά πεισθῆ καί δεχθῆ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καί ἡ ῾Ιεραρχία τήν ἐπιστροφή των εἰς τήν πρό τοῦ 1924 ἐκκλησιαστικήν κατάστασιν καί δή εἰς τήν λύσιν τήν ὁποίαν ἔδωκεν τό διάταγμα τῆς 18.1.1923. (5) ᾽Επεδίωκον τήν ἑνότητα «ἐν τῶ ἐδάφει τῶν σεπτῶν παραδόσεων καί τῶν θείων καί ἱερῶν κανόνων». (6) Εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικόν τό ὅτι οἱ ἐμμείναντες εἰς τό παλαιόν δέν εἶναι εὐάριθμοι τινές ὡς ἰσχυρίζετο ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ἀλλά πολλαί χιλιάδες, ὁλόκληροι ἐνορίαι, περιοχαί. Καθολικός ἦτο ὁ συμπαρασυρμός μόνον τῆς ῾Ιεραρχίας, διά νά βεβαιώνη εἰς τούς αἰῶνας τήν παποκαισαρικήν μονοκρατορίαν τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἀλλά καί τῶν ἀπωλεσάντων τό ἀνάστημά των ῾Ιεραρχῶν τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, ἐξ ὧν οὐδείς εὑρέθη νά διαχωρίση τάς εὐθύνας του ἔναντι τῆς ὁλοκληρωτικῆς προδοσίας. ᾽Εν ἀντιθέσει ὅμως, πρός αὐτούς ἠγέρθη ὡς τεῖχος ἀπροσπέλαστον ὁ πιστός Κλῆρος καί Λαός. Αὐτή ἡ ἀκαταμάχητος δύναμις τοῦ πιστοῦ κλήρου καί λαοῦ, ἀνησύχησεν τόν δικτάτορα Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὅστις συνεχίζων νά συσκοτίζη κι ἐξαπατᾶ (7), δι' ἐγκυκλίων καί ἄλλων συγγραφῶν, παραλλήλως ἐπιδίδεται καί εἰς νερωνείους καί μεσαιωνικούς διωγμούς κατά τῶν πιστῶν χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἀκολουθοῦν τήν σχισματοαίρεσίν του. Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ — ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. ᾽Ενῶ ἡ ὁμολογία ᾽Εκκλησιολογία τῶν ᾽Ορθοδόξων πιστῶν Χριστιανῶν κατά τά πρῶτα ἔτη δέν ὑπάρχει συστηματικῶς διατυπωμένη εἰς κάποια συγγράμματα ἤ ἔγγραφα, διεσώθη ὅμως αὕτη ἐπακριβῶς καί συστηματικῶς» θά ἠδυνάμην νά εἴπω, εἰς βιβλίον τῶν καινοτόμων, τό ὁποῖον ἐγράφη ἤδη τό 1925, ἐπί τῷ σκοπῷ νά διασύρη τούς Γ.Ο.Χ., ὡς μή κατ' ἐπίγνωσιν ἔχοντας ζῆλον, ὡς πεπλανημένους καί ὡς βλασφήμους. Ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἀνέθηκεν εἰς ἁγιορείτην, τόν ῎Αθανάσιον Βῆττον Δανιηλίδην (8) νά συγγράψη εἰδικήν μελέτην κατά τῶν Γ.Ο.Χ., ὅστις καί ἀνεδείχθη ἄξιος τῆς ἐντολῆς, συγγράψας τό βιβλίον: «Η ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ἤ Η ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΟΡΤΟ ΛΟΓΙΟΥ» Ἀθῆναι 1926. ᾽Εν αὐτῶ παραθέτει λίαν σαφῶς, τήν ὁμολογίαν τῶν Γ.Ο.Χ. ἔναντι τῆς Νοεημερολογιτικῆς ᾽Εκκλησίας. Λέγεται χαρακτηριστικῶς εἰς τό κεφάλαιον: ΣΥΝΟΨΙΣ ΤΩΜ ΦΡΟΜΗΜΑΤΩΜ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΑΛΟΥΜΕΜΩΜ «ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» 1. Φρονοῦσιν ὅτι ᾽Εκκλησία ᾽Ορθόδοξος δέν ὑπάρχει, πλήν αὐτῶν. 2. Ἐνεργοῦσα ῾Ιερωσύνη δέν ὑπάρχει. Καί ἑπομένως: 3. Δέν ἀναγνωρίζουν ἐγκυρότητα μυστηρίων διόλου. 4. Ζητοῦν ἀπό ἡμᾶς ἀναθέματα κατά τῆς κυβερνώσης ᾽Εκκλησίας. 5. ᾽Αναθεματίζουν ἀδεῶς καί ἀσυστόλως τήν ᾽Εκκλησίαν. 6. Θεωροῦσι τά ἐπιτίμια τῶν κανόνων τῶν Συνόδων ὡς «ἐνεργεία» προστασσόμενα καί οὐχί ὡς «δυνάμει». (9) 7. ᾽Αρνοῦνται νά μνημονεύσουν τόν Πατριάρχην ἤ τόν Μητροπολίτην. 8. Τούς λειτουργοῦντας ἱερεῖς μέ τό νέον ἡμερολόγιον ὡς καί τούς λειτουργήσαντας, θεωροῦντες ὡς αἱρετικούς, δέν δέχονται εἰς κοινωνίαν. 9. ᾽Απορρίπτοντες τήν ᾽Ορθοδοξίαν καί τήν ἱερωσύνην τῶν ᾽Αρχιερέων καί ἱερέων διδάσκουσι τούς χριστιανούς: α) Νά μή λειτουργῶνται εἰς τούς ᾽Ορθοδόξους ναούς, ἀλλά νά μετασαίνωσιν εἰς τά ᾽Ερημοκκλήσια καί ἐκεῖ ἔχοντες ὁμόφρονα ἱερέα νά τελῶσι τήν λειτουργίαν καί νά μεταλαμβάνωσιν: ᾽Εάν δέ ἐλλείψει ἱερέως παλαιοημερολογίτου δυσκολεύωνται νά πράξωσι τοῦτο, τότε νά προτιμῶσι νά μή κοινωνήσωσιν εἰς τόν αἰώνα, παρά νά κοινωνήσωσιν ἀπό νεοημερολογίτην ἱερέα (!). β) Νά μή τελῶσι γάμους μέ τοιούτους ἱερεῖς, καί ἑπο μένως, μέ τοιούτους ἱερεῖς: γ) Νά μή βαπτίζωσι τά τέκνα των, καί ἀπό αὐτούς. δ) Νά μή δέχωνται ἁγιασμόν, εὐχέλαιον, παράκλησιν. ε) Νά μή λαμσάνωσιν ἀντίδωρον ἀπό τό χέρι τοιούτου ἱερέως. στ) Χαίρειν εἰς τούς τοιούτους ἱερεῖς νά μή λέγωσιν, οὐδέ ν' ἀσπάζωνται τήν δεξιάν των. Τοιαύτη εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν ἡγετῶν, τῶν αὐτοκα λουμένων τ᾽Ορθοδόξων ῾Αγιορειτῶν (!) ἥτις διέσχισε φεῦ! τόν χιτῶνα τῆς ᾽Εκκλησίας». (10) Εἰς τά ἀνωτέρω ἀπηχεῖται σαφῶς ἡ ὁμολογία ᾽Εκκλησιολογία τῶν Γ.Ο.Χ ἀπό τό 1924. ᾽Ιδιαιτέρας προσοχῆς δέον νά τύχη τό ὅτι ὁ ἐν λόγω ὑπέρμαχος τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, πρῶτος ἀνασύρει ἐκ τοῦ συθοῦ τῆς Ιστορίας τήν θεωρίαν περί δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία σχίσματος, ἡ ὁποία τό πρῶτον ἐπενοήθη μετά τήν σύνοδον τῆς Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439) ὑπό τῶν φιλοπαπικῶν λατινοφρόνων ἑνωτικῶν τῆς Κρήτης, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνώριζον τήν ληστρικήν ἐκείνην σύνοδον καί ἐβλασφήμουν τόν ῞Αγιον Μάρκον. (11) ῾Ομοίως καί ἐνταῦθα, οὗτος ὁ Δανιηλίδης, ἐν σελίδι 42 καί ἑξῆς, ὑπεραμύνεται τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ ὡς δῆθεν προκαλέσαντος δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία, σχίσμα διότι κατ' αὐτόν, δέν καεδίκασεν τούς καινοτόμους Νεοημερολογίτας καμμία Σύνοδος! Λέγει χαρακτηριστικῶς: «᾽Αλλ' ἐρωτῶμεν…, πόθεν ἀρύεται τήν δύναμιν καί τό δικαίωμα νά καταδικάζει τήν ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν (σ.σ. ἐννοεῖ τήν καινοτομήσασαν Νεοημερολογιτικήν) ὡς αἱρετικήν; Ποία Οἰκουμενική Σύνοδος μετά τήν καινοτομίαν ταύτην ἀπεφάνθη κατ' αὐτῆς, αἱρετικήν, διά τοῦτο, ἀνακηρύξασα ταύτην;» (αὐτόθι σελ. 45). Προκειμένου νά στηρίξουν τήν θεωρίαν των περί δυνάμει νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος, τόσον ὁ Δανιηλίδης ὅσον καί οἱ Λαυριῶται μοναχοί ἀργότερα, ὑποστηρίζοντες τήν θεωρίαν ταύτην, ἠμφεσβήτουν τήν γνησιότητα καί τό κύρος τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, αἱ ὁποῖαι κατεδίκασαν τελεσιδίκως τό Νέον Παπικόν ῾Ημερολόγιον, ἤ ἰσχυρίζοντο ὅτι αἱ πανορθόδοξοι Σύνοδοι κατεδίκασαν μόνον τήν καινοτομίαν ἐπί τοῦ πασχαλίου Κανόνος καί οὐχί τό νέον ἡμερολόγιον (12). ῞Ολον τοῦτο ὅμως ἀπέβη εἰς βάρος των, διότι ἔδωκαν ἀφορμήν νά ἔλθουν περισσότεραι πηγαί εἰς τό φῶς, αἱ ὁποῖαι πληθωρικά καί μέ σαφήνεια μαρτυροῦν τήν ἱστο ρικότητα καί τό κῦρος τῶν συγκεκριμένων Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ 1583-1587 καί 1593, αἱ ὁποῖαι κατεδίκασαν καί νέον μηνολόγιον καί νέον Πασχάλιον. ᾽Επ' αὐτοῦ ὁ λόγιος καί ὁμολογητής ῾Αγιορείτης, μοναχός ᾽Αρσένιος Κοττέας, εἰς τό βιβλίον του : «᾽Αντέλεγχος ἀβασίμου καί ἀσυστάτου ἐλέγχου. ᾽Απάντησις, εἰς τόν ᾽Αρχιεπίσκοπον ᾽Αθηνῶν περί τοῦ ᾽Εκκλησιαστικοῦ ῾Ημερολογίου, ᾽Αθῆναι 1932» καί εἰς τήν σελ. 30 λέγει: «Εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές, ὅτι αἱ καταδίκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς Καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συχρόνως καταδίκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ ᾽Ιουλιανοῦ ῾Ημερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου Κύκλου». Καί περί τῆς ῾Ιστορικῆς ἀξιοπιστίας καί τοῦ κύρους τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐν λόγω Συνόδων ἀπεφάνθημεν ἐν τῶ πρώτω θέματι. ᾽Ενταῦθα τονίζομεν ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. ἀπ᾽ ἀρχῆς ὀρθῶς ἐπεσήμαναν καί ἐξετίμησαν τό κῦρος αὐτῶν τῶν ῾Αγίων Συνόδων καί ἀντιμετώπισαν τήν περί «δυνάμει» (13) πεπλανημένην θεωρίαν. ῞Οθεν εἰς τάς συγγραφάς των καί ἀπαντητικάς μελέτας των, τονίζουν ὀρθότατα καί ἀπολύτως κανονικῶς τό δεδικασμένον τοῦ νέου ῾Ημερολογίου, ὥστε κάθε ἰσχυρισμός τῶν νεοημερολογιτῶν, περί δῆθεν δυνάμει σχίσματος νά ἀποβαίνη κενός, ἀλλά καί νά ἀποκαλύπτεται ἡ πλήρης ἀδυναμία τῶν κακοδόξων νά ἀντιμετωπίσουν τήν σθεναράν ὁμολογίαν τῶν Γ.Ο.Χ., καθ' ἥν ἡ νεοημερολογιτική ῾Ιεραρχία ἐξῆλθεν τῆς καθολικῆς ᾽Εκκλησίας, δεχθεῖσα δεδικασμένην καινοτομίαν, ἐνῶ οἱ Γ.Ο.Χ. παραμένουσι πιστά τέκνα Αὐτῆς. Ὁ αὐτός π. ᾽Αρσένιος Κοττέας εἰς τό βιβλίον του «ΚΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΗΜΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» ΑΘΗΝΑΙ 1925 γράφει ἐπ' αὐτοῦ: «῾Ημεῖς, οἱ ταπεινοί Μοναχοί τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, τοῦ «Περιβόλου τούτου τῆς Παναγίας», δόκιμοι, μοναχοί, καί μεγαλόσχημοι, ἱεροδιάκονοι, ἱερεῖς καί πνευματικοί, ὁμολογοῦμεν παρρησία καί χωρίς ἀμφισολίαν, ὅτι μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ εἴμεθα καί θά μείνωμεν τέκνα τῆς ῾Αγίας ᾽Ανατολικῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, ἕκαστος ἐν ὧ ἐκλήθη καί ὡρίσθη ἐλέω Θεοῦ». (14) ᾽Επίσης εἰς τό ἴδιον βιβλίον του λέγει: «Συγχρόνως δηλοῦμεν ἀπό τώρα ὅτι: συμφώνως τῶν ὅρων τῶν θείων Κανόνων… δέν θά ὑποταχθῶμεν καί κοινωνίαν μετ' αὐτῶν (σ.σ. τῶν καινοτόμων) δέν θά ἔχωμεν κατά τήν ἀπόφασιν τοῦ Γ’ κανόνος τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅπου, λέγει: «… τοῖς ἀποστατήσασιν ἤ ἀφισταμένοις ἐπισκόποις μηδ' ὅλως ὑποκεῖσθαι κατά μηδένα τρόπον». (15) Καί συμπεραίνει: «Λοιπόν ἡμεῖς οἱ ᾽Ορθόδοξοι Χριστιανοί… ῾Ημεῖς οἱ τά πάτρια ἀκολουθοῦντες, ἐάν δικαίως χωριζώμεθα παρά τῶν μεταρρυθμιστῶν αὐτῶν οἱοιδήποτε καί ἄν εἶναι – καί μᾶς προσάλλουν ὅτι ἐκάμαμεν σχίσμα ἐν τῆ ᾽Εκκλησία, πρός ἡσυχίαν των, τούς ὑπενθυμίζομεν καί πάλιν τόν ΙΕ’ Κανόνα τῆς ΑΒ Οἰκ. ὅστις λέγει:… Οὐ γάρ ἐπι σκόπων, ἀλλά ψευδοεπισκόπων, καί ψευδοδιδασκάλων μετέγνωσαν, καί οὐ, σχίσματι τήν ῞Ενωσιν τῆς ᾽Εκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν «᾽Εκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι». (16) Καί παρακατιών λέγει ὅτι εἰς τήν ῾Αγίαν παράδοσιν ἀνήκει καί τό ᾽Εκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον: «Καί ἐάν ὁ καιρός σᾶς καλέση, μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ νά εἶσθε ἕτοιμοι ἵνα θυσιάσωμεν καί αὐτή τήν ζωή μας, καθώς πάντες ἔχομεν καθῆκον, διά νά φυλάξωμεν σῶα καί τηρήσωμεν ἀκέραια τά πατροπαράδοτα μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς ῾Αγίας ᾽Ορθοδόξου ᾽Ανατολικῆς ᾽Εκκλησίας. Εἰς τά πατροπαράδοτα ταῦτα συγκαταλέγεται καί τό ὀρθόδοξον ἑορτολόγιον ᾽Εκκλησιαστικόν… Αὕτη εἶναι ἡ πίστις μας σήμερον, αὔριον καί μεθ' αὔριον καί ὅλας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας.» (17) Εἰς τό βιβλίον «ΑΣΠΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» ἐκδοθέν ὑπό τοῦ ῾Ιερομονάχου ᾽Ακακίου καί τοῦ Μοναχοῦ Αντωνίου τό 1927 σαφῶς καί ρητῶς διεσώθη ἡ ῾Ομολογία ᾽Εκκλησιολογία τῶν Γ.Ο.Χ. ἔναντι τῆς καινοτόμου ἐπισήμου ἐκκλησίας εἰς τήν ἐν αὐτῶ περιλαμβανομένην: ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΝ ΑΓΙΩ ΟΡΕΙ ΑΘΩ ΙΕΡΑΣ ΣΚΗΤΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΩΝ ΕΙΣ ΤΑΣ «ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑΣ ΜΕΛΕΤΑΣ» ΤΟΥ ΑΡΧ/ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΥ Β. ΔΑΝΙΗΛΙΔΗ. ᾽ΕΥ αὐτῆ διακηρύσσονται καί ὁμολογοῦνται τά κάτωθι: «… Τίνες οἱ σχίσται καί ἐσχισμένοι καί σχισματικοί; ῾Ημεῖς οἱ κατέχοντας καί διακρατοῦνες τήν δισχιλιετῆ παράδοσιν τῆς ᾽Εκκλησίας εἴμεθα σχισματικοί, ἤ σεῖς οἱ χθές καί πρότριτοι ταύτης ἀποστάντες; Καί ἐξ ἁπλῆς ἀντιπαραθέσεως καταδεικνύεται ἐναρῶς ὅτι οἱ δεύεροι.» (18) «… Κόπτεσθε καί ἀφανίζεσθε ἵνα ἀποδείξετε ὅτι καί διά τῶν ἀναξίων ῾Ιερέων ἐνεργεῖ ἡ τοῦ Πνεύματος Χάρις τελεσιουργοῦσα τά Θεῖα μυστήρια. ᾽Αλλ᾿ οὐδείς τοῦτο ἀγαπητέ ἀμφισβηετῖ. Νά μᾶς ἀποδείξετε παρακαλοῦμεν ἐάν διά τῶν σχισματικῶν ἤ αἱρετικῶν ἐνεργῆ ἡ Θεία Χάρις. Στή σελ. 38 λέγετε ὅτι «ἡ διόρθωσις τοῦ ἡμερολογίου εἶναι ἔργον τῆς κυβερνώσης ἐκκλησίας», ᾽Αλλά δέν μᾶς λέγετε ποίας ᾽Εκκλησίας; ῾Ο ᾽Αθηνῶν καί περί αὐτόν εἶναι ἐκκλησία;» (19) «᾽Εν σελίδι 78 ἐπιτιτθέμενος αὖθις κατά τοῦ ᾽Αρσενίου Κοττέα… ᾽Αλλ' εἰπατε ἡμῖν Σᾶς παρακαλοῦμεν ὁ Κοττέας ποιεῖ τό σχίσμα ὁ παρακινῶν κρατεῖν καί φυλάττειν τά πατροπαράδοτα ἤ Σεῖς οἱ καινά καί πρόσφατα εἰσάγοντες καί δογματίζοντες; Σύ καί ὁ οἶκος τοῦ πατρός Σου. ᾽Αλλ' οὐ περί πίστεως τό ἐγχείρημα, καί λοιπόν ἀκίνδυνος ὁ νεωτερισμός, ὧ βαρυκάρδιοι…». (20) «… ἡ διδασκαλία ἡμῶν οὐκ ἔστιν ἡμετέρα ἀλλά τῶν θεοφόρων Πατέρων ὁ δέ πονηρός οὐκ ἔχει χώραν ἐν ἡμῖν, Πατράσι θείοις ἑπομένοις, ἀλλ' ἐν ῾Υμῖν ἐπαναπαύεται τοίς συνεργοῦσιν αὐτῶ εἰς τό Θεοστυγές ἔργον τοῦ σχίσματος καί τῆς διαιρέσεως τῆς ᾽Εκκλησίας….» (21) «… ἀλλ' ἅπαντες (σ.σ. οἱ ἱεροί κανόνες) στρέφονται κατά τῆς κεφαλῆς τῶν ἀποστατῶν τῆς δισχιλιετοῦς παραδόσεως καί ἀποδεξαμένων τά καινά καί πρόσφατα, καί οὕτως σχισθέντων τῆς καλῶς κειμένης ᾽Εκκλησίας….» (22) Καί εἰς τό βιβλίον «ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΛΕΓΧΟΣ» τό ὁποῖον ἐκδίδουν τό 1934 οἱ ῾Ιερομόναχοι Ματθαῖος Πνευματικός, ῾Ιερώνυμος Πνευματικός, ᾽Αρχ. Γεδεών προηγούμενος, ᾽Ακάκιος Πνευματικός, Γεράσιμος Διονυσιάτης, ῾Ιλαρίων Λαυριώτης, Παρθένιος Νεασκητιώτης, ᾽Αντώνιος Νεασκητιώτης καί ᾽Αρτέμιος Ξενοφωντινός, γράφουν πῶς θεωροῦν τούς καινοτομήσαντας Κληρικούς τῆς ἐπισήμου ᾽Εκκλησίας τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ καί ὁποίαν συνείδησιν ὁμολογίαν ἔχουν διά τούς ἐμμένοντας εἰς τήν παράδοσιν τοῦ ᾽Εκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου. «Οἱ ποιμένες σήμερον καινοτομήσαντες καί ὁ ἀκολουθήσας κλῆρος διέκοψαν τό ἱερόν μετά τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας δεσμόν! Δέν εἶναι Πλέον γνήσιοι αὐτῆς ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς ἀλλά νόθα μέλη αὐτῆς καί οὐδέ λειτουργοί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Οἱ δέ χριστιανοί οἱ ἐμμένοντες εἰς τήν πατρώαν εὐσέσειαν σήμερον καί ἀποστρεφόμενοι τό παπικόν μηνολόγιον (νέον ἡμερολόγιον) καί τηροῦντες τό ἑορτολόγιον καί καθεστώς τῆς ὀρθοδοξίας κατά τό μηνολόγιον αὐτῆς ἀκαινοτομήτως καί ὡς παρέδωκαν οἱ πνευματοφόροι πατέρες καί αἱ ἅγιαι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι εἶναι ἡνωμένοι μετά τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ καθολικῆς ἀποστολικῆς ἐκκλησίας καί εἶναι καπενώπιον τῆς Θείας δόξης τά γνήσια καί πιστά αὐτῆς τέκνα. Τούτους τούς χριστιανούς ἡ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐμμένουν εἰς τούς ὅρους καί ἱεράν αὐτῆς παράδοσιν, γαλουχεῖ διά τῆς πλουσίας ἐν αὐτῆ θείας χάριτος τούτους θερμαίνει εἰς τούς κόλπους αὐτῆς· τούτους σκεύη ἐκλεκτά τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς καί μετά δόξης καί τιμῆς μετόχους τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀναδεικνύει. (23) Καί εἰς τήν ἑπομένην παράγραφον ὑπό τόν τίτλο «᾽Εκκλησία τοῦ Θεοῦ» γράφουν: «῞Αὐτοί ἀκόμη οἱ χριστιανοί ὁσονδήποτε ὀλίγοι καί ἐάν μείνουν ἤ καί ἐλάχιστοι ἀποτελοῦν τήν τοῦ Θεοῦ ᾽Εκκλησίαν δεδομένου ὅτι μερικώτερον ᾽Εκκλησία λέγεται καί αὐτή ἡ σύναξις τῶν χριστιανῶν κατά τούς λόγους τοῦ ᾽Αποστόλου Παύλου: «᾽Εν ᾽Εκκλησία θέλω πέντε λόγους διά τοῦ νοός μου λαλῆσαι» (Α' Κορ. ιδ' 19) καί κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν βεβαιώσαντος «Οὗ δ' ἄν εἰσί δύο ἤ τρεῖς συντηγμένοι ἐν τῶ ὀνόματί μου, ἐκεῖ ἐγώ ἐν μέσω αὐτῶν εἰμί». Τοῦτο καί ὁ μέγας τῆς ᾽Ορθοδοξίας πρόμαχος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ῞Αγ. Νικηφόρος βεβαιοῖ διδάσκων «Εἰ δέ καί πάνυ ὀλίγοι ἐν τῆ ὀροθοδοξία καί εὐσεβεία διαμείνωσι οὗτοι εἰσίν ἐκκλησία καί τό κῦρος καί ἡ προστασία τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐν αὐτοῖς κεῖται. Κάν κακοπαθῆσαι αὐτοῖς ὑπέρ τῆς εὐσεσείας δεήσει, ὅπερ ἐστίν εἰς καύχημα αἰώνιον καί ψυχικῆς σωτηρίας πρόξενον».(24) Καί συνεχίζουν: «᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι οἱ ἀποστάται Ποιμένες! Οὐδέ «στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» δύνανται ποτέ νά εἶναι οἱ νεωτερισταί! Ταῦτα εἶναι τῶν κακοδόξων ἡ διδασκαλία! Ταῦτα εἶναι τῶν αἱρετικῶν τό κήρυγμα! Ταῦτα εἶναι τῆς παπικῆς ὀφρύος ἡ ἀσεβής δοξασία!» (25) Καί πάλιν: «Δέν εἶναι λοιπόν οἱ νεωτερισταί «᾽Εκκλησία Θεοῦ ζῶντος» ὡς πλανῶντες καί πλανώμενοι κηρύττουν ἐνώπιον τοῦ ἀγνοοῦντος λαοῦ, άλλ' ἀποτελοῦν τήν «᾽Εκκλησίαν πονηρευομένων» κατά τόν Προφητάνακτα καί «Καϊφαϊκόν συνέδριον τῶν παρανόμων» κατά τούς ἁγίους Πατέραςι! Καί διά τοῦτο μετά τόσης ἐξανέστησαν μανίας κατά τοῦ Πλήθους τῶν πιστῶν ἐν Ἑλλάδι, τό ὁποῖον ὀνομάζει ὁ ᾽Απόστολος Παῦλος «στύλον καί ἑδραίωμα τῆς ἀληοθείας» καί τό ὁποῖον εἶναι «᾽Εκκλησία Θεοῦ ζῶντος» κατά τόν αὐτόν…» (26) Καί ἀλλαχοῦ πάλιν λέγουν: «᾽Εντός τοῦ πλοίου τούτου τῆς ᾽Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εὑρισκόμεθα, ὅσοι εἰς τήν πατρώαν εὐσέβειαν ἐμμένομεν, καί δέν πτοούμεθα ἑπομένως ἀπό τάς ἀπειλάς τῶν ὑπεναντίων…» (27) ᾽Επίσης εἰς τήν σελίδα 257 τοῦ ἰδίου συγγράμματος γίνεται λόγος περί τῆς κανονικότητος τῆς ᾽Αποστολικῆς διαδοχῆς τῶν κληρικῶν τῶν Γ.Ο.Χ. καί ὅτι, ἐν ἀντιθέσει μέ τούς καινοτόμους, αὐτοί εἶναι οἰκονόμοι τῆς Θείας Χάριτος ὡς ἐν τῆ ῾Αγία τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησία παραμένοντες. ῾Η Θεία Χάρις ᾽Αφοῦ ἀπεδείχθη τόσον σαφῶς, ὅτι οἱ νεωτερισταί δέν ἀποτελοῦν τήν ᾽Εκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καί ὅτι πᾶσα ἐκ μέρους αὐτῶν ἐν ὀνόματι τάχα τῶν ἱερῶν κανόνων ἐπιβαλλομένη ποινή καί αὐτό ἔτι τό φρικτόν «ἀνάθεμα» κατά τῶν εὐσεβῶν εἶναι ὄχι μόνον ἄκυρος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἐπιστρέφει εἰς αὐτούς τούς ἰδίους νεωτεριστάς, εἰς δέ τούς πιστούς ἐκ τοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί εὐσεβεῖς ἀπεργάζεται δόξαν καί τιμήν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὑπολείπεται ἤδη νά ἐξετασθῆ τό ζήτημα τῆς θείας χάριτος. Λέγουν οἱ νεωτερισταί καί γράφει ὁ Παροναξίας κ. ῾Ιερόθεος, καθώς προανεφέραμεν, ὅτι «ὁ ἱερεύς διά νά ἔχη θείαν χάριν» πρέπει νά ἔχη κανονικήν τήν χειροτονίαν ὑπό κανονικοῦ ἀρχιερέως ἀλλά καί νά μένη πνευματικῶς ἡνωμένος μετ' αὐτοῦ καί ἑπομένως μετά τῆς ᾽Εκκλησίας. Καί ὅτι μέν ἡμεῖς ἔχομεν κανονικήν χειροτονίαν «ὑπό κανονικοῦ ἀρχιερέως» καί μεθ' ὑμῶν πάντες οἱ εὐλαβέστατοι ῾Ιερεῖς οἱ ἐμμένοντες εἰς τάς ᾽Εκκλησιαστικάς παραδόσεις καί ὑπέρ αὐτῶν ἀγωνιζόμενοι οὐδέποτε παρ᾽ οὐδενός τῶν καινοτόμων σήμερον ἠμφεσβητήθη· ὅτι δέ εἴμεθα καί ἡνωμένοι μετά τῆς Μητρός ἡμῶν Μιᾶς ῾Αγίας, Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησίας καί ἑπομένως καί τήν θείαν αὐτῆς χάριν ἔχομεν ἀπεδείχθη τοῦτο ἐν τοῖς ἔμπροσθεν· διότι «ὡς τέκνα ὑπακοῆς» φυλάττομεν τούς ῾Ιερούς αὐτῆς θεσμούς καί παραδόσεις· καθόσον καί «῾Ημεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς Καθολικῆς ᾽Εκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν· ἡμεῖς τούς θεσμούς τῶν Πατέρων φυλάττομεν». (28) ᾽Αλλαχοῦ πάλιν κηρύσσουν ὅτι οὐδεμία κοινωνία τῶν Γ.Ο.Χ. μετά τῶν καινοτόμων ἐπιτρέπεται. «Δέν θά προδώσωμεν ἡμεῖς τόν πατρικόν θησαυρόν τῆς ὑγιαινούσης πίστεως! Δέν θ' ἀρνηθῶμεν τήν ᾽Ορθοδοξίαν τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἀλλ' ὑπέρ αὐτῆς ὀφείλομεν νά θυσιά σωμεν τά πάντα, ἀφοῦ τό πᾶν γιά τά πιστά αὐτῆς τέκνα εἶναι ἡ εὐσεβής πίστις, διά τήν ὁποίαν τά ἑκατομμύρια τῶν ἁγίων Μαρτύρων ἐθυσιάσθησαν καί τῶν ἁγίων ὁμολογητῶν ἐκακουχήθησαν καί τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός καί οἱ ῞Αγιοι Πάντες τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἠγωνίσθησαν!» Καί σημειώνουν: «Εἶναι φανερόν ἑπομένως τό καθῆκον παντός Χριστια νοῦ ᾽Ορθοδόξου νά μή μεταβαίνη εἰς ναόν, ὅπου ὑπάρχει ἱερεύς ἀποστάτης καί ἱερουργεῖ κατά τόν νεωτερισμόν τοῦ ἀντιχρίστου· διότι κατά τόν 33ον ἱερόν κανόνα τῆς ἐν Λαοδικεία Συνόδου δέν ἐπιτρέπεται νά συμπροσευχεται ὁ ᾽Ορθόδοξος χριστιανός μετά τῶν αἱρετικῶν ἤ σχισματικῶν. Οὐδέ εὐλογίαν λαμβάνει ὁ ὀρθόδοξος, ὅπου μεταβαίνει εἰς τόν κακόδοξον ἱερέα, διότι κατά τόν 32ον ἱερόν κανόνα τῆς αὐτῆς ἁγίας Συνόδου αἱ εὐλογίαι τῶν κακοδόξων εἶναι «ἀλογίαι μᾶλλον» · ὄχι δέ μόνον ὀρθόδοξος δέν πρέπει νά συνεορτάζη μέ τούς κακοδόξους, ἀλλά καί οὔτε τά δῶρά των νά δέχεται, ὅπου στέλλουν, ὅταν ἔχουν τάς ἑορτάς των κατά τόν 37ον κανόνα τῆς ἰδίας ἁγ. Συνόδου. Καί γεννᾶται τό ἐρώτημα ἐν τοιαύτη περιπτώσει, τί θά κάμη ὁ χριστιανός, ὅπου στερεῖται ἱεροῦ ναοῦ καί ἱερέως; Νά μιμηθῆ τό παράδειγμα τῶν ἁγίων Μαρτύρων καί ὁμολογητῶν, οἱτινες ζῶντες εἰς καιρόν διωγμοῦ τῆς πίστεως προσεκαρτέρουν εἰς τήν προσευχήν ἐν μέσω τῶν θλίψεων καί κακώσεων τοῦ σώματος, χαίροντες εἰς αὐτάς καί τῶ Θεῶ εὐχαριστοῦντες διότι διά τοῦ μικροῦ κόπου καί πόνου τοῦ σώματος ἀπελάμβανον τόν στέφανον τῆς καλῆς ὁμολογίας ἐν τῆ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. (29) Καί εἰς τό βιβλίον «᾽Απολογία» τῶν ῾Αγιορειτῶν Πατέρων σημειώνεται ρητῶς: «᾽Αφοῦ λοιπόν (κατά τούς ἀνωτέρω διαπρεπεῖς ἄνδρας) τό νέον ἡμερολόγιον εἶναι «κακοδοξία καί αἵρεσις» εἶναι «ἔργον τῶν Σιωνιστῶν καί τῶν Μασσώνων» εἶναι συγκατάβασις τῷ Παπισμῷ καί τοῖς Μασσώνοις»· οἱ δέ τοῦτο ἀκολουθοῦντες κατά συνέπειαν εἶναι αἱρετικοί: ἡμεῖς δέν ἐννοοῦμεν νά μνημονεύωμεν καί συγκοινωνῶμεν μετ᾽ αὐτῶν, οὐδέ νά θεωρῶμεν αὐτούς ὡς κεφαλήν τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας». (30) Οἱ καινοτόμοι Νεοημερολογῖται καί εἰδικώτερα εἰς τό ῞Αγιον ῎Ορος ὁ προαναφερθείς Δανιηλίδης καθώς καί οἱ Λαυριῶται, ἐκήρυσσον, ὡς προείπομεν, ὅτι τό 1924 προεκλήθη δυνάμει σχίσμα ὑπό τῆς Νεοημερολογιτικῆς ῾Ιεραρχίας καί ὄχι «ἐνεργεία» τοιοῦτον, διότι «καμία Σύνοδος δέν κατεδίκασε τούς καινοτόμους ὡς σχισματικούς καί αἱρετικούς». Εἰς τό βιβλίον «Δίστομος Ρομφαία» γίνεται συστηματικός λόγος διά τήν προμνησθεῖσαν περί «Δυνάμει» θεωρίαν. ᾽Ιδού ἡ θέσις τοῦ Δανιηλίδη: «῎Ηδη ἐρωτᾶται: ἀπεκηρύχθησαν Σχισματικαί αἱ νεοημερολογητικαί ᾽Εκκλησίαι ὑπό τῶν παλαιοημερολογητικῶν ᾽Εκκλησιῶν; Οὐχί· τοῦτο δέν συνέβη· ἀλλ' ὡς τοῖς πᾶσι τυγχάνει γνωστόν ὑπάρχουσι αὗται εἰς στενωτάτας σχέσεις μετ' ἀλλήλων συγκοινωνοῦσαι καί συλλειτουργοῦσαι καί συμπεραίνομεν ὅτι μέχρι σήμερον ἡ τηρουμένη αὕτη ἑνότης τῶν ᾽Εκκλησιῶν τούτων, ἀποτελουσῶν τήν Μίαν ῾Αγίαν Καθολικήν καί ᾽Αποστολικήν ᾽Εκκλησίαν, εἶναι σύμφωνος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ». (31) Καί ἡ ἀπάντησις τῶν Γ.Ο.Χ. ἦτο αὕτη: « Ω πλάνη!! ᾽Αλλ' ἐπειδή ἐρωτήσατε ἀνωτέρω, ἐάν ἀπεκηρύχθη ἡ τῶν Νεοημερολογιτῶν ᾽Εκκλησία σχισματική, καί ἐάν ἡ αἵρεσις τούτων ὑπό Συνόδου κατεδικάσθη, λέγω ὑμῖν ὅτι κατεδικάσθη, καί ὑπό τοπικῆς μεγάλης Συνόδου ἀπεκηρύχθη, καί τῶ φρικτῶ ἀναθέματι καθ' ὑπεβλήθη… Κατεδικάσθη λέω καί πάλιν ἡ παπική τοῦ νέου ἡμερολογίου αἵρεσις· καί ἰδού συμφώνως τοῦ στ' τῆς Β' Οἰκουμενικῆς Συνόδου Κανόνος, ὡς καί κατά τήν ἰδίαν ὁμολογίαν, ἥν ἀνωτέρω ὁμολογεῖτε, εἶσθε ἐνεργεία σχισματοαιρετικοί· διότι ὁ μέν Κανών οὗτος λέγει ὅτι «Αἱρετικούς λέγομεν τούς τέ πάλαι τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποκηρυχθέντας καί ἀναθεματισθέντας». Σεῖς δέ πάλιν λέγετε ὅτι ᾽Εκκλησία τις καθίσταται καί λέγεται ὅτι εἶναι ἐνεργεία Σχισματική, ὅταν ἀποκηρυχθῆ ὡς τοιαύτη ὑπό Συνοδικοῦ δικαστηρίου ἀντιπροσωπευομένου ὑπό τῶν λοιπῶν ᾽Εκκλησιῶν». Ταῦτα δέ ἅπερ λέγετε τόσον σεῖς, ὅσον καί ὁ ἀνωτέρω Κανών, ἀμφότερα ἀκρισῶς ἐσυνέσησαν τό πάλαι πρό (350) ἐτῶν κατά τό ἔτος (1583) ἐπί ῾Ιερεμίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτε ἐν τῇ αὐτῇ πόλει συνήχθη ἡ μεγάλη ἐκείνη Τοπική Σύνοδος, ἥτις καί οἰκουμενική μάλιστα ὀνομάζεται παρά τοῦ ῾Ιεροσολύμων ἱεροῦ Δοσιθέου. Συνχθη δέ ἡ Σύνοδος αὕτη κατά τῶν καινοτομιῶν τοῦ τότε Πάπα Ρώμης Γρηγορίου, ὅστις καί τό αἰώνιον τῆς ᾽Εκκλησίας ᾽Ιουλιανόν ἑορτολόγιον μετερρύθμισε, καί εἰσήγαγε ἀντ᾽ αὐτοῦ τό Γρηγοριανόν, ἤ τό νῦν παρ' ἡμῖν λεγόμενον Νέον ῾Ημερολόγιον, τό ὁποῖον καί τό κυριώτερον ἔργον ὑπῆρξε τῆς Συνόδου ταύτης. Οἱ τήν μεγάλην δέ ταύτην Σύνοδον ἀποτελοῦντες ᾽Αρχιερεῖς, ὑπερέχοντες ἦσαν ὁ Κωνσταντινουπόλεως ῾Ιερεμίας, ὁ ᾽Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, καί ὁ ῾Ιεροσολύμων Σωφρόνιος, οἵτινες ὁμοθυμαδόν πάντες κατεδίκασαν μετά καἶ ἄλλων αἱρέσεων τήν αἵρεσιν τοῦ Νέου ἡμερολογίου». (32) Βεβαίως καί ἄν ἀκόμη δέν ὑπῆρχεν τό δεδικασμένον καί δέν ἐπρόκειτο περί προκατεγνωσμένης καινοτομίας, (33) αἱρέσεως καί πάλιν αὐτή καθ' ἑαυτήν ἡ καινοτομία -αἵρεσις ἀποσχίζει καί ἀποκόπτει ἐκ τοῦ Σώματος τῆς ᾽Εκκλησίας καί νεκρά μέλη ποιεῖ τούς καινοτόμους αἱρετικούς. ᾽Εν προκειμένω ὅμως, ὡς ἀρκούντως ἐτονίσθη, ὁ νεοημερολογιτισμός εἶναι σαφῶς καί ἐπισήμως προκαταδεδικασμένος καί πρόκειται περί καθαρά προκατεγνω σμένης καινοτομίας — αἱρέσεως. Τοῦτο ἀκριβῶς καί πάλιν καί πολλάκις λίαν εὐστόχως τονίζουν οἱ ΓΟΧ, εἰς ἀπάντησιν πρός τούς ὑπερμάχους τῆς καινοτομίας: «… αἱρετικούς μέν λέγομεν αὐτούς, καί τῆς θείας χάριτος γεγυμνωμένους, ἀπό τήν στιγμήν τήν ὁποίαν ἀπεσχίσθησαν τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐκήρυξαν τήν προκατεγνωσμένην τοῦ νέου ἡμερολογίου παπικήν αἱῤεσιν». (34) Καί πάλιν: «ἐκ τῶν ὅσων εἴπομεν ἐπληροφορήθημεν ὅτι ἐνεργεία σχισματοαιρετικοί οἱ νεοημερολογῖται εἰσί, καθ' ὅτι παλαιάν καί προκαταδικασμένην αἵρεσιν κηρύττουσι». (35) ῞Ως πρός τήν ἐπίκλησιν τῶν καινοτόμων τῆς σημειώσεως τοῦ ῾Ιεροῦ Νικοδήμου ἐπί τοῦ Γ', ᾽Αποστολικοῦ Κανόνος ἐφ ἦς ἐπεχείρησαν νά στηρίξουν τήν θεωρίαν τοῦ περί δυνάμει σχίσματος, ἀπαντοῦν λίαν εὐστόχως ὅτι: «῾Ο ῾Ιερός Νικόδημος ὁμιλεῖ περί παραβάσεως Κανόνων, καί καθαιρέσεως τῶν παραβαινόντων τούς κανόνας κληρικούς: οὐδέν δέ ἀναφέρει περί ὧν ὁ λόγος ἡμῖν Σχισματοαιρετικῶν». (36) ῾Η συνείδησις καί ὁμολογία τῶν Γ.Ο.Χ. εἶναι ὅτι ὄντως εἶναι ἐνεργεία σχισματική ἡ Νεοημερολογιτική ᾽Εκκλησία καί ὅτι δέν ἐπενεργεῖ διά τῶν σχισματικῶν λειτουργῶν της ἡ Θεία χάρις. ῾Η ὅλη περί «Δυνάμει καί οὐχί ἐνεργεία» σχίσματος ἐν τῶ Νεοημερολογιτισμῶ διδασκαλία ἀνετράπη ὑπό τῆς ᾽Ορθοδόξου καί κανονικῆς θέσεως, καθ' ἥν ἡ νεοημερολογιτική ᾽Εκκλησία εἰσαγαγοῦσα «καινοτομίαν προκαταδεδικασμένην συνοδικῶς… Κατέστησεν ἑαυτήν ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΝ, ἐστερημένην Κοινωνίας Πνεύματος ῾Αγίου ἐν τοῖς τελεσιουργουμένοις παρ' αὐτῆς Μὑστηρίοις». (Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝ ΤΗ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΤΗΣ, «῾Ελληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων ᾽Ορθοδόξων Χριστιανῶν» ᾽Αθῆναι 1931, σελ. 22). ῾Η πίστις ὁμολογία καί θέσις τῶν Γ.Ο.Χ. ἀπ' ἀρχῆς εἶναι ρητή καί κατηγορηματική, ὅτι οἱ μέν καινοτόμοι διά τήν καινοτομίαν, αὐτήν καθ' ἑαυτήν, καί διά τό δεδικασμένον αὐτῆς ἐξῆλθον τῆς ᾽Εκκλησίας, οἱ δέ Γ.Ο.Χ. παραμένουσι ἐν Αὐτῇ, πρός τήν ὁποίαν δέον νά ἐπιστρέινουν καί οἱ καινοτομήσαντες διά τῆς ἀποβολῆς τῆς καινοτομίας. ᾽Ενῶ πληθωρικά ἐπικαλοῦνται τό δεδικασμένον, δέν παύουν ὅμως νά διακηρύσσουν τήν ᾽Ορθόδοξον διδασκαλίαν ὅτι ἡ αἵρεσις, ἀφοῦ κηρυχθῆ ἐπισήμως καί ἐφαρμοσθῆ, ἀποκόπτει καί ἐκβάλλει τῆς ᾽Εκκλησίας τά μέλη καί νεκρά ποιεῖ ταῦτα: «Πάντα οὖν τά πονηρά τῶν αἱρετικῶν συστήματα, ἀφ ἦς στιγμῆς ἐνόσησαν τήν ἀνίατον τῆς αἱρέσεως αὐτῶν νόσον, ὡς ἀνιάτως πάσχοντα, ἀπεκόπησαν ἐκ τοῦ ὑγιοῦς τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας σώματος, καί ὡς σεσηπότα μέλη πόρρω ἐσλήθησαν ἀποκοπέντων δέ, οὐκ ἔτι τήν ὀρθόδοξον ἀποτελοῦν ᾽Εκκλησίαν, ἀλλ' οὐδέ τήν χάριν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μεθ' ἑαυτῶν ἔσχον, ἐξ ἧς ἅπαξ διάπαντός ἐκπεπτώκασι. Τοῦτο δέ οὐκ ἐνώ λένω, ἀλλ' ὁ στύλος τῆς ᾽Εκκλησίας οὐρανοφάντωρ Μένας Βασίλειος· «῾Η μέν ἀρχή τοῦ χωρισμοῦ διά σχίσματος γέγονεν· οἱ δέ, τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποστάντες, οὐκ ἔτι ἔσχον τήν χάριν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ ἑαυτούς ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τοῦ διακοπῆναι τήν ἀκολουθίαν», (Μ. Βασιλείου Κανών Α'). (37) ῾Η ᾽Εκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. δέν εἶναι νέον τι, οὔτε ὀργάνωσις, οὔτε διαμαρτύρησις, ἀλλ' ἡ Καθολική ᾽Εκκλησία! ᾽Ιδού σαφής καί ρητή ὁμολογία: «Ναί ὧ νεωτερισταί· ναί· οὕτω καί ἡμεῖς πιστεύομεν τήν ᾽Ορθόδοξον ᾽Εκκλησίαν· καί αὕτη εἶναι ἡ λεγομένη Μία ῾Αγία Καθολική καί ᾽Αποστολική ᾽Εκκλησία, ἥτις καί τῶν Παλαιοημερολογιτῶν λέγεται, καθ' ὅτι ἔμεινεν καί ἤδη μένει πιστή εἰς τάς παραδόσεις καὶ δόγματα τῆς ἀρχαίας καί πρωτογόνου ἁγίας Καθολικῆς καί Μιᾶς τοῦ ῾Ιεροῦ Συμβόλου ᾽Οριθοδόξου ᾽Εκκλησίας.» Τόν νεοημερολογιτισμόν δέν διστάζουν νά ἀποκαλοῦν ᾽Ιουδαϊκήν Συναγωγήν: «Διά τοῦτο τοῖς πᾶσι ἔστω γνωστόν ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία ἥτις ἤθελεν ἀλλάξει ἔθιμα καί τά ἀμετάθετα ὅρια,τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς ᾽Εκκλησίας, οὐκ ἔστι αὕτη ᾽Εκκλησία, ἀλλ' ἰουδαϊκή Συναγωγή, τῆς Θείας χάριτος γεγυμνωμένη. ᾽Επίσης ᾽Επίσκοποι ὡς καί πάντες χριστιανοί, οἱτινες ἤθελον ὑποπέσει, οὐ μόνον αἱρέσει καί σχίσματι, ἀλλά καί θανασίμω ἀκόμη ἁμαρτήματι, γυμνοῦνταῖ τῆς Θείας χάριτος καί ἀδύνατον αὕτη ὅπως ἐπανακάμψη, εἰμή διά μόνης μετανοίας γνησίας καί χύσεως δακρύων πολλῶν. (39) ῾Η νεοημερολογιτική ῾Ιεραρχία στερεῖται τῆς ἁγια στικῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἀφοῦ οἱ κληρικοί της ἔχασαν τήν ᾽Αποστολικήν Διαδοχήν ἐξαιτίας τῆς καινοτομίας. «Πῶς δέ καί τῶν ᾽Αποστόλων διάδοχοι οἱ τάς παραδόσεις αὐτῶν μή φυλάξαντες, καί τήν μεγάλην τοῦ Νέου ῾Ημερολογίου αἵρεσιν δημιουργήσαντες; Εἶναι λοιπόν τῶν ἀποστόλων διάδοχοι οὗτοι, δι' ὧν ὁ Θεός ἐνεργεῖ τήν δικαίωσιν καί τόν ἁγιασμόν τῶν Πιστῶν; Καί πῶς οἱ τῆς Θείας Χάριτος ἄμοιροι καί τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνης ἀλλότριοι, ἐνεργοῦν τήν δικαίωσιν καί τόν ἁγιασμόν τῶν πιστῶν;» (40) Καί ἐν σελίδι 23 τονίζεται: «Ναί ἐνοικεῖ ὁ Χριστός ἐν τῆ ᾽Εκκλησία αὐτοῦ, ἀλλ᾽ εἰς ἐκείνην, τήν ὁποίαν αὐτός ἱδρυσεν, ἥτις καί πιστή ἐν τῆ διδαχή αὐτοῦ μένει, καί ἡ ὁποία τό ἀλάθητον, καί ἀναμάρτητον, παρά τοῦ ἱδρυτοῦ αὐτῆς εἴληφεν, οὗ τῇ Θείᾳ χάριτι πάντες ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τήν Μίαν ῾Αγίαν αὐτοῦ ᾽Εκκλησίαν, ἐρρύσθμημεν τῆς μεγάλης καί ἐσχάτης τοῦ ᾽Αντιχρίστου αἱρέσεως τοῦ Νέου ῾Ημερολογίου. Τοιαύτη δέ ᾽Εκκλησία, ἡ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν εἶναι καί λέγεται, ἥτις πιστή ἔμεινεν ἐν τῆ διδαχῆ τοῦ Χριστοῦ, φυλάττουσα ἀπαράτρεπτα, καί ἀναλλοίωτα, πάντα τά ὑπό τῶν ῾Αγίων Πατέρων παραδοθέντα Αὐτῆ δόγματα καί παραδόσεις. Σείς δέ πῶς ἀναισχύντως τολμᾶτε καί ὀνομάζετε τήν Νεοημερολογιτικήν Συναγωγήν ᾽Εκκλησίαν, ἥτις οὐκ ἐφύλαξε τήν ἱεράν τοῦ ἑορτολογίου παράδοσιν, σχισθεῖσα τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησίας, καί μετά τῶν αἱρετικῶν Φράγκων ἐκπορνεύσασα, ἑνωθεῖσα καί συνεορτάζουσα; Πῶς δέ καί τούς τήν μεγάλην ταύτην αἵρεσιν δημιουργήσαντας προσατοσχήμους λύκους, Ποιμένας νομίμους λέγετε, καί διαδόχους τῶν ῾Αγίων ᾽Αποστόλων ὀνομάζετε; Μή καί πάλιν λέγω πλανᾶσθε· τήν ᾽Εκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, δέν ἀποτελεῖ ἡ πονηρά τῶν σχισματοαιρετικῶν μάζα, ἀλλά τό ἱερόν τῶν ᾽Ορθοδόξων Χριστιανῶν ἄθροισμα, τό ὁποῖον καί ὁ Χριστός πάντοτε ἁγιάζει διά τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου αὐτοῦ Πνεύματος, κατά τήν μετά τήν εἰς τούς οὐρανούς ἁγίαν αὐτοῦ ᾽Ανάληψιν, Θείαν έπαγγελίαν. Καί ταῦτα οὐχ ἡμεῖς λέγομεν, ἀλλ' αὐτός ὁ Θεός, ῞Ος πολυμερῶς καί πολυτρόπως τό πάλαι λαλήσας…». (41) Καί εἰς ἄλλο σημεῖον γράφει: «Τοιαύτην λοπτόν οὖσαν τήν ᾽Εκκλησίαν τῶν Νεοημερολογιτῶν, καί τοιούτων τῶν Ποιμένων αὐτῆς, δέν δυνάμεθα πλέον ἱνα εἴπωμεν αὐτήν ὀρθόδοξον ᾽Εκκλησίαν, οὐδέ τούς ᾽Επισκόπους αὐτῆς ποιμένας νομίμους, καί τῶν ῾Ανίων ᾽Αποστόλων διαδόχους. ᾽Αλλ' ὡς εἴπομεν καί νῦν πάλιν λέγομεν, καί διά παντός λέγοντες οὐ παυσόμεθα, κηρύττοντες μετά ψυχικοῦ ἄλγους τήν πικράν μέν, ἀλλά μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι ἄμοιροι τῆς Θείας χάριτος πάντες οἱ τήν νεοημερολογητικήν ᾽Εκκλησίαν ἀποτελοῦντες, ὡς καί πάντες ὑποκριταί οἱ μετ' αὐτῶν ἐπικοινωνοῦντες· «ὁ γάρ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται». (42) Ταῦτα πάντα μαρτυροῦσιν ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. ἀπ' ἀρχῆς ἀντιμετώπισαν τήν νεοημερολογιτικήν ἐκκλησίαν ὡς σχισματοαιρετικήν, ἑαυτούς δέ ὅτι εἰσί τέκνα γνήσια τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Ανατολικῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησίας. (43) ῎Ας δώσωμεν ὅμως τόν λόγον εἰς τήν ῾Ελληνικήν Θρησκευτικήν Κοινότητα τῶν Γ.Ο.Χ. διά νά ὁμιλήση διεξοδικῶς ἐπί τοῦ θέματος: «῎Ηδη κατόπιν τῶν ὅσων ἀνωτέρω ἐν συντομία περί Συνόδων ἐξεθέσαμεν γεννῶνται τά εὐλογοφανῆ ἐρωτήματα: 1) ῾Η Σύνοδος τῆς ῾Ελληνικῆς ῾Ιεραρχίας ἡ ἀποφασί σασα τήν ἀθέτησιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ 1583 καί τοῦ 1593 περί ᾽Εκκλησιαστικοῦ ἡμερολονίου εὑρίσκεται ἐπί ᾽Ορθοδοξούσης βάσεως, ἀφοῦ τά δεδικασμένα ὑπό προγενεστέρων Συνόδων, τῆ συναινέσει συμπάσης τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, κατ' οὐδέν λόγον δικαιοῦνται νά ἀθετήσουν μετανενέστεροι; 2ον) Τήν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου τῆς ῾Ιεραρχίας τῆς ῾Ελλάδος πρός μεταρρύθμισιν τοῦ ᾽Εκκλησιαστικοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου ἄραγε ἐπεκρότησεν, ἠσπάσθη, ἐδέχθη πρός ἐφαρμονήν ἡ ᾽Ορθόδοξος τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησία, ἡ ἀνά τό πρόσωπον τῆς οἰκουμένης ὥστε νά γίνη ἀντιληπτόν τό ἐξωτερικόν γνώρισμα», ὅτι ἡ ὡς ἄνω σύνοδος ἐχειραγωγεῖτο ὑπό τοῦ Πανανίου Πνεύματος», ἤ συνέση τό ἀντίθετον ὅτι ἠκούσθησαν καί ἀκούονται εἰσέτι δριμύτατοι καί καυστικώτατοι ἔλεγχοι, πολλαί καί ἐντονώταται διαμαρτυρίαι παρά τῆς καθόλου ᾽Ορθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ᾽Εκκλησίας διά τήν ἀντορθόδοξον καί ἀντεκκλησιαστικήν ταύτην καινοτομίαν, τήν συνταράξασαν καί συνταράσσουσαν ἕως τήν σήμερον ἅπασαν τήν ᾽Ορθοδοξίαν; Τάς ἀπαντήσεις ἅς τάς ἐννοήση ὁ καθείς, διότι εἶναι εὐκα τάληπτοι καί εἰς τόν ἀδιχέστερον. Τί ὅμως συνάνεται, ἀφοῦ δοθῶσιν αἱ πρέπουσαι ἀπαντήσεις εἰς τά ἄνω ἐρωτήματα; ῞Οτι ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος εἶναι ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, διότι ἀφοῦ τό ᾽Ιουλιανόν ἡμερολόγιον ἀποτελεῖ ἀρχαιοτάτην ᾽Εκκλησιαστικήν παράδοσιν, καί ἀφοῦ καί εἰδικῶς, καί διά συνοδικῶν πανορθοδόξων ἀποφάσεων ἐν τῆ ᾽Ορθοδόξω ᾽Εκκλησία ἀμετάτρεπτον καί ἀκαινοτόμητον ὡρίσθη νά παραμένη, ΕΠΕΤΑΙ ὅτι, πᾶς ὅστις ἤθελεν ἐπιχειρήση ἐναντίον τῶν παραδεδομένων, κατά φυσικόν λόγον θά καταστήση ἑαυτόν ὑπεύθυνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὡς τολμῶν νά διχοτομήση, νά διαιρέση τήν ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς ᾽Εκκλησίας· καί συνεπῶς ἡ ῾Ελληνική ᾽Εκκλησία μέ τό νά σπεύση νά καινοτομήση εἰς τό ἡμερολόγιον παρανόμως, ἀντικανονικῶς, αὐθαιρέτως καί ΜΟΝΟΜΕΡΩΣ, ἔγινε ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ, ὡς σχισθεῖσα ἐκ τῆς συμφωνίας ἐν τῶ συνεορτάζειν μετά τῶν λοιπῶν ᾽Ορθοδόξων ᾽Εκκλησιῶν, ὡς σχισθεῖσα ἐκ τῆς ΕΝΟΤΗΤΟΣ μετ' αὐτῶν, καί ἀκολουθήσασα νεωτερισμούς, συνεορτάζουσα οὐχί πλέον μετά τῶν ᾽Ορθοδόξων ἀλλά συνεορτάζουσα μετά τῶν αἱρετικῶν φράγκων». (44) «ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ ὅθεν ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἡ ταράττουσα τῶν ᾽Εκκλησιῶν τήν συμφωνίαν καί τῶν πιστῶν τήν ὁμόνοιαν. ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἡ εἰσάγουσα καί θεσπίζουσα 7ταρανόμους καί ἀντορθοδόξους διατάξεις. ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἡ συνεορτάζουσα, παρά τούς κειμένους ἐκκλησιαστικούς νόμους, μετά αἱρετικῶν, καί οὐχί μετά ὀρθοδόξων. ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗ ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος, στερουμένη Πνεύματος ῾Αγίου καί Χάριτος Θεοῦ ἐν τοῖς παρ' αὐτῆς τελεσιουργουμένοις Μυστηρίοις. Τήν φωνήν αὐτήν πάντοτε ἀσιγήτως θὰ ἀναβοῶμεν, διότι πόθεν εὗρεν αὕτη τό δικαίωμα νά ὑψώνη θρασεῖαν τήν κεφαλήν, διά νά ἐκφεύγη τῶν ὁρίων αὐτῆς, ἐπί ἀσεβεία κατά τῶν Θεοφωτίστων Πατέρων τῆς ᾽Ορθοδοξίας καί ἀναιδεία κατά τῶν λοιπῶν ᾽Ορθοδόξων ᾽Εκκλησιῶν;» (45) «Περί τῶν ἀκολουθούντων τήν καινοτομίαν τοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ ᾽Ορθοδόξω ᾽Εκκλησία δυνάμεθα ἀδιστάκτως νά ἀποφανθῶμεν ὅτι τά παρ' αὐτῶν τελούμενα Μυστήρια εἶναι τύποι ἄνευ οὐσίας, κενά Πνεύματος ῾Αγίου, καί ἄκυρα ᾽Ορθοδόξως καθ' ὅσον ἀποσχισθέντες τῆς συμφωνίας καί τῆς ΕΝΟΤΗΤΟΣ τῆς καθ' ὅλου ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, ἀπετέλεσαν ἰδίαν ᾽Εκκλησίαν νεωτερίζουσαν, φατριάζουσαν, καί Σχισματικήν στερουμένην ῾Αγίου Πνεύματος. ῎Ισως τινές μᾶς εἴπωσι: Πῶς τοσοῦτον εὐκόλως καί ἀνενδοιάστως ἀποφαίνεσθε ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἐστερήθη τοῦ ῞Αγ. Πνεύματος, εἰσαναγούσα τό νέον ἡμερολόγιον, ἀφοῦ πολλοί ῞Ελληνες ῾Ιεράρχαι μετασαίνουσιν εἰς ῾Ιεροσόλυμα καί εἰς ῞Αγ. ῎Ορος, ἔνθα δέν εἰσήχθη ἡ καινοτομία αὕτη, καί ἐκεῖ γίνονται δεκτοί εἰς συλλείτουργον; ᾽Αλλ' ἐμεῖς θά ἀπαντήσωμεν: Τό ἐάν πολλοί ῾Ιεράρχαι ῞Ελληνες νεωτερισταί μεταβαίνουν εἰς μέρη μή παραδεξάμενα τήν καινοτομίαν τοῦ ἡμερολογίου, καί ἐκεῖ μετά τῶν ᾽Εκκλησιαστικῶν τοῦ τόπου ᾽Αρχῶν συλλειτουργοῦσι, τοῦτο συμσαίνει ἐκ προσωποληψίας καί ἀνθρωπαρεσκείας τῶν δευτέρων, πιεζομένων ἴσως καί παρά πολιτικῶν καί Κυβερνητικῶν παραγόντων, ἀλλ᾽ ὅμως τοῦτο δέν ἀποτελεῖ ἀπόλυτον τεκμήριον ὅτι οἱ ῞Ελληνες ῾Ιεράρχαι διατηροῦν εἰσέτι τήν Θείαν χάριν. ῎Αλλως τε εἶναι ἐνωρίς διά νά ξεκαθαρισθοῦν τά πράγματα καλύτερον, καθ' ὅσον, ὡς συνήθως καί ἄλλοτε συνέβαινεν, οἱ ἀποστατοῦντες καί νεωτερίζοντες ᾽Αρχιερεῖς δέν ἀπεκηρύσοντο παρά τῆς ᾽Ορθοδοξίας εὐθύς ἀμέσως ἅμα τῇ ἀποστασία των, ἀλλά ἐδίδετο εἰς αὐτούς καιρός νά συνέλθωσι καί κατόπιν, ἐάν παρέμενον ἀμετανόητοι τότε ξεκαθαρίζοντο τά πράγματα». (46) Καί συνεχίζει ἡ ῾Ελληνική Θρησκευτική Κοινότης εἰς τόν ἴδιον βιβλίο της: «῾Η ᾽Αλήθεια τῆς ᾽Ορθοδοξἴας ἐν τῆ ᾽Αποδείξει της»: «῎Ηδη ὑπολείπεται νά ἐξετάσωμεν τήν στάσιν, ἥν ὀφείλει νά τηρήση πᾶς χριστιανός ὀρθόδοξος ἀπέναντι μιᾶς ᾽Εκκλησίας σχισματικῆς, ἀπέναντι μιᾶς ᾽Εκκλησίας νεωτεριζούσης, ἀπέναντι μιᾶς ᾽Εκκλησίας στερουμένης Πνεύματος ῾Αγίου. Τό ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον πρός λύσιν. ῾Ο χριστιανός ὀφείλει νά περιφρονήση παραδειγματικῶς, τήν τοιαύτην ἐκκλησίαν, νά μή προστρέχη εἰς αὐτήν, καί νά μή ὑπακούη εἰς τάς διαταγάς της, νά ἀπομακρυνθῆ παντελῶς ἀπ' αὐτῆς καί νά διάγη ὡς ἐκ τῶν Πατέρων αὐτοῦ ἐδιδάχθη, καί ὡς καί πολλαί ἄλλαι ᾽Ορθόδοξοι ᾽Εκκλησίαι βαδίζουσι. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη λύσις εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΙ. ῾Ο χριστιανός ὅστις φροντίζει διά τό συμφέρον τῆς πίστεώς του, εὐθύς ὡς ἀντιληφθῆ αὐτήν διακινδυνεύουσαν ὀφείλει νά σπεύση ὁλοψύχως καί μέ τελείαν αὐταπάρνησιν νά ριφθῆ εἰς τόν ἀγῶνα. Θυσιάζων καί πλούτη, καί δόξας, καί θέσεις, καί οἰκογένειαν, καί τό αἶμά του ἐν ἀνάγκη, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ καθῆκόν του, διότι τοῦτο ὅτε ἐσαπτίσθη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑπεσχέθη. ᾽Εάν δέ ἄλλως πράξη, προφασιζόμενος προφάσεις ἐν ἁμαρτίαῖς, ἅς γνωρίζη τότε καλῶς ὅτι, ἐγένετο αὐτόμολος καἶ φυγάς πρό ἀγῶνος ὅστις, θά τοῦ ἐγένετο ἀφορμή νά κερδίση πολλά διά τήν ψυχήν του ἐάν εἰς αὐτόν ἐρρωμένως ἠγωνίζετο. ᾽Εάν, ἐπαναλαμβάνομεν, ὁ χριστιανός ὑπό λύκων βαρέων ἀπειλούμενος, στρέψη τά νῶτα δεικνύων ἄνανδρον ἀδιαφορίαν, τότε πλέον ἅς μή ἀναμένη νά ἴδη πρόσωπον Θεοῦ, διότι τό πᾶν εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν ἐξαρτᾶται ἤ νά ἀγωνισθῆ ἀνδρείως καί στεφανωθῆ ὡς ὁμολογητής, ἤ νά καταδικασθῆ ὡς ἐπαίσχυντος ἀρνησίθρησκος καί ἐξωμότης. Διά τήν νενομένην καινοτομίαν τοῦ ἡμερολογίου εἶμεθα εἰς θέσιν νά γνωρίζωμεν ὅτι οἱ αὐτουργοί αὐτῆς μετενόησαν σκληρῶς διά τό ἔγκλημα, ἀλλά τετυφλωμένοι ἀπό ὑπεροψίαν καί ὑπερηφάνειαν, αἰσχύνονται νά κλίνωσι γόνυ εἰλικρινοῦς μετανοίας, καί ἐπικαλεσθῶσι τήν Θείαν εὐσπλαχνίαν, διά τοῦτο συντόμως θά ἀκούσωσι τόν πέλεκυν τῆς Θείας Νεμέσεως κατά τῶν κεφαλῶν των ἀνοικτιρμόνως καταπίπτοντα. (47) Καί διά τήν βίαν καί διωγμούς τούς ὁποίους μετῆλθεν ἡ καινοτόμος ῾Ιεραρχία ἀποκαλύπτουν ὅτι δέν εἶναι ᾽Εκκλησία Χριστοῦ ἀλλά ὁ διώκτης Αὐτῆς: «Καί ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἀποστάτις καί ἐξωμότις κατέστη, διά τοῦτο εἰς τήν ἀποστασίαν καί ἐξωμοσίαν αὐτῆς ἀπαιτεῖ ἵνα πάντες τήν ἀκολουθήσωσι· ἀλλοίμονον δέ εἰς ἐκεῖνον ὅστις θά τολμήση νά ἀντιστρατευθῆ εἰς τούς σκοπούς της, καί νά καταστρατηγήση τάς παρανόμους διατάξεις της!.. ῎Ας μᾶς εἴπη ἡ ᾽Επίσημος ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ὁ Κριστός τίνα ποτέ ἐξεσίασε, ἱνα Τόν ἀκολουθήση; Καί λοιπόν αὐτή διατί βιάζει καί ἐξαναγκάζει; Εἶναι καί λέγεται ἡ ᾽Εκκλησία αὐτή ᾽Ορθόδοξος, μέ Κεφαλήν τόν Χριστόν, ἀφοῦ μετέρχεται μέσα ἐξαναγκαστικά τά ὁποῖα οὔτε ὁ Χριστός οὔτε οἱ ᾽Απόστολοι, καί ἐν γένει πάντες οἱ Χριστιανοί, ποτέ μετῆλθον; ᾽Αλλ᾽ εἴπομεν, καί ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ἡ βία αὕτη καί ὁ ἐξαναγκασμός ἀς ἀποτελῆ διά τούς ἁπλοϊκούς, τήν μόνην καί τρανήν ἀπόδειξιν τῆς ἀποστασίας τῆς ἄνωθι ᾽Εκκλησίας. Καί εἰς τί ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ἡ Σχισματική δέν προέση ἵνα πειθαναγκάση ἡμᾶς τούς παλαιοημερολογίτας νά ὑπακούσωμεν εἰς αὐτήν; Εἰς πολλά καί ἀνήκουστα. Καί ἐνῶ ἔχει πλῆθος ἄλλων πολεμίων της, καθ' ὧν ὀφείλει νά ἐκστρατεύση, ἐνῶ τήν ἐπιβουλεύονται πλεῖστα αἱρετικά, ἀναρχικά, καί προπαγανδιστικά στοιχεῖα, ἐν τούτοις ἐναντίον τούτων δέν λαμβάνει τήν πρέπουσαν στάσιν, ἀλλά λαμβάνει αὐτήν διά νά καταπολεμήση τήν μερίδα ἡμῶν, ἡ ὁποία πάντοτε διά τό συμφέρον καί διά τήν πρόοδον τῆς ᾽Ορθοδοξίας προσπαθεῖ. Δι' ἐκείνους, λέγομεν, δεικνύει ἀχαρακτήριστον ἀνοχήν, καί μόνον δι' ἡμᾶς ἔρχεται εἰς συνεννοήσεις μετά τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ἱνα διά τοῦ ὑποκοπάνου τῶν χωροφυλάκων ἐξοντώση τήν ἱεράν ἡμῶν ἰδεολογίαν. Εὐθύς ὡς ἀντιληφθῆ συνάθροισιν πιστῶν πρός τέλεσιν λειτουργίας κατά τό παλαιόν καί ὀρθόδοξον ἡμερολόγιον, λυσσᾶ καί μαίνεται θέτουσα εἰς κίνησιν ὁλοφόρους, διά νά νίνηται ἐνίοτε καί πρόξενος αἱματοχυσιῶν. ῾Ιερεῖς ᾽Ορθόδοξοι ἐμμένοντες εἰς τήν πίστιν τῶν πατέρων των, διά διατανῆς ἀποστατῶν ᾽Αρχιερέων συνελήφθησαν, ἐφυλακίσθησαν, ἐξωρίσθησαν, καί ποῖκιλοτρόπως παρά ἀσεσῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἐσασανίσθησαν καί ἐπροπηλακίσθησαν. Καί ἤδη ἐρωτῶμεν. ᾽Αποτελοῦν ταῦτα ἔργα χριστιανικά καί δή ὀρθόδοξα, ἅτινα διαπράττει ἡ ᾽Επίσημος ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος; ῎Ας ἀφήση ἡ Σχισματική τούς ἀνθρώπους ἐλευθέρους· ἄς ἀφήση τούς ἱερεῖς αὐτεξουσίους, καί τότε θά ἴδη τί θά γίνη. ἀλλά τυγχάνει νά ἔχη τήν κοσμικήν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς της καί δύναται νά ἐπισάληται διά τῆς βίας, διά τοῦτο κατορθώνει νά ὑφίσταται. Λοιπόν ἄς μή γαυριᾶ αὐθαδῶς, καί ἄς μή λέγη ὅτι οἱ ὁπαδοί της εἶναι οἱ περισσότεροι. ῎Αν θέλη νά μάθη τήν ἀλήθειαν, ἄν θέλη νά ἴδη τούς ὑποστηρικτάς της ἄς κηρύξη ἐλευθερίαν καί τότε ὀψόμεθα.» (48) Καί ἐν τῆ ἰδία σελίδι ὑποσημειοῖ ταῦτα: (ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Δυνατόν τινες νά μᾶς ἐρωτήσωσι. Τί ἄραγε θά γίνουν, ἐν περιπτώσει ἐπαναφορᾶς τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, τόσα παιδιά βαπτισμένα ἀπό νεοημερολογίτας ἱερεῖς τόσοι τελεσθέντες γάμοι, τόσαι χειροτονίαι γενόμεναι εἰς καιρόν ὅτε ἐπικράτει τό σχίσμα τοῦ ἡμερολογίου; Εἰς τά τοιαῦτα ἡμεῖς, ἐπί τοῦ παρόντος, δέν δυνάμεθα νά ἀπαντήσωμεν, διότι περί τούτων θά γίνη Σύνοδος καί αὕτη θά ἀποφανθῆ περί τοῦ ἀπολύτου κύρους τῶν τετελεσμένων, ἀφοῦ ἐννοεῖται οἱ ἀποστατήσαντες μετανοήσωσι διά τήν ἀποστασία των. ῞Οσον ὅμως ἀφορᾶ τά βαπτισθέντα βρέφη, παρά ἀποστατῶν ἱερέων, ἡμεῖς δέν τά δεχόμεθα εἰς τά Μυστήριά μας ἐάν μή πρῶτον ἐπαναχρίσωμεν αὐτά δι' ῾Αγίου Μύρου θέτοντες τήν Σφραγίδα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ᾽Εννοεῖται διά Μύρου ἁγιασθέντος καί προμηθευθέντος πρό τοῦ Σχίσματος). (49) ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΤΑΙ Η ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΑΝΩΝΕΤΑΙ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. ᾽Εκ τῶν πηγῶν προκύπτει ὅτι κατά τά ἔτη πού ἠκολούθησαν μετά τήν καινοτομίαν καί μέχρι τό 1935, εἶναι σημαντικώτατα τά ὅσα ἐγράφησαν καί ἐγένοντο διότι ἀντιπαρατίθεται ὁ ὀργανωμένος Νεοημερολογιτισμός -Οἰκουμενισμός κατά τῶν Γ.Ο.Χ. ᾽Εκ τῆς πάλης, ἡ ὁποία δέν ὑπῆρξε ποτέ κατά μέτωπον, ἐξαιτίας τῆς διά τῆς φυγομαχίας τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, νικητής ἀνεδείχθη ὁ πιστός λαός, ὅστις διά τῶν ἀξίων του κληρικῶν (παρά τή μή παρουσία ᾽Αρχιερέων) ἀπεκάλυψεν τήν ἀλήθειαν ἐπί τῆς ῾Ημερολογιακῆς Καινοτομίας, συνέτριψεν τάς πλεκτάνας τοῦ Χρ. Παπαδοπούλου καί τῶν ὀργάνων του καί προεκάλεσε σοβαρά ζητήματα εἰς τάς συνεδρίας τῆς Νεοημερολογιτικῆς ῾Ιεραρχίας, τῆς ὁποίας μέλη πολλά ἐπανειλημμένως ἐτάχθησαν ὑπέρ τῆς ἐπαναφορᾶς εἰς τό Παλαιόν. (50) ῾Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος καί γενικώτερα ὁ νεοημερολογιτισμός, ἀφοῦ κατηγόρησε ψευδῶς τούς Γ.Ο.Χ. ὡς ἔχοντας μή κατ' ἐπίγνωσιν ζῆλον, ὅτι βλασφημοῦν μέ τήν ὁμολογίαν — ἐκκλησιολογίαν των, ὅτι εἶναι σχισματικοί καί βλάσφημοι, τέλος ἰσχυρίσθησαν ὅτι οἱ Παλαιοημεορλογῖται καί οἱ Νεοημερολογῖται ἀποτελοῦν εἰς τήν οὐσίαν τήν μίαν ᾽Εκκλησίαν, ὅπερ, ὡς θά ἴδωμεν εἰς τήν συνέχεια σφοδρῶς ἀπεκρούσθη. ᾽Εν τῆ δολία ταύτη ἐπινοήσει τοποθετεῖται καί ἡ δολιωτέρα ἐνέργεια ἐμμέσου ὑπαγωγῆς τῶν Γ.Ο.Χ. εἰς τήν καινοτόμον Νεοημερολογιτικήν ῾Ιεραρχίαν. ᾽Αφοῦ τό ψεῦδος καί ἡ διαστροφή τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ κατά τῶν Γ.Ο.Χ. ἐγένετο ἀφορμή ὥστε νά φωτίζεται περισσότερον ἡ σχισματοαίρεσις τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὁ Χρυσόστοσμος Παπαδόπουλος ἀναζητεῖ προδότας μέσα ἀπό τό σῶμα τῶν Γ.Ο.Χ. ῾Ως τοιούτους ἐχρησιμοποίησεν κατ' ἀρχάς, τό 1931, τό Διοικητικόν Συμβούλιον τῆς «῾Ελληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητας τῶν Γ.Ο.Χ» τό ὁποῖον ἔπεισεν ὅπως, δι' αἰτήσεώς του πρός τόν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί τήν Σύνοδόν του, ζητήση, τήν 14—27 ᾽Οκτωβρίου 1931, τά κάτωθι: «1. Οἱ κατά τόποις Νεοημερολογῖται ᾽Αρχιερεῖς νά ἐξυπηρετοῦν κατά τό παλαιόν τούς Γ.Ο.Χ. νά μνημονεύουν τό ὄνομα τοῦ Νεοημερολογίτου ᾽Επισκόπου καί εἰς ἀνταλλαγήν νά τελοῦν τά τῆς λατρείας των ἐλευθέρως οἱ Γ.Ο.Χ.». (51) ῞Οσον καί ἄν φαίνεται μωρά καί ἀνόητος ἡ ἐνέργεια, ἀποκαλύπτεται ὅμως ὅτι οἱ καινοτόμοι ἀλλάσσουν τήν πολεμικήν τακτικήν ἐπιχειροῦντες νά χρησιμοποιήσουν ὡς ὄργανά των, σημαίνοντα πρόσωπα ἐκ τοῦ Σώματος τῶν Γ.Ο.Χ. διά νά τούς ὑπαγάγουν καί τούς θέσουν ὑπό τόν ἔλεγχόν των καί οὕτω τούς ἀπορροφήσουν καί τούς ἀφωμοιώσουν εἰς τήν καινοτομίαν. ᾽Αποκαλυφθείσης ὅμως τῆς ἐπιχειρηθείσης προδοσίας διακηρύσσεται καί πάλιν ἐπισημότερον ἡ ὁμολογία — ἐκκλησιολογία τῶν Γ.Ο.Χ. Εἰς τό ἀπό 1ης Αὐγούστου 1934 π.ἡ. ἔγγραφον, τό Δ.Σ. τῆς Ε.Θ.Κ. τῶν Γ.Ο.Χ. πρός τήν Σύνοδον τῆς καινοτομησάσης Νεοημερολογιτικῆς ᾽Εκκλησίας διακηρύσσει: «…τούτων οὕτως ἐχόντων, Κύριε Πρόεδρε, ἡ ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος καταστᾶσα δι' ῾Υμῶν σχισματική, δέν δύναται, οὔτε δικαιοῦται νά ἐξασκῆ ἐπί τῶν ἐμμενόντων εἰς τά θέσμια τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας καί εἰς τά Δόγματα αὐτῆς στερρῶς καί ἀπαρεκκλίτως, τήν πνευματικήν αὐτῆς ἐξουσίαν, πολλῶ δέ μᾶλλον, νά θεραπεύη τάς θρησκευτικάς αὐτῶν ἀνάγκας δι' ἱερέων ἐξ αὐτῆς ἐξαρτημένων, τελούντων ἱεροτελεστίας καί μνημονευόντων τόν ἀρχηγόν αὐτῆς». (52) Καί ἐν τῶ Πρακτικῶ τῆς 6ης Αὐγούστου 1934, ὁ ῾Ιερός Κλῆρος καί τό ΔΣ τῆς ΕΘΚ τῶν ΓΟΧ ἀποκηρύσσει τήν Νεοημερολογιτικήν ᾽Εκκλησίαν ὡς κάτωθι: «.. ᾽Αποφασίσαμεν τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἐνταῦθα ὡς ἐπισήμου ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας φερομένης, ὡς σχισματικῆς καί τήν ἐμμονήν ἡμῶν εἰς τάς Γνησίας ἀρχάς τῆς Μητρός ἡμῶν ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας κατά τε τήν θεωρίαν καί τήν πρᾶξιν». (53) Σαφής τοποθέτησις ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. δέν δημιουργοῦν τό 1924 νέαν τινά κατάστασιν μέσα εἰς τόν χῶρον τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά παραμένουν ἀμετακινήτως εἰς τάς Γνησίας ἀρχάς τῆς Μητρός ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησἴας κατά τε τήν θεωρίαν καί τήν πρᾶξιν. Οὔτε σχισματικοί λοιπόν οἱ Γ.Ο.Χ., οὔτε διαμαρτυρόμενοι ἤ ἐνιστάμενοι (κατά τήν σύγχρονον διατύπωσιν ἄλλων πεπλανημένων), οὔτε ἄλλο τί, ἀλλά «πιστά καί γνήσια τέκνα παρέμειναν ἐν τῆ Μητρί ῾Αγία ᾽Ορθοδόξω ᾽Εκκλησία». ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ῾Η θέσις τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἔναντι τῆς Νεοημερολογιτικῆς Καινοτομίας διακηρύσσεται καί ἐπισφραγίζεται καί Συνοδικῶς τό 1935. ῾Η κατά τόν Μάϊον τοῦ 1935 ἐπιστροφή ἐκ τῆς καινοτομίας εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ. τῶν τριῶν ᾽Επισκόπων, τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ, τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ἔχει πολλαπλῆν σημασίαν. ᾽Εξέλιπεν ὁ «χειμών» διά τήν ᾽Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ. ἐκ τῆς μή παρουσίας ᾽Επισκόπου, πρό πάντων ὅμως διετρανώθη ἡ ᾽Εκκλησιολογία τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. καί κατωνομάσθη Συνοδικῶς τό σχίσμα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ. Οἱ τρεῖς ᾽Επίσκοποι ἐπιστρέφοντες τονίζουν ὅτι οἱ ῾Ιεράρχαι τῆς Νεοημερολογιτικῆς ᾽Εκκλησίας «ἀπέσχισαν ἑαυτούς τοῦ καθόλου κορμοῦ τῆς ᾽Ορθοδοξίας καί ἐκήρυξαν ἑαυτούς κατ' οὐσίαν Σχισματικούς». (54) Τό γεγονός ὅτι καί οἱ ἴδιοι ἐπί δεκαετίαν παρέμειναν εἰς τό σχίσμα, δέν ὀφείλεται εἰς ἄλλον λόγον, εἰμή ὅτι ἤλπιζον εἰς τήν ταχεῖαν ἐπαναφοράν τῆς ῾Ιεραρχίας εἰς τό παλαιόν, δι' ὅ θέμα καθ' ὅλην τήν δεκαετίαν ἠγωνίσθησαν οὐ μόνον οἱ τρεῖς ἀλλά καί ἕτεροι πολλοί. Εἶναι σαφές εἰς τό διάγγελμά των, ὅτι οἱ τρεῖς ἐπί σκοποι διεφώνησαν ἀπ' ἀρχῆς πρός τήν καινοτομίαν, καθώς λέγουν: «Συνεμορφώθημεν πρός τήν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ῾Ιεραρχίας, κατ' ᾽Εκκλησιαστικήν Οἰκονομίαν, τό μέν ἵνα ἀποφύγωμεν, τό ᾽Εκκλησιαστικόν Σχίσμα, τό δέ, διότι εἴχομεν τήν ἐλπίδα, ὅτι ἡ ῾Ιεραρχία πρός πρόληψιν τῆς διαιρέσεως τοῦ ποιμνίου της, θά ἔσπευδε νά ἐπανέλθη εἰς τήν ᾽Ορθόδοξον ἡμερολογιακήν τροχιάν». (55) Εἰς τό αὐτό διάγγελμά των πρός τούς Γ.Ο.Χ. οἱ τρεῖς ᾽Αρχιερεῖς, ἀφοῦ ὑπογραμμίζουν ὅτι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐδίχασεν τόν ἑλληνικόν λαόν, τονίζουν περαιτέρω ὅτι οἱ τῆς Νεοημερολογιτικῆς ᾽Εκκλησίας: «῞Οὐ μόνον, ἠθέτησαν μίαν ᾽Εκκλησιαστικήν παράδοσιν, καθιερωθεῖσαν ὑπό τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί κυρωθεῖσαν ὑπό τῆς αἰωνοβίου πράξεως τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Ανατολικῆς ᾽Εκκλησίας, αλλά καί ἔθιξαν καί τό Δόγμα τῆς Μιᾶς, ῾Αγίας, Καθολικῆς καί ᾽Αποστολικῆς ᾽Εκκλησίας.» (56) ᾽Επίσης εἰς τό ἀπό 31.5.1935 ἐπίσημον ἔγγραφον πρός τήν Νεοημερολογιτικήν Σύνοδον, τό ὁποῖον ὑπογράφει ἐν ὀνόματι τῆς ἑπταμελοῦς Συνόδου ὡς πρόεδρος ὁ Δημητριάδος Γερμανός, περίτρανα ὁμολογεῖται ἡ ὁμολογία -᾽Εκκλησιολογία τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ᾽Ιδού: «῾Η ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ᾽Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς ᾽Εκκλησίας τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ᾽Εκκλ. ἡμερολόγιον. ᾽Εν᾽Αθήναις τήν 31 Μαίου 1935 (57) Πρός τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος» Διά τοῦ ὑπό ἡμερομηνίαν 26 Μαίου 1935 ἐγγράφου ἀπεκηρύξαμεν τήν Διοικοῦσαν ᾽Εκκλησίαν ὡς σχισματικήν καί ἀνελάβομεν τήν διακυβέρνησιν καί ποιμαντορίαν τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ἡμερολόγιον· καί τοῦτο ἀνηγγείλαμεν καί εἰς τό ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δι' ἐγγράφου τῆς 26 Μαίου 1935. Διαμφισσητοῦμεν τό δικαίωμα νά κριθῶμεν ἡμεῖς, οἱτινες ἀποτελοῦμεν τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν ᾽Ορθοδόξων Χριστιανῶν τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ᾽Εκκλ. ἑορτολόγιον, ἀναγνωρισθείσης ὑπό τοῦ Κράτους καί οἱτινες ἁρμοδίως διά τούτου προέβημεν καί εἰς χειροτονίας τεσσάρων ᾽Αρχιερέων διά τήν συμπλήρωσιν τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου. ῾Η ῾Ιερά Σύνοδος, ἤδη ὑπόδικος οὖσα, δέν δικαιοῦται νά δικάση τούς ὑφ ἡμᾶς κληρικούς. ᾽Εν ὀνόματι τῆς ἑπταμελοῦς Συνόδου ῾Ο Πρόεδρος ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ (58) ᾽Επίσης ἡ ᾽Εκκλησιολογία τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ., διατυπώνεται καί εἰς τήν ἀποχαιρετιστήριον ᾽Εγκύκλιον αὐτῶν, ὅταν φεύγουν διά τήν ἐξορίαν τοῦ ᾽Ιουνίου τοῦ 1935. «Τούτου ἕνεκα συνιστῶμεν, εἰς ἅπαντας τούς ἀκολουθοῦντας τό ὀρθόδοξον ἑορτολόγιον, ὅπως μηδεμίαν πνευματικήν ἐπικοινωνίαν ἔχωσι μετά τῆς σχισματικῆς ᾽Εκκλησίας καί τῶν σχισματικῶν λειτουργῶν Αὐτῆς, ἀπό τῶν ὁποίων ἔφυγεν ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος· διότι οὗτοι ἠθέτησαν ἀποφάσεις τῶν Πατέρων τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί πασῶν τῶν πανορθοδόξων Συνόδων τῶν καταδικασασῶν τό Γρηγοριανόν ἑορτολόγιον. ῞Οτι δέ ἡ σχισματική ᾽Εκκλησία δέν ἔχει χάριν καί ἅγιον Πνεῦμα, τοῦτο διαβεβαιοῖ καί ὁ Μ. Βασίλειος λέγων τά ἑξῆς: «Εἰ καί περί μή Δόγματα οἱ Σχισματικοί σφάλοιντο, ἀλλ' ἐπειδή τοῖγε κεφαλή τοῦ Σώματος τῆς ᾽Εκκλησίας ὁ Χριστός ἐστι, κατά τόν Θεῖον ᾽Απόστολον, ἐξ οὗ τά Μέλη πάντα ζωοῦται καί τήν πνευματικήν αὔξησιν δέχεται, οὗτοι δέ τῆς ἁρμονίας τῶν Μελῶν τοῦ Σώματος ἀπερράγησαν καί οὐκέτι παραμένουσαν αὐτοῖς ἔχουσι τήν χάριν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῞Ο τοίνυν οὐκ ἔχουσιν, πῶς ἄν τοῖς ἄλλοις μεταδοῖεν;». ῞Οταν ἡ σχισματική ᾽Εκκλησία ἐπιβάλη μέτρα πιεστικά καί καταθλιπτικά, ὅπως βιάση τήν ὀρθόδοξον ἡμῶν συνείδησιν συνιστῶμεν ῾Υμῖν, ὅπως τά πάντα ὑπομείνητε καί κρατήσετε τήν ὀρθόδοξον παρακαταιθήκην ἀλώβητον καί ἀμόλυντον, ὅπως παρελάβομεν ταύτην παρά τῶν εὐσεβῶν Πατέρων ἡμῶν, ἔχοντες ὡς παράδειγμα φωτεινόν καί ἐνισχυτικόν ἡμᾶς μή δειλιάσαντας καί ἐν τῆ Δύσει τοῦ βίου ἡμῶν, χάριν τῆς ᾽Ορθοδοξίας, νά ἀντικρύσωμεν μετά παρρησίας καί μεγαλοφροσύνης τά ἀνελεύθερα καί μεσαιωνικά μέτρα τῆς ἐξορίας καί ἐγκα θείρξεως ἡμῶν εἰς Μονάς ὡς εἰς φυλακάς. Ταῦτα θεωροῦντες τιμήν καί δόξαν καί χαράν κατά τόν ᾽Απόστολον κελεύοντα νά χαίρωμεν καί νά καυχώμεθα ἐν τοῖς ὑπέρ τοῦ Κριστοῦ παθήμασι, συνιστῶμεν καί ῾Υμῖν ἐμμονήν καί ἐγκαρτέρησιν ἐν τοῖς δεινοῖς καί ταῖς θλίψεσι καί ταῖς κακώσεσι καί οἰκισμοῖς, εἰς ἃ θά ὑποβληθῆτε ὑπό ᾽Εκκλησίας σχισματικῆς ἐλπίζοντες πάντοτε εἰς τόν Θεόν, ἐν τῆ ἀπείρω αὐτοῦ καί ἀνεξιχνιάστω μακροθυμία νά φωτίση καί τούς καλῇ τῇ πίστει πεπλανημένους καί ἀκολουθοῦντας τό παπικόν ἑορτολόγιον, καί χαρίσηται ἐν τέλει ῾Υμῖν τόν Θρίαμβον τῆς ᾽Ορθοδοξίας καί τήν ἕνωσῖν τοῦ χρῖστεπωνύμου ὀρθοδόξου ῾Ελληνικοῦ πληθυσμοῦ, ὑπέρ ὧν ἀγωνιζόμεθα πρός δόξαν Χριστοῦ, οὗ ἡ χάρις καί τό ἄπειρον ἔλεος εἴη μετά πάντων ἡμῶν. ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ Ὁ πρ. Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ῾Ο Ζακύνθου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (59) Καί κατά τάς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐξορίας εἶναι ζῶσα καί σθεναρά ἡ ὁμολογία τῶν ᾽Αρχιερέων ὡς πάντοτε προκύπτει ἀπό ἐπισήμους πηγάς. ῾Ο Δημητριάδος, ἐκ τῆς ἐξορίας, εἰς ἀπαντητικήν ἐπιστολήν του πρός τόν Βρεσθένης Ματθαῖον, γράφει τά ἑξῆς: «… ῾Ημεῖς ὡς ᾽Εκκλησία αὐτοδιοίκητος προέβημεν εἰς τάς χειροτονίας σας καί ἐλπίζομεν ὅτι ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων θά ἀναλάβητε τά καθήκοντά σας… ᾽Επί τούτοις εὐχόμενος ὅπως ὁ ῞Υψιστος ἐνισχύη ῾Υμᾶς εἰς τόν ὑπέρ τῆς ῾Αγίας Αὐτοῦ ᾽Εκκλησίας ἀγῶνα, διατελῶ μετ' ἀδελφικῶν ἀσπασμῶν. ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ ᾽Αμοργός 16/29.6.1935 (60) Πέραν ὅμως τῶν προφορικῶν ὁμολογιῶν τῶν τριῶν ἐπισκόπων, τρανή ὁμολογία αὐτῶν ἀποτελεῖ ἀφ ἑνός αὐτή καθ' ἑαυτήν ἡ ἐπιστροφή των ἐκ τῆς καινοτομησάσης ῾Ιεραρχίας εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν τῶν Γ.Ο.Χ. καί ἀφ ἑτέρου τό γεγονός ὅτι, ἔχοντες συνείδησιν ὅτι ἐξῆλθον τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος καί ὅτι ἐπέστρεψαν ἐν τῆ ἀληθῆ ᾽Εκκλησία, καί ὅτι ἐκπροσωποῦν αὐτήν, προέβησαν εἰς χειροτονίας ἐπισκόπων καί συνεκρότησαν Κανονικήν ῾Ιεράν Σύνοδον. ῾Η ἐνέργεια αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ᾽Εκκλησιαστικῆς καί ᾽Εκκλησιολογικῆς αὐτῶν συνειδήσεως καί ὁμολογίας. ῞Ενεκα ταύτης τῆς ἐνεργείας των κυρίως, ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος πανικόβλητος προβαίνει ἀναρμοδίως καί ἀντικανονικῶς εἰς «καθαίρεσιν» τῶν τριῶν ἐπισκόπων, τήν 14ην ᾽Ιουνίου, ἐνῶ τήν προηγουμένην 13ην ᾽Ιουνίου, διά νά ἐκφοβήση αὐτούς διεφημίσθη ὅτι προέβη εἰς «καθαίρεσιν» τῶν τεσσάρων ᾽Αρχιερέων τούς ὁποίους ἐχειροτόνησαν ἀπό 23ης Μαίου μέχρι καί 27ης τοῦ ἰδίου μηνός 1935. (61) Τήν ἐγκυρότητα καί πληρότητα, τῶν χειροτονιῶν ἀπό Δογματικῆς ἀπόιμεως, ἐπικροτοῦν καί αὐτοί οἱ καινοτόμοι ᾽Αρχιερεῖς. ᾽Εν τῆ ῾Ιεραρχία τῆς 17.11.1937: ῾Ο Χαλκίδος Γρηγόριος, ἀναφερόμενος εἰς τούς χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ Δημητριάδος, πρ. Φλωρίνης καί Ζακύνθου ᾽Αρχιερεῖς, ἀποφαίνεται ἐν τῆ ὡς ἄνω ῾Ιεραρχία: «᾽Αλλά κατ' οὐσίαν εἶναι ᾽Επίσκοποι. ᾽Εγώ δογματικῶς ἐξετάζων τό ζήτημα τούς θεωρῶ ᾽Επισκόπους. ῎Αν λοιπόν δηλώσωσι μετάνοιαν, δέον νά ἐξευρεθῆ τρόπος διορθώσεως καί τοῦ ζητήματος αὐτῶν». (62) ᾽Επίσης καί ὁ Λαρίσης Δωρόθεος ἐν τῆ ἰδία, Συνεδρία ἀποφαίνεται. «῾Η δογματική ἄποψις συντρέχει ὑπέρ αὐτῶν, ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος μετεδόθη αὐτοῖς, διότι ἐχειροτονήθησαν, ὡς καί προλαβόντως εἶπον, ὑπό ᾽Αρχιερέων οὐχί αἱρετικῶν ἤ σχισματικῶν ἤ καθηρημένων, ἀλλά κανονικήν καί συνεχῆ ἐχόντων τή διαδοχήν ὑπό τῶν ᾽Αποστόλων νομικῶς μόνον δέν εἶναι ᾽Επίσκοποι διότι ἄν ποτέ ἀποκατασταθῶσιν εἰς μητροπολιτικήν θέσιν, δέν θά ἀναχειροτονήσωμέν βεβαίως αὐτούς. Πρώτιστα πάντως ὅμως δέον νά δηλώσωσι μετάνοιαν». (63) «῾Η ᾽Εκκλησία πρώτη ἀνεγνώρισε αὐτούς εἰς ᾽Επισκόπους, Μακαριώτατε, διότι δέν τούς ἐδίκασε τό πρωτοβάθμιον Δικαστήριον, τό διά τούς πρεσβυτέρους, διακόνους καί μοναχούς, ἀλλά τό Πρωτοβάθμιον δι' ᾽Αρχιερεῖς Συνοδικόν Δικαστήριον καί ἀκολούθως τό Δευτεροβάθμιον δι' ᾽Αρχιερεῖς τοιοῦτον». (64) ᾽Αλλά καί ἡ ἀπόφασις τοῦ Γ' ᾽Αναθεωρητικοῦ ᾽Εκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου τῆς 9.3.1953 ἀποτελούμενον ἐκ 17 ᾽Αρχιερέων τῆς Νεοημερολογιτικῆς ᾽Εκκλησίας, ᾽Αποφασίζει: «Ἀναγνωρίζει ὡς κανονικήν τήν ἐν ἔτει 1935 γενομένην χειροτονίαν εἰς τόν βαθμόν τοῦ ᾽Επισκόπου τοῦ Χριστοφόρου Χατζῆ, τοῦτον δ' ἑπομένως ὡς κανονικόν ᾽Επίσκοπον τῆς Αὐτοκεφάλου ᾽Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος, θεωρούμενον τιτουλάριον, ἀπονέμουσα εἰς αὐτόν τόν τίτλον τοῦ ᾽Επισκόπου τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης ἐν τῆ Αὐτοκεφάλω ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ᾽Επισκοπῆς Καρυουπόλεως. ᾽Εκρίθη, ἀπεφασίσθη ἐν ᾽Αθήναις τῇ 9η Μαρτίου 1953. ῾Η παροῦσα ἀπόφασις ἔχει τήν ἰσχύν αὐτῆς ἀπό σήμερον, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν ἐνεργόν ἐκδήλωσιν, ὥστε ὁ εἰρημένος ἔχει ἀπό σήμερον ἐνεργόν καί κανονικήν τήν ἀρχιερωσύνην. ῾Ο ᾽Αθηνῶν Σπυρίδων Πρόεδρος, ὁ Μυτιλήνης ᾽Ιάκωσος, ὁ Βερροίας καί Ναούσης ᾽Αλέξανδρος, ὁ Σάμου Εἰρηναῖος, ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Κωνσταντῖνος, ὁ Λαρίσης Δωρόθεος, ὁ Καλκίδος Γρηγόριος, ὁ Σύρου Φιλάρετος, ὁ Πατρῶν Θεόκλητος, ὁ Μαντινείας καί Κυνουρίας Γερμανός, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος. (65) ᾽Αλλά καί τό ἀνακοινωθέν τῆς Νεοημερολογιτικῆς Συνόδου πού ἐπηκολούθησεν μετά τήν ἀπόφασιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου (ΑΣΔ) τό ὁποῖον, ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη, ἀναγνωρίζει ὡς κανονικήν τήν ἐν ἔτει 1935 γενομένην χειροτονίαν τοῦ ἐπισκόπου Χριστοφόρου. ᾽Ιδού τί λέγει: «῾Η Ι. Σύνοδος γνωρίζει εἰς τό εὐσεβές πλήρωμα τῆς ῾Ημετέρας ᾽Εκκλησίας ὅτι τό σήμερον συνεδριάσαν εἰδικόν ᾽Αναθεωρητικόν Συνοδικόν Δικαστήριον, ἀποδεχθέν τήν ὑποβληθεῖσαν αἴτησιν τοῦ ἐκ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Χριστοφόρου Χατζῆ, ἀκοῦσαν δέ καί προφορικήν αὐτοῦ ἔκθεσιν δηλώσαντος μεταμέλειαν καί αἰτησαμένου συγγνώμην, ἐξηφάνισε προγενεστέρας καταδικαστικάς κατ᾽ αὐτοῦ ἀποφάσεις. ᾽Εν συνεχείᾳ ἐκτάκτως συγκληθεῖσα εἰς συνεδρίαν ἡ Ι. Σύνοδος ἀπεφάσισεν ὅπως εἰς τόν ὡς ἄνω ἀποκατασταθέντα εἰς τόν βαθμόν τῆς ᾽Αρχιερωσύνης, ἀναγνωρισθείσης τῆς κανονικότητος αὐτοῦ, ἀπονεμηθῆ ὁ τίτλος τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης ἐν τῆ Αὐτοκεφάλω ᾽Εκκλησία τῆς ῾Ελλάδος ᾽Επισκοπῆς Καρυουπόλεως». (66) ῾Επομένως, εἶναι ὅλως ψευδής ὁ ἰσχυρισμός τινῶν ὑπερμάχων τῆς σχισματοαιρέσεως τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ -οἰκουμενισμοῦ καθ' ὅν δῆθεν οἱ τρεῖς ἐπίσκοποι καθηρέθησαν καί μετά προέβησαν εἰς τάς χειροτονίας. Τό ἀληθές ἐν προκειμένω εἶναι ὅτι αἱ ἀνυπόστατοι καθαιρέσεις ἐσημειώθησαν μετά ἀπό 8 ἡμέρες ἀπό τήν γενομένην πρώτην χειροτονίαν (23.5.1935), καί μετά ἀπό 4 ἡμέρας ἀπό τήν τελευταίαν χειροτονίαν. (67) ᾽Αλλ' ὅμως ὅπως καί ἄν εἶχε συμβεῖ αἱ καθαιρετικαί πράξεις τῶν καινοτόμων οὐδέν κῦρος κέκτηνται. Οἱ ἴδιοι τρεῖς ᾽Αρχιερεῖς ἰδού τί ὁμολογοῦν διά τάς ὑπ᾽ αὐτῶν τελεσθείσας χειροτονίας νέων ᾽Αρχιερέων: «῞Οσον ἀφορᾶ τάς χειροτονίας τῶν ᾽Επισκόπων ἔχομεν τήν ἑξῆς δικαιολογίαν; Α) ῾Ημεῖς ἀποκηρύξαντες ἅπαξ δι᾽ ἐπισήμου ἐγγράφου, 26 Μαίου6´ 1935, τήν Διοικοῦσαν ᾽Εκκλησίαν ὡς Σχισματικήν, καί ἀναλαβόντες τήν πνευματικήν διοίκησιν καί ποιμαντορίαν τῶν ὀρθοδόξων ῾Ελλήνων Χριστιανῶν τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον καί ὀρθόδοξον ἑορτολόγιον καί ἀναγνωριζομένων ὑπό τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἰδιαιτέρας καί ἀνεξαρτήτου Ἐκκλησίας ἀπετελέσαμεν τήν ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ᾽Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Θρησκευομένης καί τελούσης τάς λειτουργίας κατά τό παλαιόν ἑορτολόγιον… Οὕτω καταρτισθέντες εἰς Σύνοδον τῆς ζώσης ᾽Εκκλησίας τῶν ᾽Ορθοδόξων ῾Ελλήνων τῶν ἀκολουθούντων τό πάτρῖον καί ὀρθόδοξον ἑορτολόγιον καί ἐπιθυμοῦντες ἵνα συμπληρώσωμεν τά ἀνωτέρω στελέχη αὐτῆς, προέσημεν συνεπεία σχετικῶν αἰτήσεων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ἑορτολόγιον συνωδά τοῖς ἱεροῖς κανόσιν εἶς ψήφισιν καί χειροτονίαν τεσσάρων ἐπισκόπων, ἤτοι τοῦ ῾Αγίου Κυκλάδων, ἀναδειχθέντος τοῖούτου τοῦ ᾽Αρχιμανδρίτου Γερμανοῦ Βαρυκοπούλου, τοῦ ῾Αγίου Μεγαρίδος ἀναδειχθέντος τοιούτου τοῦ ᾽Αρχιμανδρίτου Κριστοφόρου Χατζῆ στρατιωτικοῦ έφημερίου, τοῦ ῾Αγίου Διαυλείας ἀναδειχθέντος τοιούτου τοῦ ᾽Αρχιμανδρίτου Πολυκάρπου, ἐφημερίου ῾Υπαπαντῆς εἰς τά Ταμπούρια τοῦ Πειραιῶς καί τοῦ ῾Αγίου Βρεσθένης ἀναδειχθέντος τοιούτου τοῦ ᾽Αρχιμανδρίτου καί Καθηγουμένου τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Κερατέας, τῆς ἀνηκούσης εἰς τήν ᾽Εκκλησίαν τήν ἀκολουθοῦσαν τό πάτριον ἑορτολόνιον. ΣΤ) ῞Απαντες οὗτοι οἱ ἀναδειχθέντες κανονικῶς εἰς τό ᾽Επισκοπικόν ἀξίωμα τυγχάνουσι Κληρικοί μέ μόρφωσιν Θεολογικήν, μέ δράσιν πολυετῆ καί ἀξιοζήλευτον καί μέ πολιτείαν σεμνήν καί ἠθικῶς ἀκατάκριτον, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν Διοικοῦσαν ἐπίσημον Σύνοδον ἥτις προέβη ἐσχάτως εἰς ἀνάδειξιν δύο ἐπισκόπων, ἤτοι τοῦ Χριστουπόλεως καί τοῦ Παροναξίας, τοῦ μέν ἐκτός τῆς ἠθικῆς ἀνυποληψίας σαρυνομένου καί δι' ἀποφάσεως τοῦ πλημμελειοδικείου Ναυπλίου ἐπί ἱεροσυλία, τοῦ δέ σαρυνομένου δι' ἠθικῶν ἐγκλημάτων, δι' ἅ ὑπέβαλε μήνυσιν εἰς τήν Σύνοδον ὁ ᾽Αρχιμανδρίτης Παν. Δουληγέρης. Ζ) Εἰς τάς χειροτονίας προέσημεν διά τήν ἐκπλήρωσιν τῶν θρησκευτικῶν ἀνανκῶν τῶν Χριστιανῶν, τῶν ἀκολουθούντων τό πάτριον ἑορτολόγιον καί συνωδά τῶ δικαιώμα τι ὅπερ ἀντλοῦμεν ἐκ τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων (Α' Κανών ῞Αγ. ᾽Αῃοστόλων) ὡς κανονική σύνοδος τῆς ᾽Εκκλησίας, τῆς ἀκολουθούσης τό πάτριον ἑορτολόγιον. ῞Οσον δέ ἀφορᾶ τήν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, ταύτην θά λάβωμεν ὑπ' ὄψιν ἐν τῶ μέλλοντι μετά τόν διακανονισμόν τῆς θέσεως τῆς νέας ᾽Εκκλησίας ἀπέναντι τῆς πολιτείας. ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ ῾Ο πρ. Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ῾Ο Ζακύνθου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (69) ᾽Εκ τῶν ὅσων ἐξετέθησαν, προκύπτει ὅτι οἱ Γ.Ο.Χ. ἀπ᾽ ἀρχῆς ὀρθῶς εἶδον καί ἐξετίμησαν τόν νεοημερολογιτισμόν ὡς οὐσία σχίσμα ἤ σχισματοαίρεσιν. ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1. Αὐτή ἦτο καί ἡ ἀπ' ἀρχῆς συνείδησις τῶν ᾽Ορθοδόξων καί δή τῶν ζηλωτῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων. ᾽Ιδού τί ἐξ ὀνόματος πάντων τῶν ἁγιορειτῶν ἔγραφεν ὁ λόγιος μοναχός ᾽Αρσένιος Κοττέας ἐν ἔτει 1929 εἰς τό βιβλίον του «Μάχαιρα τοῦ Πνεύματος» Τόμος Α', Μέρος Β΄ σελ. 130. «᾽Εάν καί εἰς τάς χεῖρας τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἤθελον πέσει, οὐδέν ἕτερον ἤθελεν οὗτος ἀκούσει παρ' ἐμοῦ, εἰμή μόνον νά διαβιβάση πρός τούς ἀνωτέρους του τάς ἑπομένας ὀλίγας λέξεις μου; Ποιήσατε, ἱνα ἡ καινοτομήσασα ᾽Εκκλησία ἐπανέλθη εἰς τήν Δογματικήν καί Κανονικήν ὁδόν, τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς ᾽Ανατολικῆς ᾽Εκκλησίας, ὡς ἦτο μέχρι τῆς χθές, καί καθαρίσατε Αὐτήν ἀπό πάντας τούς ἐργάτας τῆς ἀνομίας. 2. «῾Ο φύλαξ τῆς ᾽Ορθοδοξίας, τό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας τ.ε. ὁ λαός αὐτός ἐστι». (Πανορθ. Σύνοδος Κων/λεως ἐπί Πατρ. ᾽Ανθίμου 6 Μαίου 1848). 3. «᾽Απόσπασμα ἐξ ἐπιστολῆς ἐξ ῾Αγίου ῞Ορους τοῦ Πνευματικοῦ π. Ματθαίου πρός τά πνευματικά αὐτοῦ τέκνα 13 Μαρτίου 1924. 4. ᾽Ιδού ἐνδεικτικῶς ἕν μόνον κείμενον: «Τοῦ ᾽Ορθοδόξου ᾽Επισκόπου ὀφείλοντος, κατά τόν ᾽Απόστολον τῶν ᾽Εθνῶν, νά γίνηται «τά πάντα τοῖς πᾶσιν ἵνα πάντως τινάς σώση» καί ἐπειδή ἡ ᾽Εκκλησιαστική Οἰκονομία οὐδέποτε καί ἐν οὐδεμιᾶ περιπτώσει ἀπήρεσε ταῖς τε Οἰκουμενικαῖς καί Τοπικαῖς Συνόδοις καί τοῖς ῾Αγίοις Πατράσιν, οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι Μητροπολῖται τοῦ ῾Ελληνικοῦ Κράτους, τῆς ἀληθοῦς εἰρήνης καί τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος προνοούμενοι ὑποδεικνύομεν εὐλαβῶς εἰς τήν ἁγίαν καί ῾Ιεράν Σύνοδον τῆς ῾Ιεραρχίας, ὡς μόνην δυνατήν λύσιν πρός ἐπαναφοράν τῆς δι' ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Νέου ῾Ημερολογίου εἰς τήν ᾽Ορθόδοξον ἡμῶν ᾽Εκκλησίαν διαταραχθείσης ὁμονοίας καί ψυχικῆς ἠρεμίας τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν λαοῦ τήν ἐπιστροφήν εἰς τό ΒΔ τῆς 18 ᾽Ιανουαρίου 1923, καθ' ὅ ἡ μέν Πολιτεία δύναται νά τηρήση τό Νέον ῾Ημερολόγιον, ἡ δέ ᾽Ορθόδοξος ῾Ελληνική ᾽Εκκλησία τό Πάτριον ᾽Ιουλιανόν ῾Εορτολόγιον, ἕως οὗ δι' Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤ διά Συνόδου Μεγάλης Τοπικῆς, ἐν ἧ νά ἀντιπροσωπεύωνται καταλλήλως ἅπασαι αἱ ᾽Ορθόδοξοι ᾽Εκκλησίαι, μελετηθῆ καί εἰσαχθῆ τό ὑπό τῆς καθόλου ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας, παραδεκτόν γενησόμενον ῾Ημερολόγιον. ᾽Εν ᾽Αθήναις τῆ 11 ᾽Οκτωβρίου 1933 Οἱ Μητροπολῖται ῾Ο Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανῆς ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ῾Ο Κασσανδρείας ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ Ὁ Δράμας καί Φιλίππων ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ (Θεοκλ. Στράγκα «᾽Εκκλησίας ῾Ελλάδος ῾Ιστορία ἐκ πηγῶν ἀψευδῶν» Τόμος Γ' σελ. 2147 καί 1859-1861 ᾽Αθῆναι 1971 καί «᾽Αποστασίας ῎Ελεγ χος» σελ. 182 ᾽Αθῆναι 1934). 5. Τό νομοθετικόν τοῦτο διάταγμα τό ὁποῖον ἰσχύει ἀπολύτως μέχρι σήμερον ἔχει οὕτως: ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Περί τοῦ νέου «πολιτικοῦ ῾Ημερολογίου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β' ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ 3) Διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ τό ᾽Ιουλιανόν ῾Ημερολόγιον ὅσον ἀφορᾶ ἐν γένει τήν ᾽Εκκλησίαν καί τάς θρησκευτικάς ἑορτάς. 4) ῾Η πρώτη ᾽Ιανουαρίου τοῦ νέου ῾Ημερολογίου ἔσται ἡ πρώτη ἑκά στου νέου ἔτους. ῾Η ᾽Εθνική ῾Εορτή τῆς 25ης Μαρτίου καί πᾶσαι αἱ κατά τούς κειμένους νόμους ἑορτάσιμοι καί ἐξαιρετέαι ἡμέραι ρυθμίζονται κατά τό ᾽Ιουλιανόν ῾Ημερολόγιον. ᾽Εν ᾽Αθήναις τῆ 18 ᾽Ιανουαρίου 1923, ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β' Τό ῾Υπουργικόν Συμβούλιον ῾Ο Πρόεδρος Ε. Γονατᾶς Τά Μέλη Α. ᾽Αλαξανδρῆς, Μ. Μίσιος, Γ. Παπανδρέου, Ι. Σιώτης, Γ. Κοφινᾶς, Α. Χατζηκυριάκος, Λ. Σακελλαρόπουλος, Γ. Σίδερης, Α. Δοξιάδης, Γ. ᾽Εμπειρῖκος, Π. Μαυρομιχάλης, Κ. Βούλγαρης (ΦΕΚ 24Τ. Α' 25.1.1923) 6. Πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου «τό ᾽Εκκλησιαστικόν ῾Ημερολόγιον ὡς Κριτήριον ᾽Ορθοδοξίας» σελ. 17 ᾽Αθῆναι 1935. 7. Πολλοί δέχονται τόν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον ὡς μεγάλο πνευματικόν ἀνάστημα, ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι εἰς τήν οὐσία ὑπῆρξε ἕνα πειθήνιο καί τυφλό ὄργανο τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἕνας κοινός ψεύτης καί ἀπατεών, ὅστις ἀφοῦ ἐμυήθη εἰς τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, κατόπιν ὅλην του τήν ἐπιστήμην ἐχρήσατο διά νά πλήξη τήν ᾽Ορθοδοξίαν καί προωθήση τόν Νεοημερολογιτισμόν — Οἰκουμενισμόν. 8. ῾Εκατηγορεῖτο δι' ἀποστασίαν γενικώτερα ἐκ τῆς ᾽Ορθοδοξίας καί διά «οὐνίαν». ῞Ορα σχετικῶς κείμενα τοῦ γέροντος αὐτοῦ Δανιήλ εἰς «῾Αγιορειτικόν ῾Ημερολόγιον» ᾽Αθῆναι 1927. 9. Οὗτος εἶναι ἐφευρέτης καί εἰσηγητής τῆς θεωρίας περί δῆθεν «Δυνάμει νεοημερολογιτικοῦ σχίσματος καί οὐχί ἐνεργεία». 10. ᾽Αθανασίου Βήττου Δανιηλίδου «Η ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ Η ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ» ᾽Αθῆναι 1926 σελ. 11 καί 12. 11. Συγκεκριμένως κάποιος φιλενωτικός ὀπαδός, τῆς Συνόδου τῆς Φερράρας, ὁ πρωτόπαπας τῆς Κρήτης Πλουσιαδινός γράφει εἰς ἐπιστολήν του πρός τούς ἀνθενωτικούς ῾Ιερεῖς τῆς Κρήτης: «῎Ιστε (σσ. νά γνωρίζετε καλῶς) ὅτι μεγάλως ἐνοχλεῖτε τό τῆς ᾽Εκκλησίας πλήρωμα, ὅτι πρό τοῦ γενέσθαι Σύνοδον Οἰκουμενικήν καί ἀποκηρύξαι ἡμᾶς, ἡμεῖς ἀποστρέφεσθε καί μισεῖτε ὡς ἑτεροδόξους… Ποία ᾽Εκκλησία ὑμᾶς ἐδίδαξεν ἀποστρέφεσθαι τούς ἀληθεῖς ῾Ιερεῖς, τίς τῆς ᾽Εκκλησίας διδασκάλους τοιαῦτα ἀπεφθέγξατο»; 12. ῞Ορα καί« Προκήρυξιν πρός τόν ἐφημεριακόν Κλῆρον καί τούς Μοναχούς τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ…» σελ. 5, ᾽Αθῆναι 1935. 13. ῞Ορα Κ.Γ.Ο. τόμος 1982, σελ. 148. 14. ᾽Αρσενίου Κοττέα «Κέντρα τῆς ῾Αγίας ἡμῶν ᾽Ανατολικῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας…» σελ. 68 ᾽Αθῆναι 192). 15. Αὐτόθι σελ. 69. 16. Αὐτόθι σελ. 84. 17. Αὐτόθι σελ. 86-87. 18. «᾽Ασπίς τῆς ᾽Ορθοδόξου Πίστεως» ᾽Ακακίου ῾Ιερομονάχου καί ᾽Αντωνίου Μοναχοῦ ῾Αγιορειτῶν σέλ. 49 ᾽Αθῆναι 1927, βλέπε καί Θωμᾶ Μοναχοῦ Χρυσοχόου «Βολίς εἰς ῞Αγιον ῎Ορος» σελ. 6,9 καί ἀλλαχοῦ, ᾽Αθῆναι 1926. 19. ᾽Ασπίς… σελ. 52. 20. Αὐτόθι σελ, 54. 21. Αὐτόθι σελ. 58. 22. Αὐτόθι σελ. 58. 23. «᾽Αποστασίας ἔλεγχος» σέλ. 81 ᾽Αθῆναι 1934, ὅρα καί σελ. 130 καί ἀλλαχοῦ. 24. Αὐτόθι σελ. 81. 25. Αὐτόθι σελ. 237-238. 26. Αὐτόθι σελ. 242. 27. Αὐτόθι σελ. 325, ὅρα καί σελ. 298. 28. Αὐτόθι σελ. 257 ὅρα σχετικά καί ἐν σελ. 299. 29. Αὐτόθι σελ. 319. 30. «᾽Απολογία…» σελ. 17 ᾽Αθῆναι 1934. 31. Παρθενίου Μοναχοῦ «ΔΙΣΤΟΜΟΣ ΡΟΜΦΑΙΑ» σελ. 29 ᾽Αθῆναι 1934. 32. Αὐτόθι σελ. 32 καί 33. 33. «Τό ἀνάθεμα δέν ἀποκόπτει αὐτόν (σ.σ. τόν σχισματικόν ἤ αἱρετικόν) τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλ' ἐξαγγέλει εἰς τό πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας τήν ὑπ᾽ αὐτοῦ τοῦ αἱρετικοῦ πραγματοποιηθεῖσαν αὐτοαποκοπήν διά τῆς ἐκπτώσεώς του ἀπό τῆς ὀρθῆς πίστεως, καί τοῦτο πρός σωτηρίαν καί αὐτοῦ καί τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας» (Γεωργ. Καινάνη «῾Η ποιμαντική…»). 34. Δίστομος Ρομφαία σελ. 53. 35. Αὐτόθι σελ. 47. 36. Αὐτόθι σελ. 52. 37. Αὐτόθι σελ. 21. 38. Αὐτόθι σελ. 14. 39. Αὐτόθι σελ. 25. 40. Αὐτόθι σελ. 16 καί 17. 41. Αὐτόθι σελ. 23. 42. Αὐτόθι σελ. 23. 43. Παραθέτομεν τό πρῶτον ῎Αρθρον τοῦ καταστατικοῦ τοῦ ῾Ιεροῦ Συνδέσμου τῶν Ζηλωτῶν ῾Αγιορειτῶν Μοναχῶν» ἔχον οὕτω: ῎Αρθρον Α'. (Πρωτοβουλία) ᾽Εν ᾽Ονόματι τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τῆς Παναγίας καί Ζωοποιοῦ Τριάδος, τοῦ ἑνός καί μόνου ἀληθινοῦ ἡμῶν Θεοῦ, τῆς ῾Υπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, (τῆς Προστάτιδος καί ᾽Εφόρου τοῦ ῾Ιεροῦ ἡμῶν Τόπου) καί πάντων τῶν ῾Αγίων Πατέρων· ἡμεῖς οἵτινες (χάριτι Χριστοῦ) εἴμεθα, καί ἐπιθυμοῦμεν νά μείνωμεν τέκνα γνήσια τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Ανατολικῆς καί ἁγίας ἡμῶν ᾽Εκκλησίας, καθ' ἥν ἐδώσαμεν ὑπόσχεσιν ἐν τῶ ἁγίω Βαπτίσματι, καί ἐν τῆ λήψει τοῦ ᾽Αγγελικοῦ Σχήματος μέ ἐλευθέραν θέλησιν καἴ συνείδησιν, καί συσκεφθέντες· διαμαρτυρόμεθα πάση δυνάμει ἐναντίον ὅλων τῶν καινοτομιστῶν, καί πάντων τῶν βαδιζόντων ἔξω τῆς χαραχθείσης ὁδοῦ ὑπό τῶν Θ. Πατέρων, καί ἄχρι τοῦδε ὑπό πάσης τῆς ᾽Ορθοδόξου ᾽Εκκλησίας διακρατουμένης καί συνιστῶμεν σήμερον ἐν τῷ ῾Αγίω ῎Ορει Σύνδεσμον ὑπό τήν ἐπωνυμίαν ῾Ιερός Σύνδεσμος τῶν Ζηλωτῶν ῾Αγιορειτῶν Μοναχῶν». (῞Η ΑΓΚΥΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ῎ ΑΘΗΝΑΙ 1926). 44. «῾Η ᾽Αλήθεια τῆς ᾽Ορθοδοξίας ἐν τῆ ἀποδείξει της ὑπό τῆς ῾Ελληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων ᾽Ορθοδόξων Χριστιανῶν» σελ. 30, Βόλος 1931. 45. Αὐτόθι σελ. 31. 46. Αὐτόθι σελ. 34-35. 47. Αὐτόθι σελ. 36. 48. Αὐτόθι σελ. 48-49, 49. Αὐτόθι σελ. 48-49. 50. Θεοκλ. Στράγκα «᾽Εκκλησίας ῾Ελλάδος ῾Ιστορία ἐκ πηγῶν ἀινευδῶν» Τόμος Γ' σελ, 1572 ᾽Αθῆναι 1971). 51. ῞Ορα σχετικῶς Κ.Γ.Ο. ᾽Απρίλιος 1980, σελ. 11 καί ἑξῆς καί Μάϊος — ᾽Ιούνιος 1980, σελ. 24 καί ἑξῆς. 52. Κ.Γ.Ο. Μάἱος — ᾽Ιούνιος 1980, σελ. 25. 53. ῞Ορα Κ.Γ.Ο. ᾽Απρίλιος — Μάϊος 1980, σελ. 28. 54. Κ.Γ.Ο. ᾽Οκτώβριος 1980, σελ. 13, Πλείονα ὅρα εἰς Θεοκλ. Στράγκα «᾽Εκκλησίας ῾Ελλάδος ῾Ιστορία ἐκ πηγῶν ἀινευδῶν» Τόμος Γ' σελ. 2036-2045 ᾽Αθῆναι 1971. 55. Αὐτόθι σελ. 14. 56. Αὐτόθι σελ. 13. 57. ῾Η ἡμερομηνία αὕτη εἶναι κατά τό ᾽Ιουλιανόν, ἐνῶ ἡ ἑπομένη ἐν τῶ κειμένω 26 Μαίου 1935, εἶναι κατά τό νέον Παπικόν. 58. ῞Ορα Θ. Στράγκα… Τόμος Γ' σελ. 2038). Μετά τάς χειροτονίας αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τήν ῾Ιεράν Μονήν τῆς Παναγίας, οἱ τρεῖς Μητροπολῖται ἐνῶ ἐτέθησαν ὑπό αὐστηρόν περιορισμόν, παραλλήλως ἐπιέζοντο νά παραιτηθοῦν τοῦ ἔργου, τό ὁποῖον ἀνέλαβον, καί ἐπιστρέψουν εἰς τήν Καινοτόμον ᾽Εκκλησίαν. Κατά τάς ἡμέρας ταύτας ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἀπέστειλεν ἐνθαρρυντικήν ἐπιστολήν πρός τούς τρεῖς Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἀπέστειλαν τήν κάτωθι ἀπάντησιν: «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΟΔΟΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ — ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ 27» Θεοφιλέστατε ῞Αγιε Βρεσθένης ἀγαπητέ ἐν Χριστῶ ἀδελφέ καί Συλλειτουργέ τῆς ἡμῶν Μετριότητος Χάρις εἴη ῾Υμῖν ἀπό Θεοῦ καί εἰρήνη. Τό ἀδελφικόν γράμμα τῆς ῾Υμετέρας Θεοφιλίας ἀσφαλῶς ληφθέν μετά πολλῆς προσοχῆς ἀνεγνώσθη ὑφ ἡμῶν. Εἰς ἀπάντησιν ἤκοντες διαβεβαιοῦμεν τήν ῾Υμετέραν Θεοφιλίαν ὅτι τό ἠθικόν ἡμῶν διά τόν ἀγῶνα, ὅν ἀνελάβομεν ὑπέρ τῆς ᾽Ορθοδοξίας εἶναι ἀδιάπτωτον καί ἀλύγιστον, ὅπως τό ἰδικόν σας. ῾Ο ἀγών δέν εἶναι δυνατόν παρά νά εὐοδωθῆ ἀφοῦ ὡς κέντρον καί κύριον ἐλατήριον τοῦ ἀγῶνος εἶναι ἡ ἐπικράτησις τῆς ᾽Ορθοδοξίας καί ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, καθ' οὗ καί πύλαι ἄδου οὐ κατισχύουσι. ῎Ερρωσθε ἐν Κυρίω καί ἐνδυναμοῦσθε ἐν τῆ Χάριτι τοῦ Χριστοῦ τοῦ τά ἀσθενῆ θεραπεύοντος καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦντος ἀπονέμοντες τούς ἀδελφικούς ἐν Χριστῶ ἀσπασμούς τήν ῾Υμετέρα Θεοφιλία καί τάς εὐχάς καί εὐλογίας ἡμῶν εἰς ὅλας τάς Μοναχάς διατελοῦμεν μετ' ἀγάπης. ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ ῾Ο Πρ. Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ῾Ο Ζακύνθου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (Κ.Γ.Ο. Τ 35-36 Τόμ. 25 1980 σελ. 23-24). 59. Αὐτόθι, σελ. 23. 60. Παραθέτομεν τινάς ἐξ αὐτῶν. ῾Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ἐκ τῆς Μονῆς τοῦ ῾Αγίου Διονυσίου ᾽Ολύμπου, ὅπου εἶχεν ἐξορισθῆ γράφει πρός τόν ῞Αγιον Βρεσθένης τήν κάτωθι ἐπιστολήν: «᾽Αγαπητέ ἐν Χριστῶ ἀδελφέ ῞Αγιε Βρεσθένης, Σᾶς ἀποστέλλω ἀπό τόν τόπο τῆς ἐξορίας μου ἕναν ἀδελφικόν καί συγχαρητήριον ἀσπασμόν, διότι ἠξιώθημεν ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί νά τύχωμεν τῆς δόξης τοῦ Κυρίου ἀγωνιζόμενοι διά τήν δόξαν Αὐτοῦ καί ὁμολογοῦντες τήν ὀρθόδοξον ἡμῶν πίστιν πρός Αὐτόν εἰς οὐδέν λογιζόμενοι τάς πιέσεις τῶν ἰσχυρῶν καί τάς κακώσεις, ἅς ὑφιστάμεθα οὐ μόνον ἀγογγύστως, ἀλλά καί μετά χαρᾶς διά τήν ᾽Ορθοδοξίαν ἡμῶν. Τό θάρρος καί τό ἠθικόν σθένος ἡμῶν εἶναι ἀδιάπτωτα καί ὁλοέν αὐξάνει ἡ πίστις καί ὁ ζῆλος ἡμῶν πρός τήν δόξαν τοῦ Χριστοῦ. Τούς ἀδελφικούς ἐν Χριστῶ ἀσπασμούς πρός τήν ῾Υμετέραν Θεοφιλίαν καί τάς εὐχάς μου πρός ὅλας τάς ἀδελφάς καί Μοναχάς τῆς Μονῆς ῾Υμῶν. Μονή ῾Αγίου Διονυσίου ᾽Ολύμπου, ᾽Ιουνίου 1935 Πρ. Φλωρίνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Θά παραθέσωμεν καί ἄλλας δύο ἐπιστολάς τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ πρός τόν Βρεσθένης Ματθαῖον, τάς ὁποίας ἀπέστειλεν ἐκ τοῦ τόπου τῆς ἐξορίας, τήν νῆσον ᾽Αμοργόν. ᾽Αγαπητέ ῞Αγιε Βρεσθένης, ᾽Από τῆς 24 ᾽Ιουνίου εὑρίσκομαι ἐνταῦθα. ᾽Εν Σύρω διέμεινα μετά τοῦ ἀρχιμανδρίτου ᾽Αλεξ. Γρηγοροπούλου δύο ἡμέρας. ῾Ο λαός ἤρχετο καί ὑπέσαλλε τά σέβη του καταρώμενος τούς ὑπαιτίους τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἡμερολογίου. ῎Αν γίνη κοινότης Γνησίων ᾽Ορθοδόξων, οὐδείς θά μείνη νεοημερολογίτης, πρῶτον διότι οἱ χριστιανοί ἔχουν τήν διαίσθησιν ὅτι ἐξέκλινον τῶν παραδόσεων καί δεύτερον ἐξ ἀντιδράσεως πρός τούς λατίνους, οἱτινες ἀπεθρασύνθησαν. Περί τάς 150 οἰκογένειαι πηγαίνουν καί ἐκκλησιάζονται εἰς τόν παλαιοημερολογίτην ῾Ιερομ. ᾽Ιωακείμ, ὅστις ἔκτισε ναόν καί κελλία πολλά εἰς τήν Ι. Μονήν ῞Αγ. Βαρβάρας. ᾽Ανέλαβον νά συστήσουν κοινότητα Παλαιοημερολογιτῶν οἱ Κουζέπας καί Καρακαλάς καί πιστεύω νά εὐδοκιμήση. ῾Ο κ. Γαλανός ὅστις ἦτο πρόεδρος τῆς Κοινότητος ἐγκατέλειψε τήν Κοινότητα τῶν Γνησίων ᾽Ορθοδόξων α) διότι ἦτο ἀνεπιτήδειος καί β) διότι ὁ ἀδελφός του προσελήφθη ὡς γραμματεύς τῆς Μητροπόλεως. ῾Ο λαός δέν συχνάζει εἰς τάς ᾽Εκκλησίας μή ἀνεχόμενες τήν κατάστασιν ἥν ἐδημιούργησεν ὁ Φιλάρετος, ὅστις δέν καλεῖται πλέον οὔτε εἰς κηδείας, οὔτε εἰς ἄλλας ἱεροπραξίας. Αἱ ᾽Εκκλησίαι ἀπό ἀπόψεως οἰκονομικῆς ἐχουν χάλια μή δυνάμεναι νά ἀνταποκριι9ῶσιν εἰς τάς ἀνάγκας των. ῎Αν ἡ ἀστυνομία ἄρη τήν ὑποστήριξίν της, θά φύγη ὁ Φιλάρετος καταστάς μισητός. ᾽Εν ᾽Αμοργῶ ὁ λαός εἶναι ὑπέρ τῶν παραδόσεων. Σήμερον ἑορτήν τῶν ῾Αγίων ᾽Αποστόλων, οἱ χριστιανοί ἐργάζονται. ῞Ολα τά χωρία εἶναι μέ τό παλαιόν. ῞Οταν θά ἔλθη ἡ ἑορτή, ἐπειδή οἱ ἱερεῖς εἶναι μέ τό νέον, οἱ χριστιανοί μεταβαίνουν μέ τόν ἱερέα εἰς ἐξωκκλήσια τιμώμενα ἐπ' ὀνόματι τοῦ ἁγίου καί λειτουργοῦν διά ν' ἀκούσουν τό ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγίου τοῦ Ναοῦ καί εὐφρανθῆ ἡ ψυχή των. Εἰς τί σημεῖον ἀπογνώσεως ἔφεραν τούς χριστιανούς οἱ ἀσεσεῖς συγχρονισμένοι ἀρχιερεῖς! Εὑρίσκομαι ἐν τῆ Μονή Ζοχεβιωτίσσης καί διορθώνων κελλία πρός ἀνετωτέραν διαμονήν ἀγνοῶν πότε θά διευθετηθοῦν τά πράγματα συμφώνως πρός τούς νόμους οἵτινες παρεβιάσθησαν καθ' ὁλοκληρίαν. ῎Εχω πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀντισυνταγματική αὕτη κατάστασις, δέν εἶναι δυνατόν νά παραμείνη ἐπί πολύ καί διά τοῦτο πρέπει νά ἔχητε ὑπομονήν καί ἐλπίδα πρός τόν Θεόν… ῾Ημεῖς ὡς ἐκκλησία αὐτοδιοίκητος προέβημεν εἰς τάς χειροτονίας σας καί ἐλπίζομεν ὅτι ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων θ' ἀναλάσητε τά καθήκοντά σας. ῎Αν ἔχητε τι νέον, παρακαλῶ νά μᾶς γράφητε. ᾽Επί τούτοις εὐχόμενος ὅπως ὁ ῞Υψιστος φωτίζη καί ἐνισχύη ῾Υμᾶς εἰς τόν ὑπέρ τῆς ῾Αγίας Αὐτοῦ ᾽Εκκλησίας άγώνα, διατελῶ μέτ' ἀδελφικῶν ἀσπασμῶν. ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ ᾽Αμοργός, 16/29/6/Ι935 Παραθέτομεν καί ἑτέραν ἐπιστολήν αὐτοῦ. ᾽Αγαπητέ ῞Αγιε Βρεσθένης! ῎Ελαβον τήν ἀδελφικήν ἐπιστολήν σας καί εὐχαριστῶ θερμῶς δι' ὅσα ἐνισχυτικά τῆς ψυχῆς πρός ἐξακολούθησιν τοῦ ἀγῶνος μοί γράφετε. Βεβαίως οἱ ἐχθροί τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πολλοί καί ἰσχυροί, τό δέ ἡμέτερον Κράτος διατελεῖ ἀκόμη ὑπό τάς τυραννικάς ἰδέας τῆς τουρκικῆς δυναστείας μή δυνάμενον νά προσοικειωθῆ τό νέον πνεῦμα περί ἐλευθερίας. Δέν ἠξεύρω ἄν εἴμεθα κατά τόν πολιτισμόν ἀνώτεροι τῶν ἀλσανῶν καίτοι κατά τήν ἐξωτερικήν περιβολήν ἄνδρες τε καί γυναῖκες ὑπερβαίνομεν καί τούς Εὐρωπαίους. Νόμους ἔχομεν καί παρανομίες κατεργαζόμεθα. Κανόνας ἔχομεν καί ἀντικανονικῶς πολιτευόμεθα. Σύνταγμα ἔχομεν καί τό συνταγματικόν δίκαιον παραθεωροῦμεν. Τρανόν δεῖγμα τῶν λεγομένων μου, εἶναι ἡ κατάστασις ἡμῶν τῶν ἱεραρχῶν, εἰς οὕς ἐπέβαλον ποινάς ἄνευ Νόμων. ῾Ο Θεός, ὁ δίκαιος κριτής, θά ἐπίδη τήν κάκωσιν ἡμῶν καί ἀποδώση τό δίκαιον θριαμβευούσης τῆς ᾽Ορθοδοξίας. Οὐδείς περιέμενεν τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ποιμένος ᾽Αλεξανδρείας Μελετίου, ἀλλά πάντες περιέμενον τήν ἄνοδον αὐτοῦ εἰς τόν περίπυστον θρόνον τοῦ ἀδελφοθέ ου ἀπό τοῦ ὁποίου θά διέσπειρε ἀνά πᾶσαν τήν ᾽Ορθοδοξίαν τούς κακοδόξους αὐτοῦ νεωτερισμούς, διά τῶν ὁποίων θά ἧγε εἰς ἀποσύνθεσιν τήν ᾽Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ' ὁ θάνατος αὐτοῦ έματαίωσε τά κακόβουλα σχέδια τῶν ἐχθρῶν, οἱτινες χάνουν οὐ μόνον ἔρεισμα, ἀλλά καί τόν κυριώτερον μοχλόν τῶν ἀνοσίων καί καταχθονίων σκοπῶν των, καθ' ὅσον ὁ ἀποθανών διά τῆς κουφότητος, ὑπερηφανείας καί ὑπερφιάλου χαρακτῆρος του ἐζήτει δόξαν οὐχί παρά Θεοῦ, ἀλλ' ἐν τῆ αἰσχύνη αὐτοῦ, τή κακοδοξία. Μεγάλη ἡ δόξα Χυρίου καί ἀνεξιχνίαστα τά κρίματα αὐτοῦ. ᾽Απηλλάγη ἡ ᾽Εκκλησία ἑνός κακοσούλου ἐχθροῦ, ἀλλά μένει εἰσέτι τό ἕν μέλος τοῦ διασολικοῦ ζεύγους. Εὐχηθῶμεν ὅπως ὁ ῞Υψιστος σώζη τήν ᾽Εκκλησίαν του ἐκ τῶν ποιμαινομένων αὐτήν λύκων. ῎Εστειλα εἰς τόν ῞Αγιον Κυκλάδων ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ῾Αγίου Χρυσοστόμου πρός τόν ἐξόριστον Κυριακόν ἐπίσκοπον. ῾Η ἐπιστολή αὕτη εὑρίσκεται κατακεχωρημένη ἐν τῶ μηνιαίω τῆς 27ης ᾽Ιανουαρίου. Εὑρίσκομαι ἐν τῆ Μονῇ Χοζεβιωτίσσης τῆς ᾽Αμοργοῦ, ἤς τό κλίμα εἶναι καλόν καί διέρχομαι τάς ἡμέρας μου παρακαλῶν τόν ῞Υψιστον νά ἐνισχύη τούς ὀρθοδόξους καί παρηγορῆ τούς τεθλιμμένους. ᾽Επί τούτοις ἀσπαζόμενος τήν ὑμετέραν ἀγάπην φιλήματι ἁγίω καί εὐχόμενος ὅπως ὁ ῞Υψιστος εὐλογῆ τό ποίμνιον αὐτῆς, διατελῶ μέτ' ἀγάπης. ῾Ο Δημητριάδος ΓΕΡΜΑΝΟΣ ᾽Αρχιεπίσκοπος τῶν Παλαιοημερολογιτῶν (Κ.Γ.Ο. Τ 35-36 Τόμος 25 1980 σελ. 24-26). 61. ῞Ορα Κ.Γ.Ο. Νοέμβριος — Δεκέμβριος 1980, σελ. 23. 62. Αἱ ἡμερομηνίαι εἶναι κατά Παλαιόν ᾽Εκκλησιαστικόν ῾Ημερολόγιον. 63. Θεοκλ. Στράγκα «᾽Εκκλησίας ῾Ελλάδος ῾Ιστορία ἐκ πηγῶν ἀινευδῶν» Τόμος Γ' σελ. 2144 ᾽Αθῆναι 1971. 64. Αὐτόθι σελ. 2145. 65. Αὐτόθὶ σελ. 2143 ὅρα καί Χριστοδούλου Κ. Παρασκευαίδη «῾Ιστορική Κανονική Θεώρησις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ… σελ. 246 ᾽Αθῆναι 1982. 66. Αὐτόθι Τόμος Δ' σελ. 2700 ᾽Αθῆναι 1972. 67. Αὐτόθι σελ. 2700. 68. Κατά τῆς ἀποφάσεως τοῦ Χρ. Παπαδοπούλου ἐτάχθησαν ἀντιμέτωποι τρεῖς Συνοδικοί ᾽Αρχιερρείς ὁ ῞Υδρας καί Σπετσῶν Προκόπιος, ὁ Σάμου καί ᾽Ικαρίας Εἰρηναῖος καί ὁ ᾽Ακαρνανίας ῾Ιερόθεος, οἱ ὁποῖοι Συνοδικοί ὄντες, παρατήθησαν ἵνα μή δικάσουν τούς τρεῖς Μητροπολίτας. ᾽Ιδού τί λέγουν εἰς σχετικόν ὑπόμνημά των: «… ῎Εχοντες ὑπ' ὄψει τοιαύτην περίπτωσιν καί ἀναλογιζόμενοι τάς εὐθύνας μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως δέν νομίζομεν ὅτι εἶναι ὀρθόν νά προβῶμεν εἰς δίκην καί δή εἰς καθαίρεσιν ᾽Αρχιερέων… …Δέν ἐννοοῦμεν νά λάβωμεν μέρος εἰς Δικαστήριον καί νά καταδικάσωμεν ᾽Αρχιερεῖς, διότι καί μετά τήν καταδίκην καί τόν ἐντεῦθεν σάλον τό ζήτημα θά μένη ἄλυτον καί ἡ φθορά τοῦ γοήτρου θά εἶναι ἀνυπολόγιστος. ᾽Επειδή ὅμως ἡ πλειοψηφία τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου ἔχει τήν ἀντίληψιν ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ θρησκευτικοῦ ἡμερολογίου, πρέπει νά ἐπιβληθῆ ἡ προσήκουσα τιμωρία εἰς τούς ἀποστατήσαντας ᾽Αρχιερεῖς καί έπειδή ἡμεῖς, παραδρεύοντες εἰς τήν ῾Ιεράν Σύνοδον, μεταβαλλομένην εἰς δικαστήριον, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, δέν θά ἠδυνάμεθα, συμφώνως πρός τάς ἀνωτέρω σκέψεις μας, οὔτε νά ἀθωώσωμεν οὔτε νά καταδικάσωμεν τούς ἀποσχισθέντας τρεῖς ᾽Αρχιερεῖς, ἀλλ' ἐπειδή καί πάλιν λόγω τῆς ἰδιότητος ἡμῶν ὡς Συνοδικῶν Συνέδρων δέν δυνάμεθα νά μή μετάσχωμεν τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, διά ταῦτα ἀναγκαζόμεθα νά ὑποβάλωμεν τήν παραίτησιν ἡμῶν ἀπό τήν θέσιν τοῦ Συνοδικοῦ Συνέδρου καί εὐχόμεθα ὅπως ὁ Κύριος ἀποδείξη ὀρθοτέραν καί εὐτυχεστέραν τήν ἀντίληψιν τῆς πλειοψηφίας πρός τό καλόν τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Ο ῞Υδρας καί Σπετσῶν ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ ῾Ο Σάμου καί ᾽Ικαρίας ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ῾Ο Αἰτωλίας καί ᾽Ακαρνανίας ΙΕΡΟΘΕΟΣ» (Κ.Γ.Ο. Τ. 34 Τόμος 25 ᾽Αθῆναι 1960 σελ. 18 ὅρα καί Θ. Στράγκα «᾽Εκκλησίας ῾Ελλάδος ῾Ιστορία…» Τόμος Γ σελ. 2035-2044 ᾽Αθῆναι 1971 καί Χριστοδούλου Παρασκευαίδη αὐτόθι σελ. 247). 69. ῾Η ἡμερομηνία κατά τό Νέον ῾Ημερολόγιον. (Ακριβες Αντιγραφον εκ του ευρεθεντος εις τό Αρχειον της Ιερας Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαιας Λαυρεωτικης κα΄Αχαρνων)

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΗΚΟΥΣΘΗ ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΗΚΟΥΣΘΗ ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: "ΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΤΕ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΔΙΟΤΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΧΩΡΙΖΕΣΘΕ" Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση. Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας. Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος.

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΔΟΤΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΚΟ

ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΔΟΤΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΦΕΡΡΑΡΑΣ - ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΡΚΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ, ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΩΜΑ, ΚΗΡΥΚΟΥ & ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ, ΜΗΝΑ, ΒΙΚΤΩΡΟΣ & ΒΙΚΕΝΤΙΟΥ, ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ & ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε΄ Α.Π. 127 ΚΟΡΩΠΙ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2017 Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014 Ακτινογραφία των προδοτικών Διαλόγων από τον άγ. ΜΑΡΚΟ ΕΥΓΕΝΙΚΟ Συνεχίζουμε τὸ τρίτο μικρὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό (ποὺ ἀρχίσαμε τὴν 19/1/2014)) μ’ ἕνα δικό του κείμενο. Κι αὐτὸ διότι τὸ κείμενο αὐτὸ α) Ἀποτελεῖ μιὰ περιγραφή, μιὰ ἀκτινογραφία τῆς παθολογίας τῶν θεολογικῶν Διαλόγων καί, περιγράφοντας ὅσα ἔπραξε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος καὶ ὅσα παρέλειψαν νὰ πράξουν οἱ ἐπίσκοποι ποὺ συμμετεῖχαν στὴ Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας, διαζωγραφίζει ἐκπληκτικά, τὰ ὅσα κατάπτυστα πράττουν σήμερα οἱ διάφοροι Βαρθολομαῖοι, Ζηζιούληδες, Σαββᾶτοι, Ἰγνάτιοι κ.λπ., οἱ ὁποῖοι εἶναι προδότες τῆς Πίστεως μὲ δίπλωμα Οἰκουμενιστικό: γνωρίζουν δηλ. ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, γνωρίζουν τί ἔπραξαν οἱ Ἅγιοί μας, γνωρίζουν τί ἔπραξε ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός (ποὺ ἀντιμετώπισε ταυτόσημα ἢ δίδυμα μὲ τὰ σημερινὰ θέματα τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν-οὐνιτικῶν Διαλόγων) κι ὅμως πράττουν τὰ ἀντίθετα, ἐκεῖνα ποὺ τοὺς ὑπαγορεύει ἡ ἀποκαλυπτόμενη ἀντίχριστη παγκόσμια ἐξουσία. β) (Δημοσιεύουμε τὸ κείμενό του αὐτό) γιὰ νὰ παύσουν ἐπιτέλους οἱ ἀνακρίβειες καὶ οἱ ἀσέβειες πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Μάρκου καὶ τῶν ἄλλων ἐπισκόπων ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν Σύνοδο Φερράρας Φλωρεντίας. Μὲ τὸ κείμενο δηλ. αὐτὸ διαψεύδονται ὅσοι Οἰκουμενιστὲς διασπείρουν τὶς ψευδεῖς πληροφορίες (κρίνοντας ἀπὸ κάποιες φιλόφρονες προσφωνήσεις κατὰ τὴν ἔναρξη τῆς Συνόδου) ὅτι οἱ συμμετασχόντες στὸν Διάλογο μὲ τοὺς Παπικούς (καὶ φυσικὰ ὁ ἅγιος Μᾶρκος), εἴτε χαρίστηκαν στὸν Πάπα, εἴτε ἦσαν ἐξ ἀρχῆς φιλενωτικοὶ καὶ ἐνδοτικοὶ εἰς τὰ τῆς Πίστεως. Νὰ παύσουν νὰ παραπληροφοροῦν οἱ λεγόμενοι ἐκ Πειραιῶς "ἀντι-Οἰκουμενιστές" ποὺ τοὺς "συμφέρει" καὶ θέλουν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος ἐπικοινωνοῦσε ἐκκλησιαστικὰ μὲ λατινόφρονες (ὅπως αὐτοὶ σήμερα μὲ Οἰκουμενιστὲς Ἀρχιερεῖς καὶ Πατριάρχες) καὶ δὲν εἶχε ἀποτειχιστεῖ ἀπὸ αὐτούς! Ὁ ἅγιος Μᾶρκος στὴν παρακάτω "Ἔκθεση", τοὺς διαψεύδει. Τὸ τελευταῖο ἐπικαλέστηκαν καὶ οἱ τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς, ἀλλὰ τὶς θέσεις τους ἀνέτρεψε ὁ π. Εὐθύμιος μὲ τὸ κείμενό του ποὺ πρόσφατα ἀναρτήσαμε. Ἂς δοῦνε καὶ τὴν ἀνατροπὴ τῶν ἀνέντιμων συγγραφῶν τους καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἅγιο Μᾶρκο. Καὶ ἕνα μεγάλο ἐρώτημα εἶναι: Πῶς ὁ ἅγ. Μᾶρκος ἀντελήφθη ἀμέσως –μετὰ τὶς πρῶτες συζητήσεις μὲ τοὺς Λατίνους– ὅτι οἱ Παπικοὶ δὲν ἤθελαν νὰ εὕρουν στὴν Σύνοδο τῆς Φερράρας τὴν ἀλήθεια, καὶ οἱ δικοί μας Οἰκουμενιστὲς Ἀρχιερεῖς καὶ θεολόγοι, διαλεγόμενοι μὲ τοὺς Παπικούς ἐπὶ τόσα χρόνια, δὲν κατάλαβαν ὅτι οἱ Παπικοὶ τοὺς (καὶ μᾶς) ἐμπαίζουν, ὅτι προσθέτουν νέες αἱρέσεις ἐπὶ αἱρέσεων, ὅτι οὐδόλως ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ἀλήθεια (παρὰ διατηροῦν τοὺς Διαλόγους γιὰ νὰ τὴν στραγγαλίσουν ὁλοκληρωτικά) καὶ ὅτι ὁ ἀπώτερος σκοπός τους, (ὅπως ἐπὶ ἁγίου Μάρκου), δὲν εἶναι ἡ εὕρεση της ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἐπιθυμία τους νὰ μᾶς ὑποτάξουν; Εἰς τό τέλος αὐτῆς τῆς Ἐκθέσεως ὁ ἅγιος γνωστοποιεῖ ἐπίσημα τὴν ἀπομάκρυνσή του—ἀποτείχιση ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς τῆς ἐποχῆς του μὲ τά ἑξῆς: Ἔ κ θ ε σ ι ς τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, τίνι τρόπῳ ἐδέξατο τό τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα καί δήλωσις τῆς Συνόδου τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένης». Ὁ ἅγ. Μ. ἀρχίζει τὴν “Ἔκθεση” δηλώνοντας ὅτι, παρότι ἀσθενής, μετέβη στὴν Φερράρα ὑπακούοντας στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐλπίζοντας ὅτι ὁ Θεὸς θὰ δώσει τὴν εὐλογημένη ἐπούλωση τοῦ τραύματος μεταξὺ Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν. Ἀλλὰ εὐθὺς ἐξαρχῆς σημειώνει, ἀντελήφθη ὅτι οἱ Λατῖνοι ἔδειξαν τὴν κακή τους πρόθεση. «Ἐγὼ διὰ τὴν ἐπιταγὴ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐπηκολούθησα τῷ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ πρὸς τὴν ἐν Ἰταλίᾳ σύνοδον, μήτε τὴν ἐμαυτοῦ ἀσθένειαν ὑπολογισάμενος, μήτε τὸ τοῦ προκειμένου πράγματος ἐργῶδές τε καὶ ὑπέρογκον, ἀλλ’ ἐλπίσας ἐπὶ Θεῷ, ὡς ἅπαντα ἡμῖν ἕξει καλῶς καί τι κατορθώσομεν μέγα καὶ τῶν ἡμετέρων πόνων καὶ ἐλπίδων ἄξιον. Ἐπεὶ δ’ ἐνταῦθα γενόμενοι, τῶν Λατίνων εὐθὺς ἐπειράθημεν ἄλλως ἡμῖν προσενεχθέντων ἢ ὡς ἠλπίζομεν, εὐθὺς μὲν ἀπογνῶναι τοῦ τέλους συνέπεσε, καί τις ἡμῶν εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον». (Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σ. 304-308). Συνεχίζει ὁ ἅγιος Μᾶρκος: Καὶ ἀφοῦ μὲ προέτρεψαν, ὁμίλησα πρῶτος καὶ ἐπεσήμανα τὴν αἰτίαν τῆς διαιρέσεως καὶ τὴν ὑπεροψίαν τῶν Λατίνων· αὐτοὶ ὅμως ἀπέκρουαν τὶς αἰτιάσεις, δικαιολογώντας τὰ λάθη τους, ὅπως συνηθίζουν νὰ κάνουν. Τοὺς ἀπέδειξα ὅτι ἀπαγορεύεται ἀπὸ Οἰκουμ. Συνόδους ἡ προσθήκη ἔστω καὶ μιᾶς λέξεως στὸ Σύμβολο (ὅπως τοῦ filioque), ἀκόμα καὶ μιᾶς συλλαβῆς. Γιὰ ἐκείνους δὲ ποὺ θὰ τολμήσουν νὰ προσθέσουν κάτι, ἂν εἶναι ἱερωμένους, οἱ Πατέρες «ἐκφωνοῦσι φρικώδεις» κατάρες, καὶ θεωροῦν ὅτι εἶναι ἀνίεροι ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ διαπράξουν αὐτὸ τὸ τόλμημα, καὶ «ἀλλότριοι (=ξένοι) τῆς χάριτος»· ὁ δὲ λαϊκὸς «ὑπόκειται ἀναθέματι»· τοῦτο δὲ εἶναι χωρισμός ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ δὴ προτραπεὶς ἐγὼ τῆς ὑποθέσεως ἄρξασθαι, πρῶτα μὲν ἐν τοῖς προοιμίοις ἐσπούδασα τὴν αἰτίαν αὐτοῖς ἀνάψαι τῆς διαιρέσεως καὶ τὸ ἄφιλον ἐγκαλέσαι καὶ ὑπεροπτικόν, ἐκείνων ἀπολογουμένων τε καὶ ἀντεγκαλούντων ἡμῖν καὶ ἑαυτοὺς δικαιούντων, ὅπερ εἰώθασιν. Ἔπειτα κατὰ τὰς ἐφεξῆς συνελεύσεις προχειρισάμενος τὰς πράξεις τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, ἀνέγνων ἐξ αὐτῶν τοὺς ὅρους, ἐν οἷς ἀπαγορεύουσιν οἱ θεῖοι πατέρες ἐκεῖνοι τὴν ἐναλλαγὴν τοῦ συμβόλου μέχρι λέξεώς τε καὶ συλλαβῆς καὶ φρικώδεις ἀρὰς ἐκφωνοῦσι κατὰ τῶν ταύτην ποτὲ τολμησόντων, ὥστε τοὺς ἐπισκόπους μὲν καὶ τοὺς κληρικοὺς ἀνιέρους εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε καὶ τῆς δεδομένης αὐτῆς χάριτος ἀλλοτρίους, τοὺς δὲ λαϊκοὺς ὑποκεῖσθαι τῷ ἀναθέματι, τοῦτό δέ ἐστιν ὁ ἀπὸ Θεοῦ χωρισμός. Ὅταν καταλάβαμε ὅτι οἱ Λατῖνοι δὲν ἐνδιαφέροντο γιὰ τὴν εὕρεση τῆς Ἀλήθειας, παύσαμε νὰ ἀντιπαραθέτουμε πρὸς τὶς πλάνες τους τὶς ὀρθόδοξες θέσεις, καὶ τοὺς παρακαλούσαμε νὰ ἐπανέλθουν στὴν Ὀρθοδοξία· ἀλλὰ σὰ νὰ μιλούσαμε σὲ ντουβάρια. Οἱ Λατῖνοι, δηλ, δυσανασχετοῦσαν μὲν ἐλεγχόμενοι, ἀλλὰ ἔμεναν ἀδιόρθωτοι καὶ μᾶς παρακινοῦσαν νὰ παρακάμψουμε τὸ θέμα τοῦ filioque καὶ νὰ συζητήσουμε τὰ ἄλλα δογματικὰ θέματα, νομίζοντες ὅτι, μὲ ἑπόμενες θεολογικές τους διαλέξεις, θὰ ἔκαναν νὰ ξεχαστεῖ τὸ θέμα τῆς προσθήκης τοῦ filioque στὸ Σύμβολο. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ Ἀνατολικοὶ (Πατριάρχης, Ἐπίσκοποι, συνοδοί) ἐπέμεναν νὰ συζητηθεῖ ὁπωσδήποτε κατὰ πρῶτον ἡ προσθήκη τοῦ filioque. Ὡς δὲ ἑωρῶμεν τοὺς Λατίνους σαφῶς ἤδη παραγυμνώσαντας ἐν ταῖς πρὸς ἡμᾶς διαλέξεσιν, ὡς οὐ πρὸς ἀλήθειαν αὐτοῖς ὁ σκοπὸς οὐδὲ τὸ ταύτην εὑρεθῆναι διὰ σπουδῆς τίθενται, μόνον δέ γε τὸ δόξαι τι λέγειν καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν οἰκείων προκατασχεῖν, τοὐντεῦθεν ἤδη τοῦ λέγειν παυσάμενοι, παρεκαλοῦμεν αὐτοὺς ἐπανελθεῖν πρὸς τὴν καλὴν συμφωνίαν ἐκείνην, ἣν εἴχομεν πρότερον. Ταῦτα λέγοντες, κενὴν ἐῴκημεν ψάλλειν, ἢ λίθον ἕψειν, ἢ κατὰ πετρῶν σπείρειν, ἢ καθ’ ὑγρῶν γράφειν, ἢ ὅσα ἄλλα ἐπὶ τοῖς ἀδυνάτοις αἱ παροιμίαι φασίν· ἐκεῖνοι μὲν τοῖς μὲν ἐλέγχοις στενοχωρούμενοι, διόρθωσιν δὲ οὐδαμῶς οὐδεμίαν παραδεχόμενοι διὰ τὸ ἀνιάτως ἔχει ὡς ἔοικε, παρεκάλουν ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, ὡς ἱκανῶν ἤδη ῥηθέντων τῶν ἐπὶ τῇ προσθήκῃ λόγων, οἰόμενοι δι’ ἐκείνων τῶν λόγων ἐπισκιάσειν τὸ τοῦ συμβόλου τόλμημα, τῆς δόξης ὑγιοῦς δεικνυμένης. Ἀλλ’ οἱ ἡμέτεροι οὐν ἠνείχοντο καὶ ἀμεταθέτως εἶχον πρὸς τὴν τῆς δόξης ἐξέτασιν, εἰ μὴ διορθωθείη πρότερον ἡ προσθήκη. Ὅταν μεταφέρθηκε ἡ Σύνοδος στὴν Φλωρεντία ἀρχίσαμε νὰ συζητᾶμε τὰ θεολογικὰ θέματα καὶ οἱ Λατῖνοι παρουσίαζαν στὴ συζήτηση νοθευμένα καὶ ἀλλοιωμένα κείμενα καὶ πάνω σ’ αὐτὰ στήριζαν τὶς κακοδοξίες τους. Τότε καὶ πάλι ἐγώ ἐνεπλάκην στὴ συζήτηση, ἀποδεικνύοντας ὅτι παραθέτουν νοθευμένα κείμενα ὡς Πατερικά, ἀλλὰ οἱ Λατῖνοι ἦσαν ἀμετάπιστοι κι ἔτσι χάναμε –συζητώντας μαζί τους– τὸν καιρό μας. Γι’ αὐτὸ καὶ σταμάτησα τὶς ὁμιλίες βεβαιώνοντάς τους πὼς δὲν θὰ συμμετέχω στὴ Σύνοδο ἢ θὰ μετέχω σιωπῶν. Ἀλλὰ οἱ Λατῖνοι ἐπίεζαν τοὺς δικούς μας να συνεχίσουν τὶς συζητήσεις. Ὅλες αὐτὲς οἱ πιέσεις, ἔκαναν τοὺς δικούς μας νὰ καμφθοῦν, νὰ χάσουν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸ θάρρος ποὺ εἶχαν, ἐπηρεαζόμενοι καὶ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, ποὺ ἤθελαν τὴν ἕνωση, καὶ γιατὶ ἐπίσης ἐφοβοῦντο τὶς περαιτέρω διαμάχες. Οἱ Λατῖνοι, λοιπόν, τὴν σιωπήν μας ἐκλαμβάνοντες ὡς ὑποχώρηση καὶ ἀδυναμία, μᾶς προκαλοῦσαν πρὸς συζήτηση καί, καθὼς ἐμεῖς ἀποφεύγαμε νὰ ἐμπλακοῦμε σὲ μιὰ νέα συζήτηση, θριαμβολογοῦσαν ὡς νικηταί, ὡς ἔχοντες αὐτοὶ τὴν ἀλήθεια. Ἔνθα (εἰς Φλωρεντίαν ἀπὸ τῆς Φερράρας) γενόμενοι, τῶν ἀπὸ τῆς δόξης διαλέξεων ἀπηρξάμεθα, τῶν Λατίνων προσενεγκόντων ῥητά, τὰ μὲν ἐξ ἀποκρύφων τινῶν καὶ ἀγνώστων βιβλίων, τὰ δὲ ἐκ νενοθευμένων καὶ διεφθαρμένων, ἐν οἷς ἰσχυρίζοντο τὴν ἑαυτῶν δόξαν συνίστασθαι. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ἐγὼ συμπλεκόμενος καὶ τὸ τῆς δόξης ἄτοπον διελέγχων καὶ νενοθευμένας εἶναι τὰ βίβλους προφανῶς παριστῶν, οὐδὲν ἤνυον εἰς πειθώ, πλὴν ὅσον τὸν καιρὸν ἀναλίσκειν εἰκῇ καὶ μάτην. Ἐπὶ τούτοις κατέλυσα τὰς πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίας, ἢ μηκέτι συνελεύσασθαι μετ’ αὐτῶν, ἢ γοῦν αὐτὸς σιωπήσειν βεβαιωσάμενος. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι προσεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους ἑκόντας ἄκοντας εἰς τὴν τῶν εἰρημένων ἀντίρρησιν. Ἐπεὶ δ’ ἐμοῦ σεσιωπηκότος, οὐδεὶς ἔτι τῶν ἡμετέρων πρὸς αὐτοὺς ἐθάρρησεν ἀντιτάξασθαι, τοῦτο μὲν τῶν ἀρχόντων οὕτω δέον εἶναι κρινόντων, τοῦτο δὲ καὶ ὀκνοῦντες ἅπαντες τὸν ἀγῶνα καὶ μὴ εἰς ἔριδας καὶ ταραχὰς ἐκπέσωσι δεδιότες, ἐκεῖνοι τὴν ἡμετέραν σιωπὴν ὥς ἕρμαιον λογισάμενοι, καθάπερ τινὰς φυγάδας προεκαλοῦντο πρὸς μάχην, καὶ μηδαμῶς ὑπακουόντων ἡμῶν, ἐπεκρότουν ὡς νικηταὶ καὶ τὴν ἀλήθειαν μεθ’ ἑαυτῶν ἔχοντες. Σ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸ σημεῖο ἄρχισαν νὰ ὑποχωροῦν οἱ δικοί μας (Ὀρθόδοξοι σύνεδροι), νὰ διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ νὰ μιλοῦν περὶ Οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως. Κάποιος μάλιστα δικός μας ἐπεχείρησε νὰ μᾶς πείσει ὅτι καλὸ εἶναι νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τοὺς Λατίνους καὶ νὰ τὰ βροῦμε, γιὰ νὰ ἀποδείξουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι συμφωνοῦν μεταξύ τους, καὶ νὰ δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι διαφωνοῦν οἱ Δυτικοὶ μὲ τοὺς Ἀνατολικούς. Καὶ ἄρχισε νὰ λέγει ὅτι κάποιος ὀρθόδοξος διδάσκαλος θεολογεῖ ὅτι τὸ «διὰ» (τοῦ Υἱοῦ) ἔχει τὴν ἴδια σημασία μὲ τὸ «ἐκ» (τοῦ Υἱοῦ -ὡς πρὸς τὸ filioque). Ἔτσι λίγο-λίγο ἡ λατινικὴ κακοδοξία ἐπεκτεινόταν καὶ ἐπιβαλλόταν, καὶ πλέον ἔπαυσε ἡ συζήτηση νὰ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, καὶ μετετράπει σὲ μιὰ (ἐμπορική) διαπραγμάτευση γιὰ τὴν Ἕνωση· πρὸς τοῦτο καὶ ἔψαχναν νὰ βροῦν τὴν κατάλληλη φόρμουλα, ἀναζητοῦσαν τὰ ρητὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ μποροῦσε ἡ κάθε πλευρὰ νὰ τὰ ἐξηγεῖ μὲ τὸ δικό της τρόπο, ἀσχέτως ἂν ἔρχονταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Πίστη, ἀρκεῖ νὰ ἔφταναν στὴν Ἕνωση. Αὐτὴ ἡ μέθοδος τοὺς φάνηκε πὼς ἐξυπηρετοῦσε θαυμάσια τὸ σκοπό τους, ἀφοῦ θὰ τὸ ἀποδέχονταν εἴκολα καὶ ἀνεξέταστα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἐντεῦθεν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως ρήματα, καί τις τῶν ἡμετέρων ἐπεχείρησε λέγειν ὡς καλόν ἐστι τὴν εἰρήνην ἀσπάσασθαι, καὶ τοὺς Ἁγίους συμφώνους ἀποδεῖξαι πρὸς ἑαυτούς, ἵνα μὴ δοκῶσιν οἱ δυτικοὶ τοῖς Ἀνατολικοῖς ἀντιφθέγγεσθαι· ἤδη δὲ καὶ περὶ τῆς διά, φιλοσοφεῖν τις ἤρξατο([99]), παρὰ τοῖς ἡμετέροις διδασκάλοις εὑρισκομένης, ὡς ταὐτὸν τῇ ἐκ δυναμένης καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδούσης. Οὕτω κατὰ μικρὸν ὁ λατινισμὸς ἐξερράγη, καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἑνώσεως ἤρξαντο πραγματεύεσθαι, καί τινα ρητὰ περιεργάζεσθαι, δι᾿ ὧν ἑνωθήσονται, μέσην ἐπέχοντα χώραν καὶ δυνάμενα κατ᾿ ἀμφοτέρας τὰς χώρας λαμβάνεσθαι, καθάπερ τις κόθορνος. Τοῦτο γὰρ αὐτοῖς πρὸς τὴν ἐπίνοιαν ἔδοξε σφόδρα συμβάλλεσθαι, τῶν τε ἡμετέρων δι᾿ αὐτῶν ρᾷον προσαγομένων, καὶ τῶν ἐναντίων ἐλπιζομένων ἀνεξετάστως αὐτὰ παραδέξασθαι. Καὶ συνέθεσαν Ἔγγραφο, ποὺ περιεῖχε τὶς παραπάνω περίπου συμβιβαστικὲς θέσεις, στὸ ὁποῖο ὅμως παρετίθεντο ξεκάθαρα οἱ θέσεις τους, στοχεύοντας μὲ βάση αὐτὸ νὰ γίνει ἡ Ἕνωση· ὅμως τοῦτο δὲν ἐδέχτηκαν νὰ τὸ υἱοθετήσουν ἀνεξετάστως οἱ ὑπόλοιποι, ἀλλὰ τοὺς καλοῦσαν νὰ ἀναλύσουν καὶ ἐξηγήσουν τὶς διαφορὲς ποὺ περιείχοντο στὸ Ἔγγραφο. Ἐκεῖνοι ἔστειλαν ἕνα ἔγγραφο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδέχονταν τὸ filioque. Καὶ δή τι συντεσθέντες γραμμάτιον, τοιαῦτά τινα περιέχον, τὴν ἐκείνων δὲ δόξαν ὅμως καθαρῶς ἐκτιθέμενον, ἐξαπέστειλον αὐτοῖς, ὡς διὰ τούτων τὴν ἕνωσιν ποιησόμενοι· τοῖς δὲ οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει τὸ γραμμάτιον δέξασθαι χωρὶς ἐξετάσεως, ἀλλ᾿ ἢ πρὸς ἀπολογίαν αὐτοὺς προὐκαλοῦντο καὶ λύσεις τῶν ἀμφισβητουμένων φωνῶν ἐν τῷ γράμματι, ἢ τὸ οἰκεῖον δέξασθαι παρηγγύων, ὅπερ αὐτοὶ φθάσαντες ἐξαπέστειλον· ἦν δὲ ἐκεῖνο συμφώνησις παντελὴς περὶ τὸ δόγμα τῶν Λατίνων τε καὶ Γραικῶν, καὶ ὁμολογία τοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο χρονοτρίβησαν πολύ, καὶ οἱ δικοί μας ἀγανακτοῦσαν γιὰ τὴν παράταση τῶν συζητήσεων καὶ τὴν πεῖνα, ἀφοῦ οἱ Λατῖνοι γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσουν νὰ ὑπογράψουν, δὲν τοὺς ἔδιναν τρόφιμα... Τελικά, αὐτοὶ οἱ δυσσεβεῖς καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολούθησαν ἀφοῦ πείστηκαν στὶς ὑποσχέσεις τους, ξεκάθαρα ὁμολόγησαν ὅτι δέχονται πὼς ὁ Υἱὸς εἶναι αἴτιος τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ ἀποδέχτηκε καὶ ὁ Πατριάρχης, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς προηγουμένως ἐπείσθη καὶ ὑποχώρησε ὁ ταλαίπωρος... Τρίβεται δὲ πολὺς ἐπὶ τούτοις χρόνος, καὶ οἱ ἡμέτεροι τὴν ἀναβολὴν ἐδυσχέραινον καὶ πρὸς τὸν λιμὸν ἠγανάκτουν· καὶ γὰρ δὴ καὶ τοῦτο αὐτοῖς ἐπενοήθη, μηδενὶ διδόναι τῶν συγκειμένων ἀναλωμάτων, ἵν’ ἀναγκασθέντες ἐκ τούτου κατὰ μικρὸν ὑποκύψωσιν... Ἀλλ᾿ οἱ τολμηροὶ τὴν δυσσέβειαν, καὶ ὅσοι τούτοις παρηκολούθησαν, ἐπαγγελίαις λαμπραῖς ὑπαχθέντες καὶ δόμασι, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τὸν Υἱὸν ἀπεφήναντο τοῦ Πνεύματος αἴτιον, ὃ μηδ᾿ ἐν τοῖς τῶν Λατίνων ρητοῖς εὕρηταί που φανερῶς κείμενον. Τούτοις δὲ καὶ ὁ Πατριάρχης ἐπεψηφίσατο, προδιεφθαρμένος ἤδη καὶ αὐτὸς ὁ τάλας... Ἐγὼ δέ, ἐπειδὴ εἶχα διατυπώσει τὴν γνώμη μου μὲ γραπτὸ κείμενο, τὸ ὁποῖο ταυτόχρονα ἀποτελοῦσε καὶ ὁμολογία Πίστεως, ὅταν εἶδα ὅτι οἱ δικοί μας εἶχαν συμβιβασθεῖ καὶ ἀποφασίσει τὴν Ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους, καὶ ἔτσι, αὐτοὶ ποὺ λίγο πρὶν ἦσαν σύμμαχοί μου στὴν ὑποστήριξη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τώρα –μὴ ὑπολογίζοντες τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων– ἔγιναν σύμμαχοι τῶν Λατίνων, ἔκρυψα τὴν γραπτὴ αὐτὴ Ὁμολογία (ποὺ εἶχα ἑτοιμάσει) γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἐρεθίσω περισσότερο, καὶ κατέθεσα ἐκφώνως τὴν γνώμη μου, ὅτι δὲν μποροῦμε διαφορετικὰ νὰ συμφωνήσουμε Δυτικοὶ καὶ Ἀνατολικοί, παρὰ μόνο βασιζόμενοι στὴν ἐξήγηση ποὺ ἔδωσε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής... Καὶ αὐτοὶ μὲν ἔκαναν τὸ δικό τους καὶ συμβιβάστηκαν ὡς πρὸς τὸ filioque, προχώρησαν δὲ καὶ στὰ ὑπόλοιπα πρὸς ὑλοποίηση τῆς Ἑνώσεως μὲ τοὺς Λατίνους. Ἔκτοτε, ἀφοῦ χωρίστηκα ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀνατολικούς (ἀποτειχίστηκα), παραμένω ἐν ἑαυτῷ, γιὰ νὰ μπορῶ ἔτσι νὰ συνεχίσω νὰ εἶμαι ἑνωμένος μὲ τοὺς Ἁγίους μου Πατέρες καὶ διδασκάλους (ἀφοῦ, ὅποιος ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς αἱρετικούς, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τοὺς Ἁγίους). Καὶ φανερώνω σὲ ὅλους τὴν ἀπόφασή μου αὐτὴ (τῆς ἀποτείχισης) μὲ τούτη τὴν Ἔκθεση, γιὰ νὰ μπορεῖ –ὅποιος θέλει– νὰ ἐξετάζει, γιὰ ποιό λόγο δὲν ἀποδέχτηκα τὴν Ἕνωση ποὺ ἔγινε. Δὲν τὴν ἀποδέχτηκα, ἐπειδὴ ἡ Ἕνωση στηρίχτηκε, ὄχι στὰ ὑγιῆ Ὀρθόδοξα δόγματα, ἀλλὰ στὰ κακόδοξα καὶ διεστραμμένα. Ἐγὼ δὲ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἅμα καὶ ὁμολογίαν τῆς πίστεως συγγεγραμμένην ἔχων (οὕτω γάρ που διείρητο πρότερον, ἐγγράφως ἐπιδοῦναι τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἕκαστον), ὡς εἶδον αὐτοὺς ἐκθύμως ἤδη πρὸς τὴν ἕνωσιν ὡρμημένους, καὶ τοὺς ἐμοὶ συνεστῶτας πρότερον, ἄρτι συμπεπτωκότας ἐκείνοις, ἐγγράφων δὲ οὐδὲ μεμνημένους, ἐπέσχον καὶ αὐτὸς τὴν γραφήν, ἵνα μὴ πρὸς ὀργὴν αὐτοὺς ἐρεθίσας εἰς προὖπτον ἤδη τὸν κίνδυνον ἐμαυτὸν ἐμβάλω· διὰ στόματος μέν τοι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἐδήλωσα, μὴ ἂν ἄλλως δύνασθαι τὰ ρητὰ τῶν δυτικῶν καὶ ἀνατολικῶν συμφωνῆσαι Πατέρων, εἰμὴ κατὰ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου, τὸν Υἱὸν μὴ φαίημεν αἴτιον τοῦ ἁγίου Πνεύματος, προσεπισημηνάμενος ἅμα καὶ περὶ τῆς προσθήκης ὡς οὐδὲ ταύτην συγχωρῶ τοῖς Λατίνοις, ἅτε μὴ καλῶς οὐδ᾿ εὐλόγως κατὰ τοὺς εἰρημένους λόγους γεγενημένην. Ἐντεῦθεν οἱ μὲν τὸ ἑαυτῶν ἔπραξαν, καὶ πρὸς τὴν συνθήκην ὅρου καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ἑνώσεως ἔβλεψαν· ἐγὼ δὲ χωρισθεὶς αὐτῶν ἔκτοτε καὶ ἐμαυτῷ σχολάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου πατράσι καὶ διδασκάλοις διατελῶ συνημμένος, πᾶσι καταφανῆ ποιῶ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην διὰ τῆσδε μου τῆς γραφῆς, ὡς ἂν ἐξῇ δοκιμάζειν τῷ βουλομένῳ, πότερον ὑγιέσι δόγμασι χαίρων, ἢ διεστραμμένοις τισὶ τὴν γεγενημένην ἕνωσιν οὐ παρεδεξάμην». Αναρτήθηκε από Πατερική Παράδοση Δια την Αντιγραφην Ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ + Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς Κήρυκος

ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΗΤΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΚΟΤΤΕΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΗΤΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ Α ΕΚΔΟΣΙΣ «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΑΘΗΝΑΙ 1932 ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΧΑΡΝΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΚΗΡΥΚΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ» τοῦ «Κέντρου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ἀχαρνῶν» (Μητροπολίτου Χρυσάνθου 10, Περιοχή Ἁγίου Ἀθανασίου). Τηλ. 210. 2466057 Εἰσαγωγικά τινά εἰς τό θέμα. Ἡ ἀπολογητική ὑπέρ τῆς Ἀληθείας μελέτη, ἡ ὁποία δημοσιεύεται εἰς τό παρόν τεῦχος, εἶχεν δημοσιευθεῖ εἰς βιβλίδιον τό 1932 ὑπό τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ ‘Αρσενίου Κοττέα ἀπό τάς Ἐκδόσεις τῆς τότε ἐκδιδομένης ‘Εφημερίδος «ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ». Πρόκειται, ὅπως γράφει καί ὁ τίτλος, περί μιᾶς ἀπαντήσεως τοῦ ἐν λόγω Μοναχοῦ, εἰς τόν καινοτόμον Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον καί εἰδικώτερα μία ἀπάντησις εἰς τό ψευδές καί ἐκ τῶν ὑστέρων διατυπωθέν ἐπιχείρημά του, καθ’ ὅ δῆθεν δέν ὑπάρχει καταδίκη τοῦ νέου Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἀλλά μόνον τοῦ Πασχαλίου. Ὡς τυγχάνει γνωστόν, ἐν ἔτει 1924 εὐθύς μόλις ἡ Ἱεραρχία τῆς ‘Εκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπεδέχθη, τό εἰσαχθέν «ἐλέῳ Μασωνίας» νέον Παπικόν Ἡμερολόγιον, ἡ ὀρθοδοξοῦσα συνείδησις Κλήρου καί Λαοῦ, ἐξηγέρθη καί ἠγωνίσθη σθεναρῶς καί ὁμολογιακῶς κατά τῆς καινοτομίας. Πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐβροντοφώνησαν τότε τό «Στῶμεν καλῶς» ἦσαν οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες, οἱ καί «Ζηλωταί» ἀποκληθέντες, οἱ ὁποῖοι ἐνημέρωσαν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ περί τῆς Καινοτομίας. ‘Ανέτρεξαν εἰς τά ‘Αρχεῖα καί τάς Βιβλιοθήκας τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὅπου εὗρον τά κατά τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου Σιγγίλια καί ‘Αναθέματα τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τά ἐκυκλοφόρησαν πανταχοῦ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ μετά δύο ἀκριβῶς ἡμέρας ἀπό τῆς ἀλλαγῆς διατυπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ ἱερομονάχου τότε Ματθαίου, ὁ ὁποῖος ἀπό τό ἅγιον Ὄρος ἔγραφε εἰς τά πνευματικά του τέκνα νά μή δεχθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, διότι «ἡ ἀποδοχή τοῦ νέου ἡμερολογίου χωρίζει ἀπό τόν Χριστό». Ἦτο τόσο δυνατόν τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν φρόνημα τῶν ἁγιορειτῶν ἱερομονάχων καί Μοναχῶν, καθώς καί τοῦ λοιποῦ ὀρθοδόξου Κλήρου καί Λαοῦ, ὥστε τό «οἰκοδόμημα» τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου, ἤτοι ὁ νεωτερισμός, ἐκινδύνευε νά καταρρεύση. Ἀλλ’ ὁ Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, δέσμιος ὤν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ἀντί νά ἐπανορθώση ὡς ὤφειλε, «προέκοπτεν ἐπί τό χεῖρον». Κατέφυγε εἰς τό ψεῦδος. Ἐχαρακτήρισε τά Σιγγίλια καί τάς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων Συνόδων, τά ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες ὡς πλαστά, αὐτούς δέ ὡς διαδίδοντας ψεύδη. Διετύπωσε δέ ἄλλην ἄποψιν ἐπί τοῦ θέματος τοῦ Ἡμερολογίου, ἀντίθετον ἀπό αὐτήν πού εἶχε διατυπώσει ὡς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας εἰς τά συγγράμματά του. Ὑπεστήριξεν, ὅτι δέν κατεδικάσθη τό Ἡμερολόγιον (Καλενδάριον), ἀλλά μόνον τό Πασχάλιον. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀνιστορήτου θεωρίας τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας καί Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ΑΠΗΝΤΗΣΕΝ ἐν ἔτει 1932 ὁ λόγιος καί ζηλωτής μοναχός Ἀρσένιος Κοττέας. Ἡ ὁμολογιακή ἀπάντησις τοῦ ἁγιορείτου Μοναχοῦ Ἀρσενίου Κοττέα, ἡ ὁποία φέρει τόν τίτλον «ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ. ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ», καί ἡ ὁποία πράγματι ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τοῦ ψεύδους τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, πρέπει νά μελετηθῆ καλῶς ὑφ’ ὅλων, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά γνωρίσουν τήν πραγματικήν ἀλήθειαν ἐπί τοῦ Ἡμερολογιακοῦ θέματος. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΩ, ΟΤΙ ΑΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤ ΑΙΩΝΟΣ ΚΑΤΕΔΙΚΑΣΑΝ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕΤ’ ΑΝΑΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΤΕ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ, τά ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἀλληλένδετα. Πρέπει νά τό γνωρίζουν καί δι’ ἕναν ἄλλον λόγον. Διότι τό δόλιον τοῦτο ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου κατέφαγεν οὐχί μόνον τόν ἐφευρέτην αὐτοῦ Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ἀλλά καί ὁλοκλήρους Αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας καί Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἕνεκα τοῦ ὅτι παρεσύρθησαν ὑπό τοῦ ψεύδους αὐτοῦ παρέμειναν μέν εἰς τό παλαιόν, δέν διέκοψαν ὅμως κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγε καί παρέσυρε καί αὐτούς τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί παρέμειναν μέ τό παλαιόν, οὐδέποτε διέκοψαν κοινωνίαν μετά τῶν Νεοημερολογιτῶν, ὅπως μοῦ τό ἐπιβεβαίωσε καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης των Λαῦρος, εἰς μίαν συζήτησιν τήν ὁποίαν εἴχομεν μαζί του, ὅταν ὅλως τυχαίως συνηντήθημεν εἰς τόν Ἅγιον Νεκτάριον Αἰγίνης. Αὐτό τό ψεῦδος κατέφαγεν ἐπίσης καί πολλούς κατά τά ἄλλα «συντηρητικούς» Νεοημερολογίτας, ἀλλά καί αὐτούς τούς τρεῖς Ἀρχιερεῖς τούς πρός καιρόν ὁμολογητάς, ἤτοι τόν Δημητριάδος Γερμανόν, τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον καί τόν Ζακύνθου Χρυσόστομον, οἱ ὁποῖοι μετά τήν καλήν Ὁμολογίαν των ἐν ἔτει 1935 καί τήν μετάδοσιν εἰς τήν ἀκαινοτόμητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς γνησίας καί ἀνοθεύτου Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τήν Καινοτομίαν. Ὁ δέ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος διά σκοπιμότητα παρέμεινεν εἰς τό παλαιόν, προκειμένου νά δικαιολογήση τήν βλάσφημον περί «δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ Σχίσματος», θεωρίαν του, τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου περί μή καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐπεκαλέσθη, διό καί παρέπεμψε τό θέμα εἰς τήν ... μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον. Τό ψεῦδος τοῦτο τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου «περί μή καταδίκης κλπ» κατέφαγε καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀνδρέαν, (ὅσον καί ἄν φαίνεται τοῦ παράδοξον), ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε ἐν ἔτει 1973 τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ» τῆς «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Η ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑ ΠΙΣΤΙΣ», ἡ ὁποία, κατά τόν ἱδρυτήν της, τότε Πρεσβύτερον Βασίλειον Σακκᾶν, «ΔΕΝ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗΝ», ἀλλά μόνον «ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΝ ΕΥΘΥΝΩΝ» ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ ΜΙΑ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. καταδικάσει τήν καινοτομίαν. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ κάλυψις τήν ὁποίαν παρέσχε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας κατά τήν τελευταίαν δεκαετίαν εἰς τόν παλαιοημερολογιτικόν Οἱκουμενισμόν τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, κατά τόν ὁποῖον μετά τό 1971 καί συνεπείᾳ τῆς «χειροθεσίας» δέν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ Ματθαϊικῶν καί Φλωρινικῶν... Αὐτήν, λοιπόν, τήν ΑΝΕΥ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, ΨΕΥΔΟΟΜΟΛΟΓΙΑΝ, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τό ψεῦδος τοῦ Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διέρχεται μέσα ἀπό τήν «περί δυνάμει καί οὐχί ἐνεργείᾳ» θεωρίαν τοῦ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καί τήν ψευδένωσιν μετά τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καί τήν συναφῆ πρός αὐτήν «χειροθεσίαν» τοῦ 1971, προσεπάθησαν τά ξένα Κέντρα νά ἐπιβάλλουν ἀπό τό 1997 καί εἰς ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσω τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ τοῦ κ. Βασιλείου Σακκᾶ, ἡ ὁποία ὅμως ἐπεβλήθη μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τήν προπαγάνδα του καί ἠρνήθησαν πεισμόνως νά καταδικάσουν συγκεκριμένας ἐκδηλώσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί ἔφθασαν καί μέχρι τῆς ἱεροσύλου παραιτήσεώς του (τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου) ὑπέρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου κατά τό 54/76 Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Πειραιῶς, τό ὁποῖον ἐπίσης στηρίζεται ἐπί τοῦ ἰδίου ψεύδους. Καί διατί ἔγιναν ὅλα αὐτά; Διότι, πιστεύουν οἱ οἰκουμενισταί ὅτι ἐάν δεχθῶμεν, ἔστω καί σωπηλῶς, μίαν τοιαύτην Ὁμολογίαν «περί μή καταδίκης τοῦ νέου Ἡμερολογίου μέχρι συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου», ὅπερ ταυτόν μέ τό «μακράν ἀπό ἐκκλησιολογίες καί ἀποστολικές διαδοχές», «ἀναγνωριζόμεθα», ἔστω καί ὡς δεκατριμερῖτες, ὡς μία δευτέρα Ἐκκλησία, καί «εἴμεθα δεκτοί» εἰς τήν οἰκουμενιστικήν Ἐκκλησίαν τοῦ νέου Ἡμερολογίου, καί εἰς αὐτό τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν», ὅπως συμβαίνει μέ τάς Ἐκκλησίας καί τά Πατριαρχεῖα, τά ὁποῖα ἀκολουθοῦν τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον, ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ τό νεοημερολογιτισμό. Ὁ ἐλάχιστος Ἐπίσκοπος τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. + Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κήρυκος Ἀρσενίου Κοττέα Ἁγιορείτου Μοναχοῦ ΑΝΤΕΛΕΓΧΟΣ ΑΒΑΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΑΣΥΣΤΑΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ «Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε ...(Ματθ., κεφ. Ζ, 1) «Ὅς δ’ ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τούτων, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῶ ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. ΙΗ, 12). Εἰς δύο συνεχῆ φύλλα τοῦ ἑβδομαδιαίου φύλλου «Ἐκκλησία», ἐπισήμου Δελτίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπό τόν τίτλον «Ἔλεγχος παραποιήσεως Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων» ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν έδημοσίευσε μακράν πραγματείαν ἀναφερομένην εἰς τό ζήτημα τοῦ Ἡμερολογίου, ἐν τῆ ὁποία ἔχων πάντοτε ὡς σκοπόν νά δικαιολογήση ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἐπόψεως τήν ἐναντίον τῶν Παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας καί ὡρισμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων διαπραχθεῖσαν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν διά τῆς παραδοχῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, παρά τήν ἐμμονήν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τό πατροπαράδοτον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον καί παρά τήν ἔνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν διαίρεσιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, προβαίνει, ὡς λέγει, εἰς τόν ἔλεγχον «θρασείας παραποιήσεως Συνοδικῶν τινων Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων τοῦ ιστ΄ καί ιζ΄ αἰῶνος» περιλαμβανόντων ἀναθεματισμούς, ἵνα προφυλάξη, ὡς λέγει, τά εὐσεβῆ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τινά τῶν ὁποίων «ἐξ’ ἀγνοίας καί ἁπλοϊκότητος παρασύρονται εἰς ἀπείθειαν πρός τήν Ἐκκλησίαν διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν». Χαίρομεν, διότι πρώτην φοράν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν προβάλλει ἐπισήμως καί ἐνυπογράφως ὑπεραμυνόμενος τῆς ἀντικανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς καινοτομίας ἐν τῶ ἡμερολογιακῶ ζητήματι καί ἐπικρίνων τά κατ’ αὐτῆς δημοσιευθέντα, ἐνῶ μέχρι τοῦδε, ἀπήντα εἰς αὐτά δι’ ἀνωνύμων καί ἀνευθύνων φυλλαδίων, ἐν οἷς αἱ ὕβρεις κατά τῶν ἐπικριτῶν του ἠμιλλῶντο πρός τάς τολμηροτέρας ἀντορθοδόξους δοξασίας καί τάς πλέον ἀνιέρους συστάσεις καί συμβουλάς, τινές τῶν ὁποίων μετεφέροντο καί εἰς ἐμπιστευτικά αὐτοῦ ἔγγραφα πρός διαφόρους ἀρχάς, παρ’ ὧν ἐζήτει τήν «ῥαγδαίως καί ἀθορύβως» ἐξόντωσιν τῶν ἐχόντων τό θάρρος νά ψέξωσι δριμύτατα τήν ἐναντίον τῶν Κανόνων καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας πολιτείαν αὐτοῦ. Δέν γνωρίζομεν ὅμως ποῦ νά ἀποδώσωμεν τήν τόσον κοπιώδη ἐκδρομήν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἰς ἀρχαῖα δύσβατα καί ἐρεβώδη ἱστορικά πεδία, διά νά καταγγείλη ὡς παραποιημένα δῆθεν καί πλαστά κείμενα ὡρισμένων Συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἀπαγγελόντων ἀναθεματισμούς κατά τῶν ἀποδεχομένων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον. Ὡς ἐάν οἱ ἀναθεματισμοί καί μόνον αὐτοί καθίστων ἀπαράδεκτον καί καταδικαστέον τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον καί ὡς νά μή προσέκρουε τοῦτο εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐκκλησιαστικήν διάταξιν καί εἰς οὐδεμίαν παράδοσιν καί ἐπομένως ὡς νά ἔπρεπε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ν’ ἀσπασθῶσιν ἀσμένως τήν καινοτομίαν τοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή τάχα ἡ τήρησις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου δέν κατωχυροῦτο δι’ ἀναθεματισμοῦ! Καί φαίνεται πιστεύων ὁ ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐκκλησιαστικός συγγραφεύς καί πρώην Καθηγητής τῆς Θεολογίας, ὠς ρητῶς γράφει ἐν τῶ προλόγω τῆς πραγματείας του, ὅτι «τινά τῶν εὐσεβῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐάν ἀπειθῶσι πρός τήν ἐπίσημον Ἐκκλησίαν καί δέν ἐδέχθησαν μέχρι σήμερον τήν εἰσαγωγήν τοῦ Παπικοῦ ἡμερολογίου ἐμμένοντα εἰς τό παλαιόν Ἰουλιανόν ἠμερολόγιον πράττουσι τοῦτο «ἐξ’ ἀγνοίας» δῆθεν καί «ἁπλοϊκότητος διά τῆς μεταξύ αὐτῶν διαδόσεως ψευδῶν καί πλαστῶν ἀναθεματισμῶν». Ἀλλ’ ἐάν ἡ καταδίκη τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν, ὡς εἶναι βέβαιον, καί, ὡς θά ἀποδείξωμεν, γενική, ρητή καί ἀναντίρρητος, καί ἄν αἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διηνεκής πρᾶξις αὐτῆς ἐπί εἴκοσιν αἰῶνας τήν ἐπεσφράγισαν καί τήν κατέστησαν ἀναλλοίωτον τῆς Ὀρθοδοξίας θεσμόν καί τό ἐμφανέστερον ἐξωτερικόν γνώρισμα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τί δύναται νά ὠφελήση ἡ ἀποκάλυψις δῆθεν τῆς πλαστότητος τοῦ ἀναθεματισμοῦ, ὅν ἐν τούτοις ἀναγινώσκομεν ἀπό τόσων αἰώνων εἰς κείμενα Πατριαρχικῶν ἐγγράφων καί Συνοδικῶν ἀποφάσεων; Μήτοι αἱ ἱεραί Παραδόσεις καί αἱ διατάξεις τῆς ‘Εκκλησίας διά νά εἶναι σεβασταί καί νά τηρῶνται αὐστηρῶς πρέπει ἀπαραιτήτως νά περιφρουρῶνται δι’ ἀναθεματισμῶν; Καί ἀν δέν συνοδεύωνται ὑπό ἀναθεματισμῶν ἔχει ἄρα γε πᾶς τις τό δικαίωμα νά τάς ἀθετῆ καί τάς ποδοπατῆ; Ματαία καί ἄσκοπος προσπάθεια Διά νά ἀπαντήση τό πρῶτον ἤδη ἐνυπογράφως ὁ ΄Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἀπό ἑπταετίας περί ‘Ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς γραφέντα ὑπό τῶν «Ζηλωτῶν Μοναχῶν» Ἁγιορειτῶν καί ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καί ὑπό ἄλλων τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, καί ἵνα συγκροτήση τήν μετά τόσου στόμφου ἐξαγγελλομένην ἀποκάλυψίν του περί δῆθεν πλαστὀτητος τῶν σχετικῶν Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, ἐχρειάσθη μἰαν τριετίαν, ἀναβαλών, ὡς γράφει, τόν ἔλεγχόν του, λόγω τῶν ἀσχολιῶν αὐτοῦ. Θά ἐχρειαζόμεθα ἴσως ἀνάλογον χρόνον, ἵνα ἀναδιφήσωμεν ἀρχεῖα καί κειμήλια ἐκκλησιαστικά αἰώνων ὁλοκλήρων πολλαχοῦ ἐγκατεσπαρμένα καί ἴνα παρακολουθήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν εἰς τάς ἱστορικάς ἐκστρατείας του. Ἀλλά θά προσπαθήσωμεν σήμερον ἐκ τῶν ἑνόντων καί ἐκ τῶν προσιτῶν εἰς ἡμᾶς πηγῶν ν’ ἀποδείξωμεν ἀβάσιμον τήν κατηγορίαν του, καί ἄν ὄχι ἄλλο, ματαίαν, ἄσκοπον, ἀλλά καί ἔνοχον τήν προσπάθειαν του νά ἐπιρριφθῆ ὁ μῶμος τῆς πλαστότητος εἰς ἀρχαῖα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀφοῦ ὄχι ἁπλῶς ἡ πλαστότης δῆθεν αὐτῶν, ἀλλά καί ἡ παντελής ἔλλειψίς των οὐδαμῶς θά καθίστων συγγνωστήν τήν τολμηράν καί ἀντικανονικήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἰουλιανοιῦ Ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ. Ἐπιφυλάσσομαι δέ νά ἀπαντήσω εὐρύτερον εἰς τά ἄρθρα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἀποδεικνύων καί διά φωτογραφιῶν διαφόρων σχετικῶν κειμένων τήν ἀστήρικτον κατηγορίαν αὐτοῦ ἐναντίον τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί τήν εὐλαβῆ αὐτῶν πρόθεσιν, ὄχι νά πλαστογραφήσωσιν, ἀλλά νά συλλέξωσι μετ’ ἐπιμελείας καί ἐξάρωσι τά περί καταδίκης τοῦ Παπικοῦ «καλενδαρίου» σχετικά κείμενα. Ἀφοῦ δέ οὐδόλως συντείνει εἰς τήν κανονικοποίησιν τῆς ἀντικανονικῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ ἡ ὑποβολή τῆς ἰδέας τῆς πλαστότητος ὡρισμένων ἐκκλησιαστικῶν ἐγγράφων, πρός τί ἆραγε ὁ σκανδαλισμός τῶν συνειδήσεων τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί ὁ κλονισμός τῆς πίστεως αὐτῶν δι’ ὅλας τάς Συνοδικάς Πράξεις καί τά Πατριαρχικά ἔγγραφα, δι’ ἅ, ἅπαντα εὐλόγως δύναται νά ἐγερθῆ ἡ ἀμφιβολία εἰς ψυχάς ἁπλοϊκῶν καί ἀμορφώτων περί τῆς ἀληθείας καί γνησιότητος αὐτῶν; Ὁ ἀθεϊσμός (καί ὅλα τά ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου) διά νά ἐπιτύχωσι τό σκοπούμενον ἐσκέφθησαν νά ρίψουν τόν σπόρον τῆς πλαστότητος καί τοῦ ψεύδους παντός ἱεροῦ κειμηλίου καί πάσης ἐγγράφου καί ἀγράφου παραδόσεως τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Καί ἠμεῖς σήμερον ἐν καιρῶ τόσης ἐγκληματικῆς δράσεως τῶν μαινομένων τούτων ἐχθρῶν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀντί ἄλλου τινός ἐποικοδομητικοῦ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν πίστεως καί θρησκείας, ἀγωνιζόμεθα διά τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἐκκλησίας νά ἐξαγάγωμεν ἀπό τόν βυθόν τῆς ἱστορίας βεβιασμένα συμπεράσματα καί ἐξεζητημένας γνώμας περί πλαστότητος Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί πατριαρχικῶν ἐγγράφων, χωρίς νά σκεπτώμεθα ὅτι κλονίζομεν τήν ἐπ’ αὐτῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τοῦ εὐσεβοῦς ἑλληνικοῦ λαοῦ, σκανδαλίζοντες τήν συνείδησιν αὐτοῦ. Ὅτε ὁ ἀλαζών Γάλλος ἀστρονόμος Λαπλάς ἐνεχείρησε τήν Κοσμογονικήν θεωρίαν του, ἤτοι τήν γνωστήν «Ἔκθεσιν τοῦ συστήματος τοῦ κόσμου» εἰς τόν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, οὗτος, ἀποβλέψας εἰς τό σκάνδαλον, ὅπερ θά ἐπήρχετο εἰς τόν λαόν του διά τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βιβλίου τοῦ Λαπλάς, τόν ἠρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός εἰς τό σύστημά σας;», ὁ δέ ἄθεος ἐκεῖνος φιλόσοφος μεγαλαυχῶν ἀπήντησε: «Δέν ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ, Μεγαλειότατε». Ἀλλά βραδύτερον, κατιδών τήν ἀδυναμίαν του ἀπέναντι τῆς ἰδέας τοῦ Δημιουργοῦ, ἀπέθανε φρενόπληκτος. Ἡ δέ ἀθεϊστική ἕνωσις ἐν Ρωσία θεμελιωθεῖσα καί ἐπί τῶν κηρυγμάτων τοῦ βλασφήμου Λαπλάς συντηρεῖ σήμερον, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ὀ ‘Αγγλικός τύπος (“Morning Post” Ἰουνίου 1931) 80 περίπου ἀθειστικάς ‘Ακαδημίας, ἀριθμούσας πλέον τῶν 5.000.000 μελῶν. Καί ὁ Μουσολίνι, ὅτε κατά τό 1912 εἰς τό Συνέδριον τῶν Σοσιαλιστῶν τῆς REGGIO – EMILIA ἐκήρυξεν: «Ἡμεῖς καί χωρίς τόν Θεόν θά νικήσωμεν. Θεός δέν ὑπάρχει», εἶχεν ἐμποτισθῆ ὑπό τῆς ἀθεϊστικῆς ἰδέας. Ἐν τούτοις καί αὐτός, ὅτε ἐπεχείρησε τό κατά τῆς Ρώμης ἐπιθετικόν του ἐγχείρημα, ἀποβλέψας εἰς τόν λαόν τοῦ ὁποίου τήν ψυχήν θά ἐσκανδάλιζεν ἡ ἀθεϊστική ἰδέα καί ἔχων ἀνάγκην ὅλης τῆς πίστεως αὐτοῦ, προσεκύνησε τήν θρησκείαν τοῦ Πάπα καί τόν Βασιλέα πρός στερέωσιν τῆς Δικτατορίας του. Μετά τόν Εὐρωπαϊκόν πόλεμον αἱ καταχθόνιαι αὗται ἀθειστικαί βλέψεις, αἵτινες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον παρέσυρον τούς ἐν τῆ χριστιανικῆ πίστει ἀσθενεστέρους,, ἐγένοντο ἀφορμή ριζικῆς κοινωνικῆς ἀνατροπῆς καί ὡς ἐκ τούτου τινές ἀντίχριστοι ἠθέλησαν νά ἐπιβάλλωσιν εἰς τήν κοινωνίαν νέον ρυθμόν ζωῆς, ὅστις νά προσαρμόζηται εἰς τάς ὑλικάς ἀνάγκας. Καί πρός ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἐπεδίωξαν εὐρείας μεταρρυθμίσεις καθ’ ὅλους τούς κλάδους, διοικητικούς οἰκονομικούς, ἐκπαιδευτικούς, δικαστικούς ὡς καί ἐκκλησιαστικούς. Συμμορφούμενοι δέ πρός τόν νέον τοῦτον ρυθμόν – μοντερνισμοῦ - οἱ σημερινοί νέοι ἐκκλησιαστικοί ‘Αλκιβιάδαι ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει καί πρός «παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετον τῶν ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησιν» (ὅρα Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου ὡς ἱστορικοῦ Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν Ἱερουσαλήμ, σελ. 842) σύν τοῖς ἄλλοις ἐξοβέλισαν καί τό ἡμερολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰσαγαγόντες τό Παπικόν καί βλασφημοῦντες τήν παράδοσιν τῆς ‘Εκκλησίας ὡς πεπλανημένην. Τούς δέ θεοπνεύστους Πατέρας πλαγίως ἀπεκάλεσαν ὄργανα «τῶν ψαράδων καί τῶν μπακάληδων» (ὅρα ἐπίσημον δελτίον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία» ἀριθμ. 28 τοῦ 1924 καί Συνοδικήν Ἐγκύκλιον ‘Ιουλ. 1924 Βουκουρεστίου). Ἑπόμενον λοιπόν ἦτο νά ἀντιστῶσιν εἰς τήν ἔκνοον ταύτην ἀσέβειαν οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνον εἰς τήν προσφιλῆ ἡμῶν Πατρίδα, ἀλλά καί ἀλλαχοῦ, ὡς μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἐφημερίς UNIVERSOYL 17 Ίανουαρίου 1932 ἀνακοινοῦσα ὅτι, ὁλόκληροι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Βουκοβίνας, Μολδαυϊας καί Βεσσαραβίας, δηλαδή τά ἑκατομμύρια ἐκεῖνα, ἅτινα ἀναφέρει ἐν τῶ πρός τήν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὑποβληθέντι τῶ 1929 ὑπομνήματι αὐτοῦ ὁ Σ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Εἰρηναῖος, παρ’ ὅλας τάς διώξεις ἑώρτασαν καί ἐφέτος τό Νέον ἔτος κατά τό ‘Ορθόδοξον Παλαιόν Ἡμερολόγιον. Ὀρθῶς δέ εἰς τό ἀνωτέρω Ὑπόμνημά του ὁ μνησθείς ἐπιφανής Μητροπολίτης Κασσανδρείας (σελ. 14 καί 15) ἀποδίδει εἰς τούς Μασσόνους τό ἐπικρατοῦν σήμερον καταστρεπτικόν φρόνημα παρά τοῖς πλείστοις τῶν διανοουμένων λαϊκῶν καί κληρικῶν, οἵτινες ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ δῆθεν καί τῆς ἐπιστήμης διά τῶν συγχρονιστικῶν τάχα ἰδεῶν αὐτῶν ἀνυπολογίστως ἔβλαψαν καί παρέλυσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἡ σκανδαλώδης ἰδέα Τήν σκανδαλώδη ἰδέαν περί παραποιήσεως τῆς Πατριαρχικῆς ἐγκυκλίου τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ τοῦ καταδικάσαντος τό Γρηγοριανόν Ημερολόγιον ἔρριψεν ἀορίστως τό πρῶτον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος πρός καθησύχασιν τοῦ πατάγου, ὅν ἤγειρε τό ἀνωτέρω εἰρημένον πρός τήν Ἱεραρχίαν Ὑπόμνημα τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τό ἐλέγξαν δριμύτατα τήν καινοτομίαν τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί καθώς γνωρίζομεν, ὅπως ὑφαρπασθῶσιν αἱ ὑπογραφαί τότε 44 Ἀρχιερέων εἰς τό κατά τοῦ ὑπομνήματος ἐκείνου συνταχθέν ἀνακοινωθέν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐνήργησεν ἀκριβῶς ὅπως καί διά τήν ἀπόφασιν τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Τότε παρεπλανήθη ἡ Ἰεραρχία ὅτι τήν μεταρρύθμισιν θά εἰσαγάγη ἡ ‘Εκκλησία ἡμῶν μετά συνεννόησιν ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, οὐχί δέ μόνον μετά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (ὅρα «Πραγματικήν ‘Αλήθειαν περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ‘Ημερολογίου» κ. Γρηγορίου Εὐστρατιάδου, σελ. 41). Κατά τό 1929 πρός ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Μητροπολίτου Κασσανδρείας, τοῦ συγκλονίσαντος τούς Ἐκκλησιαστικούς κύκλους, ὀ Ἀρχιεπίσκοπος εἶπε πρός τήν Ἱεραρχίαν. «Σᾶς βεβαιῶ, ὡς ἱστορικός, ὅτι δέν εἶναι ἀληθῆ τά περί Πατριάρχου Ἱερεμίου λεγόμενα, περί καταδίκης τοῦ νέου Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἄλλοτε, ὡς ἰστορικός καί πάλιν, ρητῶς ἐβεβαίου σύν τοῖς ἄλλοις καί τοῦτο: «... Τῶ ἔτει 1584 συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἠμερολογίου, διά τοῦ ὁποίου ἐσκόπει ἡ Λατινική Ἐκκλησία νά παραπλανήση τούς Ὀρθοδόξους ...» καί «τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄, ὅστις μεταβάς εἰς Κων/λιν ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπανῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα» (Βλέπε «Ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν Ἱεροσολύμων Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου», σελ. 842). Εἰς δέ τόν «Ἐκκλησιαστικόν Κήρυκα» 1918 τονίζει πάλιν ὁ ἱστορικός κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ὅτι «ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐχαρακτηρίσθη ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου ὡς νεωτερισμός ἀντιβαίνων εἰς τούς Κανόνας καί Διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν μᾶς λέγει τίποτε περί τῆς άντιφάσεώς του ταύτης μεταξύ ἐκείνων τά ὁποῖα ἔγραψεν ὡς ἱστορικός ἐν τῆ ἐκκλησιαστικῆ του Ἱστορία καί ἐκείνων τά ὁποῖα γράφει σήμερον κηρύσσων ἐλαφρᾶ τῆ συνειδήσει, ὅτι οὔτε ἀντικανονική εἶναι ἡ εἰσαγωγή τοῦ νέου ἡμερολογίου ἐν τῆ ‘Εκκλησία, οὔτε κατεδικάσθη αὕτη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς δῆθεν καταδικασάσης τόν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα νεωτερισμόν ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τήν διάταξιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τό ἐντελῶς ἀστήρικτον κατά βάσιν ἀνακοινωθέν τῶν 44 Ἀρχιερέων, τό βεβαιοῦν ἐντελῶς ἀντίθετα τῶν ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ὡς ἱστορικοῦ, διδαχθέντων διά τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐτοῦ ἱστορίας, ἀνεσκεύασα τότε ἐγώ, ὡς ἐλάχιστος ἐν Μοναχοῖς Ἁγιορείταις κατά δύναμιν δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν μαρτυριῶν, τάς ὁποίας ἐδημοσίευσα ἐν ἰδιαιτέρῳ ἄρθρῳ μου εἰς τήν ἐφημερίδα «ΣΚΡΙΠ» τῆς 11ης Αὐγούστου 1927. Ἱερά ὑποχρέωσις Καί αἰσθάνομαι σήμερον ὑποχρέωσιν ἱεράν νά ἀνασκευάσω καί τά ἐν τῆ «Ἐκκλησία» οὐχί μετ’ εὐθύτητος καί ἱστορικῆς εἰλικρινείας ἀποτολμηθέντα δημοσιεύματα, καί νά ἀποδείξω, ὅτι καί ταῦτα πρός παραπλάνησιν τῶν πιστῶν ἐγράφησαν ἄνευ οὐδενός σοβαροῦ λόγου, μόνον καί μόνον ἵνα κλονίσωσι τήν ἐπί τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί τάς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας πίστιν τῶν χριστιανῶν καί ἵνα παραστήσωσι δῆθεν, ὅτι ἡ καινοτομία τοῦ Ἡμερολογίου δέν κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὅτι μόνον δῆθεν διά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα ἀπηγγέλθησαν καταδῖκαι καί ἀναθέματα. Ὄχι δέ μόνον δι’ ἐμαυτόν προσωπικῶς αἰσθάνομαι τήν ὑποχρέωσιν ὡς ἕλλην Μοναχός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Κιβωτοῦ ταύτης τῶν ἱερῶν παραδόσεων καί τῆς ἁγιωνύμου κορυφῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, περί τοῦ ὁποίου καί τῶν ἐν αὐτῶ Μοναχῶν μετά τόσης ἀνευλαβοῦς εἰρωνείας καί χλεύης ὁμιλεῖ εἰς τά περί ὧν πρόκειται ἄρθρα του ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλά καί διά τούς «Ζηλωτάς Ἁγιορείτας», κατά τῶν ὀποίων κυρίως βάλλει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ σημαιοφόροι τοῦ τελευταίου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν ἱερῶν ἡμῶν παραδόσεων ἀγῶνος καί ὑπό τῶν ὁποίων μετά τόσου σθένους κατηγγέλθη ἡ παράτολμος καί ἀντικανονική τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου καινοτομία, διεσώθη ἡ ἰδέα τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀνεκόπη ἡ ἀνίερος ὁρμή ὡρισμένων Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχηγῶν πρός ἀνατροπήν καί κατάλυσιν παντός ἀκρογωνιαίου λίθου τοῦ θείου οἰκοδομήματος τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συνεκρατήθη καί ἡδραιώθη ἡ πρός τάς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας πίστις καί εὐλάβεια μυριάδων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί συνεπήχθη τό Κέντρον τῆς «Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν», τό ἀναγνωρισθέν ὑπό τῆς Πολιτείας καί ἐκπροσωποῦν τήν θρησκευτικήν συνείδησιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ὀρθοδόξων, τῶν μή ἀποδεξαμένων τήν ἀντικανονικήν καινοτομίαν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου, κατά τῶν ὁποίων ἐπίσης καί κατά τοῦ δημοσιογραφικοῦ αὐτῶν ὀργάνου ὁ «Κήρυξ», τόσα βέλη ρίπτει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Δέν ἦτο δυνατόν νά ἀφήσωμεν νά χλευάζεται ἀνιέρως ὁ Μοναχισμός τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ἐκεῖ ὅπου ἀνετράφημεν καί ἐξεπαιδεύθημεν ἱεροπρεπῶς καί ὑπό τήν ἱεράν σκιάν τοῦ ὁποίου γαλουχηθέντες μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας ἐνεπνεύσθημεν τό πρῶτον τήν πρός τήν ἀληθῆ θρησκείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πρός τάς ἱεράς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἀκλόνητον πίστιν καί ἠσθάνθημεν τάς πρώτας συγκινήσεις τῆς θείας ἡμῶν λατρείας. Τῶν «Ζηλωτῶν» τούτων τοῦ Ἁγίου Ὄρους τόν ἀγῶνα καί τήν σημασίαν αὐτοῦ ζητῶν νά μειώση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν τούς παρουσιάζει εἰς τό ἄρθρον του ὡς «ἐλαχίστους καί ὀλίγους τινάς Ἁγιορείτας». Ἀλλ’ ὁ Σ. Μητροπολίτης Μαρωνείας κ. Ἄνθιμος ὁ μέ εἰδικήν ἐντολήν μεταβάς εἰς Ἅγιον Ὄρος, ἀσφαλῶς θά ἐπληροφόρησε τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν πόσοι καί ποῖοι εἶναι οἱ «Ζηλωταί» Ἁγιορεῖται. Καί ἀσφαλῶς θά ἀνέγνωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τήν ἐπίσημον Ἔκθεσιν τοῦ Μητροπολίτου Μαρωνείας πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον τοῦ 1927 ἐν ἧ προκειμένου περί τῶν «Ζηλωτῶν», διαλαμβάνει καί τάς ἑξῆς: «Ἐάν θά προβῶμεν εἰς τόν διωγμόν τῶν Ζηλωτῶν θά προέλθη ἡ ἐρήμωσις τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ἡ καταστροφή αὐτοῦ». Διέδωκαν, λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, οἱ «Ζηλωταί» διάφορα πλαστά κείμενα, περιέχοντα ἀναθέματα κατά τῶν παραδεχομένων τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Πάλιν καλά, ὅτι δέν λέγει «ἐπλαστογράφησαν» σήμερον τά κείμενα ταῦτα, ἀλλ’ ὅτι διέδωκαν προϋπάρχοντα δῆθεν πλαστά κείμενα. Ἐάν δέν ὑφιστάμην τούς ἀγρίους διωγμούς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἄλλοτε μέν καταγγέλλοντός με ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄλλοτε δέ ἀξιοῦντος διοικητικῶς τήν «ραγδαίως καί ἀθορύβως» ἀπέλασίν μου, καί πάντοτε παριστάνοντός με ὡς ἀλλοδαπόν πρός δυσφημισμόν μου, ἐάν λέγω δέν ὑφιστάμην τούς διωγμούς αὐτοῦ, θά ἠδυνάμην κατά πλάτος νά ἀπαντήσω εἰς τά τελευταῖα αὐτοῦ ἄρθρα περί τῶν δῆθεν «πλαστῶν» κειμένων καί νά δημοσιεύσω φωτογραφίας διαφόρων κειμένων δημοσιευθέντων εἰς διαφόρους γλώσσας σχετικῶς μέ τήν Συνοδικήν ἀπόφασιν τῆς καταδίκης τοῦ Ἡμερολογίου. Τοῦτο θέλω πράξει ἐν καιρῶ, περιοριζόμενος σήμερον, ὡς ἐν ἀρχῆ εἶπον εἰς σύντομον ἀντέλεγχον τῆς πραγματείας αὐτοῦ ἐξ ὅσων πηγῶν εἶχον προχείρους. Ἐν ἀρχῆ τῆς ἀρθρογραφικῆς πραγματείας αὐτοῦ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν συκοφαντῶν τούς Ζηλωτάς ἁγίους Πατέρας ὅτι δι’ ἀνυπάρκτων δῆθεν ἀναθεματισμῶν κατά τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐτρομοκράτησαν τούς ἁπλοϊκούς εὐσεβεῖς, λέγει σοφιστικώτατα ὅτι: «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὡς καί αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι (δηλαδή ὀ Μύρων καί ὁ Μεταξάκης) δέν παρεδέχθη τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἐπέφερε μόνον διόρθωσιν πανθομολογουμένου σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου». Ἐν τούτοις ἀντιφάσκων εὐθύς κατωτέρω εἰς τάς αὐτάς γραμμάς, ὁμιλεῖ περί συγχύσεως δῆθεν ἥτις θά ἐπήρχετο ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τό Κράτος τοῦ νέου πολιτικοῦ ἡμερολογίου, διότι «δέν ἦτο δυνατόν νά ὑπάρχωσι δύο ἡμερολόγια». Ὁμολογεῖ ἄρα ὅτι περί δύο ἡμερολογίων πρόκειται καί ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία ἀπεδέχθη τό νέον Πολιτικόν ἡμερολόγιον. Θέλων δέ νά κολάση τοῦτο προσθέτει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἠρκέσθη εἰς τήν διόρθωσιν «πανθομολογουμένου» δῆθεν σφάλματος τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλά τί εἶναι τοῦτο; Δέν εἶναι ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ἄν δέ δέν ἐτολμήθη ἀκόμη ἡ ἀλλαγή καί τοῦ Πασχαλίου ἐκ φόβου πρός τάς ρητάς ἀπαγορεύσεις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἕπεται ἄρα γε ἐκ τούτου καί μόνον ὅτι δέν ἐγένετο ἀποδοχή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου καί δέν ἀνετράπη ὅλη ἡ ἡμερολογιακή τάξις ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ἡ προσπάθεια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν εἶναι νά πείση τούς ἁπλοϊκοτέρους καί τούς μή γνωρίζοντας τήν Ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐάν ἀπέκρουσε πάντοτε τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ ἡμερολογίου, ἔπραξε τοῦτο διότι ἐζητεῖτο ἡ ἐπιβολή αὐτῆς πρός προσηλυτιστικούς σκοπούς καί τήν δι’ αὐτῆς ἀνατροπήν τῆς περί τῆς Ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄Οἱκουμενικῆς Συνόδου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀποφεύγει νά εἴπη καί ζητεῖ νά ἀποκρύψη ὅτι ἀπό τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε εἰσήχθη τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατεδίκασε τοῦτο διά πολλῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων. Τονίζει μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι οὐδεμία Σύνοδος καί οὐδείς Πατριάρχης ἐξέδωκεν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός τό Ἡμερολόγιον! Ἄν ὅμως ἀποδειχθῆ διά κειμένων αὐθεντικῶν ὅτι τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον ἐν τῶ συνόλῳ του κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τί ἄρα γε εἶναι ἡ ‘Εκκλησιαστική αὐτή καταδίκη; Δέν εἶναι ἀπαγόρευσις τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ; Ἐάν δέ ἀπηγορεύθη καί κατεδικάσθη ρητῶς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, νομίζει ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ καταδίκη αὕτη δέν ἔχει σημασίαν καί δύναται νά παροραθῆ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξεδόθη τυχόν ἀνάθεμα σχετικῶς πρός αὐτό; Ἡ καταδίκη καί ἀπαγόρευσις τοῦ φόνου, τῆς κλοπῆς, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδομαρτυρίας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας διά τήν μή ἔκδοσιν ἀναθέματος ὡς πρός ταῦτα, δύναται ἄρα γε νά ὑπερπηδηθῆ καί νά συγχωρηθῆ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ παραβίασις τῶν θείων τούτων ἐντολῶν; Ἀλλ’ ἡ καταδίκη ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐν γένει, αὐτή ἠμπόδιζεν ἐπί τόσους αἰῶνας τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ, διότι ἐσεβάσθη ἡ Ἐκκλησία τῶν νεωτέρων χρόνων, τάς καταδικαστικάς διατάξεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι δέ ἁπλῶς ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀπόφασις τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπετέλει πρόσκομμα εἰς τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ἀπετέλει πρόσκομμα ἡ καταδίκη καθόλου τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἀπέκρουσε λοιπόν ἁπλῶς ὡς θέλει νά πιστεύη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος - ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία – τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν, ἀλλά τήν κατεδίκασεν. Αὐτός δέ οὗτος ὁ ζητῶν σήμερον νά ἀποκρύψη τήν καταδίκην ταύτην Ἀρχιεπίσκοπος ‘Αθηνῶν, τήν διεκήρυξε ἄλλοτε, ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ του Ἰστορίᾳ. Αἱ ἀποδείξεις Ἀποδείξεις καί κείμενα περί τῆς ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἔχομεν πολλά: Καί πρῶτον, αὐτό τοῦτο τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β, πρός τούς Ἀρμενίους, ἥν συνυπέγραψε καί ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος, βοᾶ περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου καί ἀποδεικνύει ὅτι κατά τόν 16ον αἰῶνα, ὅτε ἐγένετο ἡ Γρηγοριανή τοῦ ἡμερολογίου μεταρρύθμισις, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἀπέκρουσεν αὐτήν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, μόνον καί κυρίως διά τήν τολμηθεῖσαν ἀνατροπήν τῆς περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀποφάσεως τῆς Α΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά διότι, ὡς λέγει ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας, «κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός». «Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ἡμερολόγιον καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον». Δέν ἀπεκρούσθη λοιπόν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἠμερολογίου μόνον διά τήν μετατροπήν τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἀπεκρούσθη τό ὅλον ἡμερολόγιον (καλενδάριον ἤ ὠρολόγιον) διότι «ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον ἵνα φανῶσι μόνοι ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα». Ἐνῶ δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἰσχυρίζεται ὅτι τό Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον μετερρυθμίσθη «διά τό πανθομολογούμενον αὐτοῦ σφάλμα» ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας εἰς τήν περί περί ἧς πρόκειται ἀπάντησίν του πρός τούς Ἀρμενίους κραυγάζει: «Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους θείους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως». Ἀλλά πάντα ταῦτα παρέτρεξεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν βιαζόμενος νά ἀνακαλύψη δῆθεν πλαστότητα εἰς τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου. Καί ἐνῶ διά νά ἀποδείξη τήν δῆθεν πλαστότητα αύτῆς παραθέτει ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου Ἱεροσολύμων τό γνήσιον, ὡς λέγει κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου πρός τούς Ἀρμενίους, διαπράττει ὁ ἴδιος παράλειψιν καί παραποίησιν εἰς τό γνήσιον τοῦτο κείμενον παραλείπων ἐξ’ αὐτοῦ ὅσα ἀντιτίθενται πρός τούς μή ἀληθεῖς ἰσχυρισμούς του. Οὕτω παραλείπει ὁλόκληρον τόν τίτλον τοῦ κεφαλαίου καί τήν ἐπιγραφήν ἥν περιέχει ὁ «Τόμος Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου, εἰ ὅ μέρος ὑπάρχει τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμίου. Ἐκτός δέ τούτου παραλείπει τό μεγαλύτερον μέρος τοῦ κειμένου τούτου τό ἀναφερόμενον εἰς τήν κατάκρισιν τοῦ νέου Ἡμερολογίου. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραποίησιν τῆς ἀληθείας, τήν ὁποίαν ἀφήνομεν νά σχολιάσουν οἱ ἀναγνῶσται. Παραθέτομεν δέ ἐνταῦθα ἡμεῖς ἐκ τοῦ «Τόμου Ἀγἀπης» τοῦ Δοσιθέου, (σελ. 538 ) τό πλεῖστον μέρος τοῦ κειμένου τούτου, ἵνα καταδειχθῶσιν αἱ παραλειφθεῖσαι ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν περικοπαί. Ὁ τίτλος τοῦ ὅλου κεφαλαίου τοῦ Δοσιθέου, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος εἰς ὅλας τάς σχετικάς σελίδας εἶναι «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου». Αὐτό καί μόνον θά ἤρκει ἵνα ἀποδείξη ὀρθήν τήν ἀντίληψιν, ὅτι τό ὅλον Καλενδάριον τῶν Λατίνων κατεκρίθη οὐχί δέ μόνον ἡ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα ἀνατροπή. Ἔπειτα δέ τό κείμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἰερεμίου τό καταχωριζόμενον εἰς τόν Δοσίθεον φέρει ἐπί κεφαλῆς αὐτοῦ τήν ἐπιγραφήν: «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου παρά τῶν Λατίνων ἐπιστολαί τινές» προφανῶς δηλοῦν ὅτι περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου ὑπάρχουσι καί ἄλλα κείμενα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καταχωρίζων πρός ἀντιπαραβολήν τά δύο κείμενα, τό γνήσιον, ὡς λέγει, καί τό πλαστόν, εἰς μέν τό γνήσιον οὐδεμίαν σημειώνει Ἐπιγραφήν, εἰς δέ τό ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομαζόμενον πλαστόν σημειώνει: «Σιγγίλιον Πατριαρχικόν καί Συνοδικόν. Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου πρό 12 ἡμέρας ἀρχίζειν τούς μῆνας». Καί οὕτω ἐνῶ ὁ Δοσίθεος σημειώνει ρητῶς ὡς ἐπιγραφήν «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου», ταύτην ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καταχωρίζει εἰς τό δῆθεν πλαστόν κείμενον διά νά παραπλανήση τούς ἀναγινώσκοντας ὅτι τό «Περί τοῦ καινοτομηθέντος Καλενδαρίου» εἶναι πλαστή προσθήκη μή περιεχομένη εἰς τό γνήσιον κείμενον. Ἀφοῦ δέ καταχωρίζει ὡς ἔχει, τόν πρόλογον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἱερεμία, ἔπειτα θέτων ὀλίγα ἀποσιωπητικά τελειώνει τήν ὅλην ἐπιστολήν μέ τόν ἐπίλογον «Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν κλπ». Τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου Ἀλλά τό κείμενον τοῦ Ἱερεμίου εἶναι μακρότατον, ὁλόκληρον δέ τό ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου σκοπίμως παραλειφθέν μέρος, ὅπερ εἶναι σημαντικώτατον ἔχει ὡς ἑξῆς: «...Δεύτερον καί ὑφηγούμεθα παντί χριστιανῶ Ὀρθοδόξῳ βουλομένω, ὡς οὐκ ἔστιν ἀσύστατον τό παρ’ ὑμῖν Πασχάλιον, ἀλλ’ ὡς ἀκόλουθον τοῖς ὁρισθεῖσι τῶν Ἁγίων Πατέρων, μένει ὀρθόν καί εἰς αἰῶνας σταθερόν διαμενεῖ, ἕως οὗ φυλάττει τήν τάξιν ἥν ἔλαχεν ἀπαρασάλευτον, ἀρίστως ἐσκεμμένην τοῖς θείοις Πατράσιν, ὧν οὐδείς τῶν νῦν οὔτε τήν ἐπιστήμην οἶδε τῆς ἀστρονομίας κατ’ ἐκείνους τούς ἀρίστους, οὔτε τόν ἁγιασμόν ἔχει, πλήν εἰ μή που δοκήσει, τά δ’ ἄλλα ἐστίν ἀληθείας μακράν. Τεσσάρων γε ὄντων τῶν τοῦ Πάσχα διορισμῶν, ὁ πρῶτος ἐντέλλεται, ὅτι δεῖ μετά τήν ἰσημερίαν τήν Ἐαρινήν τό Πάσχα τελεῖν. Ὁ δεύτερος ὅτι μή τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς Ἰουδαϊκῆς τελετῆς. Ὁ τρίτος ὅτι οὐχ ἁπλῶς μετά τήν ἰσημερίαν ἀλλά τήν πρώτην μετ’ ἰσημερίαν Πανσέληνον. Ὁ τέταρτος, ὅτι καί μετά τήν Πανσέληνον εὐθύς, τῆς ἑβδομάδος τῆ πρώτη. Ὅθεν οὐδείς ὅλως νομισάτω ὅτι τούς παναρίστους ἐκείνους Πατέρας διέλαθε τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τῶν ἀστρονόμων τύχη βελτίονος διορθώσεως. Χάριτι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου καί ἕως τοῦ νῦν ἀεί τό Πάσχα τό ἱερόν μετά τό νομικόν γίνεται καί ἐν Κυριακῆ, καί σύγχυσιν οὐκ ἔγνωμεν ἵνα εἰς διόρθωσιν ἀναστῶμεν. Καλῶς γάρ διετυπώθη τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί αἰωνίως διαμένει ἄπταιστον, κακῶς καί παρά τινων ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι παρά τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός. Πρός τοῖς ἄλλοις γε καί σύγχυσιν ἐν ἑαυτῶ περιέχει τό νέον αὐτῶν ὠρολόγιον, καί ἀνατροπήν ἀναθεωρούμενον. Εἴ γε δι’ ὅλων ρλδ ἐνιαυτῶν νυχθήμερον ἕν συνάγουσιν, εὔδηλον ὅτι ἀπό τῆς Α΄ Συνόδου, ἡμέραι μόνον ἐννέα καί ὧραι παρά μισήν στιγμήν συνάγονται καί λείπεται. Εἰ καί δι’ ἑκατόν εἴκοσι χρόνων νυχθήμερον ἕν γενήσεται, ἔσονται ἡμέραι δέκα καί ὧραι δέκα, καί πλεονάζει. Τά τοιαῦτα καί ἐπισφαλῆ φαίνονται, ἀλλά καί κατά τούς τήν Ἐπιστήμην τά ἀστροθεάμονα δεινούς, τόν μέγαν Πτολεμαῖον καί ἄλλους, ἐσφαλμένα ταῦτα εὑρίσκονται. Ἐν τριακοσίοις γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνοι καί μικρόν τι πρός, νυχθήμερον ἕν συνάγεσθαι ἀποφαίνονται, καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, ὁμαλήν γάρ ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαράκλιτον. Ἀλλά παρά τήν ἀπαρίθμησιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἐναιυτοῦ καί κατά τούτους ἡμέραι τέσσαρες καί ὧραι πέντε καί στιγμαί ιβ ἀπό τῆς ἐν Νικαία καί δεῦρο γίνονται. Καί τούτων οὕτως ἀναμετρουμένων καί τῆ Ἑλλήνων σοφία ἔτι ἀναδείκνυται, ὅτι ἔξω παντός λόγου τάς δέκα ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου, οἱ ἀστρονόμοι τῆς Ρώμης ἐξέβαλον, ἵνα φανῶσι μόνον ὡς δοκεῖ τοῖς ἀνθρώποις ποιεῖν τι δόξης κενῆς ἕνεκα, βέλτιον οὖν ἦν αὐτοῖς μή καινοτομεῖς καί ταῦτα μεταποιεῖν καί ταῖς Ἐκκλησίαις Χριστοῦ στάσεως οὐ μετρίας γίνεσθαι πρόξενοι, ἤ κἄν βίαν μή ἐπάγειν ἕνεκα τούτων, ὅπερ τολμῶσιν, οὐκ εὔλογον λογίζηται ὡς τοῖς ἀντεχομένοις τά καλῶς ὁρισθέντα τοῖς Ἱεροαγίοις πατράσιν, οὐ μόνον λελογισμένον ἀλλά καί θεῖον. Καί ταῦτα μέν ἡμεῖς πρός ἀμφότερα λέγομεν σημειωσάμενοι καί τό ἀληθές». (ᾳφπγ΄ ἔτος τό ἀπό Θεανθρώπου.Νοεμβρίου κ. Ἰνδικτιῶνος ιβ). Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας Ὁ Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος Ἐκτός ὅμως τοῦ κειμένου τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου, ἐπικαλεῖται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος αὐτήν τήν Συνοδικήν πρᾶξιν τῆς ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, κατά τό ἔτος 1593 συνελθούσης Μεγάλης Συνόδου, ἥτις συνεκλήθη ὄχι μόνον πρός κύρωσιν τοῦ ἱδρυθέντος Ρωσικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά καί πρός ἀποβολήν τοῦ νέου Καλενδαρίου. Καί εἰς τήν καταχώρησιν τοῦ κειμένου τῆς πράξεως ταύτης, ἥν ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του λέγει ὅτι ἀντέγραψεν ἀπό τόν «Τόμον ‘Αγάπης» τοῦ Δοσιθέου, ἐτἠρησε τήν αὐτήν τακτικήν τῶν ... ἀποσιωπητικῶν, παραλιπών ὅσα μέρη τῶ ἦσαν ἀσύμφορα, ἐνῶ παραθέτει ὡς πλαστόν δῆθεν κείμενον τῆς αὐτῆς πράξεως, τήν συλλογήν διαφόρων περικοπῶν αὐτῆς ὑπάρχουσαν εἰς κώδικας διαφόρων Μονῶν. Ἡ πρᾶξις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης ταύτης Συνόδου ἧς μετέσχον ἀφ’ ἑνός μέν ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μελέτιος Πηγᾶς, ἀντιπροσωπεύσας τόν Ἀντιοχείας ‘Ιωακείμ καί τόν Σωφρόνιον Ἱεροσολύμων, ἀφ’ ἑτέρου δέ 41 Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι δημοσιευμένη εἰς τόν «Τόμον Ἀγάπης» τοῦ Δοσιθέου ἐν σελ. 541. Ἔχει δέ καί αὕτη ἐν τῶ Τόμῳ ἐπικεφαλίδα τήν ἑξῆς: «Πρᾶξις Συνοδική ἒν ἧ καί ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου, ἤτοι τῆς περί τό Πάσχα Λατίνων καινοτομίας» Ἀκολουθεῖ εἶτα ὁ Πρόλογος, ὅν καταχωρίζει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος εἰς χωριστήν στήλην ὀνομάζων αὐτήν «γνήσιον κείμενον». Ἀλλά λησμονῶν ὅτι ὁμιλεῖ περί γνησιότητος παραλείπει εὐθύς ἀμέσως ἐξ’ αὐτῆς ὁλόκληρον τήν ἀνωτέρω ἐπιγραφήν ἵνα ἀποφύγη τήν λέξιν «ἀποβολή τοῦ νέου Καλενδαρίου». Μετά δέ τόν Πρόλογον ὑπάρχει τό ἑξῆς ἐκτενές κείμενον, τό ὁποῖον πάλιν ὁλόκληρον παραλείπει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. «...... Μελέτιος ὁ Μακαριώτατος Ἀλεξανδρείας εἶπεν. Οἴδατε ἀδελφοί, ὅτι χαρακτηριστικόν τῆς πρός τόν Σωτῆρα καί Θεόν ἡμῶν ἀγάπης ἡ ποιμαντική ἐστίν ἐπιμέλεια. Πέτρε γάρ φησί, φιλεῖς με, ποίμαινε τά πρόβατά μου, δι’ ἥν αἰτίαν καί ἡμεῖς πολλούς πολλάκις ἀγῶνάς τε καί κόπους καί κινδύνους ὑπεμείναμέν τε καί ὑπομένομεν, ὡς οἴδατε, καί νῦν γε ἐπειδή πρός ἡμᾶς γράμματα ἀπεστάλη, παρά τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ, τοῦ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ ἡμῶν καί τῶν λοιπῶν Ἀρχιερέων ἀξιοῦντα παραγενέσθαι ἡμᾶς εἰς Κωνσταντινούπολιν, τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀναγκῶν χάριν. Ἐγώ γε καί τοῖς γράμμασι τοῖς ἀπό Μοσκοβίας τῆς ὀρθοδοξοτάτης παρά τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδώρου ἐντυχών, καί ἑκατέρου τῶν πραγμάτων ὑπερφροντίζων τῆς τε ἀνάγκης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς βασιλικῆς ἀξιώσεως, παρακαλῶ τήν ὑμετέραν εὐλάβειαν ἀκριβῶς τά λεγόμενα παρ’ ἡμῶν σκεψαμένη συμψηφίσασθαι ἡμῖν περί τῶν λεχθησομένων, ὅπερ ἄν δίκαιον εἶναι φανῆ. Πρῶτον τοιγαροῦν, ἐπειδή Θεοῦ χάριτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατηρτισμένη ὑπάρχουσα, καί κατά τά τῆς εὐσεβείας δόγματα τελείαν εἴληφε κατάστασιν ἐν τοῖς ὁρισθεῖσιν καί τρανωθεῖσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος διά τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων Ἁγίων, διαπρεψάντων ἐνταῦθα, ἐν τε τῆ Ἁγία Συνόδω τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ Θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ καί ταῖς καθεξῆς οἰκουμενικαῖς ἕξ Συνόδοις, μέχρι τῆς Ζ΄ τῆς τό δεύτερον ἐν Νικαίᾳ συναθροισθείσης ὡσαύτως καί ταῖς μεταξύ τῶν ἐπτά οἰκουμενικῶν κατά διαφόρους καιρούς συναχθείσαις τοπικαῖς τῶν Ὀρθοδόξων Συνόδοις. Ἐπειδή τοίνυν τό τέλειον εἴληφεν ἡ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησία, οὐ μόνον κατά τά τῆς θεογνωσίας καί εὐσεβείας δόγματα, ἀλλά καί κατά τήν ἱεράν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων κατάστασιν, δίκαιόν ἐστιν καί ἡμᾶς, πάντα νεωτερισμόν τῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλων περιορίζειν, εἰδότες ὑπαιτίους γεγονέναι άεί τούς νεωτερισμούς τῆς τῶν Ἐκκλησιῶν συγχύσεως τε καί διαστάσεως, ἀλλά τοῖς ὅροις ἕπεσθαι τῶν Ἁγίων Πατέρων, τά παρ’ αὐτῶν δογματισθέντα ἀπαράτρωτα, δίχα προσθήκης ἥστινοσοῦν, καί χωρίς ἀφαιρέσεως ἐνστερνιζομένους κατά τόν πρῶτον τῆς Οἰκουμενικῆς ἑβδόμης Συνόδου κανόνα οὕτως ἔχοντα. «Τοῖς τήν ἱερατικήν ἀξίαν κλπ κλπ». Ὁμιλεῖ λοιπόν καί ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις ὄχι μόνον περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀλλά ἐν γένει περί ἀποβολῆς παντός νεωτερισμοῦ ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἥτις πλέον, ὡς λέγει, ὑπάρχει κατηρτισμένη καί ἤτις «τό τέλειον εἴληφεν», δηλαδή ἔχει εἰς τήν τελειότητα καί τά δόγματά της καί τό ὅλον αὐτῆς καθεστώς ὡς πρός τήν τάξιν αὐτῆς, δηλαδή ὡς πρός τάς ἑορτάς της, τά τῆς νηστείας καί ἐν γένει τά τῆς θείας λατρείας. Νεωτερισμόν δέ ἀπόβλητον ἐννοεῖ προφανῶς τήν ἡμερολογιακήν μεταρρύθμισιν, ἐξ’ αἰτίας τῆς ὁποίας προεκλήθη ἡ Συνοδική αὕτη πρᾶξις. Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία Ὅτι κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον ἡ ἀνατροπή τοῦ Πασχαλίου, ἀλλ’ ἐν γένει ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀπεκρούσθη οἱαδήποτε διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου βεβαιοῖ κατηγορηματικῶς ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία διερμηνεύουσα τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν κοινήν συνείδησιν αὐτῆς. Ἐν τῆ Ἐκκλησιαστικῆ Ἱστορία Μελετίου ἀρχαίου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν ἐν Τόμῳ 3ω καί ἐν σελίδι 402 & 9 σημειοῦνται τά ἑξῆς: «Πατριαρχεύοντος τούτου τοῦ Ἱερεμίου σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ αφπγ΄ (1583) ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατακρίνασα τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλενδάριον, δέν τό ἐδέχθη κατά τήν αἴτησιν τῶν Λατίνων». Τήν αὐτήν πληροφορίαν περί καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μᾶς δίδει ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία τοῦ Φιλαρέτου Βαφείδου, Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, ἐν Τόμῳ 3ω, (1453 – 1908) ἐν σελ. 124 -125 γράφουσα περί τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1583 ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἥτις, ὡς λέγει ὁ Βαφείδης, ἐγράφη συνεπείᾳ τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου καί ἥτις κυρίως, λέγει ὁ Βαφείδης, καταδικάζει τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Παρακατιών δέ ὁ αὐτός ἱστορικός λέγει: «Ὁμοίως κατά τό 1587 συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει, ἐν ἧ παρόντων Ἱερεμίου τοῦ Β΄, Μελετίου τοῦ Πηγᾶ καί τοῦ Ἱεροσολύμων Σωφρονίου κατεκρίθη τοῦ Ἡμερολογίου ἡ διόρθωσις ὡς ἐπισφαλής καί οὐκ ἀναγκαία, πρόξενος δέ μᾶλλον πολλῶν κινδύνων. Αὐτός οὗτος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ὠς Καθηγητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῆ «περί τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» συγγραφῆ του (σελ. 482) ἀναφέρει περί τῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων γράφων ἐπί λέξει: «Ἕνεκα τῆς πάλης αὐτῆς ἐξῆλθεν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος ὁ Δ΄ εἰς περιοδείαν τῶ 1584 πρός συλλογήν ἐράνων, μεταβάς δέ εἰς Κων/λιν τῶ ἔτει ἐκείνω συμμετέσχε τῆς ἐκεῖ συγκροτηθείσης συνοδικῆς διασκέψεως πρός ἀποκήρυξιν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου.... Τῆς ἀποφάσεως ταύτης συμμετέσχε διά τοῦ Πατριαρχικοῦ αὐτοῦ κύρους καί ὁ Πατριάρχης Σωφρόνιος, ὅστις ἀποφαίνεται ὅτι μετά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου μετέβη εἰς Ἱεροσόλυμα». Ὁ αὐτός δέ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν ἔτει 1918 δημοσιεύσας ἐν τῶ «Ἐκκλησιαστικῶ Κήρυκι» Ἀθηνῶν πραγματείαν του περί τοῦ Ἡμερολογίου καί σχολιάζων τήν γνωστήν πρός τόν Δαπόντε Δόγην τῆς Ἐνετίας ἐπιστολήν τοῦ Πατριάρχου (Ἱερεμίου τοῦ Β΄) χαρακτηρίζει ὡς ἄριστα τήν θέσιν ἥν εὐθύς κατέλαβεν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέναντι τῆς Γρηγοριανῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Θεωρεῖται αὕτη ὑπ’ αὐτῆς ὡς μία τῶν «πολλῶν καινοτομιῶν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις». Ὁ νεώτερος ‘Ιστορικός καί δεινός Κανονιολόγος Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας διά προτάσεώς του, ἥν ὑπέβαλεν εἰς τήν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τῶ 1929, ὑπογεγραμμένης καί ὑπό τῶν Δρυινουπόλεως καί Δημητριάδος, ὡς καί διά τοῦ ὑποβληθέντος είς αὐτήν μακροῦ ὑπομνήματός του, κατήγγειλε τό Νέον Ἡμερολόγιον ὡς ἔργον ἀσεβείας ἔναντι τῶν ἑπτά Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ὡς ὑποσκάπτον τά θεμέλια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβεβαίουν δέ οἱ ἀνωτέρω τρεῖς Ἱεράρχαι εἰς τήν ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν πρότασιν, ὅτι πάντες οἱ Πατριάρχαι τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν κοινῆ Συνόδῳ ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ καί λοιπῶν ἀπέκλεισαν δι’ ἀναθέματος τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Ὁ δέ Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας χαρακτηρίζει ἐν τῶ ὑπομνήματι του ἐκείνω τήν γενομένην ἡμερολογιακήν διόρθωσιν ὡς «παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν». Ὁ Ρῶσος Ἀρχιμανδρίτης Πορφύριος Οὐσπένσκι, κατά τό ἔτος 1880 ἐδημοσίευσε εἰς τά Ρωσικά περιοδικά καί τά Πρακτικά τῆς Μεγάλης Συνόδου 1583-1593 καί τήν ἀπόφασιν ἤ Σιγγίλιον ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄. Ἀντέγραψε δέ ταῦτα οὐχί ἐκ τῶν κωδίκων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ’ ἐκ τῆς Μεγάλης Βιβλιοθήκης τοῦ Ὄρους Σινᾶ, ἔνθα ὑπάρχουν ἐν χειρογράφω κώδικι τά ἄνω στοιχεῖα περί τῆς καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου. Καί πάντα ταῦτα ἐδημοσίευσεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ρουμανίας εἰς τά ἐπίσημα περιοδικά αὐτῆς «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ἀριθμ. 11/1880 καί «ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ἀριθμ. 12/1881 ὑπό τόν τίτλον: «ΕΠΙΣΗΜΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΛΕΝΔΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΠΑ». Καί ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τήν Ρουμανίαν ἀκριβῶς καθ’ ἥν ἐποχήν στενοκέφαλοι τινές νεωτερισταί ἠθέλησαν νά κάμουν λόγον περί ἀλλαγῆς τοῦ Ὀρθοδόξου Ἡμερολογίου. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν ἄνω ἐπισήμων ἐγγράφων περί καταδίκης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἐχαλιναγώγησε τάς καινοτομικάς ὁρμάς των. Ἐπί πλέον δέ ἡ Σύνοδος ἐπί τῆ βάσει τούτων καθαρά ἐδήλωσεν ὅτι «Οὐδεμία Ἐκκλησία δύναται νά μεταβάλη τό Ὀρθόδοξον Ἡμερολόγιον ἄνευ κινδύνου νά γίνη σχισματική ἐν σχέσει πρός τάς ἄλλας Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας». Παράτολμος αὐθαιρεσία Ὅταν τοιαύτας ἀναμφισβητήτους ἱστορικάς μαρτυρίας καί ὁμολογίας καί ἀποφάνσεις ἔχομεν περί τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς καταδίκης τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς καινοτομίας ἀντιβαινούσης εἰς τό πνεῦμα τῶν διατάξεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δέν εἶναι αὐθαιρεσία παράτολμος καί ἀντίθετος πρός τήν ἱστορικήν ἀλήθειαν, ψευδής δέ διακήρυξις, τό γραφόμενον καί ἐπαναλαμβανόμενον στομφωδῶς ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν ὅτι «οὐδέποτε κατεδικάσθη ὑπό τῆς Ὀρθοδοξίας τό νέον ἡμερολόγιον» καί ὅτι δέν ἀπεκλείσθη ὑπ’ αὐτῆς πᾶσα διόρθωσις τοῦ ‘Ιουλιανοῦ; Εἶναι βέβαιον καί ἀναμφισβήτητον ὅτι μεταβολή τοῦ Πασχαλίου ἐξυπονοεῖ μεταβολήν τοῦ Ἡμερολογίου, ἤτοι παντός τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ συστήματος καί τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς ἐνιαυσίου περιόδου καί τῶν κινητῶν ἐορτῶν΄ καί ἀντιθέτως μεταβολή τοῦ ἡμερολογίου, ἐξυπακούει ἀπαραιτήτως τήν μεταβολήν τοῦ Πασχαλίου, διότι τό Πασχάλιον τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρον εἶναι προσηρμοσμένον ἐπί τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, ὡς εἶναι προσηρμοσμένον ἐπ’ αὐτοῦ τό ἑορτολόγιον ὅλου τοῦ ἔτους. Ἐπίσης προκύπτει ἐξ’ ὅλων τῶν κειμένων Συνοδικῶν Πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, ἐξ’ ὅλων τῶν λόγων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ὅτι ἡ ἀνατροπή τῆς ἑορτῆς τοῦ Πασχαλίου καί ἠ διόρθωσις τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ταυτίζονται, διότι οἱ ὁμιλοῦντες περί μεταβολῆς τοῦ Πάσχα ὁμιλοῦσι περί τοῦ «νέου Καλενταρίου» καί «τἀνάπαλιν». Τό ὅλον, τό κύριον θέμα, εἶναι τό ἡμερολόγιον καί τό μέρος, τό ἐξαρτώμενον ἀναποστάστως ἐκ τοῦ ἡμερολογίου, εἶναι ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα. Οὐδείς ἐσκέφθη νά χωρίση τό Πάσχα ἀπό τόν ὅλον ἠμερολόγιον καί οὐδείς Πατήρ, οὐδεμία Σύνοδος, οὐδεμία Πατριαρχική Πρᾶξις διακρίνει ὡς πρός τήν καταδίκην τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Πασχαλίου ἀπό τόν νεωτερισμόν τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀμφότερα εἶναι ἀλληλένδετα ἐξαρτώμενα τό ἔν ἐκ τοῦ ἄλλου. Τό πνεῦμα δέ ὅλων τῶν σχετικῶν Κανόνων καί τῶν συνοδικῶν πράξεων καί Πατριαρχικῶν ἀποφάσεων εἶναι ρητή κατάκρισις καί καταδίκη τοῦ Παπικοῦ νεωτερισμοῦ, ἤτοι τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ὡς ἀνατρέποντος τήν καθεστηκυίαν τάξιν καί συνήθειαν ἐν τῆ Ἐκκλησία. Ὅταν ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα καί εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον ὅτι διά Συνοδικῶν ἀποφάσεων καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων ὁρίζονται ἀναθεματισμοί καί ἀφορισμοί διά τήν μετατροπήν τοῦ Πασχαλίου, ἥτις γενικῶς κατεκρίθη καί κατεδικάσθη ἐκκλησιαστικῶς, δέν εἶναι αὐτονόητον καί καταφανές ὅτι αἱ καταδῖκαι καί τά ἀναθέματα τά ἀπαγγελθέντα κατά τῆς καινοτομίας τοῦ Πασχαλίου εἶναι συγχρόνως καταδῖκαι καί ἀναθέματα ἀπαγγελθέντα κατά τῆς διορθώσεως τοῦ Ἱουλιανοῦ ἡμερολογίου τῆς συνεπαγομένης τήν ἀνατροπήν τοῦ ὅλου Πασχαλίου κύκλου; Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁμιλεῖ περί «κεκρατηκυίας συνηθείας» ἐν τῆ Ἐκκλησία καί ἀναφωνεῖ: «Μή καινοτομίαν καί ἀφαίρεσιν ποιήσασθαι τῆς εὐσεβῶς ἐν ἡμῖν κεκρατηκυίας συνηθείας. Τά γάρ παραδοθέντα ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία οὔτε προσθήκην, οὔτε μείωσιν ἐπιδέχεται, μεγίστη γάρ τόν προστιθέντα ἤ τόν ἀφαιροῦντα τιμωρία δεσμοῖ. Ἐπικατάρατος γάρ φησίν, ὅς μετατίθησιν ὅρια πατέρων αὐτοῦ». Δέν εἶναι τοῦτο φοβερά καταδίκη καί ἀναθεματισμός καί κατάρα κατά τῶν ἀποτολμώντων πᾶσαν καινοτομίαν εἰς τήν «κεκρατηκυίαν συνήθειαν» καί δή εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἡμερολόγιον; Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐκτός τῶν Πρακτικῶν αὐτῆς ἐξέδωκε καί τόν Ὅρον αὐτῆς, ὅστις περιφρουρεῖ τούς θεσμούς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν παράδοσιν αὐτῆς. Καί εἰς τόν Ὅρον τοῦτον περιλαμβάνεται καί ἡ ἑξῆς διάταξις: «Εἴ τις πᾶσαν παράδοσιν ‘Εκκλησιαστικήν ἔγγραφόν τε ἤ ἄγραφον ἀθετεῖ, ἀνάθεμα». Τό δέ «Συνοδικόν» τοῦ Τριωδίου τό ἀναγινωσκόμενον ἐν τῆ Ἐκκλησία κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας μεταξύ τῶν ἀναθεμάτων περιλαμβάνει τά ἑξῆς: «Ἅπαντα τά παρά τήν Ἐκκλησιαστικήν παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν καί ὑποτύπωσιν τῶν ἁγίων καί ἀοιδίμων Πατέρων καινοτομηθέντα, ἤ μετά ταῦτα πραχθησόμενα Ἀνάθεμα γ΄». Δύναταί τις νά εἴπη σοβαρῶς, λελογισμένως καί ἐν καλῆ πίστει, ὅτι αἱ ἀνωτέρω τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου Διατάξεις δέν ἐφαρμόζονται καί διά τήν ἀθέτησιν τῆς περί τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου τῆς Ἐκκλησίας συνηθείας καί παραδόσεως; Ἀναφωνῶν ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ὅτι «Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΣΤ αἰών, τήν αἵρεσιν τοῦ Λουθήρου, τοῦ Καλβίνου, τῶν Γιεζουβιτῶν καί τήν αἵρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου, κατά τῆς ὁποίας ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/λει Μεγάλη Σύνοδος ἐπί τοῦ Ἱερεμίου» δέν διερμηνεύει τήν κρατοῦσαν τότε ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν, τό πνεῦμα καί τό νόημα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, καθ’ ἅς καί ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καταδικασθεῖσα καί ἀναθεματισθεῖσα αἵρεσις καί ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες τό νέον Παπικόν ἡμερολόγιον ὑπόκεινται εἰς τήν αὐτήν μετά τῶν αἱρετικῶν κατάκρισιν; Δέν εἶναι δυνατόν νά δεχθῶμεν ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, ὁ Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἱστορικός συγγραφεύς δέν κατανοεῖ τά ἀνωτέρω, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ἄλλοτε ἐδίδαξε καί ἐκήρυξε. Δέν εἶναι δυνατόν νά μή ἔχη ὀρθήν ἀντίληψιν περί τῆς σοβαρότητος, τῆς καταδίκης καί τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῆς καινοτομίας τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. Τόσον εἶναι βέβαιον ὅτι θεωρεῖ τό Ἐκκλησιαστικόν ἡμερολόγιον σοβαρώτατον ζήτημα δυνάμενον νά συνεπαγάγῃ τό ἀνάθεμα, ὥστε ὁ ἴδιος πρό τινων ἐτῶν ὡς Πρόεδρος τῆς Ι. Συνόδου ἀντιθέτως πρός ὅ,τι σήμερον κηρύσσει, ἀναθεμάτισε καί ἀφώρισε εὐσεβεστάτας μοναχάς τῆς Τήνου διότι εἶχον τό σθένος νά ἀκολουθῶσι τό ἐκ παραδόσεως αἰώνων ἐφαρμοζόμενον Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον. Εἶναι φαρισαϊκή προσήλωσις εἰς λέξεις καί γράμματα νά ἀποφαινώμεθα ὅτι διά τήν διόρθωσιν τοῦ Ἡμερολογίου δέν ἀναφέρεται ἡ λέξις «ἀνάθεμα» εἰς τάς Πατριαρχικάς ἀποφάσεις. Διότι τί ἄλλο σημαίνουν αἱ ἀπαντώμεναι εἰς τάς ἀποφάσεις ταύτας ἐκφράσεις «ἀπέκρουσεν», «ἀπέβαλεν», «κατέκρινεν», «κατεδίκασεν» τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, εἰμή ἀποδοκιμασίαν καί ἀναθεματισμόν. Ὁ ἀναγινώσκων τήν Ἀρθρογραφικήν ἐπίθεσιν τοῦ ΄Αρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν καί βλέπων μετά πόσης εὐκολίας καί ἀποφθεγματικότητος ὁμιλεῖ οὗτος περί πλαστότητος καί παραποιήσεως ἱερῶν κειμένων ὑπ’ αὐτῶν καί ὅτι παραθέτει εἰς ἀντιβολήν φωτοτυπημένα κείμενα γνήσια δῆθεν καί πλαστά νομίζει ὅτι πρόκειται περί ἀποκαλύψεως κανενός φοβεροῦ ἐγκλήματος, περί προσβολῆς τοῦ Ὁμοουσίου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἤ περί παραχαράξεως τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως; Καί ἀπορῶν ἐρωτᾶ: Ἀλλά τί ἔπραξαν τέλος πάντων οἱ Ζηλωταί Μοναχοί, ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης - ὁ κατά τόν Ἀρχιεπίσκοπον αὐτουργός τῆς Πλαστογραφίας, μιᾶς Συνοδικῆς ἀποφάσεως – καί οἱ νεώτεροι ἁγιορεῖται Ζηλωταί; Ποῖον ἰδοτελῆ σκοπόν ἐπεδίωκον διά νά διαπράξουν τοιοῦτον ἔγκλημα; Ἦσαν τάχα ὄργανα προπαγάνδας ἀντιθρησκευτικῆς; Ἦσαν ἄπιστοι καί ἐμπαῖκται τῶν θείων Πατέρων; Ἤ ἦσαν λαοπλάνοι καί ἐκμεταλλευταί; Τίποτε ἐξ’ αὐτῶν ἀπολύτως. Οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται δέν ἔπραξαν τίποτε ἄλλο ἤ νά ἐπαναλάβουν καί νά διαδώσουν καί νά ἐξάρουν τάς Συνοδικάς πράξεις καί Πατριαρχικάς ἀποφάσεις, ἅς εὗρον εἰς Κώδικας καί βίβλους τοῦ ΙΣΤ αἰῶνος καί τῶν μετέπειτα. Καί αἱ ἀποφάσεις αὗται καί αἱ Συνοδικαί πράξεις - ἀναμφισβήτητα ἱστορικά κειμήλια – καταβοῶσι τῆς καινοτομίας τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, καί τήν καταδικάζουν καί ἀναθεματίζουν τούς ἀκολουθοῦντας αὐτήν. Ἄν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητιώτης καί οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται συλλέξαντες ἐπιμελῶς πάντα ταῦτα τά ἔγγραφα τά ἐπέγραψαν ὡς «Σιγγίλια», ἤ ὡς «πράξεις», ἤ ὡς «ἀποφάσεις», ἤ ὡς «Κανόνας», ἤ ἄν συνέταξαν περιλήψεις αὐτῶν, ἤ ἄν τάς ἐφωτοτύπησαν, ἤ ἄν τάς διένειμαν εἰς φυλλάδια διά τούς πιστούς, ὅμως δέν ἠλλοίωσαν οὔτε τήν οὐσίαν, οὔτε τό πνεῦμα καί τήν ἔννοιαν αὐτῶν, ὥστε νά κατηγορῶνται ὡς πλαστογράφοι. Ποῖον συμφέρον εἶχεν ὁ Ἰάκωβος Νεοασκητικώτης νά πλαστογραφήση τά περί τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου κείμενα ἀφοῦ τότε δέν εἶχεν ἀνακινηθῆ τό ἡμερολογιακόν ζήτημα καί οὐδείς εἶχε σκεφθεῖ διά τήν εἰσαγωγήν τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου; Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἐν τούτοις μέ ὅλην τήν κακήν προσπάθειάν του καί τάς φωτογραφικάς του πλάκας καί τάς κατά τῶν Ζηλωτῶν Πατέρων συκοφαντίας του, δέν ἀπέδειξε διά τῶν ἄρθρων του τίποτα ἀπό ὅσα κατηγορεῖ, ἠδίκησε δέ μόνον ἑαυτόν καί διέψευσε τήν φήμην του ὡς ἱστορικοῦ, ἐπιπολαίως καί ἀβαθῶς ἁλιεύσας ἀποκόμματα ἐγγράφων, κατασπαράξας δέ ταῦτα ἵνα τά ἀποδείξῃ πλαστά. Εἰς ἀρχαιοτέρους χρόνους Προσεπάθησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἰς τά ἄρθρα του νά παραστήση ὅτι ἡ καινοτομία τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου εἶναι ἀσήμαντον πράγμα ἀποτελοῦν ἁπλῆν ἡμερολογιακήν διαφοράν 13 ἡμερῶν καί ψέγει τούς Ζηλωτάς Ἁγιορείτας ὅτι διά νά τρομοκρατήσουν τήν συνείδησιν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνεζήτησαν άναθέματα πάσης ἐποχῆς στρεφόμενα κατά τῶν αἱρετικῶν καί κατά τῶν νεωτεριστῶν, καί ἐδημοσίευσαν ταῦτα ὡς ἔχοντα σχέσιν μέ τήν διαφοράν τῶν 13 ἡμερῶν! Τοῦτο εἶναι τουλάχιστον ἁπλοϊκότης΄ διότι ἀπεδείξαμεν ἀνωτέρω, ὅτι καί οἱ μεταρρυθμισταί τοῦ ἡμερολογίου κατεδικάσθησαν, καί πᾶς νεωτερισμός ὡς ἀθετῶν τήν Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί παράδοσιν ἀναθεματίσθη. Ἀλλ’ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐπινοεῖ διά τῶν ἄρθρων του καί ἄλλο ἀβάσιμον καί ἀβαθές ἐπιχείρημα ὅτι τάχα ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις ἡ Ἐκκλησία, καθ’ ὅ εἶχε δικαίωμα, ἐν τῆ μερίμνη περί τῶν πιστῶν καί διεκνύουσα τάχα ὅτι ἐπί τῶν ἡμερῶν καί τοῦ χρόνου τῶν ἑορτῶν οὐδαμῶς θίγουσα τά δόγματα αὐτῆς ἐκανόνισε μέν τά τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἀσχέτως πρός οἱανδήποτε ἡμερομηνίαν, μετέθηκε δέ τήν ἑορτήν τῶν Χριστουγέννων ἀπό τίς 6 Ἰανουαρίου εἰς τήν 25 Δεκεμβρίου, τήν ἑορτἠν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀπό τήν 28 Δεκεμβρίου εἰς τήν 29 Ἰουνίου κλπ. Λησμονεῖ ὅμως ἤ θέλει νά λησμονῆ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ’ ἥν ἐποχήν μετέθετε τάς ἀνωτέρω ἑορτάς δέν ἦτο ἀκόμη πλήρως κατηρτισμένη καί δέν εἶχεν ὁλοκληρώσει διά τῶν ἐπτά Οἱκουμενικῶν Συνόδων τό καθεστώς αὐτῆς. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐθέσπισε τό καθεστώς αὐτῆς καί ἀφοῦ καταρτισθεῖσα πλήρως «τό τέλειον εἴληφεν» ὡς λέγει ἡ Συνοδική πρᾶξις τοῦ Ἱερεμίου, καί ἀφοῦ ὕψωσεν ὡσεί δόγμα τάς παραδόσεις καί τάς συνηθείας αὐτῆς καί ἀνεθεμάτισε πάντα νεωτερισμόν καί πᾶσαν παράβασιν αὐτῆς, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπέφερε μεταβολήν εἰς τάς ἑορτάς. Καί διά τοῦτο τό ἑορτολόγιον τῆς Ἐκκλησίας προσηρμοσμένον εἰς τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον ἔμεινεν καί κατά τούς δ΄ καί ε΄ αἰῶνας ἀναλλοίωτον, διότι οὐδείς ἄνευ νέας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, εἶχε τήν τόλμην νά κάμνη μεταθέσεις ἑορτῶν, ὑποπίπτων ὡς νεωτεριστής εἰς τάς ἀπαγορεύσεις καί τά ἀναθέματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Λέγει ἀκόμη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅτι ἀπό αἰῶνος, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἀνωτέρω μεταθέσεις ἑορτῶν τινῶν, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἤν ἔληξαν καί αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι, οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη ὅτι ἀνετράπη ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Λέγει δέ τοῦτο, διότι οἵ τε Ζηλωταί Ἁγιορεῖται καί πάντες οἱ χριστιανοί οἱ μή δεχθέντες τήν καινοτομηθεῖσαν τελευταίως ἡμερολογιακήν ἀνατροπήν καί διά τοῦτο εὐλόγως καί δικαίως κληθέντες Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, κατήγγειλαν καί κατεδίκασαν τήν διά τῆς αὐθαιρέτου εἰσαγωγῆς τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου ἐπελθοῦσαν διαίρεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν καί διάσπασιν τῆς ἑνότητος αὐτῶν. Ἀλλά καί ἐν τῶ κεφαλαίῳ τούτῳ δέν λέγει τήν ἀλήθειαν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν σοφιστευόμενος καί παραπλανῶν τούς ἀναγνώστας του. Διότι ἀείποτε μέριμνα τῶν Πατέρων ἦτο νά μή ἀνατραπῆ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀκριβῶς δἐ διά τήν ἐνότητα ταύτην ἐμερίμνησε ἡ πρώτη ἐν Νικαία Οἰκουμενική Σύνοδος, ἵνα ὡς διεκήρυξεν αὕτη: «Οἱ ἀνά πᾶσαν τήν Οἰκουμένην Χριστιανοί τόν αὐτόν ἑορτάζουσι χρόνον» καί διότι - ὡς γράφει εἰς τήν Συνοδικήν ἐπιστολήν του, ὁ Βασιλεύς Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας – εἶναι δεινόν καί ἀπρεπές «κατά τάς αὐτάς ἡμέρας ἐτέρους μέν ταῖς νηστείαις σχολάζειν, ἑτέρους δέ συμπόσια συντελεῖν... ». Πῶς λοιπόν λέγει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά εἴπη εἰς τήν παλαιάν ἐποχήν ὅτι ἀνετρέπετο ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς μεταθέσεως διαφόρων ἑορτῶν; Δέν διεμαρτύροντο οἱ Πατέρες ἀπό τοῦ τετάρτου ἀκόμη αἰῶνος διά τάς διαφοράς καί διαφωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἐν διαφόροις ἡμέραις τελουμένων ἑορτῶν καί νηστειῶν ὑπό ἐκάστης Ἐκκλησίας; Δέν διεμαρτύρετο ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὀ ἅγιος Ἐπιφάνιος Ἐπίσκοπος Κύπρου, ὀ Μακάριος Θεοδώρητος, ὁμιλοῦντες περί τῆς «χλεύης διά τήν ἐν τῆ Ἐκκλησία διαφωνίαν» περί τοῦ «ἐπικινδύνου καί ὀλεθρίου τῆς πρός τόν Θεόν άπειθείας ἐν τῆ πρός ἀλλήλους διαστάσει» καί περί τόσων ἄλλων ἐκδηλούντων διαμαρτυρίαν διά τήν καθημερινήν τότε ἀνατροπήν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας; Βεβαίως δέ ἀφοῦ ἔληξαν αἱ περί τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα διαφωνίαι καί ἀφοῦ μετά τάς Οἰκουμενικάς Συνόδους καί τήν πλήρη κατάρτισιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπαγιώθη ἠ Ἐκκλησιαστική ἑνότης ἐν τῆ Ὀρθοδοξίᾳ καί ἀπηγορεύθη δι’ ἀναθέματος πᾶσα καινοτομία, καί συνεπῶς πᾶσα μετάθεσις ἑορτῶν, οὐδεμία ἐδόθη πλέον ἀφορμή νά καταγγείλῃ τις τήν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ ἀφοῦ μετά τόσων αἰώνων ἑνότητα ἡ νεωτεριστική μανία ἡ καταλαβοῦσα καί τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί εἰσαγαγοῦσα ἄνευ κοινῆς συμφωνίας ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν διέσπασε τήν ἑνότητα ταύτην καί διήρεσε τούς Χριστιανούς εἰς τά τῆς λατρείας αὐτῶν, πῶς ἦτο δυνατόν οἱ γνήσιοι ‘Ορθόδοξοι καί δή οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται νά μή διαμαρτυρηθῶσι καί νά μή καταγγείλωσιν ἐνώπιον τῶν πιστῶν τήν διά τῆς ἡμερολογιακῆς μεταβολῆς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί διαίρεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος εἰς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας. Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Ζηλωταί Ἁγιορεῖται διά τήν αὐθαίρετον ἀντικανονικήν τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου ἀλλαγήν, εἶχον καθῆκον νά τό πράξουν. Τό ἐπέβαλεν εἰς αὐτούς ἡ θρησκευτική των πίστις καί ἡ μοναχική καί ἐκκλησιαστική των συνείδησις. Τό ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτούς αὐτός ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ἀπό τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ὡς καθηγητής καί διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς του ἱστορίας ὡς ἱστορικός, διακηρύξας ὅτι «ἡ ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου εἶναι παγκόσμιον σκάνδαλον καί αὐθαίρετος τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων καταπάτησις, ἀντιβαίνουσα εἰς ἱερούς κανόνας καί διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας». Ὀλιγώτερον λοιπόν παντός ἄλλου δικαιούμενος νά ἐξανίσταται καί διαμαρτύρεται σήμερον κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν εἶναι ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν. Ἐάν ὑπάρχη τις, καθ’ οὗ πρέπει νά ἐξαναστῆ καί τόν ὁποῖον πρέπει νά κακίση, οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος, διότι πρίν μελετήση καλῶς τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, προέβη μετά καταπλησσούσης εὐκολίας εἰς τήν ἀλλαγήν, διασκελίσας Ἱστορίαν, Κανόνας, Παραδόσεις, Διατάξεις, Ἐκκλησιαστικήν πρᾶξιν καί συνήθειαν ὁλοκλήρων αἰώνων. Καί σήμερον, εὑρισκόμενος πρό ἀμηχανίας καί δικαίας ἐξεγέρσεως κατ’ αὐτοῦ, καταφεύγει εἰς ἀναληθεῖς, ἀτόπους καί σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις δῆθεν πλαστοτήτων καί παραποιήσεων κειμένων. Ἀλλά δυνάμεθα νά ἐρωτήσωμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον: Ποῦ στηρίζει τήν γνώμην του περί πλαστότητος τοῦ κειμένου τῆς ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ἐκδοθείσης Συνοδικῆς ἀποφάσεως ἤ τῆς πρός Ἀρμενίους ἀπαντήσεως Ἱερεμίου τοῦ Β΄; Πόθεν συνάγει καί πῶς ἀποφαίνεται ὅτι ἡ μόνη (;) ἀπόφασις τῆς ἐπί Ἱερεμίου Μεγάλης Συνόδου ἀναφέρεται μόνον εἰς τόν Πασχάλιον Κανόνα καί ὅτι δέν περιέχει δῆθεν αὕτη ἀναθεματισμόν κατά τῶν ἀκολουθησάντων τό Παπικόν Ἡμερολόγιον; Οὐδέν ἄλλο μᾶς λέγει εἰς τά ἄρθρα του εἰ μή ὅτι ὁ Δοσίθεος ἐδημοσίευσε τό πρῶτον τήν ἀπάντησιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄ πρός τούς Ἀρμενίους, συνυπογράψαντος καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Σιλβέστρου, ὡς ἐπίσης καί τούς ὀκτώ κανόνας τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης τῶ 1593 ἐπί τοῦ αὐτοῦ Ἱερεμίου καί ὅτι εἰς ταύτας δέν καταδικάζεται ἡ ἡμερολογιακή καινοτομία, οὔτε ἀναθέματα περιέχονται. Ἀλλ’ ὁ Δοσίθεος δέν ἐδημοσίευσεν ὅλας τάς ἐπιστολάς καί ὄλας τάς Συνοδικάς ἀποφάσεις τάς σχετικάς μέ τήν Γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ ἄλλων Πατριαρχῶν. Εἰς τό κεφάλαιον «Κατά τοῦ Λατινικοῦ Καλλενδαρίου», ἔνθα ὁ Δοσίθεος δημοσιεύει τά τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Β΄, ἔχει τίτλον «Ἐπιστολαί τινές». Δέν καταχωρίζονται λοιπόν εἰς τόν Δοσίθεον, τά ἅπαντα τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου ἤ τῶν λοιπῶν Πατριαρχῶν περί τοῦ Λατινικοῦ Καλενδαρίου. Ἐν τούτοις ἔχομεν ἄλλας μαρτυρίας διαψευδούσας τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν. Ὁ Μελέτιος ἀρχαῖος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὡς εἴπομεν καί ἀνωτέρω, εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν του (σελ. 402, & 9) βεβαιοῖ ὅτι πατριαρχεύοντος τοῦ Ἱερεμίου Σύνοδος Μητροπολιτῶν συνήχθη ἐν Κων/λει τῶ 1583, ἐπιδημεύσαντος καί Σιλβέστρου τοῦ Ἀλεξανδρείας, ἥτις κατέκρινε τό καινοτομηθέν ὑπό Γρηγορίου τῆς Ρώμης Καλλενδάριον. Ἔχομεν λοιπόν βεβαίωσιν ἱστορικοῦ ἀνδρός ἐπιφανοῦς, ὅτι τό 1583, ὅτε λέγει καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὅτι ἀπεστάλη ἡ πρός Ἀρμενίους ἀπάντησις τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου Β΄, συνεκροτήθη Σύνοδος ἐν Κων/λει κατακρίνασα τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον. Διατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀποσιωπᾶ τοῦτο καί άναφέρει μόνον τήν κατά τό ἔτος αὐτό ἀπάντησιν πρός Ἀρμενίους τοῦ Ἱερεμίου; Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι φυσικόν ὅτι ἀπεστάλη κατόπιν τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καί διά τοῦτο ὑπεγράφη καί ἀπό τόν Σίλβεστρον, τόν συμμετασχόντα τῆς Συνόδου. Οὐδέ ἦτο δυνατόν ἐπί τόσω σοβαροῦ ἀντικειμένου νά ἀποσταλῆ εἰς μίαν ἐπαρχίαν ἐπιστολή ἀπαγορεύουσα τήν ἀποδοχήν τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, ἄνευ προηγουμένης συγκλήσεως Συνόδου ἀποφανθείσης ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Καί ἐρωτῶμεν τόν Ἀρχιεπίσκοπον, ποῦ εἶναι τά Πρακτικά τῆς συγκροτηθείσης ταύτης Συνόδου; Δέν περιέχονται εἰς αὐτά ἀναθεματισμοί; Καί ἄλλη βεβαίωσις Ἀλλ’ ἔχομεν καί ἄλλην βεβαίωσιν. Ὁ γνωστότατος ἱστορικός συγγραφεύς Φιλάρετος Βαφείδης εἰς τόν Τόμον 3 τῆς ‘Εκκλησιαστικῆς του Ἱστορίας (σελ. 124-125) ὡς ἀνεφέραμεν καί ἀνωτέρω, γράφων περί τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου λέγει ὅτι «ἡ ἐπιστολή αὕτη ἐγράφη συνεπεία τῆς κατά τό ἔτος ἐκεῖνο συγκροτηθείσης ἐν Κων/λει Συνόδου, ἥτις καταδικάζει τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον». Διατί ὀ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν δέν ἐφρόντισεν ἐν τῆ ἱστορικῆ του ἐρεύνη ν’ ἀνεύρη τά πρακτικά καί τάς διατάξεις τῆς Συνόδου ταύτης τῆς καταδικασάσης τό Γρηγοριανόν Ἡμερολόγιον, ἀλλά ὁμιλεῖ περί μιᾶς μόνον Συνόδου ἐπί Ἱερεμίου, τῆς συνελθούσης, ὡς λέγει, κατά τό 1593, ὅτε δέν ὑπῆρχε πλέον ὁ Σίλβεστρος, ἀλλ’ ὁ Μελέτιος Πηγᾶς ἐν Ἀλεξανδρεία; Καί ἐπειδή εἰς τόν Δοσίθεον δέν εὑρίσκει παρά τούς Κανόνας τῆς Συνόδου ταύτης μή περιέχοντας ἀνάθεμα ἀποφαίνεται ὅτι ἄρα καί ἀνάθεμα δέν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τήν προηγουμένην τοῦ 1583 Σύνοδον, τήν καταδικάσασαν τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον. Ἀλλ’ ἐάν καί ἀφοῦ κατεδικάσθη καί δι’ ἀναθέματος κατά τήν πρώτην Σύνοδον τῶ 1583 ὑπό Ἱερεμίου τό Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον, δέν ὑπῆρχε λόγος νά ἐπαναληφθῆ ἠ καταδίκη ἤ τό ἀνάθεμα καί εἰς τήν Β΄ Σύνοδον, ἀλλά κατεχωρίσθη εἰς αὐτήν ὁ Α΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου «ἀσάλευτον διαμένειν βουλόμεθα τό τοῖς Πατρᾶσι διορισθέν περί τοῦ Ἁγίου Σωτηρίου Πάσχα κλπ». Καί ἐρωτῶμεν ἤδη, εἶναι ἔνοχος πλαστογραφίας ὁ μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης διότι περισυνέλεξε, τίς οἶδε διά ποίων μόχθων καί ἐκ τίνων κειμένων πρακτικῶν καί ἀποφάσεων Συνοδικῶν, πάντα τά ἀφορῶντα τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου, τά ὁποῖα συνέπτυξε ἤ τά συνεχώνευσε καί ἀπετέλεσεν ἕν κείμενον περιλαμβάνον τά οὐσιώδη μέρη τῶν ἀληθῶν καί πραγματικῶν κειμένων τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου περί τοῦ Ἡμερολογίου καί τοῦ Πάσχα ἐκδοθεισῶν, ὡς καί τοῦ Τόμου τοῦ Κυρίλλου Λουκάρεως, ἤ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι ἔνοχος ἀποσιωπήσεως καί ἀποκρύψεως τῆς ἀληθείας περί τῶν δύο Συνοδικῶν ἀποφάσεων τῶν ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Β΄ ἐκδοθεισῶν. Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων. Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων. Συμπέρασμα Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὑπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων Ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων. Καί θά ἀκούεται ἐσαεί ἐπικροτουμένη καί ἐπαναλαμβανομένη ὑπό μυριάδων στομάτων εὐσεβῶν χριστιανῶν, γνησίων Ὀρθοδόξων, ἡ ἔντονος καί καυστική φωνή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κασσανδρείας, ἡ ἐντός τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλλάδος τό πρῶτον ὑψωθεῖσα καί κράζουσα: «Ἱερόν θεωρῶ καθῆκον ... νά χαρακτηρίσω ὡς παράτολμον καί ἀντικανονικήν πρᾶξιν καί παιγνίδιον ἐν οὐ παικτοῖς τήν ἀλλαγήν, ἤ διόρθωσιν ἤ ὁπωσδήποτε ἄν ἀποκαλῶσι ταύτην τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, ὅπερ περιφρουρεῖ ὡς ἄγγελος φύλαξ, τήν πίστιν, τάς παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῶν ἀνά τό πρόσωπον τῆς γῆς διεσπαρμένων, ὅτι ἑορτάζοντες κατ’ αὐτό ἀνήκουσιν εἰς τήν μίαν καί μόνην Πρεσβυγενῆ καί ἀκαινοτόμητον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν» ΤΕΛΟΣ