Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ Ελάτε να εποπτεύσωμε τα προαύλια των Φώτων, με θεωρίες φωτοφανείς. Ας εισέλθωμε και εμείς στα ύδατα για να γίνωμε κοινωνοί της πλουσίας θείας ακτινοβολίας τους. Και αφού γίνωμε με το Άγιον Πνεύμα φωτοειδείς, ας ευφημήσωμε τον αίτιον του φωτός Ιησούν, το απαύγασμα της δόξης του Πατρός, με ολόψυχες ευχαριστίες. Αγνίζονται οι Ισραηλίτες προηγουμένως, όταν δηλαδή επρόκειτο να πλησιάσουν στο όρος το φλεγόμενον από το πυρ, βλέποντάς το πλήρες σκότους και θυέλλης, όμως και πάλι δεν ανέρχονται, επειδή αυτό δεν είναι ασφαλές, αλλά παραμένουν κάτω τρομαγμένοι από τους πολυειδείς φοβερισμούς του Θεού. Και αυτός ο Μωυσής λύει τα γήινα υποδήματά του, θέλοντας να προσεγγίση στην θεοβάδιστο γη, τότε που εμυείτο θαυμαστώς στην υψηλήν θεωρία της φλογοφόρου βάτου, η οποία προετύπωνε ένα μεγαλύτερο μυστήριο. Το ιδιο και ο Ιησούς του Ναυή, παίρνει εντολήν από τον άγγελο να μη προσεγγίση καθόλου το έδαφος εκείνο φορώντας υποδήματα, για το σεβάσμιον της αγίας γης. Αλλά και οι τρεις νεανίες τι έκαμαν; Δεν εξέθεσαν τους εαυτούς των στο παμφάγο πυρ, με ψυχές και σώματα εξηγνισμένα, τότε που η καυστική ενέργεια μετεβλήθη γι’ αυτούς σε δροσιστικήν; Με πόσον μεγάλο θαύμα αντήμειψε τους αγίους αυτούς ο Θεός. Να συνυπάρχουν δηλαδή γύρω τους την ιδίαν στιγμήν, οι δύο αυτές αντίρροπες ενέργειες! Και ο Δανιήλ, ο «ανήρ των επιθυμιών του πνεύματος»; Δεν είχε προετοιμάσει με την καθαρτική νηστεία τον εαυτόν του, και έτσι παρέμεινε στον λάκκο μαζί με τους λέοντες λαμβάνοντας πάλι το σώμα του τελείως αβλαβές; Θέλεις όμως να σου μεταφέρω τον λόγο στην Νέαν Διαθήκη; Κοίτα τον Παύλο, τον μέγα κήρυκα της αληθείας, ότι προπαρεσκευάσθη επί τρία ημερονύκτια με νηστεία και μακρές δεήσεις, και έπειτα ενεδύθη τον Χριστόν, το φως το αληθινόν. Βλέπε και τον ευαγγελιστήν Ματθαίο, πώς αξιοποίησε τα υπάρχοντά του. Απηρνήθη και αυτά, εγκατέλειψε ημιτελείς και όλες τις τελωνικές υποθέσεις, και έτσι προσήλθε να μαθητεύση στον Ιησού. Και δεν ανέφερα ακόμη τον Ζακχαίον, ο οποίος ανύψωσε πρώτα τον εαυτόν του σωματικώς και διανοητικώς, και έτσι ηξιώθη να φιλοξενήση τον Ιησού. Και μαζί με την μεγάλη του υπόσχεσιν ηξιώθη και υψηλοτέρας προσφωνήσεως. Αλλά και ο Κορνήλιος, αφού προσηυχήθη και ενήστευσε επί τετραήμερον, τότε είδε τον άγγελον ο οποίος του έφερε την ευχάριστον είδηση, και έτσι είδε τις ελπίδες του να πραγματοποιούνται. Και συ, ω φίλτατε, για να αφήσω τώρα τους άλλους, ο οποίος θέλεις να προσέρχεσαι στα θεία όχι χωρίς ευλάβεια και πολλήν προετοιμασία, θα προσέλθης έτσι απλώς, χωρίς προπαρασκευήν στο υπέρφωτο μυστήριο, δια του οποίου εγεννήθης πνευματικώς και ωνομάσθης υιός φωτός; Και δεν φοβείσαι μήπως πάθης το ίδιο με εκείνον που επιχειρεί να αντικρύση με ασθενείς οφθαλμούς τον ήλιο; Αλλά καλώς, νομίζω, προελέχθησαν και διετυπώθησαν αυτά. Εμπρός λοιπόν, ας προχωρήσωμε όπως μας είναι δυνατόν εις τα Προφώτια, και ας ιδούμε με κεκαθαρμένους οφθαλμούς πώς η θεολογία του αληθινού Φωτός, το οποίον ανέτειλε δια της Γεννήσεως, αποκαλύπτεται σταδιακώς μέχρι την ημέρα του φωτογενούς Βαπτίσματος. Ας ευχηθούμε και τώρα να φωτισθή ο νους μας, καθώς θα ακολουθή ιστορικώς τα γεγονότα, και ο λόγος να καταστή ικανός να εκφράση καταλλήλως το μυστικόν περιεχόμενο της κάθε τελετής. Μόλις λοιπόν εγεννήθη από την Παρθένον ο υπερούσιος, παρουσίασεν αγγέλους υμνωδούς του μυστηρίου. Ας το εξετάσωμε όμως βαθύτερα. Γιατί έγινε αυτό; Για να γίνη σε όλους γνωστόν ότι αυτόν τον οποίον ύμνησαν στην αρχήν της δημιουργίας των άστρων ως γενεσιουργόν οι άγγελοι, τον ίδιον υμνούν και δοξάζουν τώρα που τον βλέπουν να λαμβάνη με την γέννηση, την ιδικήν μας μορφή. Γι’ αυτό και τον αναγγέλλει σε όλους ένα άστρο, το οποίο μάλιστα φαίνεται να υπερβαίνη την φύση των άλλων αστέρων, και από τον τρόπον που κινείται και από το ότι φέγγει και κατά την ημέρα. Και πού αποσκοπεί αυτό; Στο να φανερώση ότι αυτός που εγεννήθη είναι υπερφυής, άνθρωπος μεν κατά το ορώμενον, Θεός δε κατά το νοούμενον. Από εδώ εξάγεται και το θεώρημα της περιτομής, που δεν είναι και αυτό άμοιρον θεολογίας γι αυτούς που προσπαθούν να ερευνούν. Είναι ολοφάνερο ότι το όνομα Ιησούς, που του εδόθη τότε σύμφωνα με την προαγγελία του Γαβριήλ, χαρακτηρίζει θείαν φύσιν, επειδή σημαίνει Σωτήρ. Και ας μην ανατρέχη ο θεομάχος στην συνωνυμία του με τον Ιησού του Ναυή, βιαζόμενος να δώση την ιδικήν του εξήγηση, επειδή σε εκείνον το όνομα εδόθη σχετικώς και όχι κυριολεκτικώς όπως στον Θεόν Λόγον. Διότι ούτε είναι κατά φύσιν κύριοι όλοι όσοι ονομάζονται έτσι. Πολλοί επίσης ονομάζονται θεοί, χωρίς όμως να είναι κατά φύσιν Θεοί. Αλλά ένας είναι ο Κύριος, ένας ο Θεός, ο κατά φύσιν αληθής. Έτσι και πολλοί φέρουν το όνομα Ιησούς, ένας όμως είναι ο Ιησούς, ο Σωτήρ των απάντων. Έπειτα ωδηγήθη στα Ιεροσόλυμα. Και γνωρίζουμε ποία είναι τα λόγια του Συμεών, ο οποίος τον υπεδέχθη στις αγκάλες του. Διότι «το σωτήριον του Θεού, το ητοιμασμένον κατά πρόσωπον πάντων των λαών» και το «φως εις αποκάλυψιν εθνών», και ό,τι άλλον χαρακτηρισμό του έδωσε, θεολογούνται επίσης και για τον Πατέρα. Επειδή και ο Πατήρ έχει ονομασθεί και Σωτήρ και φως από τους λογίους. Και όσα έχουν τον ίδιον χαρακτηρισμό, δηλώνουν και την ιδίαν φύση. Πράγματι και ο Υιός λέγει προς τον Πατέρα. «Πάντα τα εμά σα εστί, και τα σα εμά». Ομολογούμε δηλαδή ότι ισχύει η αντιστροφή αυτή, όσον αφορά στην ουσίαν, όχι στις διακεκριμένες μεταξύ τους υποστάσεις. Διότι αυτό το φρόνημα ανήκει στην σύγχυση του Σαβελλίου, την οποίαν έχουμε απορρίψει. Κατεβαίνει έπειτα στην Αίγυπτο και μάλιστα κρυφά. Άκου όμως τι λέγει ο Ησαϊας. «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης, και ήξει εις Αίγυπτον, και σεισθήσονται τα χειροποίητα Αιγύπτου από προσώπου αυτού». Και είναι ολοφάνερο πως εδώ εννοεί ότι αυτός που κατέβη εκεί, είναι ο σαρκωμένος Θεός. Επιστρέφει μετά από την Αίγυπτο, και επιλέγει να κατοικήση στη Ναζαρέτ, από την οποίαν έλαβε και την επωνυμία. Όμως μην ιλιγγιάσης από τους λογισμούς, ακούοντας για κάθοδο και άνοδο του Θεού, για τοπικήν κίνηση και μετάβαση. Εάν βεβαίως ο Λόγος δεν είχε λάβει σώμα, θα ήταν φυσικό να κλονίζεται ο νους και να θορυβήται. Αφού όμως έλαβε σώμα, τίποτε από αυτά δεν είναι ανήκουστο και ανακόλουθον. Διότι όπως ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί», έτσι και μεταβαίνει ο «Θεός εν σαρκί», από τον ένα τόπο στον άλλο και καταδέχεται όλα τα ιδιώματα της ενσάρκου ζωής. Αργότερα, όταν έγινε δώδεκα ετών, κάθεται μεταξύ των διδασκάλων ως ειδήμων, και καταπλήσσει με τις ερωτήσεις που τους απευθύνει, και με τις συνετές αποκρίσεις του αυτούς που τον ακούουν. Και ποίος βεβαίως θα ημπορούσε να ομιλή τόσον εξαίσια σ’ αυτήν την ηλικία, εκτός από τον σαρκωμένον Θεόν; Αλλά και όταν ανεκρίθη από την μητέρα του, η οποία τον ερωτούσε, θέλοντας να ακούση από το στόμα του να της αποκαλύπτη τον υπερένδοξο Πατέρα του, έδωσε και σ’ αυτό την απάντηση. Βλέπεις πώς με την σχηματοποίηση της διηγήσεως εφανερώθη το λογικόν περιεχόμενο των γεγονότων; Και πώς υμνήθη ο Κύριος της δόξης στο καθένα από αυτά, ωσάν κάποιος Βασιλεύς που εξέρχεται από τους ανακτορικούς θαλάμους, τα μητρικά σπλάγχνα δηλαδή, και περιοδεύει ευπρεπώς από τόπο σε τόπο; Ευλόγως λοιπόν ανέκραξε και ο υιός της βροντής Ιωάννης. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». Αλλά τι να ειπούμε και για τον προερχόμενον από την έρημον Ιωάννην, το παράδοξον αυτό και πολυπόθητο για τους Ισραηλίτες θέαμα, τον άγγελο του Θεού, ο οποίος εχειροτονήθη απόστολος πριν τους Αποστόλους; Όμως ένας τόσο μεγάλος Βασιλεύς τοιούτον στρατιώτην έπρεπε να έχη, αυτόν τον τόσο μεγάλον Προφήτην ο μέγιστος Αρχιερεύς. Και ας κατανοήσωμε ποίο και πόσο μεγάλο μυστήριον έχουμε ενώπιόν μας: επειδή ήταν ανάρμοστον, ενώ παρευρίσκεται ο νυμφαγωγός, να απουσιάζη ο νυμφίος, και ενώ η φωνή αναβοά, να μην ακούεται ο Λόγος, τι γίνεται, πώς τα οικονόμησε ο Θεός; Συστέλλεται κάπως στην αφάνεια ο Ιωάννης από την βρεφικήν ακόμη ηλικία, ζώντας υπερφυώς σαν κάποιος «λύχνος υπό μόδιον» μέσα στην έρημο. Και εκεί ακούει θείες φωνές, και αξιώνεται να ιδή θείες οπτασίες. Μυσταγωγείται στα απόρρητα και διδάσκεται, όπως τότε που ήταν ακόμη έμβρυο, ποίος είναι ο Ιησούς, ότι δηλαδή είναι Υιός Θεού, και ότι εκείνος στον οποίο θα ιδή την πνευματοειδή περιστερά να «καταβή και να μείνη επ’ αυτόν, ούτος είναι ο βαπτίσων εν Πνεύματι Αγίω». Και όταν συνεπληρώθη «το μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», και η περίοδος της τριακονταετούς παρατάσεως έλαβε τέλος, τότε ιδού «και ο λύχνος επί την λυχνίαν καιόμενος, και φαίνων πάσι τοις εν τη οικία», εάν εννοήσωμε ως οικία την Ισραηλιτικήν Συναγωγή. Επεφάνη δε τότε και το αληθινόν φως που φωτίζει τον κόσμο. Ω του θαύματος! Ο Ηλιος προς τον Αστέρα, ο Λόγος προς την Φωνήν, ο Νυμφίος προς τον Φίλον, επειδή αυτό ήταν το σχέδιο της θείας Οικονομίας, ώστε με αυτόν τον τρόπο της προσεγγίσεως να εκπληρωθή στο πρόσωπο του Ιησού «πάσα δικαιοσύνη», και για να μιλήσωμε ευαγγελικώς, «ο μεν ένας να αυξάνη, ο δε άλλος να ελαττούται». Πράγματι, πώς θα ήταν δυνατόν να μην ελαττωθή το φως του λύχνου, ή και να αποσυρθή εντελώς, αφού ήδη ο Ήλιος της δικαιοσύνης, με τα θαύματά του, αστραποβολούσε εξαίσια; Βλέπεις πόσο χρονικόν διάστημα εχρειάσθη για να ολοκληρωθή σωματικώς ο Ιησούς, κατά την διάρκειαν του οποίου υπετάσσετο στους γονείς του; «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού»! Γιατί άραγε; Όσοι είναι υψηλοί στις θεωρητικές αναβάσεις, και γνωρίζουν τα βάθη του Πνεύματος, ας δώσουν ο καθένας την ιδικήν του εξήγηση. Κατά την ιδικήν μου γνώμη όμως, για δύο λόγους: για να νομοθετήση ο νομοθέτης όλων των νομοθετών με την ιδικήν του υποταγή την υπακοή των τέκνων προς τους γονείς, και για να αγιάση όλα τα στάδια της ηλικίας, και τρίτον για να μην επιδείξη ο παντέλειος κάποια ξένην προς την ιδική μας και ανομοία βιοτήν, εφ’ όσον μάλιστα ήθελε να μας παρουσιάση τον τέλειον τρόπο ζωής. Αφού και τώρα, μολονότι είχε φθάσει στην τελείαν ανδρικήν ηλικία, ο Άρειος ετόλμησε να διακηρύξη ότι το σώμα του ήταν άψυχο, ο δε Απολινάριος, ακολουθώντας τον προηγούμενο ως προς την ασέβεια, να φλυαρήση ότι ο Κύριός μας δεν είχε νου, ο δε νέος Μανιχαίος, φθάνοντας στο αποκορύφωμα της ασεβείας, να δογματίση ότι δεν πρέπει να εικονίζεται. Και ας ιδούμε πόση είναι η διαφορά του ενός από το άλλο. Αυτός μεν που δίδει τον χαρακτηρισμό του αψύχου, αφαιρεί την ζωήν από το σώμα του Δεσπότου. Διότι ό,τι στερείται ψυχής, ευρίσκεται βεβαίως και έξω από την ζωή. Εκείνος δε που φλυαρεί ότι ο Κύριος είναι άνους, τον συναριθμεί με την άλογο φύση. Επειδή κάθε τι που δεν έχει νου είναι και άλογον. Ο άλλος δε που υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να εικονίζεται, αρνείται εντελώς την σωματικήν φύση του Δεσποτικού σώματος. Διότι αφού δεν εικονίζεται, σημαίνει ότι είναι ασώματον. Πράγματι, αν έχη σώμα, και κάθε σώμα ημπορής να το αγγίσης, και έχη κάποιο χρώμα, αναγκαίως έπεται ότι ημπορεί και να εικονισθή, εκτός βέβαια εάν περιττολογούμε. Διότι εάν δεν είναι δυνατόν να εικονισθή, τότε αναμφιβόλως εξέρχεται από τα όρια του σωματικού, και ανήκει στην φύση των ασωμάτων. Τίποτε, όπως φαίνεται, δεν ημπορεί να συγκρατήση την γλώσσα που ασεβεί, όταν υποστηρίζεται και από την δύναμη της εξουσίας. Ας ανυψώσωμε όμως το βλέμμα στις προφητικές θεοπτίες, και ας ιδούμε πώς προτυπώνεται σ’ αυτές το ιερώτατον βάπτισμα. Διότι σ’ αυτό μας καλεί η συνέχεια του λόγου. Τι λέγει λοιπόν ο Ησαϊας; Ας αναφέρωμε εκλεκτικά. «Ευφράνθητι έρημος διψώσα, ότι ερράγη (θα αναβλύση δηλαδή) εν ερήμω ύδωρ, και φάραγξ εν γη διψώση». Απευθύνεται δηλαδή στην ανθρωπίνη φύση, αυτήν που είναι έρημος όσον αφορά στην καρποφορία, η οποία προϋποθέτει πίστη και αγαθά έργα. Και ως εκ τούτου, επειδή διψά το ύδωρ της υιοθεσίας, ανέβλυσε προς χάριν της ωσάν ρεύμα ποταμού, το ύδωρ του Βαπτίσματος στον Ιορδάνη. Και τότε τι έγινε; «Και έσται η άνυδρος εις έλη», εννοεί πλουσία σε πίστη. «Και εις την διψώσαν γην, πηγή ύδατος έσται», η κρήνη αυτή της υιοθεσίας δηλαδή. «Και εκεί έσται ευφροσύνη ορνέων», εκείνων δηλαδή που αναγεννώνται με το βάπτισμα, οι οποίοι ως προς τον τρόπον της ζωής ομοιάζουν με τα όρνεα, αφού και αυτά εκ φύσεως ευχαριστούνται να διαβιώνουν στα ύδατα. Αλλά και κατά τον Γεδεών, τι είναι η πλήρης ύδατος λεκάνη; Και εδώ ο λόγος υποσημαίνει την ομοία με μήτρα κολυμβήθρα, η οποία έχει σχήμα κυκλικόν και είναι τορνευμένη από παντού, όπως η αναμαρτησία. Σ’ αυτήν εξεχύθη η ιαματική δρόσος του νοητού πόκου, η πλήρης Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναγεννώνται οι νεοτελείς παίδες του Θεού, αντικαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την «εκ σαρκός και αίματος» γέννησή τους. Και ανυψώνονται «εις άνδρα τέλειον», τόσον ώστε να κατανικούν με την Τριαδικήν λατρεία το γένος των δαιμόνων. Και κατά τον Ηλίαν όμως, τι είναι η τριπλή έκχυσις του ύδατος επάνω στο θυσιαστήριο και στο ολοκαύτωμα; Θεωρώ ότι φανερώνει ή την τριττήν υπόσταση της θείας μακαριότητος, την οποίαν επικαλείται ο ιερεύς κατά το βάπτισμα, ή την τριττήν κατάδυση του βαπτιζομένου. Και ο Νεεμάν ανέρχεται από το ύδωρ, σύμφωνα με την διαταγήν του ‘Ελισαίου, πλήρως καθαρισμένος. «Επέστρεψε», λέγει, «η σαρξ αυτού ως σαρξ παιδαρίου μικρού, και εκαθαρίσθη». Το θαύμα αυτό συμβολίζει την πλήρη απαλλαγήν του βαπτιζομένου από τις πληγές των αμαρτιών, και σημαίνει ότι αυτός ανέρχεται από το ύδωρ με ψυχήν καθαρισμένη από κάθε κηλίδα των προηγουμένων πλημμελημάτων. Εάν μάλιστα θέλης να μάθης και το άμισθον της πνευματικής αναγεννήσεως, άκου τον Ησαϊα που λέγει: «Οι διψώντες, πορεύεσθε εφ’ ύδωρ και όσοι μη έχετε αργύριον, βαδίσαντες αγοράσατε, και φάγετε και πίεσθε άνευ αργυρίου και τιμής». Όποιος δηλαδή επιθυμεί κάποιο χάρισμα, ακόμη και αν δεν το λάβη, εκέρδισε ζωήν. Αλλά αυτά ούτως ή άλλως λαμβάνονται και μετέχονται εδώ μερικώς. Και η ιδική μου δε πτωχή διάνοια προσεκόμισε ανάλογο με την δεκτικότητά της αφιέρωμα στα προεόρτια. Συ όμως παρακαλώ, κοίτα τι γεγονότα θαυμαστά παρατηρούνται. Οι κολυμβήθρες έχουν γεμίσει από ύδατα. Βλέπουμε τις πηγές και τις κρήνες, τους ποταμούς και τις λίμνες να έχουν γίνει δοχεία του Πνεύματος. Η φύσις των υδάτων ανυψώθη σε τιμήν υπέρτιμον. Φώτα πολύμορφα που ομοιάζουν με αστέρια ετοιμάζονται να λαμπρύνουν όλη την γη, κατά την ιεράν εκείνη νύκτα. Σε κάθε δε πόλη και χώραν υπάρχουν κήρυκες της Εκκλησίας, οι οποίοι ιερατεύουν τα θεία και υψηλά αυτά μυστήρια, και αγιάζουν τα ύδατα δια της επιφοιτήσεως σε αυτά του Αγίου Πνεύματος. Είθε με την μετάληψιν αυτών να αγιασθούμε και εμείς, και να φωτισθούμε αυτήν την ημέρα από το παμφαές Πνεύμα, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.Αμήν».

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ Γράφει ὁ νεοημερολογίτης Μητροπολίτης Ἠλείας Γερμανός περί τοῦ Χριστοφόρου Παπουλάκου: «.... Έπειτα υπάρχουν εις βάρος του τρεις Εγκύκλιοι της Ι.Συνόδου, της 15ης και 26ης Μαίου 1852 και της 9ης Ιουνίου 1852, δια των οποίων ούτος καταγγέλλεται εις το Ελληνικόν λαόν, ως «λήρους ασέμνους και σκανδαλώδεις εξερευγόμενος και ψευδοπροφητείας περί επικείμενον σεισμόν». Αι Εγκύκλοι αυταί της Ι.Συνόδου υφίστανται ακόμη και δεν έχουν ανακληθή. Επίσης παρά την ταραχώδη ζωή του, την εκ πολλών χιλιάδων οπαδών του, εξ ων πολλοί ένοπλοι, εκοιμήθη και παρέμεινε έκτοτε λησμονημένος στην Μονή Παναχράντου Άνδρου, εις την οποίαν είχεν υπό της Εκκλησίας εξορισθή». Ἡμεῖς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηροῦμεν τά ἑξῆς: Τό γεγονός ὅτι ὁ ὁσιώτατος Μοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος τά ἔβαλε μέ τό τότε ἐκκλησιαστικόν κατεστημένον καί ἐστάλη εἰς ἐξορίαν ἀπό Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ξεχάσει ὡσάν τούς σημερινούς, ὅτι εἶναι Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί ἐνήργουν ὡς «μισθωτοί» ποιμένες καί ὑπάλληλοι τῆς Πολιτείας καί ἐξουσιασταί κατά τά δυτικά παπικά καί προτεσταντικά πρότυπα, καί τῶν ὁποίων τό κύριον μέλημα ἦτο ὁ ἐκδυτικισμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, (καθ’ ἡμᾶς εἶναι οἱ πρόδρομοι τοὺ οἰκουμενιστικοῦ νεοημερολογιτισμοῦ, τοῦ ὁποίου μή ξεχνῶμεν προηγήθη ἀπό τόν ΙΣΤ αἰῶνα ὁ οὐνιτικός νεοημερολογιτισμός) ἀποδεικνύει τόν Χριστόφορον Παπουλάκον θερμουργόν τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπερασπιστήν καί πρόμαχον, τήν δέ τότε Ἱεραχίαν ἀναξίαν νά ἐπιτελέση τήν ἱεράν ἀποστολήν Της. Αὐτή ἡ περίπτωσις μοῦ θυμίζει τά λόγια τοῦ Ἀγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: «Ὅταν οἱ ‘Επίσκοποι παρανομοῦν οἱ μοναχοί ἐχέτωσαν τόν λόγον» καί τά παρόμοια λόγια τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ Η ΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΣ ΕΠΩΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΗΣ

Παρακλητικός Κανών εις την Αγία και Θαυματουργό εικόνα της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου της Επονομαζόμενης Προυσιώτισσης Ποίημα Διονυσίου Ιερομονάχου Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα ἀναγινώσκοντες τὸν ΡΜΒ΄ (142) Ψαλμόν. Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τὸ πρωὶ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοί ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου· ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον. Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σου εἰμι. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχος α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχος β΄. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τὸ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Στίχος γ΄. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Κατόπιν τὰ Τροπάρια· Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ. Τὴν χαριτόβρυτον πιστοῖ τῆς Παρθένου, θείαν Εἰκόνα προσκυνοῦντες ἐν πίστει, χαρμονικῶς ὑμνήσωμεν βοῶντες αὐτῆ· χαίροις ὁ ἀέναος ποταμὸς τῶν θαυμάτων, πίστει τοὺς προστρέχοντας, ἅπαντας καταρδεύων, τὴν προστασίαν ἔχοιμεν τὴν σήν, θλίψεσι πάσαις, εἰκὼν θαυματόβρυτε. Δόξα. Καὶ νῦν. Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σοῦ, σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν. Ὁ Ψαλμὸς Ν´(50) Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἐλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου. Κύριε τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἂν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ· τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους. Καὶ ἀρχόμεϑα τοῦ Κανόνος. ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Αρματηλάτην Φαραώ. Ἀπὸ χειλέων ῥυπαρῶν ἐφύμνιον, δέξαι νῦν μόνη Ἁγνή, ὡς πρὶν ὁ υἱός σου, ὁ Θεὸς καὶ πλάστης μου, τῆς χήρας κατεδέξατο, τὰ λεπτὰ καὶ τὴν λύσιν, τῶν ὀφλημάτων παράσχου μοι, ἵνα κατὰ χρέος γεραίρω σε. Ἐπιδρομαὶ τῶν ἀλαστόρων θλίβουσιν, Ἑλλάδα τὴν ταπεινήν, καὶ πολλαὶ κακώσεις, εὔροσαν τοὺς δούλους σου, ἡμᾶς θεοχαρίτωτε, ἀλλὰ τῇ θεαυγεί σου, Εἰκόνι πόθῳ προστρέχοντες, λύσιν τῶν δεινῶν ἐξαιτούμεθα. Ὁ σὸς λαὸς ἐπὶ τὸ σὸν κατέφυγεν, Ἐκτύπωμα ἱερόν, καὶ εὐλαβῶς τοῦτο, προσκυνεῖ δεόμενος μὴ οὖν παρίδῃς ἄχραντε, τὰς αὐτοῦ τυραννίας, αἰχμαλωσίας δημοσιεύσεις τε, ἃς κακούργων πάσχει ὠμότητι. Εὐλογημένη ἡ Θεὸν κυήσασα, τοῦτον δυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν σῶν δούλων, τῶν δεινὰ καὶ οἴκτιστα, πασχόντων Παναμώμητε, ἐξ ἰδίων πταισμάτων, καὶ ὑπερφώτῳ Εἰκόνι σου πίστει προστρεχόντων πανάχραντε. ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος. Τῆς Ἑλλάδος τὴν ζάλην, καὶ τὰ φρικτὰ κύματα, τὰ ἐπαπειλοῦντα σοῖς δούλοις, ἄρδην τὸν ὄλεθρον, τρέψον Πανύμνητε, εἰς βαθυτάτην γαλήνην, τῷ ἀμάχῳ σθένει σου, ὡς ταύτης πρόμαχος. Τοὺς ἐν τῆδε τῇ ποίμνῃ, τῇ σῇ ἁγνῇ Δέσποινα, πάσης ἐπηρείας τοῦ βίου καὶ περιστάσεως, τήρει ἀπήμονας, ἀλλὰ καὶ ταύτην συντήρει, σῇ δυνάμει ἄτρωτον, ὦ Παναμώμητε. Οὐκ ἰσχύει Παρθένε, τὸ ἀχανὲς πέλαγος, τῶν σῶν θαυμασίων καὶ ξένων, γλῶσσα ἡ βρότειος, ἐκδιηγήσασθαι, ἆ καθ’ ἑκάστην δεικνύεις, τοῖς πιστῶς προστρέχουσι θεία Εἰκόνι σου. Τῶν δαιμόνων ἐφόδους, καὶ τὰς πικρὰς Δέσποινα, καὶ πολυχρονίους σῶν δούλων, νόσους ἀπέλασον, ἵνα δοξάζωμεν, ἀνευφημοῦντές σε πόθῳ, ἣν ἀγγέλων ἄϋλοι γλῶσσαι γεραίρουσι. Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σε καταφεύγομεν, ὡς ἄῤῥηκτον τεῖχος καὶ προστασίᾳ. Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος. Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα. Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν. Πρεσβεία θερμὴ καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον, ἐλέους πηγή, τοῦ κόσμου καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμεν σοι· Θεοτόκε Δέσποινα πρόφθασον, καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη ταχέως προστατεύουσα. ᾨδὴ δ΄. Σύ μου ἰσχὺς Κύριε. Κτήσον Ἁγνή, τὸν πολυτάραχον κλύδωνα, καὶ τὸν σάλον τὸν ἐπεγειρόμενον, κατὰ τῆς σῆς, ποίμνης τῆς οἰκτράς, καὶ ἀθλίως ταύτην καταβυθίζοντα ἅπασαν, βυθῶ τῆς ἀπωλείας, παγκρατεῖ σου δυνάμει, τῆς σῆς χάριτος μόνη Πανύμνητε. Τίς ἐξειπεῖν, ὦ Ὑπερένδοξε Δέσποινα, ἐξισχύει, τὰς τερατουργίας σου, τὰς ὑετοῦ, πόντου τε αὑτοῦ, σταγόνας καὶ ψάμμον, ὑπερβαινούσας τρανώτατα; ὡς Μήτηρ γὰρ Ὑψίστου, τὸ σθένος κεκτημένη, πάντα πράττεις ἐν μόνῳ τῷ βούλεσθαι. Τὰ πονηρά, Κόρη πανάχραντε πνεύματα, τοὺς σοὺς δούλους, καταδυναστεύοντα, καὶ ἀφειδῶς, ἄγχοντα αὐτούς, ἀπέλασον τάχος, ἀλλὰ καὶ κίνδυνον ἅπαντα, καὶ νόσους ἀνιάτους, ἐκδίωξον σῶν δούλων, ἵνα σὲ κατὰ χρέος δοξάζωμεν. Σύ μου ἰσχύς, σύ μου καὶ δύναμις Δέσποινα, ἐκβοᾷ σοι· ὁ ταλαιπωρούμενος, ὑπὸ δεινῆς νόσου τληπαθώς, καὶ τῇ σῇ Εἰκόνι, προσπίπτει ἐπικαλούμενος, θεράπευσόν με Κόρη, πανταχοῦ καὶ κηρύξω, τὴν ὀξεῖαν σου Ἄχραντε δύναμιν. ᾨδὴ ε΄. Ἵνα τι με ἀπώσω. Στεναγμοὶ τῆς σῆς ποίμνης, θρῆνοι τε καὶ δάκρυα νῦν ἐπληθύνθησαν· αἱ γὰρ ἀνομίαι κεφαλὴν τὴν αὐτῆς ὑπερήραντο, ἄξια γοῦν ὄντως, ὧν περ εἰργάσατο ἀφρόνως, τὰ ἐπίχειρα ἤδη κομίζεται. Τὴν ὀργὴν τοῦ Υἱοῦ σου, καὶ τὴν ἀγανάκτησιν Παρθένε πρόφθασον, ἐξιλεουμένη, μητρικαῖς σου πρεσβείαις μητρόθεε, ἵνα μὴ εἰς τέλους, ἀθλίως ποίμνην ἐξαλείψῃ, σὴν τιμῶσαν, Εἰκόνα ὑπέρτιμον. Νοσηλείας καὶ πάθῃ, χαλεπὰς παρέσεις τε, ὦ Ὑπερένδοξε, καὶ ἀρθρῖτιν νόσον, τὴν δονούσαν τὸν νοῦν καὶ διάνοιαν, τῶν ἀνθρώπων Κόρη, τῇ θεϊκῇ σου δυναστεία, κατακοίμησον τάχος δεόμεθα. Πειρασμῶν καὶ κινδύνων, καὶ δεινῶν κακώσεων, Κόρη τοὺς δούλους σου, τοὺς πιστῶς τιμῶντας καὶ τὴν σὴν προσκυνοῦντας πανσέβαστον, Πάναγνε Εἰκόνα, δεῖξον Παρθένε ἀνωτέρους, καὶ περίσῳζε μόνη πανάχραντε. ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν. Τῷ θείω σου νῦν ναῷ προστρέχομεν, οἱ παντίαις συνεχόμενοι νόσοις, πίστει θερμῇ, τὴν Εἰκόνα σου Κόρη, τὴν θαυματόβρυτον κατασπαζόμενοι, καὶ πάντων δὴ τῶν δυσχερῶν, θᾶττον λύσιν Ἁγνὴ κομιζόμεθα. Ἐνώτισαι νῦν ἡμῶν Πανύμνητε, τὰς δεήσεις τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων, ὅτι δειναί, τῶν κακῶν τρικυμίαι, περιεκύκλωσαν ἡμᾶς ὦ Μητρόθεε, καὶ ὄλεθρον τὸν παντελῆ, ἀπειλοῦσι διὸ τούτων λύτρωσαι. Εἰκόνα σου τὴν σεπτὴν Ὑπέραγνε, προσκυνοῦντας εὐλαβῶς τοὺς σοὺς δούλους, ῥῦσαι δεινῶν καὶ παντοίων κινδύνων, καὶ ἐξ ἐχθρῶν ἀοράτων Πανύμνητε, καὶ ὁρωμένων τῶν δεινῶς, τυραννούντων ἡμᾶς Παναμώμητε. Συνάχθητε τῆς Ἑλλάδος θρέμματα, καὶ προσπέσατε ἐξ ὅλης καρδίας, τῇ φωταυτῇ τῆς Πανάγνου Εἰκόνι, περιπαθῶς ἐξαιτοῦντες τὰ πρόσφορα, καὶ τεύξεσθε ὡς ἀληθῶς, παρ’ αὐτῆς τὰ αἰτήματα χαίροντες. Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄῤῥηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν. Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν. Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον. Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε, μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς· ἀλλὰ πρόφθασον ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς κραυγαζόντων σοι· τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε τῶν τιμώντων σε. Προκείμενον. Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματος σου ἐν πάσῃ γενεὰ καὶ γενεά. (δὶς) Στίχος. Ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἰδέ, καὶ κλῖνον τὸ οὕς σου, καὶ ἐπιλαθοῦ τοῦ λαοῦ σου, καί τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου. Καὶ ἐπιθυμήσει ὁ Βασιλεύς τοῦ κάλλους σου. Τοῦ ὀνόματος σου μνησθήσομαι ἐν πάσῃ γενεὰ καὶ γενεά. Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν. (Κεφ. α´ 39 – 49, 56). Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰούδα· καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. Καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. Ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Δόξα. Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Παναχράντου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. Στίχος. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἦχος πλ. β΄ Ὅλην ἀποθέμενοι. Μὴ παρίδῃς δέησιν, τῶν ἀναξίων σῶν δούλων, Παναγία Δέσποινα, ἀλλὰ δέξαι τάχιστα, καὶ βοήθησον, θλίψεις γὰρ πάσχομεν, φέρειν οὐ σθένομεν, τῶν δαιμόνων τὰ τοξεύματα, σκέπην οὐκ ἔχομεν, οὐ δε που φυγεῖν οἱ πανάθλιοι· πάντοθεν πολεμούμενοι, καὶ παραμυθία οὐκ ἔστι πλήν σου, Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἐλπὶς καὶ προστασία τῶν πιστῶν, μὴ παραβλέψης τὴν δέησιν, τῶν παρακαλούντων σε. Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου… Κύριε, ἐλέησον (ιβ΄) ᾨδὴ ζ΄. Παῖδες Ἑβραίων. Θλίψεις, ὀδύναι καὶ κακώσεις, ἤδη εὔρωσαν Ἑλλάδα τὴν ἀθλίαν, καὶ πιστῶν σου Ἁγνή, τὸ πλήρωμα βοᾶ σοι· ῥῦσαι ἡμᾶς Πανύμνητε, τῆς δεινῆς πανωλεθρίας. Θραῦσον Παρθένε τῶν ἀνόμων τὰ φρυάγματα καὶ τὰς ὁρμὰς Κυρία, τὰς ἀτάκτους αὐτῶν, ἡμᾶς δε τοὺς σοὺς δούλους, εἰρήνευσον ἀείποτε, εἰς αἰῶνας σε ὑμνοῦντας. Σκέπη Παρθένε τοῖς σοῖς δούλοις, καὶ ἀντίληψις γενοῦ καὶ σωτηρίᾳ, τοῖς ἐν πίστει τῇ σῇ, προστρέχουσιν Εἰκόνι, καὶ πειρασμῶν καὶ θλίψεων, ἐξελοῦ ἡμᾶς Κυρία. Πάθῃ ποικίλα πυρετούς τε, καχεξίας τε καὶ νόσους ἀνιάτους, τῇ ἀμάχῳ σου νῦν, καὶ θεία προστασίᾳ, σῶν δούλων ἐξοστράκισον, ὑπερένδοξε Κυρία. ᾨδὴ η΄. Τὸν ἐν ὄρει ἁγίῳ. Τὴν Εἰκόνα, τὴν σὴν καταπλουτοῦντες Θεομῆτορ πηγὴν θαυμάτων ξένων, τῷ σῷ ναῷ προστρέχοντες λαμβάνομεν, σώματος τὴν ῥῶσιν, καὶ ψυχῆς ὁμοῦ τε ἁγνὴ Παρθενομήτωρ. Ὡς τυφλοῖς τε τὸ φῶς σὺ ἐδωρήσω, καὶ πεσόντας ἐξ ὕψους ἐλυτρώσω, καὶ νῦν ἡμῶν καταύγασον τὰ ὄμματα, τῶν ἐσκοτισμένων, καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀνάστησον τοῦ χάους. Οἱ ἐν νόσοις, Παρθένε ἀνιάτους, ἰατῆρά σε ἔχομεν ἐν πάσαις, σκέπη τῇ σῇ διὸ νῦν καταφεύγομεν, ἴασιν ἀφθόνως, Πάναγνε παράσχου, ἡμῖν τοῖς σοῖς οἰκέταις. Τοὺς παντοίοις δεινοῖς ἐνοχλουμένους, καὶ Εἰκόνι τῇ σῇ προσερχομένους, Παρθενομήτωρ λύτρωσιν τοὺς δούλους σου, τρέπουσα ἐν τάχει, εἰς χαρὰν βαθεῖαν τὴν τούτων ἀθυμίαν. ᾨδὴ θ΄. Ἐξέστη ἐπὶ τούτῳ. Τὸ πένθος τῆς Ἑλλάδος καὶ κατηφές, εἰς χαρὰν μεταποίησον Ἄχραντε, καὶ χαρμονήν, ὅτι σὲ προστάτιν ἐν πειρασμοῖς, λιμένα τε πανεύδιον, κέκτηται ἐν σάλῳ τῶν συμφορῶν, ἐλπίδας σωτηρίας, πρὸς σε Κυρία πάσας, ἀνατιθεῖσα Ὑπερένδοξε. Συντήρει σοὺς θεράποντας Ἀγαθή, πειρασμῶν καὶ κινδύνων καὶ θλίψεων καὶ συμφορῶν, χαλεπῶν ὁρμῶν τε τῶν ἐναγῶν, καὶ μιαιφόνων Ἄχραντε, τῶν κατατρυχόντων ἡμᾶς ἀεί, τοὺς θείους σου τιμῶντας, Εἰκόνα μετὰ πόθου, καὶ προσκυνοῦντας Κόρη πάναγνε. Ποικίλας νοσηλείας καὶ χαλεπάς, πυρετούς, ποδαλγίας, παρέσεις τε καὶ δυσμενοῦς, ἐπηρείας πάσας καὶ προσβολάς, σῶν οἰκετῶν Πανύμνητε, ἐκποδὼν νῦν ποίησον Ἀγαθή, τῷ πόθῳ προσιόντων, Εἰκόνι τῇ σεπτῇ σου, καὶ σε πιστῶς τιμώντων Πάναγνε. Μονὴν τὴν θαυμασίαν σου καὶ κλεινήν, ἣν εἰς θείαν κατοίκησιν Ἄχραντε, τὴν σὴν ἀεί, Κόρη ἠρετίσω καὶ τοὺς αὐτῆ, ἀσκητικῶς μονάζοντας, πάντιμον Εἰκόνα σου καὶ σεπτήν, ὡς ὄλβον κεκτημένους, καὶ πύργον ἀσφαλείας, κινδύνων σῷζε Παναμώμητε. Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν. Καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια, Δεῦτε τὴν Εἰκόνα τὴν ἱεράν, τῆς Προυσιωτίσσης, ἀσπασώμεθα εὐλαβῶς, βρύουσαν παντοίων, νόσων καὶ πάσης βλάβης, ῥῶσιν δαψιλεστάτην, καὶ χάριν ἄφθονον. Σφαίρας οὐρανίους φωταγωγεῖς, ἀχράντῳ οἰκήσει, τὴν ὑδρόγειον δε βολαῖς, ἀῤῥήτων θαυμάτων αὐγάζεις ὅθεν πίστει, πάντες σὲ προσκυνοῦμεν, ὦ Προυσιώτισσα. Τυφλοῖς τὴν ἀνάβλεψιν καὶ κωφοῖς, τὴν εὐηκοΐαν, καὶ ἀλάλοις λύσιν γλωσσῶν, νέμεις Θεοτόκε, πιστῶς σου δεομένοις, βαβαὶ σῶν θαυμασίων, Κόρη μητράνανδρε. Ὕδωρ ἀνεπήγασας θαυμαστώς, ἐκ πέτρας ἀνίκμου, Θεοτόκε τῇ σῇ Μονῇ, ἐξ οὗ οἱ πιόντες, ἡδύτητος πληροῦνται, Χριστὸν ὑμνολογοῦντες, καὶ σὲ δοξάζοντες. Πάσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς. Τὸ Τρισάγιον Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (Τρίς). Δόξα Πατρί, καὶ Υἱῷ, καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς· Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν· Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον. Δόξα Πατρί, καὶ Υἱῷ, καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Καὶ τὰ Τροπάρια ταῦτα. Ἦχος πλ. β΄. Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς. Δόξα. Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπὶ σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μὴ ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδὲ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός σου, πάντες ἔργα χειρῶν σου καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπικεκλήμεθα. Καὶ νῦν. Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς σὲ μὴ ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διὰ σοῦ τῶν περιστάσεων, σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν. Καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον. Ἦχὸς α΄. Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης. Τῆς Ἑλλάδος ἀπᾴσῃς σὺ προΐστασαι πρόμαχος, καὶ τερατουργὸς ἐξαισίων, τῇ ἐκ Προύσης Εἰκόνι σου, πανάχραντε παρθένε Μαριάμ, καὶ γὰρ φωτίζεις ἐν τάχει τοὺς τυφλούς, δεινοὺς τε ἀπελαύνεις δαίμονας, καὶ παραλύτους δε συσφίγγεις Ἀγαθή· κρημνῶν τε σῴζεις καὶ πάσης βλάβης τοὺς σοι προστρέχοντας· δόξα τῷ σῷ ἀσπόρῳ τοκετῷ, δόξα τῷ σε θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σου τοιαῦτα τέρατα. Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἣν ψάλλομεν τὰ ἑξῆς· Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου. Πάντων τῶν τιμώντων σου Ἁγνή, τὴν σεπτὴν Εἰκόνα καὶ πίστει, ἀσπαζομένων αὐτήν, Ἄχραντε προΐστασαι, ὡς προστασίᾳ πιστῶν, λυτρουμένη τῶν θλίψεων, αὐτοὺς καὶ κινδύνων, ὅθεν σοι προσπίπτομεν, ταύτην τιμῶντες σεπτώς, Μῆτερ καὶ βοῶμεν ἐν πίστει· ῥῦσαι καὶ ἡμᾶς τοὺς σοὺς δούλους, πάντων τῶν δεινῶν τε καὶ κακώσεων. Πάντων προστατεύεις Ἀγαθή, τῶν καταφευγόντων ἐν πίστει τὴν κραταιᾷ σου χειρί· ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν, ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεόν, ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν, ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι, ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου· ὅθεν σοι προσπίπτομεν, ῥῦσαι, πάσης περιστάσεως τοὺς δούλους σου. Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως. Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου. Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ Τη Τετάρτη της Ε΄ Εβδομάδος εις την Τριθέκτην αναγινώσκομεν το ανάγνωσμα εκ του Ησαίου 4,14: «… Σύ δε Ισραήλ παίς μου Ιακώβ, ον εξελεξάμην, σπέρμα Αβραάμ, ον ηγάπησα. Ου ἀντελαβόμην απ’ ακρων της γης, και εκ των σκοπιών αυτής εκάλεσά σε, και ειπον σοι. Παίς μου ει, εξελεξάμην σε, και ουκ εγκατέλιπόν σε, μη φοβου. Μετά σού γάρ ειμί, μη πλανω. Εγω ειμί Θεός σου ο ενισχύσας σε, και εβοήθησά σοι, και ησφαλησάμην σε τη Δεξιά μου τη δικαία. Ιδού αισχυνθησονται και εντραπήσονται πάντες οι αντικείμκενοί σου, εσονται γάρ ως ουκ οντες, και απολούνται πάντες οι αντίδικοί σου. Ζητησεις αυτούς, και ου μη ευρης τους ανθρωπους, οι παροινήσουσιν εις σε. Εσονται γάρ ως ουκ οντες, και ουκ εσονται οι αντιπολεμούντες σε. Ότι εγω ο Θεός ο κρατων της δεξιάς σου, ο λέγω σοι: Μη φοβού εγω βοηθός σου. Μη φοβού Ιακώβ ολιγοστός Ισραήλ. Ω Εγω εβοήθησά σοι, λέγει ο Θεός, ο λυτρούμενος σε, ο Αγιος του Ισραήλ. <<Η Εκκλησία δεν βρίσκεται εκεί όπου βρίσκονται αυτοί οι οποίοι την διοικούν, οι πατριάρχες, οι επίσκοποι, οι σύνοδοι, αλλά εκεί που υπάρχει η σωτήρια ομολογία της Πίστεως. Τις συνόδους δεν τις νομιμοποιεί ο συγκαλών και οι συγκαλούμενοι, αλλά << η των δογμάτων Ορθότης>>. (π.Θ. Ζήσης). Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΕΘΕΣΕ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟΝ ΤΑ ΑΘΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΩΤΙΚΑ Οι Τρεις Ιεράρχαι του 4ου αιώνος, ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος θεολόγος και ο Ιωάννης Χρυσόστομος, με την έξοχη ελληνική παιδεία τους, όπως και ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς τον 14ο αιώνα, δεν επέτρεψαν την οπισθοδρόμηση προς ένα νοσηρό κλασικισμό που τοποθετεί το κτιστό πάνω από το άκτιστο, την ανθρώπινη σοφία πάνω από την θεϊκή σοφία, τα άθεα γράμματα πάνω από τα θεωτικά, όπως έλεγε ο όσιος μοναχός Χριστόφορος Παπουλάκος, βλέποντας την εσφαλμένη πορεία που ακολούθησαν μετά το 1821 οι δυτικοτραφείς λόγιοι και κληρικοί υιοθετώντας πλήρως τις θέσεις των Ευρωπαίων Διαφωτιστών. (π. Θεόδωρος Ζησης) ΤΙ ΦΟΒΑΤΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ. Μια μέρα, λοιπόν ενας γέροντας βλέπει ένα δαίμονα και τον ρωτά: -Τι είναι αυτό που σας φοβίζει περισσότερο απ’ όλα και σας κάνει να τρέμετε; Κατά παραχώρηση Θεού, ο δαίμονας του απάντησε: – Εσείς οι Χριστιανοί έχετε τρία πράγματα που, αν τα χρησιμοποιήσετε σωστά, τότε εμείς δεν μπορούμε να σας πειράξουμε. – Και ποια είναι αυτά τα τρία πράγματα; τον ρώτησε με απορία ο Γέροντας. -Το πρώτο το λούζεστε (εννοούσε το Βάπτισμα και το Μυστήριο της Μετανοίας). Το δεύτερο το τρώτε (εννοούσε τη θεία Κοινωνία). Το τρίτο το φοράτε πάνω σας (εννοούσε το Σταυρό). *Γι’ αυτό, λοιπόν, όσες φορές εμείς εξομολογούμαστε, κοινωνάμε και σφραγίζουμε το σώμα μας με το σημείο του Τιμίου Σταυρού, οι δαίμονες φρίττουν και φοβούνται. Σε μια εποχή που η κοινωνία παραπαίει ανάμεσα στην αδικία, την ατομοκεντρικότητα και την πνευματική σύγχυση, το μεγαλύτερο έλλειμμα είναι αυτό του πνευματικού πλούτου, το έλλειμμα της αγάπης και της γνώσεως του Θεού. Αν θέλουμε να αλλάξει η ζωή μας, και μαζί με εμάς σταδιακά όλος ο κόσμος, τότε οφείλουμε να ανακαινίσουμε τον έσω άνθρωπο, να προσκαλέσουμε και να δεχτούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό, που είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. (Αγνωστου) Ο ἅγιος Ἰωάννης ο Χρυσόστομος: «Ἐχθροὺς γὰρ τοῦ Θεοῦ, οὐ μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῆ φωνῇ ἀπεφήνατο» (P.G. 99. 1049 Α). Καί ἀλλοῦ λέγει: «Ἄλλοι μὲν ἐναυάγησαν περὶ τὴν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δὲν ἀσπάσθηκαν τὴν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μὲ τοὺς λοιποὺς λόγῳ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A). Ὁ ἅγ. Μᾶρκος σέ ἐπιστολή του ἀπό τήν Λῆμνο ὅπου ἦτο ἐξόριστος, πρός τόν ἱερομόναχο Θεοφάνη εἰς τόν Εὔριπον λέγει τά εξής: «Διαπεράσας οὖν εἰς τήν Καλλίπολιν καί διερχόμενος διά τῆς Λήμνου ἐκρατήθην ἐνταῦθα καί περιωρίσθην παρά τοῦ βασιλέως. Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται, τρέχει δέ μᾶλλον καί εὐοδοῦται • καί οἱ πλείονες τῶν ἀδελφῶν τῇ ἐμῇ ἐξορίᾳ θαρροῦντες βάλλουσι τοῖς ἐλέγχοις τούς ἀλιτηρίους καί παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῶν πατρικῶν θεσμῶν, καί ἐλαύνουσι πανταχόθεν αὐτούς ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύειν ὅλων αὐτῶν ὡς Χριστιανῶν» (Σπ. Π. Λάμπρου, Παλαιολόγεια καί Πελοποννησιακά, τόμ. Α΄, σελ. 21). Δηλαδή περιγράφει την εξέγερσιν και αποτείχισιν πολλῶν κληρικῶν, ἀπό τούς λατινόφρονες Ἐπισκόπους, η οποία εἶχε πάντοτε ὡς γνώρισμα τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τῆς μνημονεύσεως «μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύειν ὅλων αὐτῶν ὡς Χριστιανῶν». Άγιος Λαυρέντιος "Βλέπετε, πόσο πανούργα και ύπουλα προετοιμάζεται όλο αυτό το κακό; Όλοι οι Καθεδρικοί ναοί τότε θα είναι υπερβολικά θαυμάσιοι, όπως ποτέ πριν τα περασμένα χρόνια, αλλά δεν πρέπει εσείς τότε, να μπαίνετε στους ναούς αυτούς, για την αναίμακτη θυσία τού Ιησού Χριστού. Προσέξτε και θυμηθείτε ! Θα υπάρχουν τότε Εκκλησίες, αλλά οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πρέπει να παρευρεθούν μέσα σ΄ αυτές. Όσοι θα μπαίνουν εκεί, θα συναθροίζονται ως πλήρη "Σατανική συναγωγή Επαναλαμβάνω για μία ακόμη φορά, προσέξτε, γιατί κανείς δεν πρέπει να παρευρεθεί σ΄ εκείνους τούς Καθεδρικούς ναούς. Δεν θα υπάρξει καμία επιείκεια από τον Χριστό, σ΄ αυτούς πού θα πάνε τότε, εκεί μέσα..." Άγιος Γερμανός Β΄ Κωνσταντινουπόλεως "Εξορκίζω όλους τους λαϊκούς, όσοι είστε γνήσια τέκνα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, να φεύγετε ολοταχώς από τους ιερείς που υπέπεσαν στην υποταγή στους Λατίνους, και μήτε σε εκκλησία να συγκεντρώνεστε μαζί τους, μήτε να παίρνετε οποιαδήποτε ευλογία από τα χέρια τους. Είναι καλύτερα να προσεύχεσθε στο Θεό στα σπίτια σας μόνοι, παρά να συγκεντρώνεστε στην εκκλησία μαζί με τους Λατινόφρονες. Ει’ δ’ άλλως, θα υποστήτε την ίδια κόλασι μ’ αυτούς". (Άγιος Γερμανός Β΄ Κωνσταντινουπόλεως 1222-1240). Η ΚΑΚΗ ΚΑΙ Η ΚΑΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ "Από μεν την κακή γυναίκα τίποτε δεν υπάρχει χειρότερο, από δε την καλή κανένα άλλο δεν επλάστηκε ανώτερο σ' αξία αγαθό." Ευριπίδης ΣΕ ΠΟΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΝΗΚΕΙΣ; «Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Σε αυτήν του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας ή της Ιερουσαλήμ; Τότε ο δίκαιος απάντησε σοφά: «Ο Κύριός μας Χριστός χαρακτήρισε Καθολική Εκκλησία εκείνη την Εκκλησία, η οποία διατηρεί την αληθινή και ομολογιακή παρακαταθήκη της πίστης. (αγίου Μαξίμου Ομολογητού) Περί προσευχης Νά επιμένετε στην προσευχή, γιατί δέν αρκεί καθαρός καί ἁγνός βίος, ἄν δέν ὑπάρχει μαζί μέ αυτόν καί ἡ προσευχή" (Ἅγιος 'Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος) Μοναχός εστίν Κατά τον Ευάγριο τον Ποντικό «μοναχός εστιν ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος». Λόγοι Ρώσων Γερόντων Οδηγίες για καθημερινή ενασχόληση: 1. Οταν σηκώνεσαι από τον ύπνο η πρώτη σου σκέψη πρέπει να στραφεί στο Θεό, ο πρώτος σου λόγος πρέπει να’ ναι προσευχή στο Θεό – τον Πατέρα και Δημιουργό σου. 2. Να μετανοείς και να δοξολογείς το Θεό που δεν επέτρεψε ν’ απωλεστείς από τις αδυναμίες σου. 3. Βάλε αρχή να κάνεις ό,τι είναι άριστο. Κανένας δε θα ολοκληρώσει την πορεία προς τον ουρανό, εκτός από κείνον που ξεκινάει την ημέρα του καλά. 4. Να ξεκινάς την ημέρα σου σαν σεραφείμ στην προσευχή, σαν χερουβίμ στις πράξεις και σαν άγγελος στη συμπεριφορά σου. 5. Μην περνάς τον καιρό σου αργή. 6. Σε όλες τις πράξεις, τα λόγια και τις σκέψεις σου ο νούς σου νά’ ναι στο Θεό. 7. Ο λόγος σου νά’ ναι ήρεμος, ταπεινός, σοβαρός κι ωφέλιμος. Η σιωπή θα σε βοηθήσει να λές μόνο τ’ απαραίτητα λόγια, με διάκριση. «Λόγος σαθρός εκ του στόματος υμών μή εκπορευέσθω» (Εφεσ. δ’29). 8. Μη γελάς με θόρυβο, αλλά μόνο να χαμογελάς. Κι αυτό όχι συχνά. 9. Να αποφεύγεις την αντιλογία και τη φιλονικία. 10. Ν’ αγαπάς πάντα την ταπείνωση και ν’αποφεύγεις πάντα την υπερηφάνεια. 11. Μη μισήσεις κανένα, για οποιοδήποτε λόγο. 12. Να’σαι εγκρατής στο φαγητό, το ποτό και τα γλυκά. 13 Νά’σαι καταδεχτική με όλους. έτσι ο Θεός θα σ’ευλογεί κι οι καλοί άνθρωπο θα σ’ επαινούν. 14. Ο θάνατος δίνει τέλος σ’ όλα τα πράγματα. Αυτό πρέπει να τό’ χει πάντα στο νού του ο άνθρωπος. Η προφητεία του Αγίου Νήφωνος. Αληθώς η προφητεία του αγίου Νήφωνος εκπληρώνεται, ότι η παρούσα γενεά θα υπερβεί εις την κακίαν, την κακίαν όλων των αιώνων. Αποστροφη προς τάς αιρέσεις. Κυριλλου του Σκυθοπολιτου, Βίος τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Εὐθυμίου κϚ΄, ὑπό Αἰκ. Γκόλτσου ἐν Ε.Π.Ε. Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 5, Πατερικαί Ἐκδόσεις Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 92· «Καὶ ὁ μακάριος Σάββας καὶ ἄλλοι πλεῖστοι γέροντες ἐθαύμαζον τοῦ μεγάλου Εὐθυμίου τὸν ὑπὲρ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων θερμότατον ζῆλον καίπερ αὐτοῦ πολλῇ τῇ πραότητι καὶ φρονήματος μετριότητι συζῶντος, καὶ διεβεβαιοῦντο ὅτι πᾶσαν μὲν αἵρεσιν τῷ ὀρθῷ τῆς πίστεως λόγῳ ἐναντιουμένην ἀπεστρέφετο, ἐξαιρέτως δὲ τὰς ἓξ ταύτας αἱρέσεις (ητοι τον Μανιχαϊσμό, τόν Ὠριγενισμό, τον Ἀρειανισμό, τον Σαβελλιανισμό, τον Νεστοριανισμὸ καὶ τόν Εὐτυχιανισμό) τέλειον μῖσος ἐμίσει» Να φυλάξετε την πίστιν σας. «Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν Πίστι σας, καὶ νὰ τὴν στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἅρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ Πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ Πατρίδος!... Πρὶν ἀπ' ὅλα νὰ φυλάξετε στὴν ψυχή σας τὴν Πίστι σας καὶ τὴν Πατρίδα σας. Ἐμεῖς, περισσότερο ἀπὸ τὰ ντουφέκια, μὲ τὴν Πίστι μας στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη μας στὴν Πατρίδα ἐλευθερώσαμε τὴν Ἑλλάδα. Μείνετε πάντα καλοὶ Χριστιανοὶ καὶ καλοὶ Ἕλληνες. Ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ σᾶς εὐλογῆ, ἡ Ἑλλάδα θὰ σᾶς προστατεύη καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ στὴν ζωή σας...» (Θ. Κολοκοτρωνης) Ξεριζωμα των παθων. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ξεριζώσει τὰ ἀγκαθωτά φυτὰ, πληγώνει καὶ ματώνει τὰ χέρια του, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ ξεριζώσει τὰ πάθη του, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἱδρῶτες καὶ κόπους.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Μεγαλόσχημος Μοναχός Επιφανιος Τσερνωβ (ο θεολόγος της Εκκλησιας των Κατακομβων της Ρωσιας)

Μεγαλόσχημος Μοναχός Επιφανιος Τσερνωβ (ο θεολόγος της Εκκλησιας των Κατακομβων της Ρωσιας) at January 13, 2026 Σύντομη βιογραφία του μοναχού Επιφανίου (Τσερνόφ) «Μακάριοίἐστεὅτανὀνειδίσωσινὑμᾶςκαίδιώξωσικαίεἴπωσιπᾶνπονηρόνῥῆμακαθ᾿ὑμῶνψευδόμενοιἕνεκενἐμοῦ. χαίρετεκαίἀγαλλιᾶσθε, ὅτιὁμισθόςὑμῶνπολύςἐντοῖςοὐρανοῖς» (Ματθ. ε΄, 11-12) Ο πατήρ Επιφάνιος έλεγε στα κοντινά του πνευματικά παιδιά ότι δεν είναι αυτός που ισχυριζόταν ότι ήταν. Προφανώς, αναφερόταν στην πρώιμη περίοδο της ζωής του, όταν υιοθέτησε το όνομα Αλέξανδρος ΑντρέεβιτςΤσερνόφ. Πιθανότατα, αυτό το όνομα το πήρε στα χρόνια της ρωσικής αναταραχής, ώστε να κρύψει την καταγωγή του και να μπορέσει πιο εύκολα να χαθεί ανάμεσα στη μάζα των λευκών Ρώσων μεταναστών στο εξωτερικό. Αλλά ήδη από την εποχή της παραμονής του στη Βουλγαρία, η βιογραφία του πατρός Επιφανίου μπορεί να ανιχνευθεί, αν και όχι πολύ λεπτομερώς, επειδή η ζωή του διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια αυτοπτών μαρτύρων. Αυτοί οι αυτόπτες μάρτυρες άφησαν πίσω τους τις αναμνήσεις τους για τον Γέροντα. Η Μαρία ΒασίλιεβναΟρλόβα-Σμιρνόβα (αποβιώσασα το 1998), της οποίας τη μοναχική κουρά τέλεσε ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Κηρύκος, και η οποία έλαβε το όνομα Μαριάμ μοναχή, είπε για τον πατέρα Επιφάνιο: «Είναι υιός της αιωνιότητας. Και τα γεγονότα της επίγειας βιογραφίας δεν έχουν για αυτόν καμία σημασία». Αυτά τα λόγια τα είπε ως απάντηση στην αναφορά ότι το πρώτο μέρος της βιογραφίας του πατρός Επιφανίου προκαλεί ερωτήματα. Με αυτά τα λόγια η μητέρα Μαριάμ εξέφρασε την πνευματική αλήθεια ότι μόνο η ζωή της ψυχής, η αποκατάσταση των χαρισματικών της ιδιοτήτων κατά την ένωσή της με το Άγιο Πνεύμα, έχουν σημασία για την αιωνιότητα, για την αιώνια ζωή εν Χριστώ, για τη ζωή στη Βασιλεία των Ουρανών. Και τα γεγονότα της επίγειας βιογραφίας δεν έχουν αυτή τη σημασία. Μόνο η εκδήλωση των χαρισματικών ενεργειών του Αγίου Πνεύματος στην ανθρώπινη ψυχή, τόσο κατά την επίγεια ζωή της όσο και μετά από αυτή, μπορούν να μιλούν για το κατά πόσον αυτή η ψυχή, και αντιστοίχως ο άνθρωπος στο σώμα του οποίου βρισκόταν, είναι ευάρεστος στον Θεό. Για τη διόρθωση όλων των σφαλμάτων που διέπραξε ο άνθρωπος κατά τη ζωή του, ο Κύριος χάρισε στους ανθρώπους τη μετάνοια. Ο πατήρ Επιφάνιος έλεγε: «Όλοι οι άγιοιείναι αμαρτωλοί άνθρωποι, αλλά είναι άνθρωποι που αναγνωρίζουν την αμαρτία τους και μετανοούν γι’ αυτήν». Η εξωτερική ζωή κάθε ανθρώπου είναι αντανάκλαση της εσωτερικής του ζωής, η οποία είναι κρυμμένη από τα ξένα μάτια. Για αυτή την εσωτερική ζωή μπορεί και πρέπει κανείς να κρίνει από τα εξωτερικά έργα. «ἀπὸτῶνκαρπῶναὐτῶνἐπιγνώσεσθεαὐτούς» (Ματθ. 7, 16). Εάν κοιτάξει κανείς τη ζωή του πατρός Επιφανίου, τη δραστηριότητά του, μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα ότι η κύρια μέριμνα της εσωτερικής του ζωής ήταν η μέριμνα για την ένωση με τον Χριστό και για την παραμονή μέσα σε Αυτόν. Ο ζήλος για τον Θεό εξηγεί την καταδίκη του για διάφορουςψευδο-κληρικούς, αιρετικούς και αντικανονικών ρευμάτων μέσα στην Ορθοδοξία του 20ού αιώνα. Συχνά έλεγε ότι η χάρη του Θεού δεν υπομένει ούτε την ελάχιστη πονηρία και δεν παραμένει εκεί όπου αυτή η πονηρία υπάρχει. «Εμίσησαἐκκλησίανπονηρευομένων» (Ψαλμ. 25, 5), έλεγε επαναλαμβάνοντας τον άγιο βασιλιά Δαβίδ — όχι από υπερηφάνεια, όπως ισχυρίζονται οι πονηρευόμενοι, αλλά από ζήλο για τον Χριστό Ιησού, τον Κύριό μας. Και δεδομένου ότι ο 20ός αιώνας είναι ελάχιστα κατώτερος στην ανομία του από τον 21ο, δεν είναι περίεργο που οι αντίπαλοι των δραστηριοτήτων του Πατέρα Επιφανίου και οι συκοφάντες του αφθονούσαν σε όλες τις εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες και σχολές. Αλλά δεν έχει νόημα να στρέφει κανείς την προσοχή του σε αυτούς. Ίσως κάποιος από αυτούς να μετανοήσει ειλικρινά και με τις προσευχές του μοναχού Επιφανίου να βρει ακόμη κατά την επίγεια ζωή την εν Θεώ ζωή, όπως χάρισε ο Κύριος στον ίδιο τον πατέρα Επιφάνιο. Βασιζόμενοι στα ανωτέρω, θα παραθέσουμε τη βιογραφία του μοναχού Επιφανίου με βάση το βιογραφικό του Γέροντος, που συντάχθηκε από τον αείμνηστο πατέρα Ανδρέα (Σίντνεβ) και το δοκίμιο της Άννας Ιλίνσκαγια, η οποία είχε συναντηθεί αρκετές φορές με τον πατέρα Επιφάνιο. Θα παραθέσουμε επίσης ορισμένες αναμνήσεις ανθρώπων που τον γνώρισαν προσωπικά. Μεγαλόσχημος μοναχός Επιφάνιος (Τσερνόφ) 1909–199 Κατά κόσμον, Αλεξάντρ ΑντρέεβιτςΤσερνόφ. Γεννήθηκε στο χωριό Μπελο-Καλίτβενσκαγια της περιοχής Ροστόβ, σε οικογένεια Κοζάκων, στις 27 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου 1909. Βαπτίστηκε προς τιμήν του ευσεβούς πρίγκιπα Αλεξάνδρου Νέφσκυ. Ο πατέρας του, Κοζάκος συνταγματάρχης, υπηρετούσε στην αυτοκρατορική αυλή και σκοτώθηκε μετά το μπολσεβίκικοπραξικόπημα. Το αγόρι στάλθηκε στο Σώμα Δοκίμων Κοζάκων του Ντον του Νοβοτσερκάσκ με κρατικά έξοδα. Το 1919 φεύγει από τη Ρωσία μαζί με τον Λευκό Στρατό. Μετά από μερικά χρόνια περιπλανήσεων εγκαθίσταται στη Βουλγαρία και σπουδάζει στο ρωσικό γυμνάσιο της Βάρνας. Από αυτό το σημείο και μετά, η βιογραφία του πατέρα Επιφάνιου γίνεται πιο ξεκάθαρα ανιχνεύσιμη. Είναι πολύ πιθανό ότι τα προηγούμενα χρόνια πράγματι τα έζησε όπως περιγράφονται, αλλά κάποια στιγμή το όνομα και η ηλικία του άλλαξαν. Δυστυχώς τώρα αυτό είναι αδύνατο να εξακριβωθεί. Γι’ αυτό θα δεχθούμε αυτή την περίοδο της ζωής όπως περιγράφεται. Το 1927 ο Αλεξάντρ Αντρέεβιτς γνωρίζεται με τον πνευματικό Πατέρα της Βασιλικής Οικογένειας, τον Αρχιεπίσκοπο Πολτάβας και ΠερεγιασλάβΘεοφάνη (Μπιστρόβ) και γίνεται κελλιώτης του μετά τη μετακόμισή του στη Σόφια. Εδώ τελειώνει τη Φιλολογική και τη Θεολογική Σχολή. Ακριβώς η συνάντηση με τον εξέχοντα αυτόν Άγιο Ιεράρχη Θεοφάνη καθόρισε την περαιτέρω πνευματική πορεία του πατρός Επιφανίου. Κληρονόμησε από τον πνευματικό του καθοδηγητή την αταλάντευτη στάση στα θέματα της Πίστεως, την αφοσίωση στην Ορθόδοξη διδασκαλία, και δέχθηκε ως ανώτατη αυθεντία, για την εξέταση κάθε πνευματικού ή ακόμη και καθημερινού ζητήματος, την Αγία Γραφή και την πνευματική παρακαταθήκη των Αγίων Πατέρων. Όλα αυτά έγιναν η πέτρα πάνω στην οποία χτίστηκε η ζωή του πατρός Επιφανίου. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο Αρχιεπίσκοπος Θεοφάνης πηγαίνει στη Γαλλία και ο Αλεξάντρ Αντρέεβιτς παραμένει στη Βουλγαρία. Το 1944 συλλαμβάνεται από Σοβιετικούς αξιωματούχους και μεταφέρεται στη Μόσχα. Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης. Φυλακίστηκε στο Λεφόρτοβο, την Μπουτίρκα και το Κάρλαγκ το 1945, στο Πέχλαγκ το 1948, στο Στέπλαγκ το 1950 και στο στρατόπεδο Σπάσκι το 1955. Εδώ, στο στρατόπεδο, έρχεται κοντά με τους κατακομβίτες και γράφει την πρώτη του επιστολή προς τα διωκόμενα τέκνα της Εκκλησίας του Χριστού. Η Κατακομβική Εκκλησία είναι η κοινότητα των Ρώσων χριστιανών που δεν δέχθηκαν την δόλια δραστηριότητα της ηγεσίας της Ρωσικής Εκκλησίας, που είχε επικεφαλής τον Μητροπολίτη Σέργιο (Στραγκορόντσκι), μετά τη δημοσίευση της Διακήρυξής του στις 29 Ιουλίου 1927. Τότε δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί είχαν ήδη συλληφθεί από τις ασεβείς αρχές και βρίσκονταν σε εξορίες και φυλακές. Πολλοί είχαν σκοτωθεί. Και εκείνη την εποχή, ο Μητροπολίτης Σέργιος εξέδωσε ένα μήνυμα στο οποίο, μιλώντας για τη νομιμοποίηση της εκκλησιαστικής δραστηριότητας στην ΕΣΣΔ, ένα ουσιαστικά ασεβές κράτος, έγραψε: «Ας προσφέρουμε τις ευχαριστήριες προσευχές μας στον Κύριο, που τόσο ευνόησε την αγία μας Εκκλησία. Ας εκφράσουμε δημοσίως την ευγνωμοσύνη μας και προς τη Σοβιετική κυβέρνηση για τέτοια φροντίδα προς τις πνευματικές ανάγκες του ορθόδοξου πληθυσμού…». Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Σέργιο, οι χριστιανοί πρέπει να ευχαριστούν την αθεϊστική κυβέρνηση για τους διωγμούς που άσκησε επάνω τους. Επιπλέον, σε αυτή τη φράση της Διακήρυξης κρύβεται και βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, αφού υπονοείται ότι η «νομιμοποίηση» της Εκκλησίας υπό αυτές τις συνθήκες γίνεται με την ευλογία του Θεού. Με αυτή τη φράση ο Μητροπολίτης Σέργιος με δόλιο τρόπο προσπαθεί να κάνει τον Θεό συμμέτοχο στο ιουδαϊκό του έργο Ακόμη πιο έντονα η δολιότητα του Μητροπολίτη Σέργιου φαίνεται στην ακόλουθη φράση της Διακήρυξης: «Θέλουμε να είμαστε ορθόδοξοι και ταυτόχρονα να θεωρούμε την Σοβιετική Ένωση πατρίδα μας, της οποίας οι χαρές και οι επιτυχίες είναι δικές μας χαρές και δικές μας επιτυχίες, και οι αποτυχίες, δικές μας αποτυχίες». Εδώ πρόκειται για προσπάθεια συμφιλίωσης του Χριστού με τον Βελίαρ, αντίθετα προς τα λόγια του Αγίου Αποστόλου Παύλου:«Μὴγίνεσθεἑτεροζυγοῦντεςἀπίστοις·τίςγὰρμετοχὴδικαιοσύνῃκαὶἀνομίᾳ «Τις δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Ίςσυμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ ;τις μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;» (Β’ Κορ. 6:14-15 Με τη Διακήρυξή του ο Μητροπολίτης Σέργιος καλεί τους χριστιανούς να αντιμετωπίζουν τις επιτυχίες και αποτυχίες του κράτους - που κυβερνάται από εχθρούς του Θεού - με τον ίδιο τρόπο όπως και οι άθεοι. Σαφώς, μια τέτοια ενότητα στην αξιολόγηση ορισμένων γεγονότων δεν μπορεί να είναι η ίδια τόσο για τους πιστούς όσο και για τους άπιστους. Αλλά ο Μητροπολίτης Σέργιος, ενάντια στο προφανές, καλεί το ποίμνιό του σε αυτή την «ενότητα». Αυτές οι ενέργειες του Μητροπολίτη Σέργιου δεν είναι τίποτε άλλο παρά εισαγωγή του πνεύματος του αντιχρίστου στον ορθόδοξο χώρο, το οποίο περιορίζει την πνευματική ελευθερία των πιστών. Και όσοι αποδέχθηκαν αυτές τις δόλιες απόψεις του Μητροπολίτη Σέργιου αποκόπτονται από τη χάρη του Θεού, η οποία, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν κατοικεί σε δόλιες ψυχές. Ο Αλέξανδρος Αντρέεβιτς υιοθέτησε αυτές τις απόψεις για τα γεγονότα στο εκκλησιαστικό περιβάλλον της ΕΣΣΔ μέσω των αλληλεπιδράσεών του με κρατούμενους στις κατακόμβες στα στρατόπεδα. Και αυτές οι αντιλήψεις έπεσαν σε ήδη προετοιμασμένο έδαφος, αφού ο πνευματικός του πατέρας, ο Αρχιεπίσκοπος Θεοφάνης, δεν αναγνώριζε ούτε τον Μητροπολίτη Σέργιο ούτε τη Διακήρυξή του και δεν θεωρούσε ότι έχει υποχρέωση να τις υπακούσει. Η στρατοπεδική ζωή του Αλεξάντρ Αντρέεβιτς ήταν πολύ βαριά. Στο στρατόπεδο, προφανώς από ιδιαίτερη Πρόνοια του Θεού, δίνει όρκο σιωπής, μιμούμενος αρρώστια. Η διοίκηση του στρατοπέδου προσπαθούσε να τον αναγκάσει να μιλήσει. Τον έβαζαν σε απομόνωση, σε ψυχιατρείο, όπου του έκαναν ένεση στη σπονδυλική στήλη, η οποία παρέλυσε τα πόδια του. Αλλά ούτε έτσι κατάφεραν να τον αναγκάσουν να μιλήσει. Τελικά πίστεψαν στην ασθένειά του. Το 1955 απολύθηκε με διάγνωση «αλαλίας» (απώλεια ομιλίας) και «παραπληγίας των κάτω άκρων». Μεταφέρθηκε έξω από το στρατόπεδο με φορείο, ανίκανος να κινηθεί ανεξάρτητα. Από αυτή την ημέρα όλη η ζωή του συνδέθηκε με τους χριστιανούς των κατακομβών. Τη σοβιετική υπηκοότητα δεν θέλησε να την πάρει, και άρχισε μια ζωή περιπλάνησης, γεμάτη διώξεις από τα τιμωρητικά όργανα. Στο στρατόπεδο, του έδωσαν διευθύνσεις έμπιστων ανθρώπων. Στο χωριό Καβκάσκαγια τον δέχτηκαν δύο μοναχές, οι οποίες τον φρόντιζαν. Στον Καύκασο έλαβε μοναχική κουρά με το όνομα Αντώνιος, προς τιμήν του Οσίου Αντωνίου του Μεγάλου. Ύστερα, λόγω απειλής νέας σύλληψης, τον μετέφεραν κρυφά στηΓκουντάουτα, και κατόπιν στο Τσιμκέντ. Μετακινούνταν έρποντας με τη βοήθεια μικρών σκαμνιών,επικοινωνώντας με τους ανθρώπους μέσω ξύλινης πλακέτας με σκαλισμένο το αλφάβητο. Η επισκοπή της Κατακομβικής Εκκλησίας, στην οποία είχε προσκολληθεί, ποιμαινόταν από τον Επίσκοπο Πέτρο (Λαδύγκιν). Το 1957 ο Επίσκοπος Πέτρος εκοιμήθη εν Κυρίω, και ο πατήρ Επιφάνιος γίνεται ο ουσιαστικός πνευματικός καθοδηγητής πλήθους κατακομβικών χριστιανών, που προηγουμένως βρίσκονταν υπό το ωμοφόριο του Εεπισκόπου Πέτρου. Ως άνθρωπος με θεολογική μόρφωση, τον προσέγγισαν με πολλά ερωτήματα σχετικά με την ίδια την ύπαρξη της Εκκλησίας των Κατακομβών εν μέσω εκτεταμένων διωγμών. Ο πατήρ Επιφάνιος αποδείχθηκε ακριβώς ο άνθρωπος που χρειάζονταν απεγνωσμένα οι χριστιανοί των κατακομβών. Παρά τη σωματική του αδυναμία, το πνεύμα του πατρός Επιφανίου φλεγόταν προς τον Κύριο. Οι επιστολές του, αντιγραμμένες με άνθρακα, διαδίδονταν στις κοινότητες σε πλήθος αντιγράφων. Εκείνα τα χρόνια βγαίνουν από την πένα του πολλά έργα που καταδικάζουν την αίρεση του ανακαινισμού και του σεργιανισμού, εξηγούν τις παρακαταθήκες των Αγίων Πατέρων, ιδιαιτέρως του αγωνιστή κατά της εικονομαχικής αιρέσεως, του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτη, τόσο συγγενικού ως προς τις συνθήκες της εποχής των διωγμών προς τους κατακομβικούς χριστιανούς Φαινόταν πως προς αυτούς ακριβώς απευθύνονται τα λόγια του αγίου ομολογητή: «Χαίρετε, όσοι μένετε στα βουνά και στα σπήλαια, καθώς και όσοι κρύβεστε στις πόλεις και στους απόκρυφους τόπους». Επίσης ο γέροντας γράφει δίστιχα σε συγκεκριμένο μέτρο πάνω σε θέματα της Αγίας Γραφής, της πνευματικοηθικής ζωής και της κατάστασης στην Εκκλησία, καθώς και ενάντια στην Κόκκινη ψευδοεκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας. Το σημαντικότερο έργο σχετικά με την αποκάλυψη της πνευματικής αποστασίας του Πατριαρχείου Μόσχας από την Ορθοδοξία είναι το έργο «Περί σεργιανισμού», όπου ο πατήρ Επιφάνιος δείχνει ότι οι οπαδοί του Μητροπολίτη Σέργιου (Στραγκορόντσκι) βρίσκονται σε πνευματική κατάσταση την οποία η Αγία Γραφή αποκαλεί «βδέλυγμα τῆςἐρημώσεωςἐντόπῳἁγίῳ» (Ματθ. 24:15). Ο γέροντας αγωνιζόταν επίσης εναντίον ορισμένων αιρέσεων και κανονικών πλανών που είχαν διεισδύσει στο κατακομβικό περιβάλλον. Ιδιαίτερα έγραψε σειρά έργων κατά της πλάνης των «ονοματολατρών». Ο πατήρ Επιφάνιος άρχισε να οργανώνει εκείνες τις διάσπαρτες κοινότητες που είχαν χάσει την επαφή με τους αληθινούς επισκόπους. Ανησυχούσε ιδιαίτερα με αγωνία για το ποίμνιό του, το οποίο μπορούσε να απειληθεί από τους πολλούς τότε εμφανισθέντες στον χώρο της Αληθινής Ορθόδοξης Εκκλησίας ψευδεπισκόπους και στρατολογημένους πράκτορες της KGB (έγραφε πολλά και μάζευε καταγγελτικά στοιχεία εναντίον του ψευδεπισκόπου Αντωνίου Γκαλύνσκυ, εναντίον του τυχοδιώκτη ΛαζάρΖουρμπένκο κ.ά.). Τον θεράπευσε με βότανα ένας θαυμαστός άνθρωπος, γιατρός των κατακομβών, ο Ιβάν ΓεγκόροβιτςΟρέχωφ. Σιγά-σιγά άρχισε να περπατά, πρώτα με πατερίτσες, μετά με μπαστούνι. Διαβατήριο δεν είχε: την υπηκοότητα του θεομάχου κράτους δεν την επιθυμούσε. Οι ενορίες της διωκόμενης Εκκλησίας ήταν μικρές, 10-15 ατόμων, αλλά τέτοιες ενορίες υπήρχαν πάρα πολλές σε όλη τη χώρα, γι’ αυτό και αναγκαζόταν να ταξιδεύει συχνά. Αμπχαζία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Ουράλια, Κεντρική Ρωσία - αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος του πλήρους χάρτη των περιπλανήσεών του. Το έργο της σιωπής συνεχίστηκε περίπου δεκατέσσερα χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο πατήρ Επιφάνιος μίλησε. Σε αυτή την περίοδο ανήκει η «Διάλεξη περί Αντιχρίστου», όπου με βάση την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση αποκαλύπτεται ο αληθινός χαρακτήρας των ιστορικών γεγονότων που συμβαίνουν σήμερα. Στα χρόνια που κανείς δεν σκεφτόταν το τέλος του κόσμου, ο πατήρ Επιφάνιος μίλησε γι’ αυτό ως ζήτημα που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση. Το 1974 γράφει το βιβλίο «Το Μεγάλο Γιατί ή Το Στρατηγικό Σχέδιο σε δράση», όπου παρουσιάζεται η ύπαρξη ενός παγκόσμιου μυστικού «στρατηγικού σχεδίου», διαμορφωμένου από τον Ιουδαϊσμό και μεθοδικά εφαρμοζόμενου με κοινές προσπάθειες με τον Ιουδαιο-Τεκτονισμό σε παγκόσμια κλίμακα και επί πολλούς αιώνες, με τελικό σκοπό την ανήκουστη, πλήρη υποδούλωση όλης της ανθρωπότητας υπό μία υπέρτατη εξουσία τυράννου - «βασιλιά-δεσπότη σιωνιστικού αίματος», ως ενσαρκωτή των εθνικών ιδανικών του εβραϊκού λαού. Το 1975 συνελήφθη για αυτό το βιβλίο. Για τη δικαστική συνεδρίαση έγραψε το «Ο Τελευταίος Λόγος του Κατηγορουμένου» - έναν εμπνευσμένο λόγο όπου υπερασπίζεται τον κοσμοθεωρητικό του προσανατολισμό, εξηγεί τις φιλοσοφικές και πολιτικές του αντιλήψεις και αποκαλύπτει την ουσία της κομμουνιστικής ιδεολογίας ως σατανικής, θεοαποστατικής. Η δίκη διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Όταν δόθηκε ο λόγος στον πατέρα Επιφάνιο, οι λίγοι Ρώσοι που ήταν παρόντες, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτών, κλήθηκαν να φύγουν. Και στη θέση τους, έφεραν Ασιάτες για να τους αντικαταστήσουν. Την ποινή του την εξέτισε στην Πότμα της Μορδοβίας, σε στρατόπεδο για αλλοδαπούς. Όταν έφθασε στο πόστο του, τον ρώτησαν: «Για τι πράγμα έρχεσαι εδώ;» «Για όργωμα• ένας οργώνει 30 εκατοστά, κι εγώ πήρα 70». Έτσι του έδωσαν το παρατσούκλι «ο οργωτής». «Πρέπει να ξυριστείς, εδώ με γενειάδες δεν κάθονται», του είπαν. «Και αυτοί;» - έγνεψε προς τα πορτρέτα του Μαρξ και του Ένγκελς. Στο τέλος της ποινής ήθελαν να τον στείλουν σε κλειστό γηροκομείο, αλλά παλιοί φίλοι του κανόνισαν την κηδεμονία του και αφέθηκε ελεύθερος. Το 1978 ο πατήρ Επιφάνιος μπόρεσε να ταξιδέψει στο εξωτερικό, στην Ελβετία, κατόπιν προσκλήσεως της «ανιψιάς» του. Η επιστροφή στην Ευρώπη του έφερε απογοήτευση. Ερχόμενος σε επικοινωνία με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς, με την οποία ήταν συνδεδεμένος μέχρι τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πατήρ Επιφάνιος, μετά από προσωπικές συναντήσεις με ορισμένους επισκόπους και κληρικούς της ΡΟΕΔ, σύντομα πείστηκε ότι το πνεύμα της αποστασίας είχε διεισδύσει βαθιά στο περιβάλλον της. Να τι έγραφε ο πατήρ Επιφάνιος σχετικά με αυτό: «…Τι συμβαίνει τώρα στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς; Μα μερικοί ιεράρχες εκφράζονται χωρίς περιστροφές υπέρ της φιλομπολσεβικικής εκκλησίας;! Καλούν σε ενότητα με αυτήν ως με τη μητέρα τους;! Μα είναι δυνατόν να είναι για αυτούς μητέρα;! Αυτό θα ήταν τερατώδες!… Κύριε, φώτισέ τους, φώτισέ τους!… Για την μαρτυρική και ομολογητική Εκκλησία των Κατακομβών αυτοί πλέον, παίρνοντας παράδειγμα από τη «μητέρα» τους, τη φιλομπολσεβικικήψευδοεκκλησία, που έχει αποστατήσει από την αλήθεια του Θεού και ψεύδεται, - αυτοί πλέον δεν μιλούν. Και αν τυχόν μιλήσουν, μιλούν μόνο ως εξής: “Μα υπάρχει ακόμη η Κατακομβική Εκκλησία;” «…Σήμερα η αληθινή Εκκλησία του Χριστού στη ρωσική γη είναι Εκκλησία κρυφή, αφανής, Εκκλησία της ερήμου και των σπηλαίων, Εκκλησία των Κατακομβών!…Εκείνη δε που στο βασίλειο του αντιχρίστου υπάρχει φανερά και ονομάζεται ψευδώς και δολίως ‘Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία’ και ‘Πατριαρχείο Μόσχας’, αυτή δεν είναι Εκκλησία του Χριστού, αλλά ο σύγχρονος αντιχρίστος αντίποδας της αληθινής Εκκλησίας», - θεωρούσε εκείνος, και κατέληγε: «Ο λαός που πηγαίνει σε μια τέτοια ψευδοεκκλησία, - είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία, - δεν μπορεί να λάβει εκεί τη χάρη, διότι δεν υπάρχει εκεί χάρη! Σύμφωνα με τους Κανόνες της Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δεν μπορεί να υπάρχει χάρη σε τέτοια ψευδοεκκλησία». Μια τέτοια ομολογία πίστεως είχε προ πολλού απορριφθεί από τη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς, η οποία όλο και πιο συχνά άρχισε να διακηρύσσει το εντελώς αντίθετο. Όλα αυτά και πολλά άλλα συνετέλεσαν στο να απορρίψει ο πατήρ Επιφάνιος με αποστροφή τους αποστάτες της Διασποράς, εφόσον δεν μπορούσε να συμφωνήσει με την ομολογία τους. Ιδιαιτέρως σημαντική, υπό αυτή την έννοια, ήταν η συνάντηση και η συνομιλία του με τον Αρχιεπίσκοπο Δυτικής Ευρώπης και Γενεύης Αντώνιο Μαρτοσέβιτς, ο οποίος του δήλωσε ευθέως ότι αναγνωρίζει ως έγκυρα τα μυστήρια του Σεργιανιστικού Πατριαρχείου Μόσχας. Μετά από αυτή τη συνομιλία, για τον πατέρα Επιφάνιο, όλα με τη ΡΟΕΔ είχαν τελειώσει. Ως απάντηση στους αποστάτες της ΡΟΕΔ γράφει στο εξωτερικό το έργο του περί της Κατακομβικής Εκκλησίας. Το 1980, μαζί με τον Άγγλο Βλαδίμηρο Μος, στο σπίτι του οποίου ζούσε για κάποιο διάστημα, προσχωρεί στην Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος, της οποίας προΐστατο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ανδρέας, της λεγομένης «Ματθαιϊκής Συνόδου». Ο πατήρ Επιφάνιος έβλεπε ότι ακριβώς η Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος θα βοηθούσε στην αποκατάσταση της αποστολικής διαδοχής της Ρωσικής Εκκλησίας, η οποία είχε χαθεί στη Ρωσία κατά τον καιρό των ανήκουστων διωγμών και αναταραχών. Στην Ελλάδα λαμβάνει το Μεγάλο και Αγγελικό Σχήμα από τον Μητροπολίτη Επιφάνιο τον Κύπριο, με το όνομα Επιφάνιος. Είναι αυτονόητο ότι από πλευράς ΡΟΕΔ υπήρξε αντίδραση. Η Γραμματεία της ΡΟΕΔ, με επικεφαλής τον Επίσκοπο Γεώργιο Γκράμπε, έσπευσε να διαδώσει διάφορες συκοφαντικές πληροφορίες για τον πατέρα Επιφάνιο. Εναντίον του συκοφαντούσαν και άλλοι. Συλλογιζόμενος τα γεγονότα που συνέβησαν με τη ΡΟΕΔ, ο πατήρ Επιφάνιος στρέφεται στο πρόσωπο και στη μοίρα του πνευματικού του πατέρα, του Αρχιεπισκόπου Θεοφάνη Πολτάβας, του οποίου τις απόψεις θεωρούσε πολύ σημαντικές για την αναγέννηση της Ρωσικής Εκκλησίας. Ταξιδεύει στη Γαλλία, βρίσκει το αρχείο του Αρχιεπισκόπου Θεοφάνη και με βάση αυτό το υλικό, το 1983, γράφει και εκδίδει στη Γαλλία έργο αφιερωμένο στον Άγιο Θεοφάνη Πολτάβας, τονίζοντας ιδιαίτερα το θέμα της πνευματικής αντιστάσεως του Αγίου Θεοφάνη στις μη ορθόδοξες και αιρετικές απόψεις στη θεολογία του Μητροπολίτη Αντωνίου Χραποβίτσκι. Όπως είναι γνωστό, ο Επίσκοπος Θεοφάνης στράφηκε εναντίον της μη ορθόδοξης ερμηνείας του Δόγματος της Εξιλεώσεως από τον Μητροπολίτη Αντώνιο, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η ουσιαστική εκδίωξη του Αρχιεπισκόπου Θεοφάνη Πολτάβας από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Διασποράς, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Αντώνιο. Ο Επίσκοπος Θεοφάνης αποσύρθηκε σε έγκλειστη ζωή και πλέον δεν είχε ευχαριστιακή κοινωνία με τους αρχιερείς της Διασποράς. Ο πατέρας Επιφάνιος είδε τη ρίζα της πτώσεως της ΡΟΕΔ ακριβώς στην αίρεση του «Αντωνιανισμού», στη μοντερνιστική, μη ορθόδοξη θεολογία του Μητροπολίτη Αντωνίου Χραποβίτσκι. Από τον πατέρα Επιφάνιο γράφτηκε σειρά επιστολών προς τους κατακομβικούς χριστιανούς της Ρωσίας, στις οποίες κατηγορηματικά τους προειδοποιεί, τους ΓΟΧ Ρωσίας, να μην εισέλθουν σε ευχαριστιακή κοινωνία και σε δικαιοδοτική υποταγή στην αποστατημένη ιεραρχία της ΡΟΕΔ. Ακριβώς χάρη στον πατέρα Επιφάνιο, πλήθος Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ρωσίας κρατήθηκαν και σώθηκαν από την αποστατικήΡΟΕΔ. Ετσι, η προσέλευση του πατρός Επιφανίου στην Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος οφειλόταν πρωτίστως στο ότι θεωρούσε τη Ρωσική Εκκλησία στερημένη αποστολικής διαδοχής στην ιεραρχία της, τόσο μέσα στην ίδια τη Ρωσία, συνεπεία ανήκουστων διωγμών και καταπιέσεων, όσο και εκτός αυτής - στη ΡΟΕΔ- συνεπεία της πτώσεως της τελευταίας στην αίρεση του Αντωνιανισμού. Ο πατήρ Επιφάνιος αναγνώρισε τον Σύνοδο του μακαριστού Ομολογητού Ματθαίου Βρεσθένης της Εκκλησίας ΓΟΧ Ελλάδος, ως τη μοναδική ιεραρχία που είχε αναμφίβολη Αποστολική Διαδοχή, τόσο από την προ της μεταρρυθμίσεως Ελληνική Νεοελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς και Γνήσια Ορθόδοξη Ομολογία Πίστεως. Τις λεγόμενες ελληνικές «φλωρινικές» δικαιοδοσίες ο πατήρ Επιφάνιος τις απέρριψε κατηγορηματικά. Πρώτον, αυτές οι δικαιοδοσίες, έχοντας «διαδοχή» από την παράνομη «χειροτονία» που πραγματοποίησε ο επίσκοπος της ΡΟΕΔ Σεραφείμ του Σικάγο το 1960, δεν έχουν καμία σχέση με την Ελληνική Εκκλησία και αποτελούν παρακλάδι της ίδιας αποστατικήςΡΟΕΔ. Δεύτερον, οι ίδιες οι περιστάσεις σχηματισμού του φλωρινικού σχίσματος, αιτία του οποίου υπήρξε η κακοδοξία του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου Φλωρίνης, μαρτυρούν σαφώς ότι οι φλωρινικές δικαιοδοσίες αποτελούν «σχισματοαίρεση», από την οποία οι ΓΟΧ Ρωσίας πρέπει να προφυλαχθούν σταθερά. Τέλος, χάρη στις πολιτικές μεταβολές στη Ρωσία, σχετικά με τις οποίες ο πατήρ Επιφάνιος σε καμία περίπτωση δεν είχε αμφιβολία, άνοιξε η δυνατότητα να επιστρέψει στη Ρωσία. Το 1990-91 ο πατήρ Επιφάνιος ταξιδεύει στη Ρωσία μαζί με τον Έλληνα Μητροπολίτη Χρυσόστομο, εντάσσοντας υπό το ωμοφόριο της Ελληνικής Εκκλησίας ΓΟΧ πολλές κοινότητες κατακομβικών χριστιανών. Τα τελευταία χρόνια του γέροντα ήταν πράγματι σκοτισμένα από ανησυχίες, που συνδέονταν με τα προβλήματα μέσα στην Εκκλησία ΓΟΧ στην Ελλάδα και με το σχίσμα που ερχόταν μέσα σε αυτήν, στο οποίο ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος Μητρόπουλος έπαιξε σημαντικό ρόλο. Αλλά αυτό το σχίσμα συνέβη ήδη μετά την κοίμηση του πατρός Επιφανίου, η οποία επήλθε στις 2/15 Νοεμβρίου 1994. Πέρασαν 28 χρόνια από την κοίμηση του πατρός Επιφανίου. Στο διαδίκτυο έχουν δημοσιευθεί τα έργα του, μπορούν να βρεθούν και κάποια βίντεο με τον ίδιο. Αν αφήσει κανείς στην άκρη τα σχόλια φανερών υβριστών, η πλειονότητα των σχολιαστών γράφει για τη βαθιά εντύπωση που αφήνει το κείμενο των έργων του, τα λόγια που είπε, ακόμη και η εξωτερική εμφάνιση του Γέροντα. Μερικοί άνθρωποι εκτός Εκκλησίας μιλούν για έναν «μαγνητισμό» που διέθετε ο πατήρ Επιφάνιος, χωρίς να κατανοούν ότι πρόκειται για την ενέργεια της Θείας Χάριτος, που του χαρίστηκε από τον Θεό για τον βαρύ ασκητικό του βίο, για τη σταθερότητά του στην αλήθεια. Βλέποντας το βίντεο της συνέντευξης του πατρός Επιφανίου, τραβηγμένο τον Δεκέμβριο του 1990, στο οποίο ο Γέροντας, απαντώντας σε ερωτήσεις, μιλούσε για τον Αντίχριστο και για τη μοίρα της Ρωσίας, πολλοί απορούν πώς μπορούσε τότε να γνωρίζει τόσα πολλά για τη διαδικασία που σήμερα ονομάζουμε ψηφιοποίηση. Η απάντηση είναι απλή. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, ο πατήρ Επιφάνιος παρακολουθούσε προσεκτικά εκείνα τα γεγονότα που μαρτυρούσαν την προετοιμασία της έλευσης του «υιού της απωλείας». Η Αγία Γραφή μάς μιλά για τις εξής προϋποθέσεις και σημεία της εμφάνισης του Αντίχριστου: Την αποστασία, δηλαδή την απομάκρυνση της ανθρωπότητας από την αληθινή πίστη στον Ιησού Χριστό. Τη δυνατότητα επιβολής του χαράγματος του Αντιχρίστου στο δεξί χέρι ή στο μέτωπο, ως εργαλείο υποταγής όλων των ανθρώπων στη γη στον Αντίχριστο. Παρακολουθώντας τα φαινόμενα που οδηγούν στη δημιουργία και διάδοση και των δύο αυτών συνθηκών, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η εμφάνιση του «υιού της απωλείας» πλησιάζει. Οι αποστατικές διαδικασίες του 20ού αιώνα κατέλαβαν όλον τον χριστιανικό κόσμο. Στη Ρωσία, η εξουσία των αθέων, με την κρατική αθεϊστική ιδεολογία της, κατέστρεψε σε μαζικό επίπεδο την πίστη. Στη Δύση, η υιοθέτηση των λεγομένων «οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών», όπου την πρώτη θέση κατέχει η ανθρώπινη αυτονόμηση και η νομιμοποίηση της αμαρτίας ως ισότιμης της αρετής, κατέστρεψε την πίστη ακόμη πιο βαθιά από την απροκάλυπτη αθεϊστική προπαγάνδα.Για τους ανθρώπους του κόσμου όλα αυτά τα αποστατικά φαινόμενα πέρασαν απαρατήρητα. Αλλά για έναν πιστό, πολύ περισσότερο για έναν τόσο πνευματικό άνθρωπο όπως ο πατήρ Επιφάνιος, όλα αυτά ήταν φανερά σημάδια ότι ο Αντίχριστος πλησιάζει. Ακόμα περισσότερο από τότε που, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Τύπος ανέφερε σχέδια για την καταγραφή όλων σε μια ενιαία βάση δεδομένων. Σύντομα εμφανίστηκε στις Βρυξέλλες ένας υπερ-υπολογιστής με το συμβολικό όνομα «θηρίο». Με το πνεύμα του ο πατήρ Επιφάνιος διαισθανόταν τα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιούσαν οι εκπρόσωποι του Αντίχριστου, ο οποίος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στον κόσμο, προκειμένου να προετοιμάσουν τους ανθρώπους να συμφωνήσουν και να αποδεχτούν το χάραγμά του. Έλεγε ότι θα τους πείσουν με την ευκολία ενός τέτοιου συστήματος, όπου δεν θα χρειάζεται να έχεις μετρητά, τα οποία δεν θα μπορείς να χάσεις ούτε να σου τα κλέψουν.Αλλά ο πατήρ Επιφάνιος έλεγε ότι η κλοπή θα είναι ακόμη μεγαλύτερη, κάτι που πράγματι βλέπουμε παντού σήμερα, όταν μας αφαιρούνται άγνωστες χρεώσεις από λογαριασμούς, επιβάλλονται αδικαιολόγητες χρεώσεις για διάφορες τραπεζικές συναλλαγές κλπ.Και πόσα τεράστια κλεμμένα ποσά δεν μεταφέρονται σε υπεράκτιους (offshore) λογαριασμοι μέσω ψηφιακών συναλλαγών! Αλλά αυτό που ανησυχούσε πραγματικά τον Γέροντα δεν ήταν η κλοπή χρημάτων μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος .Ήταν το ότι, στο τελευταίο στάδιο της ψηφιοποίησης, θα προτείνουν στους ανθρώπους να δεχθούν το καταστροφικό για την ψυχή αντίχριστο χάραγμα (Απ. 13:16), μέσω του οποίου ο άνθρωπος θα συνδεθεί με το αντίχριστο σύστημα διαβίωσης και έτσι θα αποσυνδεθεί από το θεοχαρίτωτο σύστημα και την αιώνια ζωή. Δεν θα μπορεί πλέον να δεχθεί τη Θεία Χάρη και άρα θα στερηθεί την κοινωνία με τον Θεό στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή μετά θάνατον. Η προειδοποίηση για την αποδοχή των αντίχριστων χαραγμάτων και για την τρομερή τιμωρία γι’ αυτό έχει δοθεί από Τον Ίδιο Το Θεό στην Αποκάλυψη του Ιωάννη: «Καὶἄλλοςἄγγελος τρίτος ἠκολούθησεναὐτοῖς λέγων ἐνφωνῇ μεγάλη· εἴ τις προσκυνεῖτὸθηρίονκαὶτὴνεἰκόνααὐτοῦ, καὶ λαμβάνει τὸ χάραγμα ἐπὶτοῦ μετώπου αὐτοῦἢἐπὶτὴνχεῖρααὐτοῦκαὶαὐτὸςπίεταιἐκτοῦοἴνουτοῦθυμοῦτοῦΘεοῦτοῦκεκερασμένουἀκράτουἐντῷποτηρίῳτῆςὀργῆςαὐτοῦ,καὶβασανισθήσεταιἐνπυρὶκαὶθείῳἐνώπιοντῶνἁγίωνἀγγέλωνκαὶἐνώπιοντοῦἀρνίου. Καὶὁκαπνὸςτοῦβασανισμοῦαὐτῶνεἰςαἰῶναςαἰώνωνἀναβαίνει, καὶοὐκἔχουσινἀνάπαυσινἡμέραςκαὶνυκτὸςοἱπροσκυνοῦντεςτὸθηρίονκαὶτὴνεἰκόνααὐτοῦ, καὶεἴ τις λαμβάνει τὸ χάραγμα τοῦὀνόματοςαὐτοῦ.» (Αποκ. 14:9-11). Αγαπώντας χριστιανικά τους ανθρώπους - δηλαδή επιθυμώντας τη σωτηρία τους και μη θέλοντας την απώλεια των ψυχών τους - ο πατήρ Επιφάνιος επίμονα, όπου ήταν δυνατόν, έθιγε το θέμα της επικείμενης έλευσης του Αντίχριστου. Τους χριστιανούς στο μελλοντικό αυτό αντίκρισμα με τον Αντίχριστο τους δίδασκε να μην ελπίζουν στον εαυτό τους, αλλά να παραδίδουν πλήρως τον εαυτό τους στο θέλημα του Θεού και να ελπίζουν μόνο στη βοήθειά Του και στη μεσιτεία της Θεοτόκου. «Δεν μπορεί κανείς αυτοβούλως να πηγαίνει για θυσία. Πρέπει να πηγαίνει για θυσία τότε, όταν το απαιτεί ο Θεός», έλεγε, προειδοποιώντας για αυτοβουλία, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε πτώση λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας πνευματικών δυνάμεων κατά τον διωγμό των χριστιανών. Τα ευαγγελικά λόγια «τότε οἱἐντῇἸουδαίᾳφευγέτωσανἐπὶτὰὄρη» (Ματθ. 24:16) ο Γέροντας τα ερμήνευε κατά τον Όσιο Βαρσανούφιο τον Μέγα: «Με την ονομασία “όρη” πρέπει να εννοούμε την Παναγία Θεοτόκο Μαρία και τους λοιπούς Αγίους που θα ζουν εκείνες τις ημέρες και οι οποίοι τηρούν ακλόνητα τη σφραγίδα του Υιού του Θεού• διότι Αυτός σώζει πολλούς χάριν αυτών» (Απόκριση 152). Τέτοιος Άγιος, που τηρούσε ακλόνητα τη σφραγίδα του Υιού του Θεού, ήταν ο πατήρ Επιφάνιος. Και για τις προσευχές του ο Κύριος έσωσε και σώζει πολλούς που, όσο τους επιτρέπουν οι δυνάμεις και ο ζήλος τους, αγωνίζονται για τη σωτηρία. Ο πατήρ Επιφάνιος αποθάρρυνε τους ανθρώπους από το να κάνουν μεγάλα σχέδια ζωής, ονομάζοντας τον υπολειπόμενο χρόνο «απλή επιβίωση».Ωστόσο, συμβούλευε να υπάρχουν κάποια εφεδρικά μέρη κατοικίας, ώστε σε περίπτωση διωγμών να μπορεί κανείς να μετακινηθεί εκεί χωρίς περιττές δυσκολίες. Αν και ο ίδιος σε όλη τη ζωή του υπέμενε μεγάλους ασκητικούς κόπους – νήστευε πολύ, προσευχόταν, υπέμενε με υπομονή αρρώστιες, τήρησε σιωπή επί 14 χρόνια – τους δικούς του πάντοτε συμβούλευε να ακολουθούν τη μετριοπαθή «βασιλική οδό», ώστε να μην πέσουν σε πειρασμούς που ξεπερνούσαν τις δυνατότητες τους. Πάντα ζητούσε ζήλο στο έργο της σωτηρίας, αλλά ζήλο βασισμένο στη σύνεση. Στα θέματα της πίστεως ήταν αυστηρός και ανένδοτος.Έχοντας το χάρισμα της διακρίσεως του καλού και του κακού, της διακρίσεως των πνευμάτων, της διακρίσεως των λογισμών, και στηριζόμενος στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση, ο πατήρ Επιφάνιος προσδιόριζε εύκολα τα πλανεμένα, είτε ενός ανθρώπου είτε ολόκληρων θρησκευτικών ρευμάτων.Όλη του τη ζωή αγωνιζόταν για την καθαρότητα της πίστεως, για την ακριβή τήρηση των εκκλησιαστικών κανόνων.Και αναγνωρίζοντας «τα σημεία των καιρών», πριν από το τέλος της επίγειας ζωής του είπε: «Αφού ο Αντίχριστος είναι κοντά, πρέπει να αφήσουμε όλες τις δικαιοδοτικές διαμάχες και να επικεντρωθούμε στη σωτηρία της ψυχής». Αυτά τα λόγια απευθύνονταν σε μία γυναίκα που τον ρώτησε για κάποια κατακομβική ιεραρχία. Ένα από τα κύρια θέματα των συζητήσεων του πατρός Επιφανίου ήταν το θέμα της μετανοίας - τόσο της προσωπικής, όσο και της πανεθνικής ρωσικής μετανοίας - χωρίς την οποία δεν μπορεί ούτε ο άνθρωπος να σωθεί, ούτε η χώρα να αναγεννηθεί και να γίνει αρεστή στον Θεό.Όταν λίγο μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ τον ρώτησαν για την αναγέννηση της Ρωσίας, ο Γέροντας απάντησε: «Χρειάζεται μετάνοια, και μάλιστα όχι μόνο της εξουσίας αλλά και του λαού, του καθενός μας, επειδή αποστραφήκαμε τον Θεό, επιτρέποντας τον Εμφύλιο Πόλεμο και άλλες αιματοχυσίες…» Όταν ρωτήθηκε αν μια νέα κυβέρνηση είχε έρθει στην εξουσία το 1991, απάντησε: «Όχι. Αφού δεν υπάρχει μετάνοια, σημαίνει ότι αυτή η κυβέρνηση συνεχίζει το μπολσεβίκικο καθεστώς». Λίγο πριν από την κοίμησή του ο πατήρ Επιφάνιος έλεγε: «Αν ο λαός μετανοούσε, ο Κύριος θα άλλαζε τα πάντα αμέσως.Αλλάδεν υπάρχει μετάνοια στο λαό». Προς το τέλος της ζωής του, ο Πατέρας Επιφάνιος παρέμεινε σκεπτικός σχετικά με την πιθανότητα μιας αναγέννησης της Ορθόδοξης Ρωσίας, για χάρη της οποίας είχε πραγματοποιήσει τόσες ενέργειες.«Η αποστολή μου τελείωσε», είπε λίγες ημέρες πριν από την κοίμησή του.Το κήρυγμα του Γέροντα δεν ακούστηκε από τους ανθρώπους του κόσμου τούτου. Ο μοναχός Επιφάνιος αξιώθηκε από τον Κύριο πολλών πνευματικών χαρισμάτων: του χαρίσματος της διορατικότητας, της διακρίσεως, της αδιάλειπτης προσευχής, του χαρίσματος της δακρυρροούσης μετανοίας και άλλων χαρισμάτων της Χάριτος.Ήταν αφόρητο για έναν αμαρτωλό άνθρωπο να βλέπει το πώς ο Γέροντας πλησίαζε στο Άγιο Ποτήριο, τρέμοντας από το κλάμα και λουόμενος στα δάκρυα.Με το ίδιο χάρισμα δακρύων είχε προικιστεί και ο ήδη προαναφερθείς ιατρός Ιβάν ΓιεγκόροβιτςΟρέχοφ, ο οποίος είχε σηκώσει όρθιο τον πατέρα Επιφάνιο μετά τη φυλάκιση.Ο πατήρ Επιφάνιος χάριζεο ίδιος θεραπείες και ανακούφιση σε αρρώστους ανθρώπους. Το έκανε αυτό διακριτικά, ώστε να μη σκέφτονται οι άνθρωποι ότι ήταν από τις δικές του προσευχές που δίνονταν οι θεραπείες. Όταν στη δούλη του Θεού Ν. ανέβηκε υψηλός πυρετός, ο Γέροντας της είπε να τυλιχθεί σε ένα βρεγμένο σεντόνι. Μετά από λίγες ώρες ήταν καλά. Σε μια άλλη έδωσε μηλαράκια και την ευλόγησε να τα αγιάσει στον τάφο του Γέροντα Θεοδοσίου του Καυκάσιου. Εκείνη έπασχε από εσωτερική αρρώστια, δεν μπορούσε να φάει τίποτε, αλλά, προς έκπληξή της, τα μήλα τη βοήθησαν.Όμως όταν άρχισε να αγιάζει τα φρούτα μόνη της, χωρίς την ευλογία του Γέροντα, αυτό δεν της έφερε ανακούφιση. Ο δούλος του Θεού Μπόρις διηγείτο ότι όταν εκείνος με έναν άλλο άνδρα πήγαιναν με τη μοτοσυκλέτα στο θερισμό, η μοτοσυκλέτα αναποδογύρισε και ο Μπόρις χτύπησε σοβαρά το δάκτυλό του.Όταν γύρισαν, στο κατώφλι τους συνάντησε ο πατήρ Επιφάνιος και αμέσως του είπε να τρίψει δυνατά το χτυπημένο δάκτυλο.Όταν έχτιζαν ένα σπίτι στο οικόπεδο, ο Μπόρις σκόνταψε και άρχισε να πέφτει με την πλάτη από ύψος τριών μέτρων. Αλλά δεν έπαθε τίποτα.Έλεγε ότι λίγο πριν αγγίξει το έδαφος, κάποια χέρια τον άρπαξαν και τον εναπόθεσαν στο χώμα.Όταν έτρεξε στον πατέρα Επιφάνιο να του πει τι συνέβη, εκείνος τον υποδέχθηκε με χαμόγελο και δεν είπε τίποτα. Μια γυναίκα ήρθε στον πατέρα Επιφάνιο και τον βρήκε με μια μυγοσκοτώστρα να χτυπάει κουνούπια. Σκέφτηκε μέσα της: «Όμως ο Όσιος Σεραφείμ δεν χτυπούσε κουνούπια». Μετά από μερικά χρόνια, ξαναήρθε στον Γέροντα, και εκείνος πάλι με τη μυγοσκοτώστρα χτυπούσε κουνούπια και έλεγε: «Ε, εμείς δεν είμαστε ο Όσιος Σεραφείμ». Πολύ συχνά, όταν ερχόντουσαν με κάποια ερώτηση στον Γέροντα, οι άνθρωποι δεν προλάβαιναν καν να εκφωνήσουν αυτήν την ερώτηση, και ήδη λάμβαναν την αναγκαία απάντηση. Ο Γέροντας συνεχίζει να βοηθά τα πνευματικά του παιδιά και μετά την κοίμησή του. Αναμφισβήτητο είναι και το προφητικό χάρισμα του πατέρα Επιφάνιου. Ακόμη το 1958, ο πατέρας Επιφάνιος προέβλεπε ότι η Ρωσία, η Ουκρανία, η Γεωργία και άλλες δημοκρατίες θα χωριστούν. Το 1992 έστειλε τρεις φορές τηλεγραφήματα από την Αγγλία στα πνευματικά του παιδιά στην πόλη Γκάλι, ώστε να εγκαταλείψουν την Αμπχαζία. Μόνο αφού έλαβαν το τρίτο τηλεγράφημα με το κείμενο «Φύγετε αμέσως από την Αμπχαζία», υπάκουσαν. Βρέθηκε γρήγορα αγοραστής για το σπίτι και τον πλούσιο μανταρινόκηπο, βρέθηκεφορτηγό για τη μεταφορά των υπαρχόντων τους και έφυγαν βιαστικά. Κυριολεκτικά μετά από λίγες ημέρες, στηνΥπερκαυκασία άρχισε ο πόλεμος, και η πόλη ήταν από τις πρώτες που ενεπλάκησαν στη σύγκρουση Αμπχαζίας-Γεωργίας. Επίσης έγραφε σε ένα από τα σημειώματά του για έναν μελλοντικό μεγάλο Ρωσοκαυκάσιο πόλεμο, ο οποίος και άρχισε περίπου ένα χρόνο μετά, στην Τσετσενία. Το 1991, μιλώντας στη Μόσχα σε σύναξη της Εταιρείας Ορθοδόξων Αδελφοτήτων, όπου είχε προσκληθεί, άρχισε να μιλά για την καταστροφή της Ορθοδοξίας, του σλαβικού κόσμου και για τον ερχομό του αντιχρίστου. Είπε ότι πρώτοι θα υποβληθούν σε δοκιμασίες οι Σέρβοι, μετά οι καθολικοί θα αρχίσουν να γιορτάζουν το Πάσχα μαζί με τους Ιουδαίους, μετά θα γίνει πόλεμος με την Ουκρανία για την Κριμαία, και μετά ο διαμελισμός της Ρωσίας… Δεν τον άκουσαν ούτε κι αυτή τη φορά. «Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ούτε το ένα εκατοστό των δοκιμασιών που του έτυχαν. Η Ρωσία, την οποία χάσαμε, αιμορραγούσε στην καρδιά του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Να χάσει τελείως το παρελθόν, την ίδια τη μνήμη του, χωρίς ελπίδα να γίνει κατανοητός και ακουσμένος• να καταφέρει να μη σπάσει, να βρει στη ζωή νέα σημεία στήριξης, άλλες σφαίρες αγαθής δραστηριότητας• να περάσει μέσα από την κοιλάδα ως απόκληρος, αγνώριστος, πολεμούμενος από χιλιάδες και μυριάδες «βεελζεβούληδες», να προσεύχεται όλη σου τη ζωή για το ρωσικό λαό, καθέναν από τους οποίους αγαπούσε ως πνευματικό του τέκνο.Ιδού το κατόρθωμα της ζωής του μυστηριώδους Γέροντα. Τίποτα, ούτε τα δεσμωτήρια ούτε οι βασανιστικές δοκιμασίες, δεν μπόρεσαν να μειώσουν την υψίστη πνευματική του αποστολή. Περισσότερο απ’ όλα στον κόσμο επιθυμούσε να δει τη Ρωσία ορθόδοξη, μετανοημένη, πεσμένη στα πόδια του Επουρανίου Πατέρα». Έτσι πολύ εύστοχα γράφει η Άννα Ιλίνσκαγια, συνοψίζοντας την επίγεια διαδρομή του μοναχού Επιφανίου. Διά των πρεσβειών του πατέρα Επιφανίου, Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς τους αμαρτωλούς!

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ!

 

 <<Αδελφοί εν ταις εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί. Έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι. γονεύσιν απειθείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς, ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφλωμένοι, φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι, έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. Και τούτους αποτρέπου. Εκ τούτων γαρ εισίν οι ενδύοντες εις τας οικίας και αιχμαλωτίζοντες γυναικάρια σεσωρευμένα αμαρτίαις, αγόμενα επιθυμίαις ποικίλαις, πάντοτε μανθάνοντα και μηδέποτε εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν δυνάμενα>> (Προς Τιμ. Βγ΄ 1-7).

ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΦΙΕΡΟΥΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΟΝ ΧΑΡΙΛΑΟΝ ΣΤΟΥΡΑΪΤΗΝ  Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΣΤΟ FACEBOOK ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΕΣΕ ''ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥΣ''. 


 <<Μακάριοι εστέ, όταν ονειδίσωσιν υμάς>>.

 Αδελφοί, εάν κάποτε συμβή να μας ειρωνευθούν οι άνθρωποι δι' ένα αγαθόν έργον, το οποίον επιτελέσαμεν δεν πρέπει να εντραπώμεν δια την άδικον αυτήν ειρωνείαν και σπεύσωμεν να κάμωμεν εκείνα, που δεν πρέπει, δια να μας επαινέσουν. Μη λησμονώμεν αυτό, που έχει γραφή: <<Λαός μου, ου ο νόμος μου εν καρδία υμών, μη φοβείσθε ονειδισμόν ανθρώπων, και τω φαυλισμώ αυτών μη ηττάσθε. Ώσπερ γαρ ιμάτιον βρωθήσεται υπό χρόνου και ωσεί έριον βρωθήσεται υπό σητός, η δε δικαιοσύνη μου εις τον αιώνα έσται, το δε σωτήριόν μου εις γενεάς γενεών>> (Ησ. να΄, 7-8).

 Δι' αυτό ακριβώς και ημείς, αγαπητοί, και εάν ακόμη υβριζώμεθα, και εάν εμπαιζώμεθα, και ο,τιδήποτε κακόν πάσχωμεν από τους ανθρώπους, επειδή εκτελούμεν το αγαθόν, ας μη δειλιάσωμεν, ούτε να εγκαταλείψωμεν τον ίσιον δρόμον, εφαρμόζοντες την υπόδειξιν του προφητάνακτος Δαβίδ <<Εάν παρατάξηται επ' εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η καρδία μου>> (Ψαλμ. κς΄ , 3). Ή την άλλην συμβουλήν <<Υπερήφανοι παρηνόμουν έως σφόδρα, από δε του νόμου Σου ουκ εξέκλινα>> (Ψαλμ. ριη΄ 51). Και <<Ότι ένεκά Σου υπήνεγκα ονειδισμόν, εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπόν μου>> (Ψαλμ ξη΄ 8). Αλλά και ο ίδιος ο Σωτήρ μας λέγει <<Μακάριοι εστέ, όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ' υμών, ψευδόμενοι ένεκεν εμού>> (Ματθ. ε΄,11).

 Ας μη εντραπώμεν λοιπόν, αγαπητοί, να ονομασθώμεν υποκριταί από τους παραβάτας των εντολών του Κυρίου. Είναι φανερόν, ότι οι τοιούτοι τύποι μας χαρακτηρίζουν υποκριτάς όχι δια να μας διορθώσουν, αλλά δια να μας κάμουν να χάσωμεν την ηθικήν μας ευθιξίαν και να γίνωμεν και ημείς, ως εκείνοι, αναιδείς, αυθάδεις, να αποξενωθώμεν από την ευλάβειαν και από κάθε άλλην αρετήν. Διότι οι άνθρωποι της αμαρτίας ονομάζουν υποκριτάς τους ευλαβείς.

 Ας προσέξωμεν λοιπόν και πάλιν, αδελφοί, να μη παρασυρθώμεν από τοιούτους χαρακτηρισμούς και εντραπώμεν από τοιαύτας αμαρτωλάς ειρωνείας. Αλλοίμονον τότε. Κινδυνεύομεν να απολέσωμεν την κατά Χριστόν ωφέλιμον μόρφωσιν της ευσεβείας και να γίνωμεν απαίδευτοι. Διότι τότε κατά την Αγίαν Γραφήν, μας αναμένη ο θάνατος. <<Απαιδεύτοις συναντά θάνατος>>. (Παρ. Σολ. κδ΄,8).